Ενημερωτικός Κόμβος

Άρειος Πάγος 195/2015 Βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν υφίσταται όταν ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα ή τμήμα της επιχείρησης με τις ίδιες ή παρεμφερείς συνθήκες εργασίας και αποδοχές, αφού η μεταβολή αυτή δεν επιφέρει δυσμενείς υλικές ή ηθικές επιπτώσεις

Περίληψη

Επειδή, ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτή κριτήρια. Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν.2132/1920 και 5 παρ. 3 του ν.3198/1955 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία, υπό τους, πριν από τη μεταβολή, όρους, καθιστώντας αυτόν, διαφορετικά, υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ 251/2008).

Από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις, καθίσταται σαφές, ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία, πράγμα που συμβαίνει και όταν τον υποβιβάζει με την ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων κατώτερης φύσης, που συνεπάγονται δυσμενείς ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του, συνέπειες. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμφωνηθέντων.

Βλαπτική, όμως, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν υφίσταται όταν ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα ή τμήμα της επιχείρησης με τις ίδιες ή παρεμφερείς συνθήκες εργασίας και αποδοχές, αφού η μεταβολή αυτή δεν επιφέρει δυσμενείς υλικές ή ηθικές επιπτώσεις (ΑΠ 836/2004).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999). ΑΠ 195/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1′ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “………………” και τον διακριτικό τίτλο “……………..” λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, καθολική διάδοχο της …………………… έχει έδρα την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Α. του Β., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαμιχαήλ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2688/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7750/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 1-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, η, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 7750/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ’ αριθμ. 2688/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε την άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δικάζοντας επί της ουσίας, δέχθηκε την άνω αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η από 27-11-1981 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος λύθηκε δια της από 27-3-2007 καταγγελίας του, για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και αναγνώρισε, επίσης ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ποσά 146.782,58 € για μισθούς υπερημερίας και 2.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Επειδή, ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτή κριτήρια. Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν.2132/1920 και 5 παρ. 3 του ν.3198/1955 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία, υπό τους, πριν από τη μεταβολή, όρους, καθιστώντας αυτόν, διαφορετικά, υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ 251/2008). Από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις, καθίσταται σαφές, ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία, πράγμα που συμβαίνει και όταν τον υποβιβάζει με την ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων κατώτερης φύσης, που συνεπάγονται δυσμενείς ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του, συνέπειες. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμφωνηθέντων. Βλαπτική, όμως, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν υφίσταται όταν ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα ή τμήμα της επιχείρησης με τις ίδιες ή παρεμφερείς συνθήκες εργασίας και αποδοχές, αφού η μεταβολή αυτή δεν επιφέρει δυσμενείς υλικές ή ηθικές επιπτώσεις (ΑΠ 836/2004). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής κρίσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ότι αυτή δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 27-11-1981 από την εναγομένη ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διεπόμενη από τον Οργανισμό προσωπικού που περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΦΕΚ 1255/18-11-1977). Από την 25-1-2005 τοποθετήθηκε στο κατάστημα της εναγομένης στην περιοχή των Σπάτων, όπου ασκούσε καθήκοντα διευθυντή. Στην αρχή η συνεργασία των διαδίκων ήταν αρμονική γεγονός που δεν αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη, δεδομένου μάλιστα ότι η εναγομένη είχε θεωρήσει ότι ο ενάγων είχε τις ικανότητες τις οποίες στη συνέχεια απέδειξε ώστε να μπορέσει να στελεχώσει ένα κατάστημα με τις απαιτήσεις και τις ευθύνες του καταστήματος Σπάτων. Ο ενάγων αποσπάσθηκε αρχικά, από την εναγομένη στο κατάστημα της Πλατείας Συντάγματος από 19-12-2006 μέχρι 19-12-2006 και κατόπιν αποσπάσθηκε από 2-1-2007 μέχρι 5-1-2007 στο Κατάστημα Οδ. Αθήνας ,από 4-1-2007 μέχρι 5-1-2007 στο Κατάστημα οδ. Κολοκοτρώνη ,από 8-1-2007μέχρι 10-1-2007 στο Κατάστημα Βύρωνα, από 1-1-2007 μέχρι 26-1-2007 στο Κατάστημα Γλυφάδας, από 27-1-2007 μέχρι 2-2-2007 στο Κατάστημα Γλυφάδας, στις 5-2-2007 στην Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής και στις 6-2-2007 στην Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας να τοποθετεί Προϊσταμένους των Διευθύνσεων και των Υπηρεσιών της και να προβαίνει στην επιλογή των θέσεων και των υπηρεσιακών καθηκόντων που πρέπει να ανατεθούν στο υπόλοιπο προσωπικό της, γίνεται, κατ ‘αρχήν, χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση από την ιεραρχία, το βαθμό και τις αποδοχές του υπαλλήλου, ώστε να είναι δυνατή η επιλογή σε νευραλγικές θέσεις και νεώτερων ή κατά βαθμό κατώτερων υπαλλήλων από εκείνους που με μόνη την ιεραρχία θα ήσαν διεκδικητές τους ,πάντα δε με γνώμονα την, κατά την απόλυτη κρίση του αρμοδίου οργάνου, επιλογή των ικανότερων και καταλληλότερων υπαλλήλων. Η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ούτε αντισυμβατική συμπεριφορά της Τράπεζας ,ούτε παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης, ελέγχεται δε μόνο από τα δικαστήρια ο καταχρηστικός χαρακτήρας της, τουτέστιν αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού. Στις 11-1-2006 απεστάλη στον ενάγοντα το ερωτηματολόγιο του Επιθεωρητή Π. Π. με το οποίο του εζητείτο να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με επεισόδιο μεταξύ πελάτη της εναγομένης και του ενάγοντος που παραπονείται (πελάτης) για άπρεπη συμπεριφορά του τελευταίου και ο ενάγων απάντησε με την από 15-1-2007 επιστολή του. Ο ανωτέρω Επιθεωρητής συνέταξε το με ημερομηνία 30-1-2007 ειδικό σημείωμα το οποίο απέστειλε στη Διεύθυνση Επιθεώρησης και αναφέρονται τα ακόλουθα γεγονότα: 1) στις 10-10-2006 ο ενάγων μαζί με τη Σύμβουλο Επενδύσεων Ιδιωτών Β. Μ. την Υπεύθυνη Πωλήσεων Ιδιωτών κα Μ. και άλλα στελέχη καταστημάτων συμμετείχαν σε εκπαιδευτικό σεμινάριο για τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα της θυγατρικής εταιρείας “……………………” εισηγητές του οποίου ήταν οι κ.κ., Χ. Π. και Α. Μ.. Όπως καταγράφεται σε σχετικό φύλλο συμβάντων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής στο συγκεκριμένο σεμινάριο, η συμπεριφορά του ενάγοντος έναντι της εισηγήτριας κας Χ. Π. ήταν επιθετική, απαξιωτική και προσβλητική, γεγονός που ο ενάγων αρνείται χαρακτηρίζει δε τις όποιες παρεμβάσεις τους “εποικοδομητικό διάλογο” ή “ανταλλαγή απόψεων”. Η συμμετέχουσα στο σενάριο κα Μ. επιβεβαιώνει ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν ήταν κόσμια και παρά τις παρεμβάσεις όλων εκείνος συνέχιζε τη συμπεριφορά του. 2) Οι πελάτες του Καταστήματος Σπάτων Χ. Μ., Σ. Π. και Ν. Μ. με σχετικές επιστολές τους που απευθύνονται στους Δ/ντες της Δ/νσης Επιθεώρησης και της Περιφερειακής Δ/νσης Αττικής καταγγέλουν τον ενάγοντα για ανάρμοστη συμπεριφορά, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα για τον Χ. Μ. να αποσύρει τις προσωπικές του καταθέσεις τις οποίες τοποθέτησε σε άλλη Τράπεζα. Το περιστατικό της ανάρμοστης συμπεριφοράς του ενάγοντος προς τον Χ. Μ. επιβεβαιώνουν ο Προϊστάμενος Χορηγήσεων της Μονάδας Ε. Ν., η Υπεύθυνη Πωλήσεων Μ. Μ. και η Σύμβουλος Επενδύσεων Β.Μ.. Όσον αφορά τον πελάτη Σ. Π. στην α/30-11-2006 έγγραφη καταγγελία που απέστειλε στον Δ/ντή της Δ/νσης Επιθεώρησης αναφέρει ότι σε δύο τυχαία περιστατικά εκτός του Καταστήματος ο ενάγων του συμπεριφέρθηκε απρεπώς προσβλητικά, υβριστικά και διερωτάται που είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος με αυτή τη συμπεριφορά να κατέχει θέση Δ/ντή της Εμπορικής Τράπεζας. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι διαπίστωσε την ίδια ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους υφισταμένους του, σε αρκετές περιπτώσεις όταν εμφανιζόταν στο Κατάστημα να ενεργήσει συναλλαγές. Ο ενάγων χαρακτηρίζει τις ανωτέρω κατηγορίες αβάσιμες, κακόβουλες και αόριστες 3) Όσον αφορά τον πελάτη Ν. Μ. διαβίβασε στον Διευθυντή της Δ/νσης Επιθεώρησης σχετική επιστολή στην οποία αναφέρει ότι ο ενάγων “μάλλον κάνει ζημιά αντί να προάγει τα συμφέροντα της Τράπεζας”. Τούτο δε διότι σε αρκετούς πελάτες και στον ίδιο προσωπικά συμπεριφερόταν απρεπώς, ειρωνικά και δεν ήταν εξυπηρετικός, με αποτέλεσμα οι συναλλασσόμενοι να αποχωρούν από τη Μονάδα “δυσαρεστημένοι και ταπεινωμένοι”. Η Υποδιευθύντρια Επιχειρήσεων Μ. Τ., επιβεβαιώνει εγγράφως ότι ο εν λόγω πελάτης είχε διαμαρτυρηθεί αρκετές φορές για τη συμπεριφορά του ενάγοντος στους υπολοίπους λειτουργούς και εκτός από την ανωτέρω Υποδιευθύντρια και η Σύμβουλος Επενδύσεων Ιδιωτών Β. Μ. εγγράφως αναφέρουν επώνυμα πελατών, οι οποίοι διαχρονικά είχαν εκφράσει τη δυσαρέσκεια τους για τη συμπεριφορά του ενάγοντος (Γ., Σ., Δ., Φ., Κ.). Ο ενάγων σε όλα τα ανωτέρω απάντησε ότι αυτά δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ότι χάρη στις προσπάθειες του πολλαπλασιάσθηκαν τα μεγέθη του καταστήματος και το Κατάστημα Σπάτων ξεχώριζε ως το καλύτερο της Περιφέρειας αλλά και της Τράπεζας ολόκληρης. Η Υποδιευθύντρια Επιχειρήσεων Μ. Τ. και Σύμβουλος Επενδύσεων Β. Μ. ενισχύουν με τις αναφορές τους τα ανωτέρω γεγονότα και το εν λόγω σημείωμα καταλήγει ότι ο ενάγων α)προσέβαλε την εισηγήτρια σεμιναρίου και δημιούργησε προβλήματα στην εξέλιξη του εκπαιδευτικού προγράμματος β) σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις δεν συμπεριφέρθηκε κόσμια. σε πελάτες με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τον καταγγείλουν εγγράφως και γ)με τη συμπεριφορά του προσέβαλε και μάλιστα παρουσία πελατών, τις Υποδιευθύντριες του Καταστήματος στο οποίο ο ίδιος είχε τοποθετηθεί Διευθυντής. Ο ενάγων με τον πρόσθετο λόγο της εφέσεως του ισχυρίζεται ότι στο κατάστημα Σπάτων δρούσε παράνομο κύκλωμα αποτελούμενο από τις ανωτέρα αναφερόμενες Μ. Τ. και Β. Μ., οι οποίες ευνοούσαν ορισμένους πελάτες, τους οποίους ο ίδιος (ενάγων) θεωρούσε αναξιόπιστους με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα εριστικό κλίμα και εχθρική προς τον ίδιο διάθεση η οποία οδήγησε στις ανωτέρω αναφερόμενες κατασκευασμένες κατηγορίες. Ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήρια παραδεκτώς δε ενισχύεται με νέα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτοβάθμια δίκη διότι δεν είχαν ακόμη προκύψει. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι επί αγωγής του υπαλλήλου της εναγομένης Ε. Ν. κατ’ αυτής, για την οποία εκδόθηκε η 969/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη στις προτάσεις της αναφέρει ότι στο κατάστημα Σπάτων έλαβαν χώρα παρεκκλίσεις και παραβιάσεις των Εγκυκλίων και Οδηγιών της Τράπεζας που επέφεραν σ’ αυτήν τεράστια οικονομική ζημία αλλά και ανεπανόρθωτη ηθική βλάβη. Η υλική ζημία κατά το χρόνο του ελέγχου ανερχόταν σε 3.511.333,00 ευρώ και στο κύκλωμα που δρούσε παράνομα συμμετείχαν και στελέχη της εναγομένης μεταξύ των οποίων η Β. Μ. που απολύθηκε από την Τράπεζα στις 15-12-2009 ενώ η Υποδιευθύντρια Τομέα Επιχειρήσεων Τ. παραιτήθηκε από την εναγομένη στις 16-7-2009, ήτοι προτού η Τράπεζα προλάβει να ολοκληρώσει τον έλεγχο. Από το προσκομιζόμενο δε πόρισμα Επιθεώρησης της Επιθεωρήτριας του Τομέα Πιστοδοτήσεων Ά. Σ. καταλογίζονται βαρύτατες ευθύνες στα παραπάνω στελέχη του καταστήματος Σπάτων αναφορικά με φερόμενες επισφαλείς πιστοδοτήσεις οι οποίες μάλιστα αφορούσαν και τις περιπτώσεις εκείνων των πελατών οι οποίοι είχαν συντάξει τις επιστολές με τις οποίες διαμαρτύρονταν για την συμπεριφορά του ενάγοντος. Ο τελευταίος καθόλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του (26 έτη) δεν κατηγορήθηκε από την εναγομένη για κανένα παράπτωμα αποτελούσε έναν καλό και έμπειρο υπάλληλο και δεν δικαιολογείται από τους κανόνες της λογικής ξαφνικά να μετατράπηκε σε εριστικό και μη συνεργάσιμο στέλεχος με προβληματική συμπεριφορά απέναντι τόσο σε συναδέλφους του όσο και σε πελάτες. Η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να αποσπάσει τον ενάγοντα στα αναφερόμενα ανωτέρω καταστήματα εντός τόσο μικρού χρονικού διαστήματος χωρίς να του δίνει τη δυνατότητα να ενημερώνεται κάθε φορά και να παράγει ουσιαστικό έργο, δηλαδή να τον θέτει σε θέση “ψυγείου” υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και συνιστά σοβαρό λόγο (672 ΑΚ) για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος. Η εναγομένη με την από 3-4-2007 επιστολή της κατέστησε γνωστό στον ενάγοντα ότι αν δεν επιστρέψει στην εργασία του θα τον θεωρήσει ως “αδικαιολογήτως απόντα” με ότι αυτό συνεπάγεται. Στην ανωτέρω δήλωση της ο ενάγων απάντησε με την από 10-5-2007 επιστολή του ότι εμμένει στην από 27-3-2007 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του για σπουδαίο λόγο, ο οποίος σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα ευσταθεί και είναι βάσιμος και έχει ως αποτέλεσμα τη λύση της σύμβασης εργασίας των διαδίκων. Ακολούθως, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και τον πρόσθετο λόγο αυτής και αφού εξαφάνισε την 2688/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι η από 27-11-1981 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, λύθηκε με την από 27-3-2007 καταγγελία για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο σε καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης (αναιρεσείουσας), αναγνώρισε, επίσης, την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο: α) ποσό 146.782,56 € για μισθούς υπερημερίας και β) 2.000 € για χρηματική του ικανοποίηση. Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή έκρινε στην προκειμένη περίπτωση, ότι η απόφαση της πρώην ΕΜΤΕ, να αποσπάσει τον αναιρεσίβλητο στα αναφερόμενα ανωτέρω καταστήματα εντός τόσο μικρού χρονικού διαστήματος, χωρίς να του δίνει τη δυνατότητα να ενημερώνεται κάθε φορά και να παράγει ουσιαστικό έργο, δηλαδή να τον θέτει σε θέση “ψυγείου” υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρον 281 ΑΚ) και συνιστά σπουδαίο λόγο για καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος (άρθρ. 672 ΑΚ). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιαστικό ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για την παροχή εργασίας τους όρους της παροχής του, τον τόπο, το χρόνο και τρόπο, εφ’ όσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση και ότι ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν, ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτή κριτήρια, δεν αιτιολογείται σαφώς, στην προκειμένη περίπτωση, αν στις παραπάνω ενέργειες (αποσπάσεις του αναιρεσιβλήτου) στις οποίες προέβη η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο που διενεργείτο έλεγχος για καταγγελίες σε βάρος του, προέβη η αναιρεσείουσα για λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας του μισθωτού – αναιρεσιβλήτου ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε (άρθρο 281 ΑΚ και ΑΠ 196/2008) και ότι συνεπώς, η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας, υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια του άρθρ. 281 ΑΚ του διευθυντικού δικαιώματός της. Συνεπώς, ο σχετικός με τα παραπάνω αναιρετικός λόγος, εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου (με ασαφείς αιτιολογίες) της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 672 ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακόλουθα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω ήττας του, κατά το σχετικό, περί τούτου, αίτημα αυτής (αρθ. 176, 182, 183, 189 παρ. 1 και 192 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα εις το διατακτικό, ειδικότερον, οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 7750/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.

 

Leave a Reply