Ενημερωτικός Κόμβος

Τα συν, τα πλην και οι κίνδυνοι της απόφασης του Eurogroup

Των ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΛΟΥ και ΘΑΝΟΥ ΤΣΙΡΟΥ
Η συνολική συμφωνία που επεξεργάζονται οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ για την Ελλάδα, πιθανότατα εντός του Ιανουαρίου, θα δώσει ανάσα στην οικονομία και στην κυβέρνηση τους επόμενους μήνες, λόγω μιας σειράς θετικών εξελίξεων, ωστόσο θα περιέχει και αρνητικά στοιχεία τα οποία μπορεί να βρούμε μπροστά μας μετά το 2018.
Κατ’ αρχάς, το θετικό στοιχείο από τη συζήτηση είναι ότι οι πιστωτές θέλουν συμφωνία το συντομότερο και για τους δικούς τους λόγους (εκλογές το 2017 σε Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία). Γι’ αυτό αποφάσισαν να στείλουν στην Αθήνα τους επικεφαλής των θεσμών για να κλείσουν τη δεύτερη αξιολόγηση σε τεχνικό επίπεδο.
Στις Βρυξέλλες λένε ότι οι εκπρόσωποι των πιστωτών θα πάνε πολύ σύντομα, μέσα στις επόμενες μέρες και θα μείνουν μέχρι να κλείσουν. Από εκεί και πέρα και σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, οι πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας μέσα στον Δεκέμβριο σε πολιτικό επίπεδο, μέσω ενός έκτακτου Εurogroup, είναι λίγες, αν όχι ελάχιστες.
Το πιθανότερο είναι ότι η συνολική συμφωνία που θα περιλαμβάνει την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, την ελάφρυνση του χρέους και την απόφαση του ΔΝΤ για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα θα ληφθεί εντός του Ιανουαρίου.
Τα θετικά
Επιβάρυνση σε βραχυπρόθεσμη βάση για τον κρατικό προϋπολογισμό της Ελλάδας, αλλά σημαντικό όφελος σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα προκαλέσει το 1ο πακέτο των μέτρων για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους που συμφωνήθηκε στο Eurogroup της Δευτέρας.
Όσον αφορά τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προτίμησαν να κρατήσουν κλειστά τα χαρτιά τους ως προς το περιεχόμενό τους, με τον Γερούν Ντέισελμπλουμ να δηλώνει ότι «περισσότερο ξεκαθάρισμα όσον αφορά τα μέτρα μεσοπρόθεσμου ορίζοντα θα υπάρξει μετά τη λήξη του 3ου ελληνικού προγράμματος, δηλαδή μετά το τέλος Ιουλίου του 2018».
Το πακέτο με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα δεν προκάλεσε κάποια σοβαρή έκπληξη στις αγορές. Αυτό αποτυπώθηκε και στην απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου το οποίο κινήθηκε στην περιοχή του 6,8%, έχοντας καταγράψει πριν από το Eurogroup και χαμηλότερες τιμές στην περιοχή του 6,5%.
Όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις που έκανε η κυβέρνηση μετά τη λήξη του Eurogroup, το βραχυπρόθεσμο πακέτο μέτρων επιφέρει μείωση του συσσωρευμένου χρέους ως αναλογία του ΑΕΠ περίπου κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτή η μείωση -η οποία κατά την ελληνική κυβέρνηση μεταφράζεται σε 45 δισ. ευρώ- δεν είναι ισομερώς κατανεμημένη στο βάρος των επόμενων 44 ετών, καθώς τα οφέλη αποτυπώνονται στην καμπύλη του χρέους ύστερα από αρκετά χρόνια.
Τα εν λόγω μέτρα θα αρχίσουν να εφαρμόζονται άμεσα, δεν συνοδεύονται από καμία προϋπόθεση, ενώ εκτιμάται ότι θα μειώσουν το χρέος κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέχρι το 2060. Αυτό θα γίνει μέσω επιμήκυνσης της αποπληρωμής μέρους των δανείων από τα 28,3 στα 32,5 χρόνια, μέσω της μετατροπής κυμαινόμενων επιτοκίων δανείων σε σταθερά και άλλων μικρότερων παρεμβάσεων διαχειριστικού χαρακτήρα.
Το κόστος του μέτρου θα είναι μηδαμινό για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δεδομένου ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί τη διεθνή συγκυρία και την άριστη πιστοληπτική του ικανότητα (ΑΑΑ) και να δανειστεί με χαμηλό επιτόκιο σε μεγάλο βάθος χρόνου. Κόστος για την Ελλάδα θα υπάρξει βραχυπρόθεσμα γιατί τα σταθερά επιτόκια είναι πιο ακριβά από τα κυμαινόμενα, αλλά αυτό θα υπερκαλυφθεί σε βάθος χρόνο από το μεγάλο όφελος.
Στα θετικά, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, γιατί καλύτερη εικόνα θα υπάρξει το 2018, εντάσσεται και η δέσμευση των Ευρωπαίων προς το ΔΝΤ ότι θα λάβουν το 2018 και μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Αυτά μπορούν να βρεθούν από πολλές πηγές, που είχαν φωτογραφηθεί τον περασμένο Μάιο από το Εurogroup, και περιλαμβάνουν περαιτέρω μειώσεις των επιτοκίων και επιμηκύνσεις των περιόδων αποπληρωμής, καθώς επίσης επιστροφή των κερδών από ελληνικά ομόλογα που έχουν στη διάθεσή τους η ΕΚΤ και κεντρικές τράπεζες χωρών της Ευρωζώνης.
Επίσης, με τα χρήματα που θα περισσέψουν από τα δάνεια του τρίτου μνημονίου που δεν χρειάστηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα μπορούσε να αγοραστεί χρέος από τους άλλους δανειστές (διμερή δάνεια από τους εταίρους στο πλαίσιο της πρώτης διάσωσης του 2010 και από το ΔΝΤ).
Οι Ευρωπαίοι δεν θα ποσοτικοποιήσουν αυτά τα μέτρα για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους, ωστόσο θα τα κοινοποιήσουν στο ΔΝΤ το οποίο μπορεί να κάνει εύκολα τους υπολογισμούς και να δει αν καθιστούν το χρέος βιώσιμο, ανέφερε χθες στις Βρυξέλλες πηγή της Ευρωζώνης με εμπλοκή στη διαπραγμάτευση.
Η συζήτηση έδειξε ότι το ΔΝΤ θα μπορούσε να αποδεχθεί την προωθούμενη συνολική συμφωνία και να μπει στο πρόγραμμα, και αυτό θα ήταν μια θετική εξέλιξη γιατί θα έστελνε αξιόπιστο μήνυμα στις αγορές για την οικονομία και τη χώρα. Τέλος, μια συνολική συμφωνία θα φέρει οπωσδήποτε την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, κάτι επίσης θετικό, δεδομένου ότι εκτός των άλλων η αγορά ελληνικών εταιρικών και κρατικών ομολόγων θα οδηγούσε και σε περαιτέρω μείωση των επιτοκίων, κυρίως στον δανεισμό επιχειρήσεων.
Σε σχέση με τα θέματα της δεύτερης αξιολόγησης, στα εργασιακά φαίνεται ότι θα βρεθεί κοινός τόπος με υποχώρηση του ΔΝΤ, που σημαίνει ότι θα επικρατήσει η θέση των Ευρωπαίων ότι η νομοθεσία για τις ομαδικές απολύσεις και τις συλλογικές συμβάσεις πρέπει να βασίζεται στις βέλτιστες ευρωπαϊκές και διεθνείς πρακτικές. Αυτό το είπε και ο πρόεδρος του Εurogroup Γερούν Ντέισελμπλουμ.

Τα αρνητικά
Όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, οι θετικές εξελίξεις σε μια διαπραγμάτευση συνοδεύονται και από αρνητικές και φαίνεται ότι στη συμφωνία που προωθείται θα υπάρχουν και δεν θα είναι αμελητέες.
Ειδικότερα, η επιμονή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε φαίνεται ότι αποδίδει καρπούς, δεδομένου ότι η κυβέρνηση ετοιμάζεται να αποδεχθεί πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ετησίως μετά το 2018 και για κάποια χρόνια. Πρόκειται για τη χειρότερη από τις δύο βασικές εναλλακτικές επιλογές που υπήρχαν, η άλλη ήταν να μειωθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα στη ζώνη του 2%-2,5% ετησίως και τη θέση αυτή υποστήριζε και το ΔΝΤ. Η κυβέρνηση υποχώρησε προφανώς για να πάρει τα υπόλοιπα, ωστόσο πρόκειται για σημαντικό θέμα γιατί είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για μια χώρα να παράγει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% για πολλά χρόνια.
Το πόσα ακριβώς θα καθοριστεί αργότερα, ο κ. Ντέισελμπλουμ μίλησε για 3,5 ή και 10 χρόνια. Στην Αθήνα οι εκπρόσωποι των θεσμών θα ετοιμάσουν ένα νέο μηχανισμό, στην ουσία θα πρόκειται για επέκταση του υφιστάμενου δημοσιονομικού «κόφτη» που τελειώνει με τη λήξη του μνημονίου. Αυτό που επιδιώκει η κυβέρνηση είναι να μην υιοθετήσει τώρα προληπτικά νέα δημοσιονομικά μέτρα για την περίπτωση απόκλισης από τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, θα πρέπει να προσδιορίσουν από πού θα τα βρουν και να συμφωνήσουν σε έναν αυτόματο μηχανισμό. Στην ουσία με τη συμφωνία αυτή η σημερινή κυβέρνηση δεσμεύει σαφέστατα και την επόμενη κυβέρνηση, και εδώ υπάρχει πρόβλημα γιατί πλεονάσματα τόσο μεγάλα σε ετήσια βάση έχουν πετύχει μέχρι τώρα μόνο η Νορβηγία και η Ιρλανδία, δύο οικονομίες ταχύτατα αναπτυσσόμενες επί δεκαετίες.
Εάν η κυβέρνηση πορεύτηκε στη λογική ότι μπορεί να τροποποιηθεί η απόφαση αυτή το 2018, εκεί μάλλον έχει κάνει λάθος, γιατί οι Γερμανοί φρόντισαν να συνδέσουν τα πλεονάσματα με μια άλλη σημαντική απόφαση που θα ληφθεί εκείνη την περίοδο και αφορά την υλοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Εάν, δηλαδή, η τότε κυβέρνηση αρνηθεί τα μέτρα του πρωτογενούς, τότε δεν θα υπάρξει περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους.
Ερωτηματικά
Η προωθούμενη απόφαση δημιουργεί και κάποια ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν τώρα, αλλά σε βάθος χρόνο. Κατ’ αρχάς, δεν γνωρίζουμε πώς θα αντιδράσουν οι αγορές από το γεγονός ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους θα επιτευχθεί στα μέσα του 2018 με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα και όχι τώρα. Και εδώ υπάρχει αβεβαιότητα, γιατί κανένας δεν γνωρίζει πώς θα είναι η Ευρωζώνη έπειτα από δύο χρόνια, ο λαϊκισμός βρίσκεται σε μεγάλη άνοδο, μπορεί να υπάρξουν το επόμενο διάστημα κυβερνήσεις οι οποίες θα αντιτίθενται σε νέα ελάφρυνση του χρέους μέσω των μεσοπρόθεσμων μέτρων.
Είναι προφανές ότι το προωθούμενο πακέτο σε καμία περίπτωση δεν είναι για «πέταμα», αντίθετα δίνει μεγάλες ανάσες στην οικονομία μετά από χρόνια και δημιουργεί προοπτικές ανάπτυξης. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν είναι διασφαλισμένη η επιτυχία, ο κίνδυνος να κληθούν οι πολίτες να πληρώσουν νέα μέτρα μετά το 2018 είναι υπαρκτός, όπως και οι αβεβαιότητες για το χρέος.
«Τσίμπησαν» οι αποδόσεις των ομολόγων
Έλλειψη ενθουσιασμού χαρακτήρισε τη χθεσινή συνεδρίαση στην ελληνική αγορά κρατικού χρέους, στον απόηχο της απόφασης του Eurogroup. Σύμφωνα με traders της αγοράς, η απόφαση για το ελληνικό χρέος ήταν κατώτερη του αναμενομένου και γι’ αυτό απογοήτευσε.
Την ίδια στιγμή, οι συναλλασσόμενοι επικαλούνται και το γεγονός ότι εδώ και αρκετό καιρό οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων βαίνουν μειούμενες, σε αναμονή της προχθεσινής απόφασης του Eurogroup, κατά συνέπεια η απόφαση είχε σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί.
Η απόδοση του 10ετούς ελληνικού κρατικού ομολόγου έχει υποχωρήσει περίπου 200 μονάδες βάσης σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ την ίδια στιγμή έχει επιστρέψει κάποιο περιορισμένο αγοραστικό ενδιαφέρον.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η απόδοση του 10ετούς ελληνικού «τσίμπησε» ελαφρώς στο 6,6% από 6,4% στη συνεδρίαση της Δευτέρας, με το spread στις 628 μονάδες βάσης από 607. Ο όγκος των συναλλαγών στην ΗΔΑΤ κινήθηκε στα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ.
Παρ’ όλα αυτά, αναλυτές και παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι υπάρχουν περαιτέρω περιθώρια για αποκλιμάκωση των ελληνικών αποδόσεων, εάν η ελληνική κυβέρνηση καταφέρει να κλείσει σύντομα την αξιολόγηση και τα ελληνικά ομόλογα ενταχθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Ναυτεμπορική

Leave a Reply