Ενημερωτικός Κόμβος

ΣτΕ 167/2018 Επιστροφή ΦΠΑ σε εταιρείες εγκατεστημένες σε άλλο κράτος-μέλος – Πότε υπάρχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα για την επιστροφή ΦΠΑ.

Αριθμός 167/ 2018
Περίληψη
Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, για να έχει ο υποκείμενος στον φόρο που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος δικαίωμα επιστροφής του φόρου εισροών με τον οποίο επιβαρύνθηκαν αγαθά ή υπηρεσίες που του είχαν παρασχεθεί στην Ελλάδα, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο δεν πρέπει να διαθέτει καμία εγκατάσταση στην Ελλάδα. Και δεύτερον, επί πλέον τούτου, είτε διαθέτει εγκατάσταση στην Ελλάδα, είτε όχι δεν πρέπει να έχει πραγματοποιήσει παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών που να θεωρούνται ότι έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα (με εξαίρεση ορισμένες ειδικές παροχές υπηρεσιών, που απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 12 παρ. 3 του νόμου). Για την απόρριψη του αιτήματος επιστροφής αρκεί επομένως να μην συντρέχει έστω και μια από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, την συνδρομή των οποίων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ήδη στην φορολογική αρχή ο υποκείμενος που ζητεί την επιστροφή του φόρου.
Όπως δε έχει επίσης παγίως κριθεί, για να υπάρχει εγκατάσταση του υποκειμένου στην Ελλάδα απαιτείται (και αρκεί) να διαθέτει στην Ελλάδα, έστω και μέσω θυγατρικής ή συνδεδεμένης επιχείρησης, ή παγίου εμπορικού εταίρου ή υπεργολάβου, αλλά, πάντως, κατά τρόπο αρκούντως μόνιμο και όχι απλώς ευκαιριακό, την αναγκαία οργανωτική και υλική υποδομή, ανθρώπινο και τεχνικό δυναμικό, που είναι αναγκαία για την άσκηση της υποκείμενης στον φόρο δραστηριότητάς του (ή για την παροχή υπηρεσιών παρεπομένων, πλην αναγκαίων για την κύρια παροχή). Δεν ασκεί δε επιρροή αν σύμβαση μεταξύ δύο κρατών μελών περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εισοδήματος ορίζει την μόνιμη εγκατάσταση με τρόπο διαφορετικό.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β’

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Ε. Νίκα, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, I. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, I. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο I. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β’ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 27 Νοεμβρίου 2007 αίτηση: του Προϊσταμένου 14ης Διεύθυνσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και Ειδικών Φόρων, ο οποίος παρέστη με την Γεωργία Μπουρδάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “……….” (…..), που εδρεύει στο …… του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ξενοφώντα Παπαγιάννη (A.M. 28681), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4268/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου I. Σύμπλη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Β’ Τμήματος λόγω σπουδαιότητος, δεν καταβάλλεται παράβολο.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 4268/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 2728/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατ’ αποδοχήν προσφυγής της αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας, είχε ακυρωθεί η 1059637/3008/515/00/0014/23.3.2001 απόφαση του Προϊσταμένου της 14ης Διεύθυνσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, με την οποία είχε απορριφθεί αίτησή της για επιστροφή σ’ αυτήν του καταβληθέντος ΦΠΑ κατά τη διαχειριστική περίοδο 1999, ποσού 70.414.216 δραχμών.

3. Επειδή, με τις διατάξεις των παραγράφων 2 (όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 28 του άρθου 15 του ν. 2166/1993, Α’ 137, και ίσχυε από 1.1.1993) και 3 του άρθρου 27 του ν. 1642/1986 «Για την εφαρμογή του φόρου προστιθεμένης αξίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 125), που μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο τις προβλέψεις των άρθρων 1 και 2 της Όγδοης Οδηγίας 79/1072/ΕΟΚ για τον ΦΠΑ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζετο ότι «2. Επίσης, επιστρέφεται στον υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος είναι εγκαταστημένος σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο φόρος που επιβάρυνε τα κινητά αγαθά και τις υπηρεσίες που του προσφέρθηκαν από άλλους υποκείμενους στο φόρο ή την εισαγωγή αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, κατά το μέρος που τα αγαθά αυτά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιήθηκαν: α) για φορολογητέες πράξεις, ο τόπος φορολογίας των οποίων βρίσκεται στο εξωτερικό και για τις οποίες είχε δικαίωμα έκπτωσης του φόρου, αν αυτές ενεργούνταν στο εσωτερικό της χώρας, β) […] γ) για τις φορολογητέες πράξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 12. […] 3. Η επιστροφή του φόρου της προηγούμενης παραγράφου ενεργείται, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο δεν έχει στην Ελλάδα την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας ή τη μόνιμη εγκατάσταση από την οποία να ασκείται η δραστηριότητα αυτή ή, ελλείψει αυτών, την κατοικία ή διαμονή του και δεν πραγματοποίησε στο εσωτερικό της χώρας, κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο, άλλες πράξεις εκτός από των περιπτώσεων β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου. […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Η παροχή υπηρεσιών θεωρείται ότι πραγματοποιείται στην Ελλάδα, εφόσον κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης αυτός που παρέχει τις υπηρεσίες έχει στο εσωτερικό της χώρας την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας ή τη μόνιμη εγκατάσταση του από την οποία παρέχονται οι υπηρεσίες ή, αν δεν υπάρχει έδρα ή μόνιμη εγκατάσταση, την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του. 2. Κατ’ εξαίρεση, ο τόπος παροχής θεωρείται ότι βρίσκεται στην Ελλάδα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες δραστηριότητες: α) υπηρεσίες συναφείς με ακίνητα κείμενα στο εσωτερικό της χώρας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες που παρέχονται από κτηματομεσίτες, εμπειρογνώμονες, μηχανικούς, αρχιτέκτονες και γραφεία επιβλέψεων. […]».

4. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί (ΔΕΕ, απόφαση της 6.2.2014 στην υπόθεση C-323/12, Ε.ON Global Commodities SE, σκ. 42 κ.ά.), κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να έχει ο υποκείμενος στον φόρο που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος δικαίωμα επιστροφής του φόρου εισροών με τον οποίο επιβαρύνθηκαν αγαθά ή υπηρεσίες που του είχαν παρασχεθεί στην Ελλάδα, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο δεν πρέπει να διαθέτει καμία εγκατάσταση στην Ελλάδα. Και δεύτερον, επί πλέον τούτου, είτε διαθέτει εγκατάσταση στην Ελλάδα, είτε όχι (απόφαση της 25.10.2012, Daimler AG (C-318/11), Widex A/S (C-319/11) κατά Skatteverket, σκ. 43) δεν πρέπει να έχει πραγματοποιήσει παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών που να θεωρούνται ότι έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα (με εξαίρεση ορισμένες ειδικές παροχές υπηρεσιών, που απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 12 παρ. 3 του νόμου). Για την απόρριψη του αιτήματος επιστροφής αρκεί επομένως να μην συντρέχει έστω και μια από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, την συνδρομή των οποίων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ήδη στην φορολογική αρχή ο υποκείμενος που ζητεί την επιστροφή του φόρου. Όπως δε έχει επίσης παγίως κριθεί (Αποφάσεις ΔΕΕ της 16.10.2014, στην υπόθεση C-605/12, Welmory EU:C:2014:2298, σκ. 57-60, ομοίως C-323/12 σκ. 46, κ.α., βλ. ήδη και ΣτΕ 404/2012 7μ, 2261, ΣτΕ 3114/2015), για να υπάρχει εγκατάσταση του υποκειμένου στην Ελλάδα απαιτείται (και αρκεί) να διαθέτει στην Ελλάδα, έστω και μέσω θυγατρικής ή συνδεδεμένης επιχείρησης, ή παγίου εμπορικού εταίρου ή υπεργολάβου, αλλά, πάντως, κατά τρόπο αρκούντως μόνιμο και όχι απλώς ευκαιριακό, την αναγκαία οργανωτική και υλική υποδομή, ανθρώπινο και τεχνικό δυναμικό, που είναι αναγκαία για την άσκηση της υποκείμενης στον φόρο δραστηριότητάς του (ή για την παροχή υπηρεσιών παρεπομένων, πλην αναγκαίων για την κύρια παροχή). Δεν ασκεί δε επιρροή αν σύμβαση μεταξύ δύο κρατών μελών περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εισοδήματος ορίζει την μόνιμη εγκατάσταση με τρόπο διαφορετικό (πρβλ απόφαση ΔΕΚ της 23.3.2006 στην υπόθεση C-210/04, Ministero dell’ Economia e delle Finanze, Agenzia delle Entrate κατά FCE Bank pic, σκ. 39).

5. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, η οποία εδρεύει στην Αγγλία και είναι θυγατρική εταιρεία της ….. Inc, η οποία έχει αντικείμενο εργασιών την ανάπτυξη και λειτουργία του προγράμματος της, που συνίσταται στη σύναψη ανταλλαγών δικαιωμάτων κατοχής χρονομεριστικών ενδιαφερόντων, δικαιωμάτων πολυϊδιοκτησίας ή άλλων μορφών διαμονής/διακοπών σε ιδιώτες, που αγοράζουν τέτοια δικαιώματα σε συγκροτήματα τα οποία υπόκεινται στους όρους των συμβάσεων αποδοχής συγκροτήματος, είναι εξουσιοδοτημένη να χειρίζεται το πρόγραμμα ανταλλαγών της …. στην Ευρώπη και Αφρική, καθώς επίσης και να συνάψει αυτή τη σύμβαση με τον αντιπρόσωπο. Στις 3-1-1991 η αναιρεσίβλητη εταιρεία συνήψε σύμβαση με την αντιπρόσωπο «………» που έχει την έδρα της στην Ελλάδα, σύμφωνα με την οποία ο αντιπρόσωπος αναπτύσσει την προώθηση (marketing) και την εξυπηρέτηση του προγράμματος ανταλλαγών της …., καθώς και την παροχή υπηρεσιών που αναφέρονται στην ως άνω σύμβαση στις ελληνόφωνες περιοχές της Ευρώπης (Ελλάδα), εκδίδοντας προς την αναιρεσίβλητη, για τις παρεχόμενες σε αυτήν υπηρεσίες, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, επί της αξίας των οποίων αναλογεί Φ.Π.Α., τον οποίο η αναιρεσίβλητη καταβάλλει. Η τελευταία, με την από 30-6-2000 αίτησή της προς την 14η Διεύθυνση Φ.Π.Α., ζήτησε να της επιστραφεί ο Φ.Π.Α. που κατέβαλε κατά το έτος 1999, για τις υπηρεσίες που της παρασχέθηκαν από την ………….. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την αριθ. πρωτ. 1059637/3008/515/00/0014/23-3-2001 απόφαση του Προϊσταμένου της 14ης Διεύθυνσης Φορολογίας Προστιθέμενης Αξίας, για το λόγο ότι δεν πληρούνταν οι όροι και οι προϋποθέσεις σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για την επιστροφή του Φ.Π.Α. και συγκεκριμένα η προϋπόθεση της μη υπάρξεως στην Ελλάδα της έδρας της οικονομικής δραστηριότητος της αναιρεσίβλητης ή της μόνιμης εγκατάστασης από την οποία ασκείται η δραστηριότητα αυτή. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη εταιρία άσκησε προσφυγή, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με την από 3-1-1991 σύμβαση αντιπροσωπείας, που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της …………, η οποία είναι αντιπρόσωπος της, η τελευταία δεν έχει την εξουσία να διαπραγματεύεται ή να καταρτίζει συμβάσεις για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης στην Ελλάδα. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσεκόμισε την από 3-1- 1991 σύμβαση αντιπροσωπείας μεταξύ αυτής και της αντιπροσώπου εταιρείας «…………..». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη την από 3-1-1991 σύμβαση αντιπροσωπείας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της «…………..», έκρινε ότι η τελευταία δεν είχε την εξουσία να διαπραγματεύεται και να καταρτίζει συμβάσεις για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης στην Ελλάδα, δεδομένου ότι η «…………..» έχει αναλάβει, σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση αντιπροσωπείας, μόνο την προώθηση και εξυπηρέτηση στην Ελλάδα του προγράμματος ανταλλαγών της …., καθώς και το να προσφέρει στα μέλη (κατόχους χρονομεριστικών μερίδων) της περιοχής το δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα ανταλλαγών της …… Επομένως, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι συντρέχει η προϋπόθεση της παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 1642/1986, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στη διμερή Σύμβαση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ελλάδος που κυρώθηκε με το ν.δ. 2731/1953 και συγκεκριμένα η μη ύπαρξη στην Ελλάδα της έδρας της οικονομικής της δραστηριότητος ή της μόνιμης εγκατάστασης της αναιρεσίβλητης. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, με την 2728/2005 απόφαση, ότι μη νομίμως με την προσβαλλόμενη πράξη απορρίφθηκε το αίτημα της αναιρεσίβλητης περί επιστροφής Φ.Π.Α., ποσού 70.414.216 δρχ., που κατέβαλε βάσει των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών κατά το έτος 1999, και για το λόγο αυτό ακύρωσε την ως άνω πράξη. Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, προβάλλοντας ότι εφ’ όσον η εταιρεία «………..» έχει αναλάβει να χειρίζεται και να προωθεί τις εργασίες της αναιρεσίβλητης στην Ελλάδα, ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος, με γενική εξουσιοδότηση να διαπραγματεύεται και να συνάπτει για λογαριασμό της συμβάσεις, είτε με ξενοδοχειακές μονάδες, είτε με ιδιώτες, προκειμένου οι τελευταίοι να ενταχθούν στο πρόγραμμα ανταλλαγών αυτής, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ……… έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού θεώρησε εφαρμοστέες τις διατάξεις των άρθρων 2, 12 και 27 του Κώδικα περί ΦΠΑ (ν. 1642/1986), ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τα οριζόμενα, ως προς την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης, στο άρθρο 2 της διμερούς συμβάσεως μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ελλάδος περί φορολογίας εισοδήματος, που κυρώθηκε με το ν.δ. 2731/1953, απέρριψε την έφεση του Δημοσίου ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι «από την παραπάνω σύμβαση με σαφήνεια προκύπτει ότι οι συμβάσεις εντάξεως στο ως άνω πρόγραμμα ξενοδόχων και ιδιωτών καταρτίζονται μεταξύ αυτών και της [αναιρεσίβλητης] και όχι της «…………», η οποία δεν είχε την εξουσία να καταρτίζει συμβάσεις για λογαριασμό της [αναιρεσίβλητης] στην Ελλάδα, αλλά είχε αναλάβει μόνο την προώθηση και την εξυπηρέτηση στην Ελλάδα του προγράμματος ανταλλαγών της … EUROPE καθώς και να προσφέρει στα μέλη (κατόχους χρονομεριστικών μεριδίων) της περιοχής το δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα ανταλλαγών της …..».
Η ανωτέρω κρίση του διοικητικού εφετείου, πέραν του ότι εσφαλμένα απέβλεψε για τον ορισμό της έννοιας της μόνιμης εγκατάστασης στο άρθρο 2 της διμερούς συμβάσεως μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ελλάδος περί φορολογίας εισοδήματος, και ανεξάρτητα από το ότι, στην περίπτωση που, τελικά, οι προωθητικές ενέργειες της «……………….» είχαν ως αποτέλεσμα την σύναψη συμβάσεων μεταξύ της αναιρεσίβλητης και ελληνικών ξενοδοχειακών μονάδων για την συμμετοχή των τελευταίων στο «πρόγραμμα ανταλλαγών» της αναιρεσίβλητης, τότε οι υπηρεσίες ανταλλαγής χρονομεριστικής χρήσης, που αφορούν τα εν λόγω ακίνητα, έχουν ως τόπο παροχής την Ελλάδα (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 03.09.2009 στην υπόθεση C-37/08, RCI Europe κατά Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs), είναι νομικά πλημμελής προεχόντως γιατί, καθ’ ο μέρος αυτή καθ’ εαυτή η παρουσία της αναιρεσίβλητης και η ανάπτυξη κύκλου εργασιών στην ελληνική αγορά υπηρετείται από την οργανωτική δομή και τα μέσα της εταιρείας «……………..», που έχουν τεθεί κατά τρόπο διαρκή στην διάθεσή της στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης αντιπροσωπίας και η χρήση των οποίων αποτελεί την αναγκαία και επαρκή υλική προϋπόθεση για την διενέργεια από την αναιρεσίβλητη φορολογητέων πράξεων με αντισυμβαλλόμενους ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις ή καταναλωτές, η τελευταία, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην σκέψη 4, έχει αποκτήσει εγκατάσταση στην Ελλάδα μέσω της μονίμου αντιπροσώπου της, δεν ασκεί δε επιρροή ούτε ο τόπος στον οποίο παρέχει η αναιρεσίβλητη τις υπηρεσίες της προς τους αντισυμβαλλομένους της Έλληνες καταναλωτές, ούτε αν οι συμβάσεις με ελληνικές επιχειρήσεις ή καταναλωτές υπογράφονται από την ίδια ή την αντιπρόσωπο της, ούτε ο τόπος που δηλώνεται στο κείμενο της σύμβασης ως τόπος σύναψης αυτής.
Βασίμως λοιπόν (ανεξαρτήτως ειδικοτέρων επιχειρημάτων) το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει με την κρινόμενη αίτηση ότι το διοικητικό εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης κατά το άρθρο 27 παρ. 3 του ν. 1642/1986.

6. Επειδή, κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 4268/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, και η υπόθεση να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση, αποβαίνει δε αλυσιτελής η εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως του Δημοσίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο παρέλειψε να εξετάσει λόγο εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη διενεργούσε φορολογητέες πράξεις και στο εσωτερικό της χώρας.

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 4268/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά το αιτιολογικό, και

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη εταιρεία την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 2018.

Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος

Ο Γραμματέας του Β’ Τμήματος