Ε.Ε.Τ.Σ. αριθμ. 22/2017 Καθορισμός μηνιαίου ορίου μεταφοράς κεφαλαίων προς το εξωτερικό ανά ίδρυμα πληρωμών σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5.α του άρθρου πρώτου του ν. 4350/2015 (Α’ 161), όπως ισχύει (Καθορισμός μηνιαίου ορίου μεταφοράς κεφαλαίων προς το εξωτερικό ανά ίδρυμα πληρωμών σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5.α του άρθρου πρώτου του ν. 4350/2015 (Α’ 161)
Ε.Ε.Τ.Σ. αριθμ. 22/2017
Καθορισμός μηνιαίου ορίου μεταφοράς κεφαλαίων προς το εξωτερικό ανά ίδρυμα πληρωμών σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5.α του άρθρου πρώτου του ν. 4350/2015 (Α’ 161), όπως ισχύει
Αριθμ. 22/26.7.17
(ΦΕΚ Β’ 2683/31.07.2017)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Την παράγραφο 4 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4350/2015 (Α’ 161), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 4350/2015 (Α’161), αντικαταστάθηκε δυνάμει του άρθρου 3 του ν. 4350/2015 (Α’161) και ισχύει.
2. Την παράγραφο 12 του άρθρου πρώτου του άρθρου 4 του ν. 4350/2015 (Α’161).
3. Την παράγραφο 5.α του άρθρου πρώτου της από 18.07.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 84), όπως αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 1 της υπ’αριθ. πρωτ. Γ.Δ.Ο.Π. 0001133 ΕΞ2015/Χ.Π. 2524/17.8.2015 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β’ 1721), αντικαταστάθηκε με την περίπτωση (β) της παραγράφου 1 της υπ’ αριθ. πρωτ. Γ.Δ.Ο.Π.0001258 ΕΞ 2015/25.9.2015 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β’2100) και τροποποιήθηκε με την περίπτωση (2) της υπ’ αριθ. πρωτ. Γ.Δ.Ο.Π.0000379 ΕΞ 2016/Χ.Π.585/11.3.2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β’ 684).
4. Την υπ’ αριθ. πρωτ. 2/47604/0004/15.7.2015 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών: «Ορισμός μελών Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών και ρύθμιση σχετικών με τη λειτουργία της θεμάτων» (ΑΔΑ: ΩΙΩΚΗ-ΣΧΠ), όπως τροποποιήθηκε με τις αριθ. 2/50723/0004/3.8.2015 (ΑΔΑ: Ψ6ΕΝΗ-8Ρ7), 2/51692/0004/11.8.2015 (ΑΔΑ: ΨΛΨΨΗ-ΠΙΒ), 2/53276/0004/24.8.2015 (ΑΔΑ: 78ΞΙΗ-Τ9Φ), 2/72914/0004/18.11.2015 (ΑΔΑ: ΩΔΕ7Η-ΤΗΟ), 2/25260/0004/9.5.2016 (ΑΔΑ:ΩΠ8ΠΗ-ΑΞΠ) και 2/53585/0004/29.6.2016 (ΑΔΑ: 7ΘΨΟΗ-ΦΝΤ), 2/58251/0004/28.7.2016 (ΑΔΑ: ΩΗΞΗΗΠ8Ο), 2/42310/0004/20.6.2017 (ΑΔΑ: ΩΑ7ΞΗ-4ΣΗ) και ισχύει.
5. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης (ια) της παραγράφου 11 του άρθρου πρώτου της από 18.07.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’84), όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση (θ) της παραγράφου 1 της υπ’ αριθ. πρωτ. Γ.Δ.Ο.Π.0001258 ΕΞ 2015/25.9.2015 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.
6. Την αριθμ. 19/24.5.2017 απόφαση της Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών «Καθορισμός μηνιαίου ορίου μεταφοράς κεφαλαίων προς το εξωτερικό ανά ίδρυμα πληρωμών σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5.α του άρθρου πρώτου του ν. 4350/2015 (Α’161), όπως ισχύει» (Β’1977).
7. Την αναγκαιότητα επανακαθορισμού του μηνιαίου ορίου αποδοχής και εκτέλεσης εντολών μεταφοράς κεφαλαίων προς το εξωτερικό ανά ίδρυμα πληρωμών, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία Μαΐου-Ιουνίου τρέχοντος έτους για κάθε ένα εξ’ αυτών.
8. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του π.δ. 63/2005: «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα» (Α’ 98).
9. Το γεγονός ότι με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Α) Τον ορισμό του μεγίστου ορίου του καθαρού ποσού των μεταφερόμενων προς το εξωτερικό εμβασμάτων (εξερχόμενα εμβάσματα προς το εξωτερικό μείον εισερχόμενα εμβάσματα από το εξωτερικό) για τα ιδρύματα πληρωμών της παραγράφου 5.α του άρθρου πρώτου της από 18.07.2015 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α’ 84) στο ποσό των τριάντα έξι εκατομμυρίων ευρώ (€ 36.000.000) από την 1η Αυγούστου 2017.
Β) Την ανακατανομή του ως άνω ποσού ανά ίδρυμα πληρωμών βάσει των υποβαλλόμενων αναφορών των Ιδρυμάτων Πληρωμών στην Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών, όπου αναφέρονται τα μηνιαία ποσά καθώς και ο συνολικός αριθμός εμβασμάτων προς το εξωτερικό, αρχής γενομένης από την 1η Αυγούστου 2017, ως εξής:
Ι. Ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται στην εποπτεία αυτής:
Ίδρυμα Πληρωμών
Μηνιαίο ποσό εξερχόμενων εμβασμάτων (σε ευρώ) από 1/8/2017
ACCESS PAYMENT SERVICES ΙΔΡΥΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΑΕ
600.000
ΑΡΓΩ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΙΔΡΥΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.
3.900.000
ΙΝΤΕΛ ΕΞΠΡΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.
4.500.000
INTERNATIONAL EXPRESS REMITTANCE ΙΔΡΥΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε
1.000.000
KMT ΙΔΡΥΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.
2.800.000
NBL ΜΟΝΕΥ TRANSFER ΙΔΡΥΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.
1.000.000
UNISTREAM GREECE A.E. ΙΔΡΥΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
2.500.000
WORLDBRIGDE – ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε
4.000.000
ΣΥΝΟΛΟ
20.300.000
II. Ιδρύματα πληρωμών αδειοδοτημένα από αρμόδια αρχή άλλου κράτους της Ε.Ε. που παρέχουν μέσω αντιπροσώπων τους ή μέσω ΕΛ.ΤΑ. Α.Ε. υπηρεσίες εμβασμάτων στην Ελλάδα:
Επωνυμία ιδρύματος πληρωμών και χώρα έδρας
Καθαρό μηνιαίο ποσό εξερχόμενων εμβασμάτων (σε ευρώ) από 1/8/2017
MONEYGRAM INTERNATIONAL
LIMITED, Ηνωμένο Βασίλειο
12.000.000
WESTERN UNION PAYMENT SERVICES IRELAND LIMITED,
Ιρλανδία (μέσω της ΕΛ.ΤΑ Α.Ε.)
680.000
XPRESS MONEY SERVICES
LIMITED, Ηνωμένο Βασίλειο
1.300.000
LCC TRANS-SENDING LIMITED,
Ηνωμένο Βασίλειο
800.000
SIGUE GLOBAL SERVICES
LIMITED, Ηνωμένο Βασίλειο
100.000
GCC (UK) LIMITED, Ηνωμένο
Βασίλειο
200.000
AFTAB CURRENCY EXCHANGE
LIMITED, Ηνωμένο Βασίλειο
400.000
BRAC SAAJAN EXCHANGE
LIMITED, Ηνωμένο Βασίλειο
20.000
EASY PAY AD, Βουλγαρία
200.000
ΣΥΝΟΛΟ
15.700.000
Τα ανωτέρω μηνιαία όρια ανά ίδρυμα πληρωμών υπολογίζονται επί του ποσού που προκύπτει από το σύνολο των εμβασμάτων προς το εξωτερικό που εκτελέσθηκαν ανά μήνα μείον τα ποσά εμβασμάτων από το εξωτερικό που τυχόν πληρώθηκαν από το ίδρυμα πληρωμών κατά τον ίδιο μήνα σε δικαιούχους στην Ελλάδα.
Τα ανωτέρω ιδρύματα πληρωμών υποχρεούνται να ενημερώνουν την Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών σε μηνιαία βάση και πάντως το αργότερο έως τη δέκατη μέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα αναφοράς: α) για τον συνολικό αριθμό και τα συγκεντρωτικά ποσά των εξερχόμενων εντολών μεταφοράς κεφαλαίων προς το εξωτερικό που εκτελέστηκαν κατά τον προηγούμενο μήνα και β) για τον συνολικό αριθμό και τα συγκεντρωτικά ποσά των εισερχόμενων εντολών από το εξωτερικό που τυχόν πληρώθηκαν σε δικαιούχους στην Ελλάδα κατά την ίδια περίοδο.
Από την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργείται η υπ’ αριθ. 19/24.5.2017 (Β’ 1977) απόφαση της Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΔΕΕ – Υπόθεση C-38/16 Δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ –Λεπτομερείς κανόνες – Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της φορολογικής ουδετερότητας – Αρχή της αποτελεσματικότητας – Εθνική νομοθεσία εισάγουσα προθεσμία παραγραφής» (Δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ –Λεπτομερείς κανόνες – Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της φορολογικής ουδετερότητας – Αρχή της αποτελεσματικότητας – Εθνική νομοθεσία εισάγουσα προθεσμία παραγραφής»)
ΔΕΕ – Υπόθεση C-38/16
Δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ –Λεπτομερείς κανόνες – Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της φορολογικής ουδετερότητας – Αρχή της αποτελεσματικότητας – Εθνική νομοθεσία εισάγουσα προθεσμία παραγραφής»
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα) της 14ης Ιουνίου 2017 «Προδικαστική παραπομπή – Φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) – Επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ – Δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ –Λεπτομερείς κανόνες – Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της φορολογικής ουδετερότητας – Αρχή της αποτελεσματικότητας – Εθνική νομοθεσία εισάγουσα προθεσμία παραγραφής»
Στην υπόθεση C-38/16,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το First-tier Tribunal (Tax Chamber) [πρωτοβάθμιο δικαστήριο (τμήμα φορολογικών υποθέσεων), Ηνωμένο Βασίλειο] με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιανουαρίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης
Compass Contract Services Limited
κατά
Commissioners for Her Majesty’s Revenue & Customs,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, C. Vajda, K. Jürimäe και Κ. Λυκούργο (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Δεκεμβρίου 2016,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Compass Contract Services Limited, εκπροσωπούμενη από τους D. Scorey, QC, καθώς και από τους O. Jarratt, και D. Stephens, conseils,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τους D. Robertson και M. Holt, επικουρούμενους από τον A. Macnab, barrister,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Owsiany Hornung και M. Wasmeier,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Μαρτίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 H αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της φορολογικής ουδετερότητας και της αποτελεσματικότητας που ισχύουν στο δίκαιο της Ένωσης.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Compass Contract Services Limited (στο εξής: Compass) και των Commissioners for Her Majesty’s Revenue & Customs (στο εξής: Commissioners) λόγω της αρνήσεως των τελευταίων να επιστρέψουν τον αχρεωστήτως καταβληθέντα από την Compass φόρο προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Υπό τον τίτλο «Γένεση και έκταση του δικαιώματος προς έκπτωση», το άρθρο 17 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49, στο εξής: έκτη οδηγία), το οποίο εφαρμόζεται επί της διαφοράς της κύριας δίκης, προέβλεπε:
«1. Το δικαίωμα προς έκπτωση γεννάται κατά τον χρόνο, κατά τον οποίον ο εκπεστέος φόρος γίνεται απαιτητός.
2. Κατά το μέτρο που τα αγαθά ή οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση των φορολογουμένων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο δικαιούται να εκπίπτει από τον φόρο, για τον οποίον είναι υπόχρεος:
α) τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα στο εσωτερικό της χώρας [ΦΠΑ] για τα αγαθά που του παραδόθηκαν ή πρόκειται να του παραδοθούν και για υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον υποκείμενο στον φόρο·
β) τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα [ΦΠΑ] για εισαχθέντα αγαθά·
γ) τον [ΦΠΑ] που οφείλεται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 3.
[…]»
4 Το άρθρο 18 της έκτης οδηγίας, που επιγράφεται «Τρόπος ασκήσεως του δικαιώματος προς έκπτωση», όριζε:
«1. Για να έχει τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος προς έκπτωση, ο υποκείμενος στον φόρο οφείλει:
α) για την αναφερομένη στο άρθρο 17, παράγραφος 2, περίπτωση αʹ, έκπτωση, να κατέχει τιμολόγιο, το οποίο έχει εκδοθεί κατά το άρθρο 22, παράγραφος 3·
β) για την αναφερομένη στο άρθρο 17, παράγραφος 2, περίπτωση βʹ, έκπτωση, να κατέχει αποδεικτικό έγγραφο, με το οποίο να βεβαιούται η εισαγωγή και να χαρακτηρίζεται ο ίδιος ως παραλήπτης ή εισαγωγεύς· το έγγραφο αυτό πρέπει ακόμη να μνημονεύει το ποσό του οφειλομένου φόρου ή να καθιστά δυνατό τον υπολογισμό του·
γ) για την αναφερομένη στο άρθρο 17, παράγραφος 2, περίπτωση γʹ, έκπτωση, να τηρεί τις καθοριζόμενες από κάθε κράτος μέλος διατυπώσεις·
δ) όταν υποχρεούται να καταβάλει τον φόρο υπό την ιδιότητά του ως λήπτου ή αγοραστού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21, σημείο 1, να τηρεί τις καθοριζόμενες από κάθε κράτος μέλος διατυπώσεις.
2. Η έκπτωση ενεργείται συνολικά από τον υποκείμενο στον φόρο δι’ αφαιρέσεως από το ποσό του φόρου του οφειλομένου για μία περίοδο δηλώσεως του ποσού του φόρου, για τον οποίο εγεννήθη και ασκείται, δυνάμει της παραγράφου 1, το δικαίωμα προς έκπτωση, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.
[…]
3. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους και λεπτομέρειες, βάσει των οποίων παρέχεται το δικαίωμα στον υποκείμενο στον φόρο να ενεργεί έκπτωση, την οποία δεν ενήργησε σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.
4. Όταν το ποσό της δικαιουμένης εκπτώσεως είναι μεγαλύτερο του οφειλομένου φόρου για μία περίοδο δηλώσεως, τα κράτη μέλη δύνανται είτε να μεταφέρουν την επί πλέον διαφορά στην επομένη περίοδο είτε να προβούν στην επιστροφή της βάσει διαδικασίας που καθορίζουν.
[…]»
Το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου
5 Το άρθρο 25 του Value Added Tax Act 1994 (νόμος του 1994 σχετικά με τον φόρο προστιθέμενης αξίας), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος του 1994), ορίζει:
«[…]
2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, [ο υποκείμενος στο φόρο] δικαιούται, στο τέλος κάθε λογιστικής χρήσεως, να πιστώσει το ποσό του φόρου εισροών που επιτρέπεται βάσει του άρθρου 26, και εν συνεχεία να εκπέσει το ποσό αυτό από τον φόρο εκροών τον οποίο οφείλει.
[…]
6. Ουδεμία έκπτωση βάσει της ανωτέρω παραγράφου 2 και ουδεμία καταβολή της πιστώσεως ΦΠΑ δύναται να πραγματοποιηθεί άνευ υποβολής αιτήσεως βάσει του τύπου και των προθεσμιών που ορίζονται από ή δυνάμει κανονιστικών αποφάσεων, διευκρινιζομένου ότι, στην περίπτωση προσώπου το οποίο δεν προέβη σε φορολογητέα πράξη κατά την οικεία λογιστική χρήση ή σε οποιαδήποτε άλλη προηγούμενη περίοδο, η καταβολή της πιστώσεως ΦΠΑ πρέπει να υπόκειται στις προϋποθέσεις (εφόσον υφίστανται) τις οποίες οι Commissioners κρίνουν ότι είναι επιβεβλημένες, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων σχετικά με την επιστροφή σε συγκεκριμένες περιστάσεις.»
6 Το άρθρο 80 του νόμου του 1994 ορίζει:
«Πίστωση ή επιστροφή επιπλέον δηλωθέντος ή καταβληθέντος ΦΠΑ
[…]
4. Οι Commissioners δεν υποχρεούνται, κατόπιν αιτήσεως υποβληθείσας βάσει του παρόντος άρθρου,
a) να χορηγήσουν πίστωση βάσει της παραγράφου 1 ή 1A ανωτέρω, ή
b) να επιστρέψουν ποσό βάσει της παραγράφου 1B ανωτέρω
εάν η αίτηση αυτή υποβληθεί τρία και πλέον έτη μετά την κρίσιμη ημερομηνία.»
7 Το άρθρο 29 της Value Added Tax Regulations 1995 (κανονιστικής αποφάσεως του 1995 για τον φόρο προστιθέμενης αξίας), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: κανονιστική απόφαση του 1995), έθεσε σε εφαρμογή το εν λόγω άρθρο 25 του νόμου του 1994. Οι παράγραφοι 1 και 1A αυτού του άρθρου 29 είχαν ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη της κατωτέρω παραγράφου 1A […], και πλην ειδικής ή γενικής αδείας ή οδηγίας εκδοθείσας από τους Commissioners, το πρόσωπο που ζητεί έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, του νόμου [του 1994], πρέπει να το πράξει μέσω αιτήσεως για τη συγκεκριμένη λογιστική χρήση κατά την οποία ο ΦΠΑ κατέστη απαιτητός.
1A. Οι Commissioners δεν μπορούν ούτε να επιτρέψουν σε πρόσωπο ούτε να το υποχρεώσουν να υποβάλει αίτηση περί εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών στο πλαίσιο της οποίας να ζητείται η έκπτωση αυτή τρία και πλέον έτη από την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να υποβληθεί η δήλωση για τη συγκεκριμένη λογιστική χρήση κατά την οποία ο ΦΠΑ κατέστη απαιτητός.»
8 Το άρθρο 121 του Finance Act του 2008 (νόμου περί κρατικού προϋπολογισμού του 2008, στο εξής: νόμος του 2008) ορίζει:
«Παλαιές αιτήσεις ΦΠΑ: Συμπληρωματικές προθεσμίες
1) Η προϋπόθεση του άρθρου 80, παράγραφος 4, του νόμου του 1994 περί ΦΠΑ, κατά την οποία η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός τριετίας από της κρίσιμης ημερομηνίας, δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεως επιστροφής που αφορά ποσό το οποίο συνυπολογίσθηκε ή καταβλήθηκε για λογιστική χρήση λήξασα πριν από τις 4 Δεκεμβρίου 1996, εφόσον η αίτηση αυτή υποβλήθηκε πριν από την 1η Απριλίου 2009.
2) Η προϋπόθεση του άρθρου 25, παράγραφος 6, του [νόμου του 1994], κατά την οποία αίτηση εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών πρέπει να υποβάλλεται εντός των προθεσμιών που ορίζονται από ή δυνάμει κανονιστικών αποφάσεων, δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεως εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών ο οποίος κατέστη απαιτητός, και σε σχέση με την οποία ο αιτών κατείχε τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία, για συγκεκριμένη λογιστική χρήση λήξασα πριν από την 1η Μαΐου 1997, εφόσον η αίτηση αυτή υποβλήθηκε πριν από την 1η Απριλίου 2009.
[…]
4) Το παρόν άρθρο λογίζεται ότι ετέθη σε ισχύ την 19η Μαρτίου 2008.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 H Compass, που είναι επιχείρηση παροχής, μεταξύ άλλων, υπηρεσιών εστιάσεως, ζητεί την επιστροφή των ποσών τα οποία αχρεωστήτως κατέβαλε ως ΦΠΑ σε σχέση, ιδίως, με δύο λογιστικές χρήσεις (τρίμηνα) που έληξαν τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο 1997.
10 Το 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας εξήγγειλε την πρόθεσή του να τροποποιήσει τη νομοθεσία του περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ και νασυντάμει από τα έξι έτη στα τρία έτη την προθεσμία παραγραφής των σχετικών αιτήσεων επιστροφής. Αυτή η τροποποίηση ετέθη σε ισχύ την 4η Δεκεμβρίου 1996. Με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer (C-62/00, EU:C:2002:435), το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η εθνική νομοθεσία αντέβαινε στις αρχές της αποτελεσματικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι συνέταμε, με αναδρομική ισχύ και χωρίς μεταβατική περίοδο, την προθεσμία εντός της οποίας μπορούσε να ζητηθεί η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ.
11 Το Court of Appeal (England and Wales) (Civil Division) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία) (πολιτικό τμήμα), Ηνωμένο Βασίλειο] εφάρμοσε αυτήν τη νομολογία στις αιτήσεις εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε επίσης συντάμει από τα έξι έτη στα τρία έτη την προθεσμία παραγραφής των αιτήσεων αυτών, από 1ης Μαΐου 1997. Στην υπόθεση Michael Fleming (t/a Bodycraft) κατά Commissioners[(2006) EWCA Civ 70], το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι αυτή η προθεσμία παραγραφής είχε συντμηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς μεταβατική περίοδο, τα πρόσωπα των οποίων το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών είχε γεννηθεί πριν από την 1η Μαΐου 1997 θα έπρεπε να μπορούν να υποβάλουν μια τέτοια αίτηση και αυτή η νέα προθεσμία έπρεπε να μην ισχύσει έναντι αυτών. Αυτή η απόφαση του Court of Appeal (England and Wales) (Civil Division) [(εφετείου) (Αγγλία και Ουαλία) (πολιτικό τμήμα)] επικυρώθηκε, στις 23 Ιανουαρίου 2008, από το House of Lords, με την απόφασή του Fleming και Condé Nast κατά Commissioners [(2008) UKHL 2].
12 Κατόπιν της εν λόγω αποφάσεως του House of Lords, οι Commissioners δημοσίευσαν σχετική ανακοίνωση [Business Brief 07/08, (2008) STI 311 (Issue 8)], στην οποία επισήμαναν ότι οι αιτήσεις περί ΦΠΑ οι οποίες υποβλήθηκαν μετά τη λήξη της νέας τριετούς προθεσμίας μπορούν να αφορούν «τον αχρεωστήτως καταβληθέντα ή δηλωθέντα ΦΠΑ επί των εκροών για τις λογιστικές χρήσεις που έληξαν πριν από την 4η Δεκεμβρίου 1996» καθώς και «τον ΦΠΑ επί των εισροών του οποίου το δικαίωμα εκπτώσεως γεννήθηκε κατά τις λογιστικές χρήσεις που έληξαν πριν από την 1η Μαΐου 1997». Οι δύο αυτές ημερομηνίες αντιστοιχούσαν έτσι στη θέση σε ισχύ της νέας συντετμημένης τριετούς προθεσμίας παραγραφής για την υποβολή, αφενός, των αιτήσεων επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ, ήτοι στην 4η Δεκεμβρίου 1996, και, αφετέρου, των αιτήσεων εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών, ήτοι στην 1η Μαΐου 1997. Οι αιτήσεις αυτές περί ΦΠΑ έλαβαν πλέον την ονομασία «αιτήσεις Fleming». Το άρθρο 121 του νόμου του 2008 κωδικοποίησε αυτές τις προθεσμίες παραγραφής για αυτά τα δύο είδη αιτήσεων.
13 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι, τον Ιούνιο 2006, το Court of Appeal (England and Wales) (Civil Division) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία) (πολιτικό τμήμα), Ηνωμένο Βασίλειο] έκρινε ότι ορισμένες παροχές στις οποίες είχε προβεί η Compass στο πλαίσιο της προετοιμασίας κρύων πιάτων, επί των οποίων εισέπραττε και δήλωνε τον ΦΠΑ, δεν υπέκειντο σε ΦΠΑ. Το δικαστήριο αυτό απεφάνθη ότι οι παροχές υπέκειντο σε μηδενικό ΦΠΑ δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, συμφώνως προς την επιτρεπόμενη από το άρθρο 28, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας παρέκκλιση.
14 Ως εκ τούτου, οι Commissioners αναγνώρισαν ότι η Compass είχε καταβάλει επιπλέον ΦΠΑ. Τον Ιανουάριο 2008, η Compass υπέβαλε ορισμένες αιτήσεις επιστροφής σε σχέση με τον αχρεωστήτως καταβληθέντα ΦΠΑ επί των εκροών για τις περιόδους μεταξύ 1ης Απριλίου 1973 και 2ας Φεβρουαρίου 2002.
15 Οι Commissioners προέβησαν σε επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος από την Compass ΦΠΑ για τις περιόδους μεταξύ 1ης Απριλίου 1973 και 31ης Οκτωβρίου 1996. Αντιθέτως, απέρριψαν τις αιτήσεις επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος από την εταιρία αυτή ΦΠΑ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, για τον λόγο ότι οι αιτήσεις αυτές είχαν υποκύψει σε παραγραφή. Συγκεκριμένα, έκριναν ότι η τριετής προθεσμία παραγραφής είχε αρχίσει να τρέχει από τις 4 Δεκεμβρίου 1996 για τις λογιστικές χρήσεις που είχαν λήξει την ημερομηνία αυτή και ότι είχε εκπνεύσει κατά την ημερομηνία της υποβολής των εν λόγω αιτήσεων από την Compass. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, οι επίμαχες περίοδοι στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης περιορίζονται, ως εκ τούτου, στις δύο λογιστικές χρήσεις που είχαν λήξει μετά την 4η Δεκεμβρίου 1996 και πριν από την 1η Μαΐου 1997, δεδομένου ότι η εταιρία αυτή δεν αμφισβητεί ότι νομίμως άρχισε να τρέχει ο χρόνος παραγραφής μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία.
16 Κατόπιν αυτού, η Compass άσκησε προσφυγή ενώπιον του First-tier Tribunal (Tax Chamber) [πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (τμήμα φορολογικών υποθέσεων), Ηνωμένο Βασίλειο] κατά της αρνήσεως των Commissioners να της επιστρέψουν τον αχρεωστήτως καταβληθέντα ΦΠΑ για αυτές τις δύο λογιστικές χρήσεις. Προς στήριξη της προσφυγής, υποστηρίζει ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ μιας αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ επί των εκροών, όπως είναι αυτή την οποία υπέβαλε, και μιας αιτήσεως εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Πράγματι, κατά την Compass, δεν δικαιολογείται, για αυτές τις ίδιες τις λογιστικές χρήσεις, υποκείμενος στον φόρο να μπορεί να υποβάλει αίτηση εκπτώσεως του ΦΠΑ, αλλά όχι αίτηση επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ. Η χρονική διαφοροποίηση που προβλέπει η ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την ημερομηνία από της οποίας τίθεται σε ισχύ η τριετής προθεσμία παραγραφής, η οποία εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ αυτών των δύο ειδών αιτήσεων και οφείλεται σε τυχαίες περιστάσεις συνδεόμενες με το ιστορικό της ένδικης διαφοράς τα οποία οδήγησαν στη θέσπιση της εν λόγω προθεσμίας παραγραφής, δεν είναι αντικειμενικά αιτιολογημένη.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, το First-tier Tribunal (Tax Chamber) [πρωτοδικείο διοικητικών διαφορών (φορολογικό τμήμα)] αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποτελεί η διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσει το Ηνωμένο Βασίλειο στις αιτήσεις επιστροφής φόρου επί των εκροών τύπου Fleming (οι οποίες μπορούν να υποβληθούν για περιόδους που έληξαν πριν από τις 4 Δεκεμβρίου 1996) και στις αιτήσεις επιστροφής φόρου επί των εισροών τύπου Fleming (οι οποίες μπορούν να υποβληθούν για περιόδους που έληξαν πριν από την 1η Μαΐου 1997, ήτοι αργότερα από τις αιτήσεις επιστροφής φόρου επί των εκροών τύπου Fleming):
α) παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως του δικαίου της Ένωσης· και/ή
β) παραβίαση της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας του δικαίου της Ένωσης· και/ή
γ) παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης· και/ή
δ) παραβίαση οποιασδήποτε άλλης σχετικής αρχής του δικαίου της Ένωσης;
2) Εάν η απάντηση στο ερώτημα 1, στοιχεία αʹ έως και δʹ, είναι καταφατική, πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν τα αιτήματα επιστροφής φόρου επί των εκροών που αφορούν το χρονικό διάστημα από 4 Δεκεμβρίου 1996 έως 30 Απριλίου 1997;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
18 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν αντιβαίνει στις αρχές της φορολογικής ουδετερότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της αποτελεσματικότητας εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, στο πλαίσιο της συντμήσεως του χρόνου παραγραφής, αφενός, των αιτήσεων επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ και, αφετέρου, των αιτήσεων εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών, προβλέπει διαφορετικές μεταβατικές περιόδους, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις σχετικά με δύο τριμηνιαίες λογιστικές χρήσεις να υπόκεινται σε διαφορετικές προθεσμίες παραγραφής, αναλόγως του εάν έχουν ως αντικείμενο την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ ή την έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών.
19 Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, συμφώνως προς το άρθρο 80, παράγραφος 4, και προς το άρθρο 25, παράγραφος 6, του νόμου του 1994, το οποίο ετέθη σε εφαρμογή με το άρθρο 29, παράγραφος 1A, της κανονιστικής αποφάσεως του 1995 για τον φόρο προστιθέμενης αξίας, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 121 του νόμου του 2008, οι αιτήσεις επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ και οι αιτήσεις περί εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών υπόκεινται στην ίδια συντετμημένη τριετή προθεσμία παραγραφής. Αντιθέτως, η ημερομηνία από της οποίας η προθεσμία αυτή αρχίζει να εφαρμόζεται, όπως προκύπτει από τις μεταβατικές περιόδους τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 121 του νόμου του 2008, που κωδικοποίησε την πρακτική των Commissioners, περίοδοι που προβλέφθηκαν προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης, όπως εξετέθη στις σκέψεις 10 έως 12 της παρούσας αποφάσεως, είναι διαφορετική για αυτούς τους δύο τύπους αιτήσεων. Αφενός, κατά το άρθρο 121, παράγραφος 1, του νόμου του 2008, αυτή η τριετής προθεσμία παραγραφής δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεως επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ που αφορά ποσό το οποίο συνυπολογίσθηκε ή καταβλήθηκε για λογιστική χρήση λήξασα πριν από την 4η Δεκεμβρίου 1996, εφόσον η αίτηση αυτή υποβλήθηκε πριν από την 1η Απριλίου 2009. Αφετέρου, η παράγραφος 2 του άρθρου 121 ορίζει ότι η εν λόγω προθεσμία παραγραφής δεν εφαρμόζεται σε αίτηση εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών, που κατέστη απαιτητός στο πλαίσιο λογιστικής χρήσεως που είχε λήξει πριν από την 1η Μαΐου 1997, εάν η αίτηση αυτή υποβληθεί πριν από την 1η Απριλίου 2009.
20 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η αίτηση της Compass περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ απορρίφθηκε βάσει του άρθρου 121, παράγραφος 1, του νόμου του 2008 και της τριετούς προθεσμίας παραγραφής που ισχύει για τις λογιστικές χρήσεις που έληξαν μετά την 4η Δεκεμβρίου 1996 την οποία προβλέπει. Άλλως θα είχαν τα πράγματα στην περίπτωση που μια εταιρία είχε υποβάλει αίτηση εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών, δεδομένου ότι η τριετής προθεσμία παραγραφής σχετικά με αυτό το είδος αιτήσεων εφαρμόζεται μόνον επί των λογιστικών χρήσεων που έληξαν μετά την 1η Μαΐου 1997.
21 Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας απαγορεύει, ιδίως, να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως από απόψεως ΦΠΑ παρόμοια εμπορεύματα ή παρόμοιες παροχές υπηρεσιών, που τελούν σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους (αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C-481/98, EU:C:2001:237, σκέψη 22, καθώς και της 10ης Νοεμβρίου 2011, The Rank Group, C-259/10 και C-260/10, EU:C:2011:719, σκέψη 32).
22 Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της διαβιβασθείσας από το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι, από απόψεως ΦΠΑ, οι παροχές υπηρεσιών στις οποίες προέβη η Compass έτυχαν διαφορετικής μεταχειρίσεως από αυτήν που έτυχαν παρόμοιες παροχές ενός ανταγωνιστή επιχειρηματία.
23 Πράγματι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 54 των προτάσεών του, οι Commissioners εφάρμοσαν σε όλους τους αιτούντες, περιλαμβανομένης και της Compass, τους κανόνες που διέπουν τις προθεσμίες παραγραφής, αναλόγως της φύσεως των αιτημάτων τους, με γνώμονα το εάν αφορούσαν αίτηση επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ ή αίτηση εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών.
24 Δεύτερον, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενώ η παραβίαση της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας, που συνιστά την έκφραση, στο πεδίο του ΦΠΑ, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, μπορεί να νοηθεί μόνον μεταξύ ανταγωνιστών επιχειρηματιών, η παραβίαση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μπορεί να έγκειται, στον φορολογικό τομέα, σε άλλα είδη διακρίσεων που θίγουν επιχειρηματίες οι οποίοι δεν είναι κατ’ ανάγκην ανταγωνιστές, αλλά βρίσκονται πάντως σε παρόμοια κατάσταση από άλλες απόψεις (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 10ης Απριλίου 2008, Marks & Spencer, C-309/06, EU:C:2008:211, σκέψη 49).
25 Κατά πάγια νομολογία, η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως λόγω διαφορετικής μεταχειρίσεως προϋποθέτει ότι οι σχετικές καταστάσεις είναι παρεμφερείς υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C 127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 25). Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διαφορετικές καταστάσεις και επομένως τον παρεμφερή χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το φως του αντικειμένου των εν λόγω διατάξεων και του σκοπού που αυτές επιδιώκουν, εξυπακουομένου ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι στόχοι του τομέα στον οποίο εμπίπτει η επίμαχη πράξη (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., C-127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 26, καθώς και απόφαση της 7ης Μαρτίου 2017, RPO, C-390/15, EU:C:2017:174, σκέψη 42).
26 Επομένως, πρέπει να εξετασθεί εάν, υπό το πρίσμα των προθεσμιών παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 121 του νόμου του 2008, η κατάσταση ενός επιχειρηματία, όπως είναι η Compass, ο οποίος ζητεί την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ από τις φορολογικές αρχές, είναι παρεμφερής προς αυτήν ενός άλλου επιχειρηματία, ο οποίος ζητεί έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών από τις ίδιες αυτές αρχές.
27 Συναφώς, η Compass φρονεί ότι η κατάσταση επιχειρηματία ο οποίος ζητεί την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ είναι παρεμφερής προς αυτήν ενός επιχειρηματία ο οποίος ζητεί την έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών, για τον λόγο ότι, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από την απόφαση της 10ης Απριλίου 2008, Marks & Spencer (C-309/06, EU:C:2008:211), αυτοί οι δύο επιχειρηματίες δικαιούνται πιστώσεως του ΦΠΑ έναντι των φορολογικών αρχών. Αντιθέτως, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζουν ότι οι καταστάσεις αυτές δεν είναι παρεμφερείς λόγω της διαφορετικής νομικής φύσεως των δικαιωμάτων επί των οποίων ερείδονται τα δύο είδη αιτήσεων.
28 Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι εν λόγω καταστάσεις είναι ή όχι παρεμφερείς, πρέπει, αφενός, να καθορισθούν τα στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν μια αίτηση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ, όπως είναι αυτή της Compass. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έκτη οδηγία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη περί διακανονισμού, εκ μέρους του εκδότη του τιμολογίου, του κακώς αναγραφέντος σε τιμολόγιο ΦΠΑ. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, στα κράτη μέλη εναπόκειται, κατ’ αρχήν, να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατός ο διακανονισμός του κακώς αναγραφέντος σε τιμολόγιο ΦΠΑ (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Schmeink & Cofreth και Strobel, C-454/98, EU:C:2000:469, σκέψεις 48 και 49, καθώς και απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, Rusedespred, C-138/12, EU:C:2013:233, σκέψη 25).
29 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το δικαίωμα προς επιστροφή ποσών που έχουν εισπραχθεί από κράτος μέλος κατά παραβίαση των κανόνων του δικαίου της Ένωσης αποτελεί τη συνέπεια και το συμπλήρωμα των δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί στους ιδιώτες με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, San Giorgio, 199/82, EU:C:1983:318, σκέψη 12· της 8ης Μαρτίου 2001, Metallgesellschaft κ.λπ., C-397/98 και C-410/98, EU:C:2001:134, σκέψη 84, καθώς και της 19ης Ιουλίου 2012, Littlewoods Retail κ.λπ., C-591/10, EU:C:2012:478, σκέψη 24). Το κράτος μέλος οφείλει, κατ’ αρχήν, να επιστρέψει τους φόρους που εισπράχθηκαν κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1997, Comateb κ.λπ., C-192/95 έως C-218/95, EU:C:1997:12, σκέψη 20, καθώς και της 19ης Ιουλίου 2012, Littlewoods Retail κ.λπ., C-591/10, EU:C:2012:478, σκέψη 24).
30 Το αίτημα περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ απορρέει από το δικαίωμα επιστροφής των μη οφειλομένων, σκοπός του οποίου, κατά πάγια νομολογία, είναι να θεραπευθούν οι συνέπειες του ασυμβιβάστου του φόρου προς το δίκαιο της Ένωσης, με την εξουδετέρωση της οικονομικής επιβαρύνσεως που αδικαιολογήτως έπληξε τον επιχειρηματία ο οποίος, τελικώς, τον επωμίστηκε στην πράξη (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, Danfoss και Sauer-Danfoss, C-94/10, EU:C:2011:674, σκέψη 23).
31 Ως εκ τούτου, πρέπει να τονιστεί ότι το στοιχείο που χαρακτηρίζει ένα τέτοιο δικαίωμα προς επιστροφή, και το οποίο συνιστά προϋπόθεσή του, είναι η ύπαρξη ενός ποσού αχρεωστήτως καταβληθέντος στις φορολογικές αρχές ως ΦΠΑ από υποκείμενο στον φόρο κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Αυτό ακριβώς το αχρεώστητο του εν λόγω ΦΠΑ θεμελιώνει το δικαίωμα επιστροφής και διασφαλίζει, συμφώνως προς τις προϋποθέσεις που καθορίζει το εθνικό δίκαιο εκάστου κράτους μέλους τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, ότι η συνεπεία της καταβολής αυτής οικονομική επιβάρυνση εξουδετερώνεται έναντι αυτού του υποκειμένου του φόρου.
32 Όσον αφορά, αφετέρου, τον καθορισμό των στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια αίτηση εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών, πρέπει να τονιστεί ότι, ενώ το δικαίωμα προς επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ απορρέει από γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 59 των προτάσεών του και όπως συνάγεται από τις σκέψεις 29 και 30 της παρούσας αποφάσεως, το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών προβλέπεται στα άρθρα 17 επ. της έκτης οδηγίας.
33 Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το δικαίωμα των υποκειμένων στον φόρο να εκπίπτουν από τον οφειλόμενο ΦΠΑ τον ΦΠΑ επί των εισροών, ο οποίος οφείλεται ή καταβλήθηκε για τα αγαθά που απέκτησαν ή τις υπηρεσίες που τους παρασχέθηκαν, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινού συστήματος ΦΠΑ που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης. Το δικαίωμα εκπτώσεως αποτελεί συστατικό του μηχανισμού του ΦΠΑ και κατ’ αρχήν δεν μπορεί να περιοριστεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Bonik, C-285/11, EU:C:2012:774, σκέψεις 25 και 26, καθώς και της 22ας Ιουνίου 2016, Gemeente Woerden, C-267/15, EU:C:2016:466, σκέψεις 30 και 31).
34 Σκοπός του καθεστώτος των εκπτώσεων είναι η πλήρης απαλλαγή του υποκειμένου στον φόρο από το βάρος του ΦΠΑ που οφείλεται ή καταβλήθηκε στο πλαίσιο όλων των οικονομικών του δραστηριοτήτων. Το κοινό σύστημα ΦΠΑ εξασφαλίζει, συνεπώς, την απόλυτη ουδετερότητα ως προς τη φορολογική επιβάρυνση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων ανεξαρτήτως του σκοπού ή των αποτελεσμάτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται, κατ’ αρχήν, στον ΦΠΑ (αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1985, Rompelman, 268/83, EU:C:1985:74, σκέψη 19· της 6ης Ιουλίου 2006, Kittel και Recolta Recycling, C-439/04 και C-440/04, EU:C:2006:446, σκέψη 48, καθώς και της 26ης Απριλίου 2017, Farkas, C-564/15, EU:C:2017:302, σκέψη 43).
35 Έτσι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος εκπτώσεως του ΦΠΑ περιορίζεται μόνον στους οφειλόμενους φόρους και δεν μπορεί να επεκταθεί στον ΦΠΑ ο οποίος αχρεωστήτως χρεώθηκε σε τιμολόγιο και καταβλήθηκε στη φορολογική αρχή (αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2007, Reemtsma Cigarettenfabriken, C-35/05, EU:C:2007:167, σκέψεις 23 και 27, καθώς και της 26ης Απριλίου 2017, Farkas, C-564/15, EU:C:2017:302, σκέψη 47).
36 Συνεπώς, εν αντιθέσει προς το στοιχείο που χαρακτηρίζει το δικαίωμα προς επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ, το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ, δικαίωμα το οποίο αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του μηχανισμού του ΦΠΑ και έχει καθιερωθεί με το κοινό σύστημα του ΦΠΑ, στηρίζεται στην ύπαρξη οφειλόμενου φόρου.
37 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, ενώ το δικαίωμα προς επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ σκοπεί να θεραπεύσει την κατάσταση η οποία δημιουργείται από την παραβίαση του δικαίου της Ένωση, παρέχοντας στον φορέα του εν λόγω δικαιώματος τη δυνατότητα να εξουδετερώσει οικονομική επιβάρυνση μη οφειλόμενη, το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών απορρέει από την ίδια την εφαρμογή του κοινού συστήματος του ΦΠΑ, προκειμένου να μη φέρει ο υποκείμενος στον φόρο, στο πλαίσιο των υποκείμενων στον ΦΠΑ οικονομικών δραστηριοτήτων του, τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα ΦΠΑ, διασφαλίζεται δε με τον τρόπο αυτόν η ουδετερότητα ως προς τη φορολογική επιβάρυνση των δραστηριοτήτων αυτών.
38 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 60 των προτάσεών του, λόγω της διαφορετικής φύσεως των υπό εξέταση δικαιωμάτων και των σκοπών που αυτά επιδιώκουν είναι δυνατό να υφίστανται διαφορετικά νομικά καθεστώτα σε σχέση με καθένα από τα δικαιώματα αυτά, ιδίως όσον αφορά τόσο το περιεχόμενό τους όσο και τις προϋποθέσεις ασκήσεώς τους, όπως είναι η προθεσμία παραγραφής των μέσων για την προβολή των δικαιωμάτων αυτών και, ειδικότερα, ημερομηνία από της οποίας μια τέτοια προθεσμία αρχίζει να ισχύει.
39 Ως εκ τούτου, καθαυτό το γεγονός ότι μπορεί να θεωρηθεί, όπως επισήμανε η Compass με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι ο φορέας του δικαιώματος επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ και ο φορέας του δικαιώματος εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών δικαιούνται αμφότεροι πιστώσεως του ΦΠΑ έναντι των φορολογικών αρχών δεν άγει στο συμπέρασμα ότι η κατάστασή τους είναι παρεμφερής ούτως ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στο φορολογικό πεδίο, λαμβανομένων υπόψη των θεμελιωδών διαφορών όσον αφορά τόσο τους σκοπούς που επιδιώκει το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που διέπει καθένα από τα δικαιώματα αυτά όσο και τα χαρακτηριστικά τους στοιχεία. Συνεκτιμωμένων των διαφορών αυτών, οι εθνικές φορολογικές αρχές δεν υποχρεούνται να επιφυλάσσουν την ίδια μεταχείριση στους φορείς των εν λόγω δικαιωμάτων ως προς το καθεστώς των προθεσμιών παραγραφής των αιτήσεων σχετικά προς τα ίδια αυτά δικαιώματα ούτε, μεταξύ άλλων, να προβλέπουν την ίδια ημερομηνία για τη θέση σε ισχύ και την εφαρμογή νέας προθεσμίας παραγραφής.
40 Περαιτέρω, ως προς την απόφαση της 10ης Απριλίου 2008, Marks & Spencer (C-309/06, EU:C:2008:211), την οποία επικαλείται η Compass με τις γραπτές παρατηρήσεις της, όπως εξετέθη στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να τονιστεί ότι, βεβαίως, το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 50 της αποφάσεως αυτής, ότι η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μπορεί να εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία όλοι οι επιχειρηματίες δικαιούνται πιστώσεως του ΦΠΑ, επιδιώκουν την επιστροφή αυτής από τις φορολογικές αρχές και βλέπουν να τυγχάνει η αίτησή τους επιστροφής διαφορετικής μεταχειρίσεως. Ωστόσο, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην απόφαση εκείνη αφορούσε κατάσταση στην οποία, ενώ άπαντες οι επιχειρηματίες ζητούσαν την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος στις φορολογικές αρχές ΦΠΑ, είδαν να τυγχάνει η αίτησή τους επιστροφής διαφορετικής μεταχειρίσεως. Έτσι, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των κριθέντων με την απόφαση εκείνη πραγματικών περιστατικών και των υπό κρίση στην κύρια δίκη, η ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την ερμηνεία κατά την οποία το δικαίωμα προς επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ και το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών έχουν διαφορετικό χαρακτήρα.
41 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, υπό το πρίσμα των μεταβατικών περιόδων παραγραφής τις οποίες προβλέπει το άρθρο 121 του νόμου του 2008, οι οποίες εισήχθησαν, όπως προκύπτει από τη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος προς επιστροφή και να υπάρξει συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης, η κατάσταση μιας επιχειρήσεως, όπως είναι η Compass, η οποία ζητεί την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος στις εθνικές φορολογικές αρχές ΦΠΑ δεν είναι παρεμφερής προς αυτήν μιας άλλης επιχειρήσεως η οποία ζητεί την έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών τον οποίον κατέβαλε στις ίδιες αυτές αρχές. Ως εκ τούτου, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας η διαφορετική μεταχείριση αυτών των δύο καταστάσεων όσον αφορά τις προθεσμίες που προβλέπονται στο πλαίσιο αυτών των μεταβατικών περιόδων.
42 Όσον αφορά, τρίτον, την εξέταση του πρώτου ερωτήματος υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε τη συμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης του καθορισμού εύλογων προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής επί ποινή απωλείας του σχετικού δικαιώματος προς όφελος της ασφάλειας δικαίου, που προστατεύει τόσο τον φορολογούμενο όσο και την οικεία διοίκηση. Πράγματι, τέτοιες προθεσμίες δεν δύνανται να καταστήσουν αδύνατη στην πράξη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη της Ένωσης, ακόμη και εάν, εξ ορισμού, η παρέλευση των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος (βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Haahr Petroleum, C-90/94, EU:C:1997:368, σκέψη 48, καθώς και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Q-Beef και Bosschaert, C-89/10 και C-96/10, EU:C:2011:555, σκέψη 36). Συναφώς, τριετής αποσβεστική προθεσμία προβλεπόμενη από το εσωτερικό δίκαιο φαίνεται εύλογη (βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer, C 62/00, EU:C:2002:435, σκέψη 35, καθώς και της 15ης Απριλίου 2010, Barth, C 542/08, EU:C:2010:193, σκέψη 28).
43 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, στη σκέψη 38 της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer (C-62/00, EU:C:2002:435), ότι δεν αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας εθνική νομοθετική ρύθμιση περί συντμήσεως της προθεσμίας εντός της οποίας μπορεί να ζητηθεί η επιστροφή ποσών καταβληθέντων κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση όχι μόνον ότι η νέα οριζόμενη προθεσμία είναι εύλογη, αλλά επίσης ότι η νέα νομοθετική ρύθμιση προβλέπει μεταβατικό καθεστώς το οποίο εξασφαλίζει στους ιδιώτες επαρκές χρονικό διάστημα, μετά τη θέσπισή της, για την υποβολή των αιτήσεων επιστροφής που είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν υπό το κράτος ισχύος της προηγουμένης ρυθμίσεως.
44 Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως τόνισε το Ηνωμένο Βασίλειο με τις γραπτές παρατηρήσεις του, διάταξη όπως είναι αυτή του άρθρου 121 του νόμου του 2008, που προβλέπει ορισμένες μεταβατικές περιόδους για την εφαρμογή των συντετμημένων προθεσμιών παραγραφής για τις αιτήσεις επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ και για τις αιτήσεις περί εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών, τηρεί τις προϋποθέσεις τις οποίες καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer (C-62/00, EU:C:2002:435).
45 Το γεγονός ότι οι μεταβατικές περίοδοι σχετικά με την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των νέων συντετμημένων προθεσμιών παραγραφής είναι διαφορετικές, αναλόγως του αν αφορούν τη μία ή την άλλη προθεσμία η οποία εφαρμόζεται επί των δύο αυτών ειδών αιτήσεων, ουδόλως ασκεί επιρροή επί μιας τέτοιας διαπιστώσεως, στον βαθμό που, κατά την εφαρμογή τους, οι εν λόγω προθεσμίες δεν καθιστούν αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή ούτε την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ ούτε την έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών. Δεδομένου ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η σύντμηση της προθεσμίας παραγραφής των δύο επίμαχων ειδών αιτήσεων ισχύει από τις 4 Δεκεμβρίου 1996 για τις πρώτες και από την 1η Μαΐου 1997 για τις δεύτερες, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως, μια τέτοια σύντμηση, η οποία δεν είχε αναδρομική ισχύ λόγω των μεταβατικών περιόδων, παρέσχε τη δυνατότητα στους διοικουμένους, όπως είναι η Compass, να έχουν όντως στη διάθεσή τους, για την υποβολή των αιτήσεών τους για τις μεταγενέστερες περιόδους, αντιστοίχως, στις 4 Δεκεμβρίου 1996 για τις πρώτες και την 1η Μαΐου 1997 για τις δεύτερες, τριετή προθεσμία. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι επίμαχες στο πλαίσιο της κύριας δίκης προθεσμίες είναι εύλογες, οπότε μια τέτοια ρύθμιση δεν αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας.
46 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η απάντηση που προσήκει στο πρώτο ερώτημα είναι ότι δεν αντιβαίνει στις αρχές της φορολογικής ουδετερότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της αποτελεσματικότητας εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία στο πλαίσιο της συντμήσεως της προθεσμίας παραγραφής, αφενός, των αιτήσεων επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ και, αφετέρου, των αιτήσεων εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών προβλέπει διαφορετικές μεταβατικές περιόδους, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις σχετικά με δύο τριμηνιαίες λογιστικές χρήσεις να υπόκεινται σε διαφορετικές προθεσμίες παραγραφής, αναλόγως του εάν έχουν ως αντικείμενο την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ ή την έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
47 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Δεν αντιβαίνει στις αρχές της φορολογικής ουδετερότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της αποτελεσματικότητας εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία στο πλαίσιο της συντμήσεως της προθεσμίας παραγραφής, αφενός, των αιτήσεων επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου προστιθέμενης αξίας και, αφετέρου, των αιτήσεων εκπτώσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας επί των εισροών προβλέπει διαφορετικές μεταβατικές περιόδους, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις σχετικά με δύο τριμηνιαίες λογιστικές χρήσεις να υπόκεινται σε διαφορετικές προθεσμίες παραγραφής, αναλόγως του εάν έχουν ως αντικείμενο την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου προστιθέμενης αξίας ή την έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας επί των εισροών.
ΠΟΛ.1124/2017 Κοινοποίηση των διατάξεων του ν. 4469/2017 (ΦΕΚΑ’62/3-5-2017) «Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις», του άρθρου 46 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α’ 74/19-5-2017) και της κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 14 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 εκδοθείσας Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1105/2017 (ΦΕΚΒ’2426/14-7-2017) και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή αυτής
ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των διατάξεων του ν. 4469/2017 (ΦΕΚΑ’62/3-5-2017) «Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις», του άρθρου 46 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α’ 74/19-5-2017) και της κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 14 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 εκδοθείσας Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1105/2017 (ΦΕΚΒ’2426/14-7-2017) και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή αυτής
Σας κοινοποιούμε:
α) τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 και 23 του ν. 4469/2017 (ΦΕΚΑ’62/3-5-2017) «Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις», με τον οποίο θεσπίστηκε νέα συλλογική διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών φυσικών και νομικών προσώπων με επιχειρηματική δραστηριότητα προς τους πιστωτές τους, συμπεριλαμβανομένων και των βεβαιωμένων έως και 31/12/2016 οφειλών προς το Δημόσιο και υπέρ τρίτων που βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α’ 74/19-5-2017), με τις οποίες τροποποιήθηκε ο ν. 4469/2017, καθώς και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4469/2017, προς υποστήριξη της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής αυτού, εν αναμονή έκδοσης σχετικής ερμηνευτικής εγκυκλίου από το αρμόδιο Υπουργείο (Οικονομίας και Ανάπτυξης),
β) την Απόφαση Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1105/2017 (ΦΕΚΒ’2426/14-7-2017) «Καθορισμός των κριτηρίων για τη διαμόρφωση της ψήφου του Δημοσίου στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, της μεθοδολογίας και των κριτηρίων για τον προσδιορισμό των δόσεων αποπληρωμής οφειλών προς το Δημόσιο με σύμβαση αναδιάρθρωσης και ειδικότερων θεμάτων για την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 13 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017», η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 14 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 και παρέχουμε οδηγίες σχετικά με τη συμμετοχή του Δημοσίου, ως πιστωτή, στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του ν. 4469/2017, τη διαχείριση από τη Φορολογική Διοίκηση των προς ρύθμιση οφειλών, όσο εκκρεμεί η ανωτέρω διαδικασία, και την εφαρμογή της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, αφότου αυτή καταστεί δεσμευτική για το Δημόσιο, με την υπογραφή ή τη δικαστική επικύρωση της συμφωνίας, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Απόφαση Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1105/2017.
Α. ΟΦΕΙΛΕΣ ΣΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΉ ΔΙΟΊΚΗΣΗ ΠΟΥ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΎ – ΕΞΑΙΡΟΎΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ
Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του νόμου, με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών του ν. 4469/2017 μπορούν να ρυθμιστούν οφειλές προς πιστωτές του αιτούντος που έχουν γεννηθεί έως και την 31η Δεκεμβρίου 2016.
Ειδικά όσον αφορά τις οφειλές προς το Δημόσιο, αυτές μπορούν να υπαχθούν σε σύμβαση αναδιάρθρωσης, μόνο εφόσον είναι ήδη βεβαιωμένες (κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974- Κ.Ε.Δ.Ε., του ν. 4174/2013-Κ.Φ.Δ. ή του ν. 2960/2001 – Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα) κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Το ίδιο ισχύει για τις οφειλές υπέρ τρίτων πιστωτών που βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Οι ανωτέρω οφειλές προς το Δημόσιο και υπέρ τρίτων υπολογίζονται με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής επ’ αυτών κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στο νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτού (βλ. υπό στοιχεία ιστ και ιζ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του νόμου).
Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 2 του νόμου και το άρθρο 7 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1105/2017 δεν αποτελούν αντικείμενο σύμβασης αναδιάρθρωσης βεβαιωμένες οφειλές οι οποίες αφορούν σε ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 4002/2011 ή σύμφωνα με άλλες ειδικές διατάξεις. Το Δημόσιο δεν συναινεί σε διαγραφή απαιτήσεών του, με την έννοια της παρ.2 του άρθρου 15 του ν.4469/2017 για βασική οφειλή από τελωνειακούς δασμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι ως παραδοσιακοί ίδιοι πόροι, αποτελούν έσοδό της και αποδίδονται στον Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό, ακόμη και σε περίπτωση διαγραφής τους (άρθρο 1 παρ.3 της ΑΥΟ 1105/2017).
Β. ΣΥΜΜΕΤΟΧΉ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΊΟΥ ΣΤΗΝ ΨΗΦΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ
Στις περιπτώσεις συμμετοχής του Δημοσίου, ως πιστωτή, στη διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών κατά τις διατάξεις του ν. 4469/2017, ο εκπρόσωπος του Δημοσίου υπερψηφίζει ορισμένη πρόταση οφειλέτη ή αντιπρόταση πιστωτή για αναδιάρθρωση οφειλών που τίθεται σε ψηφοφορία κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 4469/2017, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1105/2017. Στις προϋποθέσεις αυτές εμπίπτει η εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9 του νόμου. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι είναι άκυρος ο όρος σύμβασης αναδιάρθρωσης, που προβλέπει:
α) την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο σε περισσότερες από εκατόν είκοσι (120) δόσεις,
β) την τμηματική αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ανά χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν το μήνα,
γ) την καταβολή μηνιαίας δόσης μικρότερης των πενήντα (50) ευρώ,
δ) την παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και
ε) την ικανοποίηση απαιτήσεών του με άλλα ανταλλάγματα αντί χρηματικού ποσού.
Ως έσοδα για την ικανότητα αποπληρωμής προκειμένου για φυσικά πρόσωπα, λαμβάνονται υπόψη μόνο πραγματικά εισοδήματα φορολογητέα ή μη, όπως κέρδη από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, της πιο κερδοφόρας χρήσης της τελευταίας τριετίας πριν από την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη, μισθοί, ενοίκια, τόκοι και άλλα και όχι τεκμαρτά εισοδήματα όπως εισόδημα από δωρεάν παραχώρηση ακινήτων, τεκμήρια διαβίωσης και άλλα.
Αν προτείνεται τροποποίηση υφιστάμενης ρύθμισης οφειλών κατά τις διατάξεις του ν. 4152/2013, του {start}άρθρου 43{end} του ν. 4174/2013, του {start}άρθρου 51{end} ν. 4305/2014 ή των άρθρων 1 έως 17 του ν. 4321/2015, της οποίας οι όροι τηρούνται, σύμφωνα με την {start}παράγραφο 4 του άρθρου 15{end} του ν. 4469/2017, ο εκπρόσωπος του Δημοσίου συναινεί στην πρόταση τροποποίησης της ρύθμισης, εφόσον σωρρευτικά:
(α) το ύψος δόσης που οφείλεται βάσει της υφιστάμενης ρύθμισης υπερβαίνει τη μηνιαία δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη και των συνοφειλετών που δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την περίπτωση (αβ) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1105/2017 και
(β) Η προτεινόμενη τροποποίηση περιορίζεται μόνο στην αύξηση του αριθμού των δόσεων της υφιστάμενης ρύθμισης, έως το μέγιστο όριο των 120 δόσεων.
Γ. ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ – ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΕ ΣΥΝΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
Όπως προκύπτει από την παράγραφο 6 του άρθρου 9 του νόμου, η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή τα δεσμεύει, από την υπογραφή της, χωρίς να απαιτείται δικαστική επικύρωση αυτής σύμφωνα με το άρθρο 12 του νόμου. Επομένως, στις περιπτώσεις που το Δημόσιο συμμετέχει στην πλειοψηφία των συναινούντων πιστωτών που υπέγραψαν τη σύμβαση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 8 του νόμου ή οι ψήφοι του προσμετρώνται στις θετικές ψήφους σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 15 αυτού, από την υπογραφή της σύμβασης επέρχονται οι συνέπειες που περιγράφονται στο κεφάλαιο Ε της παρούσας. Επισημαίνεται όμως ότι αν και η δικαστική επικύρωση δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος της σύμβασης έναντι του Δημοσίου, η μη επικύρωσή της, σε περίπτωση που κατατεθεί αίτηση επικύρωσης, οδηγεί στην ανατροπή της σύμβασης. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 12, σε περίπτωση που κατατεθεί αίτηση για τη δικαστική επικύρωση της υπογραφείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης και η αίτηση αυτή απορριφθεί από το δικαστήριο τελεσίδικα, η υπογραφείσα σύμβαση παύει να ισχύει έναντι όλων των συμβαλλόμενων πιστωτών, επομένως και του Δημοσίου, και επέρχεται η ανατροπή αυτής, όπως και στην περίπτωση δικαστικής ακύρωσης κατά το άρθρο 14 του νόμου.
Σε περίπτωση που το Δημόσιο δεν συμμετείχε στη διαδικασία διαπραγμάτευσης των άρθρων 7 και επόμενα του νόμου ή καταψήφισε την πρόταση αναδιάρθρωσης που εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών, η υπογραφείσα σύμβαση καθίσταται δεσμευτική για το Δημόσιο από τη δικαστική επικύρωσή της, δηλαδή την έκδοση της απόφασης επικύρωσης (βλ. παράγραφο 8 του άρθρου 12 του νόμου), οπότε επέρχονται και οι συνέπειες που περιγράφονται στο κεφάλαιο Ε της παρούσας.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του νόμου, το Δημόσιο κλητεύεται υποχρεωτικά στη δίκη της επικύρωσης, με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου (βλ. 748 παρ. 3 ΚΠολΔ), όταν υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς αυτό και έχει τη δυνατότητα να ασκήσει, δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κύρια παρέμβαση στη δίκη προς απόρριψη της αίτησης επικύρωσης, σε περίπτωση συνδρομής κάποιου από τους λόγους που προβλέπονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 12.
Επισημαίνεται ότι η ισχύς της σύμβασης αναδιάρθρωσης καταλαμβάνει μόνο τον οφειλέτη (επιχείρηση) που υπέβαλε την αίτηση του άρθρου 4 του νόμου και τυχόν αλληλεγγύως ευθυνόμενα με αυτόν πρόσωπα (συνοφειλέτες) που υπέβαλαν την αίτηση από κοινού με τον οφειλέτη, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ενώ δεν ευνοεί τυχόν συνοφειλέτες που δεν συνέπραξαν στην αίτηση (βλ. παράγραφο 5 του άρθρου 9 του νόμου).
Η ανωτέρω προϋπόθεση δεν ισχύει για τυχόν πρόσωπα που έχουν παράσχει εγγύηση για ορισμένη οφειλή της επιχείρησης προς το Δημόσιο που ρυθμίζεται με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης (εγγυητές), τα οποία καταλαμβάνονται από τη σύμβαση σε κάθε περίπτωση (βλ. παράγραφο 5 του άρθρου 9 του νόμου).
Δ. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ Ν. 4469/2017
I. Αναστολή μέτρων:
α. λόγω υποβολής αίτησης ({start}άρθρου 13{end} του ν.4469/2017)
Από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης του συντονιστή προς την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης προκειμένου αυτή να συμμετάσχει στη διαδικασία εξωδικαστικού μηχανισμού, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά του αιτούντα οφειλέτη και μόνο για τις οφειλές που υπάγονται σε εξωδικαστική ρύθμιση, καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου. Ειδικά για την περίπτωση που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη της πιστοποιημένης από την ΕΓΔΙΧ βεβαίωσης του συντονιστή για την πληρότητα της αίτησης υπαγωγής στην αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Η ως άνω βεβαίωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να έπεται χρονικά της πρόσκλησης του συντονιστή προς τους πιστωτές για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία.
Η αναστολή ισχύει κατ’ αρχήν για χρονικό διάστημα έως εβδομήντα ( 70) ημερών και δύναται να παραταθεί για χρονικό διάστημα έως τεσσάρων (4) επιπλέον μηνών, κατόπιν έκδοσης σχετικής δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας του οφειλέτη και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου. Πρόωρη παύση της αναστολής επέρχεται :
α. αυτοδικαίως, εφόσον η διαδικασία περαιωθεί ως άκαρπη είτε λόγω έλλειψης απαρτίας, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο (σχετ. παρ. 2 του άρθρου 13),
β. αυτοδικαίως, εφόσον ληφθεί σχετική απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών (σχετ. παρ. 2 του άρθρου 13 ) και
γ. κατόπιν έκδοσης δικαστικής του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας εντός της οποίας έχει έδρα ο οφειλέτης, μετά από αίτηση οποιουδήποτε πιστωτή (και ως εκ τούτου και της Φορολογικής Διοίκησης), εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου ( σχετ. παρ. 4 του άρθρου 13).
Επισημάνσεις :
(1) Η αναστολή μέτρων καταλαμβάνει τόσο τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης όσο και τα ασφαλιστικά μέτρα. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται επί των οφειλών αυτών η εγγραφή υποθήκης προς διασφάλισή τους. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου, αν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.
(2) Πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που διενεργούνται μετά την κοινοποίηση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ιδίου νόμου, στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης από το συντονιστή αντιγράφου της αίτησης υπαγωγής, είναι άκυρες και ως εκ τούτου η Φορολογική Διοίκηση οφείλει να τις ανακαλεί. Για την εφαρμογή των ανωτέρω, συνιστάται ο έλεγχος για την τήρηση των ανωτέρω και ειδικότερα η συνδρομή των προαναφερθεισών ημερομηνιών, με τα αποδεικτικά αυτών στοιχεία, προκειμένου να διαγνωστεί το έγκυρο ή μη της διοικητικής εκτέλεσης.
β. λόγω υποβολής αίτησης δικαστικής επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ({start}άρθρου 12{end} του ν.4469/2017)
Από την κατάθεση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών στο αρμόδιο δικαστήριο, αναστέλλονται αυτοδίκαια τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά του αιτούντα οφειλέτη και μόνο για τις οφειλές που ρυθμίζονται από τη σύμβαση, καθώς και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικά για την περίπτωση που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης για τη δικαστική επικύρωση της σύμβασης, εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης στην αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης.
Η αναστολή ισχύει έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης σχετικά με την επικύρωση ή μη της συμφωνίας. Επισημαίνεται πάντως ότι, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου, η συζήτηση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών προσδιορίζεται εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεση, ενώ η απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου δημοσιεύεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της συζήτησης.
Επισημάνσεις :
(1) Η αναστολή μέτρων καταλαμβάνει τόσο τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης όσο και τα ασφαλιστικά μέτρα. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται επί των οφειλών αυτών η εγγραφή υποθήκης προς διασφάλισή τους. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται: (α) η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο που έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών και (β) η λήψη ασφαλιστικού μέτρου, αν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.
(2) Η εν λόγω αναστολή ισχύει μόνο σε περίπτωση που το Δημόσιο δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, καθώς στην περίπτωση που έχει ήδη εγκρίνει και συνυπογράψει αυτή δεσμεύεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 15 του ιδίου νόμου (βλ. αναλυτικά κεφάλαιο Ε, υποκεφάλαιο I, περίπτωση V )
(3) Για την εφαρμογή των ανωτέρω, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, ο αιτών οφειλέτης ειδοποιεί τους εμπλεκόμενους πιστωτές (και ως εκ τούτου και την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, εφόσον συντρέχει περίπτωση) εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης για την κατάθεση αυτής και την ημερομηνία συζήτησής της. Εξάλλου, σε περίπτωση οφειλών προς το Δημόσιο, διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση της Φορολογικής Διοίκησης.
Ε. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΣΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ
I. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη
i) Καταβολή σε έως 120 μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση αναδιάρθρωσης
ii) Δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ από την έναρξη ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής.
iii) Δεν επιβαρύνονται με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. οι υπαχθείσες στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλές, από την έναρξη ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής
iv) Αποδεικτικό ενημερότητας χορηγείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων ΓΓΔΕ ΠΟΛ 1274 και 1275/2013 (ΦΕΚ 3398 Β’), όπως ισχύουν.
Επισημαίνεται ότι :
α) για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 του ΚΦΔ οι βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση οφειλές που έχουν ρυθμιστεί στο πλαίσιο της σύμβασης αναδιάρθρωσης θεωρούνται ως νόμιμα τακτοποιημένες με ρύθμιση τμηματικής καταβολής.
β) σε περίπτωση που ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας από τον οφειλέτη ή από τους συνοφειλέτες που δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
v. Αναστολή διοικητικής εκτέλεσης λόγω σύμβασης δεσμευτικής για το Δημόσιο (παρ. 11 του άρθρου 15 του ν.4469/2017)
Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την κοινοποίηση στο Δημόσιο της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, και μόνο για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Επισημαίνεται ότι η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης.
Η αναστολή ισχύει είτε μέχρι την αυτοδίκαιη ανατροπή της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών έναντι του Δημοσίου για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 14 του ιδίου νόμου, είτε κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης περί ακύρωσης αυτής κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις παραγράφους 1 έως 5 του ως άνω άρθρου.
vi) Αναστολή ποινικής δίωξης
Για το χρονικό διάστημα της αναστολής της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν.1882/1990 (Α’43) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Π.Κ.
II. Ένταξη υφιστάμενων ενεργών ρυθμίσεων στη σύμβαση αναδιάρθρωσης
Εφόσον υφίστανται βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις του ν. 4152/2013, του άρθρου 43 του ν. 4174/2013, του άρθρου 51 ν. 4305/2014 και των άρθρων 1 έως 17 του ν. 4321/2015, των οποίων οι όροι τηρούνται, οι ρυθμίσεις αυτές, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία έγκρισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης εντάσσονται σε αυτήν κατά το μέρος που αφορά στον αριθμό και στο ύψος των ανεξόφλητων δόσεων, εκτός από τις περιπτώσεις που η ρύθμιση έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, δηλαδή έχει αυξηθεί ο αριθμός των δόσεων αυτής.
III. Δικαίωμα του Δημοσίου για συμψηφισμό
Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα και μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του – εν στενή εννοία – Δημοσίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 42 του ΚΦΔ και στο άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν.
Επισημαίνεται ότι:
i) Εφόσον η γενεσιουργός αιτία της ανωτέρω απαίτησης κατά του Δημοσίου ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, με το συμψηφισμό πιστώνονται, κατά σειρά προτεραιότητας, οφειλές εκτός σύμβασης, δόσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων που εντάσσονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών κατ’άρθ. 15 παρ. 4 του ν. 4469/2017, δόσεις της σύμβασης αναδιάρθρωσης και, τέλος, εφόσον έχουν εξαντληθεί οι λοιπές βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση οφειλές, οι προβλεπόμενες στη σύμβαση προς διαγραφή οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση.
ii) Εφόσον η γενεσιουργός αιτία της ανωτέρω απαίτησης κατά του Δημοσίου ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της έναρξης ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, με το συμψηφισμό πιστώνονται, κατά σειρά προτεραιότητας οι δόσεις της σύμβασης αναδιάρθρωσης, δόσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων που εντάσσονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών κατ’ άρθ. 15 παρ. 4 του ν. 4469/2017 και οφειλές εκτός σύμβασης.
Τυχόν υπόλοιπο ποσό επιστρέφεται στον οφειλέτη με βάση τα ισχύοντα στην Απόφαση Υφυπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1116/2013.
ΣΤ. ΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΜΕ ΠΟΣΟ ΒΑΣΙΚΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΕΩΣ 20.000 ΕΥΡΩ
Σε περίπτωση υπογραφής σύμβασης αναδιάρθρωσης, στην οποία εντάσσονται οφειλές προς το Δημόσιο που εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, ήτοι όταν το συνολικό ύψος της βασικής βεβαιωμένης έως τις 31.12.2016 οφειλής προς το Δημόσιο είναι έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ (στο οποίο δεν προσμετρώνται τυχόν οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση σύμφωνα με τους ν. 4152/2013, 4174/2013,4305/2014 και 4321/2015 των οποίων οι όροι τηρούνται), η τήρηση των υποχρεωτικών κανόνων των άρθρων 9 και 15 του νόμου διαπιστώνεται από το συντονιστή με το πρακτικό περαίωσης της παραγράφου 16 του άρθρου 8, υπό την επιφύλαξη του δικαστικού ελέγχου του άρθρου 12 του νόμου, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν υποβολής ένστασης ή άσκησης παρέμβασης από τρίτο πιστωτή.
Ειδικότερα :
α) για βασικές οφειλές έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ:
i) η αποπληρωμή αυτών και των επ’ αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο,
ii) ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ,
iii) δεν υφίσταται δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού.
β) για βασικές οφειλές άνω των τριών χιλιάδων (3.000) και έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ:
i) η αποπληρωμή αυτών και των επ’ αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε εκατόν είκοσι (120) μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο,
ii) ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ,
iii) δεν υφίσταται δυνατότητα διαγραφής βασικής οφειλής.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το Δημόσιο δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, ούτε υποβάλλει πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών και οι οφειλές προς αυτό προσμετρώνται στις θετικές ψήφους των συμμετεχόντων πιστωτών, εφόσον στο τελικό σχέδιο αναδιάρθρωσης έχουν τηρηθεί οι κανόνες του άρθρου 15 και οι λοιποί υποχρεωτικοί κανόνες του άρθρου 9 του ν. 4469/2017.
Ζ. ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Ι. Αυτοδίκαιη ανατροπή επέρχεται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης μαζί με τους αναλογούντες τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εάν ο οφειλέτης:
α) δεν καταβάλει δόσεις της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή καταβάλει μερικώς δόσεις προς τη Φορολογική Διοίκηση, όπως αυτές προσδιορίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, έως τη συμπλήρωση του ποσού που αντιστοιχεί σε τρεις (3) δόσεις,
β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., εφόσον υπέχει σχετική υποχρέωση, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την έναρξη ισχύος της σύμβασης,
γ) παραλείψει να εξοφλήσει ή να τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής, τις οφειλές του προς το Δημόσιο ή υπέρ τρίτων που εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, οι οποίες βεβαιώθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016 εντός ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την ημερομηνία επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, προκειμένου για οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την έναρξη ισχύος ή την επικύρωση της σύμβασης, εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους.
Επισημαίνεται ότι το Δημόσιο υποχρεούται να γνωστοποιήσει αμελλητί την επέλευση της αυτοδίκαιης ανατροπής της σύμβασης σε όλους τους πιστωτές.
ΙΙ. Εκτός από την προαναφερθείσα υπό στοιχείο I περίπτωση ανατροπής της σύμβασης έναντι του Δημοσίου, που επέρχεται αυτοδικαίως, η σύμβαση αναδιάρθρωσης μπορεί να ακυρωθεί ως προς όλους τους πιστωτές, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, με δικαστική απόφαση κατόπιν αίτησης τρίτου πιστωτή σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 14 του νόμου.
Η. ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΩΝ
Αν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο το χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και όχι το χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, είτε η καταβολή γίνεται εφάπαξ είτε σε δόσεις. Η διαγραφή των οφειλών του προηγούμενου εδαφίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς κάθε πιστωτή και της μη ακύρωσης ή ανατροπής της σύμβασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4469/2017.
Θ. ΛΟΙΠΑ ΘΕΜΑΤΑ
I. Απόδοση κατασχεθέντων στα χέρια τρίτων ποσών (άρθρο 6 της Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1105/2017)
Επί κάθε είδους κατασχέσεων απαιτήσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων, ο τρίτος υποχρεούται να αποδώσει στο Δημόσιο τις απαιτήσεις που έχουν γεννηθεί μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος των αναστολών των άρθρων 12, 13, και 15 του ν. 4469/2017. Ποσά των οποίων η προθεσμία απόδοσης στο Δημόσιο εκπνέει μετά την έναρξη ισχύος των αναστολών των άρθρων 12, 13 και 15 του ν.4469/2017 πιστώνονται στην οφειλή προς το Δημόσιο σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
II. Αναστολή παραγραφής οφειλών (παρ. 9 του άρθρου 12 του ν.4469/2017)
Σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 12 του ν.4469/2017, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 4 και έως την ολοσχερή εξόφληση των οφειλών που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης ή την ακύρωσή της ή την αυτοδίκαιη ανατροπή της κατά το άρθρο 14, αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών.
III. Προαφαίρεση οφειλών προς το Δημόσιο
Ως προαφαιρούμενα κατά ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) πρόστιμα, σύμφωνα με την υποπερίπτωση ββ) της περίπτωσης δ) της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 4469/2017 νοούνται ιδίως τα εξής πρόστιμα, εφόσον επιβάλλονται αυτοτελώς και δεν συμβεβαιώνονται με την κύρια οφειλή :
α) του άρθρου 54, της παρ. 6 του άρθρου 54Α, των άρθρων 55, 56, 58 και 58Α του ν. 4174/2013,
β) των άρθρων 4, 5, 6, 7 και 8 του ν. 2523/1997,
γ) της παραγράφου 4 του άρθρου 16 και του άρθρου 9 του ν. 3634/2008,
δ) των άρθρων 30, 31 και 33 του ν.820/1978,
ε) του άρθρου 117 του ν.δ.118/1973,
στ) του άρθρου 15 του α.ν.1521/1950,
ζ) του άρθρου 49 του ν. 3842/2010 (ΦΑΠ),
η) του άρθρου 33 του ν. 2459/1997 (ΦΜΑΠ),
θ) της παραγράφου 11 του άρθρου 31, της παραγράφου 2 του άρθρου 36 και των παραγράφων 4, 5 και 7 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994,
ι) του άρθρου 7 του ν. 4337/2015,
ια) του άρθρου 10 του ν. 1809/1988,
ιβ) της παραγράφου 4 του άρθρου 47, των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 48, της παραγράφου 1 του άρθρου 50 του ν. 1642/1986,
ιγ) του άρθρου Πρώτου Υποπαράγραφος Ε7 του ν. 4093/2012.
ιδ) του άρθρου 143, των παραγράφων 3,7,8 και 9 του άρθρου 144 και της παραγράφου 1 του άρθρου 146 του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας).
Ως προαφαιρούμενα κατά ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) από προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, σύμφωνα με την υποπερίπτωση ββ) της περίπτωσης δ) της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 4469/2017 νοούνται τα εξής :
α) οι προσαυξήσεις και οι τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν.δ. 356/74,
β) οι τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατά τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 όπως τα ανωτέρω ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4 του ν. 4469/2017.
IV. Εκκρεμείς συμψηφισμοί επιστροφών με οφειλές προς το Δημόσιο
Σε περίπτωση που στο Δημόσιο εκκρεμεί συμψηφισμός ποσού άνω των 50 ευρώ ο συμψηφισμός ενεργείται κατά προτεραιότητα και τυχόν εναπομείνασα οφειλή μπορεί να υπαχθεί στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
Θέμα: «Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τη χορήγηση στοιχείων του Υποσυστήματος Μητρώου των Δ.Ο.Υ.»
Με την 1111165/2154/ΔΜ/ΠΟΛ.1147/7.11.2008 εγκύκλιο «Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τη χορήγηση στοιχείων του Υποσυστήματος Μητρώου των Δ.Ο.Υ.» δόθηκαν διευκρινίσεις ως προς τα πιστοποιητικά και τις βεβαιώσεις που αφορούν σε στοιχεία του Υποσυστήματος Μητρώου και χορηγούνται από τη Δ.Ο.Υ.
Μετά την εφαρμογή του ν.4174/2013 (Α’287) – Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.) – όπως ισχύει και την επικαιροποίηση των πιστοποιητικών και των βεβαιώσεων που εκδίδουν οι Δ.Ο.Υ. με την Δ. ΟΡΓ. Δ 1186555 ΕΞ 2016/21.12.2016 (Β’4447) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών «Πιστοποιητικά και βεβαιώσεις που εκδίδουν οι Δ.Ο.Υ.», με την έκδοση της οποίας έπαυσε η ισχύς της 1111165/2154/ΔΜ/ΠΟΛ.1147/7.11.2008 εγκυκλίου, θέτουμε υπόψη σας τα εξής:
1. Για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 και 11 του Κ.Φ.Δ., εκδόθηκε η ΠΟΛ.1006/31.12.2013 (Β’ 19/2014) απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. «Διαδικασία και δικαιολογητικά Απόδοσης Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.)/Μεταβολής Στοιχείων και Έναρξης/Μεταβολής και Διακοπής Επιχειρηματικής Δραστηριότητας» όπως ισχύει.
Με τις διατάξεις της ως άνω απόφασης ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι με την ολοκλήρωση των διαδικασιών της απόδοσης Α.Φ.Μ., έναρξης, μεταβολής, διακοπής εργασιών και απενεργοποίησης Α.Φ.Μ., χορηγείται η σχετική βεβαίωση, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία των υποβαλλόμενων εντύπων, όπως αυτά καταχωρήθηκαν στο ηλεκτρονικό αρχείο της υπηρεσίας. Η χορηγούμενη βεβαίωση φυλάσσεται από το φορολογούμενο ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του και επιδεικνύεται σε οποιοδήποτε φορολογικό έλεγχο ή σε άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, για τις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται.
Επανεκτυπώσεις των ως άνω βεβαιώσεων χορηγούνται μετά από αίτηση των φορολογουμένων που υποβάλλεται στο τμήμα ή γραφείο Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ.
Σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί με την 1042642/1025/ΔΜ/ΠΟΛ.1150/15.5.2002 εγκύκλιο διαταγή δεν επιτρέπονται χειρόγραφες διορθώσεις στο σώμα της βεβαίωσης είτε αυτή είναι πρωτότυπη, είτε επανεκτυπωμένη.
2. Με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013 – Α’287) όπως ισχύει, ορίζεται ότι, τα πρόσωπα που είναι ή έχουν διατελέσει υπάλληλοι της Φορολογικής Διοίκησης και εν γένει του Υπουργείου Οικονομικών ή συνδέονται ή συνδέονταν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή έργου με αυτά, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο έχουν ή είχαν ανατεθεί αρμοδιότητες ή καθήκοντα της Φορολογικής Διοίκησης, οφείλουν, να τηρούν ως απόρρητα όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες φορολογουμένων τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δύνανται να τα αποκαλύπτουν μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις (α)-(ι) της παραγράφου 1 και στις παραγράφους 2 και 5.
3. Με τη Δ. ΟΡΓ. Δ 1186555 ΕΞ 2016/21.12.2016 (Β’4447/30-12-2016) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών ορίζονται τα πιστοποιητικά και οι βεβαιώσεις που εκδίδουν οι Δ.Ο.Υ. σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
ΜΕ ΕΝΤΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΣΑΪΤΗΣ
ΘΕΜΑ: Απαλλαγή από το Φόρο μεταβίβασης ακινήτων σε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. με δαπάνες τρίτου προσώπου.
Κατόπιν ερωτημάτων που έχουν υποβληθεί για το ανωτέρω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950, η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια εμπίπτει στην έννοια του όρου μεταβίβαση για την επιβολή φ.μ.α. και γι’ αυτό υπόκειται σε φόρο.
Με την υποπερίπτωση ε) της περίπτωσης Β της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 ορίζεται ότι στην περίπτωση αυτή ο φόρος μεταβίβασης μειώνεται στο μισό, σύμφωνα δε με το εδάφιο δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου βαρύνει τον υπόχρεο προς πληρωμή της αποζημίωσης. Επιπλέον, στην παράγραφο 6 του άρθρου 7 ορίζεται ότι η δήλωση φόρου μεταβίβασης επιδίδεται από τον υπόχρεο προς πληρωμή αποζημίωσης ή από εκείνους που ενεργούν κατά το νόμο για λογαριασμό του πριν την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης και καταβάλλεται από αυτούς ο φόρος μεταβίβασης που αναλογεί.
Η παρακατάθεση της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά απαγορεύεται, αν δεν προσκομιστεί κυρωμένο αντίγραφο της δήλωσης που υποβλήθηκε.
Σύμφωνα με την περίπτωση ζ του άρθρου 6 του α.ν. 1521/1950 απαλλάσσεται από το φόρο μεταβίβασης η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια υπέρ του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου.
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, όταν η αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια έχει κηρυχθεί υπέρ του δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., χορηγείται απαλλαγή από το φόρο όχι όμως και απαλλαγή του τρίτου προσώπου, που είναι υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης, από την υποχρέωση υποβολής της οικείας δήλωσης. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν η αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια δεν έχει κηρυχθεί υπέρ του δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., ο φόρος καταβάλλεται μειωμένος στο μισό.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ