Αριθ. πρωτ.: ΔΕΑΦ Β 1155600 ΕΞ 2016 Διευκρινίσεις σχετικά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από αλλοδαπό νομικό πρόσωπο χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα το οποίο συμμετέχει σε ημεδαπό νομικό πρόσωπο
ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις σχετικά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από αλλοδαπό νομικό πρόσωπο χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα το οποίο συμμετέχει σε ημεδαπό νομικό πρόσωπο.
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας,αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 68 του ν.4172/2013 ορίζεται ρητά ότι όλα τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες, όπως αυτά νοούνται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου και τα οποία είναι υποκείμενα φόρου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 45, υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης φορολογίας στη Φορολογική Διοίκηση ηλεκτρονικά για όλα τα εισοδήματά τους, ανεξαρτήτως αν τα εν λόγω εισοδήματα υπόκεινται ή όχι σε φορολογία, με εξαίρεση τα γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων που εγκαθίστανται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν.27/1975, για τα οποία έχει γίνει δεκτό από τη Διοίκηση ότι δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος για το απαλλασσόμενο κατά τις διατάξεις αυτές εισόδημα (σχετ. το Δ12Β 1168995 ΕΞ2014/19.12.2014 έγγραφό μας).
2. Στα υποκείμενα του φόρου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 45 του νόμου αυτού, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι κεφαλαιουχικές και οι προσωπικές εταιρείες που συστήθηκαν στην αλλοδαπή (περ. α’ και β’).
3. Όπως διευκρινίσθηκε με την ΠΟΛ.1042/26.1.2015 εγκύκλιό μας, με την οποία δόθηκαν οδηγίες σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση του εισοδήματος από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του νέου Κ.Φ.Ε., από τον συνδυασμό των διατάξεων της περ. ε’ του άρθρου 5 και της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 4172/2013 συνάγεται ότι τα νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες που δεν έχουν τη φορολογική κατοικία τους και δεν διατηρούν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα κατ’ αρχήν δεν υπόκεινται σε φόρο στην Ελλάδα για τα εισοδήματα που αποκτούν από πηγές Ελλάδος. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω και με βάση τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 64 και από τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 63 συνάγεται ότι τα εισοδήματα από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα που αποκτούν τα πρόσωπα αυτά υπόκεινται σε φόρο στην Ελλάδα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 63. Ειδικότερα, για τη φορολόγησή τους με βάση την παρ. 3 του άρθρου 64 ενεργείται παρακράτηση στα ανωτέρω εισοδήματα με την οποία επέρχεται εξάντληση της φορολογικής τους υποχρέωσης.
4. Με βάση τα ανωτέρω, διευκρινίσθηκε εν τέλει από τη Διοίκηση με την ΠΟΛ.1044/10.2.2015 εγκύκλιό μας, ότι ως κεφαλαιουχικές ή προσωπικές εταιρείες που συστάθηκαν στην αλλοδαπή και είναι υποκείμενα φόρου στην Ελλάδα νοούνται, πέρα από αυτές που έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 4 του ν. 4172/2013 ή διατηρούν στη χώρα μας μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.4172/2013 ή τις Σ.Α.Δ.Φ., και αυτές που αποκτούν εισόδημα από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα στην Ελλάδα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 63 του ν.4172/2013.
5. Από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω συνάγεται ότι με την ως άνω θέση της Διοίκησης αναφορικά με τα υποκείμενα φόρου στην Ελλάδα διευκρινίσθηκε η φορολογική μεταχείριση που διέπει τα υπόψη αλλοδαπά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για τα συγκεκριμένα εισοδήματα που αποκτούν από πηγές Ελλάδος, χωρίς απαραίτητα να τα καθιστά και υπόχρεους σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος στη χώρα μας. Επομένως, όταν ένα αλλοδαπό νομικό πρόσωπο χωρίς φορολογική κατοικία στην Ελλάδα ούτε μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα μας συμμετέχει σε ένα ημεδαπό νομικό πρόσωπο και αποκτά εξ’ αυτού του λόγου έσοδα από μερίσματα, δεν έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 68 του ν.4172/2013 για τα εισοδήματα αυτά, λόγω της καθιέρωσης ειδικού φορολογικού καθεστώτος για τα εν λόγω εισοδήματα, το οποίο συνίσταται, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, σε παρακράτηση φόρου με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης του αλλοδαπού δικαιούχου. Εξάλλου, η δήλωση του νομικού προσώπου που προβαίνει στην παρακράτηση καλύπτει την υποχρέωση υποβολής δήλωσης βάσει του άρθρου 68 παρ. 1 του ν.4172/2013. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν δεν προκύπτουν καν έσοδα από μερίσματα, οπότε και στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται υποχρέωση για υποβολή μηδενικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος μόνο εκ του λόγου της συμμετοχής.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΘΕΜΑ: Φορολογική μεταχείριση επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ.
Σε απάντηση αίτησής σας, αναφορικά με το παραπάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα εξής:
1. Με τις διατάξεις της περ. ζ της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν.2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος για εισοδήματα που αποκτώνται και για δαπάνες που πραγματοποιούνται μέχρι 31.12.2013), μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι η φορολογική διοίκηση κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και του συνολικού εισοδήματος υποχρεούται να λάβει υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά όπως ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.
2. Κατά την πάγια θέση της Διοίκησης (1030020/487/A0012/23.4.2008 και Δ12Α 1064770 ΕΞ 2013 έγγραφά μας), οι επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις του Ο.Α.Ε.Δ. σε νέους επαγγελματίες δεν αποτελούσαν ακαθάριστα έσοδά τους ούτε μειωτικό στοιχείο των δαπανών της επένδυσης τους, λόγω ειδικής απαλλακτικής διάταξης στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που ίσχυσε μέχρι 31.12.2013 (άρθρο 6 του ν.2238/1994). Περαιτέρω, τα ποσά αυτά δηλώνονταν αποκλειστικά και μόνο στον κωδ. 681 του εντύπου Ε3 για πληροφοριακούς λόγους με ανάλογη σημείωση από το φορολογούμενο.
3. Κατόπιν των ανωτέρω, τα ποσά των επιχορηγήσεων νέων ελεύθερων επαγγελματιών από τον Ο.Α.Ε.Δ. που αφορούν τα έτη 2010 έως 2013, δεν αναγράφονται με συμπληρωματικές δηλώσεις στον κωδ. 659 (Ε1) και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθούν από το φορολογούμενο στην ανάλωση κεφαλαίου του επόμενου οικονομικού έτους.
Σε απάντηση ερώτησης, που κατατέθηκε από τον ανωτέρω Βουλευτή, σας γνωρίζουμε τα εξής:
Με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.4172/2013 ορίζεται, ότι χρόνος κτήσης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε το δικαίωμα είσπραξής του. Βάσει των ανωτέρω, η έκδοση του παραστατικού από τον δικαιούχο του εισοδήματος, η οποία συνεπάγεται και την πίστωση στα βιβλία του αντισυμβαλλόμενου, γεννά ταυτόχρονα την αξίωση του εκδότη, του παραστατικού για την καταβολή του αναγραφόμενου σε αυτού ποσού. Επομένως χρόνος κτήσης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος που εκδόθηκε το παραστατικό, ανεξάρτητα από το αν αυτό εξοφλήθηκε πραγματικά ή όχι.
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΤΡΥΦΩΝ Ζ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ
ΠΟΛ.1158/2016 Πρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της περ. β’ του άρθρου 23 του ν.4172/2013 σε περίπτωση συμψηφισμού αμοιβαίων ανταπαιτήσεων αντισυμβαλλομένων
ΘΕΜΑ: Πρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της περ. β’ του άρθρου 23 του ν.4172/2013 σε περίπτωση συμψηφισμού αμοιβαίων ανταπαιτήσεων αντισυμβαλλομένων.
Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν.4172/2013, με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά οι μη εκπιπτόμενες δαπάνες από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν εκπίπτει κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής (περ. β’).
2. Όπως διευκρινίστηκε με την ΠΟΛ.1216/1.10.2014 εγκύκλιό μας, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι ως άνω διατάξεις, για την εφαρμογή της περίπτωσης β’ του άρθρου αυτού, στην έννοια της αγοράς των αγαθών και της λήψης των υπηρεσιών εμπίπτουν οι αγορές πρώτων και βοηθητικών υλών, εμπορευμάτων, υλικών, παγίων κ.λπ., οι πάσης φύσεως δαπάνες της επιχείρησης καθώς και οι πάσης φύσεως υπηρεσίες που λαμβάνει η
επιχείρηση, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013 και δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις λοιπές περιπτώσεις του παρόντος άρθρου.
Επίσης, διευκρινίσθηκε ότι σε περίπτωση που οι αντισυμβαλλόμενοι είναι ταυτόχρονα προμηθευτές και πελάτες, επιτρέπεται να προβούν σε εκατέρωθεν λογιστικούς συμψηφισμούς, εφόσον αυτό δεν αντιβαίνει σε διατάξεις άλλων νόμων. Όταν η διαφορά που απομένει μετά τον συμψηφισμό είναι μεγαλύτερη των 500 ευρώ, τότε για να αναγνωρισθεί το σύνολο των αγορών απαιτείται η εξόφλησή της με τραπεζικό μέσο πληρωμής.
3. Κατόπιν των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι τα αναφερόμενα στην ΠΟΛ.1216/1.10.2014 εγκύκλιό μας, αναφορικά με τους λογιστικούς συμψηφισμούς σε περίπτωση που οι αντισυμβαλλόμενοι είναι ταυτόχρονα προμηθευτές και πελάτες, ισχύουν και για κάθε περίπτωση συμψηφισμού υποχρεώσεων από αγορές αγαθών ή υπηρεσιών με απαιτήσεις έναντι των ίδιων προσώπων που έχουν γεννηθεί από άλλη αιτία (π.χ. απαιτήσεις των αγροτικών συνεταιρισμών έναντι των μελών τους για την κάλυψη της συνεταιριστικής τους μερίδας, απαίτηση για απόδοση των ποσών που εισέπραξε εταιρεία ταχυμεταφορέων – courier – «εισπράκτορα για λογαριασμό τρίτων» κατ’ εντολή της επιχείρησης από πελάτες της, κ.λπ.).
Επομένως, σε περίπτωση που οι σχετικές υποχρεώσεις εξοφλούνται δια συμψηφισμού τους με απαιτήσεις έναντι των ίδιων προσώπων, οι αντίστοιχες δαπάνες αγοράς αγαθών ή λήψης υπηρεσιών, κατά το μέρος που διαμορφώνουν το κόστος πωληθέντων κάθε φορολογικού έτους, αναγνωρίζονται ως εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013, ανεξάρτητα από την αιτία προέλευσης των απαιτήσεων αυτών.
Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι σε περίπτωση που, μετά τον συμψηφισμό, η εναπομένουσα υποχρέωση από την αγορά αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών υπερβαίνει τα 500 ευρώ, η εξόφλησή της θα πρέπει να γίνει με τραπεζικό μέσο πληρωμής προκειμένου να αναγνωρισθεί προς έκπτωση το σύνολο του κόστους πωληθέντων που αναλογεί στις σχετικές αγορές.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΤρΔΕφΑθ 1490/2016 Έλεγχοι σε ΑΕ και ΕΠΕ οι οποίες στις οποίες έχει χορηγηθεί φορολογικό πιστοποιητικό από ορκωτούς ελεγκτές σύμφωνα με το άρθρο 82 του ν. 2238/1994. Προθεσμία ελέγχου
ΤρΔΕφΑθ 1490/2016
Περίληψη
Στο πιστοποιητικό των ορκωτών ελεγκτών περιλαμβάνονται παρατηρήσεις και παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση φόρων που διαπιστώνονται από τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου και υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Υπουργείο Οικονομικών με ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, έως την 10η ημέρα του έβδομου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.
Αν το πιστοποιητικό δεν περιλαμβάνει παρατηρήσεις και διαπιστώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας και εκδοθεί έκθεση φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εντοπιστεί φορολογικές παραβάσεις από τους δειγματοληπτικούς ελέγχους του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι διενεργούνται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 5 της ΠΟΛ.1159/22.7.2011 και ολοκληρώνονται μέχρι τις 30-4-2014 για επιχειρήσεις με διαχειριστικές περιόδους που έληξαν έως και την 31-3-2012, μετά την ημερομηνία αυτή (30-4-2014) θεωρείται περαιωμένη η συγκεκριμένη χρήση και δυνατότητα άλλου ελέγχου υπάρχει μόνο στην περίπτωση στοιχείων ή ενδείξεων για παραβάσεις που ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 5 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, είτε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010, κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ. 5 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994.
Σύμφωνα δε με το σκοπό της τελευταίας αυτής διατάξεως, σε περίπτωση που το πιστοποιητικό των νομίμων ελεγκτών δεν περιλαμβάνει παρατηρήσεις και διαπιστώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, ανατροπή των οριστικών αποτελεσμάτων της συγκεκριμένης χρήσης είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση επιλογής προς έλεγχο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010, ήτοι με τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου και την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στην κατʼ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθείσα Υπ.Απ. ΠΟΛ.1178/23.8.2011 και όχι με βάση υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατʼ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του ως άνω άρθρου 80, με τις οποίες ορίζεται τυχαίο δείγμα υποθέσεων προς έλεγχο χωρίς τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου.
Αριθμός απόφασης: 1490/2016
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 1ο Τριμελές
Αποτελούμενο από τους: Δέσποινα Βήχου- Τάταρη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Παναγιώτη Ζερβέα και Αρτεμισία Μπιτσώρη (Εισηγήτρια), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την Ελένη Μιγλάκη, δικαστική υπάλληλο,
σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2015, για να δικάσει την με χρονολογία κατάθεσης 18-12-2014 (αριθμ. καταχ. ……………) προσφυγή, τ η ς ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία………………….., που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, οδός Ηρώδου Αττικού, αριθ.12Α, η οποία παραστάθηκε με την από 4-12-2015 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Σταυρόπουλου, κατʼ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και παραστάθηκε με την από 4-12-2015 δήλωση του Δικαστικού Πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεωργίου Καφίρη, κατʼ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.
Το Δικαστήριο, μελέτησε τη δικογραφία και
σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο.
1. Με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το κατά νόμον παράβολο των 3.000 ευρώ (σχετ. τα διπλότυπα είσπραξης ………………..2-12-2014 και ……………… της Δ.Ο.Υ Νέας Σμύρνης και Αμαρουσίου), ζητείται, παραδεκτώς, κατʼ ορθή ερμηνεία του δικογράφου της, η ακύρωση της τεκμαιρόμενης απόρριψης από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών της από 25-9-2014 ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε η προσφεύγουσα κατά της υπʼ αριθ……………..οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2012, του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ.). Με την τελευταία αυτή πράξη, προσαυξήθηκαν τα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας με λογιστικές διαφορές και καταλογίστηκε εις βάρος της διαφορά κυρίου φόρου, ύψους 1.286.668,12 ευρώ, καθώς και πρόσθετος φόρος λόγω ανακριβούς δήλωσης, ύψους 720.534,15 ευρώ.
2. Στο άρθρο 82 παρ. 5 και 8α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 151), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 21 παρ.10β και 10γ του ν.3943/2011 (ΦΕΚ 66 Α΄), ορίζεται ότι :
«5. Νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία, που είναι εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο του ν. 3693/2008 (ΦΕΚ 174 Α`) και διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυμες εταιρείες και εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, υποχρεούνται στην έκδοση ετήσιου πιστοποιητικού. Το πιστοποιητικό αυτό εκδίδεται μετά από έλεγχο που διενεργείται, παράλληλα με τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης, ως προς την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων σε φορολογικά αντικείμενα. Φορολογικές παραβάσεις, καθώς και μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση φόρων που διαπιστώνονται από τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία, κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου, αναφέρονται αναλυτικά στο πιστοποιητικό αυτό. Αν το πιστοποιητικό δεν περιλαμβάνει παρατηρήσεις και διαπιστώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, δεν διενεργείται τακτικός φορολογικός έλεγχος, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 80 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α`). Αν από το πιστοποιητικό προκύπτουν συγκεκριμένα φορολογικά δεδομένα για την ελεγχθείσα εταιρεία με τα οποία συμφωνεί και η αρμόδια ελεγκτική φορολογική αρχή, το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των εκθέσεων ελέγχου της ως άνω αρχής. Τα πιο πάνω πρόσωπα διώκονται και τιμωρούνται για κάθε παράλειψη των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3693/2008» και
«8.α)Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της ΕΛΤΕ, καθορίζονται τα συγκεκριμένα επί μέρους φορολογικά αντικείμενα του ελέγχου αυτού, το ειδικότερο περιεχόμενο του πιστοποιητικού που εκδίδεται, ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής του και κάθε άλλο σχετικό θέμα…».
Κατʼ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε η υπʼ αριθμ. ΠΟΛ.1159/22.7.2011 (ΦΕΚ 1657/Β΄) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός της διαδικασίας εφαρμογής της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) αναφορικά με το Ετήσιο Πιστοποιητικό που θα εκδίδεται από Νόμιμους Ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία εγγεγραμμένα στο δημόσιο Μητρώο του ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Α’ 174)», στην οποία ορίζεται ότι: (αρθρο 1)
«1. Το “Ετήσιο Πιστοποιητικό” που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994, αφορά τις Ανώνυμες Εταιρείες και τις Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης που οι ετήσιες οικονομικές τους καταστάσεις ελέγχονται υποχρεωτικά από Νόμιμους Ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία και εκδίδεται μετά από φορολογικό έλεγχο που διενεργείται από Νόμιμους Ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία που είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο Μητρώο του ν. 3693/2008. 2. Ο φορολογικός έλεγχος πραγματοποιείται επί συγκεκριμένων φορολογικών αντικειμένων, που προσδιορίζονται σε ειδικό πρόγραμμα ελέγχου, σύμφωνα με το Παράρτημα III της παρούσας, το οποίο εκδίδεται από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ),αναβαθμίζεται σε ετήσια βάση και είναι σύμφωνο με τα οριζόμενα στο Διεθνές Πρότυπο Εργασιών Διασφάλισης 3000, “Έργα Διασφάλισης πέραν ελέγχου ή Επισκόπησης Ιστορικής Οικονομικής Πληροφόρησης”. (αρθρο 3) :
«1. Το “Ετήσιο φορολογικό Πιστοποιητικό” των Νόμιμων Ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, διακρίνεται σε δύο τμήματα, στην “Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης” και στο “Προσάρτημα των αναλυτικών πληροφοριακών στοιχείων”.
2. Η Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης συντάσσεται σύμφωνα με τα υποδείγματα που επισυνάπτονται στο παράρτημα Ι της παρούσας και διέπεται από το πλαίσιο που προβλέπεται από το Διεθνές Πρότυπο Εργασιών Διασφάλισης 3000, “Έργα Διασφάλισης πέραν ελέγχου ή Επισκόπησης Ιστορικής Οικονομικής Πληροφόρησης”.
3. Η ως άνω Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης καλύπτει όλα τα αντικείμενα που ορίζονται στο πρόγραμμα ελέγχου του παραρτήματος III της παρούσας. Οι Νόμιμοι Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία, κατά την διενέργεια του ως άνω φορολογικού ελέγχου, υποχρεούνται να εκτελέσουν όλες τις εργασίες που αναλύονται στο πρόγραμμα ελέγχου του παραρτήματος III.
4… 5. Αναπόσπαστο μέρος της Έκθεσης Φορολογικής Συμμόρφωσης αποτελεί το Προσάρτημα των αναλυτικών πληροφοριακών στοιχείων που επισυνάπτεται στο παράρτημα II της παρούσας. Στο εν λόγω προσάρτημα περιλαμβάνονται πληροφοριακά στοιχεία για την ελεγχόμενη εταιρεία καθώς επίσης και ανάλυση των ευρημάτων που προκύπτουν από τον έλεγχο της φορολογικής συμμόρφωσης.
6. Η Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης ολοκληρώνεται και υποβάλλεται στην ελεγχόμενη εταιρεία οπωσδήποτε μετά την υποβολή της δήλωσης φόρου εισοδήματος και το αργότερο δέκα (10) ημέρες μετά την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.7. Η Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης συμπληρώνεται και υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Υπουργείο Οικονομικών από τους Νόμιμους Ελεγκτές και συγκεκριμένα στη βάση δεδομένων που τηρεί η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ), έως την 10η ημέρα του έβδομου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου…».
[ Η παρ. 7 όπως αντικαταστάθηκε από την Υπ.Απ. ΠΟΛ.1011/10.1.2012 (ΦΕΚ 91/Β΄)]. (αρθρο 5):
«1. Από τις εταιρείες που ελέγχονται από Νόμιμους Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία για τη φορολογική τους συμμόρφωση, επιλέγεται δείγμα τουλάχιστον της τάξης του 9% για έλεγχο, με κριτήρια που ορίζονται από το Υπουργείο Οικονομικών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010. 2. Οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες και ολοκληρώνονται, για τις επιχειρήσεις με διαχειριστικές περιόδους που έληξαν έως και την 31.03.2012, έως και την 30/4/2014. Για τις επιχειρήσεις με διαχειριστικές περιόδους που λήγουν μετά την 31.03.2012 οι ως άνω έλεγχοι διενεργούνται και ολοκληρώνονται σε διάστημα δεκαοχτώ (18) μηνών από την ημερομηνία υποβολής του ετήσιου φορολογικού πιστοποιητικού στη βάση δεδομένων της Γ.Γ.Π.Σ. από τους Νόμιμους Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία.
3. Οι έλεγχοι από τις αρμόδιες φορολογικές ελεγκτικές υπηρεσίες καλύπτουν όλα τα φορολογικά αντικείμενα που ορίζονται στο πρόγραμμα ελέγχου. Με την ολοκλήρωσή τους συντάσσονται Εκθέσεις Ελέγχου. 4.Εκτός των εταιριών που ελέγχονται στο πλαίσιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το Υπουργείο Οικονομικών μπορεί να διενεργεί τακτικούς ελέγχους σε πρόσθετο αριθμό εταιριών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής και έγκριση από επιτροπή η οποία αποτελείται από το Γενικό Διευθυντή Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, το Γενικό Διευθυντή Φορολογίας και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επιχειρησιακού Σχεδιασμού, βάσει των ειδικών κριτηρίων που ακολουθούν:
α) Λήψη ή έκδοση πλαστών – εικονικών φορολογικών στοιχείων, συναλλαγές με ανύπαρκτες φορολογικά εταιρείες και περιπτώσεις για τις οποίες προέκυψαν παραβάσεις του άρθρου 39 και 39Α του Ν. 2238/1994 (transfer pricing), στοιχεία ή ενδείξεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας από εσωτερική ή εξωτερική πληροφόρηση ή επεξεργασία δεδομένων, μη έκδοση Έκθεσης Φορολογικής Συμμόρφωσης από τους Νόμιμους Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία στις ημερομηνίες που ορίζονται σαν καταληκτικές για τη χορήγησή της, αναφορά από τους Νόμιμους Ελεγκτές ότι δεν τους δόθηκαν οι αναγκαίες πληροφορίες σε ότι αφορά το φορολογικό έλεγχο που διενήργησαν και περιπτώσεις ελέγχων εταιρειών κατά τους οποίους έχουν προκύψει στοιχεία για παράβαση των διατάξεων του ν. 3693/2008 από τους Νόμιμους Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία.
β)’Ασκηση δίωξης μελών του Δ.Σ. σύμφωνα με τις διατάξεις περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
γ) Συγκέντρωση του ελέγχου σε ποσοστό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) του κλάδου από το ίδιο ελεγκτικό γραφείο μετά από απόφαση της επιτροπής και της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.
δ) Ευρήματα του ποιοτικού ελέγχου, για τον οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 7 της παρούσας.
5. Όλοι οι τακτικοί έλεγχοι, εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στην επόμενη παράγραφο, διενεργούνται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
6. Εξαιρετικά οι τακτικοί έλεγχοι που διενεργούνται εξ αιτίας της άσκησης δίωξης κατά μελών του Δ.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της λήψης ή έκδοσης πλαστών – εικονικών στοιχείων, συναλλαγών με ανύπαρκτες φορολογικά εταιρείες και για τις περιπτώσεις που αποδεδειγμένα διαπιστώθηκαν παραβάσεις του άρθρου 39 και 39Α του ν. 2238/1994 (transfer pricing) δύναται να γίνουν μέχρι την ημερομηνία παραγραφής της χρήσης.
7. Σε περίπτωση που οι λογιστικές διαφορές που προσδιορίζονται από τους Νόμιμους Ελεγκτές και αφορούν αποκλειστικά την παραγωγικότητα των δαπανών είναι μικρότερες του 0,5% των ακαθαρίστων εσόδων, η υπόθεση παραπέμπεται για έλεγχο της παραγωγικότητας των δαπανών από τη φορολογική αρχή, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της ελεγκτικής υπηρεσίας και απόφαση της επιτροπής της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου».
[ Η παρ. 2 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο μόνο της Υπ.Απ. ΠΟΛ.1236/18.10.2013 (ΦΕΚ Β 2693).(αρθρο 6) :
«1. Ανάλογα με τον τύπο του συμπεράσματος της ΄Εκθεσης Φορολογικής Συμμόρφωσης των Νόμιμων Ελεγκτών, διακρίνονται οι ακόλουθες περιπτώσεις: α) Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη. Στην περίπτωση που από τους Νόμιμους Ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία εκδοθεί ΄Εκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη, τότε σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της Έκθεσης Φορολογικής Συμμόρφωσης στο Υπουργείο Οικονομικών, αποστέλλεται στην ελεγχόμενη εταιρεία επιστολή στην οποία αναφέρεται το γεγονός ότι σύμφωνα με τον έλεγχο των Νόμιμων Ελεγκτών δεν προέκυψαν παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας από την πλευρά της εταιρείας, ότι αυτό γίνεται καταρχήν δεκτό από το Υπουργείο Οικονομικών και ότι οι φορολογικές εγγραφές θα οριστικοποιηθούν μετά την ολοκλήρωση των δειγματοληπτικών ελέγχων που θα διενεργηθούν από το Υπουργείο Οικονομικών. Οι ως άνω έλεγχοι, για τις επιχειρήσεις με διαχειριστικές περιόδους που έληξαν έως και την 31.03.2012 ολοκληρώνονται μέχρι την 30/4/2014.
Μετά την ημερομηνία αυτή και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εντοπιστεί φορολογικές παραβάσεις από τους ελέγχους του Υπουργείου Οικονομικών, θεωρείται περαιωμένη η συγκεκριμένη χρήση και δυνατότητα άλλου ελέγχου υπάρχει μόνο στην περίπτωση στοιχείων ή ενδείξεων για παραβάσεις, όπως αυτές ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 5 της παρούσας και οι οποίες δεν εντοπίστηκαν από το διενεργηθέντα έλεγχο φορολογικής συμμόρφωσης. Για τις επιχειρήσεις με διαχειριστικές περιόδους που λήγουν μετά την 31.03.2012, σε δεκαοχτώ (18) μήνες από την ημερομηνία υποβολής της ΄Εκθεσης Φορολογικής Συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη στη βάση δεδομένων της Γ.Γ.Π.Σ. και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εντοπιστεί φορολογικές παραβάσεις από τους ελέγχους του Υπουργείου Οικονομικών, θεωρείται περαιωμένη η συγκεκριμένη χρήση και δυνατότητα άλλου ελέγχου υπάρχει μόνο στην περίπτωση στοιχείων ή ενδείξεων για παραβάσεις, όπως αυτές ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 5 της παρούσας και οι οποίες δεν εντοπίστηκαν από το διενεργηθέντα έλεγχο φορολογικής συμμόρφωσης.
β) Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης με θέματα έμφασης…».
[ Η περ. α της παρ. 1 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο μόνο της Υπ.Απ. ΠΟΛ.1236/18.10.2013 (ΦΕΚ Β 2693]. (άρθρο 9) :
«1. Η Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης θα αναφέρει τα στοιχεία που ορίζονται στο Παράρτημα Ι της παρούσας.
2. Τα ειδικά φορολογικά αντικείμενα που θα ελέγχονται από τους Νόμιμους Ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία, εφόσον έχουν εφαρμογή σε μία ελεγχόμενη εταιρεία, ορίζονται κάθε φορά από το πρόγραμμα ελέγχου, όπως ορίζεται στο Παράρτημα III της παρούσας. Το πρόγραμμα ελέγχου περιλαμβάνει τα πιο κάτω κεφάλαια: Α. Προϋποθέσεις – Περιορισμοί διενέργειας του ελέγχου. Β. Πληροφοριακά στοιχεία ελεγχόμενης εταιρείας. Γ. ΄Ελεγχος Φορολογίας Εισοδήματος. Δ. Έλεγχος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Ε. Έλεγχος Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΚΒΣ). ΣΤ. Έλεγχος φορολογίας ακινήτων. ΣΤ.1 Έλεγχος Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ). ΣΤ.2 Έλεγχος Δήλωσης Στοιχείων Ακινήτων (Ε9). ΣΤ.3 Έλεγχος Φόρου υπεραξίας από αναπροσαρμογή ακινήτων (Ν. 2065/1992). Ζ. Έλεγχος Τέλους χαρτοσήμου. Η. Υποχρεώσεις παρακρατούμενων φόρων. Θ. Μετασχηματισμοί επιχειρήσεων. Ι. Ενδοομιλικές Συναλλαγές. Κ. E-Commerce.».
3. Περαιτέρω, στο άρθρο 80 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α΄), υπό τον τίτλο «Σύστημα επιλογής υποθέσεων προς έλεγχο», ορίζεται ότι :
«1.Η επιλογή των προς έλεγχο δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος γίνεται με τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου, οι οποίες βασίζονται:
α) Σε ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως τη νομική μορφή, την κατηγορία των τηρούμενων βιβλίων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992, ΦΕΚ 84 Α), τον κλάδο ή τομέα δραστηριότητας, ανάλογα με την επικινδυνότητα και παραβατικότητα αυτού, την ύπαρξη παραβάσεων και παραλείψεων των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, ανάλογα με το είδος, τη βαρύτητα και τη συχνότητα εμφάνισής τους, την ύπαρξη στοιχείων από διασταυρώσεις του πληροφοριακού συστήματος ή από ελέγχους σε τρίτους υπόχρεους ή από τρίτες πηγές για απόκρυψη φορολογητέας ύλης ή διάπραξη φορολογικών αδικημάτων και την εν γένει φορολογική εικόνα και συμπεριφορά των υπόχρεων.
β) Σε οικονομικά δεδομένα, όπως ακαθάριστα έσοδα, δαπάνες, καθαρά κέρδη ή ζημιές, συντελεστές μικτού και καθαρού κέρδους, δεδομένα από δηλώσεις άμεσης και έμμεσης φορολογίας, καθώς και διαθέσιμα στοιχεία από βάσεις δεδομένων, στατιστική ανάλυση, εφαρμογή τεχνικών εξόρυξης δεδομένων και άλλες πηγές πληροφοριών.
γ) Σε χωροταξικά και χρονικά δεδομένα, όπως τόπος παραγωγής και διακίνησης, εποχιακές δραστηριότητες και τοπικές ιδιαιτερότητες.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι παραβάσεις ή παραλείψεις, τα στοιχεία και γενικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των προς έλεγχο δηλώσεων, τα μόρια που αντιστοιχούν, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Με όμοιες αποφάσεις μπορεί να ορίζεται και τυχαίο δείγμα υπαγόμενων σε έλεγχο δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, χωρίς τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου.
2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν ανάλογα και για τις λοιπές φορολογίες.
3. Υφιστάμενες διατάξεις οι οποίες προβλέπουν τον υποχρεωτικό φορολογικό έλεγχο κατηγοριών υπόχρεων εξακολουθούν να ισχύουν
4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ισχύουν από το χρόνο έκδοσης των οικείων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών και κατά τα τυχόν ειδικότερα οριζόμενα από αυτές.».
Κατʼ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε η υπʼ αριθμ. ΠΟΛ.1178/23.8.2011 (ΦΕΚ 2071/Β΄) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010», στο άρθρο μόνο της οποίας ορίζεται ότι :
«1. Από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογιών ανέλεγκτων χρήσεων, που αφορούν επιτηδευματίες και φυσικά πρόσωπα μη επιτηδευματίες, επιλέγονται για έλεγχο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010, υποθέσεις με τη χρήση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου (risk analysis).
2. Καθορίζεται πίνακας κριτηρίων -κανόνων επιλογής υποθέσεων για έλεγχο και μοριοδότησης αυτών.
Στον πίνακα αυτό και σε κάθε κριτήριο αναφέρονται αναλυτικοί κανόνες που υλοποιούν το κριτήριο ,καθώς επίσης και ο αριθμός των μορίων βαρύτητας του κάθε κανόνα ο οποίος βασίστηκε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά, στα οικονομικά χωροταξικά και χρονικά δεδομένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 80 του ν. 3842/2010.
3. Με τα παραπάνω κριτήρια επιλογής μέσω της λειτουργίας ανάλυσης κινδύνου του συστήματος ELENXIS θα γίνεται η στόχευση και η επιλογή φορολογούμενων Υψηλής μοριοδότησης. Οι λίστες με τους φορολογούμενους Υψηλής μοριοδότησης θα αποστέλλονται στους Προϊσταμένους των Ελεγκτικών Υπηρεσιών από το ELENXIS ώστε να εκδοθεί η οικεία εντολή ελέγχου…».
Τέλος, με βάση την εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του ως άνω άρθρου 80 του ν. 3842/2010, εκδόθηκε η υπʼ αριθμ. ΠΟΛ.1038/3.2.2012 (ΦΕΚ Β΄ 431) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Πρόγραμμα ελέγχου επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία Γ κατηγορίας του Κ.Β.Σ και κλείνουν ισολογισμό από 30/6/2011 και μετά», στο άρθρο μόνο της οποίας ορίζεται ότι: «Κατά το φορολογικό έλεγχο επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία Γ` κατηγορίας του Κ.Β.Σ και κλείνουν ισολογισμό από 30/6/2011 και μετά, θα εφαρμόζεται το Πρόγραμμα Ελέγχου του παραρτήματος III της ΠΟΛ.1159/22.7.2011. Το Πρόγραμμα Ελέγχου τροποποιείται ή συμπληρώνεται από τον Ελεγκτή βάσει και των δεδομένων της κάθε υπόθεσης, με σύμφωνη γνώμη των Προϊσταμένων του.».
4. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι οι νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία που είναι εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο του ν. 3693/2008, διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και προβαίνουν στην έκδοση ετήσιου πιστοποιητικού φορολογικής συμμόρφωσης.
Στο πιστοποιητικό περιλαμβάνονται παρατηρήσεις και παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση φόρων που διαπιστώνονται από τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου και υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Υπουργείο Οικονομικών με ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, έως την 10η ημέρα του έβδομου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.
Αν το πιστοποιητικό δεν περιλαμβάνει παρατηρήσεις και διαπιστώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας και εκδοθεί έκθεση φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εντοπιστεί φορολογικές παραβάσεις από τους δειγματοληπτικούς ελέγχους του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι διενεργούνται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 5 της ΠΟΛ.1159/22.7.2011 και ολοκληρώνονται μέχρι τις 30-4-2014 για επιχειρήσεις με διαχειριστικές περιόδους που έληξαν έως και την 31-3-2012, μετά την ημερομηνία αυτή (30-4-2014) θεωρείται περαιωμένη η συγκεκριμένη χρήση και δυνατότητα άλλου ελέγχου υπάρχει μόνο στην περίπτωση στοιχείων ή ενδείξεων για παραβάσεις που ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 5 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, είτε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010, κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ. 5 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994.
Σύμφωνα δε με το σκοπό της τελευταίας αυτής διατάξεως, σε περίπτωση που το πιστοποιητικό των νομίμων ελεγκτών δεν περιλαμβάνει παρατηρήσεις και διαπιστώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, ανατροπή των οριστικών αποτελεσμάτων της συγκεκριμένης χρήσης είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση επιλογής προς έλεγχο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010, ήτοι με τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου και την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στην κατʼ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθείσα Υπ.Απ. ΠΟΛ.1178/23.8.2011 και όχι με βάση υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατʼ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του ως άνω άρθρου 80, με τις οποίες ορίζεται τυχαίο δείγμα υποθέσεων προς έλεγχο χωρίς τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου.
5. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η από 1-8-2014 έκθεση μερικού ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2012 (διαχειριστική περίοδος 1.1. – 31.12.2011) του ελεγκτή του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ.) …, προκύπτουν τα εξής:
Η προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρία κατά το ελεγχόμενο οικονομικό έτος είχε ως αντικείμενο εργασιών:
1) την εισαγωγή και εμπορία από το εξωτερικό αργού πετρελαίου και παραγώγων αυτού (fuel oil, gas oil και νάφθα), την επεξεργασία (διύλιση) αυτών σε ιδιόκτητο διυλιστήριο και την παραγωγή υγρών καυσίμων, υγραερίων και λιπαντικών και 2) την αγορά από το εξωτερικό και εσωτερικό υγρών καυσίμων, ομοίων με αυτά που παράγει, τα οποία χωρίς περαιτέρω επεξεργασία τα μεταπουλάει και τηρούσε βιβλία και στοιχεία Γ΄ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992).
Μετά την ………….. εντολή ελέγχου του Προϊσταμένου του ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ, διενεργήθηκε έλεγχος για το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011), στα βιβλία και στοιχεία που τήρησε η προσφεύγουσα εταιρία, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 66 του ν. 2238/1994, 23-25 και 66 του ν. 4174/2013 και των Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1159/22.7.2011 και ΠΟΛ.1038/3.2.2012 και διαπιστώθηκε ότι είχε δηλώσει φορολογητέα καθαρά κέρδη ύψους 165.849.277,09 ευρώ.
Στη συνέχεια, ο έλεγχος έκρινε για την ένδικη διαχειριστική περίοδο τα βιβλία και στοιχεία της προσφεύγουσας εταιρίας επαρκή και ακριβή και αναμόρφωσε τα καθαρά κέρδη αυτής, με την προσθήκη κονδυλίων ως λογιστικών διαφορών, λόγω μη αναγνώρισης δαπανών της επιχείρησης ως εκπιπτομένων από τα ακαθάριστα έσοδά της.
Συγκεκριμένα, οι εν λόγω δαπάνες αφορούσαν:
1)έξοδα ψυχαγωγίας προσωπικού, ποσού 49.990,45 ευρώ (Λ/σμός 60),
2) ενοίκια λοιπών μεταφορικών μέσων, ποσού 159.500 ευρώ (Λ/σμός 62),
3) τέλος χρήσης αιγιαλού, ποσού 69.600 ευρώ και λοιπούς φόρους- τέλη …………., ποσού16.880,34 (Λ/σμός 63),
4) διάφορα έξοδα προβολής και διαφημίσεων (χορηγίες διαφόρων εκδηλώσεων, διαφημιστικές καταχωρήσεις σε ημερολόγια και λοιπά έντυπα, αγορά προσκλήσεων για εκδηλώσεις διαφόρων συλλόγων και εισιτήρια αγώνων ποδοσφαίρου, αγορά δώρων), ποσού 129.627,96 ευρώ (Λ/σμός 64),
5) διάφορα έξοδα εταιρίας (δαπάνες ιατρικής περίθαλψης εργαζομένων, δίδακτρα αλλοδαπού φοιτητή, αγορά αναλωσίμων και μικροεπίπλων), ποσού 18.965,08 ευρώ (Λ/σμός 64) και
6) κόστος αγορών, ποσού 5.984.308,40 ευρώ.
Κατόπιν τούτου, ο έλεγχος πρόσθεσε στα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας ποσό 6.428.872,23 ευρώ, ως λογιστικές διαφορές και αναμόρφωσε τα φορολογητέα καθαρά κέρδη της σε 172.278.149,32 ευρώ.
Με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου, ο Προϊστάμενος του ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ εξέδωσε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρίας την υπʼ αριθ. ……………….. οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2012, με την οποία καταλόγισε διαφορά κύριου φόρου, ύψους 1.286.668,12 ευρώ, καθώς και πρόσθετο φόρο για ανακρίβεια της σχετικής δήλωσης, ύψους 720.534,15 ευρώ και συνολικά 2.007.202,27 ευρώ. Κατά της ως άνω πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος η προσφεύγουσα άσκησε την προβλεπόμενη από το άρθρο 63 του ν. 4174/2013, υπʼ αριθ. πρωτ. …………../25-9-2014 ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, η οποία μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας απορρίφθηκε σιωπηρώς.
6. Ήδη, η προσφεύγουσα, με την κρινόμενη προσφυγή και το παραδεκτώς επʼ αυτής κατατεθέν υπόμνημά της, ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ως μη νόμιμης. Ειδικότερα, προβάλει ότι υπάγεται στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 82 παρ. 5 του ν. 2238/1994 και για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2011 έως 31-12-2011 διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος στην επιχείρησή της από νόμιμους ελεγκτές, σύμφωνα με την ως άνω ειδική διάταξη και εκδόθηκε ετήσιο πιστοποιητικό το οποίο περιλαμβάνει έκθεση φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη (προσκομίζεται η από 27-7-2012 έκθεση φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη του ορκωτού ελεγκτή λογιστή … της ελεγκτικής εταιρίας «…………………..»). Ενόψει αυτού και δεδομένου ότι στην επιχείρησή της δεν διενεργήθηκε και ολοκληρώθηκε έλεγχος από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές έως τις 30-4-2014 με βάση τις διατάξεις των παρ. 1,2 και 4 του άρθρου 5 της Υπ.Απ. . ΠΟΛ.1159/22.7.2011, ούτε στοιχειοθετείται εν προκειμένω καμία από τις περιπτώσεις παραβάσεων που ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 5 της ως άνω υπουργικής απόφασης, μη νομίμως η Φορολογική Αρχή διενήργησε έλεγχο στην επιχείρησή της δυνάμει έκδοσης εντολής ελέγχου με ημερομηνία 6-5-2014, καθόσον κατά τη διεξαγωγή αυτού είχε απωλέσει την κατά χρόνο αρμοδιότητά της για διεξαγωγή ελέγχου και έκδοση καταλογιστικής πράξης εις βάρος της ή, άλλως, το σχετικό δικαίωμά της είχε υποπέσει σε παραγραφή.
7. Εξάλλου, το καθού η προσφυγή Ελληνικό Δημόσιο, με το από 10-12-2015 υπόμνημά του και την από 15-12-2015 προσθήκη-αντίκρουση, ισχυρίζεται ότι εντός του χρόνου της πενταετούς παραγραφής που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 4174/2013, μπορούσε η Φορολογική Αρχή να διενεργήσει έλεγχο και να εκδώσει καταλογιστική πράξη εις βάρος της προσφεύγουσας, στην προκειμένη δε περίπτωση ενόψει του ότι η δήλωση φορολογίας εισοδήματος υποβλήθηκε στις 21-5-2012, ο χρόνος αυτός λήγει στις 31-12-2017. Επίσης, υποστηρίζει ότι για τη χρήση 2010 διενεργήθηκε έλεγχος στην επιχείρηση της προσφεύγουσας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 4 της Υπ.Απ. ΠΟΛ.1159/22.7.2011, δυνάμει της υπʼ αριθμ. ……………. απόφασης της Επιτροπής που προβλέπεται σʼ αυτήν, διότι υπήρχαν από εσωτερική πληροφόρηση στοιχεία και ενδείξεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας (τριγωνικές συναλλαγές με εγκατεστημένους σε μη συνεργάσιμα κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς-τιμολόγηση από τους τελευταίους κατά τη χρήση του 2010, λογιστικές διαφορές για τις οποίες η ελεγχόμενη συμβιβάστηκε) και η καθυστέρηση στην έκδοση (6-5-2014) της εντολής ελέγχου οφείλεται στο γεγονός ότι το ζήτημα των λογιστικών διαφορών του έτους 2010 εκκρεμούσε κατά το χρόνο αυτό στην Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών. Κατόπιν αυτών, κατά τους ισχυρισμούς του, στην υπό κρίση υπόθεση δεν τυγχάνει εφαρμογής η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 5 της Υπ.Απ. ΠΟΛ 1159/2011 και δη η 30-4-2014, σε κάθε δε περίπτωση η προθεσμία αυτή είναι ενδεικτική και η υπέρβασή της δεν άγει σε απώλεια του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου για έλεγχο και καταλογισμό του διαφυγόντος φόρου εισοδήματος στην αντίδικο για τη χρήση 2011.
8. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και την ερμηνεία που δόθηκε σʼ αυτές, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη:
α) ότι όπως αναφέρεται στην από 1-8-2014 έκθεση μερικού ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του ελεγκτή του ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ. … (σελ.14), στην προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρία διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος από νόμιμους ελεγκτές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994, για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2011 έως 31-12-2011 και εκδόθηκε έκθεση φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη για τα φορολογικά αντικείμενα που αναφέρονται στο προσάρτημα αναλυτικών πληροφοριακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και η φορολογία εισοδήματος,
β) ότι όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα και δεν αμφισβητείται από τη Φορολογική Αρχή, μέχρι τις 30-4-2014, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 και 5 του άρθρου 5 της Υπ.Απ. . ΠΟΛ.1159/22.7.2011, δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι στην επιχείρησή της με βάση τις διατάξεις των παρ. 1 και 4 του άρθρου αυτού και
γ)ότι ενόψει αυτών, μετά την 30-4-2014 η χρήση 2011 θεωρείται περαιωμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 6 της ως άνω υπουργικής απόφασης και δυνατότητα άλλου ελέγχου υπάρχει μόνο σε περίπτωση στοιχείων ή ενδείξεων για παραβάσεις που ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 5 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, είτε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010 και με τη χρήση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου, ωστόσο, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει, ούτε, εξάλλου, η Φορολογική Αρχή επικαλείται ότι ο παρών έλεγχος διενεργήθηκε βάσει των διατάξεων αυτών, κρίνει ότι μη νομίμως διενεργήθηκε έλεγχος στην επιχείρηση της προσφεύγουσας δυνάμει της υπʼ αριθ. 168/6-5-2014 εντολής ελέγχου μετά τις 30-4-2014, ήτοι μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων της χρήσης 2011, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 66 του ν. 2238/1994, 23-25 και 66 του ν. 4174/2013 και των Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1038/3.2.2012 και ΠΟΛ.1159/22.7.2011 και συνεπώς, μη νομίμως εκδόθηκε επί τη βάσει αυτού εις βάρος της προσφεύγουσας η υπʼ αριθ. ………… οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, αφενός μεν διότι αφορούν τη χρήση 2010 και αφετέρου διότι ο παρών έλεγχος δεν διενεργήθηκε μετά τις 30-4-2014 με βάση τις διατάξεις των παρ. 1 και 4 του άρθρου 5 της Υπ.Απ. ΠΟΛ.1159/2011, για τις οποίες ορίζεται η ανωτέρω αποκλειστική προθεσμία από τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 5 της Υπ.Απ. ΠΟΛ.1159/22.7.2011.
9. Κατʼακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη. Περαιτέρω, πρέπει να αποδοθεί στην προσφεύγουσα το παράβολο που καταβλήθηκε και να απαλλαγεί το καθού η προσφυγή, μετʼ εκτίμηση των περιστάσεων, της δικαστικής δαπάνης της προσφεύγουσας (αρθ.275 παρ.1 του Κ.Δ.Δ.).
Μ ε τ ι ς σ κ έ ψ ε ι ς α υ τ έ ς
Δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει την τεκμαιρόμενη απόρριψη από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών της από 25-9-2014 ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε η προσφεύγουσα κατά της υπʼ αριθ. 1962/25-8-2014 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2012, του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ.).
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην προσφεύγουσα.
Απαλλάσσει το καθού η προσφυγή των δικαστικών εξόδων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2016 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον ίδιο τόπο στις 26 Μαΐου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΗΧΟΥ-ΤΑΤΑΡΗ ΑΡΤΕΜΙΣΙΑ ΜΠΙΤΣΩΡΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΕΝΗ ΜΙΓΛΑΚΗ
ΠΟΛ.1154/2016 Συστηματική παρουσίαση των διατάξεων περί παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου των Ν. 4270/2014, Ν.4174/2013, Ν. 2362/1995, Ν.Δ. 321/1969 και άλλων νομοθετημάτων
ΘΕΜΑ:Συστηματική παρουσίαση των διατάξεων περί παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου των Ν. 4270/2014, Ν.4174/2013, Ν. 2362/1995, Ν.Δ. 321/1969 και άλλων νομοθετημάτων.
Με την παρούσα εγκύκλιο επιχειρείται η συγκεντρωτική καταγραφή και συστηματική παρουσίαση των διατάξεων που διέπουν την παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου, εστιάζοντας κυρίως στις διατάξεις που θεσπίζουν λόγους αναστολής και διακοπής της παραγραφής των ανωτέρω απαιτήσεων.
Επιπροσθέτως, παρατίθενται ενδεικτικά βασικές διατάξεις αναφορικά με τον χρόνο παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και καταγράφονται οι διατάξεις με τις οποίες παρατάθηκε ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση οφειλών εντός του χρονικού διαστήματος των ετών 1992 έως και 2013.
Σκοπός της εγκυκλίου είναι να αποτελέσει για τη Φορολογική Διοίκηση χρήσιμο εργαλείο για την ορθή και ενιαία εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής κατά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου ληξιπρόθεσμων οφειλών.
A. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
Ι. Παραγραφή
Παραγραφή απαίτησης είναι το χρονικό διάστημα μετά τη συμπλήρωση του οποίου ο δανειστής δεν δύναται να επιδιώξει την είσπραξη αυτής και ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Ο,τι καταβλήθηκε όμως χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται (βλ. άρθρο 272 του Αστικού Κώδικα, εφεξής ΑΚ).
Εάν παρέλθει άπρακτος ο χρόνος παραγραφής, παραλύει το εναγώγιμο της αξίωσης, παραμένει όμως φυσική ή ατελής ενοχή.
ΙΙ. Αναστολή παραγραφής
Αναστολή παραγραφής είναι ο μη υπολογισμός στον χρόνο της παραγραφής ορισμένου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο διαρκεί ο λόγος της αναστολής. Η παραγραφή συνεχίζεται μετά την παύση της αναστολής (βλ. Α.Κ. 257)
III. Διακοπή παραγραφής
Διακοπή παραγραφής είναι η ματαίωση του χρόνου της παραγραφής που διανύθηκε πριν λάβει χώρα ο λόγος της διακοπής. Από την περάτωση της διακοπής αρχίζει νέος χρόνος παραγραφής (βλ. Α.Κ. 270).
B. ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ – ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ (διαχρονικό δίκαιο)
Την παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου διέπουν οι ακόλουθες βασικές διατάξεις, ως εξής:
I. των άρθρων 87-90 του Ν.Δ.321/1969 (Α’205/18-10-1969) «Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού», οι οποίες εφαρμόζονται επί απαιτήσεων του Δημοσίου που γεννήθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.2362/1995, ήτοι μέχρι και την 31/12/1995.
Οι ανωτέρω διατάξεις καταργήθηκαν από την ως άνω ημερομηνία με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 113 του Ν. 2362/1995.
Σημειώνεται ότι, όσον αφορά την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής των ανωτέρω απαιτήσεων, που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έναρξη ισχύος του Ν.2362/1995 (1/1/1996), εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρων 87 και 88, αντίστοιχα), εάν τα επαγόμενα την αναστολή ή τη διακοπή γεγονότα έχουν συντελεστεί μετά την ανωτέρω ημερομηνία, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 107 του Ν. 2362/1995.
II. των άρθρων 65 παρ. 6, 86 – 89 και 103 του Ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α247/27-11- 1995) «Δημόσιο Λογιστικό/Έλεγχος δαπανών και λοιπές διατάξεις», οι οποίες εφαρμόζονται επί απαιτήσεων του Δημοσίου που γεννήθηκαν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι από 1/1/1996, μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4270/2014, ήτοι μέχρι και την 31/12/2014, και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 51 του Ν.4174/2013.
Οι ανωτέρω διατάξεις καταργήθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 1, περ. (α) του Ν. 4270/2014.
Σημειώνεται ότι, επί απαιτήσεων που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έναρξη ισχύος του Ν.4270/2014 (1/1/2015) και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 51 του Ν. 4174/2013, έχουν εφαρμογή οι περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής διατάξεις του Ν. 4270/2014 (βλ. κατωτέρω υπ’ αριθ. III).
III. των άρθρων 122, 126 παρ. 6 και 136 – 139 του Ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α’143/28-6-2014) «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της οδηγίας 2011/85/ΕΕ) Δημόσιο Λογιστικό και άλλες διατάξεις», που εφαρμόζονται επί απαιτήσεων του Δημοσίου που βεβαιώνονται προς είσπραξη από 1/1/2015 και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 51 του Ν.4174/2013. Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 122, 126 παρ. 6 και 136 – 139 του Ν.4270/2014 είναι σχεδόν ομοίου περιεχομένου με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 103, 65, παρ. 6 και 86 – 89 του Ν. 2362/1995, με εξαίρεση τις νέες περί παραγραφής διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 136, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 137 και των περ. α’και η’ της παρ.1 του άρθρου 138 του Ν.4270/2014, οι οποίες όμως, όπως προαναφέρθηκε στην ανωτέρω περίπτωση II, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έναρξη ισχύος του Ν.4270/2014 (1/1/2015) και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4174/2013 (βλ. τη μεταβατική διάταξη της παρ. 2, περ. γ (αα) του άρθρου 183 του Ν. 4270/2014).
IV. του άρθρου 51 του Ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α170/26-7-2013) «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις», που εφαρμόζονται επί απαιτήσεων του Δημοσίου από φόρους και λοιπά έσοδα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κώδικα, για τα οποία η Φορολογική Διοίκηση αποκτά εκτελεστό τίτλο από την 1/1/2014 και εφεξής (βλ. μεταβατική διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 72 του Ν. 4174/2013),
V. οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής, στις οποίες ρητά παραπέμπουν τα άρθρα 88 και 89 του Ν.Δ. 321/1969, 87 και 88 του Ν.2362/1995 και 137 και 138 του Ν. 4270/2014, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά με τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν αντίκεινται σε αυτές. Οι διατάξεις αυτές είναι ιδίως:
α. του άρθρου ΑΚ 255 του Αστικού Κώδικα (σε συνδυασμό με το άρθρο 257 του Αστικού Κώδικα) περί αναστολής παραγραφής λόγω παρεμπόδισης άσκησης αξίωσης κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής,
β. του άρθρου 259 του Αστικού Κώδικα περί παραγραφής αξίωσης που ανήκει σε κληρονομία ή απευθύνεται σε βάρος κληρονομίας,
γ. του άρθρου 258 του Αστικού Κώδικα περί παραγραφής κατά προσώπων ανικάνων ή περιορισμένα ικανών για δικαιοπραξία,
δ. του άρθρου 260 του Αστικού Κώδικα περί διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της αξίωσης με οποιοδήποτε τρόπο,
ε. του άρθρου 261 του Αστικού Κώδικα περί διακοπής της παραγραφής λόγω άσκησης αγωγής,
στ. του άρθρου 266 του Αστικού Κώδικα περί του χρόνου έναρξης νέας παραγραφής σε περίπτωση διακοπής της παραγραφής λόγω αναγγελίας σε πτώχευση,
ζ. των άρθρων 1273 και 1280 του Αστικού Κώδικα περί διακοπής της παραγραφής λόγω εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης, αντίστοιχα,
η. του άρθρου 103, παρ. 1 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα) σχετικά με την αναστολή παραγραφής σε περίπτωση προληπτικών μέτρων κατά τη διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ισχύουν,
θ. του άρθρου 106β, παρ. 2 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα) σχετικά με την αναστολή παραγραφής σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης (προκειμένου για αιτήσεις άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατ’ άρθρο 106β ΠτΚ, οι οποίες κατατίθενται από 19/8/2015 ή αιτήσεις για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης κατ’ άρθρο 106στ ΠτΚ, εφόσον η αντίστοιχη αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας είχε κατατεθεί από 19/8/2015 βλ. τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 23 της υποπαραγράφου Γ3 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015/ΦΕΚ 94 Α’ και σχετική εγκύκλιο ΠΟΛ.1066/1.6.2016),
ι. του άρθρου 104, παρ. 1, περ. (ε) του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τον ν. 4013/2011 (ΦΕΚ 204 Α’) σχετικά με την αναστολή παραγραφής των απαιτήσεων των πιστωτών που είναι συμβαλλόμενα μέρη σε συμφωνία συνδιαλλαγής, η οποία επικυρώθηκε δικαστικά,
ια. του άρθρου 4, παρ. 6 του Ν. 3869/2010 («Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις»), όπως ισχύει, σχετικά με την αναστολή παραγραφής σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης στο Ειρηνοδικείο για υπαγωγή στη διαδικασία του ανωτέρω νόμου (βλ. και σχετική εγκύκλιο ΠΟΛ.1036/18.3.2016).
VI. της παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 (ΦΕΚ Α43/23-3-1990) «Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους» περί αναστολής παραγραφής λόγω υποβολής αίτησης ποινικής δίωξης, όπως τέθηκε σε ισχύ από 11/9/1997 με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ Α’ 179/11-9-1997) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 34 του Ν.3220/2004 (ΦΕΚ Α’15 / 28-1-2004),
VII. οι ειδικές διατάξεις περί αναστολής του χρόνου παραγραφής χρεών που περιλαμβάνονται στους νόμους που διέπουν τις εκάστοτε χορηγούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις βεβαιωμένων οφειλών, τη χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής οφειλών καθώς και ρυθμίσεις χρεών οφειλετών ειδικών κατηγοριών όπως:
α. της παρ.2 του άρθρου 20 του Ν. 2648/1998,
β. της παρ. 3 του άρθρου 14 του Ν. 3259/2004,
γ. της παρ.3 του άρθρου 25 του Ν. 3697/2008,
δ. της παρ. 3 του άρθρου 84 του Ν.3746/2009,
ε. της παρ.6 του άρθρου 14 του Ν. 3888/2010,
στ. της παρ.8 του άρθρου 3 του Ν.4038/2012,
ζ. των υποπ. α1, περ.13 και υποπ.α2, περ. 13 του άρθρου πρώτου του Ν.4152/2013,
η. της παρ.17 του άρθρου 51 του Ν.4305/2014,
θ. του άρθρου 14 του Ν. 4321/2015,
ι. της παρ. 6 του άρθρου 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. (ρύθμιση χρεών πτωχών και υπό εξυγίανση ή συνδιαλλαγή οφειλετών του Δημοσίου).
ια. της παρ. 6 του άρθρου 55 του Ν. 4262/2014 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 του Ν. 4331/2015), σε περίπτωση ρύθμισης οφειλών προνοιακών φορέων με σύμφωνο εξυγίανσης κατά τις ανωτέρω διατάξεις.
VIII. της παρ. 3 του άρθρου 58 του Κ.Ε.Δ.Ε. (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 33, παρ. 3 του Ν. 4141/2013-ΦΕΚ 81 Α’) περί αναστολής παραγραφής σε περίπτωση αποβολής εισπραχθείσας απαίτησης του Δημοσίου από πίνακα κατάταξης ή διανομής (βλ. και εγκύκλιο ΠΟΛ.1115/23.5.2013),
IX. της παρ. 3 του άρθρου 82 του Κ.Ε.Δ.Ε. περί αναστολής παραγραφής σε περίπτωση χαρακτηρισμού ληξιπρόθεσμης οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης,
X. οι διατάξεις που προβλέπουν παράταση του χρόνου παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. οφειλών (βλ. αναλυτικά κατωτέρω κεφάλαιο ΣΤ), ήτοι:
α. του άρθρου 14 του Ν. 2074/1992,
β. της παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν. 2187/1994,
γ. της παρ. 13 του άρθρου εβδόμου του Ν. 2275/1994,
δ. της παρ. 34 του άρθρου 6 του Ν.2386/1996,
ε. της παρ.23 του άρθρου 20 του Ν. 2459/1997,
στ. της παρ. 12 του άρθρου 22 του Ν.2523/1997,
ζ. της παρ. 8 του άρθρου17 του Ν. 2753/1999,
η. της παρ. 5 του άρθρου 11 του Ν. 2954/2001,
θ. της παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν. 3808/2009,
ι. της παρ. 4 του άρθρου 15 του Ν. 3888/2010 και
ια. της παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του Ν. 4098/2012.
Γ. ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΝΑΡΞΗ – ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ)
Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής καθώς και η προθεσμία της παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου προσδιορίζονται από τις κατά τα ανωτέρω παρατεθείσες λεπτομερειακού χαρακτήρα βασικές διατάξεις (βλ. ανωτέρω υπ’ αριθ. I – IV και VI διατάξεις), που ισχύουν επί αυτών σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω (βλ. Κεφάλαιο Β), καθώς και από άλλες ειδικότερες κατά περίπτωση διατάξεις.
Ειδικότερα:
Ι. Χρόνος έναρξης της παραγραφής
α) Ο χρόνος παραγραφής των χρεών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των Ν. 321/1969, Ν.2362/1995 και Ν. 4270/2014 αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου βεβαιώθηκαν εν στενή εννοία και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα.
β) Ο χρόνος παραγραφής των φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4174/2013, των οποίων ο εκτελεστός τίτλος αποκτήθηκε από 1-1-2014, αρχίζει από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου αποκτήθηκε ο νόμιμος τίτλος εκτέλεσης.
ΙΙ. Προθεσμία παραγραφής
α. Προθεσμία παραγραφής απαιτήσεων σύμφωνα με το Ν.Δ.321/1969
Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν.Δ.321/1969, ήτοι των απαιτήσεων που γεννήθηκαν μέχρι και 31-12-1995, ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 87 αυτού, ως εξής :
1. Σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται:
i. Κάθε χρέος προς το Δημόσιο, εφ’ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το ανωτέρω Ν.Δ., που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε στο Δημόσιο Ταμείο με τη στενή έννοια. Εάν η βεβαίωση έγινε πριν το χρέος καταστεί ληξιπρόθεσμο, μερικά ή ολικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και για το ποσό αυτό (παρ. 1)
ii. Χρέη προς το Δημόσιο προερχόμενα από απαιτήσεις που περιήλθαν σ’ αυτό από οποιονδήποτε λόγο, οι οποίες δεν έχουν παραγραφεί στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου μέχρι τη μεταβίβασή των στο Δημόσιο (παρ. 4)
iii. Χρέη από πρόστιμα, χρηματικές ποινές και συναφή δικαστικά έξοδα και τέλη (παρ. 2)
2. Σε δεκαετή παραγραφή υπόκεινται :
i. Χρέη προς το Δημόσιο από παρακρατηθέντες ή για λογαριασμό του Δημοσίου εισπραχθέντες φόρους, τέλη και δικαιώματα (παρ.3),
ii. Χρέη προς το Δημόσιο από εισαγωγικούς δασμούς και τέλη εν γένει εισπραττόμενα στα Τελωνεία, η οποία αρχίζει από την λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η προς είσπραξη αυτών απαίτηση του Δημοσίου. Ως χρόνος γένεσης της αξίωσης προς είσπραξη εισαγωγικών δασμών και λοιπών τελών εμπορευμάτων υπό αποταμίευση, λογίζεται για την παραγραφή, η επομένη της λήξης της σύμφωνα με τους τελωνειακούς νόμους οριζόμενης προθεσμίας αποταμίευσης, σε περίπτωση δε διενέργειας ως προς αυτήν ελέγχου των αποθηκών, η ημέρα της σύνταξης έκθεσης περί διαπίστωσης ελλείμματος (παρ. 5).
3. Σε εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται χρέη προς το Δημόσιο που προέρχονται από:
i. τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, πλην χρεών από πρόστιμα, χρηματικές ποινές και συναφή δικαστικά έξοδα και τέλη,
ii. άπιστη διαχείριση,
iii. συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανόμενων και των περιοδικών παροχών και
iv. καταλογισμούς που επιβλήθηκαν από οποιαδήποτε κατά νόμο αρμόδια Αρχή. (παρ.2).
β. Προθεσμία παραγραφής απαιτήσεων σύμφωνα με τους Ν. 2362/1995 και Ν. 4270/2014
Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Ν. 2362/1995 και Ν. 4270/2014, ήτοι των απαιτήσεων που γεννήθηκαν από 1-1-1996, πλην όσων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4174/2013, ορίζεται στις ήδη καταργηθείσες διατάξεις του άρθρου 86 του Ν. 2362/1995 και στις ισχύουσες ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 136 του Ν. 4270/2014, στις οποίες αναφέρονται τα εξής:
Στην παρ. 1 ορίζεται ότι καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Φορολογική Αρχή ή Τελωνείο (βεβαίωση με τη στενή έννοια), με την επιφύλαξη των διατάξεων περί επιβολής φόρων και λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν.4174/2013.
1. Σε τριετή παραγραφή υπόκεινται:
Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται από τα Τελωνεία, εφ’ όσον δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακά ή βεβαιώθηκαν ελλιπώς, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη απαιτητή η οφειλή (πρώτο εδάφιο παραγράφου 5, άρθρου 86 Ν. 2362/1995 και άρθρου 136 Ν. 4270/2014).
Σημείωση: Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 136 του Ν. 4270/2014 εφαρμόζονται και για απαιτήσεις του Δημοσίου που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου (βλ. μεταβατική διάταξη της περ. γ’ (αα) της παρ.2 του άρθρου 183 του Ν. 4270/2014).
2. Σε πενταετή παραγραφή υπόκειται:
Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μαζί με τα πρόστιμα, τους τόκους και τις προσαυξήσεις που έχουν βεβαιωθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον ίδιο νόμο ή σε άλλη ειδική διάταξη που ρυθμίζει προθεσμία παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε με την στενή έννοια η απαίτηση και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ. 2 άρθρου 86 Ν. 2362/1995 και άρθρου 136 Ν. 4270/2014).
3. Σε δεκαετή παραγραφή υπόκεινται:
i. Απαιτήσεις του Δημοσίου από δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που βεβαιώθηκαν στα τελωνεία, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκαν κατά τις ειδικότερες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας (δεύτερο εδάφιο παραγράφου 5 άρθρου 86 Ν. 2362/1995 και άρθρου 136 Ν. 4270/2014).
Ως χρόνος γένεσης αξίωσης για είσπραξη δασμών ,φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων επί εμπορευμάτων που βρίσκονται υπό τελωνειακή παρακολούθηση την οποία επιβάλλει η προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων αυτών ή η υπαγωγή τους σε τελωνειακό καθεστώς, το οποίο συνεπάγεται τελωνειακή παρακολούθηση, θεωρείται για την παραγραφή το χρονικό σημείο κατά το οποίο πραγματοποιείται η διαφυγή του εμπορεύματος από την τελωνειακή παρακολούθηση και όπου αυτό δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, το χρονικό σημείο διαπίστωσης της διαφυγής (τρίτο εδάφιο παραγράφου 5 άρθρου 86 Ν. 2362/1995 και άρθρου 136 Ν. 4270/2014).
Σημείωση: Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 136 του Ν. 4270/2014 εφαρμόζονται και για απαιτήσεις του Δημοσίου που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου (βλ. μεταβατική διάταξη της περ. γ’ (αα) της παρ.2 του άρθρου 183 του Ν. 4270/2014).
ii. Απαιτήσεις του Δημοσίου ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυπόχρεων, οι οποίες βεβαιώνονται με τη στενή έννοια από 1/1/1996 (έναρξη ισχύος του Ν. 2362/1995) στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο μετά την εν στενή εννοία βεβαίωσή τους κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.
Επισήμανση: Οι απαιτήσεις από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. και δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2362/1995 παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου, δηλαδή από την 31 η/12/1995 (άρθρο 65 παρ. 5 του Ν. 2362/1995). Αντίστοιχα, απαιτήσεις από την ανωτέρω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. και δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4270/2014 παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσης του νόμου αυτού, δηλαδή από την 31 η/12/2014 (άρθρο 126 παρ. 6 του Ν. 4270/2014).
4. Σε εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται απαιτήσεις του Δημοσίου που:
i. απορρέουν από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, στην οποία περιλαμβάνεται και η σύμβαση που βασίζεται σε πρακτικό του Ν.Σ.Κ. με το οποίο καταρτίζεται εξωπτωχευτική ρύθμιση του τρόπου καταβολής πτωχευτικών χρεών, οφειλομένων στο Δημόσιο, η οποία εξομοιώνεται πλήρως με μεταπτωχευτική έννομη σχέση,
ii. απορρέουν από τελεσίδικη απόφαση είτε αναγνωριστική είτε καταψηφιστική οποιουδήποτε δικαστηρίου,
iii. γεννήθηκαν συνεπεία άπιστης διαχείρισης,
iv. απορρέουν από διάταξη τελευταίας βούλησης,
v. αφορούν σε περιοδικές παροχές,
vi. γεννήθηκαν από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή,
vii. γεννήθηκαν από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές,
viii. αφορούν σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτού εισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων και
ix. απορρέουν από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων.(παρ. 3 άρθρου 86 Ν. 2362/1995 και άρθρου 136 Ν. 4270/2014)
5. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παραγραφή, που δεν δύναται όμως σε κάθε περίπτωση να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του Δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η βεβαίωση αυτή με τη στενή έννοια (παρ.4 άρθρου 86 Ν. 2362/1995 και άρθρου 136 Ν. 4270/2014).
γ. Προθεσμία παραγραφής απαιτήσεων σύμφωνα με τον Ν. 4174/2013
Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 4174/2013, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 αυτού, για τα οποία η Φορολογική Διοίκηση αποκτά εκτελεστό τίτλο από 1-1-2014 και εφεξής, ορίζεται πενταετής (5 έτη), που αρχίζει από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου αποκτήθηκε ο νόμιμος τίτλος εκτέλεσης (άρθρο 51 σε συνδυασμό με την παρ. 14 του άρθρου 72 του Ν. 4174/2013).
Δ. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ.
Ι. Λόγοι αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 88 του Ν.321/1969
Οι λόγοι αναστολής της παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου που προβλέπονταν στις διατάξεις του άρθρου 88 του Ν. 321/1969 «Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού» ίσχυσαν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2362/1995, ήτοι μέχρι και 31-12-1995. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις η παραγραφή των χρεών προς το Δημόσιο αναστέλλεται :
α) για τους λόγους που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (πρώτο εδάφιο άρθρου 88),
β) για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο κατά τον οποίο, κατά το τελευταίο έτος της παραγραφής, το χρέος τελούσε σε αναστολή ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία χορηγήθηκε με νόμο ή δικαστική απόφαση ή με απόφαση αρμόδιας κατά νόμο Αρχής, μετά από αίτηση του υπόχρεου, ανεξάρτητα από τη συμμόρφωση ή μη του υπόχρεου, εν όλω ή εν μέρει (περίπτωση α άρθρου 88),
γ) για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο κατά τον οποίο το Δημόσιο εμποδίστηκε να επιδιώξει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστικά μέσα λόγω αναστολής εκτέλεσης που χορηγήθηκε με διάταξη νόμου (περίπτωση β άρθρου 88).
Στις ανωτέρω περιπτώσεις (β και γ) η παραγραφή συνεχίζεται μετά τη λήξη της αναστολής είσπραξης, της τμηματικής καταβολής ή της αναστολής εκτέλεσης, σε καμία δε περίπτωση δεν συμπληρώνεται αυτή πριν από την παρέλευση έξι μηνών από τη λήξη της αναστολής πληρωμής, της αναστολής εκτέλεσης ή της διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής.
δ) Εάν αμφισβητήθηκε δικαστικά η νομιμότητα του τίτλου είσπραξης ή των ληφθέντων μέτρων εκτέλεσης από τον οφειλέτη ή τρίτο μέχρι τελεσίδικης περαίωσης της δίκης (περίπτωση γ άρθρου 88).
ΙΙ. Λόγοι αναστολής σύμφωνα με τα άρθρα 87 του Ν. 2362/1995 και 137 του Ν.4270/2014
Οι λόγοι αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου που προβλέπονταν αρχικά στις διατάξεις του άρθρου 87 του Ν.2362/1995 και μετά την κατάργηση αυτού στις σχεδόν ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 137 του Ν. 4270/2014, έχουν εφαρμογή, όπως προαναφέρθηκε (βλ. ανωτέρω Κεφάλαιο Β), επί απαιτήσεων που γεννήθηκαν από 1-1-1996 καθώς και επί προγενέστερων απαιτήσεων, εφ’ όσον δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή κατά την ως άνω ημερομηνία (χρόνος έναρξης ισχύος του νόμου Ν. 2362/1995), πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (άρθρο 51 Ν. 4174/2013), για τις οποίες αποκτήθηκε εκτελεστός τίτλος από 1-1-2014.
Ειδικότερα:
Η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου αναστέλλεται :
α) Για τους λόγους που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (παρ. 1 άρθρου 87 Ν. 2362/1995 και άρθρου 137 Ν. 4270/2014).
β) Για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο για τον οποίο είχε χορηγηθεί στον υπόχρεο ή σε συνυπόχρεο κατά την τελευταία διετία της παραγραφής αναστολή πληρωμής του χρέους του ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής είτε με νόμο είτε με δικαστική απόφαση είτε με πράξη της αρμόδιας Αρχής, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, ανεξάρτητα αν ο υπόχρεος έχει συμμορφωθεί ή όχι, εν όλω ή εν μέρει (παρ. 2, περ. α, άρθρου 87 Ν. 2362/1995 και άρθρου 137 Ν. 4270/2014)
γ) Για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο κατά τον οποίο είχε εμποδιστεί το Δημόσιο να επιδιώξει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστικά μέτρα, λόγω αναστολής εκτέλεσης που έχει χορηγηθεί με διάταξη νόμου. (παρ. 2, περ. β, άρθρου 87 Ν. 2362/1995 και άρθρου 137 Ν. 4270/2014)
Στις παραπάνω υπό στοιχεία (β) και (γ) περιπτώσεις η παραγραφή συνεχίζεται μετά τη λήξη της αναστολής της και σε καμία περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη είτε της αναστολής πληρωμής είτε της παραβίασης της υποχρέωσης τμηματικής καταβολής είτε της αναστολής λήψης των αναγκαστικών μέτρων αντίστοιχα.
Σημείωση: Κατ’ εφαρμογή της διάταξης της ανωτέρω περίπτωσης (γ), η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου ανεστάλη για όλο το χρονικό διάστημα ισχύος της αναστολής διενέργειας πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ίσχυσε από 28-6-2015 έως 31-10-2015, λόγω της τραπεζικής αργίας και της επιβολής περιορισμών στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων και η οποία δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από την λήξη της αναστολής εκτέλεσης. (βλ. σχετικά έγγραφα υπ’ αριθμ. πρωτ. Δ.ΕΙΣΠΡ.Β 1101866 ΕΞ 2015/27-7-2015, Δ.ΕΙΣΠΡ.Β.1115433 ΕΞ 2015/3-9-2015 και Δ.ΕΙΣΠΡ.Β 1126480 ΕΞ 2015/30-9-2015).
δ) Κατά τη διάρκεια ανηλικότητας του οφειλέτη ή και δύο έτη μετά την ενηλικίωση αυτού, αν η κληρονομιά στερείται ενεργητικού, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη κηδεμόνα ή επιτρόπου του ανηλίκου (παρ. 2 περ. γ άρθρου 87 Ν. 2362/1995 και άρθρου 137 Ν. 4270/2014)
ε) Στην περίπτωση που ο οφειλέτης κατά την τελευταία διετία της παραγραφής διέμενε στο εξωτερικό για χρόνο μεγαλύτερο του μηνός συνεχόμενα ή μη, ο χρόνος παραγραφής κάθε απαίτησης του Δημοσίου παρατείνεται για δύο έτη (παρ. 3 άρθρου 87 Ν. 2362/1995 και άρθρου 137 Ν. 4270/2014)
στ) Σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε είτε του νόμιμου τίτλου γενικά της απαίτησης του Δημοσίου είτε της νομιμότητας της βεβαίωσης εν στενή εννοία είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξης της αναγκαστικής (διοικητικής) εκτέλεσης προς είσπραξη απαίτησης του Δημοσίου, η προβλεπόμενη παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου προς βεβαίωση (εν ευρεία εννοία) ή προς είσπραξη της βεβαιωμένης απαίτησής του αναστέλλεται μέχρι την έκδοση επί της δικαστικής αυτής διένεξης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και δεν συμπληρώνεται αυτή σε κάθε περίπτωση πριν από την πάροδο ενός έτους από την κοινοποίηση, με επιμέλεια των αντιδίκων του Δημοσίου και με δικαστικό επιμελητή, της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου και στον Υπουργό των Οικονομικών.
Σε περίπτωση ακύρωσης της κατάσχεσης ή άλλης πράξης της διοικητικής εκτέλεσης και επανάληψης της ίδιας ή άλλης πράξης αναγκαστικής (διοικητικής) εκτέλεσης εντός της ανωτέρω προθεσμίας του ενός έτους, επί του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή άλλου προσώπου κατά νόμο ευθυνόμενου, η διακοπή της παραγραφής της απαίτησης που επήλθε με την ακυρωθείσα πράξη, λογίζεται ως μηδέποτε εξαλειφθείσα (παρ. 4 άρθρου 87 Ν. 2362/1995 και άρθρου 137 Ν. 4270/2014).
Σημειώσεις:
1. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 137 του Ν. 4270/2014, όπως τίθενται αμέσως ανωτέρω, εφαρμόζονται και για απαιτήσεις του Δημοσίου που δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της περ. γ’ (αα) της παρ.2 του άρθρου 183 του Ν. 4270/2014.
2. Επισημαίνεται ότι το αποτέλεσμα της περίπτωσης υπό στοιχείο στ’ επαγόταν κατά τις διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 87 του Ν.2362/1995 και η αίτηση του Δημοσίου προς το Δικαστήριο όπως επιτρέψει την προσωπική κράτηση του οφειλέτη του. Με την διάταξη της παρ.6 του άρθρου 67 του Ν.3842/2010 καταργήθηκε το αναγκαστικό μέτρο της προσωπικής κράτησης για είσπραξη δημοσίων εσόδων. Η αναστολή της παραγραφής που άρχισε με την υποβολή αίτησης προσωπικής κράτησης έληξε με την δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, ήτοι στις 23-4-2010. Σε κάθε περίπτωση η παραγραφή των χρεών αυτών δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο τουλάχιστον έτους από τη λήξη της αναστολής.
ΙΙΙ. Λόγοι αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4174/2013
Η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, για τα οποία αποκτάται εκτελεστός τίτλος από 1-1-2014 και εφεξής, αναστέλλεται για τους λόγους που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν. 4174/2013, ήτοι:
α) για όσο χρονικό διάστημα είχε χορηγηθεί ρύθμιση τμηματικής καταβολής,
β) για όσο χρονικό διάστημα η Φορολογική Διοίκηση δεν μπορούσε να εισπράξει το χρέος λόγω αναστολής εκτέλεσης από οποιαδήποτε αιτία (κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής βλ. σχετική σημείωση στο Κεφάλαιο II, περ. γ)
Στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις (υπό στοιχεία α και β) η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση έτους από τη λήξη της αναστολής.
γ) Κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας του φορολογούμενου.
δ) Κατά τη διάρκεια δικαστικής αμφισβήτησης του εκτελεστού τίτλου της απαίτησης ή της νομιμότητας της είσπραξης ή του κύρους της πράξης εκτέλεσης και μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους από την επίδοση στη Φορολογική Διοίκηση με δικαστικό επιμελητή αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.
Σημείωση:
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου αυτού 137 του ν. 4270/2014, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 αυτού εφαρμόζεται και για οφειλές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 51 του Ν. 4174/2013. Συγκεκριμένα: «Σε περίπτωση ακύρωσης κατάσχεσης ή άλλης πράξης της διοικητικής εκτέλεσης και, εντός της προβλεπόμενης από το ίδιο άρθρο προθεσμίας, επανάληψης της ίδιας ή άλλης πράξης αναγκαστικής (διοικητικής) εκτέλεσης, επί του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου, του ιδίου ή άλλου προσώπου ευθυνομένου, η με την ακυρωθείσα πράξη επελθούσα διακοπή της παραγραφής της απαίτησης λογίζεται ως μηδέποτε εξαλειφθείσα ενώ οι συνέπειες της ακυρωθείσας πράξης αναβιώνουν αναδρομικά (π.χ. απαγόρευση διάθεσης συνεπεία επιβολής της αρχικής κατάσχεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και του ΚΠολΔ). Η ρύθμιση αυτή, λόγω της γενικότητάς της και της απουσίας αντίστοιχης διάταξης στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, καταλαμβάνει αυτονοήτως το σύνολο των οφειλών του Δημοσίου, ήτοι ακόμη και αυτές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κώδικα».
IV. Λοιποί ειδικοί λόγοι αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου
α) Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης λόγω μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατά τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, η οποία προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν.2523/1997 και ισχύει από 11 -9-1997, αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Μετά την αντικατάσταση της παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 34 του Ν.3220/2004, η οποία ισχύει από 1-1-2004, η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής.
Σημειωτέον ότι στις περιπτώσεις που με τις εκάστοτε διατάξεις λόγω αύξησης του ορίου αξιοποίνου της μη καταβολής χρεών αποποινικοποιείτο η μη καταβολή χρεών για τα οποία είχε υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης και δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, η αναστολή έληξε με τη δημοσίευση του οικείου νόμου και δεν συμπληρώνεται σε κάθε περίπτωση πριν από την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής (βλ. παρ. 4 άρθρου 34 Ν.3220/2004-ΦΕΚ 15′ Α’/28-1-2004, με την οποία αυξήθηκε το όριο αξιοποίνου από 5.000 ευρώ σε 10.000 ευρώ, άρθρο 20 του Ν.4321/2015-ΦΕΚ 32Α’/21-3- 2015, με την οποία αυξήθηκε το όριο αξιοποίνου από 5.000 ευρώ σε 50.000 ευρώ και άρθρο 8 του Ν. 4337/2015-ΦΕΚ 129 Α’/17-10-2015 με το οποίο αυξήθηκε το όριο αξιοποίνου από 50.000 ευρώ σε 100.000 ευρώ).
β) Η υπαγωγή οφειλών σε νομοθετική ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ή η υποβολή σχετικής αίτησης, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις περί αναστολής του χρόνου παραγραφής χρεών που περιλαμβάνονται στους νόμους που διέπουν τις εκάστοτε χορηγούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις βεβαιωμένων οφειλών, τη χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής οφειλών καθώς και ρυθμίσεις χρεών οφειλετών ειδικών κατηγοριών (βλ. ανωτέρω Κεφάλαιο Β, περ. VII)
γ) Η καταχώρηση ληξιπρόθεσμης οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, κατόπιν χαρακτηρισμού αυτής ως ανεπίδεκτης είσπραξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 82 του Κ.Ε.Δ.Ε. (Απόφαση ΠΟΛ.1259/5.12.2013, όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ.1089/22.6.2016). Η αναστολή παραγραφής ισχύει για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώρηση στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.
δ) Η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, με την οποία αποβάλλεται από πίνακα κατάταξης ή διανομής καταταγείσα απαίτηση του Δημοσίου, η οποία είχε εισπραχθεί, έχει ως συνέπεια να μην προσμετράται στην προθεσμία παραγραφής ο χρόνος μεταξύ της είσπραξης και της επαναβεβαίωσης της αποβληθείσας απαίτησης του Δημοσίου (άρθρο 58, παρ. 3 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 33, παρ. 3 του Ν. 4141/2013-ΦΕΚ 81 Α’, βλ. και εγκύκλιο ΠΟΛ.1115/23.5.2013).
V. Λόγοι αναστολής που προβλέπονται από γενικής ισχύος διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας
α. Λόγοι αναστολής που προβλέπονται στον Αστικό Κώδικα
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 255 και 257 του Α.Κ. περί αναστολής παραγραφής «Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση. Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες».
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 258 του Α.Κ. περί παραγραφής κατά ανικάνων: «Η παραγραφή τρέχει και σε βάρος προσώπων που είναι ανίκανα ή έχουν περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν επίτροπο ή δικαστικό συμπαραστάτη, η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες αφότου έγιναν απεριορίστως ικανά ή απέκτησαν επίτροπο ή δικαστικό συμπαραστάτη. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, εφόσον ο ανίκανος ή ο περιορισμένα ικανός έχει την ικανότητα να παραστεί στο Δικαστήριο».
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 του Α.Κ. «Η παραγραφή αξίωσης που ανήκει σε κληρονομία ή απευθύνεται κατά κληρονομίας, δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου αφότου ο κληρονόμος απέκτησε την κληρονομία ή αφότου η αξίωση μπορεί να ασκηθεί από κηδεμόνα κληρονομίας ή κατά κηδεμόνα κληρονομίας».
β. Άλλοι λόγοι αναστολής
1. Η χορήγηση από το δικαστήριο προληπτικών μέτρων στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης (άρθρα 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα-ΠτΚ) κατ’ άρθρο 103, παρ. 1 του ΠτΚ, με τα οποία αναστέλλονται εν όλω ή εν μέρει τα μέτρα ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη. Κατά τη διάρκεια της αναστολής μέτρων, κατά τα ανωτέρω, αναστέλλεται η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες διατάχθηκαν τα προληπτικά μέτρα (δηλαδή των οφειλών που είχαν γεννηθεί πριν από την υποβολή της αίτησης για το άνοιγμα διαδικασίας εξυγίανσης, εκτός αν το δικαστήριο ρητά επεκτείνει την ισχύ των προληπτικών μέτρων/της αναστολής και σε νεότερες απαιτήσεις) κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 255 του Αστικού Κώδικα (βλ. ανωτέρω υπό α1 ).
2. Η κατάθεση αίτησης για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης κατ’ άρθρο 106β ή 106στ ΠτΚ (προκειμένου για αιτήσεις άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατ’ άρθρο 106β ΠτΚ, οι οποίες κατατίθενται από 19/8/2015 ή αιτήσεις για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης κατ’ άρθρο 106στ ΠτΚ, εφόσον η αντίστοιχη αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας είχε κατατεθεί από 19/8/2015) έχει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 106β του ΠτΚ ως συνέπεια την αναστολή παραγραφής: i. σε περίπτωση αίτησης για άμεση επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης κατ’ άρθρο 106β ΠτΚ, των απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν από την κατάθεση προς επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης και ii. σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης μετά από προηγούμενο άνοιγμα διαδικασίας εξυγίανσης κατ’ άρθρο 106στ ΠτΚ, των απαιτήσεων που υφίστανται κατά την ημέρα του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης (ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής απόφασης στο ακροατήριο του δικαστηρίου). Η αναστολή παραγραφής ισχύει για το χρονικό διάστημα που αρχίζει από την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης και λήγει με την έκδοση της δικαστικής απόφασης για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει κατά νόμο τους τέσσερις (4) μήνες (βλ. σχετική εγκύκλιο ΠΟΛ.1066/1.6.2016).
3. Η δικαστική επικύρωση συμφωνίας συνδιαλλαγής κατ’ άρθρο 104, παρ. 1, περ. (ε) του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τον ν. 4013/2011 (ΦΕΚ 204 Α’) είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, την αναστολή, κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας, της παραγραφής των απαιτήσεων των συμβαλλόμενων πιστωτών και των δικαιωμάτων των υπέρ του οφειλέτη εγγυητών και συνοφειλετών του εις ολόκληρον.
Σημείωση: Η ανωτέρω ειδική διάταξη περί αναστολής παραγραφής εφαρμόζεται επί απαιτήσεων του Δημοσίου, αν αυτό ήταν συμβαλλόμενο μέρος σε συμφωνία συνδιαλλαγής (θεσμός προϊσχύων της συμφωνίας εξυγίανσης, που εισήχθη με τον ν. 4013/2011). Κατ’ εφαρμογή όμως της προαναφερθείσας διάταξης της παραγράφου 2, περίπτωση (β) του άρθρου 87 του Ν. 2362/1995 (βλ. ανωτέρω υπό II γ), η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου σε βάρος του οφειλέτη (και των τυχόν εγγυητών ή συνυπόχρεων εις ολόκληρον προσώπων), κατά τη διάρκεια ισχύος συμφωνίας συνδιαλλαγής, αναστέλλεται και στις περιπτώσεις όπου το Δημόσιο δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία (όπως κατά κανόνα συνέβαινε στην πράξη), λόγω της αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των προσώπων αυτών, που προβλεπόταν στο άρθρο 104 παρ. 1, περ. (β) του ΠτΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τον ν. 4013/2011. Η αναστολή παραγραφής καταλαμβάνει απαιτήσεις του Δημοσίου που γεννήθηκαν πριν από τη σύναψη της συμφωνίας συνδιαλλαγής (βλ. σχετικές εγκυκλίους ΠΟΛ.1087/11.6.2010 και ΠΟΛ.1115/15.7.2010).
4. Η ολοκλήρωση κατάθεσης αίτησης στο Ειρηνοδικείο για υπαγωγή στη διαδικασία ρύθμισης χρεών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων του ν. 3869/2010
έχει ως συνέπεια την αναστολή παραγραφής των απαιτήσεων των πιστωτών που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση (συγκεκριμένα, στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών που περιέχεται στην αίτηση). Η αναστολή παραγραφής διαρκεί έως την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης επί της αιτήσεως (βλ. σχετική εγκύκλιο ΠΟΛ.1036/18.3.2016).
E. ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ
I. Λόγοι διακοπής σύμφωνα με το άρθρο 89 του Ν.321/1969
Οι λόγοι διακοπής της παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 89 του Ν. 321/1969 «Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού» ίσχυσαν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2362/1995, ήτοι μέχρι 31-12-1995.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, η παραγραφή διακόπτεται:
α) για τους λόγους οι οποίοι προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία πλην του λόγου της με οποιονδήποτε τρόπο αναγνώρισης της αξίωσης από τον υπόχρεο,
β) με την επιβολή κατάσχεσης επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή του εγγυητή αυτού, είτε αυτά βρίσκονται στα χέρια αυτών είτε στα χέρια τρίτων,
γ) με κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης από την έναρξη αυτής μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, η οποία (παραγραφή) αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη εκτέλεσης.
Σε περίπτωση απαγγελίας ακυρότητας της κατάσχεσης ή άλλης πράξης της διοικητικής εκτέλεσης, η παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου δεν συμπληρώνεται, εάν εντός τριών μηνών από την τελεσιδικία της απόφασης με την οποία απαγγέλθηκε η ακυρότητα επαναληφθεί η πράξη εκτέλεσης που ακυρώθηκε ή επιβληθεί νέα κατάσχεση επί του ίδιου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου.
Η άρση της κατάσχεσης από τη διοικητική Αρχή μετά από αίτηση του οφειλέτη δεν αναιρεί τη διακοπή της παραγραφής
Επί περισσότερων οφειλετών εις ολόκληρον η διακοπή της παραγραφής ως προς ένα από αυτούς ενεργεί και κατά των λοιπών. Η διακοπή της παραγραφής ως προς τον πρωτοφειλέτη ενεργεί και κατά του εγγυητή και αντιστρόφως.
II. Λόγοι διακοπής σύμφωνα με τα άρθρα 88 του Ν.2362/1995 και 138 του Ν.4270/2014
Την παραγραφή χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013), διακόπτουν οι λόγοι που αναφέρονταν αρχικά στις διατάξεις του άρθρου 88 του Ν.2362/1995 και μετά την κατάργησή τους στις σχεδόν ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 138 του Ν. 4270/2014, στο οποίο συμπληρώθηκε η περίπτωση α της παραγράφου 1 και προστέθηκε επί πλέον νέος λόγος διακοπής της παραγραφής υπό στοιχείο (η)’, ήτοι:
α) Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται στα χέρια των ή στα χέρια τρίτου ή αν κοινοποιήθηκε στον καθ’ ού η κατάσχεση (περίπτωση α παραγράφου 1 άρθρου 138 του Ν. 4270/2014)
Σημείωση: Στην ανωτέρω περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 138 του ν. 4270/2014 συμπληρώθηκε η αντίστοιχη διάταξη της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 88 του Ν. 2362/1995 με την προσθήκη στο τέλος αυτής των λέξεων « ή αν κοινοποιήθηκε στον καθ’ ού η κατάσχεση». Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται και για απαιτήσεις του Δημοσίου που δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (παρ. γ’ περίπτωση αα του άρθρου 183 του Ν. 4270/2014).
β) Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη στο πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα (περίπτωση β παραγράφου 1 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014)
γ) Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου μετ’ αυτού συνυπόχρεου ή για χρέη του οποίου ευθύνεται το πρόσωπο αυτό. Η διακοπή επέρχεται με την κοινοποίηση της αναγγελίας είτε στο γραμματέα του Πτωχευτικού Δικαστηρίου είτε στον σύνδικο της πτώχευσης.
Ειδικά επί μη προνομιακών απαιτήσεων του Δημοσίου, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες από την κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείου της τελεσίδικης απόφασης περί επικύρωσης του πτωχευτικού συμβιβασμού, με επιμέλεια του οφειλέτη.
Η ένωση των πιστωτών ή η αποκατάσταση του πτωχού καθώς και η ανάκληση της δικαστικής απόφασης με την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση ή η ακύρωση ή η διάρρηξη του πτωχευτικού συμβιβασμού δεν επάγονται έναρξη εκ νέου της διακοπείσας με την αναγγελία παραγραφής (περίπτωση γ παραγράφου 1 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014).
Σημείωση: Σε περίπτωση περάτωσης της πτώχευσης για άλλο λόγο, εφαρμόζεται η γενικής ισχύος διάταξη του άρθρου 266 του Αστικού Κώδικα, κατά την οποία η παραγραφή που διακόπηκε με αναγγελία σε πτώχευση αρχίζει πάλι αφότου η πτώχευση περατώθηκε ή, αν επακολούθησαν αντιρρήσεις κατά της απαίτησης, από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
δ) Η αναγγελία προς κατάταξη σε πλειστηριασμό περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή των λοιπών αναφερομένων στην περίπτωση γ’ προσώπων (περίπτωση δ παραγράφου 1 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014)
ε) Η αναγγελία στον εκκαθαριστή κληρονομίας ή στον εκκαθαριστή διαλυθέντος νομικού προσώπου. Εάν επί διάλυσης νομικού προσώπου δεν υπάρχει αμέσως γνωστός εκκαθαριστής βάσει του καταστατικού αυτού ή δικαστικής απόφασης, η παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου αναστέλλεται μέχρι τον ορισμό εκκαθαριστή και έξι μήνες μετά τον ορισμό αυτού (περίπτωση ε παραγράφου 1 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014)
Σημείωση: Σε περίπτωση που η αναγγελία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο εκκαθάρισης, στην οποία απαγορεύεται βάσει νόμου η λήψη μέτρων αναγκαστικής/διοικητικής εκτέλεσης, η νέα παραγραφή αρχίζει μετά το πέρας της διαδικασίας εκκαθάρισης, λόγω της αναστολής παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 87, παρ. 2, περ. β του Ν. 2362/1995 ή 137, παρ. 2 περ. β του Ν. 4270/2014, κατά περίπτωση (ομοίου περιεχομένου διατάξεις). Τέτοιες περιπτώσεις εκκαθάρισης είναι π.χ. η ειδική εκκαθάριση κατ’ άρθρο 106ια του Πτωχευτικού Κώδικα (βλ. την παρ. 6 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4336/2015), η ειδική εκκαθάριση κατ’ άρθρα 46 και 46α του ν. 1892/1990 (βλ. την παρ. 4 του άρθρου 46 αυτού), η δικαστική εκκαθάριση κληρονομίας (βλ. άρθρα 1913 επ. του Αστικού Κώδικα), η εκκαθάριση αγροτικών συνεταιρισμών, όπου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί δικαστικής εκκαθάρισης κληρονομίας (βλ. άρθρο 27, παρ. 15 ν. 4384/2016) κ.λπ.
στ) Η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του οφειλέτη ή οποιουδήποτε των λοιπών αναφερομένων στην περίπτωση γ’ προσώπων. Η εξάλειψη αυτών εντός του χρόνου της νέας παραγραφής, χωρίς την γραπτή συναίνεση του Δημοσίου, δεν αναιρεί τη διακοπή για ένα έτος μετά τη γραπτή γνωστοποίηση από τον οφειλέτη προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. της γενομένης εξάλειψης (περίπτωση στ παραγράφου 1 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014)
ζ) Κάθε πράξη της κατά Κ.Ε.Δ.Ε. διοικητικής (αναγκαστικής) εκτέλεσης και κάθε διαδικαστική ως προς τον πίνακα κατάταξης πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου που λαμβάνει χώρα από την έναρξη της εκτέλεσης, μέχρι να καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατάταξης δανειστών. Η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες από την κοινοποίηση στο Δημόσιο, με δικαστικό επιμελητή και με επιμέλεια των αντιδίκων, της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης επί του πίνακα κατάταξης δανειστών (περίπτωση ζ παραγράφου 1 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014)
Η άρση της κατάσχεσης ή η εξάλειψη της υποθήκης ή η ανάκληση άλλης πράξης διοικητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης από τις ανωτέρω, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή από άλλη αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή δεν εξαλείφει αναδρομικά τη διακοπή της παραγραφής, η οποία αρχίζει εκ νέου από την ημερομηνία της άρσης ή της εξάλειψης ή της ανάκλησης αντίστοιχα (παράγραφος 2 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014)
η) Η κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή εγγυητή (περίπτωση η παραγράφου 1 άρθρου 138 Ν. 4270/2014)
Σημείωση: Η ανωτέρω διάταξη τηςπερίπτωσης η’ του άρθρου 138 του Ν. 4270/2014, με την οποία προστέθηκε νέος λόγος διακοπής της παραγραφής, εφαρμόζεται και για απαιτήσεις του Δημοσίου που δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (βλ. παρ. γ’ περίπτωση αα’ του άρθρου 183 του Ν. 4270/2014).
Επί περισσοτέρων συνοφειλετών, διαιρετώς ή εις ολόκληρον ευθυνομένων, περιλαμβανομένου και του εγγυητή, η διακοπή της παραγραφής της απαίτησης του Δημοσίου ως προς ένα από αυτούς ενεργεί και κατά των λοιπών (παράγραφος 3 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014).
Με την επιφύλαξη των ανωτέρω διατάξεων οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου (παράγραφος 4 άρθρου 88 Ν. 2362/1995 και άρθρου 138 Ν. 4270/2014).
III. Λόγοι διακοπής σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν. 4174/2013
Η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.4174/2013), για τα οποία η Φορολογική Διοίκηση αποκτά εκτελεστό τίτλο από 1-1-2014, διακόπτεται για τους παρακάτω λόγους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 51 αυτού:
α) με την κοινοποίηση στον οφειλέτη της ατομικής ειδοποίησης
β) με την κοινοποίηση στον οφειλέτη οποιασδήποτε πράξης αναγκαστικής
εκτέλεσης,
γ) με την αναγγελία:
> προς επαλήθευση στην πτώχευση,
> προς κατάταξη στον υπάλληλο του πλειστηριασμού,
> στον εκκαθαριστή κληρονομιάς ή διαλυθέντος νομικού προσώπου και
> στον ειδικό εκκαθαριστή επιχείρησης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,
δ) με την εγγραφή προσημείωσης ή υποθήκης επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του φορολογούμενου
Σημείωση: Σε περίπτωση πτώχευσης εφαρμόζεται η γενικής ισχύος διάταξη του άρθρου 266 του Αστικού Κώδικα, κατά την οποία η παραγραφή που διακόπηκε με αναγγελία σε πτώχευση αρχίζει πάλι αφότου η πτώχευση περατώθηκε ή, αν επακολούθησαν αντιρρήσεις κατά της απαίτησης, από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Επί αλληλεγγύως ευθυνομένων, η διακοπή της παραγραφής ως προς έναν από αυτούς ενεργεί και κατά των λοιπών.
IV. Λόγοι διακοπής της παραγραφής που προβλέπονται από τον Α.Κ.
α) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 του Αστικού Κώδικα την παραγραφή διακόπτει η αναγνώριση της αξίωσης με οποιοδήποτε τρόπο.
Σημείωση: Υπό την ισχύ του Ν.Δ. 321/1969, στην παρ. 1 του άρθρου 89 αυτού ορίζεται ότι η παραγραφή διακόπτεται για τους λόγους που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία «πλην του λόγου της καθ οιονδήποτε τρόπο αναγνωρίσεως της αξιώσεως υπό του Δημοσίου» .
β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του Αστικού Κώδικα την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής.
γ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 264 του Αστικού Κώδικα την παραγραφή διακόπτει (μεταξύ άλλων) η αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση (περ. 2). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 266 αυτού, η παραγραφή που διακόπηκε με αναγγελία σε πτώχευση αρχίζει πάλι αφότου η πτώχευση περατώθηκε ή, αν επακολούθησαν αντιρρήσεις κατά της απαίτησης, από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
δ) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1273 και 1280 του Αστικού Κώδικα την παραγραφή διακόπτει η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης, αντίστοιχα.
Οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονταν συμπληρωματικά μόνο με τις διατάξεις του άρθρου 89 του Ν Δ. 321/1969, δεδομένου ότι στα άρθρα 88 του Ν. 2362/1995 (παρ. 1, περ. στ) και 138 του Ν. 4270/2014 (παρ. 1, περ. στ) έχουν ενσωματωθεί αντίστοιχες ειδικές διατάξεις.
ΣΤ. ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ
Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου έχει παραταθεί με τις ακόλουθες διατάξεις:
I. του άρθρου 14 του Ν.2074/1992, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-1993 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών που παραγράφονται εντός του έτους 1992»,
II. της παρ.5 του άρθρου 4 του ν.2187/1994, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-1994 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών που παραγράφονται εντός του έτους 1993»,
III. της παρ. 13 του άρθρου έβδομου του Ν.2275/1994, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 30-6-1995 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών που παραγράφονταν εντός του έτους 1994»,
IV. της παρ. 34 του άρθρου 6 του Ν. 2386/1996, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-1996 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. χρεών που παραγράφονται εντός του έτους 1995 και 1996 πλήν των υπαγομένων στην διάταξη της παρ.13 του άρθρου εβδόμου του Ν. 2275/1994,
V. της παρ. 23 του άρθρου 20 του Ν.2459/1997, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-1997 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών που παραγράφονται εντός των ετών 1996 και 1997. Η ισχύς της παραγράφου αρχίζει την 17-12-1996»,
VI. της παρ. 12 του άρθρου 22 του Ν.2523/1997, βάσει της οποίας « παρατείνεται μέχρι 31-12-1998 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που παραγράφονται εντός των ετών 1997 και 1998. Η παράταση δεν ισχύει για χρέη προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης»,
VII. της παρ.8 του άρθρου 17 του Ν.2753/1999, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-2001 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους άνω του ποσού των 30.000 δρχ. κατά βασική οφειλή και συνολικά κατά οφειλέτη που παραγράφονται εντός των ετών 1999,2000 και 2001. Η παράταση δεν ισχύει για χρέη προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης»,
VIII. της παρ.5 του άρθρου 11 του Ν.2954/2001, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-2003 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους άνω του ποσού των πενήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι δρχ, (54.520 δρχ.) ή το ισόποσο των εκατόν εξήντα (160) ευρώ κατά την βασική οφειλή και συνολικά κατά οφειλέτη που παραγράφονται την 31-12-2001 και εντός των ετών 2002, 2003. Η παράταση δεν ισχύει για χρέη προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης»,
IX. της παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν.3808/2009, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-2011 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία του Κράτους, χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που παραγράφονται εντός των ετών 2009, 2010»,
X. της παρ. 4 του άρθρου 15 του Ν.3888/32010, βάσει της οποίας «από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και μέχρι 31-12-2012 παρατείνεται η παραγραφή των πάσης φύσεως βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία χρεών» και
XI. της παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του Ν.4098/2012, βάσει της οποίας «παρατείνεται μέχρι 31-12-2013 η προθεσμία παραγραφής των πάσης φύσεως βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία χρεών που παραγράφονται εντός των ετών 2012 και 2013».
V. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ
Απαίτηση του Δημοσίου η οποία έχει υποπέσει σε παραγραφή αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για τρία (3) έτη από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής (βλ. άρθρο 83, παρ. 3 του Ν.Δ. 356/1974-Κ.Ε.Δ.Ε., σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παρ. 2 του Ν. 4174/2013, προκειμένου για απαιτήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτού, καθώς και τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 89 του Ν. 2362/1995 και 139 του Ν. 4270/2014, κατά περίπτωση).
Στην περίπτωση που η οφειλή έχει διαγραφεί λόγω παραγραφής και αντιτάσσεται σε συμψηφισμό με ανταπαίτηση του οφειλέτη, η οφειλή που διεγράφη λόγω παραγραφής πρέπει να αναβιώσει σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 119 του Π.Δ. 16/1989 «Κανονισμός λειτουργίας των Δ.Ο.Υ.».
Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Καθορισμός του ποσού, κατά είδος ενισχύσεων, για τα επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στα καθεστώτα ενισχύσεων «Γενική Επιχειρηματικότητα», «Νέες ανεξάρτητες ΜΜΕ», «Ενισχύσεις μηχανολογικού εξοπλισμού» και «Επενδύσεις μείζονος μεγέθους» του αναπτυξιακού Ν. 4399/2016.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
14 Οκτωβρίου 2016
ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Αρ. Φύλλου 3315
Αριθ. 106688
Καθορισμός του ποσού, κατά είδος ενισχύσεων, για τα επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στα καθεστώτα ενισχύσεων «Γενική Επιχειρηματικότητα», «Νέες ανεξάρτητες ΜΜΕ», «Ενισχύσεις μηχανολογικού εξοπλισμού» και «Επενδύσεις μείζονος μεγέθους» του αναπτυξιακού Ν. 4399/2016.
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του Ν. 4399/2016 «θεσμικό πλαίσιο για τη σύσταση καθεστώτων Ενισχύσεων Ιδιωτικών Επενδύσεων για την περιφερειακή και οικονομική ανάπτυξη της χώρας – Σύσταση Αναπτυξιακού Συμβουλίου και άλλες διατάξεις» (Α΄ 117), και ειδικότερα την παρ. 1 του άρθρου 28 αυτού .
2. Τις διατάξεις του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού 651/2014 της Επιτροπής.
3. Τις διατάξεις του Ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) – δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις»», (Α΄143), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 4337/2015 (Α΄129).
4. Το άρθρο 90 του «Κώδικα για την Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.Δ. 63/2005 , (Α΄98).
5. Τις διατάξεις του Π.Δ. 116/2014 «Οργανισμός του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας» (Α΄185), όπως ισχύει.
6. Τις διατάξεις του Π.Δ. 70/2015 «Ανασύσταση των Υπουργείων Πολιτισμού και Αθλητισμού, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ανασύσταση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και μετονομασία του σε Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Μετονομασία του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και θρησκευμάτων σε Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και θρησκευμάτων, του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού σε Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Μεταφορά Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας στο Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού» (Α΄114).
7. Το Προεδρικό διάταγμα 73/2015 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄116).
8. Την κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού με αρ. 105755/14.10.2015 «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού Αλέξανδρο Χαρίτση» (Β΄2222), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τις υπ΄ αρ. 40082/12.04.2016 (Β΄1054) και 79700/27.07.2016 (Β΄2338) αποφάσεις, καθώς και την υπ΄ αρ. Υ29 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Χουλιαράκη» (Β΄ 2168/9-10-2015).
9. Την υπ΄ αριθμ. Γ΄ΔΟΥ 209/3.10.2016 εισήγηση του Προϊστάμενου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού ( παρ.5. ε΄ του άρθρου 24 Ν. 4072/2014 ).
10. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, το ύψος της οποίας αναφέρεται στο άρθρο 3 της παρούσας, αποφασίζουμε:
`Αρθρο 1
Ποσό φορολογικής απαλλαγής
1. Το συνολικό ποσό της φορολογικής απαλλαγής των καθεστώτων του Ν. 4399/2016 που προκηρύσσονται το έτος 2016, καθορίζεται ως εξής:
Για το καθεστώς:
α. Των ενισχύσεων Μηχανολογικού Εξοπλισμού, στα εκατόν πενήντα εκατομμύρια (150.000.000) ευρώ,
β. της Γενικής Επιχειρηματικότητας, στα ογδόντα εκατομμύρια (80.000.000) ευρώ,
γ. των Νέων Ανεξάρτητων ΜΜΕ, στα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ.
2. Το συνολικό ποσό της φορολογικής απαλλαγής και του οφέλους από τη σταθεροποίηση του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος του καθεστώτος του Ν. 4399/2016 που προκηρύσσεται το έτος 2016 και αφορά τις επενδύσεις Μείζονος Μεγέθους καθορίζεται στα εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ.
`Αρθρο 2
Ποσό επιχορήγησης, επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης.
Το συνολικό ποσό της επιχορήγησης, της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης των καθεστώτων του Ν. 4399/2016 που προκηρύσσονται το έτος 2016, καθορίζεται ως εξής:
Για το καθεστώς:
α. Της Γενικής Επιχειρηματικότητας, στα εβδομήντα εκατομμύρια (70.000.000) ευρώ,
β. των Νέων Ανεξάρτητων ΜΜΕ, στα εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ.
`Αρθρο 3
Πηγές Χρηματοδότησης -Επιβάρυνση κρατικού προϋπολογισμού
α. Τα ποσά των επιχορηγήσεων, της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης των επενδυτικών σχεδίων της παρούσας απόφασης καλύπτονται από τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων στον οποίο εγγράφεται η δαπάνη των εκατόν εβδομήντα εκατομμυρίων (170.000.000) ευρώ, και δύναται να προέλθουν από εθνικούς πόρους ή τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία.
β. Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης εκτιμάται ότι
i. για το τρέχον έτος (2016) δεν θα προκύψει δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων καθώς και απώλεια φορολογικών εσόδων,
ii. για το επόμενο έτος (2017) θα προκύψει δαπάνη τριάντα εκατομμυρίων (30.000.000) ευρώ σε βάρος του
Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων και δεν θα προκύψει απώλεια φορολογικών εσόδων,
iii. για τα επόμενα τρία έτη (2018, 2019, 2020) θα προκύψει δαπάνη εκατόν σαράντα εκατομμυρίων (140.000.000) ευρώ σε βάρος του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων. Για τα έτη αυτά θα προκύψει απώλεια φορολογικών εσόδων ύψους είκοσι επτά εκατομμυρίων (27.000.000) ευρώ.
`Αρθρο 4
Έναρξη ισχύος
α. Με όμοια απόφασή μας δύναται να αναπροσαρμόζεται το ποσό για το ειδικό καθεστώς των επενδύσεων Μείζονος Μεγέθους έως το προβλεπόμενο στο Γενικό Απαλλακτικό Κανονισμό όριο καθώς και να ανακατανέμονται τα ποσά μεταξύ της επιχορήγησης, της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης και της φορολογικής απαλλαγής.
β. Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 13 Οκτωβρίου 2016
Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 250/2016 Επιβολή ειδικού φόρου επί των ακινήτων σε νομικά πρόσωπα με έδρα χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.) – Εξαιρέσεις (απαλλαγές)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Αριθμός Γνωμοδότησης 250/2016
ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
(Β’ Τμήματος)
Συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 2016
Σύνθεση:
Πρόεδρος: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Αντιπρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Μέλη: Νικόλαος Μουδάτσος, Αντιπρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Στέφανος Δέτσης, Κωνσταντίνος Χαραλαμπίδης, Δημήτριος Χανής, Αλέξανδρος Ροϊλός, Χριστίνα Διβάνη, Διονύσιος Χειμώνας, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Εισηγητής: Διονύσιος Χειμώνας, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους. Αριθμός Ερωτήματος: Το με αριθμ. πρωτ. ΔΕΦΚ Α 1092101 ΕΞ/16-6-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Εφαρμογής Φορολογίας Κεφαλαίου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
Ερώτημα: Αν οι εξαιρέσεις (απαλλαγές) από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων οι οποίες προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 έχουν εφαρμογή και στα νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους σε χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.) και αν αυτά τυγχάνουν της αυτής αντιμετώπισης με τα εδρεύοντα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).
Επί του προεκτεθέντος ερωτήματος, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Β ) γνωμοδότησε ως εξής:
Ιστορικό
1. Από τα σχετικά που συνοδεύουν το ερώτημα προκύπτει ότι υποβλήθηκε με αφορμή σχετικά ερωτήματα που έχει θέσει εγγράφως στη διοίκηση εταιρεία που έχει την έδρα της στο Λιχτενστάϊν και έχει σκοπό την επένδυση και διαχείριση της περιουσίας της, κυρίως ακινήτων, ορισμένα εκ των οποίων είναι στην Ελλάδα. Ιδρυτής και μοναδικός εταίρος της εταιρείας είναι κοινωφελές ίδρυμα που διατηρεί μέχρι σήμερα το σύνολο των δικαιωμάτων της εταιρείας. Ενόψει της διενέργειας σχετικού φορολογικού ελέγχου, κατόπιν του οποίου η αρμόδια αρχή έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος απαλλαγής της εταιρείας από τον ειδικό φόρο ακινήτων, η εταιρεία, προβάλλουσα τα αντίθετα, ισχυρίζεται ότι οι προβλεπόμενες στο νόμο εξαιρέσεις από το φόρο θα πρέπει να επεκταθούν και προς τις εταιρείες που έχουν την έδρα τους σε κράτος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.).
Νομοθετικό πλαίσιο
2. Στο άρθρο 28 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής:
«1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει η υπεροχή των διεθνών συμβάσεων, από την επικύρωσή τους με νόμο, έναντι κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση όχι μόνο της τυπικής (νομοθετικής) αλλά και της ουσιαστικής (πραγματικής) αμοιβαιότητας (ΣτΕ 3540/1991 κ.α.).
3. Στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 «Απλουστεύσεις και βελτιώσεις στη φορολογία εισοδήματος και κεφαλαίου και άλλες διατάξεις» (Α’330), όπως ισχύει, μεταξύ των άλλων ορίζεται:
«1. Νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες της παρ. 3 του άρθρου 51Α του Κ.Φ.Ε., που έχουν εμπράγματα δικαιώματα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας σε ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα, καταβάλλουν ειδικό ετήσιο φόρο δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της αξίας αυτών, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 17 του νόμου αυτού.
2. Από την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία έχουν την έδρα τους σύμφωνα με το καταστατικό τους: α) Εταιρείες των οποίων οι μετοχές βρίσκονται σε διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, β) Εταιρείες οι οποίες ασκούν εμπορική, μεταποιητική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή παροχής υπηρεσιών δραστηριότητα στην Ελλάδα, εφόσον κατά το οικείο οικονομικό έτος τα ακαθάριστα έσοδα……..γ) Ναυτιλιακές επιχειρήσεις που έχουν εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα………δ) Εταιρείες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά πλειοψηφία στο Ελληνικό Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή εταιρείες των οποίων η πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ε) Το Ελληνικό Δημόσιο στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν ως ειδικά ταμεία, αλλοδαπά κράτη με τον όρο της αμοιβαιότητας, οι γνωστές θρησκείες και δόγματα………στ) Νομικά πρόσωπα τα οποία αποδεδειγμένα επιδιώκουν στην Ελλάδα σκοπούς κοινωφελείς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς, εκπαιδευτικούς για τα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν για τον κοινωφελή, πολιτιστικό, θρησκευτικό, εκπαιδευτικό σκοπό, για τα ακίνητα που εκμεταλλεύονται εφόσον το προϊόν της εκμετάλλευσης διατίθεται αποδεδειγμένα για την εκπλήρωση αυτών των σκοπών, καθώς και για τα ακίνητα που αποδεδειγμένα είναι κενά ή δεν αποφέρουν κανένα εισόδημα, ζ) Ασφαλιστικά ταμεία ή οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, εταιρείες συλλογικών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία (ΑΕΕΑΠ), οι οποίες συνιστούν εταιρείες συλλογικών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, καθώς και θυγατρικές αυτών εταιρείες του άρθρου 22 παρ. 3 περιπτώσεις δ’ και ε’ του ν. 2778/1999, που εποπτεύονται από αρχή της χώρας της καταστατικής τους έδρας, εκτός αυτών των οποίων ή καταστατική έδρα βρίσκεται σε μη συνεργάσιμα κράτη, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις για τα κράτη αυτά του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
3. Εξαιρούνται από τις διατάξεις της παραγράφου 1, εφόσον έχουν την έδρα τους σύμφωνα με το καταστατικό τους στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: α) Ανώνυμες εταιρείες που έχουν ονομαστικές μετοχές μέχρι φυσικού προσώπου ή που δηλώνουν τα φυσικά πρόσωπα που τις κατέχουν και με την προϋπόθεση ότι τα φυσικά πρόσωπα έχουν αριθμό φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα. Ανώνυμες εταιρείες, με ανώνυμες μετοχές, εφόσον το σύνολο των μετοχών τους καταλήγει σε εταιρείες, οι μετοχές των οποίων βρίσκονται σε διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, β) Εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, εφόσον…. γ) Προσωπικές εταιρείες, εφόσον… δ) Εταιρείες, των οποίων το σύνολο των ονομαστικών μετοχών, μεριδίων ή μερίδων ανήκουν σε ίδρυμα ημεδαπό ή αλλοδαπό, εφόσον αποδεδειγμένα επιδιώκει στην Ελλάδα κοινωφελείς σκοπούς, για τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτόν, ε) Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κάθε είδους ημεδαπά ταμεία ή ημεδαποί οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, οι ημεδαπές συνδικαλιστικές οργανώσεις, η Αρχαιολογική Εταιρεία, τα ημεδαπά μουσεία, το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, οι Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές, οι ημεδαποί συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί νόμιμα και οι ενώσεις τους, οι ημεδαπές δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, τα νομικά πρόσωπα που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3647/2008 (ΦΕΚ 37 Α’), καθώς και τα ημεδαπά κληροδοτήματα με κοινωφελή σκοπό, τα ημεδαπά κοινωφελή ιδρύματα που εποπτεύονται από δημόσια αρχή και τα ημεδαπά σωματεία. Αν το σύνολο….Αν το σύνολο ή μέρος των ονομαστικών μετοχών, μεριδίων ή μερίδων των εταιρειών των ανωτέρω α’, β’ και γ’ περιπτώσεων κατέχουν ή διαχειρίζονται πιστωτικά ιδρύματα περιλαμβανομένων και των ταμιευτηρίων ή ταμείων παρακαταθηκών και δανείων, ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες, αμοιβαία κεφάλαια περιλαμβανομένων και των αμοιβαίων κεφαλαίων επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία κλειστού τύπου, εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων εταιρείες διαχείρισης ή/και παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών επί κεφαλαίων και αμοιβαίων κεφαλαίων, εταιρείες συλλογικών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία κλειστού τύπου, η καταστατική έδρα των οποίων δεν βρίσκεται σε μη συνεργάσιμο κράτος, όπως αυτό ορίζεται με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 51Α του Κ.Φ.Ε., και εποπτεύονται από αρχή της χώρας της έδρας τους, καθώς και θεσμικοί επενδυτές που λειτουργούν σε οργανωμένη αγορά κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή νοείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 23 του ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α ), δεν απαιτείται περαιτέρω δήλωση των φυσικών προσώπων κατά το ποσοστό συμμετοχής τους. Αν το σύνολο ή μέρος των ονομαστικών μετοχών, μεριδίων ή μερίδων των εταιρειών των ανωτέρω περιπτώσεων α’, β’, γ’ κατέχει ή διαχειρίζεται νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που έχει την έδρα του σύμφωνα με το καταστατικό του σε άλλη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρα, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο απαιτείται, για να χορηγηθεί απαλλαγή, να συντρέχουν για το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου. Σε περίπτωση που κατά τον έλεγχο, ο οποίος πραγματοποιείται σε εταιρεία, διαπιστωθεί………
4. Εξαιρούνται από την υποχρέωση της παραγράφου 1 εταιρείες που έχουν την έδρα τους, σύμφωνα με το καταστατικό τους, σε τρίτη χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 3 υπό στοιχεία α’, β’ και γ’ περιπτώσεις, εφόσον η καταστατική τους έδρα δεν βρίσκεται σε κράτη μη συνεργάσιμα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις για τα κράτη αυτά του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. [Η παράγραφος 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 4 του άρθρου 33 του ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α 287/31.12.2013) και κατ’ άρθρο 59 παρ. 1 του τροποποιητικού νόμου άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ],
5. Η απόδειξη των νόμιμων προϋποθέσεων για την υπαγωγή του στις εξαιρέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 βαρύνει το πρόσωπο που τις επικαλείται.
6. Στις περιπτώσεις γ’ και στ’ της παραγράφου 2, καθώς και στην περίπτωση δ’ της παραγράφου 3, η απαλλαγή χορηγείται κατόπιν αίτησης των νομικών προσώπων προς το Υπουργείο Οικονομικών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, ο χρόνος, η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση των απαλλαγών αυτών. 7…….8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα απαιτούμενα κατά περίπτωση δικαιολογητικά για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και κάθε άλλο σχετικό θέμα» (βλ. και σχετική ΥΑ ΠΟΛ.1093/14.6.2010 (Β’ 959) «Δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εξαίρεση των νομικών προσώπων από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων…»).
4. Με το ν. 2155/1993 «Κύρωση Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.) μετά των Πρωτοκόλλων, Δηλώσεων, Παραρτημάτων……» κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.), συμβαλλόμενα μέρη της οποίας, μεταξύ άλλων, είναι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, η Ελληνική Δημοκρατία και το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν. Η Συμφωνία προβλέπει, μεταξύ των άλλων, ότι:
«Άρθρο 1. Στόχοι και Αρχές. 1. Σκοπός της παρούσας συμφωνίας σύνδεσης είναι να προωθήσει τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, με ίσους όρους ανταγωνισμού και με την τήρηση των ίδιων κανόνων, με σκοπό τη δημιουργία ομοιογενούς Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ο οποίος στο εξής καλείται Ε.Ο.Χ. 2. Για την επίτευξη των στόχων που εκτίθενται στην παράγραφο 1, η σύνδεση προβλέπει σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας: (α) την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, (β) την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, (γ) την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, (δ) την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, (ε) την καθιέρωση συστήματος που εξασφαλίζει τη μη στρέβλωση του ανταγωνισμού καθώς και την υπό ίσους όρους τήρηση των συναφών κανόνων, καθώς και (στ) τη στενότερη συνεργασία σε άλλους τομείς, όπως η έρευνα και ανάπτυξη, το περιβάλλον, η εκπαίδευση και η κοινωνική πολιτική».
«Άρθρο 3. Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, γενικά ή ειδικά, για να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία. Απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της παρούσας συμφωνίας. Επιπλέον, διευκολύνουν τη συνεργασία στα πλαίσια της παρούσας συμφωνίας».
«Άρθρο 4. Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που περιέχονται σ’ αυτήν, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας».
«Άρθρο 6. Με την επιφύλαξη των μελλοντικών εξελίξεων της νομολογίας, εφόσον οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημες με τους αντίστοιχους κανόνες της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και με τις πράξεις που εγκρίνονται κατ’ εφαρμογήν αυτών των δύο συνθηκών, ερμηνεύονται κατά τη θέση σε ισχύ και την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που έχουν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας». «Άρθρο 31. Δικαίωμα εγκατάστασης. 1. Στα πλαίσια των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, δεν υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία εγκατάστασης των υπηκόων ενός κράτους μέλους της ΕΚ ή της ΕΖΕΣ στο έδαφος οιουδήποτε άλλου από τα κράτη αυτά. Αυτή εκτείνεται επίσης στους περιορισμούς για την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιρειών από τους υπηκόους ενός κράτους μέλους της ΕΚ ή κράτους της ΕΖΕΣ που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος οιουδήποτε από τα κράτη αυτά. Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει……
«Άρθρο 32. Εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος, οι δραστηριότητες που συνδέονται, στο κράτος αυτό, έστω και περιστασιακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας».
«Άρθρο 34. Οι εταιρείες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους της ΕΚ ή ενός κράτους της ΕΖΕΣ και οι οποίες έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών, εξομοιώνονται, για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, προς τα φυσικά πρόσωπα, που είναι υπήκοοι των κρατών μελών της ΕΚ ή των κρατών της ΕΖΕΣ. Ως εταιρείες νοούνται οι εταιρείες αστικού ή εμπορικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εξαιρουμένων εκείνων που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό».
«Άρθρο 40. Κεφάλαια. Στα πλαίσια των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, δεν επιβάλλονται περιορισμοί μεταξύ συμβαλλομένων μερών, στις κινήσεις κεφαλαίων που ανήκουν σε πρόσωπα που έχουν κατοικία σε κράτος μέλος της ΕΚ ή της ΕΖΕΣ ούτε διάκριση μεταχείρισης που βασίζεται στην ιθαγένεια ή στην κατοικία των μερών ή στον τόπο της επενδύσεως. Στο παράρτημα XII περιέχονται οι αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου».
«Άρθρο 78. Συνεργασία εκτός του πλαισίου των τεσσάρων ελευθεριών. Τα συμβαλλόμενα μέρη ενισχύουν και διευρύνουν τη συνεργασία στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Κοινότητας στους τομείς: της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, των υπηρεσιών πληροφόρησης, του περιβάλλοντος, της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της νεότητας, της κοινωνικής πολιτικής, της προστασίας του καταναλωτή, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, του τουρισμού, των οπτικοακουστικών υπηρεσιών, και της πολιτικής άμυνας, εφόσον τα θέματα αυτά δεν ρυθμίζονται βάσει διατάξεων άλλων Μερών της παρούσας συμφωνίας».
«Άρθρο 87. Τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες για να αναπτύξουν, να ενισχύσουν ή να διευρύνουν τη συνεργασία στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Κοινότητας, σε τομείς που δεν απαριθμούνται στο άρθρο 78, εφόσον θεωρείται ότι είναι πιθανόν η συνεργασία αυτή να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της παρούσας συμφωνίας, ή άλλως κρίνεται αμοιβαίου ενδιαφέροντος από τα συμβαλλόμενα μέρη. Στις ενέργειες αυτές, μπορεί να περιλαμβάνεται η τροποποίηση του άρθρου 78 με την προσθήκη νέων τομέων στους ήδη απαριθμούμενους».
«Άρθρο 120. Εκτός εάν άλλως ορίζεται στην παρούσα συμφωνία, και ιδίως στα πρωτόκολλα 41, 43 και 44, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας υπερισχύουν των διατάξεων των υφιστάμενων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που δεσμεύουν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, αφενός, και ένα ή περισσότερα κράτη της ΕΖΕΣ, αφετέρου, εφόσον το ίδιο θέμα ρυθμίζεται και στην παρούσα συμφωνία».
«Άρθρο 126. 1. Η συμφωνία εφαρμόζεται στα εδάφη στα οποία εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα υπό τους όρους που προβλέπονται στις συνθήκες αυτές και στα εδάφη της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας, του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, του Βασιλείου της Νορβηγίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας. 2…».
5. Στο άρθρο 65 του ν. 4172/2013 (Α’ 167) περί νέου Κ.Φ.Ε., όπως ισχύει, μεταξύ των άλλων ορίζεται: «1… 2. Σύμβαση διοικητικής συνδρομής, για την εφαρμογή Κ.Φ.Ε. νοείται η διεθνής σύμβαση που επιτρέπει την ανταλλαγή όλων των πληροφοριών, που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας των συμβαλλόμενων μερών. 3. Μη συνεργάσιμα κράτη είναι εκείνα που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατάστασή τους σχετικά με τη διαφάνεια και την ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέματα έχει εξεταστεί από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) και τα οποία: α) δεν έχουν συνάψει και δεν εφαρμόζουν με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής στο φορολογικό τομέα και β) δεν έχουν υπογράψει τέτοια σύμβαση διοικητικής συνδρομής με τουλάχιστον δώδεκα άλλα κράτη. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά. 4. Τα μη συνεργάσιμα κράτη καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από τη διαπίστωση των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου και περιλαμβάνονται σε κατάλογο που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.Ο κατάλογος δημοσιεύεται τον Ιανουάριο κάθε έτους ως εξής:……..».
Ερμηνεία των διατάξεων
6. Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3091/2002 επιβάλλεται ετήσιος φόρος 15% σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες (περί της εννοίας αυτών βλ. άρθρ. 51Α του ν. 2238/1994 και αιτιολογική έκθεση άρθρου 57 ν. 3842/2010) που έχουν εμπράγματα δικαιώματα πλήρους ή ψιλής κυριότητας και επικαρπίας σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, εφόσον δεν υπάγονται σε κάποια από τις εξαιρέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002.
7. Ο φόρος αυτός θεσπίσθηκε με σκοπό την αποτροπή της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, δεδομένου ότι σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση της οικείας διάταξης «οι εισαγόμενες διατάξεις αποσκοπούν στη δημιουργία αντικινήτρων και στην πάταξη της φοροαποφυγής, που παρατηρείται σε ακίνητα που ανήκουν σε εξωχώριες εταιρείες».
8. Ειδικότερα, στην παράγραφο 2 του προαναφερθέντος άρθρου και νόμο ορίζονται τα νομικά πρόσωπα κ.λπ. που εξαιρούνται από το φόρο, ανεξαρτήτως από τη χώρα στην οποία έχουν την καταστατική έδρα τους και εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, ενώ στην παράγραφο 3 (εξαιρούνται) τα νομικά πρόσωπα εκείνα που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, μεταξύ άλλων, υφίσταται δυνατότητα παροχής πληροφοριών και στοιχείων για τα φυσικά πρόσωπα που είναι οι πραγματικοί μέτοχοι ή εταίροι, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος (ύπαρξη φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα κ.λπ.). Ειδικώς, για τις εταιρείες των περιπτώσεων α’ , β’ και γ’ των οποίων το σύνολο ή μέρος των ονομαστικών μετοχών ή μερίδων κατέχει ή διαχειρίζεται νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με καταστατική έδρα σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείται για να χορηγηθεί απαλλαγή, πλην των άλλων, να συντρέχουν για το νομικό πρόσωπο ή οντότητα οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 (ο.π.). Τέλος, στην παράγραφο 4 της ίδιας διάταξης ορίζονται οι εταιρείες που εξαιρούνται από τον ειδικό φόρο και έχουν την καταστατική έδρα τους σε τρίτη χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, εκτός από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παραγράφου 3 υπό στοιχεία α’, β’ και γ’, η καταστατική τους έδρα δεν βρίσκεται σε κράτη μη συνεργάσιμα, σύμφωνα με τις σχετικές, για τα κράτη αυτά, διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (βλ. άρθρο 51Α Κ.Φ.Ε. και άρθρο 65 του ν. 4172/2013 (νέος Κ.Φ.Ε.) καθώς και ΥΑ ΠΟΛ.1279/29.12.2015 (Β’ 2905) και ΔΟΣ Γ 1039110 ΕΞ 2014/4.3.2014 (Β’ 570) που καθορίζουν τα μη συνεργάσιμα κράτη για τα έτη 2015 και 2014, αντίστοιχα).
9. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 15 του ν. 3091/2002 περιέχει πλήρεις και ειδικές ρυθμίσεις ως προς τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων νομικά πρόσωπα και οντότητες εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου επί των ακινήτων τους που βρίσκονται στην Ελλάδα, χωρίς οι ρυθμίσεις του να προβλέπουν διακριτική μεταχείριση κάποιου προσώπου ανάλογα με την ιθαγένεια, την κατοικία ή τον τόπο της επένδυσης (αρχή αποφυγής των διακρίσεων). Καταλαμβάνει, επομένως, υπό την ρυθμιστική του ισχύ και εταιρείες κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.).
10. Βεβαίως, βασική προϋπόθεση υπαγωγής μιας εταιρείας, που έχει την καταστατική της έδρα σε τρίτη χώρα (εκτός Ε.Ε.), από την υποχρέωση καταβολής του φόρου είναι αυτή να μην βρίσκεται σε κράτος μη συνεργάσιμο, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις (βλ. άρθρ. 65 ν. 4172/2013), διότι στην περίπτωση αυτή αναιρείται ο προεκτεθείς σκοπός του νόμου, αφού το κράτος αυτό δεν παρέχει τις απαιτούμενες πληροφορίες για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής.
11. Τέλος, σημειώνεται ότι δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, επεκτατική ή αναλογική ή διασταλτική εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που ορίζουν τις εξαιρέσεις από το φόρο, ενόψει αφενός της πλήρους και χωρίς κενά ρύθμισης που περιέχουν, αφετέρου, και κατά κύριο λόγο, της πάγιας νομολογίας περί στενής ερμηνείας των εν γένει φοροαπαλλακτικών διατάξεων (ΣτΕ 3466/2012, ΣτΕ 2993/2001, ΣτΕ 3989/1995, Γν ΝΣΚ 191/2012 κ.α.).
12. Εξάλλου, με το ν. 2155/1993 κυρώθηκε η Συμφωνία για τον Ε.Ο.Χ., – συμβαλλόμενα μέρη της οποίας, ανάμεσα σε άλλα, είναι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η Ελληνική Δημοκρατία και το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, – η οποία έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
13. Παρατηρείται, ότι η Συμφωνία αυτή έχει δεσμευτική ισχύ και εφαρμογή, κατ’ αρχήν, μόνο για τις τέσσερις ελευθερίες και τους όρους ανταγωνισμού που ρητώς και ειδικώς προβλέπουν οι συμβατικές ρήτρες της (βλ. προοίμιο και άρθρο 1), καθώς και στους τομείς που απαριθμούνται στις διατάξεις του κυρωτικού νόμου, όχι, όμως, και για τα φορολογικά ζητήματα για τα οποία, αν και είναι αναγκαία ειδική ρητή νομοθετική πρόβλεψη, ουδεμία σχετική συμφωνία υφίσταται, παρότι οι συμβατικές ρήτρες προβλέπουν (βλ. άρθρα 78 και 87) τη δυνατότητα επέκτασης της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών και σε άλλους τομείς που δεν απαριθμούνται στο νόμο.
14. Από το φόρο του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 «δεν απαλλάσσονται, εφόσον ρητώς δεν αναφέρονται στις σχετικές διατάξεις, εταιρείες οι οποίες έχουν την έδρα τους σε χώρα του Ε.Ο.Χ., η παράλειψη δε αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις της σχετικής Συμφωνίας του Ε.Ο.Χ., καθόσον με τις διατάξεις του ν. 3091/2002 δεν περιορίζεται το δικαίωμα απόκτησης, εκμετάλλευσης κ εκποίησης ακινήτων που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ελευθερίας της εγκατάστασης που προστατεύεται από την προαναφερόμενη Συμφωνία, αλλά θεσπίζεται ειδικός φόρος για τις αλλοδαπές εταιρείες, ιδιοκτήτριες ακινήτων στην Ελλάδα, η διαφορετική δε αυτή φορολογική μεταχείριση είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, αφού δικαιολογείται από το ότι πρόκειται για αλλοδαπές επιχειρήσεις, χωρίς εξάλλου να τίθεται θέμα διάκρισης λόγω ιθαγένειας, που απαγορεύει η μνημονευόμενη Συμφωνία, αφού κατά το άρθρο 4 αυτής έχει εφαρμογή μόνο για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται στα πλαίσια της ελευθέρωσης των συναλλαγών, που, όπως προεκτέθηκε, δεν θίγονται από την επιβολή του εν λόγω φόρου». (ΔΕφΑΘ 1103/2011 δημ. nomos).
15. Υπέρ της νομολογιακής αυτής άποψης, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσονται από τον παραπάνω φόρο εταιρείες που έχουν την καταστατική έδρα τους σε χώρα του Ε.Ο.Χ. εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002, συνηγορούν και τα εξής: α) Η παραπάνω εθνική ρύθμιση που εξαρτά την εξαίρεση από το φόρο από τον όρο η εταιρεία να μην έχει την καταστατική έδρα σε τρίτο κράτος (του Ε.Ο.Χ.), το οποίο είναι μη συνεργάσιμο σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Φ.Ε., δεν αντίκειται, σύμφωνα με τη, σε συναφή ζητήματα, νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στο κοινοτικό δίκαιο λόγω του διαφορετικού νομικού πλαισίου που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. καθώς και τις σχέσεις αυτών και τρίτων χωρών. Η διαφορετικότητα αυτή αφορά στην ύπαρξη και δυνατότητα επίκλησης από τα κράτη μέλη στις μεταξύ τους σχέσεις της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το ν. 1914/1990) και προβλέπει την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα της φορολογίας, Το πλαίσιο αυτό της συνεργασίας δεν υφίσταται όσον αφορά στις σχέσεις μεταξύ αυτών και των αρμοδίων αρχών τρίτης χώρας που δεν έχει αναλάβει δέσμευση αμοιβαίας συνδρομής (όπως, για παράδειγμα, το Λιχτενστάιν που για τα έτη 2014 και 2015 ανήκει στα μη συνεργάσιμα κράτη), με συνέπεια το Δικαστήριο να δέχεται ότι η σχετική εθνική ρύθμιση δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, διότι, άλλως, θα οδηγούμεθα σε όμοια μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων (περί των ανωτέρω βλ. Κ. Πέρρου «Καθαρά τεχνητές μεθοδεύσεις…» ΔΦΝ 2011, τευχ. 1470, 1042). β) Οι εξαιρέσεις από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων δεν αφορούν, όπως προεκτέθηκε, αποκλειστικά και μόνο εταιρείες που έχουν την έδρα τους στο εθνικό έδαφος, ώστε να αντιβαίνουν στη νομοθεσία της ΕΚ και τη συναφή του Ε.Ο.Χ. που απαγορεύουν, κατ’ αρχήν, τις διακρίσεις με βάση το κριτήριο της κατοικίας ή διαμονής (πρβλ. 155/2009 ΔΕΚ δημ. nomos). γ) Τέλος, και σε κάθε περίπτωση, μπορεί να επιτρέπονται εθνικά μέτρα που ενδέχεται να παρακωλύσουν την άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη, εφόσον επιδιώκουν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σκοπό γενικού συμφέροντος, είναι κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού αυτού και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο προς επίτευξη του σκοπού μέτρο (155/2009 ΔΕΚ σκέψη 51).
16. Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται, κατ’ αρχήν, δικαιολογητική βάση προβληματισμού περί αντίθεσης των εξαιρέσεων από το φόρο του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες εθνικού και υπερεθνικού δικαίου.
Απάντηση
17. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω στο τεθέν ερώτημα το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Β’) γνωμοδοτεί ως εξής:
Οι εξαιρέσεις (απαλλαγές) από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων οι οποίες προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 δεν έχουν εφαρμογή και σε νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους σε χώρα του Ε.Ο.Χ., διότι τελούν υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα που έχουν την καταστατική έδρα τους σε χώρα της Ε.Ε. και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ευθείας ή ανάλογης ή επεκτατικής εφαρμογής της παραπάνω διάταξης.
ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ
Αθήνα 11-10-2016
Ο Πρόεδρος
Αλέξανδρος Καραγιάννης
Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.
Ο Εισηγητής
Διονύσιος Χειμώνας
Νομικός Σύμβουλος του Κράτους
ΠΡΟΣ: Τη Βουλή των Ελλήνων
Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου
Τμήμα Ερωτήσεων
ΚΟΙΝ: Βουλευτές του Πίνακα Διανομής
Δια της Βουλής των Ελλήνων
ΘΕΜΑ: Σχετικά με την αύξηση του ΕΝΦΙΑ ερώτηση.
Σε απάντηση ερώτησης, που κατέθεσαν οι Βουλευτές του Πίνακα Διανομής, σας γνωρίζουμε ότι:
Για το έτος 2016 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις περί υπολογισμού του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων, σύμφωνα με τους κανόνες της φορολογικής δικαιοσύνης και ισονομίας, ώστε να μην υπάρξει μείωση στα έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού, μετά την μεταβολή των τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων. Ειδικότερα για τους ανωτέρω λόγους αναπροσαρμόστηκαν οι συντελεστές υπολογισμού του συμπληρωματικού φόρου καθώς και οι συντελεστές υπολογισμού του κύριου φόρου στα οικόπεδα, αντίθετα ως προς τον κύριο φόρο των κτισμάτων δεν επήλθε ουδεμία μεταβολή στους συντελεστές.
Συγκεκριμένα, με την ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 48/Β’/20-1- 2016) αναπροσαρμόστηκαν, με αναδρομική ισχύ από 21-5-2015, οι τιμές του συστήματος Αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλης της Χώρας, σε συμμόρφωση προς τις υπ’ αριθ. ΣτΕ 4003/2014 και ΣτΕ 4446/2015 σχετικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η αναπροσαρμογή έγινε, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 41 του εξουσιοδοτικού νόμου 1249/1982, μετά από εισήγηση των αρμόδιων Επιτροπών που συγκροτήθηκαν στις τέσσερις φορολογικές περιφέρειες της Χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τα προβλεπόμενα εκ του νόμου στοιχεία και την καθολική και αντίστοιχη με το ύφος της τιμής ζώνης, μεταβολή των αξιών των ακινήτων όλης της Χώρας, ενιαία και για όλες τις κατηγορίες ακινήτων. Ωστόσο στα πλαίσια συμμόρφωσης με τη διάταξη της παραγράφου Γ του άρθρου 3 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ:93/Α’), με την οποία η Διοίκηση καλείται εντός του έτους 2017 να μεριμνήσει για την περαιτέρω εναρμόνιση των Αντικειμενικών Αξιών των ακινήτων με τις τιμές της αγοράς, έχει ήδη συγκροτηθεί 1 επιτροπή (αρ.πρωτ.:2/33337/0004/2.6.2016 απόφαση του Υπ. Οικονομικών) με έργο τη μελέτη όλων των στοιχείων που υπάρχουν σχετικά με τις αξίες των ακινήτων και την εύρεση τρόπου υλοποίησης και θεσμοθέτησης βάσης δεδομένων αξιών ακινήτων καθώς και των πηγών από τις οποίες θα αναζητηθούν τα στοιχεία που θα την τροφοδοτούν ώστε να εξασφαλίζεται η διαρκής και ανά τακτά διαστήματα ενημέρωσή της.
Από τη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Γ.Γ.Δ.Ε, για τα ερωτήματα (1 και 2) που αφορούν στη μείωση ή αύξηση του ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2016 αναφορικά με το 2015, σας ενημερώνουμε για τα παρακάτω:
Οι μεταβολές στο φόρο του ΕΝ.Φ.Ι.Α. πέραν των αλλαγών στον τρόπο εκκαθάρισης, δύνανται να προκύπτουν από μεταβολές της περιουσιακής εικόνας των φορολογουμένων την 1/1/2016 (προσθήκες ή διαγραφές ακινήτων).
Παρόλα αυτά, προκειμένου να υπολογιστούν ως τάξη μεγέθους, οι πραγματικές διαφορές, επιλέχθηκαν υπόχρεοι όπου στα έτη 2015 και 2016 δεν μεταβλήθηκε η περιουσιακή τους εικόνα (δεν υπέβαλλαν δηλαδή καμία δήλωση Ε9), με ακίνητα (πίνακα 1 ή 2) και χωρίς να ληφθούν υπόψη τυχόν απαλλαγές. Αυτοί είναι, 5.030.911 φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Θεωρώντας τις διαφορές ±10€ ως μηδενικές, διότι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό οφείλονται σε αλλαγή παλαιότητας δικαιώματος ή σε αλλαγή 10ετίας δικαιωμάτων με επικαρπία ή ψιλή κυριότητα (αυξομείωση της αξίας μεταξύ επικαρπωτή και ψιλού κύριου), προκύπτει ότι ο φόρος παρέμεινε σταθερός ή μειώθηκε σε ποσοστό 91,53%.
Σύμφωνα με τις απόλυτες διαφορές αυτών, η μέση τιμή μείωσης ανέρχεται στα 60,90 € και η μέση τιμή αύξησης στα 35,56 €.
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΤΡΥΦΩΝ Ζ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ
Κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 119 του Ν.4387/2016 που προβλέπουν τη σύσταση Επιτροπής για την εφαρμογή του 62α του ΝΔ 356/1974, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
I. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Στο άρθρο 62α του ΚΕΔΕ ορίζεται ότι «Τα πτωχευτικά χρέη των πτωχών οφειλετών του Δημοσίου που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και στα Τελωνεία μπορεί να ρυθμίζονται, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α’), στην οποία προστίθενται, ως μέλος ένας Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δύο εισηγητές, εφόσον το συνολικό βασικό χρέος δεν υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) ευρώ. Αν το συνολικό βασικό χρέος υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, το αίτημα εξετάζεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους».
Με το άρθρο 2 υποπαρ. Δ.1 παρ.9δ του Ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α 94) η ανωτέρω δυνατότητα επεκτάθηκε και στους οφειλέτες που έχουν συνάψει συμφωνία συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης, η οποία επικυρώθηκε δικαστικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι τα χρέη δεν ρυθμίζονται από τη συμφωνία και γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από τη δικαστική επικύρωση της ανεξαρτήτως χρόνου βεβαίωσης.
Οι διατάξεις του ΚΕΔΕ, εφαρμόζονται από το ΚΕΑΟ, για την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών που διαβιβάζονται σε αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 101 του Ν. 4172/2013 και τις διατάξεις της Φ.80000/οικ.25379/312/29.8.2013 απόφασης Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
Για την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 62α του ΚΕΔΕ και στις ασφαλιστικές οφειλές, με το άρθρο 119 του Ν.4387/2016 συστήνεται Επιτροπή αρμόδια για τη γνωμοδότηση επί αιτημάτων ρύθμισης οφειλών προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ ΚΕΑΟ πτωχών οφειλετών καθώς και υπό εξυγίανση οφειλετών, οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο των διατάξεων του Ν.4336/2015.
Με τη με αριθμ. πρωτ. 028/4/14-7-2016 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΑΔΑ: 77ΓΨ4691ΩΓ-ΑΗΣ) ορίστηκαν τα μέλη της ανωτέρω αναφερόμενης Επιτροπής.
II. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ (ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ) ΤΩΝ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 62Α ΤΟΥ ΚΕΔΕ
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για το παραδεκτό των αιτήσεων υπαγωγής στο πλαίσιο του άρθρου 62Α του ΝΔ 356/1974-ΚΕΔΕ είναι:
Α. ΓΙΑ ΠΤΩΧΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
α) κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης ο οφειλέτης ή ο αιτών που ευθύνεται για την πληρωμή χρεών άλλου, φυσικού ή νομικού προσώπου, (έστω και αν το τελευταίο δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης) να έχει κηρυχθεί και να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης,
β) τα χρέη να είναι προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή και προς τρίτους μόνον εφόσον έχουν συμβεβαιωθεί με τα χρέη προς το Δημόσιο και ΦΚΑ,
γ) τα χρέη να είναι πτωχευτικά, δηλαδή να έχουν βεβαιωθεί πριν την κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης και να ανάγονται σε χρόνο πριν την πτώχευση, ανεξάρτητα αν η βεβαίωσή τους έγινε μετά την κήρυξη σε πτώχευση
δ) ο αιτών να μην έχει καταδικασθεί, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πτώχευσης, για το αδίκημα της δόλιας χρεωκοπίας, ούτε να έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή να εκκρεμεί ποινική δίκη για το αδίκημα αυτό.
Β. ΓΙΑ ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
α) oι οφειλέτες να έχουν συνάψει συμφωνία συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης, η οποία επικυρώθηκε δικαστικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα,
β) τα χρέη να μην ρυθμίζονται από τη συμφωνία και να γεννήθηκαν ή να ανάγονται σε χρόνο πριν από τη δικαστική επικύρωσή της, ανεξαρτήτως χρόνου βεβαίωσης.
II. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
Α. ΓΙΑ ΠΤΩΧΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
Κατά την εξέταση των αιτήσεων για την αποδοχή ή μη της αίτησης ρύθμισης του πτωχού οφειλέτη—συνεκτιμώνται στοιχεία, που αφορούν στην προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και από τα οποία αποδεικνύεται η οικονομική αδυναμία άμεσης ή και εφάπαξ πληρωμής του συνόλου ή μέρους των χρεών του και στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται το επισφαλές ή μη της είσπραξης των απαιτήσεων του Ιδρύματος, και ιδίως:
α) η ύπαρξη κινητής ή ακίνητης περιουσίας του πτωχού, η αξία και τα τυχόν βάρη αυτής,
β) η εν γένει οικονομική και επαγγελματική κατάσταση, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του πτωχού και των μελών της οικογένειας του,
γ) οι προς τρίτους υποχρεώσεις του (υποχρέωση διατροφής, χρέη προς εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες),
δ) το ύψος και το είδος των χρεών (βασικού και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής),
ε) το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία της πτώχευσης, η ύπαρξη ή μη πτωχευτικής περιουσίας και η αξία αυτής, η αναγγελία ή μη άλλων πιστωτών, τα προνόμια και το ύψος των απαιτήσεων αυτών.
Δε θα προωθούνται στην Επιτροπή για εξέταση αιτήματα περί ρύθμισης των πτωχευτικών χρεών όταν η πτώχευση έχει κηρυχθεί πρόσφατα. Θα πρέπει πρώτα να προχωρήσουν οι εργασίες της πτώχευσης ώστε να γνωρίζουμε τουλάχιστον το ύψος των πιστώσεων που επαληθεύτηκαν, τα τυχόν προνόμιά τους, το ύψος του ενεργητικού αλλά και το αποτέλεσμα των προσπαθειών του αρμοδίου ΚΕΑΟ για αναγκαστική είσπραξη.
Β. ΓΙΑ ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
Κατά την εξέταση των αιτήσεων για την αποδοχή ή μη της αίτησης ρύθμισης του υπό εξυγίανση οφειλέτη συνεκτιμώνται στοιχεία όπως
α) ο αριθμός των δόσεων ρύθμισης της συμφωνίας εξυγίανσης που επικυρώθηκαν δικαστικά
β) το προφίλ του οφειλέτη, όπως αυτό θα αποτυπώνεται στις απόψεις του αρμόδιου Περ/κού ΚΕΑΟ. Ενδεικτικά αναφέρουμε καταβολή τρεχουσών εισφορών, τήρηση ενεργής ρύθμισης, καταβολή ποσών έναντι της οφειλής, κατασχέσεις επί της περιουσίας του οφειλέτη, συνυπευθυνότητα με άλλες οφειλέτιδες εταιρίες, υπεύθυνος της επιχείρησης που επέχει θέση υπευθύνου και σε άλλες εταιρίες με οφειλές προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (Για περαιτέρω πληροφόρηση παραπέμπουμε στο Γ36/04/150/16-3-2016 έγγραφο μας)
γ) το ύψος της συνολικής οφειλής
III. ΟΡΟΙ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 62Α ΤΟΥ ΚΕΔΕ
• Η ρύθμιση μπορεί να αφορά είτε στην απαλλαγή του πτωχού οφειλέτη από την καταβολή μέρους ή όλων των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, των προσθέτων τελών και προστίμων με εφάπαξ καταβολή του υπολοίπου, είτε στην καταβολή του βασικού χρέους και των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε συνεχείς μηνιαίες δόσεις, είτε σε συνδυασμό και των δύο περιπτώσεων. Ως βασικό χρέος θεωρείται το σύνολο των βεβαιωμένων χρεών, όπως το ύψος τους έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης, μετά και από τυχόν πληρωμή ή νόμιμη διαγραφή, χωρίς τις κατά το άρθρο 6 του ΚΕΔΕ, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.
• Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβεί τις ενενήντα (90).
• Από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για τη ρύθμιση, οι δόσεις δεν επιβαρύνονται με επιπλέον προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εκτός εάν καθυστερήσει η καταβολή τους, οπότε επιβάλλεται επί του καθυστερούμενου ποσού προσαύξηση ίση με ποσοστό 1% για κάθε μήνα καθυστέρησης.
• Η πρώτη δόση είναι καταβλητέα μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημερομηνία αποδοχής της ρύθμισης από τον οφειλέτη και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα καθενός από τους επόμενους μήνες.
• Η ρύθμιση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης πληρωμής τριών (3) συνεχών μηνιαίων δόσεων. Σε περίπτωση πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, η ρύθμιση ανατρέπεται αυτοδίκαια, χωρίς δήλωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ ΚΕΑΟ, με συνέπεια να καθίσταται αμέσως απαιτητό το υπόλοιπο χρέος με το σύνολο των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με τις οποίες επιβαρύνεται από τη βεβαίωση του μέχρι την εξόφληση του.
IV. ΑΠΟΔΟΧΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
Η αποδοχή της ρύθμισης από τον πτωχό ή υπό εξυγίανση οφειλέτη γίνεται με ρητή, ανεπιφύλακτη και χωρίς όρους δήλωση του που καταχωρίζεται στο σώμα της απόφασης για τη ρύθμιση και υπογράφεται από αυτόν παρουσία του προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας ΚΕΑΟ μέσα σε ένα (1) μήνα από την πρόσκληση του. Η αποδοχή της ρύθμισης αποτελεί αναγνώριση της ύπαρξης και του ύψους του παλαιού χρέους (βασικού και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής).
V. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ
Από την ημέρα υποβολής της αίτησης ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή των χρεών που υπάγονται σε αυτή. Η εν λόγω αναστολή λήγει με την πάροδο της προθεσμίας καταβολής της τελευταίας δόσης της ρύθμισης κατά τα οριζόμενα στην απόφαση της παραγράφου 1 του ΚΕΔΕ ή με την έκδοση απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ή με την έγγραφη άρνηση αποδοχής της ρύθμισης ή με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την αποδοχή αυτής, κατά περίπτωση, η δε παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από το χρονικό σημείο λήξης της αναστολής.
ΑΙΤΗΣΗ – ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ
Η αίτηση για ρύθμιση οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του 62Α του ΚΕΔΕ υποβάλλεται στο αρμόδιο περιφερειακό ΚΕΑΟ συνοδευόμενη από τα απαραίτητα ανά κατηγορία οφειλέτη δικαιολογητικά και συγκεκριμένα:
α) βεβαίωση της Εισαγγελίας της έδρας της επιχείρησης ότι δεν εκκρεμεί δίωξη για δόλια χρεωκοπία σε βάρος του
β) αντίγραφο ποινικού μητρώου για γενική χρήση (αυτεπάγγελτη αναζήτηση)
γ) αντίγραφα δηλώσεων ΕΙ, Ε2, Ε9, Ε3, Φ010 των τελευταίων 2 ετών. Σημειώνουμε ότι σε πτωχεύσεις παλαιότερων ετών μπορούν να ζητηθούν από τα αρμόδια ΚΕΑΟ αντίγραφα δηλώσεων οποιασδήποτε χρονικής περιόδου
δ1) για πτωχούς οφειλέτες: πιστοποιητικό πορείας πτώχευσης από το αρμόδιο Πρωτοδικείο
δ2) για υπό εξυγίανση οφειλέτες: αντίγραφο δικαστικής απόφασης περί επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, αντίγραφο της συμφωνίας εξυγίανσης υπογεγραμμένη από το 60% και άνω των πιστωτών και αντίγραφο του επιχειρηματικού σχεδίου (business plan).
Στις περιπτώσεις αιτήσεων ρύθμισης οφειλών ομορρύθμων ή ετερορρύθμων εταιριών θα πρέπει να αναζητούνται στοιχεία οικονομικής και περιουσιακής κατάστασης όλων των ευθυνόμενων προσωπικώς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρία ομορρύθμων μελών
Στις περιπτώσεις αιτήσεων ρύθμισης οφειλών ΕΠΕ ή ΑΕ θα πρέπει να αναζητούνται στοιχεία οικονομικής και περιουσιακής κατάστασης των ευθυνόμενων, για ορισμένα χρέη, προσωπικώς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το Νομικό Πρόσωπο, Διαχειριστών ή Διευθυνόντων Συμβούλων
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΕΑΟ
1. Το αρμόδιο περιφερειακό ΚΕΑΟ εξετάζει τις αιτήσεις, ελέγχει την πληρότητα των δικαιολογητικών και υποβάλλει απόψεις στην κεντρική υπηρεσία, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας τα στοιχεία που αναφέρονται στο Γ36/04/150/16-3-2016 έγγραφο μας για τους υπό εξυγίανση οφειλέτες και κατά περίπτωση για τους πτωχούς.
2. Ο πλήρης φάκελος του οφειλέτη με το σύνολο των δικαιολογητικών και τις απόψεις του Περ/κού ΚΕΑΟ, αποστέλλεται στην Κεντρική Υπηρεσία ΚΕΑΟ για περαιτέρω ενέργειες.
3. Η Κεντρική Υπηρεσία ΚΕΑΟ μελετά τον φάκελο του οφειλέτη και εισηγείται προς την Επιτροπή του άρθρου 119 του Ν. 4387/2016 ως προς την εν όλω ή εν μέρει αποδοχή της αίτησης ή ως προς την απόρριψή της.
4. Η Επιτροπή συνεδριάζει, εξετάζει τις σχετικές αιτήσεις, γνωμοδοτεί επ’ αυτών και εκδίδει Πρακτικό Συνεδριάσεως.
5. Το Πρακτικό Συνεδριάσεως της Επιτροπής διαβιβάζεται στον Διοικητή του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ο οποίος υπογράφει επί του Πρακτικού, εφόσον συμφωνεί με τη γνωμοδότηση της Επιτροπής και εγκρίνει τους τιθέμενους όρους
6. Το Πρακτικό διαβιβάζεται στο αρμόδιο ΚΕΑΟ, από το οποίο καλείται αμέσως ο πτωχός ή υπό εξυγίανση οφειλέτης για ενημέρωσή του επί των όρων του Πρακτικού
7. Το αρμόδιο ΚΕΑΟ εκδίδει απόφαση ρύθμισης σύμφωνα με τους όρους του Πρακτικού της Επιτροπής, την οποία κοινοποιεί στον οφειλέτη. Ο οφειλέτης μέσα σε ένα (1) μήνα από την πρόσκλησή του θα πρέπει να αποδεχτεί τη ρύθμιση με ρητή ανεπιφύλακτη και χωρίς όρους δήλωσή του, που καταχωρίζεται στο σώμα της απόφασης ρύθμισης και υπογράφεται από αυτόν παρουσία του Προϊσταμένου του Περ/κού ΚΕΑΟ. Η αποδοχή της ρύθμισης αποτελεί αναγνώριση της ύπαρξης και του ύψους του παλαιού χρέους (βασικού και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής).
8. Ο οφειλέτης καταβάλλει τις δόσεις της ρύθμισης των χρεών του, σύμφωνα με τους όρους που έχει προηγουμένως αποδεχτεί.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Για τους οφειλέτες ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που δεν έχουν ενταχθεί στο ΚΕΑΟ, οι αιτήσεις θα υποβάλλονται στις αρμόδιες ταμειακές υπηρεσίες και θα προωθούνται στη Διεύθυνση Ασφάλισης και Εσόδων.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Με αφορμή την παροχή οδηγιών για τη διαχείριση αιτημάτων πτωχών ή υπό εξυγίανση οφειλετών για ρύθμιση οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του 62α του ΝΔ 356/1974, θεωρούμε χρήσιμη την υπενθύμιση των σημαντικότερων σημείων του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου αναφορικά με την πτωχευτική διαδικασία.
Βασικά νομοθετήματα
Νέος Πτωχευτικός Κώδικας Ν.3588/2007 ΦΕΚ 153 που ισχύει από 16/09/2007, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των κάτωθι νομών:
• Ν.4336/2015 αρ. 2 παρ. Γ- υποπαρ. Γ3 που ισχύει από 19/08/2015
• Ν.4013/2011 άρθ. 12
• Ν.4072/2012 άρθ. 234
• Ν.4075/2012 άρθ. 24
Οι ρυθμίσεις του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνο στις πτωχευτικές διαδικασίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, την 16/09/2007, δηλαδή σε εκείνες όπου η αίτηση για κήρυξη της πτώχευσης έχει υποβληθεί στο Πτωχευτικό Δικαστήριο μετά την παραπάνω ημερομηνία (αρθ. 182 παρ. 1). Οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή, εξακολουθούν να διέπονται από το προΐσχύον καθεστώς.
Η κήρυξη της Πτώχευσης
Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών) και μπορεί ο ίδιος να αιτηθεί την κήρυξή του σε πτώχευση (άρθ. 3). Επίσης σε πτώχευση κηρύσσεται οφειλέτης με αίτηση πιστωτή έχοντας έννομο συμφέρον καθώς και με αίτηση του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών αν δικαιολογείται λόγος Δημοσίου συμφέροντος (άρθ. 5).
Αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην Περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των συμφερόντων του (άρθ. 4) και σύμφωνα με το άρθρο 6, το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και εάν αποδειχθεί ότι ασκείται καταχρηστικά. Η πτώχευση αποσκοπεί στην συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών.
Απόφαση Πτώχευσης (άρθ.7) και Δημοσιότητα Πτώχευσης (άρθ. 8)
Με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, το πτωχευτικό δικαστήριο ορίζει εισηγητή δικαστή, σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει την σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. Ορίζει ημερομηνία και τόπο συνέλευσης των πιστωτών για την εκλογή Επιτροπής Πιστωτών και ημερομηνία σύγκλησης συνέλευσης των πιστωτών. Η ημερομηνία αυτή δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από τέσσερις μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης.
Προσδιορίζεται η ημέρα παύσης των πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης ή σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη πέραν του έτους, πριν το θάνατο.
Ημέρα παύσης των πληρωμών, λογίζεται η ημέρα δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση (όταν ο οφειλέτης ζητήσει την πτώχευση λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας εκπλήρωσης).
Περίληψη των αποφάσεων που κηρύσσουν την πτώχευση ή την ανακαλούν και κάθε άλλη πράξη που προβλέπεται στον παρόντα νόμο, δημοσιεύονται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.
Σε κάθε Πρωτοδικείο στο γραφείο του εισηγητή, τηρείται Μητρώο Πτωχεύσεων, στο οποίο εγγράφονται τα ονόματα που κηρύχθηκαν σε πτώχευση. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Μητρώο, στο οποίο καταχωρούνται οι σχετικές μεταβολές για ολόκληρη τη χώρα.
Πτωχευτική Περιουσία
Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης οπουδήποτε κι αν βρίσκεται και δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν, η περιουσία που αποκτά μετά την κήρυξη της πτώχευσης (άρθ. 16).
Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης της περιουσίας του, την οποία ασκεί μόνο ο σύνδικος (άρθ. 17), εκτός αν του ανατεθεί με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου (άρθ. 18).
Αναστολή λήψης αναγκαστικών μέτρων σε βάρος πτωχού οφειλέτη
Από την κήρυξη σε πτώχευση, αναστέλλονται όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη και απαγορεύεται η έναρξη – συνέχιση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης ή η άσκηση – εκδίκαση ενδίκων μέσων (άρθ. 25). Αναστέλλονται επίσης ως προς τους εχέγγυους πιστωτές (άρθ. 26), για τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται λειτουργικά με την επιχειρηματική δραστηριότητα, έως την έγκριση σχεδίου Αναδιοργάνωσης (άρθ. 117) ή της συνέλευσης πιστωτών για την συνέχιση των εργασιών της πτώχευσης (άρθ. 84) και όχι πέραν των δέκα μηνών από την κήρυξη σε πτώχευση, με την παρέλευση των οποίων αυτή αυτοδικαίως αίρεται, εκτός αν αποφασιστεί η εκποίηση του συνόλου της επιχείρησης (άρθ. 84).
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Τα αρμόδια Περιφερειακά ΚΕΑΟ πρέπει να παρακολουθούν, όσο οι επιχειρήσεις είναι ενεργές και δεν έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους, να λαμβάνουν όλα τα προβλεπόμενα από το ΚΕΔΕ, αναγκαστικά μέτρα σε βάρος των επιχειρήσεων και των υπευθύνων αυτών, ώστε να διασφαλιστούν οι οφειλές (κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, κατασχέσεις κινητής ή ακίνητης περιουσίας), ώστε να εξασφαλίζεται η προνομιακή ικανοποίηση του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ ως ενυπόθηκου δανειστή (άρθ. 155).
Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εξακολουθεί να επιβάλλει αναγκαστικά μέτρα εκτέλεσης, στην πτωχευτική ή μεταπτωχευτική περιουσία του οφειλέτη σύμφωνα με το άρθ. 62 παρ. 4 του ΚΕΔΕ, όταν η αίτηση της πτώχευσης είχε υποβληθεί πριν τις 16/09/2007.
Συμβάσεις Εργασίας – Όργανα Της Πτώχευσης
Σύμφωνα με το άρθ. 34, με την κήρυξη της πτώχευσης δε λύεται η σύμβαση εργασίας. Ο σύνδικος μπορεί να λύσει την σύμβαση με καταγγελία και δεν απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης.
Στην περίπτωση που, κατά το άρθ. 70, η έκθεση του συνδίκου προβλέπει βιωσιμότητα της επιχείρησης, ο σύνδικος, ο οφειλέτης και η επιτροπή πιστωτών ή και ο καθένας χωριστά, μπορούν να ζητήσουν από τον εισηγητή τη διατήρηση αναγκαίων θέσεων εργασίας, μέχρι την έγκριση ή απόρριψη, κατά το άρθ. 107, του σχεδίου αναδιοργάνωσης.
Οι απαιτήσεις των εργαζομένων από μισθούς, που γεννήθηκαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, αποτελούν πτωχευτικές απαιτήσεις και οι εργαζόμενοι ικανοποιούνται ως πτωχευτικοί πιστωτές.
Το πτωχευτικό δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο), ο εισηγητής, ο σύνδικος, η συνέλευση πιστωτών και η επιτροπή πιστωτών, αποτελούν τα όργανα της πτώχευσης (άρθ. 52).
Το πτωχευτικό δικαστήριο κηρύσσει την πτώχευση του οφειλέτη και ασκεί την ανώτατη εποπτεία των εργασιών της.
Οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ένδικα μέσα (ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση, εκτός της απόφασης ορισμού ή αντικατάστασης εισηγητή ή συνδίκου (άρθ. 55).
Ανακοπή ασκείται από τον οφειλέτη ή οποιοδήποτε έχει έννομο συμφέρον, εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευσή της απόφασης στο ΔΔΔ του Ταμείου Νομικών (άρθ. 56), κατά της πτωχευτικής απόφασης ή της απόφασης που μεταβάλλει το χρόνο παύσης πληρωμών και απευθύνεται στον σύνδικο και στο αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο.
Ανάκληση Πτώχευσης
(άρθ. 57)
Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, μπορεί να ανακληθεί μετά από αίτηση του οφειλέτη από το δικαστήριο που κήρυξε την πτώχευση. Εφόσον ικανοποιήθηκαν ή συναινούν οι πιστωτές. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πτώχευσης κατά το άρθ.164. Η απόφαση ανάκλησης της πτώχευσης δημοσιεύεται στο ΔΔΔ και υπόκεινται σε Ανακοπή ερημοδικίας ή τριτανακοπή εντός τριάντα ημερών από την δημοσίευσή της.
Εισηγητής της Πτώχευσης
Εισηγητής ορίζεται Πρωτοδίκης που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο, μεριμνά για το διορισμό συνδίκου, επιτηρεί τις εργασίες της πτώχευσης και επιβλέπει το έργο του συνδίκου (άρθ. 58-59).
Σύνδικος της Πτώχευσης
Σύνδικος διορίζεται δικηγόρος με πενταετή υπηρεσία και κατοικεί στην έδρα του πτωχευτικού δικαστηρίου. Εντός δύο ημερών από την ειδοποίησή του, δικαιούται να αποποιηθεί και δεν μπορεί να διορισθεί για τα επόμενα τρία έτη (άρθ. 63-64). Υποχρεούται να υποβάλλει στην συνέλευση πιστωτών, έκθεση με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, τα αίτια της πτώχευσης, τις προοπτικές διατήρησης της επιχείρησης, τις δυνατότητες βιωσιμότητάς της και την υπαγωγή του οφειλέτη στο σχέδιο αναδιοργάνωσης. Η έκθεση γνωστοποιείται δέκα ημέρες πριν την συνέλευση των πιστωτών στον εισηγητή, στον οφειλέτη και στην επιτροπή των πιστωτών (άρθ. 70).
Το πτωχευτικό δικαστήριο με αίτηση του συνδίκου μπορεί να τον αντικαταστήσει και δεν μπορεί να διορισθεί σύνδικος για τα επόμενα τρία χρόνια (άρθ. 79).
Ευθύνεται δε έναντι της ομάδας των πιστωτών και του οφειλέτη, για κάθε ζημιά που προκάλεσε υπαιτίως στην πτωχευτική περιουσία, κατά παράβαση του παρόντα Κώδικα (άρθ. 80).
Αναγγελία σε Πτώχευση
Ο σύνδικος οφείλει να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πιστωτές, να αναγγείλουν την απαίτησή τους (άρθ. 89).
Η προθεσμία της αναγγελίας των απαιτήσεων είναι ένας μήνας, σύμφωνα με το Ν. 4336/2015 παρ. 3 υποπαρ. Γ3 του άρθρου 2 και ισχύει από 19/08/2015 από τη δημοσίευση της απόφασης κήρυξης σε πτώχευση στο ΔΔΔ (άρθ. 90). Η προηγούμενη προθεσμία αναγγελίας των απαιτήσεων ήταν τρεις μήνες.
Εάν η αναγγελία είναι εκπρόθεσμη, μπορεί να ασκηθεί ανακοπή που στρέφεται κατά του συνδίκου, με έξοδα του πιστωτή, ώστε να μετάσχει στην επαλήθευση των απαιτήσεων. Η ανακοπή ασκείται μέχρι την τελευταία διανομή (άρθ. 92).
Η καταχώρηση των αποφάσεων πτώχευσης των οφειλετών μας και των αναγγελιών, διενεργούνται από την Κεντρική Υπηρεσία ΚΕΑΟ βάσει των Δελτίων Δικαστικών Δημοσιεύσεων (ηλεκτρονικά).
Οι αναγγελίες φέρουν μηχανογραφημένη αποτύπωση υπογραφής και σφραγίδας των αρμοδίων οργάνων των 21 Περιφερειακών Υπηρεσιών ΚΕΑΟ, εκτυπώνονται και επιδίδονται από το εκάστοτε Περιφερειακό ΚΕΑΟ.
Ειδικότερα, για οφειλέτες Τοπικών Μονάδων, οι αναγγελίες διαβιβάζονται για επίδοση στην αρμόδια Τοπική Μονάδα. Αναλόγως του τόπου της έδρας του πτωχεύσαντος οφειλέτη, οι αναγγελίες επιδίδονται από την, κατά τόπο, αρμόδια Υπηρεσία στο οικείο Πολυμελές Πρωτοδικείο (στο γραμματέα πτωχεύσεων), με υπάλληλο της Υπηρεσίας και στον σύνδικο, με αποδεικτικό παραλαβής (άρθ. 91). Ο φάκελος της πτώχευσης που περιλαμβάνει την απόφαση πτώχευσης, το αντίγραφο αναγγελίας, τα αποδεικτικά επίδοσής τους και όποια άλλα στοιχεία αφορούν την πτώχευση, τηρείται στο αρμόδιο Περιφερειακό ΚΕΑΟ, τόσο για τους οφειλέτες της περιοχής αρμοδιότητάς του όσο και των Τοπικών Μονάδων που υπάγονται σε αυτό. Σε τακτά χρονικά διαστήματα να διενεργούνται έλεγχοι στις μερίδες που τηρούνται στα Πρωτοδικεία (Τμήμα Πτωχεύσεων) για ενημέρωση της Υπηρεσίας, ως προς την πορεία της πτώχευσης.
Επαλήθευση Απαιτήσεων
Η επαλήθευση των απαιτήσεων διενεργείται από τον σύνδικο, ενώπιον του εισηγητή και αρχίζει τρεις ημέρες μετά από την πάροδο της προθεσμίας της αναγγελίας. Η προθεσμία των επαληθεύσεων ορίζεται από τον εισηγητή και δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα, μπορεί δε να παραταθεί από τον εισηγητή για δύο επιπλέον μήνες. Την έκθεση συντάσσει ο εισηγητής και αναρτάται για δέκα μέρες στα γραφεία του (άρθ. 93).
Αντιρρήσεις κατά της διαδικασίας της επαλήθευσης των απαιτήσεων, προβάλλουν ο οφειλέτης, ο σύνδικος, καθώς και οι πιστωτές εντός δέκα ημερών από την ολοκλήρωση των επαληθεύσεων. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου, επιτρέπεται μόνο έφεση (αρθ. 95).
Σχέδιο Αναδιοργάνωσης
Ο οφειλέτης και ο σύνδικος δικαιούνται να υποβάλλουν στο πτωχευτικό δικαστήριο, σχέδιο για τη διάσωση της επιχείρησης, την αξιοποίηση αλλά και τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας καθώς και την ευθύνη του οφειλέτη μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Το σχέδιο αναδιοργάνωσης υποβάλλεται συγχρόνως με την αίτηση κήρυξης του οφειλέτη σε πτώχευση, ή μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την κήρυξη σε πτώχευση (άρθ. 107-108).
Από την τελεσιδικία της απόφασης που επικυρώνει το σχέδιο, ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του με σκοπό την εκπλήρωση των όρων του σχεδίου (άρθ. 125).
Εάν ακυρωθεί το σχέδιο (άρθ. 127, 128) οι πιστωτές αναλαμβάνουν αυτοδικαίως τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα κατά του οφειλέτη.
Εφόσον δεν έχει επιτευχθεί η αποδοχή ή η επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης του οφειλέτη, η πτώχευση βρίσκεται στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών, όπου ο σύνδικος προβαίνει στη ρευστοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και στη διανομή του προϊόντος αυτής στους πιστωτές, οι οποίοι έχουν αναγγείλει τις απαιτήσεις τους (άρθ. 132).
Στην περίπτωση της εκποίησης δια πλειστηριασμού (διενεργείται όπως όλοι οι πλειστηριασμοί σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 356/1974 ΚΕΔΕ, ο επισπεύδων (σύνδικος ή πιστωτής) υποχρεούται επί ποινή ακυρότητας να κοινοποιήσει το πρόγραμμα πλειστηριασμού στους αναγγελθέντες ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και Δημόσιο (άρθ.54 ΚΕΔΕ), όπως προβλέπεται στο άρθ. 62 του ΚΕΔΕ, στην παρ. 2 του οποίου προστίθεται το εδάφιο τρίτο με την παρ. 1 του άρθ. 37 του Ν. 2214/1994, το οποίο προβλέπει κοινοποίηση του προγράμματος πλειστηριασμού και της (υποχρεωτικά συνημμένης) πρόσφατης έκθεσης εκτίμησης των εκποιουμένων.
Στην περίπτωση της απευθείας εκποίησης πτωχευτικής περιουσίας, ο σύνδικος υποχρεούται να γνωστοποιήσει την ημερομηνία αυτής όπως και το είδος και την αξία των εκποιουμένων στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και στην αρμόδια Διεύθυνση Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών καθώς και στις αναγγελθείσες ΔΟΥ και Τελωνεία, τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν την ημερομηνία έναρξης της εκποίησης (παρ. 2 του άρθ. 37 του Ν. 2214/1994 με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθ. 62 ΚΕΔΕ).
Το Δημόσιο και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ επί πτωχεύσεως και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων, παραδεκτώς αναγγέλλεται απευθείας στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και όχι μόνο διά του συνδίκου (άρθ. 54, 55, 62 του ΚΕΔΕ).
Ο σύνδικος, κατά το άρθ. 154 συντάσσει πίνακα διανομής του εκπλειστηριάσματος και μετά την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων και την αντιμισθία του συνδίκου, ο Ασφαλιστικός Φορέας κατατάσσεται στην τέταρτη σειρά του Πίνακα Διανομής (άρθ. 2 παρ. Γ Υποπαρ. Γ3 του Ν. 4336/2015 μετά την τροποποίηση του άρθ. 19 παρ. 10 του Ν. 4055/2012 με τον οποίο είχε τροποποιηθεί το αρχικό 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ).
Εντός δέκα ημερών από την επομένη της δημοσίευσης του πίνακα, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να ασκήσει ανακοπή.
Αν δεν ασκηθούν ανακοπές, ο σύνδικος διανέμει αμέσως το εκπλειστηρίασμα. Από την ημερομηνία επίδοσης του πίνακα στο Δημόσιο και στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής είναι τριάντα ημέρες (άρθ. 58 παρ. 4 ΚΕΔΕ). Τα Περιφερειακά ΚΕΑΟ οφείλουν, όταν γίνει η κοινοποίηση, άμεσα να τη διαβιβάζουν στη Νομική Υπηρεσία με όλα τα σχετικά έγγραφα, προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα του πίνακα για την άσκηση ή όχι ανακοπής.
Περάτωση Της Πτώχευσης
Σύμφωνα με τα άρθ. 164 και 170, οι λόγοι περάτωσης της πτώχευσης είναι οι κάτωθι:
1. Η τελεσίδικη επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης (άρθ. 125).
2. Η εκποίηση όλων των στοιχείων του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας και η διανομή στους πιστωτές.
3. Η παύση των εργασιών της πτώχευσης. Αν οι εργασίες της πτώχευσης δεν μπορούν να εξακολουθήσουν λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων, το πτωχευτικό δικαστήριο μετά από έκθεση του εισηγητή, μετά από αίτηση του συνδίκου ή οφειλέτη ή πιστωτή ή αυτεπαγγέλτως κηρύσσει την παύση των εργασιών της πτώχευσης. Οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα και παύει το λειτούργημα του συνδίκου.
4. Αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση η παρέλευση δέκα ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών ή η παρέλευση δεκαπέντε ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.
Αν η πτώχευση περατώθηκε με απόφαση που κηρύσσει την παύση εργασιών της πτώχευσης λόγω έλλειψης χρημάτων (άρθ. 166), το πτωχευτικό δικαστήριο εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της πτώχευσης, αποφαίνεται ότι ο οφειλέτης είναι συγγνωστός, αν αυτός είναι καλής πίστης και η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του. Στην περίπτωση αυτή δεν προσωποκρατείται από τους πιστωτές της πτώχευσης, εκτός αν ειδικοί νόμοι ορίζουν διαφορετικά. Η απόφαση αυτή σημειώνεται στο Μητρώο Πτωχεύσεων και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.
Επισημαίνουμε ότι η παύση εργασιών της πτώχευσης, δεν προκαλούσε την περάτωση αυτής, κατά το προϊσχύον δίκαιο.
5. Η αποκατάσταση του πτωχού λόγω εξόφλησης όλων των πιστωτών.
Αποκατάσταση Οφειλέτη
Ο οφειλέτης φυσικό πρόσωπο αποκαθίσταται είτε μετά την πάροδο δεκαετίας από την κήρυξη της πτώχευσης, είτε αν εξόφλησε όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές.
Ο οφειλέτης νομικό πρόσωπο αποκαθίσταται μόνο αν εξόφλησε όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές.
Η αποκατάσταση κηρύσσεται με απόφαση πτωχευτικού δικαστηρίου, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή σε περίπτωση θανάτου, των κληρονόμων του. Επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης εντός μηνός από τη δημοσίευση στο Δελτίο καθώς και τριτανακοπή από όποιον έχει έννομο συμφέρον.Εάν απορριφθεί,νέο αίτημα δεν μπορεί να υποβληθεί πριν την πάροδο ενός έτους, από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης (άρθ. 169).
Για τις εκκρεμείς αιτήσεις περί κήρυξης της πτώχευσης πριν από την 16/09/2007 έναρξη ισχύος του Πτωχευτικού Κώδικα Ν. 3588/2007, εξακολουθούν να διέπονται από το προΐσχύον δίκαιο (άρθ. 182 παρ. 2).
Κατ’ εξαίρεση η διάταξη του άρθ. 166 παρ. 3, σχετικά με την παύση των εργασιών, επέρχεται εφόσον έχει συμπληρωθεί εικοσαετία από την κήρυξη των πτωχεύσεων αυτών, καθώς περατώνεται η πτώχευση αυτοδικαίως οπότε αρχίζει νέος χρόνος παραγραφής.
Μεταβατικό δίκαιο
Ο παρών κώδικας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την 16/09/2007 (άρθ. 182).
Οι προϊσχύουσες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών. Μέχρι την έκδοση της κατά το άρθρο 8 παρ. 3 υπουργικής Απόφασης, τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή Μητρώα εξακολουθούν να τηρούνται σύμφωνα με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις.
Οι διατάξεις του άρθρου 166 παρ. 3 εφαρμόζονται και επί εκκρεμών πτωχεύσεων, εφόσον από την κήρυξη της πτώχευσης παρήλθε διάστημα είκοσι (20) ετών.
Οι διατάξεις άλλων νόμων που παραπέμπουν σε άρθρα του καταργούμενου Τρίτου Βιβλίου του Εμπορικού Νόμου ή άλλων ρυθμίσεων πτωχευτικού δικαίου ή δικαίου εξυγίανσης επιχειρήσεων, από την έναρξη ισχύος του παρόντος πτωχευτικού κώδικα θεωρούνται ότι παραπέμπουν σε αντίστοιχες διατάξεις του.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ