ΔΕΔ 2731/2019 Αχρεώστητη καταβολή ΦΣΚ στην υπέρ το άρτιο διαφορά
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Έχοντας υπ’ όψη:
1. Τις διατάξεις:
α. του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170).
β. της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α’ 94)
γ. της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4331/2015 (ΦΕΚ Α’ 69)
δ. του Π.Δ 111/2014 (ΦΕΚ Α’ 178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών»
ε. του άρθρου 6 της υπ’ αριθμ. Δ6Α1058824 ΕΞ 2014 (ΦΕΚ Β’ 865, 1079 και 1846)
Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών
«Ανακαθορισμός της εσωτερικής διάρθρωσης και των αρμοδιοτήτων οργανικών μονάδων
της Γενικής Γοαμματείας Δημοσίων Εσόδων και μετονομασία ορισμένων από αυτές», όπως
τροποποιήθηκε και ισχύει.
στ. της ΠΟΛ 1064/12-04-2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής
Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ Β’ 1440/27-04-2017).
2. Την ΠΟΛ 1069/04-03-2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του
Υπουργείου Οικονομικών,
3. Την υπ’ αριθμ. Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759/ τ.Β’/01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της
Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών,
4. Την από 24/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή της
επιχείρησης με την επωνυμία , με ΑΦΜ: , που εδρεύει στην , οδός αριθ , τ.κ ,
κατά της τεκμαιρόμενης αρνητικής απάντησης του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ
Πειραιά, στην με αριθ. πρωτ. /2018 αίτησή της, που αφορά την αξίωση της εταιρείας
για επιστροφή Φόρου Συγκέντρωσης Κεφαλαίων, ποσού 158.580€ (που αντιστοιχεί σε
ποσοστό 1% επί της διαφοράς υπέρ το άρτιο από έκδοση νέων μετοχών ποσού
15.858.000€, ήτοι 17.620 μετοχές x 900€ / μτχ) που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, και τα
προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα,
5. Τις απόψεις της ανωτέρω φορολογικής αρχής,
6. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Α2 τμήματος επανεξέτασης, όπως
αυτή αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης,
Επί της από 24/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής της
επιχείρησης με την επωνυμία , με ΑΦΜ: , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα,
δεδομένου ότι η τασσόμενη προθεσμία των 90 ημερών (άρθρο 63§2 του ν. 2717/1999), παρήλθε από
τις 28/03/2019, μετά δε τη μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο
σχετικό φάκελο εγγράφων, των υποβληθέντων στην υπηρεσία μας υπομνημάτων και των
προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Σύντομο Ιστορικό
1) Με την από 23/12/2014 απόφαση της Έκτακτης Γ.Σ των μετόχων της εταιρείας
(Σχετ. 1), έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με έκδοση 2.800 ονομαστικών
μετοχών, ονομαστικής αξίας 100,00€ και τιμή διάθεσης 1.000,00€ εκάστη (αξία
υπέρ το άρτιο 900€ ανά μετοχή). Παράλληλα έλαβε χώρα τροποποίηση του άρθρου 5
του καταστατικού της Εταιρείας, με την ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου,
καθώς και κωδικοποίηση του καταστατικού που δημοσιεύτηκε στο ΓΕΜΗ με α/α /2014
(Σχετ. 2)
Η διαφορά υπέρ το άρτιο που προέκυψε ύψους 2.520.000€ (2.800 μτχ x 900,00€ ανά μτχ), κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της
Εταιρείας και καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς 41.00.00.001 και 41.00.00.002
(Σχετ. 3, 4).
Ακολούθως η προσφεύγουσα υπέβαλε στη ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά την υπ’ αριθμ /30-12-2014
δήλωση Φ.Σ.Κ, με την οποία δήλωσε ως αξία υποκείμενη το ποσό των 2.800.000€
(Σχετ. 5) και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο ποσού 28.000€ (2.800.000€ x 1% – Σχετ. 6). Στην ως άνω υποκείμενη αξία, συμπεριέλαβε
και το ποσό της υπέρ το άρτιο διαφοράς ποσού 2.520.000€.
2) Με την από 18/12/2015 απόφαση της Έκτακτης Γ.Σ των μετόχων της εταιρείας
(Σχετ. 7), έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με έκδοση 2.000 ονομαστικών
μετοχών, ονομαστικής αξίας 100,00€ και τιμή διάθεσης 1.000,00€ εκάστη (αξία
υπέρ το άρτιο 900€ ανά μετοχή). Παράλληλα έλαβε χώρα τροποποίηση του άρθρου 5
του καταστατικού της Εταιρείας, με την ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου,
καθώς και κωδικοποίηση του καταστατικού που δημοσιεύτηκε στο ΓΕΜΗ με α/α /2016
(Σχετ. 8)
Η διαφορά υπέρ το άρτιο που προέκυψε ύψους 1.800.000€ (2.000 μτχ x 900,00€ ανά μτχ), κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της
Εταιρείας και καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς 41.00.00.001 και 41.00.00.002
(Σχετ. 9, 10).
Ακολούθως η προσφεύγουσα υπέβαλε στη ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά την υπ’ αριθμ /2015 δήλωση
Φ.Σ.Κ, με την οποία δήλωσε ως αξία υποκείμενη το ποσό των 2.000.000€ (Σχετ. 11)
και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο ποσού 20.000€ (2.000.000€ x 1% – Σχετ. 12). Στην ως άνω υποκείμενη αξία,
συμπεριέλαβε και το ποσό της υπέρ το άρτιο διαφοράς ποσού 1.800.000€.
3) Με την από 19/07/2016 απόφαση της Έκτακτης Γ.Σ των μετόχων της εταιρείας
(Σχετ. 13), έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με έκδοση 6.500 ονομαστικών
μετοχών, ονομαστικής αξίας 100,00€ και τιμή διάθεσης 1.000,00€ εκάστη (αξία
υπέρ το άρτιο 900€ ανά μετοχή). Παράλληλα έλαβε χώρα τροποποίηση του άρθρου 5
του καταστατικού της Εταιρείας, με την ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου,
καθώς και κωδικοποίηση του καταστατικού που δημοσιεύτηκε στο ΓΕΜΗ με α/α /2016
(Σχετ. 14)
Η διαφορά υπέρ το άρτιο που προέκυψε ύψους 5.850.000€ (6.500 μτχ x 900,00€ ανά μτχ), κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της
Εταιρείας και καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς 41.00.00.001 και 41.00.00.002
(Σχετ. 15, 16).
Ακολούθως η προσφεύγουσα υπέβαλε στη ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά την υπ’ αριθμ /2016 δήλωση
Φ.Σ.Κ, με την οποία δήλωσε ως αξία υποκείμενη το ποσό των 6.500.000€ (Σχετ.17)
και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο ποσού 65.000€ (6.500.000€ x 1% – Σχετ. 18). Στην ως άνω υποκείμενη αξία,
συμπεριέλαβε και το ποσό της υπέρ το άρτιο διαφοράς ποσού 5.850.000€.
4) Με την από 28/12/2016 απόφαση της Έκτακτης Γ.Σ των μετόχων της εταιρείας
(Σχετ. 19), έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με έκδοση 6.320 ονομαστικών
μετοχών, ονομαστικής αξίας 100,00€ και τιμή διάθεσης 1.000,00€ εκάστη (αξία
υπέρ το άρτιο 900€ ανά μετοχή). Παράλληλα έλαβε χώρα τροποποίηση του άρθρου 5
του καταστατικού της Εταιρείας, με την ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου,
καθώς και κωδικοποίηση του καταστατικού που δημοσιεύτηκε στο ΓΕΜΗ με α/α /2017
(Σχετ. 20)
Η διαφορά υπέρ το άρτιο που προέκυψε ύψους 5.688.000€ (6.320 μτχ x 900,00€ ανά μτχ), κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της
Εταιρείας και καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς 41.00.00.001 και 41.00.00.002
(Σχετ. 15, 16).
Ακολούθως η προσφεύγουσα υπέβαλε στη ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά την υπ’ αριθμ /2016 δήλωση
Φ.Σ.Κ, με την οποία δήλωσε ως αξία υποκείμενη το ποσό των 6.320.000€ (Σχετ.21)
και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο ποσού 63.200€ (6.320.000€ x 1% – Σχετ. 22). Στην ως άνω υποκείμενη αξία,
συμπεριέλαβε και το ποσό της υπέρ το άρτιο διαφοράς ποσού 5.688.000€.
Ακολούθως, η προσφεύγουσα υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, στην με αριθ.
πρωτ. /2018 αίτησή της (Σχετ. 23), με την οποία ζήτησε την επιστροφή Φ.Σ.Κ,
ποσού 158.580€ που αντιστοιχεί σε ποσοστό 1% επί της διαφοράς υπέρ το άρτιο από
την έκδοση 17.620 ονομαστικών μετοχών, ήτοι:
Ημερομηνία απόφασης
Μετοχές
Ονομαστική αξία / μτχ
τιμή διάθεσης / μτχ
Διαφορά
υπέρ το άρτιο / μτχ
Αύξηση Μετ. Κεφαλαίου
Διαφορά υπέρ το άρτιο
Δήλωση Φ.Σ.Κ
Διαφορά προς επιστροφή
23/12/2014
2.800
100€
1.000€
900€
280.000€
2.520.000€
28.000€
25.200€
18/12/2015
2.000
100€
1.000€
900€
200.000€
1.800.000€
20.000€
18.000€
19/07/2016
6.500
100€
1.000€
900€
650.000€
5.850.000€
65.000€
58.500€
28/12/2016
6.320
100€
1.000€
900€
632.000€
5.688.000€
63.200€
56.880€
Σύνολο
17.620
1.762.000€
15.858.000€
176.200€
158.580€
Στην ανωτέρω αίτηση η αρμόδια ΔΟΥ δεν απάντησε εντός της τασσόμενης προθεσμίας,
οπότε τεκμαίρεται η σιωπηρή απόρριψή της.
Η προσφεύγουσα, με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά την ακύρωση της
τεκμαιρόμενης αρνητικής απάντησης του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά στην υπ’
αριθμ. /2018 αίτησή της, να γίνει νέα εκκαθάριση στις υποβληθείσες δηλώσεις και
να της επιστραφεί εντόκως από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης το ποσό του
Φ.Σ.Κ ύψους 158.580€ που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, προβάλλοντας ότι:
1) Η διαφορά υπέρ το άρτιο δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίων κατά το
χρόνο της καταβολής της, αλλά μόνο κατά το χρόνο της κεφαλαιοποίησης της
διαφοράς (ΣτΕ 1774/2018)
2) Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι είναι δεσμευτικές για τη Φορολογική Διοίκηση
3) Ο φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων επιστρέφεται εάν διαπιστώθηκε ότι καταβλήθηκε
αχρεώστητα.
Επειδή με τις διατάξεις του ν. 1676/1986 (Α’ 204) ορίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Με το άρθρο
17 ότι: «Επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, φόρος με την
ονομασία “φόρος με την συγκέντρωση κεφαλαίων”, από: α) εμπορικές
εταιρείες και κοινοπραξίες επιτηδευματιών, β) συνεταιριστικές οργανώσεις κάθε
βαθμού, οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή κοινωνία,
εφ’ όσον σκοπός που επιδιώκουν τα πρόσωπα αυτά είναι κερδοσκοπικός, γ)
υποκατάστημα ξένης εταιρείας»,
Με το άρθρο 18 § 1 ότι: «Αποτελούν συγκέντρωση κεφαλαίων και υπάγονται στο φόρο
οι κατωτέρω πράξεις: α) η σύσταση των προσώπων, που προβλέπονται από το άρθρο
17 και η αύξηση του κεφαλαίου τους, που γίνεται με την εισφορά περιουσιακών
στοιχείων οποιουδήποτε είδους, β) …, γ) η αύξηση του ενεργητικού των προσώπων
του άρθρου 17, που γίνεται με την εισφορά περιουσιακών στοιχείων οποιουδήποτε
είδους, όχι για συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο ή την εταιρική περιουσία, αλλά
για χορήγηση δικαιωμάτων ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι, όπως το
δικαίωμα ψήφου ή το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ή στο προϊόν της εκκαθάρισης,
δ) …, ε) …, στ) … ζ) …», Με το άρθρο 19 § 1 ότι: «Ο φόρος υπολογίζεται:
α) για τις πράξεις των περιπτώσεων α’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου
18, στην πραγματική αξία των εισφερόμενων κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων»,
Με το άρθρο 20 ότι: «Η φορολογική υποχρέωση γεννάται: α) στη σύσταση των
προσώπων του άρθρου 17, στην αύξηση του κεφαλαίου ή του ενεργητικού τους, στη
συγχώνευση, στη μετατροπή και στα δάνεια των περιπτώσεων ε’ και στ’ της
παραγράφου 1 του άρθρου 18, κατά το χρόνο της σύνταξης του οικείου εγγράφου και
σε περίπτωση μη σύνταξης εγγράφου κατά το χρόνο της σχετικής εγγραφής στα
οικεία βιβλία» και Με το άρθρο 21 ότι: «Ο φόρος ορίζεται σε ένα στα εκατό (1%)
στην αξία που φορολογείται»
Επειδή με την υπ’ αριθμ. 1115824/ΠΟΛ. 1230/10-10-1994 διαταγή του Υ.Ο,
διευκρινίστηκαν τα ακόλουθα:
1) Σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 1676/1986, μεταξύ των
πράξεων που αποτελούν συγκέντρωση κεφαλαίων και υπάγονται στο φόρο συγκέντρωσης
κεφαλαίων, είναι και η αύξηση των κεφαλαίων των προσώπων του άρθρου 17 του
νόμου αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. γ’ της παραγράφου 1
του άρθρου 18 του ιδίου νόμου, αποτελεί συγκέντρωση κεφαλαίων και υπάγεται στο
φόρο η αύξηση του ενεργητικού των προσώπων του άρθρου 17, που γίνεται με την
εισφορά περιουσιακών στοιχείων οποιουδήποτε είδους, όχι για συμμετοχή στο
εταιρικό κεφάλαιο ή την εταιρική περιουσία, αλλά για χορήγηση δικαιωμάτων ιδίας
φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι, όπως το δικαίωμα ψήφου ή το δικαίωμα
συμμετοχής στα κέρδη ή στο προϊόν της εκκαθάρισης.
2) Σε περίπτωση έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο, η υπέρ το άρτιο διαφορά είναι
εισφορά που αυξάνει μεν το ενεργητικό της εταιρίας, αλλά ο εισφέρων δεν αποκτά
δικαιώματα ψήφου κλπ. από την εισφορά αυτή και επομένως το ποσό της διαφοράς
αυτής, δεν υπάγεται κατά το χρόνο της καταβολής της σε φόρο συγκέντρωσης
κεφαλαίων, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε της
διάταξης της περίπτ. α’ ούτε της διάταξης της περίπτ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου
18 του Ν. 1676/86. Εφόσον, όμως, γίνει κεφαλαιοποίηση της ανωτέρω διαφοράς
οφείλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων για το ποσό αυτό, δεδομένου ότι στην
περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα αύξηση του κεφαλαίου κατά τα οριζόμενα στην
περίπτ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 1676/1986. Άλλωστε, με
την κεφαλαιοποίηση αυτή καλύπτεται και η προϋπόθεση που ορίζεται στην διάταξη
της περίπτ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 18 (χορήγηση δικαιώματος ψήφου συμμετοχής στα
κέρδη κ.λπ.). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν
πρόκειται περί κεφαλαιοποίησης αποθεματικού κατά την έννοια της διάταξης της
περίπτ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 22 του ιδίου νόμου και επομένως για την
κεφαλαιοποίηση αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής η απαλλακτική αυτή διάταξη.
Ειδικότερα, όπως έγινε δεκτό από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Δ/νση τομέων
παραγωγής, Εθνικό Συμβούλιο Λογιστικής, με το έγγραφο Λ.Σ. 2169 /20558/ Γνωμ.
215/15.6.1994 η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή μεγαλύτερη
της ονομαστικής αξίας (υπέρ το άρτιο) ως προερχόμενη από καταβολές των μετόχων
δεν θεωρείται αποθεματικό, αλλά συμπληρωματικό κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει
συμπληρωματική εισφορά των μετόχων.
3) Από την έκδοση της παρούσας κάθε διαταγή, αντίθετου περιεχομένου, παύει να
ισχύει.
Επειδή με την υπ’ αριθ. 113/2009 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους, η οποία έγινε δεκτή από το Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και
κοινοποιήθηκε με την Εγκ. ΠΟΛ. 1044/03-02-2014, διευκρινίστηκαν τα ακόλουθα:
«Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αποτελεί συγκέντρωση κεφαλαίων, και
υπάγεται στον φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, η πράξη σύστασης των προσώπων που
αναφέρονται στο άρθρο 17, μεταξύ των οποίων, ως εμπορική εταιρία,
συγκαταλέγεται και η Ε.Π.Ε. Στη περίπτωση αυτή ο φόρος υπολογίζεται επί του
αρχικού εταιρικού κεφαλαίου. Περαιτέρω, συγκέντρωση κεφαλαίου αποτελεί και η
πράξη με την οποία αποφασίζεται η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου. Στη περίπτωση
αυτή ο φόρος υπολογίζεται επί του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου. Οι δύο αυτές
περιπτώσεις εξαντλούν τη φορολόγηση του εταιρικού κεφαλαίου, τόσον του αρχικού,
όσον και της επαύξησής του, προβλέπονται δε από την περίπτωση α’ της παρ.1 του
άρθρου 18. Η περίπτωση γ’ επουδενί είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αναφέρεται στο
εταιρικό κεφάλαιο. Αναφέρεται στην αύξηση του ενεργητικού από παλαιούς ή νέους,
κυρίως, εταίρους, στην οποία προβαίνουν, όχι για συμμετοχή στο εταιρικό
κεφάλαιο ή στην εταιρική περιουσία, αλλά για την χορήγηση σε αυτούς δικαιωμάτων
που απολαμβάνουν οι εταίροι, κυρίως του δικαιώματος συμμετοχής στα κέρδη. Είναι
πλέον ή σαφές ότι στη περίπτωση αυτή οι εισφέροντες δεν καθίστανται εταίροι. Θα
μπορούσαν να χαρακτηριστούν απλοί επενδυτές. Ενόψει των προεκτεθέντων, και για
την απάντηση στο υπό τα στοιχ. 1. β’ ερώτημα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ
του μέχρι του αρτίου ποσού του εταιρικού μεριδίου, το οποίο ταυτίζεται με την
ονομαστική αξία αυτού, και του υπέρ το άρτιο, δηλαδή του πέραν της ονομαστικής
αξίας, ποσού του μεριδίου. Το μέχρι του αρτίου ποσό συνιστά αύξηση του
εταιρικού κεφαλαίου, περίπτωση δηλαδή συγκέντρωσης κεφαλαίου η οποία
προβλέπεται από την περ.α’ (της παρ.1 του άρθρου 18). Ως προς αυτό δεν γεννάται
θέμα, γίνεται γενικώς δεκτό και δεν αμφισβητείται (Παν.Ρέππας, Δ/ντής Υπ.
Οικονομικών, Δ.φρ. Νομ., Τ.61, σελ.508, Γνωμ.Νομ. Δ/νσης Υπ.Εθν.Οικον. 27/1987,
824/1988, υπ’ αριθμ.πρωτ.20558/ΛΣ 21619, γνωμ. 215 της Γν. σ.1994 έγγραφο του
Υπ. Οικ. Και Οικονομικών). Ως προς τη «διαφορά από την έκδοση μεριδίων υπέρ το
άρτιον», όμως, όπως αποκαλείται η διαφορά μεταξύ της τιμής διάθεσης του
μεριδίου και της ονομαστικής αξίας αυτού, αυτή δεν υπόκειται στο φόρο
συγκέντρωσης κεφαλαίου, στον οποίο, αντιθέτως, υπόκειται, αν μεταγενεστέρως
κεφαλαιοποιηθεί -κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνέλευσης των εταίρων περί
αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου και εκδόσεως νέων μεριδίων, εννοείται – (Υπ’
αριθμ.πρωτ. 20558/ΛΣ2169 – γνώμ. 215 της 15.6.94, Παν.Ρέππας οπ.παραπ., ΠΟΛ.
1230/10.10.94). Κατά τις Γνωμ 27/87, 824/86 Νομ. Δ/νση Υπ.Εθν. Οικον., η περί
ής πρόκειται διαφορά, είτε μεταγενεστέρως κεφαλαιοποιήθηκε είτε όχι, αποτελεί
αύξηση των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας. Οι γνωμοδοτήσεις όμως αυτές ερμηνεύουν
διατάξεις του Ν.1262/1982, άρθρ.5 και όχι αυτές του ν.1676/86. Υπάγουν τη
διαφορά υπέρ το άρτιο στην έννοια του όρου «ίδια κεφάλαια» που χρησιμοποιεί ο
Ν.1262/82, ο οποίος, όμως, ρυθμίζει θέματα διαφορετικά από αυτά του Ν.1676/86.
Ο όρος «ίδιο κεφάλαιο» και ο όρος «μετοχικό κεφάλαιο», τον οποίο χρησιμοποιεί ο
Ν.1676/ 1986, δεν ταυτίζονται. Με την διαφορά υπέρ το άρτιο αυξάνονται μεν τα
ίδια κεφάλαια της εταιρίας, όχι όμως και το μετοχικό κεφάλαιο. Η αύξηση του
μετοχικού κεφαλαίου συνοδεύεται αναγκαίως από την έκδοση νέων μετοχών, στην
ονομαστική αξία των οποίων αντιστοιχεί. Το ποσό που καταβάλλεται ως διαφορά
υπέρ το άρτιον δεν ενσωματώνεται σε μετοχές, δεν εκδίδονται, ειδικώς για την
περίπτωση αυτή, μετοχές, ασχέτως αν η καταβολή λαμβάνει χώρα με την ευκαιρία
έκδοσης μετοχών, και συνεπώς δεν αυξάνεται κατά το ποσό αυτής το μετοχικό
κεφάλαιο. Επομένως στις γνωμοδοτήσεις αυτές δεν μπορεί να στηριχθεί ή να
τεκμηριωθεί άποψη περί υπαγωγής της «διαφοράς υπέρ το άρτιο» στη περ. α’ της
παρ.1 του άρθρου 18 του Ν.1676/86. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι η άποψη αυτή
δέχεται, μεν, ορθώς, ότι η διαφορά υπέρ το άρτιο δεν αυξάνει το μετοχικό
κεφάλαιο και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να υπαχθεί στη περ. α’, πλην παραλείπει
να εξετάσει την υπαγωγή της ή όχι στην περ. γ’ και, κατ’ ευθείαν, αποφαίνεται
ότι δεν υπάγεται κατά την καταβολή της στο φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, στον
οποίο, αντιθέτως, υπάγεται με την μεταγενέστερη τυχόν κεφαλαιοποίηση της. Είναι
ανάγκη επομένως να εξεταστεί η δυνατότητα υπαγωγής της υπέρ το άρτιον διαφοράς
σε άλλη περίπτωση του άρθρου 18, και συγκεκριμένα στη περίπτωση γ’. Όπως
δέχεται και η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή, η συγκεκριμένη καταβολή αυξάνει το
ενεργητικό της επιχείρησης και, όπως προεξετέθη, γίνεται, όχι για να αυξηθεί το
μετοχικό κεφάλαιο και να συμμετάσχει σε αυτό ο καταβάλλων, αλλά για να
αποκτήσει δικαίωμα ή δικαιώματα εξ εκείνων που έχουν οι μέτοχοι, όπως η
συμμετοχή και κέρδη. Συντρέχουν επομένως όλοι οι όροι που απαιτεί η περ.γ και,
συνεπώς, οφείλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου, ασχέτως μάλιστα της
κεφαλαιοποίησής της στο μέλλον.»
Επειδή με την απόφαση ΣτΕ 1774/2018 κρίθηκε ότι: «σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης διαφοράς που
προέρχεται από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο οφείλεται φόρος συγκέντρωσης
κεφαλαίων για το ποσό αυτό, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα αύξηση
του κεφαλαίου κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1
περ. α’ και γ’ του ν. 1676/1986. Η διαφορά αυτή δεν υπάγεται σε φόρο
συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά τον χρόνο της καταβολής της, γιατί κατά το χρόνο
εκείνο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων, αφού ο εισφέρων
δεν αποκτά δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι, όπως
δικαιώματα ψήφου κλπ. Κατά την κεφαλαιοποίηση, όμως, της διαφοράς αυτής
συντρέχουν πλέον οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Εξάλλου, το γεγονός ότι το Γενικό
Λογιστικό Σχέδιο «κατατάσσει» τη διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο στην
κατηγορία των αποθεματικών δεν αρκεί για την εξαίρεση από το φόρο της αύξησης
κεφαλαίου που γίνεται με την κεφαλαιοποίηση αυτή βάσει του άρθρου 22παρ. 2 του ν. 1676/1986, δεδομένου ότι παρά την «κατάταξη»
αυτή, η διαφορά υπέρ το άρτιο έχει διαφορετική φύση και προέλευση από τα κοινά
αποθεματικά, ενώ, εξάλλου, οι φορολογικές διατάξεις που θεσπίζουν απαλλαγές
είναι στενά ερμηνευτέες».
Επειδή με την υπ’ αριθ. ΠΟΛ. 1238/21-12-2018 διαταγή του Διοικητή της ΑΑΔΕ,
δόθηκαν οδηγίες για τη Φορολογική αντιμετώπιση της έκδοσης μετοχών υπέρ το
άρτιο από πλευράς φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων – Συμμόρφωση με τη ΣτΕ 1774/2018 τα ακόλουθα: «Με την υπ’ αριθ. 3015/2009 απόφαση του
Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι σε περίπτωση έκδοσης μετοχών υπέρ το
άρτιο, ο εισφέρων περιουσιακά στοιχεία δεν αποκτά κατά την στιγμή της
καταβολής, δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι (δικαιώματα
στα κέρδη, δικαιώματα ψήφου, κλπ) και επομένως δεν πληρούνται, κατά την στιγμή
της καταβολής, οι προϋποθέσεις της περίπτωσης γ’ της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 1676/1986 για την επιβολή φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου. Επομένως, η
φορολογική υποχρέωση γεννιέται την στιγμή της καταβολής μόνο για την ονομαστική
αξία των μετοχών, ενώ για το μέρος που αφορά την υπέρ το άρτιο διαφορά, η
φορολογική υποχρέωση γεννιέται από την στιγμή της κεφαλαιοποίησης της διαφοράς
αυτής. Η πρόσφατη ΣτΕ 1774/2018 με την οποία η ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε ως
απαράδεκτη, επικύρωσε την ανωτέρω κρίση της υπ’ αριθ. ΣτΕ 3015/2009. Κατόπιν
των ανωτέρω, η ΠΟΛ 1044/2014 με την οποία κοινοποιήθηκε η Γνωμ. ΝΣΚ 113/2009, παύει να ισχύει»
Επειδή, η προσφεύγουσα κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, ήτοι
κατά τις ημερομηνίες των Γενικών Συνελεύσεων που αποφάσισαν τις αυξήσεις
Μετοχικού Κεφαλαίου, εφάρμοσε τις οδηγίες της διοίκησης που ίσχυαν τότε
(ΠθΛ.1044/2014) και απέδωσε τον αντίστοιχο φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίου, ως
ακολούθως:
Ημερομηνία απόφασης Γ.Σ
Μετοχές
Ονομαστικ ή αξία / μτχ
τιμή διάθεσης / μτχ
Διαφορά
υπέρ το άρτιο / μτχ
Αύξηση Μετ. Κεφαλαίου
Διαφορά υπέρ το άρτιο
Δήλωση Φ.Σ.Κ
Υποκείμενη αξία
Ποσό ΦΣΚ
23/12/2014
2.800
100€
1.000€
900€
280.000€
2.520.000€
2.800.000€
28.000€
18/12/2015
2.000
100€
1.000€
900€
200.000€
1.800.000€
2.000.000€
20.000€
19/07/2016
6.500
100€
1.000€
900€
650.000€
5.850.000€
6.500.000€
65.000€
28/12/2016
6.320
100€
1.000€
900€
632.000€
5.688.000€
6.320.000€
63.200€
Σύνολο
17.620
1.762.000€
15.858.000€
17.620.000€
176.200€
Επειδή από τα παραπάνω προκύπτει ότι σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1238/2018 και ΣτΕ
1774/2018, η καταβολή από την προσφεύγουσα του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων που
αναλογεί στην υπέρ το άρτιο διαφορά των ανωτέρω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου,
συνολικού ποσού 158.580€ (ήτοι 15.858.000€ x 1%), θεωρείται ότι έγινε αχρεωστήτως.
Επειδή περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α’ 170) ορίζεται ότι: «1) …, 2) Σε περίπτωση καταβολής
υπερβάλλοντος ποσού φόρου (αχρεώστητη καταβολή), καταβάλλονται τόκοι στον
φορολογούμενο για τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία αίτησης επιστροφής του
υπερβάλλοντος ποσού φόρου μέχρι την ημερομηνία ειδοποίησης του φορολογούμενου
για την επιστροφή του, εκτός εάν η επιστροφή φόρου ολοκληρωθεί εντός ενενήντα
(90) ημερών από την παραλαβή από τη Φορολογική Διοίκηση της αίτησης επιστροφής
φόρου του φορολογουμένου. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, εάν το
υπερβάλλον ποσό φόρου συμψηφιστεί με άλλες οφειλές, το ποσό θεωρείται ότι
επιστράφηκε κατά το χρόνο διενέργειας του συμψηφισμού, 3) …, 4) Ο Υπουργός
Οικονομικών με απόφασή του, ορίζει τα επιτόκια υπολογισμού τόκων, καθώς και
όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου» και με
τις διατάξεις του άρθρου 72§16 του ίδιου νόμου ότι: «Το άρθρο 53 παρ. 2 του
Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας εφαρμόζεται για αιτήσεις επιστροφής που
υποβάλλονται από την 1.1.2014 και εφεξής»
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της υπ’ αριθ. ΔΠΕΙΣ 1198598
ΕΞ 2013 /31-12-2013 (ΦΕΚ Β’ 19/10.1.2014) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών,
όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία κατάθεσης της υπό κρίση ενδικοφανούς προσφυγής,
με την οποία διατυπώνεται (και) αίτημα του προσφεύγοντος για επιστροφή του
τυχόν προκύπτοντος ως αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού φόρου: «Το ύψος του
επιτοκίου υπολογισμού των τόκων της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α’170) που καταβάλλονται στον φορολογούμενο ορίζεται ως
το επιτόκιο Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO) που ισχύει κατά την ημερομηνία ειδοποίησης του φορολογούμενου
για την επιστροφή του φόρου, πλέον πέντε και εβδομήντα πέντε (5,75)
εκατοστιαίες μονάδες, ετησίως. …. Το επιτόκιο των ανωτέρω παραγράφων δεν
μεταβάλλεται κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας
Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO) πριν την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1)
εκατοστιαία μονάδα λαμβανομένου ως βάση υπολογισμού του επιτοκίου που ισχύει
κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας….».
Επειδή, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, από την 01.01.2014 και
μετά, η Φορολογική Διοίκηση, εφόσον διενεργεί επιστροφή αχρεωστήτως
καταβληθέντος ποσού φόρου ή εισφοράς, μετά την πάροδο των 90 ημερών από την
υποβολή της σχετικής αίτησης του φορολογούμενου, οφείλει να υπολογίζει και να
επιστρέφει τόκους. Η τοκοφορία αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού
αιτήματος και οι τόκοι υπολογίζονται, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες
διατάξεις και αποφάσεις περί καθορισμού των επιτοκίων του άρθρου 53 του ν.4174/2013, μέχρι και την ημερομηνία
ειδοποίησης του φορολογούμενου για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος
ποσού φόρου ή εισφοράς.
Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, το αίτημα της προσφεύγουσας περί
έντοκης επιστροφής κρίνεται βάσιμο και πρέπει να γίνει αποδεκτό.
Αποφασίζουμε
Την αποδοχή της από 24/04/2019 και με αριθ. πρωτ ενδικοφανούς προσφυγής της
επιχείρησης με την επωνυμία , με ΑΦΜ: , που εδρεύει στην , οδός αριθ , τ.κ ,
και την ακύρωση της τεκμαιρόμενης αρνητικής απάντησης του προϊσταμένου της ΔΟΥ
ΦΑΕ Πειραιά, στην υπ’ αριθμ /2018 αίτησή της που υποβλήθηκε στην ίδια ΔΟΥ και
αφορούσε την αξίωση της εταιρείας για επιστροφή Φ.Σ.Κ ποσού 158.580€.
Εντελλόμεθα όπως αρμόδιο όργανο κοινοποιήσει με τη νόμιμη διαδικασία την
παρούσα απόφαση στον υπόχρεο.
33) Λύση και Εκκαθάριση – Κατάργηση ως λόγου Λύσεως το γεγονός ότι : «Το Σύνολο των Ιδίων Κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του Μετοχικού Κεφαλαίου» ( Άρθρα 164-171 )
14. ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ( Άρθρα 182-190 )
Συνοπτικά :
Συγκεντρώνονται κατά το δυνατόν στο νέο νόμο οι διατάξεις που αφορούν την ανώνυμη εταιρεία και βρίσκονται σε άλλα νομοθετήματα. Έτσι, π.χ.:
· Ο νέος νόμος περιλαμβάνει τα ομολογιακά δάνεια, με κατάργηση των αντίστοιχων διατάξεων του ν. 3156/2003, αφού πρόκειται για δυνατότητα που έχει επιφυλαχθεί στις ανώνυμες εταιρείες και μόνο.
· Μεταφέρονται στο νέο νόμο οι ρυθμίσεις του π.δ. 30/1988 για τα stock options.
· Τα ζητήματα του ελάχιστου μερίσματος ρυθμίζονται εξ ολοκλήρου στο νόμο με κατάργηση των διατάξεων του α.ν. 148/1967.
· Μεταφέρονται στο νέο νόμο οι ρυθμίσεις του ν. 4403/2016, που αφορούσαν ζητήματα (κυρίως) της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, και που δεν είχαν ενσωματωθεί στον κ.ν. 2190/1920. Τα ζητήματα αυτά αφορούν την ετήσια έκθεση διαχείρισης του Δ.Σ., τη δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης, τις μη χρηματοοικονομικές καταστάσεις, την έκθεση πληρωμών σε κυβερνήσεις και την υποβολή των καταστάσεων αυτών σε δημοσιότητα.
β) Αντιστοίχιση διατάξεων με τον προηγούμενο Ν. 2190/1920
Δείτε το εξαιρετικό άρθρο του Γεώργιου Εμμ. Σγουράκη, Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, Μέλους της ΣΟΛ A.E. :
Η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση
Η γενική συνέλευση είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει για ορισμένα θέματα.
Εκλογή μελών του διοικητικού συμβουλίου και ελεγκτών.
Β
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Γενική Συνέλευση – – Καταστατικό – ορισμένος μέτοχος ή μέτοχοι
Άρθρα 77 – 115
Την εταιρεία διοικεί το διοικητικό συμβούλιο. Η διοίκηση της εταιρείας περιλαμβάνει τη διαχείριση και τη δικαστική και εξώδικη εκπροσώπησή της
Αντί Δ.Σ , το καταστατικό μπορεί να προβλέπει το διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής). [ ΝΈΟ ]
Μπορούν να εκλέγουν ή να διοριστούν και αναπληρωματικά μέλη
Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει μεταξύ των μελών του τον πρόεδρο και τον αναπληρωτή του προέδρου.
Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό.
Άρθρο 87, Παρ.3
Εισηγμένες εταιρείες,(μη εισηγμένες δυνητικά) : Εκλέγονται εκτελεστικά, μη εκτελεστικά και ανεξάρτητα μέλη,
Πρόσωπα στα οποία δίδονται Εξουσίες Διαχείρισης & Εκπροσώπησης
Το διοικητικό συμβούλιο
Άρθρα 77 – 115
Μέλος (-η) Δ.Σ με εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας
Μη Μέλος (-η) Δ.Σ με εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας
Εκτελεστική επιτροπή[ ΝΈΟ ] : μπορεί να συγκροτείται και να ανατίθενται σ’ αυτήν ορισμένες εξουσίες ή καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου.
Άρθρο 87, παρ.4
Η οργάνωση και λειτουργία εσωτερικού ελέγχου αποτελεί προϋπόθεση για την εισαγωγή των μετοχών ή άλλων κινητών αξιών σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά. Η διενέργεια εσωτερικού ελέγχου πραγματοποιείται από ειδική υπηρεσία της εταιρίας.
Όπου βάσει της περίπτωσης 1 της υποπαραραγράφου Α1 της παρ. Α΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94) απαιτείται γνώμη ορκωτού ελεγκτή λογιστή [ Υποχρεωτικά σε Μεσαίες και Μεγάλες Οντότητες ]
Γενική Συνέλευση
Άρθρο 149. Δημοσίευση χρηματοοικονομικών καταστάσεων και έκθεσης διαχείρισης
Δ
ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ – ΕΝΩΣΕΙΣ ΜΕΤΟΧΩΝ
Άρθρα 141 – 144
Έχουν διάφορα δικαιώματα ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής που κατέχουν.
Δικαίωμα να ζητήσουν έκτακτο έλεγχο της εταιρείας από το δικαστήριο, κ.λπ
Τα δικαιώματα μειοψηφίας, μπορούν να ασκηθούν και από ενώσεις μετόχων ( ΝΈΟ )
Ε
ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ -ΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ
γενική συνέλευση
Άρθρα 164 – 171
Με εξαίρεση την περίπτωση της πτώχευσης, τη λύση της εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση.
Ο διορισμός εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου.
2) Πεδίο Εφαρμογής (Άρθρο 1) και Συναφής Νομοθεσία
α) Πεδίο Εφαρμογής
Ο Ν. 4548/2018 «Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών» (ΦΕΚ Α’ 104/13.06.2018) , εφαρμόζεται σε όλες τις ανώνυμες εταιρείες, με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων για τις ανώνυμες εταιρείες με μετοχές ή άλλους τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά .
[ «ρυθμιζόμενη αγορά»: η ρυθμιζόμενη αγορά κράτους-μέλους κατά την έννοια της περίπτωσης 21 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και της περίπτωσης 21 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173/349 12.6.2014),]
Οι διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρείες με μετοχές ή άλλους τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά εφαρμόζονται και σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ), μόνο όταν αυτό προβλέπεται ρητά.
[ «Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ»: ο Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης κατά την έννοια της περίπτωσης 22 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 και της περίπτωσης 22 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173/349 12.6.2014).]
(9) Νόμος4449/2017. Υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων και των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, δημόσια εποπτεία επί του ελεγκτικού έργου και λοιπές διατάξεις
3) Έναρξη ισχύος του Νέου Νόμου [ 1/1/2019] (Άρθρο 190) και διευκρινιστικές αποφάσεις
Από 1η Ιανουαρίου 2019, ισχύει ο νέος νόμος για τις Ανώνυμες Εταιρείες ( Ν. 4548/2018) αντί του προηγούμενου (εμβληματικού) νόμου 2190/1920.
Διευκρινιστικές αποφάσεις
α)141372/2018 Έλεγχος νομιμότητας πράξεων και στοιχείων των ΑΕ κατά την μετάβαση από το ν. 2190/1920 στο ν. 4548/2018
β) 44559/2019 Εμπορική δημοσιότητα των πράξεων και στοιχείων των ανωνύμων εταιρειών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του ν.4548/2018. Νέοι κανόνες περί ελέγχου νομιμότητας και πληρότητας από τις αρμόδιες Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, τις Δ/νσεις Αναπτύξεως των Περιφερειακών Ενοτήτων και τις Υπηρεσίες ΓΕΜΗ
γ) 66341/20/06/2018 Δικαιώματα μειοψηφίας με τον νέο νόμο για τις ανώνυμες εταιρίες
δ) 87524/2019. Διευκρινίσεις σχετικά με τη Σύσταση Εταιρειών μέσω των Υπηρεσιών μιας Στάσης
4) Χρόνος Εναρμόνισης των Καταστατικών των Α.Ε ( Έως 1/1/2020 με απλή απαρτία και πλειοψηφία ) (Άρθρο 183) και δυνατότητες του νόμου που μπορεί να περιληφθούν στο Καταστατικό.
Οι υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες μπορούν να εναρμονίσουν τα καταστατικά τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Η απόφαση τροποποίησης του καταστατικού για το σκοπό αυτόν, μπορεί να ληφθεί με απλή απαρτία και πλειοψηφία, με την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης θα ληφθεί μέσα σε ένα (1) έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Μεταγενέστερη εναρμόνιση, καθώς και υιοθέτηση στο καταστατικό δυνητικών ρυθμίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, γίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του Ν. 4548/2018.
Η τροποποίηση του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας αποφασίζεται :
· από τη γενική συνέλευση ή και από το διοικητικό συμβούλιο, αν τούτο ορίζεται ρητά στον νόμο και
· επέρχεται με τη δημοσιότητα του άρθρου 13.
· Ολόκληρο το κείμενο του καταστατικού, όπως διαμορφώνεται ύστερα από κάθε τροποποίησή του, συντάσσεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου και υπογράφεται από τον πρόεδρο αυτού ή το νόμιμο αναπληρωτή του, χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης.
· Για την τροποποίηση του καταστατικού και τη σύνταξη του νέου κειμένου τούτου δεν απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο.
( Άρθρο 4. Τρόπος ίδρυσης της ανώνυμης εταιρείας και τροποποίησης του καταστατικού της )
Απόφαση 44559/22-4-2019ΕΝΟΤΗΤΑ 9 (Σημεία έμφασης των διατάξεων του ν.4548/2018) « 1. Προσαρμογή καταστατικών ΑΕ Οι ΑΕ οφείλουν να προβούν στην σχετική προσαρμογή των καταστατικών τους έως και την 31/12/2019 με τις δυνατότητας της απλής απαρτίας και πλειοψηφίας που ο ν.4548/2018 θέτει στο άρθρο 183. ….»
Δυνατότητες Επιλογών και Υποχρεωτικές αναφορές κατά την κατάρτιση του Καταστατικού
Α/Α
Δυνατότητες Επιλογών και Υποχρεωτικές αναφορές κατά την κατάρτιση του Καταστατικού
Είδος των μετοχών, καθώς και για τον αριθμό, την ονομαστική αξία και την έκδοσή τους
Άρθρο 5. Περιεχόμενο του καταστατικού
Ναι
7
Η διάρκεια της ανώνυμης εταιρείας είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου
Αρθρο 8. Διάρκεια της εταιρείας
Όχι
8
Τρόπος Κάλυψης του κεφαλαίου
Αρθρο 16. Κάλυψη του κεφαλαίου
Ναι
9
Μπορεί να προβλέπεται η κατάπτωση περαιτέρω ποινικών ρητρών για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης καταβολής της εισφοράς.
Αρθρο 21. Μερική καταβολή του κεφαλαίου
Όχι
10
Δυνατότητα Έκτακτων αυξήσεων κεφαλαίου
Αρθρο 24. Έκτακτη αύξηση κεφαλαίου
Όχι
11
Το καταστατικό μπορεί να επεκτείνει το δικαίωμα προτίμησης και σε περιπτώσεις αύξησης με εισφορές σε είδος
Αρθρο 26. Δικαίωμα προτίμησης
Όχι
12
Δυνατότητα αύξησης του κεφαλαίου με μετοχές μιας μόνο κατηγορίας
Αρθρο 26. Δικαίωμα προτίμησης
Όχι
13
Τρόπος ρύθμισης για τις μετοχές που δεν έχουν αναληφθεί,
Αρθρο 26. Δικαίωμα προτίμησης
Όχι
14
Ευρύτερη δημοσιότητα, για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης
Αρθρο 26. Δικαίωμα προτίμησης
Όχι
15
Εξουσία στο Δ.Σ, περιορισμού ή αποκλεισμού του δικαιώματος προτίμησης
Αρθρο 27. Περιορισμός ή αποκλεισμός του δικαιώματος προτίμησης
Όχι
16
Η γ.σ μπορεί να αποφασίζει την ολική ή μερική απόσβεση του κεφαλαίου και με απλή απαρτία και πλειοψηφία.
Αρθρο 32. Απόσβεση του κεφαλαίου
Όχι
17
Η κτήση τίτλου ενός είδους ή μιας κατηγορίας επιτρέπεται μόνο με την προϋπόθεση ταυτόχρονης κτήσης άλλου είδους ή άλλης κατηγορίας τίτλων
Αρθρο 33. Οι εκδιδόμενοι τίτλοι
Όχι
18
Επιτρέπεται να ορίζεται προνόμιο υπέρ μετοχών
Αρθρο 38. Προνομιούχες μετοχές
Όχι
19
Καταβολή μερισμάτων στις προνομιούχες μετοχές και για τις χρήσεις κατά τις οποίες δεν έγινε διανομή μερίσματος.
Αρθρο 38. Προνομιούχες μετοχές
Όχι
20
Οι προνομιούχες μετοχές παρέχουν σταθερό μέρισμα ή ότι συμμετέχουν εν μέρει μόνο στα κέρδη της εταιρείας
Αρθρο 38. Προνομιούχες μετοχές
Όχι
21
Η απόληψη ορισμένου τόκου μπορεί να γίνει, με την προϋπόθεση ότι οι προνομιούχες μετοχές δεν θα συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρείας γ
Αρθρο 38. Προνομιούχες μετοχές
Όχι
22
Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν επίσης να εκδοθούν και ως μετατρέψιμες σε κοινές μετοχές ή σε προνομιούχες μετοχές άλλης κατηγορίας
Αρθρο 38. Προνομιούχες μετοχές
Όχι
23
Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν να εκδοθούν και χωρίς δικαίωμα ψήφου ή με δικαίωμα ψήφου περιοριζόμενο σε ορισμένα ζητήματα
Αρθρο 38. Προνομιούχες μετοχές
Όχι
24
Tα προνόμια που παρέχουν οι προνομιούχες μετοχές και ο περιορισμός του δικαιώματος ψήφου μπορούν να μεταβάλλονται στο χρόνο
Αρθρο 38. Προνομιούχες μετοχές
Όχι
25
Αύξηση κεφαλαίου με έκδοση εξαγοράσιμων μετοχών
Αρθρο 39. Εξαγοράσιμες μετοχές
Όχι
26
Ηλεκτρονική τήρηση του βιβλίου ή και την τήρησή του από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, πιστωτικό ίδρυμα ή από επιχείρηση επενδύσεων.
Αρθρο 40. Ονομαστικές μετοχές
Όχι
27
Αποκλεισμός ή να περιορισμός της υποχρέωσης της εταιρείας να εκδίδει μετοχικούς τίτλους.
Αρθρο 40. Ονομαστικές μετοχές
Όχι
28
Απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας
Αρθρο 40. Ονομαστικές μετοχές
Όχι
29
Τρόπος πληροφόρησης της μεταβίβασης των μετοχών
Αρθρο 41. Μεταβίβαση των μετοχών με ειδική διαδοχή
Όχι
30
Έκδοση δεσμευμένων μετοχών, των οποίων η μεταβίβαση εξαρτάται από την έγκριση της εταιρείας
Αρθρο 43. Δεσμευμένες μετοχές
Όχι
31
Πρόβλεψη υψηλότερων ποσοστών απαρτίας ή πλειοψηφίας
Αρθρο 51. Παροχή πιστώσεων κ.λπ. για απόκτηση ιδίων μετοχών
Όχι
32
Δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση
Αρθρο 54. Ενέχυρο και επικαρπία επί μετοχών
Όχι
33
Αρμόδιο όργανο για την απόφαση έκδοσης ομολογιακού δανείου
Αρθρο 59. Γενικές διατάξεις
Όχι
34
Περιορισμός στο ύψος του Ομολογιακού Δανείου
Αρθρο 59. Γενικές διατάξεις
Όχι
35
Δυνατότητα έκδοσης ”Προσωρινών Τίτλων”
Αρθρο 75. Κοινοί ιδρυτικοί τίτλοι
Όχι
36
Χρόνος εξαγοράς των Ιδρυτικών Τίτλων
Αρθρο 75. Κοινοί ιδρυτικοί τίτλοι
Όχι
37
Καθορισμός του ποσοστού συμμετοχής στα κέρδη, η διάρκεια και οι όροι εξαγοράς
Αρθρο 76. Εξαιρετικοί ιδρυτικοί τίτλοι
Όχι
38
Ο αριθμός των μελών του διοικητικού συμβουλίου
Αρθρο 77. Γενικές διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο
Ναι
39
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι μέλος του διοικητικού συμβουλίου είναι και νομικό πρόσωπο.
Αρθρο 77. Γενικές διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο
Όχι
40
Αν δεν έχει ορισθεί από το καταστατικό, το διοικητικό συμβούλιο εκλέγεται είτε με απόφαση γενικής συνέλευσης,
Αρθρο 78. Εκλογή του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση ή ορισμός στο καταστατικό
Όχι
41
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι ορισμένος μέτοχος ή μέτοχοι έχουν το δικαίωμα να διορίζουν απευθείας μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Αρθρο 79. Απευθείας διορισμός του διοικητικού συμβουλίου από μέτοχο
Όχι
42
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι προτείνονται υποψήφιοι βάσει καταλόγων και ότι εκλέγονται από αυτούς τα μέλη του Δ.Σ. κατά την αναλογία των ψήφων που λαμβάνει κάθε κατάλογος.
Αρθρο 80. Εκλογή του διοικητικού συμβουλίου βάσει καταλόγων
Όχι
43
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι, σε περίπτωση παραίτησης, θανάτου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απώλειας της ιδιότητας μέλους του Δ.Σ., τα υπόλοιπα μέλη μπορούν να συνεχίσουν και χωρίς την αντικατάσταση των ελλειπόντων μελών
Άρθρο 82. Ελλιπές διοικητικό συμβούλιο
Όχι
44
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει περαιτέρω προϋποθέσεις εκλογιμότητας των μελών του Δ.Σ.
Αρθρο 83. Προϋποθέσεις εκλογιμότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου
Όχι
45
Η μέγιστη διάρκεια θητείας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ορίζεται στο καταστατικό, δεν μπορεί όμως να υπερβαίνει τα έξι (6) έτη.
Αρθρο 85. Θητεία μελών διοικητικού συμβουλίου
Ναι
46
Η γενική συνέλευση μπορεί, και αν το ορίζει το καταστατικό υποχρεούται, να αποφασίζει τμηματική ανανέωση του διοικητικού συμβουλίου ή και διαδοχικές λήξεις της θητείας των μελών του.
Αρθρο 85. Θητεία μελών διοικητικού συμβουλίου
Όχι
47
Περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου από το καταστατικό
Αρθρο 86. Αρμοδιότητες και έκταση εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου
Όχι
48
Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες της διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας, εφόσον αυτό επιτρέπεται, σύμφωνα με το καταστατικό.
Αρθρο 87. Ανάθεση αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου σε μέλη του ή τρίτους
Όχι
49
Το καταστατικό μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του.
Αρθρο 87. Ανάθεση αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου σε μέλη του ή τρίτους
Όχι
50
Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν
Αρθρο 87. Ανάθεση αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου σε μέλη του ή τρίτους
Όχι
51
Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό.
Αρθρο 87. Ανάθεση αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου σε μέλη του ή τρίτους
Όχι
52
Με διάταξη του καταστατικού ή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εφόσον το καταστατικό το επιτρέπει, μπορεί επίσης να συγκροτείται εκτελεστική επιτροπή και να ανατίθενται σ’ αυτήν ορισμένες εξουσίες ή καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου.
Αρθρο 87. Ανάθεση αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου σε μέλη του ή τρίτους
Όχι
53
Εκτελεστικά, μη εκτελεστικά και ανεξάρτητα μέλη, με τις προϋποθέσεις και με τις συνέπειες του ν. 3016/2002ι, μπορούν να εκλέγονται και σε μη εισηγμένες εταιρείες.
Αρθρο 87. Ανάθεση αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου σε μέλη του ή τρίτους
Όχι
54
Αρμοδιότητες του πρόεδρου του Δ.Σ.
Αρθρο 89. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου
Όχι
55
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται να ορίζεται στο καταστατικό και άλλος τόπος, στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, στον οποίο μπορεί να συνεδριάζει έγκυρα το διοικητικό συμβούλιο.
Αρθρο 90. Τόπος συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου
Όχι
56
Εφόσον προβλέπεται στο καταστατικό ή συναινούν όλα τα μέλη του Δ.Σ., η συνεδρίαση του Δ.Σ. μπορεί να διεξαχθεί με τηλεδιάσκεψη ως προς ορισμένα ή και ως προς όλα τα μέλη.
Αρθρο 90. Τόπος συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου
Όχι
57
Συχνότητα συνεδριάσεων και σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου
Αρθρο 91. Συχνότητα συνεδριάσεων και σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου
Όχι
58
Το καταστατικό εταιρειών των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να ορίσει άλλες διατυπώσεις ή βραχύτερες προθεσμίες πρόσκλησης
Αρθρο 91. Συχνότητα συνεδριάσεων και σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου
Όχι
59
Εφόσον δεν ορίζει διαφορετικά ο νόμος ή το καταστατικό, οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται έγκυρα με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και αντιπροσωπευόμενων μελών.
Αρθρο 92. Λήψη αποφάσεων από το διοικητικό συμβούλιο
Όχι
60
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου.
Αρθρο 92. Λήψη αποφάσεων από το διοικητικό συμβούλιο
Όχι
61
Αντίγραφα των πρακτικών Δ.Σ. εκδίδονται επισήμως από τον πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό ή από το διοικητικό συμβούλιο, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους.
Αρθρο 93. Πρακτικά συνεδριάσεων και αποφάσεων διοικητικού συμβουλίου
Όχι
62
Οι υπογραφές των συμβούλων ή των αντιπροσώπων τους μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό.
Αρθρο 94. Προσυπογραφή πρακτικού χωρίς συνεδρίαση
Όχι
63
Το καταστατικό μπορεί να εξειδικεύει περαιτέρω τις υποχρεώσεις
Επέκταση με καταστατική πρόβλεψη και σε άλλα πρόσωπα, η εφαρμογή των άρθρων 99, 100 και 101
Αρθρο 99. Διαφάνεια και εποπτεία των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη (Άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)
Όχι
65
Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό (να ζητήσουν τη σύγκληση γενικής συνέλευσης )μέχρι το ένα τις εκατό (1%) του κεφαλαίου
Αρθρο 100. Χορήγηση άδειας για την κατάρτιση συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος (Άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)
Όχι
66
Το καταστατικό της εταιρείας μπορεί να μειώσει το ποσοστό ( 5%)
Αρθρο 104. Άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας ύστερα από αίτημα της μειοψηφίας
Όχι
67
Τα μέλη του Δ.Σ, δικαιούνται να λάβουν αμοιβή ή άλλες παροχές, σύμφωνα με το νόμο και τα οριζόμενα στο καταστατικό . Αμοιβή ή παροχή που χορηγείται σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και δεν ρυθμίζεται στον νόμο ή το καταστατικό βαρύνει την εταιρεία μόνο αν εγκριθεί με ειδική απόφαση της γ.σ
Άρθρο 109. Διαδικασία και προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών
Όχι
68
Αμοιβή συνιστάμενη σε συμμετοχή στα κέρδη της χρήσεως παρέχεται μόνον αν αυτό προβλέπεται στο καταστατικό
Άρθρο 109. Διαδικασία και προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών
Όχι
69
Αντί διοικητικού συμβουλίου, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει το διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής).
Άρθρο 115. Δυνατότητα διορισμού μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής)
Όχι
70
Η Γ.Σ. συνέρχεται υποχρεωτικά στην έδρα της εταιρείας ή στην περιφέρεια άλλου δήμου εντός της περιφέρειας της έδρας ή άλλου δήμου όμορου της έδρας ή άλλου δήμου στην Ελλάδα προβλεπόμενου στο καταστατικό.
Άρθρο 120. Τόπος όπου συνέρχεται η γενική συνέλευση
Όχι
71
Επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει στη γενική συνέλευση να συνέρχεται και σε τόπο κείμενο στην αλλοδαπή
Άρθρο 120. Τόπος όπου συνέρχεται η γενική συνέλευση
Όχι
72
Επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι, αν αποφασίσει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο, η γενική συνέλευση θα συνεδριάσει εξ ολοκλήρου με συμμετοχή των μετόχων από απόσταση με τα ηλεκτρονικά μέσα
Άρθρο 120. Τόπος όπου συνέρχεται η γενική συνέλευση
Όχι
73
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει την υποχρέωση της εταιρείας να ενημερώσει τους μετόχους για την καταχώριση της πρόσκλησης και με άλλους τρόπους, τη διαδικασία ενημέρωσης ή και επιπλέον τρόπους δημοσίευσης της πρόσκλησης ή αποστολής της στους μετόχους
Άρθρο 122. Δημοσίευση της πρόσκλησης της γενικής συνέλευσης
Όχι
74
Εξαιρουμένων των εταιρειών, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή είναι άυλες, το καταστατικό μπορεί να εξαρτά τη συμμετοχή στη γενική συνέλευση από την προηγούμενη κατάθεση των μετοχών στο ταμείο της εταιρείας, κ.λπ
Άρθρο 124. Δικαιούμενοι συμμετοχής στη γενική συνέλευση
Όχι
75
Το καταστατικό μπορεί ακόμη να προβλέπει ότι οι μετοχές που κατατίθενται, δεν θα μπορούν να αναληφθούν ή και να εκποιηθούν πριν από τη διεξαγωγή της γενικής συνέλευσης.
Άρθρο 124. Δικαιούμενοι συμμετοχής στη γενική συνέλευση
Όχι
76
Εξαιρουμένων των εταιρειών, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει ότι η συμμετοχή στη Γ.Σ. εξαρτάται από την προηγούμενη υποβολή στην εταιρεία των εγγράφων αντιπροσώπευσης ή εκπροσώπησης των μετόχων, ορίζοντας την προθεσμία υποβολής των εγγράφων αυτών.
Άρθρο 124. Δικαιούμενοι συμμετοχής στη γενική συνέλευση
Όχι
77
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής στη Γ.Σ. από απόσταση με οπτικοακουστικά ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα.
Αρθρο 125. Συμμετοχή στη γενική συνέλευση από απόσταση σε πραγματικό χρόνο
Όχι
78
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής στην ψηφοφορία από απόσταση, διά αλληλογραφίας ή με ηλεκτρονικά μέσα, διεξαγόμενης πριν από τη συνέλευση.
Άρθρο 126. Συμμετοχή στη γενική συνέλευση με επιστολική ψήφο
Όχι
79
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή στη γενική συνέλευση με τα ηλεκτρονικά μέσα και των μη μετόχων
Άρθρο 127. Παράσταση στη γενική συνέλευση μη μετόχων
Όχι
80
Το καταστατικό μπορεί να περιορίζει την ελευθερία των μετόχων να επιλέγουν αντιπροσώπους τους για τη συμμετοχή τους στη Γ.Σ., αλλά δεν μπορεί να αποκλείει την διά αντιπροσώπων ενάσκηση των δικαιωμάτων του μετόχου.
Άρθρο 128. Αντιπροσώπευση στη γενική συνέλευση
Όχι
81
Για την κοινοποίηση του διορισμού και της ανάκλησης ή της αντικατάστασης αντιπροσώπου με ηλεκτρονικά μέσα απαιτείται καταστατική πρόβλεψη
Άρθρο 128. Αντιπροσώπευση στη γενική συνέλευση
Όχι
82
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει για όλα ή συγκεκριμένα θέματα μεγαλύτερα ποσοστά απαρτίας
Άρθρο 130. Απαρτία
Όχι
83
Στη γενική συνέλευση, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο στο καταστατικό, η ψηφοφορία είναι φανερή
Άρθρο 131. Τρόπος ψηφοφορίας στη γενική συνέλευση
Όχι
84
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι για όλες ή συγκεκριμένες αποφάσεις τ απαιτούνται μεγαλύτερα ποσοστά
Άρθρο 132. Πλειοψηφία
Όχι
85
Το καταστατικό προβλέπει τη δυνατότητα και προσδιορίζει τις αποφάσεις που μπορούν να ληφθούν με τον τρόπο αυτό.
Άρθρο 135. Λήψη αποφάσεων με ψηφοφορία χωρίς συνεδρίαση
Όχι
86
Οι υπογραφές των μετόχων ή των αντιπροσώπων τους μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα
Άρθρο 136. Προσυπογραφή πρακτικού χωρίς συνεδρίαση
Όχι
87
Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και με την προϋπόθεση ότι το προβλέπει το καταστατικό, κάθε μέτοχος μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί πίνακας των μετόχων της εταιρείας.
Άρθρο 141. Συλλογικά και ατομικά δικαιώματα μειοψηφίας
Όχι
88
Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως πέραν του μισού, τα ποσοστά του καταβεβλημένου κεφαλαίου, που απαιτούνται για την άσκηση των δικαιωμάτων
Άρθρο 141. Συλλογικά και ατομικά δικαιώματα μειοψηφίας
Όχι
89
Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως πέραν του μισού, το ποσοστό που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος
Άρθρο 142. Αίτηση έκτακτου ελέγχου
Όχι
90
Ορισμός Αποθεματικών, των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το Καταστατικό
Άρθρο 159. Προϋποθέσεις και περιορισμός διανομής ποσών
Όχι
91
Σχηματισμό αποθεματικών, που προβλέπει το Καταστατικό
Άρθρο 159. Προϋποθέσεις και περιορισμός διανομής ποσών
5) Παραπομπές – Διασύνδεση με άλλους Νόμους (Άρθρο 188)
Όπου διάταξη νόμου παραπέμπει σε διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 ή του ν. 3156/2003, οι οποίες καταργούνται δυνάμει του άρθρου 189, από 1/1/12019, η παραπομπή αυτή νοείται ότι αναφέρεται στις αντίστοιχες διατάξεις του νόμου 4548/2018.
6) Κατηγοριοποίηση των Α.Ε ανάλογα με το Μέγεθος
(Άρθρο 2)
Ο ν. 4548/2018 κατατάσσει τις «οντοτήτες» ανάλογα με το μέγεθος τους στις ανωτέρω τέσσερις κατηγορίες [ στον Ν 2190/1920, το άρθρο 42α § 6 όριζε τις «μικρές επιχειρήσεις» ( με δυνατότητα «συνοπτικού Ισολογισμού» ) ] .
( α ) Κατάταξη μετά το πρώτο έτος λειτουργίας
(όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 4308/2014 ( Ε.Λ.Π ). )
Κριτήρια μεγέθους (κάλυψη 2 από τα 3)
Κατηγορίες οντοτήτων
Μέσος όρος προσωπικού
Σύνολο ενεργητικό
Καθαρός κύκλος εργασιών
Πολύ μικρές άρθρου 1 παρ. 2α και 2β
≤ 10
≤ 350.000
≤ 700.000
Μικρές άρθρου 1 παρ. 2α και 2β
≤ 50
≤ 4.000.000
≤ 8.000.000
Μεσαίες (όλες)
≤ 250
≤ 20.000.000
≤ 40.000.000
Μεγάλες (όλες)
> 250
>20.000.000
> 40.000.000
Όταν η Ανώνυμη Εταιρεία υπερβαίνει ή παύει να υπερβαίνει τα όρια δύο εκ των τριών κριτηρίων, για δύο διαδοχικές περιόδους, για τους σκοπούς εφαρμογής των ρυθμίσεων αυτού του νόμου η αλλαγή κατηγορίας μεγέθους ενεργοποιείται από την περίοδο που έπεται των δύο εν λόγω διαδοχικών περιόδων.
( β) Κατάταξη «νεοϊδρυόμενων εταιρειών»
Για τις νεοϊδρυόμενες εταιρείες και μέχρι τη σύνταξη του πρώτου ισολογισμού, κατατάσσονται ως εξής:
Μέγεθος Α.Ε
Μετοχικό Κεφάλαιο
Πολύ μικρή
25.000-100.000
Μικρή
100.001-500.000
Μεσαία
500.001-1.000.000
Μεγάλη
>1.000.000
(γ) Οντότητες «δημοσίου ενδιαφέροντος».
( άρθρο 2 ) «ιβ) «οντότητες δημοσίου (*) ενδιαφέροντος»: οι οντότητες του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014, καθώς και οι εταιρείες του ν. 3429/2005 [Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.) – ως «δημόσια επιχείρηση» νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν.] »
(*)[ Οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος (Public interest entities): Οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος είναι οντότητες που υπόκεινται στον Ελληνικό νόμο και περιλαμβάνουν: α) Τις οντότητες των οποίων μετοχές ή άλλες κινητές αξίες είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια της Οδηγίας 2004/39/ΕΟΚ και σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κανονισμού 1606/2002 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. β) Τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των περιπτώσεων 5 και 6 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (EE) αριθ. 648/2012. γ) Τα πιστωτικά ιδρύματα όπως αυτά καθορίζονται από την περίπτωση 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) αριθ. 575/2013. δ) Οντότητες που καθορίζονται από τη νομοθεσία ως δημοσίου ενδιαφέροντος οντότητες, με βάση τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, το μέγεθος ή τον αριθμό των απασχολούμενων.]
Υποχρεώσεις
Αφορούν Εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά
[ Άρθρο 110. Πολιτική αποδοχών (Άρθρο 9α της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ) , Άρθρο 111. Περιεχόμενο της πολιτικής αποδοχών (Άρθρο 9α της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ), Άρθρο 112. Έκθεση αποδοχών (Άρθρο 9β της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ) ]
(δ) Ο Ν. 4548/2018 διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος των εταιριών, στις εξής περιπτώσεις :
7) Διατάξεις που καταργούνται (Άρθρο 189 )
Από 1/1/2019 καταργούνται:
α)τα άρθρα 1 έως 63δ και 90 έως 146 του κ.ν. 2190/1920. Δηλαδή : Δεν καταργήθηκαν τα κεφάλαια του Ν. 2190/20, 11ον-Συγχώνευση Ανωνύμων Εταιρειών, 11α-Συγχώνευση με απορρόφηση, 11β-Συγχώνευση με σύσταση νέας ανώνυμης εταιρείας, 12ον Διάσπαση Ανωνύμων Εταιρειών, Κεφάλαιο 12α-Διάσπαση με απορρόφηση, Κεφάλαιο 12β-Διάσπαση με σύσταση νέων ανώνυμων εταιρειών και Κεφάλαιο 12γ-Διάσπαση με απορρόφηση και σύσταση νέων ανωνύμων εταιρειών.
Αυτό έγινε αργότερα με το Ν. 4601/2019 « Εταιρικοί μετασχηματισμοί και εναρμόνιση του νομοθετικού πλαισίου με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων και λοιπές διατάξεις. (ΦΕΚ Α’ 44/09.03.2019)
β)το άρθρο 3 του α.ν. 148/1967 (Α΄ 173) [ Αφορά την Διανομή Κερδών ] ,
γ)τα άρθρα 1 έως 9 και το άρθρο 12 του ν. 3156/2003 (Α΄ 157) [ αφορά τα ομολογιακά δάνεια] , με εξαίρεση την παράγραφο 4 του άρθρου 2 και τα λοιπά άρθρα του νόμου που παραμένουν σε ισχύ,
δ)το άρθρο 4 [ αφορά Προνομιούχες μετοχές ] και η παρ. 2 του άρθρου 9 [ αφορά έκδοση ομολογιακών δανείων μη μετατρέψιμων σε μετοχές υπό Τραπεζών Επενδύσεων ] του ν. 876/1979 (Α΄ 48), ε)το π.δ. 30/1988 (Α΄ 13) [ Αφορά τα stock options ].
Στο νομοσχέδιο γίνεται χρήση του όρου «ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις» αντί «ετήσιες οικονομικές καταστάσεις», που χρησιμοποιεί ο κ.ν. 2190/1920, για ορολογική εναρμόνιση με το ν. 4308/2014, Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.
Με τους Ν 4308/2014 και 4403/2016, είχε ρυθμιστεί συνολικά το ζήτημα των «χρηματοοικονομικών καταστάσεων» για όλες τις «οντότητες»/επιχειρήσεις.
β)Υπεύθυνο όργανο κατάρτισης είναι το Δ.Σ – Υπογράφοντες
« 1. Για να ληφθεί από τη γενική συνέλευση έγκυρη απόφαση επί των χρηματοοικονομικών καταστάσεων που έχουν καταρτιστεί από το διοικητικό συμβούλιο, πρέπει να έχουν υπογραφεί από τρία διαφορετικά πρόσωπα, και συγκεκριμένα από:
(α) τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του,
(β) τον διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος σύμβουλος ή η ιδιότητά του συμπίπτει με εκείνη των παραπάνω προσώπων, από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου που ορίζεται από αυτό και
(γ) τον κατά νόμο υπεύθυνο λογιστή πιστοποιημένο από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος κάτοχο άδειας Α΄ τάξης για τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων [ η προηγούμενη διατύπωση ήταν : «τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου» ].2. Τα παραπάνω πρόσωπα, σε περίπτωση διαφωνίας από πλευράς νομιμότητας του τρόπου κατάρτισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, οφείλουν να εκθέτουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους στη γενική συνέλευση. ….( Άρθρο 147. Υπογραφή ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων)
Η σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων προβλέπεται σύμφωνα με τον ν.4308/2014 και συγκεκριμένα με το άρθρο 16 «Ορισμός των χρηματοοικονομικών καταστάσεων». Όλες οι συναλλαγές και όλα τα γεγονότα που καταχωρούνται στα λογιστικά αρχεία ενσωματώνονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της περιόδου, βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου. Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις αποτελούν ενιαίο σύνολο και παρουσιάζουν εύλογα (εύλογη παρουσίαση), τα αναγνωριζόμενα περιουσιακά στοιχεία (στοιχεία του ενεργητικού), τις υποχρεώσεις, την καθαρή θέση, τα στοιχεία εσόδων, εξόδων, κερδών και ζημιών, καθώς και τις χρηματοροές της εκάστοτε περιόδου, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Με τις παραγράφους 3 έως 8 του άρθρου 16 του ν. 4308/2014 ορίζονται οι επιμέρους καταστάσεις που συντάσσει κάθε κατηγορία οντότητας, με βάση τα σχετικά υποδείγματα του παραρτήματος Β υπόδειγμα Β.1.1 ή Β.1.2 (Ισολογισμός), Β.2 (Κατάσταση Αποτελεσμάτων, Β.2.1 ή Β.2.2), Β.3 (Κατάσταση Μεταβολών Καθαρής Θέσης) και Β.4 (Κατάσταση Χρηματοροών). Ο προσδιορισμός των καταστάσεων γίνεται με βάση το μέγεθος της οντότητας, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 του νόμου 4308/2014. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις σχετικές ρυθμίσεις.
Κατηγορία μεγέθους
Πολύ μικρές
άρθρο 1 παρ. 2.γ
άρθρο 1 παρ. 2.α & 2.β
Μικρές
Μεσαίες
Μεγάλες
Κατάσταση αποτελεσμάτων
√
√
√
√
√
Προσάρτημα ή Σημειώσεις
√
√
√
√
√
Ισολογισμός
√
√
√
√
Κατάσταση μεταβολών καθαρής θέσης
√
√
Κατάσταση χρηματοροών
√
Η κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της περιόδου ολοκληρώνεται σύμφωνα με τον ν.4308/2014 – άρθρο 6 παρ.3 , στο συντομότερο χρόνο από: α) έξι μήνες από τη λήξη της περιόδου ή β) το χρονικό όριο που επιτρέπει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τίθενται από τη φορολογική ή άλλη νομοθεσία της χώρας» δηλαδή έως την 30/6/2019.
Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τον τακτικό έλεγχο των χρηματοοικονομικών καταστάσεων είναι αυτές της Υποπαραγράφου Α1* του ν. 4336/2015, η οποία ισχύει από 1-1-2016.
« Τακτικός έλεγχος χρηματοοικονομικών καταστάσεων 1. I) Υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο …. α) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις των οντοτήτων των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α’ 251), όταν βάσει των κριτηρίων μεγέθους του άρθρου 2 του ίδιου νόμου χαρακτηρίζονται ως μεσαίες και μεγάλες οντότητες. β) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις των οντοτήτων της περίπτωσης α’ της παρούσας παραγράφου ανεξαρτήτως μεγέθους, όταν οι οντότητες αυτές χαρακτηρίζονται ως δημοσίου ενδιαφέροντος (συμφέροντος), κατά την έννοια του ορισμού του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014. γ) Οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις που συντάσσουν οι όμιλοι οι οποίοι βάσει της παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 4308/2014 χαρακτηρίζονται ως «μεγάλοι». δ) Οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις που συντάσσουν οι όμιλοι ανεξαρτήτως μεγέθους, όταν οι όμιλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως δημοσίου ενδιαφέροντος (συμφέροντος), κατά την έννοια του ορισμού του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014. II) Εξακολουθούν να ισχύουν διατάξεις ειδικής νομοθεσίας που υπαγάγουν σε έλεγχο από νόμιμο ελεγκτή ειδικές κατηγορίες οντοτήτων. 2. Προαιρετικός τακτικός έλεγχος Μικρές οντότητες κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) μπορούν να προβλέπουν στο καταστατικό τους ή, εάν δεν προβλέπεται σε αυτό, να αποφασίζουν δια της γενικής συνέλευσης των μετόχων ή της συνέλευσης των εταίρων, την υποβολή των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων σε έλεγχο, σύμφωνα με τα ισχύοντα ελεγκτικά πρότυπα. 3. α) Ο έλεγχος των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της παραγράφου 1 αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της έγκρισης των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση ή άλλο αρμόδιο όργανο……» Τα όρια υποχρεωτικού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, έχουν ως εξής :
Κατηγορίες οντοτήτων
Μέσος όρος προσωπικού
Σύνολο ενεργητικό
Καθαρός κύκλος εργασιών
Υποχρέωση Ελέγχου
Πολύ μικρές άρθρου 1 παρ. 2α και 2β
≤ 10
≤ 350.000
≤ 700.000
Όχι
Μικρές άρθρου 1 παρ. 2α και 2β
≤ 50
≤ 4.000.000
≤ 8.000.000
Όχι (Ναι προαιρετικά.)
Μεσαίες (όλες)
≤ 250
≤ 20.000.000
≤ 40.000.000
Ναι
Μεγάλες (όλες)
> 250
>20.000.000
> 40.000.000
Ναι
(Κριτήρια μεγέθους (κάλυψη 2 από τα 3))
δ)Υπεύθυνο όργανο έγκρισης ( Γ.Σ )
Οι ετήσιες και οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις εγκρίνονται από τη γενική συνέλευση της εταιρείας που τις συνέταξε. ( Άρθρο 148. Έγκριση ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων)
Προβλέπεται ότι η Γ.Σ. δεν «απαλλάσσει» το Δ.Σ. «από πάσης ευθύνης», αλλά εγκρίνει τη «συνολική διαχείριση»,. της εταιρείας γενικά, όχι δε και επιμέρους πράξεις ή παραλείψεις που έχουν τυχόν βλάψει την εταιρεία.
Άρα, η ευθύνη του Δ.Σ. παραμένει ακέραιη, κρινόμενη με βάση τις υφιστάμενες διατάξεις, ορίζεται όμως ότι η τυχόν έγκριση της συνολικής διαχείρισης θα συνεκτιμηθεί, εφόσον δόθηκε, όταν κρίνεται δικαστικά το θέμα της ευθύνης (Άρθρο 108. Έγκριση συνολικής διαχείρισης).
ε)Δημοσίευση Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων
· Οι ανώνυμες εταιρείες δημοσιεύουν στο Γ.Ε.ΜΗ.:
α) τις νόμιμα εγκεκριμένες από την τακτική γενική συνέλευση ετήσιες οικονομικές καταστάσεις,
β) την έκθεση διαχείρισης και
γ) τη γνώμη του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας όπου απαιτείται, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έγκρισή τους από την τακτική γενική συνέλευση. Συνοδεύονται επίσης από το πλήρες κείμενο της έκθεσης ελέγχου.
· Οι πολύ μικρές ανώνυμες εταιρείες, εκτός από τις εταιρείες οι οποίες αποτελούν οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος κατά την έννοια του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014, απαλλάσσονται από την υποχρέωση δημοσίευσης της έκθεσης διαχείρισης.
· Στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης και στη γνώμη του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας, όπου απαιτείται, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί δημοσιότητας του άρθρου 13 και ισχύουν οι προθεσμίες της παραγράφου 1. Όπου βάσει της διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 απαιτείται γνώμη ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας, οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στη δημοσιότητα, που προβλέπεται στην παράγραφο 3, με τη μορφή και το περιεχόμενο, με βάση το οποίο ο ελεγκτής ή οι ελεγκτές έχουν συντάξει τη σχετική έκθεση ελέγχου τους. Αν οι ελεγκτές έχουν παρατηρήσεις ή αρνούνται την έκφραση γνώμης, το γεγονός αυτό πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, εκτός αν αυτό προκύπτει από το δημοσιευμένο σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου.
Τονίζεται εδώ ότι με το νέο άρθρο 148 υπάρχει για πρώτη φορά υποχρέωση έγκρισης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων από την γενική συνέλευση των μετόχων της μητρικής και όχι ανακοίνωση αυτών στην γενική συνέλευση όπως γινόταν μέχρι σήμερα .
· Οι συντεταγμένες κατά τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α.) εγκεκριμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και οι εγκεκριμένες ετήσιες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, καθώς και οι λοιπές προβλεπόμενες από το νόμο εκθέσεις των εταιρειών: α) δημοσιεύονται στο Γ.Ε.ΜΗ. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 και στο παρόν άρθρο,
β)αναρτώνται στην ιστοσελίδα της εταιρείας και παραμένουν προσβάσιμες για χρονικό διάστημα δύο (2) τουλάχιστον ετών από την πρώτη δημοσίευσή τους και
γ) εφόσον πρόκειται για εταιρείες με μετοχές ή άλλες κινητές αξίες τους εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΜΠΔ, κατατίθενται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Χρονοδιάγραμμα :
Από την σύνταξη στην δημοσίευση των «Οικονομικών Καταστάσεων »
Ενέργειες που πρέπει να γίνουν [ Στο παράδειγμα μας η Χρήση λήγει στις 31/12/2018 και η Γενική Συνέλευση διεξήχθη στις 10/9/2019 ]
Απώτατες Ημερομηνίες
Η κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της περιόδου ολοκληρώνεται σύμφωνα με τον ν.4308/2014 – άρθρο 6 παρ.3 , στο συντομότερο χρόνο από:α) έξι μήνες από τη λήξη της περιόδου ή β) το χρονικό όριο που επιτρέπει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τίθενται από τη φορολογική ή άλλη νομοθεσία της χώρας» δηλαδή έως την 30/6/2019 η ανάλογα με την παράταση που θα δοθεί.
30/6/2019 ή έως την λήξη της Παράτασης των Φορολογικών Δηλώσεων.
Απώτατη ημερομηνία υποβολής Πρόσκλησης Γενικής Συνέλευσης στο Γ.Ε.ΜΗ. (εφόσον η ημερομηνία σύγκλησης της Γενικής συνέλευσης, έχει αποφασιστεί για την 10η Σεπτεμβρίου 2019)
20/8/2019
Δέκα (10) ημέρες πριν από την τακτική γενική συνέλευση, η εταιρεία θέτει στη διάθεση των μετόχων της τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της, καθώς και τις σχετικές εκθέσεις του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών. ( Άρα πρέπει να υπάρχουν, ως επίσημα εγκεκριμένα έγγραφα, τουλάχιστον, δέκα ημέρες πριν την Γ.Σ .)
31/8/2019
Απώτατη ημερομηνία σύγκλησης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων
10/9/2019
Απώτατη ημερομηνία υποβολής στο Γ.Ε.ΜΗ. αποφάσεων Τακτικής Γενικής Συνέλευσης, μαζί με εγκεκριμένες οικονομικές Καταστάσεις χρήσης (εφόσον δηλαδή η ημερομηνία σύγκλησης της Γενικής συνέλευσης, γίνει την 10η Σεπτεμβρίου 2019)
30/9/2019
Το προς διανομή ποσό καταβάλλεται στους μετόχους μέσα σε δύο (2) μήνες από την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και αποφάσισε τη διανομή.
10/11/2019
9) Ελάχιστο Μετοχικό Κεφάλαιο (25.000 Ευρώ) και έλεγχος της επάρκειας των Ιδίων Κεφαλαίων (Άρθρο 15,183, 159 & 119) .
Το ελάχιστο ύψος του κεφαλαίου της Α.Ε ορίζεται στο ποσό των 25.000 ευρώ [όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (αντί του προβλεπόμενου σήμερα ποσού των 24.000 ευρώ) ] , ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά τη σύσταση της εταιρείας.
Δηλαδή κάθε Α.Ε οφείλει να εκδώσει τουλάχιστον 250 μετοχές. ( € 25.000 (ελάχιστο κεφάλαιο)/€100 ( μέγιστη ονομαστική αξία) ) .
Οι ανώνυμες εταιρείες με μικρότερο κεφάλαιο θα πρέπει να το προσαρμόσουν στο νέο ελάχιστο κεφάλαιο, το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019,άλλως υφίστανται ως κύρωση την αδυναμία νεότερων καταχωρίσεων στο Γ.Ε.ΜΗ.
Η απόφαση αυτή λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία.
Έλεγχος της επάρκειας των Ιδίων Κεφαλαίων γίνεται με τους εξής τρόπους :
( 1 ) Μέσω της Καταβολής «Ελάχιστου Μετοχικού Κεφαλαίου » ( 25.000 Ευρώ ) [ Δείτε Ανωτέρω]
( 2 ) Μέσω των περιορισμών, που υπάρχουν στην Διάθεση Κερδών [ Δείτε κατωτέρω περ. 12 ]
( 3 ) Μέσω του ελέγχου του συνόλου των «ιδίων κεφαλαίων» (παρ. 4 του άρθρου 119)
«4. Σε περίπτωση που το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας γίνει κατώτερο από το μισό (1/2) του κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλέσει τη γενική συνέλευση, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη λήξη της χρήσης, με θέμα τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου» [ ίδιος περιορισμός ίσχυε και με το Κ.Ν 2190/1920, Άρθρο 47].
Την ίδια υποχρέωση έχουν οι ελεγκτές της εταιρείας, αν το Διοικητικό Συμβούλιο δεν προβαίνει στη σύγκληση εντός της παραπάνω προθεσμίας.
[ το δεύτερο εδάφιο τέθηκε όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 57 του ν. 4609/2019 (ΦΕΚ Α’ 67/03-05-2019) και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 03/05/2019, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 68 του ιδίου νόμου.]
Η κάλυψη ζημιών με μείωση του μετοχικού κεφαλαίου αποτελεί ένα συνηθισμένο μέτρο εξυγίανσης των ιδίων κεφαλαίων.
Με την ονομαστική μείωση κεφαλαίου δεν επιστρέφονται κεφάλαια στους μετόχους, αλλά μειώνεται το λογιστικό κεφάλαιο με λογιστικές εγγραφές λόγω της ύπαρξης λογιστικών ζημιών.
Δείτε κατωτέρω περ. 20, την δυνατότητα μείωσης του κεφαλαίου, με σκοπό την «εξυγίανση»
Σχετικά με τις υποχρεώσεις των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ( περίπτωση εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 119), το Σ.Ο.Ε.Λ έχει εκδώσει ειδική οδηγία ( Αρ. πρωτ. 1712/1-8-2019 )
( 3 ) Κατάργηση ως λόγου Λύσεως το γεγονός ότι : «Το Σύνολο των Ιδίων Κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του Μετοχικού Κεφαλαίου» [ Δείτε κατωτέρω περ. 33]
Έλεγχος της επάρκειας των Ιδίων Κεφαλαίων και «Ελεγκτικές Διαδικασίες»
· ∆ΠΕ 250, ΕΞΕΤΑΣΗ ΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΣΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
« 4.3 Συμμόρφωση με νόμους και κανονισμούς
Η ομάδα ελέγχου οφείλει να έχει διενεργήσει κατάλληλες διαδικασίες για να εντοπίσει πιθανές περιπτώσεις μη-συμμόρφωσης της ελεγχόμενης οικονομικής οντότητας με τους νόμους και κανονισμούς, και όταν εντοπίζει τέτοιες περιπτώσεις, οφείλει να εκτιμά την επίπτωση τους σε σχέση με τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της ελεγχόμενης οικονομικής οντότητας. (ΔΠΕ 250).
Στο πλαίσιο της απόκτησης κατανόησης της ελεγχόμενης οικονομικής οντότητας και του περιβάλλοντός της σύμφωνα με το ΔΠΕ 315, η ομάδα ελέγχου πρέπει να αποκτά γενική κατανόηση:
(α) Του νομικού και κανονιστικού πλαισίου που έχει εφαρμογή στην οικονομική οντότητα και τον κλάδο ή τον τομέα στον οποίο η οντότητα λειτουργεί, και
(β) Πώς η οικονομική οντότητα συμμορφώνεται με το εν λόγω πλαίσιο.
Επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο των ως άνω υποχρεώσεων, η ομάδα ελέγχου πρέπει να αποκτά επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά τεκμήρια, σχετικά με τη συμμόρφωση της ελεγχόμενης οικονομικής οντότητας ως προς τις διατάξεις εκείνων των νόμων και κανονισμών που γενικά αναγνωρίζονται ότι έχουν άμεση επίπτωση στον προσδιορισμό των σημαντικών κονδυλίων ή και γνωστοποιήσεων στις οικονομικές καταστάσεις…. »
· ∆ΠΕ 570, ΣΥΝΕΧΙΣΗ ∆ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
« 4.4 Χρήση της παραδοχής της δυνατότητας συνέχισης δραστηριότητας (going concern)
Η ομάδα ελέγχου οφείλει να έχει επαρκώς τεκμηριώσει στον φάκελο ελέγχου την αξιολόγηση του ενδεδειγμένου της χρήσης από τη διοίκηση της παραδοχής της συνεχιζόμενης δραστηριότητας στην κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων (ΔΠΕ 570,9).
Η ομάδα ελέγχου με βάση τα αποκτηθέντα ελεγκτικά τεκμήρια, οφείλει να συμπεράνει εάν, κατά την κρίση της, υπάρχει ουσιώδης αβεβαιότητα σχετικά με γεγονότα ή συνθήκες που, μεμονωμένα ή αθροιστικά, μπορεί να εγείρουν σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της ελεγχόμενης οικονομικής οντότητας για συνέχιση της δραστηριότητας (ΔΠΕ 570,17).
Εάν υπάρχουν γεγονότα ή συνθήκες που μπορεί να εγείρουν σημαντικές αμφιβολίες για την ικανότητα της ελεγχόμενης οικονομικής οντότητας για συνέχιση της δραστηριότητας της, η ομάδα ελέγχου οφείλει να τα αξιολογεί και να προσδιορίζει τις πιθανές επιπτώσεις στην έκθεση ελέγχου (ΔΠΕ 570,18)» .
10) Κατάργηση της Δυνατότητας Έκδοσης Ανωνύμων Μέτοχων και Υποχρεωτική Ονομαστικοποίηση έως 1/1/2020 ( Άρθρα 40 και 184 )
Περιεχόμενα του θέματος
(1) Ονομαστικές και Ανώνυμες Μετοχές.
(2) «Βιβλίο Μετόχων».
(3) «Μετοχικοί τίτλοι ».
(4) Μεταβίβαση «Μετοχικών τίτλων».
(5) Προθεσμία Ονομαστικοποίησης των Ανωνύμων Μετοχών.
(6) Μεταβατικές διατάξεις έως την προθεσμία Ονομαστικοποίησης των Ανωνύμων Μετοχών.
(7) Γενικά για την Ονομαστικοποίησης των Ανωνύμων Μετοχών.
(8) Διαδικασία αντικατάστασης των ανωνύμων τίτλων (Μετοχών ) με ονομαστικούς.
(9) Απόφαση του διοικητικού συμβούλιου της Α.Ε, για την ονομαστικοποίηση των μετοχών.
(10) Παράληψη του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε, να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες για την ονομαστικοποίηση των μετοχών.
(11) Συνέπειες μη αναγγελίας από τους κατόχους μετοχών, των δικαιωμάτων επί των ανωνύμων μετοχών και τρόπος θεραπείας.
(1) Ονομαστικές και Ανώνυμες Μετοχές.
Οι μετοχές Α.Ε., που εκδόθηκαν μέχρι 12/06/2018, μπορεί να ήταν είτε ανώνυμες είτε ονομαστικές, καθώς και εν μέρει ανώνυμες και εν μέρει ονομαστικές. Από τη 13/06/2018, οι ελληνικές ανώνυμες εταιρείες δεν μπορούν πλέον να εκδίδουν ανώνυμες μετοχές.
«2. Ανώνυμες μετοχές : Στην περίπτωση ύπαρξης ανωνύμων μετοχών η μετατροπή τους σε κοινές καθίσταται υποχρεωτική . Η έκδοση ανώνυμων μετοχών έχει ήδη σταματήσει από την δημοσίευση του ν.4548/2018. Ως εκ τούτου μέχρι και την 31/12/2019 η ΑΕ οφείλει να ακολουθήσει τις διαδικασίες τουάρθρου 184. Από την 01/01/2020 και ενόσω οι μετοχές παραμένουν ανώνυμες οι μέτοχοι δεν μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους (συμμετοχής σε ΓΣ, δικαίωμα ψήφου, συμμετοχή στα κέρδη της εταιρείας κτλ.). Οι ανώνυμες μετοχές δεν μεταβιβάζονται και δεν μπορούν να εγγραφούν στις ενώσεις μετόχων τουάρθρου 144.»( ΕΝΟΤΗΤΑ 9 (Σημεία έμφασης των διατάξεων του ν.4548/2018) –44559/2019– Εμπορική δημοσιότητα των πράξεων και στοιχείων των ανωνύμων εταιρειών ….)
Σημείο ελέγχου :
Έλεγχος με βάση το Καταστατικό της Α.Ε, για την ύπαρξη « ανωνύμων μετοχών», ώστε να γίνει η ονομαστικοποίηση αυτών.
(2) «Βιβλίο Μετόχων».
2.1 «Βιβλίο Μετόχων » με βάση τον προηγούμενο νόμο 2190/1920
Η τήρηση του « Βιβλίου Μετόχων», αφορούσε μόνο τις « ονομαστικές μετοχές». Ειδικότερα, προβλεπόταν τα εξής : « 6. Η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο της εταιρείας, η οποία χρονολογείται και υπογράφεται από τον μεταβιβάζοντα μέτοχο και τον αποκτώντα ή τους πληρεξουσίους αυτών. Μετά από κάθε μεταβίβαση εκδίδεται νέος τίτλος ή επισημειώνονται από την εταιρεία επί του υπάρχοντος τίτλου, εφόσον έχει εκδοθεί, η μεταβίβαση που έγινε και η εταιρική επωνυμία ή τα ονοματεπώνυμα με την έδρα και τις διευθύνσεις αντίστοιχα, το επάγγελμα και την εθνικότητα του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος. Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται και στο ειδικό βιβλίο του πρώτου εδαφίου. Ως μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο βιβλίο αυτό ». ( παρ. 6,Αρθρο 8β. Μετοχικοί τίτλοι – Μεταβίβαση των μετοχών, ν. 2190/20)
Σημείο ελέγχου :
Έλεγχος της ορθής ενημέρωσης του «Βιβλίου Μετόχων », σχετικά με τις Ονομαστικές Μετοχές.
2.2 «Βιβλίο Μετόχων » με βάση τον ισχύοντα νόμο 4548/2018
Η τήρηση του « Βιβλίου Μετόχων», αφορά το σύνολο των μετοχών. Ειδικότερα, προβλέπονται τα εξής :
« 2. Η εταιρεία οφείλει να τηρεί βιβλίο μετόχων. Στο βιβλίο αυτό καταχωρίζονται οι μέτοχοι, με αναγραφή του ονοματεπωνύμου ή της εταιρικής επωνυμίας και της διεύθυνσης ή της έδρας τους, καθώς και του επαγγέλματος και της εθνικότητας του κάθε μετόχου. Σε κάθε περίπτωση αναγράφεται ο αριθμός και η κατηγορία των μετοχών, που κατέχει κάθε μέτοχος. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει την ηλεκτρονική τήρηση του βιβλίου ή και την τήρησή του από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, πιστωτικό ίδρυμα ή από επιχείρηση επενδύσεων, που έχουν το δικαίωμα να φυλάσσουν χρηματοπιστωτικά μέσα. Ως μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο βιβλίο αυτό».( παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4548/2018 )
Υπόδειγμα «Βιβλίου Μετόχων »
α) Τηρείται σαν «Ημερολόγιο» , με τα στοιχεία κάθε μεταβολής [ Πρέπει να ενημερώνεται και για τον πωλητή και για τον αγοραστή των μετοχών ]
Α/Α Πράξης
Ονοματεπώνυμο ή εταιρική επωνυμία Μετόχου
Διεύθυνση ή έδρα Μετόχου
Επάγγελμα Μετόχου
Εθνικότητα Μετόχου
Αριθμός μετοχών – Κατηγορία μετοχών.
Ημερομηνία Κτήσης ή Μεταβίβασης.
β) Τηρείται σαν «Καρτέλα», κάθε μετόχου και ενημερώνεται με τα στοιχεία κάθε μεταβολής από το «Ημερολόγιο», με σκοπό την ορθότερη παρακολούθηση.
[ Μέτοχος Α ]
Ονοματεπώνυμο ή εταιρική επωνυμία Μετόχου
Αριθμός μετοχών – Κατηγορία μετοχών. [ Μεταβολή ]
Στοιχεία των τίτλων μετοχών
Ημερομηνία Μεταβολής -[ Α/Α Πράξης στο ”Βιβλίο Μετόχων” ]
Υπόλοιπο Μετοχών μετά την μεταβολή
Υπογραφή Μετόχου
Υπογραφή Αρμόδιου της Εταιρείας
Φυσικά μια ηλεκτρονική εφαρμογή παρακολούθησης των ανωτέρω, θα ήταν ότι καλύτερο.
Σημείωση : Το «Βιβλίου Μετόχων », δεν θεωρείται από κάποια αρχή. Πρέπει, κατά την αποψή μου, για λόγους ορθής διαχειριστικής παρακολούθησης, να υπογράφεται από το όργανο της Διοίκησης, που είναι αρμόδιο για την ορθή ενημέρωσή του.
Προσοχή
Στο άρθρο 20. Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων , του ν. 4557/2018, μεταξύ άλλων προβλέπονται :« Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία γέννησης (*) , την υπηκοότητα(*) και τη χώρα διαμονής(*) των πραγματικών δικαιούχων, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν(*). Συμπληρώνονται δε με κάθε αναγκαίο στοιχείο για την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου».
(*) Σωστό είναι, να καταχωρούνται στο «Μητρώο Μετόχων» και αυτές οι πληροφορίες, ώστε όταν εφαρμοστεί να μην αναζητούνται.
(3) «Μετοχικοί τίτλοι ».
3.1 «Μετοχικοί τίτλοι », με βάση τον προηγούμενο νόμο 2190/1920
«.. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αποϋλοποίηση των μετοχών και των οριζομένων στην παράγραφο 4 (*), η εταιρεία υποχρεούται να εκδώσει και να παραδώσει στους μετόχους μετοχικούς τίτλους. Οι τίτλοι αυτοί μπορεί να είναι απλοί ή πολλαπλοί. Αν έχουν εκδοθεί πολλαπλοί τίτλοι, μετά από αίτηση κάθε μετόχου, η εταιρεία υποχρεούται να αντικαταστήσει τους υπάρχοντες τίτλους με νέους, που ενσωματώνουν μικρότερο αριθμό μετοχών. 3. Μέχρι την έκδοση οριστικών μετοχικών τίτλων σύμφωνα με την παράγραφο 2, η εταιρεία μπορεί να εκδώσει προσωρινούς τίτλους ». ( παρ. 2 &3 ,Αρθρο 8β. Μετοχικοί τίτλοι – Μεταβίβαση των μετοχών, ν. 2190/20)
…………………………….
(*)« 4. Εάν η εταιρεία έχει ονομαστικές μετοχές μη εισηγμένες σε χρηματιστήριο, το καταστατικό μπορεί να αποκλείει ή να περιορίζει την υποχρέωσή της να εκδίδει μετοχικούς τίτλους. Στην περίπτωση αυτή το καταστατικό ορίζει τον τρόπο απόδειξης της μετοχικής ιδιότητας, προκειμένου να ασκηθούν τα δικαιώματα εκ των μετοχών. Εάν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικό όρο, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν εκδίδονται μετοχικοί τίτλοι, η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας γίνεται με βάση τα στοιχεία του βιβλίου που τηρείται κατά την παράγραφο 6 ή τους τυχόν εκδοθέντες προσωρινούς τίτλους και, αν παρίσταται ανάγκη, με τα έγγραφα που κατέχει ο μέτοχος».
Υπόδειγμα «Μετοχικών Τίτλων»
α) Προσωρινός τίτλος ονομαστικών μετοχών
[ Εκδίδονται με σχετική απόφαση του Δ.Σ, στην οποία εξουσιοδοτούνται και οι υπογράφοντες, τους τίτλους ]
β) Προσωρινός τίτλος ανωνύμων μετοχών
Στην περίπτωση των ανωνύμων μετοχών, δεν αναγράφεται : «Ο τίτλος αυτός ανήκει στον : .………… ………….(πλήρη στοιχεία ταυτότητας)»
Προσοχή :
Σύμφωνα με την αιτιολογική του άρθρου 40, του νέου νόμου 4548/2018« …δεν προβλέπονται προσωρινοί τίτλοι, που λόγω της τεχνολογίας δεν διακρίνονται πλέον από τους οριστικούς ».
Άρα : Στο ανωτέρω «Υπόδειγμα » για την έκδοση τίτλων μετά την 1/1/2019 (ημερομηνία έναρξης του νέου νόμου 4548/2018), παραλείπεται στα σημεία, που αναφέρεται η λέξη «Προσωρινός»
3.2 «Μετοχικοί τίτλοι », με βάση τον ισχύοντα νόμο 4548/2018.
« 3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αποϋλοποίηση των μετοχών και των οριζομένων στις παραγράφους 4, 5 και 6 (*) του παρόντος άρθρου, η εταιρεία υποχρεούται να εκδώσει και να παραδώσει στους μετόχους μετοχικούς τίτλους. Οι τίτλοι αυτοί μπορεί να είναι απλοί ή πολλαπλοί. Αν έχουν εκδοθεί πολλαπλοί τίτλοι, ύστερα από αίτηση κάθε μετόχου, η εταιρεία υποχρεούται να αντικαταστήσει τους υπάρχοντες τίτλους με νέους, που ενσωματώνουν μικρότερο αριθμό μετοχών».( παρ. 3 του άρθρου 40 του ν. 4548/2018 ) ……………..
(*) «4. Το καταστατικό μπορεί να αποκλείει ή να περιορίζει την υποχρέωση της εταιρείας να εκδίδει μετοχικούς τίτλους. Στην περίπτωση αυτή το καταστατικό ορίζει τον τρόπο απόδειξης της μετοχικής ιδιότητας, προκειμένου να ασκηθούν τα δικαιώματα από τις μετοχές. Αν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικό όρο, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν εκδίδονται μετοχικοί τίτλοι, η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας γίνεται με βάση τα στοιχεία του βιβλίου που τηρείται κατά την παράγραφο 2 [ βιβλίο μετόχων ] και, αν παρίσταται ανάγκη, με τα έγγραφα που κατέχει ο μέτοχος.
5. Οι μετοχές της εταιρείας μπορεί να τηρούνται σε λογιστική μορφή, ύστερα από αποϋλοποίηση ή ακινητοποίηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 και τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις κείμενες διατάξεις. Το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει τον εκ των ανωτέρω ειδικότερο τρόπο έκδοσης και τήρησης των μετοχών της σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων.
6. Σε περίπτωση μετοχών που έχουν εκδοθεί σε λογιστική μορφή κατά την παράγραφο 5, μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο μητρώο κεντρικού αποθετηρίου τίτλων ή ο ταυτοποιούμενος ως τέτοιος μέσω των εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών. »
(4) Μεταβίβαση «Μετοχικών τίτλων».
4.1 Μεταβίβαση «Μετοχικών τίτλων», με βάση τον προηγούμενο νόμο 2190/1920 α) Οι ανώνυμες μετοχές μεταβιβάζονταν σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων. [ Άρθρο 1034 – Αστικός Κώδικας – Κτήση κινητού με σύμβαση. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ’ αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα ]
β) Η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο της εταιρείας «Βιβλίου Μετόχων ».
4.2 Μεταβίβαση «Μετοχικών τίτλων», με βάση τον ισχύοντα νόμο 4548/2018 .
Η μεταβίβαση των μετοχών γίνεται με καταχώριση στο «βιβλίο μετόχων».
Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019 για τις υφιστάμενες ανώνυμες μετοχές η μεταβίβαση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων. (άρθρο 184, παρ. 7 περ. γ)
Προσοχή :
(α)« 1. Κατά το χρόνο ισχύος της παρ. 7 του άρθρου 184του ν.4548/2018(Α΄ 104), οι ανώνυμες μετοχές εταιρειών μη εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά ή Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης, καθώς και τα δικαιώματα αγοράς αυτών μεταβιβάζονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας ταυτόχρονα με την παράδοση τίτλων, όπου απαιτείται» . ( παρ. 1, Άρθρο 54. Τροποποιούμενες καταργούμενες διατάξεις (άρθρο 66 της Οδηγίας 2015/849), ν. 4557/2018 ) – Έναρξη ισχύος : 30/7/2018.
(β) Το έγγραφο αυτό πρέπει να διαβιβάζεται στην εταιρεία και να διατηρείται στο αρχείο της για τουλάχιστον πέντε (5) έτη από τη μεταβίβαση των μετοχών ( αιτιολογική 4557/2018)
(5) Προθεσμία Ονομαστικοποίησης των Ανωνύμων Μετοχών.
Ανώνυμες μετοχές που έχουν εκδοθεί από ελληνικές ανώνυμες εταιρείες ονομαστικοποιούνται υποχρεωτικά την 1η Ιανουαρίου 2020. ( παρ. 1 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 )
Προσοχή :
Η προθεσμία 1η Ιουλίου 2019, αφορά την απόφαση που λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο για τον τρόπο με τον οποίο οι μέτοχοι ή άλλοι δικαιούχοι θα πρέπει να αναγγείλουν στην εταιρεία τα επί των μετοχών δικαιώματά τους.
(6) Μεταβατικές διατάξεις έως την προθεσμία Ονομαστικοποίησης των Ανωνύμων Μετοχών.
« Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019 για τις υφιστάμενες ανώνυμες μετοχές ισχύουν οι εξής ρυθμίσεις: α) Σε περίπτωση μερικής καταβολής του κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 21, οι μετοχές μέχρι την αποπληρωμή τους είναι υποχρεωτικά ονομαστικές. β) Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 26 [ πρόσκληση για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης, ] δεν εφαρμόζεται ενόσω οι μετοχές δεν είναι ονομαστικές στο σύνολό τους. γ) Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων για τη μεταβίβαση των ανωνύμων μετοχών, οι μετοχές αυτές μεταβιβάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων. δ) Το δικαίωμα του μετόχου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 122 [ δικαίωμα του μετόχου, να ζητήσει από την εταιρεία να του αποστέλλει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ατομική πληροφόρηση για επικείμενες γενικές συνελεύσεις τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης.] ισχύει μόνο αν ο μέτοχος έχει ονομαστικές μετοχές. ε) Η αποστολή στους μετόχους των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, καθώς και των σχετικών εκθέσεων του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 123, είναι δυνατή εφόσον οι μετοχές είναι ονομαστικές στο σύνολό τους. στ) Η λήψη αποφάσεων με ψηφοφορία χωρίς συνεδρίαση, που προβλέπεται στο άρθρο 135, είναι δυνατή μόνο αν οι μετοχές της εταιρείας είναι στο σύνολό τους ονομαστικές. ζ) Το δικαίωμα του μετόχου, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 10 και την παράγραφο 11 του άρθρου 141 [ Πληροφορίες για : α) το ύψος του κεφαλαίου της εταιρείας, τις κατηγορίες των μετοχών που έχουν εκδοθεί και τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας, ιδίως προνομιούχων, με τα δικαιώματα που κάθε κατηγορία παρέχει, καθώς και τις τυχόν δεσμευμένες μετοχές, τόσο κατά τον αριθμό τους όσο και τους περιορισμούς που προβλέπονται. Β) Ο μέτοχος θα δικαιούται επίσης να πληροφορηθεί πόσες και τι είδους μετοχές διαθέτει ο ίδιος, όπως αυτές προκύπτουν από το βιβλίο μετόχων, γ) να του χορηγηθεί πίνακας των μετόχων της εταιρείας ] ισχύει μόνο αν η εταιρεία έχει ονομαστικές μετοχές. η) Μέτοχοι με ανώνυμες μετοχές δεν μπορούν να γίνουν μέλη ενώσεων μετόχων, σύμφωνα με το άρθρο 144 και να ασκούν δικαιώματα μέσω των ενώσεων με τις μετοχές αυτές. θ) Οι μέτοχοι με ανώνυμες μετοχές μπορούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019 να ασκούν τα δικαιώματα που έχουν και οι μέτοχοι με ονομαστικές μετοχές» .( παρ. 7 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 ).
(7) Γενικά για την Ονομαστικοποίησης των Ανωνύμων Μετοχών.
« Το άρθρο 184 προβλέπει ότι η ονομαστικοποίηση των υφιστάμενων ανωνύμων μετοχών θα επέλθει την 1η Ιανουαρίου 2020 και μάλιστα αυτόματα, χωρίς δηλαδή να απαιτείται τροποποίηση του καταστατικού.
Και αν μεν το καταστατικό προβλέπει ειδική διαδικασία αντικατάστασης των ανωνύμων τίτλων με ονομαστικούς, ακολουθείται η διαδικασία αυτή, άλλως εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του άρθρου 184. Οι ρυθμίσεις αυτές συνίστανται στα ακόλουθα:
Πρώτον, η εταιρεία που έχει εκδώσει ανώνυμες μετοχές οφείλει να αποκτήσει βιβλίο μετόχων, ή αντίστοιχη ηλεκτρονική υποδομή, που θα της επιτρέψει να καταγράψει τους μετόχους της και τα δικαιώματά τους.
Δεύτερον, θα πρέπει το αργότερο την 1η Ιουλίου 2019 να ανακοινώσει στους μετόχους τον τρόπο με τον οποίο οι τελευταίοι θα πρέπει να αναγγείλουν στην εταιρεία τα επί των μετοχών δικαιώματά τους, ώστε να εγγραφούν στο βιβλίο μετόχων και να τους παραδοθούν οι νέοι τίτλοι.
Μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, οι μετοχές για τις οποίες δεν θα έχει γίνει καταχώριση στο βιβλίο μετόχων, δεν θα παρέχουν πια μετοχικά δικαιώματα (η άσκηση των τελευταίων θα έχει τους περιορισμούς των ιδίων μετοχών, σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 1), ούτε και θα μπορούν να μεταβιβασθούν εγκύρως. Η εταιρεία δεν θα υποχρεούται να παραδώσει νέους τίτλους, αν εκδίδει τις μετοχές σε λογιστική μορφή, ή το καταστατικό προβλέπει ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση.
Τρίτον, με δεδομένο ότι η διαδικασία αυτή βρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια της εταιρείας, ο νόμος παρέχει στον μέτοχο τη δυνατότητα να επιδιώξει ατομικά την εγγραφή του στο βιβλίο μετόχων και την παράδοση σε αυτόν των ονομαστικών μετοχών, με την προϋπόθεση ότι το διοικητικό συμβούλιο δεν θα έχει προβεί στην παραπάνω διαδικασία μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2019. Μπορεί δηλαδή ο μέτοχος να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει να υποχρεωθεί η εταιρεία να εκδώσει και να παραδώσει στο μέτοχο τις νέες ονομαστικές μετοχές και βέβαια να εγγράψει το μέτοχο στο βιβλίο μετόχων. ( Αιτιολογική, άρθρου 184 του ν. 4548/2018 )
(8) Διαδικασία αντικατάστασης των ανωνύμων τίτλων (Μετοχών ) με ονομαστικούς.
8.1 Περίπτωση πρώτη ( όταν το καταστατικό προβλέπει με πληρότητα την διαδικασία αντικατάστασης )
«Για την αντικατάσταση των ανωνύμων τίτλων με ονομαστικούς ακολουθούνται οι διατάξεις του καταστατικού, που αφορούν τη διαδικασία μετατροπής ανωνύμων μετοχών σε ονομαστικές».( εδ. 1, παρ. 2 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 ) Σύμφωνα με το ν. 2190/1920 ( ο προηγούμενος νόμος για τις Α.Ε ) , Άρθρο 2. Περιεχόμενο του καταστατικού προέβλεπε ότι : «1. Το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας πρέπει να περιέχει διατάξεις: ….. ζ. Για τη μετατροπή ονομαστικών μετοχών σε ανώνυμες, ή ανώνυμων σε ονομαστικές…..»
Συνήθως στα Καταστατικά των Α.Ε προβλέπονταν τα εξής : «ΑΡΘΡΟ …. ΜΕΤΟΧΕΣ : 1. Οι μετοχές της εταιρείας είναι ………. 2. Οι μετοχές υπογράφονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και από ένα μέλος του, που ορίζεται απ’ αυτό. Οι τίτλοι των μετοχών μπορούν να ενσωματώνουν μία ή περισσότερες μετοχές. Τα λοιπά σχετικά με την έκδοση των μετοχών και τα στοιχεία που θα φέρουν αυτές, κανονίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. 3. Για τη μετατροπή των ανωνύμων μετοχών σε ονομαστικές ή των ονομαστικών σε ανώνυμες, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων κατά την απλή απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 15 του παρόντος καταστατικού και τροποποίηση του παρόντος άρθρου. 4. Επιτρέπεται η έκδοση προσωρινών τίτλων μετοχών. Αυτές ανταλλάσσονται με τις οριστικές όταν αυτές εκδοθούν.»
8.2 Περίπτωση δεύτερη ( όταν το καταστατικό δεν προβλέπει με πληρότητα την διαδικασία αντικατάστασης )
«Αν το καταστατικό δεν προβλέπει με πληρότητα [ έννοια ασαφής και πρέπει να δοθούν από την Διοίκηση, σχετικές διευκρινήσεις ] τη διαδικασία αυτή, ακολουθείται η διαδικασία των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7»( εδ. 2, παρ. 2 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 ) « 3. Η εταιρεία υποχρεούται με απόφαση που λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο το αργότερο την 1η Ιουλίου 2019 να ανακοινώσει μέσω του Γ.Ε.ΜΗ. και με άλλα πρόσφορα μέσα τον τρόπο με τον οποίο οι μέτοχοι ή άλλοι δικαιούχοι θα πρέπει να αναγγείλουν στην εταιρεία τα επί των μετοχών δικαιώματά τους, ώστε να εγγραφούν στο βιβλίο μετόχων του άρθρου 41 και να εκδοθούν οι νέοι τίτλοι». (παρ. 3 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 ) «4. Με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, που λαμβάνεται, σύμφωνα με την παράγραφο 3, εξειδικεύεται με σαφήνεια ο τρόπος αναγγελίας των δικαιωμάτων, ορίζεται δε και ο τρόπος με τον οποίο θα εκδοθούν και θα παραδοθούν στους μετόχους και άλλους δικαιούχους οι νέοι ονομαστικοί μετοχικοί τίτλοι. Η εταιρεία δεν υποχρεούται να παραδώσει μετοχικούς τίτλους, αν οι ονομαστικές μετοχές εκδοθούν σε λογιστική μορφή, σύμφωνα με το νόμο ή η εταιρεία δεν έχει υποχρέωση έκδοσης μετοχικών τίτλων, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 40».(παρ. 4 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 )
8.3 Περίπτωση τρίτη ( εταιρείες με μετοχές που είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ)
«6. Στις εταιρείες με μετοχές που είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ, για την καταγραφή των δικαιούχων ακολουθούνται οι κανόνες για τη νομιμοποίηση των μετόχων ενόψει συμμετοχής σε γενική συνέλευση. Επιμέρους ζητήματα της αντικατάστασης των ανωνύμων εισηγμένων μετοχών με ονομαστικές ρυθμίζονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς». (παρ. 6 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 )
8.4 Ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί το Διοικητικό Συμβούλιο της Ανώνυμης Εταιρείας για να επιτευχθεί η Ονομαστικοποίηση των μετοχών
Το κρίσιμο και ουσιαστικό σημείο στην όλη διαδικασία είναι ο « εντοπισμός » των κατόχων των Ανωνύμων Μετοχών. Σημειώνεται επίσης ότι «η διαδικασία αυτή βρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια της εταιρείας» ( Αιτιολογική ).
Κατά την εκτίμησή μου, με βάση τα ανωτέρω ( παρ. 7 και 8 ) το Δ.Σ πρέπει :
α)Να αποκτήσει βιβλίο μετόχων ( σε κάθε περίπτωση )
β)Το αργότερο την 1η Ιουλίου 2019 να ανακοινώσει στους μετόχους τον τρόπο με τον οποίο αυτοί θα πρέπει να αναγγείλουν στην εταιρεία τα επί των μετοχών δικαιώματά τους.
Εδώ πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις :
(i) Οι κάτοχοι των Ανωνύμων μετοχών, είναι πρόσωπα γνωστά στην Α.Ε, λόγω συμμετοχής τους στις τελευταίες Γενικές Συνελεύσεις.
Στην περίπτωση αυτή πρέπει με σχετική απόφαση του Δ.Σ., να απευθυνθεί στα πρόσωπα αυτά και να ζητήσει την «έγγραφη διαβεβαίωση» ότι κατέχουν τις μετοχές αυτές και να ζητήσει να τις προσκομίσουν με σκοπό την εγγραφή τους στο «βιβλίο μετόχων», μέχρι την 1η Ιουλίου 2019 ή όποια άλλη τυχόν διαδικασία τυχόν προβλέπει το Καταστατικό της Α.Ε . Στην συνέχεια και έως 31/12/2019, να αποφασίσει την Ονομαστικοποίηση η Γενική Συνέλευση των μετόχων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Καταστατικό. [ Σημείωση : Η ονομαστικοποίηση των υφιστάμενων ανωνύμων μετοχών θα επέλθει την 1η Ιανουαρίου 2020 και μάλιστα αυτόματα, χωρίς δηλαδή να απαιτείται τροποποίηση του καταστατικού ] .
(ii ) Οι κάτοχοι των Ανωνύμων μετοχών, δεν είναι πρόσωπα γνωστά στην Α.Ε, λόγω μη συμμετοχής τους στις τελευταίες Γενικές Συνελεύσεις ή για άλλους λόγους.
Στην περίπτωση αυτή πρέπει με σχετική απόφαση του Δ.Σ.,να ανακοινώσει μέχρι την 1η Ιουλίου 2019, μέσω του Γ.Ε.ΜΗ. και με άλλα πρόσφορα μέσα [ π.χ ανακοινώσεις, κ.λπ ] τον τρόπο με τον οποίο οι μέτοχοι ή άλλοι δικαιούχοι θα πρέπει να αναγγείλουν στην εταιρεία τα επί των μετοχών δικαιώματά τους, ώστε να εγγραφούν στο βιβλίο μετόχων, ή όποια άλλη τυχόν διαδικασία τυχόν προβλέπει το Καταστατικό της Α.Ε . Στην συνέχεια και έως 31/12/2019, να αποφασίσει την Ονομαστικοποίηση η Γενική Συνέλευση των μετόχων [ Σημείωση : Η ονομαστικοποίηση των υφιστάμενων ανωνύμων μετοχών θα επέλθει την 1η Ιανουαρίου 2020 και μάλιστα αυτόματα, χωρίς δηλαδή να απαιτείται τροποποίηση του καταστατικού ] .
Προσοχή :
Για την «ασφάλεια Δικαίου», πρέπει η Διοίκηση να εκδώσει σχετικές αναλυτικές οδηγίες, για την διαδικασία ονομαστικοποίησης της κάθε περίπτωσης [ πότε δηλαδή χρειάζεται ανακοίνωση στο Γ.Ε.ΜΗ. , απόφαση Γ.Σ, κ.λπ ].
Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται η συνδρομή του Νομικού Συμβούλου της Εταιρείας.
(9) Απόφαση του διοικητικού συμβούλιου της Α.Ε, για την ονομαστικοποίηση των μετοχών.
«4. Με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, που λαμβάνεται, σύμφωνα με την παράγραφο 3,
εξειδικεύεται με σαφήνεια ο τρόπος αναγγελίας των δικαιωμάτων,
ορίζεται δε και ο τρόπος με τον οποίο θα εκδοθούν και θα παραδοθούν στους μετόχους και άλλους δικαιούχους οι νέοι ονομαστικοί μετοχικοί τίτλοι. …» (παρ. 4 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 )
Υπόδειγμα [ Προτεινόμενο ] απόφασης/ανακοίνωσης του διοικητικού συμβουλίου
Το Διοικητικό Συμβούλιο, στα πλαίσια των άρθρων 40 και 184 του ν. 4548/2018, προκειμένου να γίνει η Ονομαστικοποίηση των Ανωνύμων Μετοχών, που έχει εκδώσει η Εταιρεία και οι κάτοχοι να εγγραφούν στο «Βιβλίο Μετόχων» , προτείνει να εκδοθεί η κατωτέρω ανακοίνωση, η οποία θα δημοσιευτεί : α) Στο Γ.Ε.ΜΗ, β) Στην Ιστοσελίδα της Εταιρείας, γ) Να αποσταλεί σε κάθε διαθέσιμη διεύθυνση Μετόχου, δ) ……..
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΕΤΟΧΟΥΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ
Δυνάμει της από ΧΧ/ΧΧ/2019 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και με βάσει τα προβλεπόμενα στα άρθρα 40 και 184, ν. 4548/2018, πρέπει να γίνει η Ονομαστικοποίηση των Ανωνύμων Μετοχών, που έχει εκδώσει η Εταιρεία και οι κάτοχοι να εγγραφούν στο «Βιβλίο Μετόχων».
Κατόπιν των ανωτέρω, καλούνται οι κ.κ .μέτοχοι της εταιρίας ή άλλοι δικαιούχοι που κατέχουν ανώνυμους τίτλους μετοχών, όπως μεταβούν στα γραφεία της εταιρίας [ Ακριβής Διεύθυνση ] , κατά τις εργάσιμες ημέρες και κατά τις ώρες …………… ( Γραφείο : ……….. Υπεύθυνος : ………….., τηλ.: …………, e-mail : ….. ) , έως τις 31/12/2019, προκειμένου :
(α) Να παραδώσουν τους ανώνυμους τίτλους μετοχών ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία κατοχής των ανωνύμων μετοχών ή των δικαιωμάτων που κατέχουν. Σημειώνεται ότι θα γίνεται έλεγχος των στοιχείων των τίτλων με τις παραστάσεις στις Γενικές Συνελεύσεις.
(β) Να εγγραφούν στο «βιβλίο μετόχων», δίδοντας και τα σχετικά στοιχεία ταυτότητας, που από την Νομοθεσία απαιτούνται και να λάβουν σχετική βεβαίωση εγγραφής, ώστε να παραλάβουν μετά την έκδοσή τους αντίστοιχους ονομαστικούς τίτλους.
(γ) Οι τίτλοι των ανωνύμων μετοχών θα ακυρωθούν και οι μέτοχοι θα παραλάβουν, με βάση τα στοιχεία εγγραφής τους στο βιβλίο μετόχων», αντίστοιχους ονομαστικούς τίτλους που θα ενσωματώνουν τις μετοχές που έχουν στην κυριότητά τους.
Επισημαίνεται ότι : Μετά την 1η Ιανουαρίου 2020 και ενόσω οι μέτοχοι ή άλλοι δικαιούχοι δεν έχουν αναγγείλει τα δικαιώματά τους, οι μετοχές δεν παρέχουν μετοχικά δικαιώματα ούτε και μπορούν να μεταβιβασθούν.
(10) Παράληψη του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε, να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες για την ονομαστικοποίηση των μετοχών.
« Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν προβεί στις παραπάνω ενέργειες μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019, κάθε μέτοχος που έχει ανώνυμες μετοχές μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να υποχρεωθεί η εταιρεία να εγγράψει τον αιτούντα στο βιβλίο μετόχων και να εκδώσει και να παραδώσει σε αυτόν νέες ονομαστικές μετοχές».(παρ. 5 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 )
(11) Συνέπειες μη αναγγελίας από τους κατόχους μετοχών, των δικαιωμάτων επί των ανωνύμων μετοχών και τρόπος θεραπείας.
«Μετά την 1η Ιανουαρίου 2020 και ενόσω οι μέτοχοι ή άλλοι δικαιούχοι δεν έχουν αναγγείλει τα δικαιώματά τους, οι μετοχές δεν παρέχουν μετοχικά δικαιώματα ούτε και μπορούν να μεταβιβασθούν. Για την αναστολή άσκησης των μετοχικών δικαιωμάτων η παράγραφος 1 του άρθρου 50 (*) εφαρμόζεται αναλόγως». (παρ. 3 του άρθρου 184 του ν. 4548/2018 )
«Μπορεί, ο μέτοχος να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει να υποχρεωθεί η εταιρεία να εκδώσει και να παραδώσει στο μέτοχο τις νέες ονομαστικές μετοχές και βέβαια να εγγράψει το μέτοχο στο βιβλίο μετόχων». ( Αιτιολογική ν. 4548/2018 ) …………………..
(*)« 1. Η κατοχή από την εταιρεία ιδίων μετοχών είτε άμεσα από την ίδια είτε μέσω προσώπου που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, επιφέρει την αναστολή των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις μετοχές αυτές. Ειδικότερα ισχύουν τα ακόλουθα: α) Αναστέλλονται τα δικαιώματα παράστασης στη γενική συνέλευση και ψήφου. Οι μετοχές αυτές δεν υπολογίζονται για το σχηματισμό απαρτίας. β) Τα μερίσματα που αντιστοιχούν στις ίδιες μετοχές προσαυξάνουν το μέρισμα των λοιπών μετόχων. γ) Σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου, το δικαίωμα προτίμησης που αντιστοιχεί στις ίδιες μετοχές δεν ασκείται και προσαυξάνει το δικαίωμα των λοιπών μετόχων, εκτός αν το όργανο που αποφασίζει την αύξηση αποφασίσει τη μεταβίβαση του δικαιώματος, ολικά ή μερικά, σε πρόσωπα που δεν ενεργούν για λογαριασμό της εταιρείας. Αν η αύξηση κεφαλαίου πραγματοποιείται χωρίς καταβολή εισφορών, οι ίδιες μετοχές συμμετέχουν στην αύξηση αυτή ».
11) Εύρος αξίας κάθε μετοχής [ 0,04 έως 100 ευρώ ] ( Άρθρο 35) – Αρχή της ισότητας ( Άρθρο 36) – Κοινωνία επί μετοχών ( Άρθρο 53) – Ενέχυρο & Επικαρπία μετοχών ( Άρθρο 54) – Κλοπή, απώλεια κ.λπ. ( Άρθρο 55)
Εύρος αξίας κάθε μετοχής
· Η ονομαστική αξία κάθε μετοχής δεν μπορεί να ορισθεί σε ποσό κατώτερο των τεσσάρων λεπτών (0,04) του ευρώ ούτε ανώτερο των εκατό (100) ευρώ. Η μείωση της ελάχιστης ονομαστικής αξίας των μετοχών από 0,30 ευρώ σε 0,04 ευρώ αποσκοπεί στην ευχερέστερη κυκλοφορία της μετοχής.
· Απαγορεύεται η έκδοση μετοχών σε τιμή κατώτερη του αρτίου.
· Η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή ανώτερη του αρτίου δεν μπορεί να διατεθεί για πληρωμή μερισμάτων ή ποσοστών, μπορεί όμως: (α) να κεφαλαιοποιηθεί ή (β) να συμψηφισθεί προς απόσβεση ζημιών της εταιρίας, εκτός αν υπάρχουν αποθεματικά ή άλλα κονδύλια, τα οποία κατά τον νόμο μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον συμψηφισμό των ζημιών αυτών.
· Η ονομαστική αξία των μετοχών πρέπει να είναι η ίδια για όλες τις μετοχές. Κατ’ εξαίρεση, μετοχές που ανήκουν σε μια σειρά ή κατηγορία μπορούν να έχουν διαφορετική ονομαστική αξία από τις άλλες.
Αρχή της ισότητας
· Κάθε μετοχή παρέχει δικαίωμα ψήφου, με εξαίρεση τις προνομιούχες μετοχές μπορούν να εκδοθούν και χωρίς δικαίωμα ψήφου ή με δικαίωμα ψήφου περιοριζόμενο σε ορισμένα ζητήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού. Έκδοση μετοχών με πολλαπλό δικαίωμα ψήφου δεν επιτρέπεται.
· Η εταιρεία διασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των μετόχων που βρίσκονται στην ίδια θέση.
Κοινωνία επί μετοχών
· Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 33 [ Κατ’ εξαίρεση, οι απαιτήσεις απόληψης κερδών, τόκων ή χρεολυσίων, καθώς και άλλα αυτοτελή περιουσιακά δικαιώματα που γεννώνται από τους τίτλους μεταβιβάζονται ελεύθερα, εφόσον το καταστατικό ή οι όροι έκδοσης των οικείων τίτλων δεν προβλέπουν κάτι διαφορετικό.] , οι μετοχές είναι αδιαίρετες, μπορούν όμως να αποτελέσουν αντικείμενο κοινωνίας.
· Αν μετοχή ανήκει ή περιέλθει σε περισσότερους, οι κοινωνοί οφείλουν να υποδείξουν στην εταιρεία κοινό εκπρόσωπο. Για όσο διάστημα δεν τον υποδεικνύουν, τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μετοχές αναστέλλονται, δηλώσεις δε που έχουν σχέση με την μετοχική ιδιότητα των κοινωνών μπορεί να γίνουν εγκύρως προς οποιονδήποτε από αυτούς. Αντί να υποδείξουν κοινό εκπρόσωπο, οι κοινωνοί μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο το διορισμό διαχειριστή κατά το άρθρο 790 του ΑΚ.
Ενέχυρο &Επικαρπία μετοχών
· Οι μετοχές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ενεχύρου ή επικαρπίας.
· Αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι άλλο, σε περίπτωση επικαρπίας ή ενεχύρου επί μετοχών, το δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση ασκείται από τον επικαρπωτή ή τον ενεχυραστή. Το καταστατικό μπορεί να απαγορεύει αντίθετη συμφωνία.
Κλοπή, απώλεια κ.λπ.
· Σε περίπτωση κλοπής, απώλειας ή καταστροφής του τίτλου μετοχής, με τις τυχόν υπάρχουσες και μη αποχωρισθείσες από αυτόν μερισματαποδείξεις, εφαρμόζονται τα άρθρα 843 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
[ Άρθρο 843 : 1. Στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο απευθύνει δημόσια πρόσκληση για την αναγγελία δικαιώματος ή απαίτησης. 2….. ]
Οι διατάξεις του για τις διανομές κερδών και για τη διανομή προσωρινού μερίσματος εφαρμόζονται στις διανομές που αποφασίζονται από γενικές συνελεύσεις που λαμβάνουν χώρα από την 1/1/2019 και μετά.
α) «Τακτικό Αποθεματικό»:
Σε σχέση με την υποχρεωτική παρακράτηση τακτικού αποθεματικού αναπαράγεται χωρίς μεταβολές το άρθρο 44 του κ.ν. 2190/1920. Δηλαδή : (1/20) [ 5% ] τουλάχιστον των καθαρών κερδών για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού. Η αφαίρεση για σχηματισμό αποθεματικού παύει να είναι υποχρεωτική, μόλις τούτο φθάσει το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του κεφαλαίου.
β) Περιορισμοί στην διανομή κερδών (άρθρο 159): β1) Σε σχέση με τις προϋποθέσεις και τον περιορισμό των διανομών αναπαράγεται κατά βάση το άρθρο 44α του κ.ν. 2190/1920. Η διαφοροποίηση ως προς την παράγραφο 1 του άρθρου 44α συνίσταται στο ότι προϋπόθεση για τη διανομή κερδών είναι, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας (καθαρή θέση), όπως προσδιορίζονται στο νόμο, να μην είναι ή, μετά από τη διανομή αυτή, να μην γίνεται κατώτερο από το ποσό του κεφαλαίου, προσαυξημένου όχι μόνο με τα αποθεματικά των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό, αλλά και με τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν, καθώς επίσης και με τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε για καλύτερη εναρμόνιση με τη δεύτερη Οδηγία (ήδη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132).
Δηλαδή:
Σύνολο Ιδίων Κεφαλαίων
(μετά την διανομή) μεγαλύτερο >
Από το Άθροισμα των (α-δ) :
α) Μετοχικό Κεφάλαιο
β) Αποθεματικά, των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό
γ) Τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν [ Επιπλέον περιορισμός σε σχέση με το ν. 2190/1920 ]
δ) Τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη (*) . [ Επιπλέον περιορισμός σε σχέση με το ν. 2190/1920 ]
(*) Ποια θεωρούνται «μη πραγματοποιημένα κέρδη»
· Πιστωτικά κονδύλια της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη [ Προσωπική Εκτίμηση ] 73.02 Πιστωτικές συναλλαγματικές διαφορές επιμέτρησης 77 Κέρδη από επιμέτρηση στην εύλογη αξία 78.02 Αναβαλλόμενος φόρος περιόδου έσοδο 79.03 Κέρδος από αγορά οντότητας σε τιμή ευκαιρίας
· Ποσοτικοποιημένες παρατηρήσεις του ελεγκτή : ;;;;;;;
[ Αφορά προσέγγιση/εκτίμηση του θέματος των « μη πραγματοποιημένων κερδών» ]
[ Επιλογή ]
« ….. Επισημαίνεται ότι η συμμόρφωση των οικονομικών μονάδων με τις αρχές που διατυπώνονται στις παρούσες διευκρινιστικές οδηγίες:
α) συνιστά τη βέλτιστη λογιστική πρακτική, που εξασφαλίζει την πλήρη συμμόρφωση των οικονομικών μονάδων με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο.
β) αποτελεί μια συμβιβαστική λύση μεταξύ της αρχής της κεφαλαιακής επάρκειας που υπαγορεύεται από τις Οδηγίες της ΕΕ και της αρχής της αναγνώρισης “δεδουλευμένων” εσόδων, ιδιαίτερα από επιμέτρηση στην εύλογη αξία, που υπαγορεύονται από τα ΔΠΧΠ.
Α. Εισαγωγή
Τα ΔΠΧΠ [ το ίδιο ισχύει και για τα Ε.Λ.Π ], δεν πραγματεύονται θέματα διανομής κερδών. Η ρύθμιση αυτών των θεμάτων έμμεσα προκύπτει από τις Οδηγίες της ΕΕ, οι οποίες στα πλαίσια της προστασίας της βιωσιμότητας της επιχείρησης απαγορεύουν τη διανομή μη πραγματοποιημένων κερδών.
Ως πραγματοποιημένα κέρδη, κατά τα γενικώς ισχύοντα στη λογιστική θεωρία, είναι τα κέρδη εκείνα τα οποία προέρχονται από συναλλαγές και γεγονότα που διακανονίζονται με μετρητά ή με τη μορφή άλλων στοιχείων του ενεργητικού, η μετατροπή των οποίων σε μετρητά, μπορεί να εκτιμηθεί με σχετική βεβαιότητα.
Η έννοια της πραγματοποίησης όμως των εσόδων και κερδών, που πηγάζει από την αρχή της συντηρητικότητας, έρχεται σε αντίθεση με το πλαίσιο των ΔΠΧΠ το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά στην αρχή του “δεδουλευμένου” (accrual), δηλαδή του αποτελέσματος που έχει προκύψει κατά την ημερομηνία του Ισολογισμού. Έτσι, στα πλαίσια της αρχής του “δεδουλευμένου”, τα ΔΠΧΠ επιτρέπουν ή απαιτούν την επιμέτρηση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην εύλογη αξία τους και την αναγνώριση των θετικών διαφορών είτε στα αποτελέσματα είτε σε αποθεματικό (διαφορά εύλογης αξίας) της καθαρής θέσης. Στην περίπτωση που τα κέρδη αναγνωρίζονται σε αποθεματικό (διαφορά εύλογης αξίας) δε γεννάται θέμα, διότι η αναγνώριση αυτού του αποθεματικού συνεπάγεται αυτόματα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, την μη διανομή τους.
Στην περίπτωση όμως της αναγνώρισης των διαφορών στα αποτελέσματα και δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντίθετη ρητή διάταξη, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ότι επιτρέπεται η χωρίς περιορισμό διανομή τους.
Σύμφωνα με το άρθρο 138 του Νόμου 2190/1920 (όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 3229/2004), το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 45 του Ν. 2190/1920, μπορεί να στοιχειοθετηθεί ότι τα κέρδη από επιμέτρηση δεν είναι επιτρεπτό να διανέμονται, δεδομένου ότι στο άρθρο 45 του Ν. 2190/1920 γίνεται ρητή αναφορά σε “πραγματοποιηθέντα” κέρδη.
Στο Νόμο 2190/1920 δεν ορίζονται οι έννοιες των “πραγματοποιημένων” κερδών, ενώ και στη λογιστική επιστήμη υπάρχουν ποικίλες και διιστάμενες απόψεις σχετικά με τον ορισμό των “πραγματοποιημένων” κερδών.
Τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασχολούνται με το θέμα δεν έχουν δώσει ακόμα απάντηση στο θέμα αυτό, έχουν όμως αναλάβει την ανάπτυξη ενός μοντέλου ελέγχου της επάρκειας της ρευστότητας (solvency test) το οποίο όμως δεν έχει οριστικοποιηθεί, επιτρέποντας και συνιστώντας στα ίδια τα κράτη-μέλη να προχωρήσουν σε εθνικές ρυθμίσεις.
Η ΕΛΤΕ με το αρμόδιο όργανό της, για τέτοιου είδους θέματα, το Συμβούλιο Λογιστικής Τυποποίησης (Σ.ΛΟ.Τ.) παρακολουθώντας το Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές συνθήκες λειτουργίας των επιχειρήσεων στη χώρα μας, μελέτησε το θέμα και κατέληξε στα παρακάτω συμπεράσματα για την αντιμετώπιση του θέματος της διανομής των κερδών στις οικονομικές καταστάσεις της 31.12.2005.
Β. Αφορολόγητα αποθεματικά
…………..
Με το καθεστώς που υπήρχε πριν από την εισαγωγή των ΔΠΧΠ, το λογιστικό αποτέλεσμα προκύπτει από την εφαρμογή των κανόνων (κυρίως αποτίμησης) του ΕΓΛΣ και το φορολογικό αποτέλεσμα από την εφαρμογή των φορολογικών κανόνων.
Με το καθεστώς που εισάγεται από την εφαρμογή των ΔΠΧΠ, το λογιστικό αποτέλεσμα προκύπτει από την εφαρμογή των κανόνων των ΔΠΧΠ και το φορολογικό αποτέλεσμα από την εφαρμογή των φορολογικών κανόνων.
Κατά συνέπεια η μόνη διαφορά μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος συνίσταται στο ποιοι κανόνες χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του λογιστικού αποτελέσματος.
Γ. Γενικά
(1) Γενική αρχή
Διανομή κερδών κατ’ αρχήν γίνεται μόνον εφόσον υπάρχει θετικό υπόλοιπο αποτελεσμάτων εις νέον όπως αυτό προκύπτει από την εφαρμογή των ΔΠΧΠ, αφού ληφθούν υπόψη οι ποσοτικοποιημένες παρατηρήσεις του ελεγκτή της επιχείρησης, με τις οποίες το ύψος των λογιστικών κερδών, μειώνεται λόγω μη ορθής εφαρμογής των ΔΠΧΠ, κατά την ημερομηνία του Ισολογισμού. Ως κέρδη εις νέον κατά τα ΔΠΧΠ νοούνται και τα αποθεματικά των οποίων επιτρέπεται η διανομή (έκτακτα αποθεματικά και αφορολόγητα αποθεματικά τα οποία εφόσον φορολογηθούν μπορούν να διανεμηθούν).
Σε περίπτωση που υπάρχουν αφορολόγητα αποθεματικά για τα οποία δεν έχει αναγνωρισθεί φόρος εισοδήματος και ο οποίος φόρος εισοδήματος αναγνωρίζεται με την απόφαση προς διανομή, τα αφορολόγητα αποθεματικά που μπορούν να διανέμονται μειώνονται με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος.
………………………………..
(2) Ελάχιστο μέρισμα
Ο υπολογισμός του ελάχιστου μερίσματος 35% γίνεται επί των λογιστικών κερδών που προκύπτουν με την εφαρμογή των ΔΠΧΠ μετά την αφαίρεση των ποσών των οποίων δεν επιτρέπεται η διανομή.
Παράδειγμα
Έστω λογιστικά μετά από φόρους κέρδη 1.000. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και καθαρό κέρδος από επιμέτρηση επενδύσεων σε ακίνητα 136 (κέρδη 200 μείον φόρος εισοδήματος 32%), η διανομή του οποίου της αναφέρεται στα επόμενα δεν επιτρέπεται. Το ελάχιστο μέρισμα ανέρχεται σε (1.000 -136) Χ 35% = 302,40.
(3) Υπολογισμός τακτικού αποθεματικού
Το τακτικό αποθεματικό δημιουργείται από εσωτερική μεταφορά (μείωση του υπολοίπου κερδών εις νέον) εντός της καθαρής θέσης. Συνεπώς δεν αποτελεί λογιστικό μέγεθος το οποίο επηρεάζει την καθαρή θέση. Με δεδομένο της τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του που θεωρητικά αποσκοπεί στην κεφαλαιακή ενίσχυση, ο σχηματισμός του γίνεται από τα πραγματοποιημένα κέρδη, δηλαδή επί των κερδών επί των οποίων υπολογίζεται και το ελάχιστο μέρισμα.
Δ. Αναλυτική παρουσίαση των περιπτώσεων περιορισμού της διανομής κερδών
(1) Ιδιοχρησιμοποιούμενα ενσώματα πάγια (ΔΛΠ 16 και ΔΠΧΠ 1)
Η διανομή κερδών πέραν αυτών που έχουν φορολογηθεί στο όνομα του νομικού προσώπου και τα οποία προέρχονται από τους κανόνες επιμέτρησης σύμφωνα με τα ΔΠΧΠ, φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας. Τούτο σημαίνει ότι στην περίπτωση διανομής τέτοιων κερδών, η φορολογική βάση των στοιχείων από τα οποία προέρχονται αυτά τα κέρδη πρέπει να αναπροσαρμόζεται, ώστε να αποφεύγεται η διπλή φορολόγησή τους……..
Στο Παράρτημα 2 δίνεται παράδειγμα αλλαγής της φορολογικής βάσης σε περίπτωση διανομής.
Συνιστάται επίσης ο επιμελής και συστηματικός υπολογισμός των τρεχουσών και αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων της επιχείρησης. Τούτο πρακτικά επιτυγχάνεται όταν κατά τη σύνταξη της φορολογικής δήλωσης εξατομικεύονται κατά εξαντλητικό τρόπο τα στοιχεία που διαφοροποιούν τη λογιστική βάση (σημείο εκκίνησης για τον προσδιορισμό των φορολογικών υποχρεώσεων) από τη φορολογική βάση (φορολογητέο εισόδημα χρήσης) και για κάθε ένα από τα εξατομικευμένα στοιχεία της παραπάνω “συμφωνίας” διερευνάται και αιτιολογείται η φύση του ως στοιχείου “μόνιμης διαφοράς” (permanent difference) ή “προσωρινής διαφοράς” (temporary difference).
ΣΤ. Τελικά συμπεράσματα
Το παρόν αποτελεί την προσέγγιση του θέματος της διανομής των κερδών, υπό τις παρούσες οικονομικές και νομοθετικές συνθήκες της χώρας μας και έχει ως σκοπό, να διευκολύνει την επίλυση των πρακτικών δυσκολιών που ανακύπτουν αναφορικά με τη διανομή των κερδών της χρήσης.
Συνιστάται στις διοικήσεις των επιχειρήσεων να είναι επιφυλακτικές και να αντιμετωπίζουν το θέμα της διανομής με ιδιαίτερη σύνεση και σε συνάρτηση, κυρίως, με τις χρηματοροές που προκύπτουν από τις λειτουργικές δραστηριότητες, για λόγους προστασίας της βιωσιμότητας της επιχείρησης…….»
β2) Αντίστοιχα, στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι το ποσό που διανέμεται στους μετόχους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων της τελευταίας χρήσης που έχει λήξει, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους, και μειωμένο όχι μόνο κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό, αλλά και κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη. Δηλαδή:
Ανώτατο ποσό διανεμομένων κερδών
Αλγεβρικό Άθροισμα των (α-στ) :
Συν:
α) Αποτελέσματα Χρήσης ( μετά φόρων )
β) Κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις
γ) αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους
Μείον:
δ) Πιστωτικά κονδύλια της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη
ε) Ζημιές προηγούμενων χρήσεων
στ) Ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
γ) Σειρά διάθεσης των Καθαρών Κερδών (άρθρο 160): Τα καθαρά κέρδη, διατίθενται με απόφαση της γενικής συνέλευσης κατά την εξής σειρά: (α)Αφαιρούνται τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη. [π.χ: Αποτιμήσεις στην «εύλογη αξία», αποτίμηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα, κ.λπ]. (β)Αφαιρείται η κατά τον παρόντα νόμο και το καταστατικό κράτηση για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού. (γ)Κρατείται το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή του ελάχιστου μερίσματος, (δ)Το υπόλοιπο των καθαρών κερδών, όπως και τα τυχόν λοιπά κέρδη, που μπορεί να προκύψουν και να διατεθούν, διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Αυτό το οποίο αλλάζει σε σχέση με τη διάθεση των καθαρών κερδών είναι ότι στην σειρά που προβλέπεται προηγείται η αφαίρεση των ποσών των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη (π.χ., υπεραξίες, κ.λπ).
δ) Ελάχιστο μέρισμα [0% έως 35%] (άρθρο 161): (1) Εξακολουθεί να ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών [ υπό την επιφύλαξη της κατωτέρω νέας περίπτωσης (3)] , ύστερα από αφαίρεση της κράτησης για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και των λοιπών πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν προέρχονται από πραγματοποιημένα κέρδη. Η διανομή του ελάχιστου μερίσματος μπορεί να μη γίνει σε μετρητά αλλά σε είδος. (2) Προβλέπεται όμως τόσο η κεφαλαιοποίηση των κερδών, όσο και η καταβολή του μερίσματος, αν το εγκρίνει η Γ.Σ. με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, σε μετοχές και άλλους τίτλους που ανήκουν στην εταιρεία ή, με ομόφωνη απόφαση όλων των μετόχων και όχι μόνο των εκπροσωπουμένων στη Γ.Σ., και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, που θα πρέπει να αποτιμηθούν. (3) Προβλέπεται ακόμη η μείωση του μερίσματος από τη Γ.Σ., όχι όμως κάτω του 10% των καθαρών κερδών, επίσης με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ κατάργηση τούτου επιτρέπεται μόνο με ακόμη μεγαλύτερη πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Εννοείται ότι άρνηση της πλειοψηφίας αυτής να εγκρίνει μέρισμα, παρά την ύπαρξη ικανών κερδών, μπορεί κατά τις περιστάσεις να κριθεί καταχρηστική.
Απλή απαρτία και πλειοψηφία. >50% των παρόντων στην Γ.Σ
Απλή απαρτία και πλειοψηφία. >50% των παρόντων στην Γ.Σ
10%
>66,67% [2/3]
[ Δεν υπήρχε αντίστοιχη διάταξη ]
0%
>80%
>70%
(*) ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ
Κέρδη μετά φόρων
Μείον:
α) Τακτικό αποθεματικό
β) Πιστωτικά κονδύλια της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη [Επιπλέον περιορισμός σε σχέση με το ν. 2190/1920]
Σημειώσεις: (1) [Δυνατότητα κεφαλαιοποίησης των διανεμομένων κερδών] Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία είναι δυνατόν τα κέρδη που είναι διανεμητέα ως ελάχιστο μέρισμα να κεφαλαιοποιηθούν και να διανεμηθούν σε όλους τους μετόχους με μορφή μετοχών, υπολογιζόμενων στην ονομαστική τους αξία. (2) [Δυνατότητα χορήγησης των διανεμομένων κερδών όχι σε μετρητά αλλά σε τίτλους] Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, είναι δυνατόν τα κέρδη, που είναι διανεμητέα ως ελάχιστο μέρισμα, να χορηγηθούν με μορφή τίτλων ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών, εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά, ή ιδίων τίτλων τους οποίους έχει στην κυριότητά της η εταιρεία, εφόσον είναι και αυτοί εισηγμένοι, με την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μετόχων και με την προϋπόθεση ότι οι ως άνω τίτλοι θα αποτελέσουν αντικείμενο αποτίμησης, σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18. (3) [Δυνατότητα χορήγησης των διανεμομένων κερδών όχι σε μετρητά αλλά σε άλλα στοιχεία (εκτός από ‘’τίτλους’’)] Διανομή άλλων περιουσιακών στοιχείων αντί μετρητών είναι επιτρεπτή με τις παραπάνω προϋποθέσεις μόνο ύστερα από ομόφωνη απόφαση όλων των μετόχων. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται στις εταιρείες που υπόκεινται σε υποχρεωτικό ή σε προαιρετικό έλεγχο από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία.
Γνωματεύσεις Σ.ΛΟ.Τ:
α)ΣΛΟΤ 212/12-2- 2019 Διανομή μερίσματος «Η καθαρή θέση που προκύπτει με βάση τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας (φορολογική βάση) δεν λαμβάνεται υπόψη για τη διάθεση των αποτελεσμάτων και, κατά συνέπεια, για τη διανομή μερίσματος. Από τη λογιστική καθαρή θέση (λογιστική βάση) δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν κονδύλια που προέρχονται από μη πραγματοποιηθέντα κέρδη, κατά την έννοια των προηγούμενων διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, καθώς και τα κονδύλια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 159 του ν. 4548/2018. Η διάθεση των αποτελεσμάτων και ειδικότερα η διανομή μερίσματος γίνεται από τα λογιστικά κέρδη τα οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 160 του ν. 4548/2018, «απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων και είναι τα προκύπτοντα κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας». Από τα κέρδη αυτά δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν τα κονδύλια που αναφέρονται στο εδάφιο (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 160 του ν. 4548/2018, μη πραγματοποιημένα (υπολογιστικά) έσοδα και κέρδη, τα οποία, συνήθως, προκύπτουν από την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην εύλογη αξία τους.»
β)ΣΛΟΤ 1397/2-7-2019 Σχηματισμός ειδικού αποθεματικού «Αναφορικά με το ερώτημά σας, θα μπορούσε να σχηματισθεί ειδικό αποθεματικό εφόσον δεν παραβιάζονται οι όροι του άρθρου 161 « Ελάχιστο μέρισμα» του ν. 4548/2018 και του καταστατικού.»
γ)ΣΛΟΤ 652/16-4-2019 Κατά τον προσδιορισμό των διανεμητέων κερδών μιας χρήσεως, λαμβάνονται υπόψη (αφαιρούνται) και οι συσσωρευμένες λογιστικές ζημιές προηγουμένων χρήσεων) «Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Ν 4548/2018, προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό των διανεμητέων κερδών μιας χρήσεως, λαμβάνονται υπόψη (αφαιρούνται) και οι συσσωρευμένες λογιστικές ζημιές προηγουμένων χρήσεων. Σημειώνεται ότι το κονδύλι των καθαρών κερδών της χρήσεως, έχει προκύψει μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος, ο οποίος υπολογίζεται επί των φορολογητέων κερδών, δηλαδή μετά την φορολογική αναμόρφωση των αποτελεσμάτων και τις διαφορές λογιστικής – φορολογικής βάσης Κατά την ίδια έννοια σχηματίζονται τόσο τα αποθεματικά της ΕΠΕ, όσο και της ΙΚΕ. »
ε) Παράδειγμα διανομής Κερδών
Α
Δεδομένα Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων
Αποτελέσματα Χρήσης 31/12/ΧΧΧ1
Ποσά
1
Κέρδη μετά φόρων
200.000,00
2
Ποσά πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.
10.000,00
3
Κέρδη μετά φόρων και μετά την αφαίρεση των μη πραγματοποιημένων κερδών.
190.000,00
Ισολογισμός 31/12/ΧΧΧ1 ( προ της Διανομής )
4
Μετοχικό Κεφάλαιο 31/12/ΧΧΧ1
1.000.000,00
5
Τακτικό Αποθεματικό ( συσωρευμένο ) 31/12/ΧΧΧ0
280.000,00
6
Αποθεματικά, των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό
500.000,00
7
Λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν
200.000,00
8
Αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται η διανομή τους
100.000,00
9
Κέρδη προηγούμενων χρήσεων
150.000,00
10
Ζημιές προηγούμενων χρήσεων
0,00
Β
Υπολογισμός ελάχιστου τακτικού αποθεματικού, που πρέπει να σχηματιστεί
β1
Υπολογισμός τακτικού αποθεματικού με βάση τα Κέρδη
Καθαρά κέρδη χρήσεως ( Κέρδη μετά φόρων) και μετά την αφαίρεση των μη πραγματοποιημένων κερδών.
190.000,00
Συντελεστής κράτησης τακτικού αποθεματικού
5,00%
Τακτικό αποθεματικό
9.500,00
β2
Έλεγχος δυνατότητας λόγω υπέρβασης του 1/3 του Μετοχικού Κεφαλαίου
Μετοχικό Κεφάλαιο 31/12/ΧΧΧ1
1.000.000,00
Τακτικό Αποθεματικό ( συσσωρευμένο ) 31/12/ΧΧΧ0
280.000,00
1/3 του Μετοχικού Κεφαλαίου
333.333,33
Απαιτούμενο ποσό, προς συμπλήρωση του 1/3
53.333,33
β3
Τακτικό Αποθεματικό που πρέπει να σχηματιστεί
9.500,00
Γ. Υπολογισμός Ανώτατου ποσού διανεμομένων κερδών
α) Αποτελέσματα Χρήσης
200.000,00
β) Κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις
150.000,00
γ) αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους
100.000,00
Μείον:
δ) Πιστωτικά κονδύλια της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη
-10.000,00
ε) Ζημιές προηγούμενων χρήσεων
0,00
στ) Ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
0,00
Τακτικό Αποθεματικό που πρέπει να σχηματιστεί
-9.500,00
Ανώτατο ποσό Διανομής
430.500,00
Δ
Υπολογισμός του ελάχιστου μερίσματος
Δ1
Βάση υπολογισμού του υποχρεωτικού ελάχιστου μερίσματος
Κέρδη μετά φόρων και μετά την αφαίρεση των μη πραγματοποιημένων κέρδων.
190.000,00
Μείον : Τακτικό αποθεματικό
9.500,00
Βάση υπολογισμού
180.500,00
Δ2
Υπολογισμός υποχρεωτικού ελάχιστου μερίσματος
α) Σε περίπτωση που η πλειοψηφία κατέχει ποσοστό μικρότερο από τα 2/3 των μετοχών
Ποσοστό 35% επί της βάσης υπολογισμού
63.175,00
β) Σε περίπτωση που η πλειοψηφία κατέχει ποσοστό μεταξύ των 2/3 και του 80% των μετοχών
Ποσοστό 10% επί της βάσης υπολογισμού
18.050,00
γ) Σε περίπτωση που η πλειοψηφία κατέχει ποσοστό μεταξύ των 80% και του 100% των μετοχών
Μπορεί να μην διανείμει μέρισμα
0,00
στ) Προσωρινό μέρισμα ( άρθρο 162 ):
Γενικά
Αναδιαμορφώνεται για καλύτερη ενσωμάτωση της δεύτερης οδηγίας (άρθρο 17 παράγραφος 7 – ήδη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132).
Το άρθρο 162 ρυθμίζει δυο ζητήματα :
· το προμέρισμα («προσωρινό μέρισμα») και
· τη μεταγενέστερη (μετά δηλ. την έγκριση του ισολογισμού) διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών.
«Προσωρινό Μέρισμα» :Προϋποθέσεις και Κανόνες Διανομής
(1) Δεν υπάρχει μεν ο περιορισμός του ημίσεος των κερδών, όπως κατά το άρθρο 46 του κ.ν. 2190/1920, τίθενται όμως αυστηρότερες προϋποθέσεις για τη διανομή τους, ώστε να αποφεύγεται η καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 159 «Προϋποθέσεις και περιορισμός διανομής ποσών» .
Προϋποθέσεις:
α) καταρτίζονται οικονομικές καταστάσεις ( που περιλαμβάνουν την περίοδο από την αρχή της χρήσης έως οποιοδήποτε χρονικό διάστημα επιλέξουμε ) από τις οποίες προκύπτει ότι υφίστανται τα προς τούτο αναγκαία ποσά,
β) οι παραπάνω οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στις διατυπώσεις δημοσιότητας δύο (2) μήνες πριν από τη διανομή (αντί 20 ημερών που απαιτούνταν ).
(2) Διευκρινίζεται επίσης ότι αρμόδιο για τη διανομή είναι το Δ.Σ.
(3) Πρέπει να σημειωθεί ότι η διανομή προσωρινού μερίσματος διακρίνεται από τη διανομή κερδών από το Δ.Σ. μετά την τακτική Γ.Σ., εφόσον έχει εξουσιοδοτηθεί από την τελευταία προς τούτο και εντός των ποσοτικών ορίων που η τελευταία έχει τάξει (άρθρο 117 παράγραφος 2στ΄) [στ) Η δυνατότητα διανομής προσωρινών μερισμάτων κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 162. ] , αφού στην τελευταία περίπτωση η διανομή γίνεται επί τη βάσει των χρηματοοικονομικών καταστάσεων που έχει ήδη εγκρίνει η Γ.Σ. χωρίς να απαιτείται να καταρτιστεί λογιστική κατάσταση.
(4) Προβλέπεται ακόμη ότι διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση είναι δυνατή και με απόφαση Γ.Σ. ή του Δ.Σ., υποκείμενη σε δημοσιότητα.
(5) Ανώτατο ποσό διανομής
Το ποσό που θα διανεμηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των κερδών που προκύπτει με βάση την παράγραφο 2 του άρθρου 159. [« 2. Το ποσό που διανέμεται στους μετόχους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων της τελευταίας χρήσης που έχει λήξει, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους, και μειωμένο: (α) κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, (β) κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και (γ) κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό» ].
Ανώτατο ποσό διανεμομένου «Προσωρινού Μερίσματος»
Αλγεβρικό Άθροισμα των (α-στ) :
Συν:
α) Αποτελέσματα Περιόδου ( μετά φόρων )
β) Κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις
γ) αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους
Μείον:
δ) Πιστωτικά κονδύλια της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη
ε) Ζημιές προηγούμενων χρήσεων
στ) Ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
(6) Διαδικασίες
· Απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται εντός της χρήσης για κατάρτιση «οικονομικών καταστάσεων», ορίζοντας και την περίοδο αναφοράς.
· Κατάρτιση «οικονομικών καταστάσεων» ( η προηγούμενη διατύπωση στο ν. 2190/1920 ήταν «λογιστική κατάστασις» ).
· Απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία εγκρίνει τις «οικονομικές καταστάσεις » και καθορίζει το ποσό της διανομής.
· Υποβολή των «οικονομικών καταστάσεων» στις διατυπώσεις δημοσιότητας (υποβολή στο Γ.Ε.Μ.Η )
· Η διανομή μπορεί να πραγματοποιηθεί δύο μήνες μετά από την δημοσίευση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων στο Γ.Ε.Μ.Η
(7) Φορολογικές Υποχρεώσεις
α) Φόρος Εισοδήματος
«3. Ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων υπολογίζεται με βάση την ετήσια φορολογική δήλωση του φορολογούμενου» ( ν. 4172/2013, Άρθρο 68. Υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων και καταβολή του φόρου)
Άρα : η ανώνυμη εταιρεία δεν καταβάλει φόρο εισοδήματος
β) Φόρος Προσωρινών Μερισμάτων
«1. Ο όρος «μερίσματα» σημαίνει το εισόδημα που προκύπτει από μετοχές, ιδρυτικούς τίτλους, ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από οφειλές (χρέη), καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μερίδια, οι μερίδες συμπεριλαμβανομένων των προμερισμάτων και μαθηματικών αποθεματικών, οι συμμετοχές σε κέρδη προσωπικών επιχειρήσεων, οι διανομές των κερδών από κάθε είδους νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, καθώς και κάθε άλλο συναφές διανεμόμενο ποσό». ( ν. 4172/2013, Άρθρο 36. Μερίσματα )
Σ.ΛΟ.Τ. αριθ. πρωτ.: 2284 ΕΞ 24.10.2016 Αναγνώριση προμερίσματος στα έσοδα της λαμβάνουσας μητρικής εταιρείας.
« Με βάση τα αναφερόμενα στο ερώτημα, το δικαίωμα έχει οριστικοποιηθεί και πραγματοποιηθεί δεδομένου ότι τα προμερίσματα εισπράχθηκαν και εκπληρώθηκαν οι σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις. Επί πλέον η καταβάλλουσα τα προμερίσματα εταιρεία είναι κατά 100% κατεχόμενη από τη μητρική, οπότε, και υπό την προϋπόθεση ότι έχει τηρηθεί η σχετική νομοθεσία, κατά τεκμήριο δεν τίθενται θέματα αμφισβητήσεων και αναιρέσεων. Βάσει αυτών, το προμέρισμα από λογιστικής απόψεως, θεωρείται έσοδο στην χρήση που εγκρίθηκε και εισπράχθηκε».
13) Καταστατικό – Δυνατότητα Ίδρυσης Α.Ε με «Ιδιωτικό Συμφωνητικό » (Άρθρα 4 και 5 )
Η ανώνυμη εταιρεία συνιστάται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που περιέχει το καταστατικό, ή με ιδιωτικό έγγραφο, αν υιοθετείται πρότυπο καταστατικό, σύμφωνα με την 31637/2017 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης (Β΄ 928) και το άρθρο 9 του ν. 4441/2016 (Α΄ 227).
Το έγγραφο είναι επίσης συμβολαιογραφικό, αν το επιβάλλει ειδική διάταξη νόμου, αν εισφέρονται στην εταιρεία περιουσιακά στοιχεία, για τη μεταβίβαση των οποίων απαιτείται ο τύπος αυτός, ή αν το συμβολαιογραφικό έγγραφο επιλέγεται από τα μέρη.
Αν η ανώνυμη εταιρεία συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο, ως Υπηρεσία Μιας Στάσης ορίζονται οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Γ.Ε.ΜΗ., κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 του ν. 4441/2016. Δηλαδή το καταρχήν απαιτούμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη σύσταση της εταιρείας μπορεί να αντικατασταθεί από ιδιωτικό, αν υιοθετείται πρότυπο καταστατικό χωρίς άλλες διατάξεις (άρθρο 9 του ν. 4441/2016).
Δεν απαιτείται έγκριση του καταστατικού ή της τροποποίησής του από τη Διοίκηση, εκτός όπου το ορίζει ρητά ο νόμος (βλ. άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 4).
Περιεχόμενο του Καταστατικού – Σύγκριση παλιού (ν. 2190/1920) και νέου νόμου (ν. 4548/2018 )
α) για την εταιρική επωνυμία και το σκοπό της εταιρείας,
Ίδια διατύπωση
Ναι
β) για την έδρα της εταιρείας,
Ίδια διατύπωση
Ναι
γ) για τη διάρκειά της, όταν αυτή δεν είναι αόριστη,
Ίδια διατύπωση με την προσθήκη : ”όταν αυτή δεν είναι αόριστη”
Όχι
δ) για το ύψος και τον τρόπο καταβολής του κεφαλαίου,
Ίδια διατύπωση
Ναι
ε) για το είδος των μετοχών, καθώς και για τον αριθμό, την ονομαστική αξία και την έκδοσή τους,
Ίδια διατύπωση
Ναι
στ) για τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας, αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών,
Ίδια διατύπωση
Όχι, εφόσον δεν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών
ζ) για τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία μετατροπής ανωνύμων μετοχών σε ονομαστικές,
Ίδια διατύπωση
Όχι
η) για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου,
Ίδια διατύπωση
Όχι εκτός των ονομάτων των μελών του πρώτου Δ.Σ
θ) για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες των γενικών συνελεύσεων,
Ίδια διατύπωση
Όχι
ι) για τους ελεγκτές,
Ίδια διατύπωση
Όχι
ια) για τα δικαιώματα των μετόχων,
Ίδια διατύπωση
Όχι
ιβ) για τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και τη διάθεση των κερδών.
Ίδια διατύπωση [ γίνεται χρήση του όρου «ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις» , για ορολογική εναρμόνιση με το ν. 4308/2014, Ε.Λ.Π ]
Όχι
ιγ) για τη λύση της εταιρείας και την εκκαθάριση της περιουσίας της,
Ίδια διατύπωση
Όχι
ιδ) το ύψος του καλυφθέντος κεφαλαίου, που είναι καταβλητέο κατά το χρόνο σύστασης.
Δεν προβλεπόταν στον ν. 2190/20
Ναι
Επιπλέον :
α) Τα ατομικά στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων που υπέγραψαν το καταστατικό της εταιρείας ή στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων έχει υπογραφεί το καταστατικό αυτό.
Ίδια διατύπωση
Ναι
β) Το συνολικό ποσό, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, όλων των δαπανών που απαιτήθηκαν για τη σύσταση της εταιρείας και βαρύνουν αυτή.
Ίδια διατύπωση
Ναι
Το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να επίσης αναφέρει:
α) Τα ατομικά στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων που υπέγραψαν το καταστατικό της εταιρείας ή στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων έχει υπογραφεί το καταστατικό αυτό και
β) Το συνολικό ποσό, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, όλων των δαπανών που απαιτήθηκαν για τη σύσταση της εταιρείας και βαρύνουν αυτή.
Προσοχή :
Το καταστατικό δεν απαιτείται να περιέχει διατάξεις, έστω και αν αυτές αναφέρονται στα ανωτέρω θέματα, στο μέτρο που αποτελούν απλώς επανάληψη ισχυουσών διατάξεων του νόμου, εκτός αν εισάγεται επιτρεπτή παρέκκλιση από αυτές.
14) Εταιρική Επωνυμία της Α.Ε (Άρθρο 6) και Στοιχεία εγγράφων της εταιρείας (άρθρο 14)
α) Διατηρείται η ουσία των προγενέστερων ρυθμίσεων για την επωνυμία.
[ Σχηματίζεται
· είτε από το όνομα ενός ή περισσοτέρων ιδρυτών ή μετόχων
· είτε από το αντικείμενο της δραστηριότητας που ασκεί
· είτε από άλλες λεκτικές ενδείξεις ]
Προστίθεται όμως ότι η επωνυμία της Α.Ε. μπορεί να είναι φανταστική ή και να περιέχει ηλεκτρονική διεύθυνση (domain name, διεύθυνση e-mail κλπ.) ή άλλη ένδειξη (π.χ. συχνότητα ραδιοσταθμού, όνομα ξενοδοχείου κλπ.).
Η επωνυμία της εταιρείας μπορεί να αποδίδεται ολόκληρη ή εν μέρει με λατινικούς χαρακτήρες.
Υποχρέωση στο περιεχόμενο της επωνυμίας
· Πρέπει να περιέχονται σε κάθε περίπτωση ολογράφως οι λέξεις «Ανώνυμη Εταιρεία» ή το ακρωνύμιο «Α.Ε.». Για τις διεθνείς συναλλαγές, οι παραπάνω λέξεις εκφράζονται ως «Société Anonyme» ή το ακρωνύμιο «S.A.».
· Αν η ανώνυμη εταιρεία είναι μονοπρόσωπη, στην επωνυμία πρέπει να περιέχεται η ένδειξη «Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία» ή «Μονοπρόσωπη Α.Ε.»
β) Κάθε έγγραφο της εταιρείας, έντυπο ή μη, περιλαμβανομένων των επιστολών, των διαφημίσεων και των εγγράφων παραγγελίας, πρέπει να περιέχει τις εξής, τουλάχιστον, ενδείξεις: (α)Τον αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. της εταιρείας και
(β) Τη νομική μορφή της εταιρείας, την επωνυμία, την έδρα και, ενδεχομένως, το γεγονός ότι βρίσκεται σε εκκαθάριση ή έχει υποβληθεί σε συλλογική διαδικασία. Αν στα έγγραφα της παραγράφου 1 γίνεται μνεία του κεφαλαίου της εταιρείας, πρέπει να αναφέρεται το καλυφθέν και το καταβεβλημένο κεφάλαιο. Οι διαδικτυακοί τόποι της εταιρείας πρέπει να περιλαμβάνουν τις ανωτέρω ενδείξεις .
15) Διάρκεια και Έδρα της Α.Ε (Άρθρα 7 και 8)
Διάρκεια
· Η διάρκεια της ανώνυμης εταιρείας είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Εισάγεται, δηλαδή (επιτρεπτά κατά το ενωσιακό δίκαιο) η «απεριόριστη» διάρκεια της εταιρείας, που απαλλάσσει τους μετόχους από τη μέριμνα παράτασης της ορισμένης διάρκειας κατά τη λήξη της.
· Η διάρκεια ορισμένου χρόνου ορίζεται σε έτη.
· Αν δεν ορίζεται ο χρόνος της διάρκειας στο καταστατικό, η διάρκεια είναι αορίστου χρόνου.
· Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, η διάρκεια της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να αλλάξει από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και αντίστροφα.
Έδρα
· Η εταιρεία έχει την έδρα της στο δήμο που αναφέρεται στο καταστατικό της. Ο δήμος αυτός πρέπει να βρίσκεται στην Ελλάδα.
· Η ελληνική ανώνυμη εταιρεία μπορεί να ιδρύει υποκαταστήματα, πρακτορεία ή άλλες μορφές δευτερεύουσας εγκατάστασης σε άλλους τόπους της Ελλάδας ή της αλλοδαπής.
16) Αποτίμηση των Εισφορών σε Είδος – Ορκωτοί Λογιστές (Άρθρο 17)
Επέρχεται ουσιώδης αλλαγή στο ισχύον καθεστώς, αφού στο πλαίσιο της απομείωσης της κρατικής εποπτείας της ανώνυμης εταιρείας καταργείται η επιτροπή του άρθρου 9 κ.ν. 2190/1920.
Η αποτίμηση των εισφορών σε είδος διενεργείται πλέον από ανεξάρτητους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, από πιστοποιημένους εκτιμητές κατά την έννοια της παραγράφου Γ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας αποτίμησης παραμένουν ως έχουν.
Η έκθεση αποτίμησης δεν υπόκειται σε αποδοχή από τη Διοίκηση, αφού αποστέλλεται κατευθείαν στο Γ.Ε.ΜΗ. με μέριμνα των ενδιαφερομένων.
Η έκθεση αποτίμησης πρέπει να περιέχει την περιγραφή κάθε εισφοράς σε είδος, να αναφέρει τις μεθόδους αποτίμησης που εφαρμόστηκαν και να εκφέρει άποψη για την αξία της κάθε εισφοράς.
Ειδικότερα, για την εκτίμηση των πάγιων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η πραγματική και νομική κατάσταση αυτών και τα τυχόν βάρη, καθώς και:
α) προκειμένου περί ακινήτων, η αξία και οι τίτλοι κτήσης, η εμπορικότητα της περιοχής, οι προοπτικές ανάπτυξης, οι πραγματικές τρέχουσες τιμές, η άδεια οικοδομής και αντίστοιχη τεχνική έκθεση μηχανικού,
β) προκειμένου περί μηχανημάτων, μεταφορικών μέσων και επίπλων, η χρονολογία και η αξία κτήσης, ο βαθμός χρησιμοποίησης, συντήρησης και εμπορευσιμότητάς τους, η ενδεχόμενη τεχνολογική απαξίωσή τους και οι τρέχουσες τιμές για ίδια ή παρεμφερή πάγια στοιχεία. Η καταβολή των εισφορών σε είδος με βάση την έκθεση αποτίμησης δεν επιτρέπεται να λάβει χώρα μετά την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία της έκθεσης αυτής.
ΣΛΟΤ 224/27.03.2018. ΘΕΜΑ : Εισφορά Μετοχικού Κεφαλαίου σε Κρυπτονόμισμα
« Σε περίπτωση που γίνει συνολική εισφορά του μετοχικού κεφαλαίου με κρυπτονόμισμα, άρα σε είδος, απαιτείται η εκτίμηση της εισφοράς από την επιτροπή εμπειρογνωμόνων του άρθρου 9 του ΚΝ 2190/1920.»
Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
· Πρόκειται για εργασία αποτίμησης που δεν εμπίπτει στα επαγγελματικά πρότυπα της IFAC.
· Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 17 η σύνταξη της έκθεσης αποτίμησης της παρ. 3 συνιστά ασυμβίβαστο με τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου [ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής δεν πρέπει να έχει αναλάβει τον υποχρεωτικό έλεγχο της εταιρείας κατά την τελευταία τριετία]
17) Καταβολή και Πιστοποίηση Μετοχικού Κεφαλαίου ( Άρθρο 20)
Στο ζήτημα της καταβολής του κεφαλαίου το άρθρο 20 ακολουθεί κατά βάση το άρθρο 11 του κ.ν. 2190/1920.
Κύριες διαφορές είναι οι ακόλουθες:
α)Αναγνωρίζεται η δυνατότητα καταβολής του κεφαλαίου με (συμβατικό) συμψηφισμό. Κυρίως αναγνωρίζει τη θετική συμβολή του συμψηφισμού (debt-equity swap) στην εξυγίανση της εταιρείας, στο πλαίσιο της οποίας βεβαίως δεν εισρέει στην εταιρεία «φρέσκο χρήμα» (άλλως δεν επαυξάνεται το ενεργητικό της), αλλά αυτή απελευθερώνεται από υποχρεώσεις. Προϋπόθεση είναι έκθεση ελεγκτή που βεβαιώνει ότι το χρέος της εταιρείας υπάρχει, είναι ληξιπρόθεσμο και είναι καταχωρισμένο στα βιβλία της. Εφόσον πρόκειται για μη ληξιπρόθεσμο χρέος, τότε είναι αναγκαία η αποτίμηση του χρέους της εταιρείας κατά το άρθρο 17 «Εισφορές σε είδος και αποτίμηση των εισφορών αυτών» .
β)Κατά παρέκλιση από το δίκαιο του κ.ν. 2190/1920 η πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου γίνεται από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, εκτός από τις «μικρές» και «πολύ μικρές εταιρείες» στις οποίες διατηρείται η αρμοδιότητα του Δ.Σ. Επίσης το Δ.Σ. ή ο ελεγκτής πρέπει να στηρίζονται σε απόσπασμα κίνησης του ειδικού τραπεζικού λογαριασμού, όταν η καταβολή γίνεται μέσω αυτού.
γ)Καταργείται η υφιστάμενη δυνατότητα μεταγενέστερης καταβολής του κεφαλαίου, «εάν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό υπάρχει και ότι κατατέθηκε εκ των υστέρων σε λογαριασμό της εταιρείας» (βλ. άρθρο 11 παρ. 6 του κ.ν. 2190/1920), [« … παράλειψη καταβολής σε λογαριασμό δεν επάγεται ακυρότητα, εάν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό υπάρχει και ότι κατατέθηκε εκ των υστέρων σε λογαριασμό της εταιρείας ή ότι δαπανήθηκε για τους σκοπούς της εταιρείας. ] ώστε να αποτραπούν φαινόμενα καταχρήσεων.
δ)Διατηρείται η δυνατότητα χρήσης των ποσών του κεφαλαίου για δαπάνες για τους σκοπούς της εταιρείας, τίθεται όμως ως προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο μνημονεύεται στο καταστατικό ή την απόφαση της Γ.Σ. για αύξηση κεφαλαίου.
ε) Διευκρινίζεται ότι ο ορκωτός ελεγκτής που καλείται να πιστοποιήσει την καταβολή του κεφαλαίου πρέπει να είναι ανεξάρτητος, να μην διενεργεί δηλ. και τον τακτικό έλεγχο της εταιρείας, ούτε να ανήκει σε ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί αυτή τον έλεγχο αυτόν.
στ) Επίσης συγχρονίζονται οι συνέπειες της μη καταβολής του κεφαλαίου με αυτές που επέρχονται όταν δεν καταβάλλεται το (μερικά καταβλητέο) κεφάλαιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 5.
ζ) Η καταβολή σε μετρητά του αρχικού κεφαλαίου ή των τυχόν αυξήσεων αυτού, καθώς και οι καταθέσεις μετόχων με προορισμό τη μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου, πραγματοποιούνται υποχρεωτικά με κατάθεση σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας, που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή σε χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) [Δηλαδή: όχι απαραίτητα στην Ελλάδα].
Η παράλειψη καταβολής σε λογαριασμό δεν επάγεται ακυρότητα, αν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό δαπανήθηκε για τους σκοπούς της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι αυτό έχει ειδικά προβλεφθεί στο καταστατικό ή στην απόφαση για την αύξηση του κεφαλαίου. (Δεν εφαρμόζεται σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά).
Προθεσμία καταβολής
Η προθεσμία καταβολής της αύξησης του κεφαλαίου ορίζεται από το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκατεσσάρων (14) ημερών ούτε μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) μηνών από την ημέρα που καταχωρίσθηκε η απόφαση αυτή στο Γ.Ε.ΜΗ..
Πιστοποίηση καταβολής δεν απαιτείται, αν η αύξηση κεφαλαίου δεν γίνεται με νέες εισφορές.
Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
· Η εργασία διενεργείτε σύμφωνα με το Διεθνές Πρότυπο Εργασιών Διασφάλισης 3000 “Έργα Διασφάλισης πέραν Ελέγχου ή Επισκόπησης Ιστορικής Οικονομικής Πληροφόρησης” (ISAE 3000).
· Για την εν λόγω έκθεση έχει εκδοθεί σχετικό υπόδειγμα από το ΣΟΕΛ.
«16.12: Υπόδειγμα Έκθεσης πιστοποίησης καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 4548/2018» ( ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ: ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ /ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ /ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ – ΣΟΕΛ Μάρτιος 2019 )
1. Μέσα στα πρώτα δύο (2) έτη από τη σύσταση της εταιρείας απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η απόκτηση οποιουδήποτε στοιχείου του ενεργητικού με τίμημα ανώτερο του ενός δεκάτου (1/10) του κεφαλαίου, που έχει καταβληθεί, εφόσον πωλητές είναι ιδρυτές, μέτοχοι εκπροσωπούντες ποσοστό μεγαλύτερο του ενός εικοστού (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, τα στενά μέλη οικογένειας των παραπάνω προσώπων, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του ν. 4308/2014, καθώς και εταιρείες που ελέγχονται από τα παραπάνω πρόσωπα. Το ίδιο ισχύει και αν ο πωλητής απέκτησε το στοιχείο που μεταβιβάζεται από κάποιο από αυτά τα πρόσωπα μέσα στους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες από την υπογραφή του καταστατικού. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει μια εταιρεία, αν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.
2. [ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ]
Οι αποκτήσεις στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θεωρούνται ότι έγιναν έγκυρα,
· αν προηγηθεί έγκριση της γενικής συνέλευσης και
· αποτίμηση των στοιχείων που μεταβιβάζονται στην εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18. Η έκθεση αποτίμησης υποβάλλεται σε δημοσιότητα με μέριμνα των ενδιαφερομένων.
3. [ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ]
Η απαγόρευση της παραγράφου 1 δεν ισχύει όταν πρόκειται για αποκτήσεις που γίνονται
· στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας,
· για αποκτήσεις που πραγματοποιούνται με απόφαση διοικητικής ή δικαστικής αρχής ή στο πλαίσιο διαδικασιών που εποπτεύονται από τις αρχές αυτές, καθώς και
· για αποκτήσεις που πραγματοποιούνται σε ρυθμιζόμενη αγορά.
4. [ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΠΙΚΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ]
Την ακυρότητα της παραγράφου 1 μπορεί να επικαλεσθεί όποιος έχει έννομο συμφέρον. Επίκληση της ακυρότητας δεν είναι επιτρεπτή μετά παρέλευση διετίας από το τέλος του ημερολογιακού έτους, κατά το οποίο αποκτήθηκαν τα στοιχεία του ενεργητικού που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 ».
· με τη διαφορά όμως ότι δεν εφαρμόζεται πλέον στις αυξήσεις κεφαλαίου,
όπως συμβαίνει και με το άρθρο 52 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (θα εμπίπτει όμως στο άρθρο 99 «Διαφάνεια και εποπτεία των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη (Άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)», αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του).
Επίσης ο κύκλος των προσώπων πλην των ιδρυτών, στα οποία εφαρμόζεται η διάταξη, αφενός μεν περιλαμβάνει πλέον και τα «στενά μέλη οικογένειας» του ιδρυτή της εταιρείας ή του μέλους του διοικητικού συμβουλίου, αφετέρου όμως εξαιρεί άλλα πρόσωπα, που κρίνεται υπερβολικό να περιληφθούν (όπως ενδεικτικά νομικό πρόσωπο στο οποίο μετέχει με μικρό ποσοστό συμμετοχής και χωρίς να ασκεί έλεγχο ένας ιδρυτής ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου). Πάντως συναλλαγές της εταιρείας και με άλλα πρόσωπα, πέραν εκείνων που αναγράφονται στην παράγραφο 1, μπορεί και αυτές να ελέγχονται, στο μέτρο που διαπιστώνεται ότι συνιστούν καλυμμένη επιστροφή εισφοράς (απαγορευόμενη κατά το άρθρο 22 παράγραφος 2 [απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση επιστροφή των εισφορών στους μετόχους, η καταβολή τόκων και η εκ μέρους της εταιρείας υπόσχεση εγγυημένης απόδοσης των μετοχών]).
Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
· Πρόκειται για εργασία αποτίμησης που δεν εμπίπτει στα επαγγελματικά πρότυπα της IFAC.
Στο άρθρο 23 απαριθμούνται οι δύο βασικές μέθοδοι αύξησης του κεφαλαίου:
α)(τακτική αύξηση) εκείνη με απόφαση της Γ.Σ., που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, και
β)(έκτακτη αύξηση) εκείνη που αποφασίζεται από το Δ.Σ. ή από τη Γ.Σ., αλλά με απλή απαρτία και πλειοψηφία.
Σε κάθε περίπτωση αύξησης η απόφαση του αρμόδιου οργάνου υποβάλλεται σε δημοσιότητα. Το άρθρο 24 επαναλαμβάνει και αναμορφώνει τις ρυθμίσεις του άρθρου 13 του κ.ν. 2190/1920 για την έκτακτη αύξηση κεφαλαίου.
Διευρύνει τη δυνατότητα αυτή, αυξάνοντας το ύψος του κεφαλαίου στο τριπλάσιο αντί του διπλασίου, όταν η αύξηση γίνεται με απόφαση του Δ.Σ., ή στο οκταπλάσιο αντί του πενταπλασίου, όταν η αύξηση γίνεται με απόφαση της Γ.Σ.
Καταργείται η απαγόρευση έκτακτης αύξησης στην περίπτωση που υπάρχουν σημαντικά ποσά αποθεματικών, διότι μία τέτοια απαγόρευση αφενός μεν δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του μετοχικού κεφαλαίου, αφετέρου δε η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 δεν προβλέπει τέτοιο περιορισμό.
Επαναλαμβάνεται η δυνατότητα ανανέωσης της εξουσίας του Δ.Σ. για μια πενταετία εκάστοτε, οπότε και θα είναι δυνατή η αύξηση με βάση το υφιστάμενο κατά την ανανέωση κεφάλαιο.
Με την παράγραφο 4 καταργείται η ανορθόδοξη διατύπωση ότι η έκτακτη αύξηση κεφαλαίου δεν συνιστά τροποποίηση του καταστατικού. Πλέον, η έκτακτη αύξηση κεφαλαίου συνεπάγεται τέτοια τροποποίηση και, συνεπώς, το αποφασίζον όργανο θα πρέπει να τροποποιήσει τα σχετικά άρθρα του καταστατικού και να συντάξει το νέο κείμενο τούτου, η δε τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας έχει συστατικό χαρακτήρα.
Τέλος διευκρινίζεται προς αποφυγή αμφισβητήσεων ότι οι συνυπάρχουσες δυνατότητες αύξησης από το Δ.Σ. και τη Γ.Σ. μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά. Στο άρθρο 25 ρυθμίζονται το περιεχόμενο της απόφασης για αύξηση κεφαλαίου, η δυνατότητα παροχής στο Δ.Σ. της εξουσίας προσδιορισμού της τιμής διάθεσης των νέων μετοχών ή ενδεχομένως του επιτοκίου και η απόφαση της ιδιαίτερης συνέλευσης των μετόχων που θίγονται από την αύξηση κεφαλαίου. Στο άρθρο 26, επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ρυθμίσεις του άρθρου 13 του κ.ν. 2190/1920 για το δικαίωμα προτίμησης, εναρμονίζεται όμως η ρύθμιση με την οδηγία σε σχέση με το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων και σε περίπτωση έκδοσης ομολογιών μετατρέψιμων σε μετοχές.
Παρέχεται επίσης δυνατότητα να ορίζεται ότι οι μέτοχοι που άσκησαν το δικαίωμα προτίμησης έχουν δικαίωμα προτίμησης «δευτέρου βαθμού» στις αδιάθετες μετοχές.
20) Μείωση Μετοχικού Κεφαλαίου – Δυνατότητα και Επιστροφής σε Είδος (Άρθρα 29-32)
α)Βάση των νέων ρυθμίσεων για τη μείωση κεφαλαίου είναι το άρθρο 4 παρ. 3 επ. του κ.ν. 2190/1920.
Με τη ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 29, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μείωσης του κεφαλαίου με ταυτόχρονη απόφαση για αύξησή του δεν αίρεται το δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων, ακόμη και στην περίπτωση που μετά τη μείωση η συμμετοχή τους στο κεφάλαιο ενδεχομένως μηδενίστηκε. Το ζήτημα είχε δημιουργήσει αμφισβητήσεις, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές η επακολουθούσα αύξηση μπορεί να προϋποθέτει μηδενισμένο κεφάλαιο.
β) Για την προστασία των δανειστών σε περίπτωση μείωσης κεφαλαίου επαναλαμβάνονται οι ρυθμίσεις της παρ. 4 του άρθρου 4 κ.ν. 2190/1920, διευκρινίζονται όμως ορισμένα ερμηνευτικά ζητήματα που έχουν ανακύψει σε σχέση με τη θέση των δανειστών, ανάλογα με το αν έχουν απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες ή όχι.
Συντέμνεται η προθεσμία των 60 ημερών για τις αντιρρήσεις των πιστωτών σε 40, ώστε να επιταχύνεται η διαδικασία (στην περίπτωση συγχώνευσης είναι η αντίστοιχη προθεσμία είναι 20 ημερών, βλ. άρθρο 70 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920).
γ)Προβλέπεται ρητά η δυνατότητα μείωσης κεφαλαίου σε είδος, υπό την προϋπόθεση
· της τήρησης των διατάξεων για την αποτίμηση των εταιρικών εισφορών και
· των διατάξεων του άρθρου 30 για την προστασία των δανειστών.
Η διαδικασία αποτίμησης δεν είναι απαραίτητη, στο μέτρο που οι μέτοχοι αποφασίζουν ομοφώνως τη μείωση του κεφαλαίου και τον τρόπο υλοποίησής της. Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση επιδιώκεται η αποφυγή του κινδύνου καταστρατήγησης της απαγόρευσης επιστροφής στους μετόχους των εισφορών τους και προστατεύονται τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και των λοιπών μετόχων. Η παράγραφος 2 αφορά τη μείωση κεφαλαίου με σχηματισμό αντίστοιχου αποθεματικού.
Οι νέες διατάξεις είναι εναρμονισμένες με το άρθρο 37 της «δεύτερης» εταιρικής οδηγίας (ήδη άρθρο 76 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132), προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την προηγούμενη διατύπωση της ως άνω διάταξης (παρ. 4α του άρθρου 4 του κ.ν. 2190/1920).
δ) Προστασία δανειστών σε περίπτωση μείωσης κεφαλαίου (Άρθρο 30. )
« 1. Δεν γίνεται καμία καταβολή στους μετόχους από το αποδεσμευόμενο με τη μείωση ενεργητικό της εταιρείας, αν οι δανειστές της εταιρείας, των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν πριν από τη δημοσιότητα της απόφασης για τη μείωση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του προηγούμενου άρθρου και είναι ληξιπρόθεσμες, υποβάλουν στην εταιρεία αντιρρήσεις κατά της πραγματοποίησης των παραπάνω καταβολών μέσα σε προθεσμία σαράντα (40) ημερών από την παραπάνω δημοσιότητα και δεν ικανοποιηθούν πλήρως ή δεν διακανονίσουν με την εταιρεία τις απαιτήσεις τους.
2. Μέσα στην ίδια προθεσμία, οι δανειστές των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, εφόσον θεωρούν ότι με τις παραπάνω καταβολές τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, μπορούν να υποβάλουν στην εταιρεία αντιρρήσεις κατά της πραγματοποίησης των παραπάνω καταβολών.
3. Για το βάσιμο ή μη των αντιρρήσεων των δανειστών μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων κατά την παράγραφο 2, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την επάρκεια των προσφερόμενων από την εταιρεία ασφαλειών, αποφαίνεται το δικαστήριο, το οποίο κρίνει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση της εταιρείας. Αν υποβληθούν αντιρρήσεις από περισσότερους δανειστές μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, εκδίδεται μία απόφαση ως προς όλες. Αν οι δανειστές των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων αποδείξουν, ότι η πραγματοποίηση των καταβολών ενόψει της εταιρικής περιουσίας, που θα απομείνει μετά την πραγματοποίηση της μείωσης, λαμβανομένων υπόψη και των τυχόν ασφαλειών, που ήδη διαθέτουν, θέτει σε κίνδυνο την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, το δικαστήριο επιτρέπει την καταβολή των αποδεσμευόμενων με τη μείωση ποσών μόνο με τον όρο της τήρησης όρων ή της παροχής επαρκών ασφαλειών, το είδος και την έκταση των οποίων καθορίζει το δικαστήριο. Καταβολές στους μετόχους που γίνονται κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων είναι άκυρες.
4. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και όταν η μείωση του κεφαλαίου γίνεται με ολική ή μερική απαλλαγή των μετόχων από την υποχρέωση καταβολής καλυφθέντος και μη καταβληθέντος κεφαλαίου. »
ε) Λήψη απόφασης και Δημοσιότητα
(1 ). Για τη μείωση κεφαλαίου απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης, που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, εκτός αν η μείωση γίνεται, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 21 [ η εμπρόθεσμης καταβολής οποιασδήποτε δόσης του υπολοίπου της αξίας των μετοχών] ή την παράγραφο 6 του άρθρου 49 [ Η ακύρωση « Ιδίων Μετοχών» ] . (2). Το κεφάλαιο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ελάχιστο όριο ( 25.000 ευρώ ) , εκτός αν η απόφαση για τη μείωση προβλέπει την ταυτόχρονη αύξηση του κεφαλαίου τουλάχιστον έως το ελάχιστο όριο ή την ταυτόχρονη μετατροπή της εταιρείας σε εταιρεία άλλης νομικής μορφής. (3 ). Η πρόσκληση για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης και η απόφαση της τελευταίας για τη μείωση του κεφαλαίου πρέπει να ορίζουν κατ’ ελάχιστο
· το σκοπό της μείωσης αυτής και
· τον τρόπο πραγματοποίησής της.
(4 ). Η απόφαση της γενικής συνέλευσης για μείωση κεφαλαίου αποτελεί τροποποίηση του καταστατικού και υποβάλλεται σε δημοσιότητα.
Επιπρόσθετα η απόφαση αυτή πρέπει να αναρτάται και στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας.
[ Σημείωση : Δεν προβλέπεται ρητώς, από την νομοθεσία η υποχρέωση η Α.Ε ( μη εισηγμένη ) να διατηρεί Ιστοσελίδα.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 1 του 4250/2014 « Όπου στην κείμενη νομοθεσία για τις ανώνυμες εταιρίες……………, υπάρχει υποχρέωση δημοσίευσης στο ΦΕΚ/ΤΑΕ-ΕΠΕ και Γ.Ε.ΜΗ. είτε πράξης ή στοιχείου είτε ανακοίνωσης περί της καταχώρισης πράξης ή στοιχείου στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, η υποχρέωση υποβολής σχετικής αίτησης καταργείται από την 1.1.2015, …. Η σχετική υποχρέωση αντικαθίσταται με υποχρέωση δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ.. .. ]
(5) . Αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, κάθε απόφαση της γενικής συνέλευσης, που αφορά τη μείωση του κεφαλαίου, τελεί υπό την έγκριση της κατηγορίας ή των κατηγοριών μετόχων, τα δικαιώματα των οποίων θίγονται από την απόφαση αυτή. Η έγκριση παρέχεται με απόφαση των μετόχων της θιγόμενης κατηγορίας, που λαμβάνεται σε ιδιαίτερη συνέλευση με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.
ε) Διακρίσεις του τρόπου μείωσης του Μετοχικού Κεφαλαίου
(1) Μείωση με επιστροφή κεφαλαίου
Συντελείται με την επιστροφή κεφαλαίου ( σε μετρητά ή σε «είδος» στους μετόχους.
Το κεφάλαιο, δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από τις 25.000 ευρώ.
Αρκετές Ανώνυμες Εταιρείες χρησιμοποιούν την επιστροφή του κεφαλαίου κυρίως για να αντικαταστήσουν τα κέρδη που έχουν δημιουργηθεί για την μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Δυνατότητα Κάλυψης Τεκμηρίων με το ποσό που λήφθηκε
Ναι
Όχι ( συνήθως ) – Ναι ( υπό προϋποθέσεις)
Η επιστροφή μπορεί να γίνει είτε με μείωση της αξίας της κάθε μετοχής ή με την ακύρωση μέρους του αριθμού των μετοχών.
Η ακύρωση μετοχών, πρέπει να αντιμετωπίζει τους μετόχους με ισότητα και συνεπώς καταρχήν θα πρέπει να γίνεται, αναλογική ακύρωση μετοχών. [ Άρθρο 36. Αρχή της ισότητας «1. Με εξαίρεση τις μετοχές που εκδίδονται, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 38 [ προνομιούχες μετοχές] , κάθε μετοχή παρέχει δικαίωμα ψήφου. Όλα τα δικαιώματα των μετόχων που απορρέουν από την μετοχή με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 38, είναι υποχρεωτικά ανάλογα προς το ποσοστό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει η μετοχή. Σε περίπτωση περισσότερων κατηγοριών μετοχών η αρχή της ισότητας αφορά όλες τις μετοχές της ίδιας κατηγορίας. 2. Η εταιρεία διασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των μετόχων που βρίσκονται στην ίδια θέση. ]
Η μείωση μπορεί να γίνει αναλογικά για όλους τους μετόχους ή μόνο ως προς ορισμένο ή ορισμένους μετόχους, εφόσον συμφωνούν σε αυτό.
Οι κυριότεροι λόγοι μιας τέτοιας μείωσης είναι :
α) Δεν επιβάλλεται φορολογία διότι το επιστρεφόμενο κεφάλαιο δεν θεωρείται εισόδημα για τους μετόχους, αλλά απλή επιστροφή κεφαλαίου που σε προγενέστερο χρόνο είχαν καταθέσει.
Η ακύρωση των μετοχών και η επιστροφή του ποσού που αντιστοιχούσε σε αυτές τις μετοχές, δεν υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος (έγγραφο του Yπ. Οικονομικών με αριθμό 1056585/10746/B0012/8.6.2005).
Στους κωδικούς 781-782, συμπληρώνονται τα ποσά που δεν αποτελούν εισόδημα και εμφανίζεται ομοίως πίνακας για την ανάλυσή τους……..
Επιστροφή καταβεβλημένων κεφαλαίων/ δανείων κλπ. μπορεί να συμπληρωθεί μόνο όταν το έτος που καταβλήθηκαν τα ποσά, υπάγονταν σε τεκμήριο. Συγκεκριμένα, μπορεί να δηλωθεί επιστροφή εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου ή χρηματικού ποσού δανείου που επιστρέφεται από τον δανειολήπτη, μόνο εφόσον τα έτη που καταβλήθηκαν αυτά τα ποσά (ως καταβεβλημένο κεφάλαιο για αγορά επιχείρησης, σύσταση ή συμμετοχή σε αύξηση κεφαλαίου, για αγορά χρεογράφων, για χορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε), αποτελούσαν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και είχαν δηλωθεί ορθά και συνεπώς είχαν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν. Σε αντίθετη περίπτωση, κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτησή του μειώνει τα ποσά αυτά και αναγράφεται μόνο η τυχόν διαφορά που προκύπτει. Στην περίπτωση πώλησης μετοχών εντός του εξεταζόμενου φορολογικού έτους, αναγράφεται το ποσό που αντιστοιχεί στην επιστροφή του επενδεδυμένου κεφαλαίου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές αποκτήθηκαν από 1.1.2014 και μετά, ενώ το τυχόν κέρδος, το οποίο αποτελεί εισόδημα, αναγράφεται είτε στον υποπίνακα 4Ε (αν φορολογείται) είτε στον Πίνακα 6 (αν δεν φορολογείται) κατά περίπτωση.
β) «Συμψηφισμός» των «απαιτήσεων/ δοσοληπτικών Λογαριασμών » μετόχων, στελεχών, κ.λπ [ Επισημαίνεται ότι δεν υφίστατο δυνατότητα δανεισμού των ανωτέρω προσώπων από την Α.Ε. ]
(2) Μείωση με συμψηφισμό Ζημιών ( ονομαστική μείωση κεφαλαίου )
Πραγματοποιείται στην περίπτωση ύπαρξης ζημιών που μειώνουν τη καθαρή θέση της εταιρείας, προκειμένου να γίνει συμψηφισμός αυτών.
Οι κυριότεροι λόγοι μιας τέτοιας μείωσης είναι :
α) Η «θεραπεία» της περίπτωσης της παρ. 4 του άρθρου 119
«4. Σε περίπτωση που το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας γίνει κατώτερο από το μισό (1/2) του κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλέσει τη γενική συνέλευση, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη λήξη της χρήσης, με θέμα τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι ελεγκτές της εταιρείας, αν το Διοικητικό Συμβούλιο δεν προβαίνει στη σύγκληση εντός της παραπάνω προθεσμίας».
Παράδειγμα
Παρ. 1 – Ποσά
Παρ. 2 – Ποσά
( Μετοχικό ) Κεφάλαιο
100.000,00
80.000,00
Ζημιές συσσωρευμένες
-60.000,00
-40.000,00
Καθαρή θέση (Ιδία κεφαλαία )
40.000,00
40.000,00
Ποσοστό Ιδίων Κεφαλαίων προς Μετοχικό Κεφάλαιο
40,00%
50,00%
Εμπίπτει ή όχι ;
ΝΑΙ
ΌΧΙ
Μείωση Μετοχικού Κεφαλαίου με συμψηφισμό Ζημιών
60.000,00
( Μετοχικό ) Κεφάλαιο – Νέο
40.000,00
Ζημιές συσσωρευμένες
0,00
Καθαρή θέση (Ιδία κεφαλαία )
40.000,00
Ποσοστό Ιδίων Κεφαλαίων προς Μετοχικό Κεφάλαιο
100,00%
Εμπίπτει ή όχι ;
ΌΧΙ
β) Δυνατότητα Διανομής Μερίσματος, σε περίπτωση ύπαρξης σημαντικών συσσωρευμένων ζημιών και σημαντικού Μετοχικού Κεφαλαίου
Παράδειγμα
Ανώτατο ποσό διανεμομένων κερδών
Ποσά προ Μείωσης Μ.Κ
Ποσά προ Μείωσης Μ.Κ
Ύψος Μετοχικού Κεφαλαίου
1.000.000,00
600.000,00
Ποσό Μείωσης με συμψηφισμό Ζημιών = 400.000
Αλγεβρικό Άθροισμα των (α-στ) :
Συν:
α) Αποτελέσματα Χρήσης ( μετά φόρων )
500.000,00
500.000,00
β) Κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις
0,00
0,00
γ) αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους
0,00
0,00
Μείον:
0,00
δ) Πιστωτικά κονδύλια της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη
0,00
0,00
ε) Ζημιές προηγούμενων χρήσεων
-400.000,00
0,00
στ) Ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
0,00
0,00
Ανώτατο Ποσό διανεμομένων Κερδών
100.000,00
500.000,00
Επισημάνσεις :
α) Μείωση μετοχικού κεφαλαίου με συμψηφισμό φορολογικών ζημιών Ελλείψει ρητής διάταξης που ορίζει κάτι διαφορετικό, σε περίπτωση επιχείρησης με λογιστικές ζημίες στα βιβλία της η οποία επιθυμεί να μειώσει το μετοχικό/εταιρικό της κεφάλαιο με συμψηφισμό των ζημιών αυτών, οι υπόψη ζημίες κατά το μέρος που αναγνωρίζονται φορολογικά εξακολουθούν για φορολογικούς σκοπούς να μεταφέρονται προς συμψηφισμό με τα κέρδη των επόμενων φορολογικών ετών (σχετ. οι υπ’ αριθ. ΣτΕ 3733/2008, ΣτΕ 2614/2008 και ΣτΕ 2523/1991 αποφάσεις του Σ.τ.Ε.).» (ΠΟΛ.1088/2016 Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 – 4 του άρθρου 27 του ν.4172/2013 περί μεταφοράς ζημιών )
β) Προσοχή όταν η μείωση γίνεται με τμήματα του μετοχικού κεφαλαίου που όταν επιστραφούν υπόκειται σε φορολόγηση.
Ο σχηματισμός του μετοχικού κεφαλαίου μπορεί να έγινε με την καταβολή μετρητών, εισφορές σε είδος και με κεφαλαιοποίηση κερδών.
Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να διερευνούμε, τους περιορισμούς και την ενδεχόμενη φορολόγηση, σε περίπτωση επιστροφής τους ( μέσω της διαδικασίας μείωσης του Μ.Κ. ) στους μετόχους.
21) Κατηγορίες μετοχών και άλλοι Τίτλοι Εκδιδόμενοι από την Ανώνυμη Εταιρεία – Ίδιες μετοχές (Άρθρα 33-55)
Τα είδη των τίτλων που μπορούν να εκδοθούν από μια Α.Ε. είναι:
α)Μετοχές,
β) Ομολογίες,
γ) Τίτλοι κτήσης μετοχών (warrants), και
δ) Ιδρυτικοί τίτλοι.
Ο κατάλογος είναι καταρχήν περιοριστικός (numerus clausus).
Επιτρέπεται η έκδοση κάθε είδους τίτλου σε «κατηγορίες» (π.χ. κοινές, προνομιούχες μετοχές κλπ.), σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου και τις αποφάσεις του οργάνου που αποφασίζει για την έκδοση, ενώ επιτρέπεται (μια πρακτική γνωστή στις διεθνείς αγορές), η σύνδεση (stapling) περισσότερων τίτλων που εκδίδει η εταιρεία, ώστε να μπορούν να αποκτώνται ή και να διατίθενται μόνο από κοινού. Έτσι θα μπορούσαν να συνδεθούν π.χ. κοινές με προνομιούχες μετοχές, ομολογίες με τίτλους κτήσης μετοχών, μετοχές με ομολογίες και ούτω καθεξής.
Η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή ανώτερη του αρτίου δεν μπορεί να διατεθεί για πληρωμή μερισμάτων ή ποσοστών, μπορεί όμως: (α) να κεφαλαιοποιηθεί ή (β) να συμφηφισθεί προς απόσβεση ζημιών της εταιρίας, εκτός αν υπάρχουν αποθεματικά ή άλλα κονδύλια, τα οποία κατά τον νόμο μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον συμψηφισμό των ζημιών αυτών.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την κοινωνία, το ενέχυρο και την επικαρπία, οι τίτλοι εκδίδονται και μεταβιβάζονται μόνο με το σύνολο των δικαιωμάτων που περιλαμβάνουν και δεν επιτρέπεται η χωριστή διάθεση ορισμένων δικαιωμάτων.
Σημειώνεται ότι, όταν υπάρχουν μετοχές διαφορετικών κατηγοριών, η αρχή της ισότητας αφορά τις μετοχές της ίδιας κατηγορίας.
Οι «κατηγορίες» μετοχών είναι :
α)Οι κοινές:
Εφόσον δεν ανήκουν σε ειδικά ρυθμιζόμενη στον παρόντα νόμο κατηγορία
β)Οι προνομιούχες:
Στόχος της έκδοσης τέτοιου είδους μετοχών : Η προσέλκυση νέων «επενδυτών μετόχων».
Τα προνόμια μπορεί να συνίσταται σε :
· στη μερική ή ολική απόληψη, πριν από τις κοινές μετοχές, του διανεμόμενου μερίσματος, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του καταστατικού, και
· στην προνομιακή απόδοση του κεφαλαίου που καταβλήθηκε από τους κατόχους των προνομιούχων μετοχών από το προϊόν μείωσης του κεφαλαίου ή της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής τούτων στα υπέρ το άρτιο ποσά, που είχαν τυχόν καταβληθεί.
· Επίσης, το καταστατικό επιτρέπεται να ορίζει ότι σε περίπτωση μη διανομής μερίσματος σε μια ή περισσότερες χρήσεις, το προνόμιο υπέρ των μετοχών αφορά την προνομιακή καταβολή μερισμάτων και για τις χρήσεις κατά τις οποίες δεν έγινε διανομή μερίσματος
γ)Οι εξαγοράσιμες μετοχές ( δυνατότητα ρευστοποίησης της «επένδυσης» ):
Στόχος της έκδοσης τέτοιου είδους μετοχών : Η προσέλκυση νέων «επενδυτών μετόχων».
Οι μετοχές αυτές μπορούν να εκδίδονται και ως προνομιούχες μετοχές με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Η εξαγορά γίνεται με δήλωση της εταιρείας ή του μετόχου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο καταστατικό, και είναι έγκυρη μόνο με καταβολή του αντιτίμου της εξαγοράς κατά τα προβλεπόμενα στο καταστατικό. Διευκρινίζεται ότι είναι δυνατή η εξαγορά εξαγοράσιμων μετοχών και με το προϊόν μείωσης κεφαλαίου. Εισάγεται επίσης η δυνατότητα έκδοσης εξαγοράσιμων μετοχών που εξαγοράζονται με δήλωση του μετόχου. Κατά τούτο, στις εξαγοράσιμες μετοχές μπορεί να προβλέπεται δικαίωμα προαίρεσης αγοράς από την εταιρεία (callable shares) ή δικαίωμα προαίρεσης πώλησης του μετόχου (puttable shares) ή και τα δύο. Στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης πώλησης από τους μετόχους η εξαγορά είναι υποχρεωτική για την εταιρεία μόνον εφόσον υπάρχουν ποσά από την εταιρική περιουσία που μπορούν να διανεμηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 160, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αυξήσει ή να μειώσει το κεφάλαιό της, προκειμένου να ικανοποιήσει τους μετόχους των εξαγοράσιμων μετοχών. Οι εξαγοραζόμενες μετοχές υπόκεινται στο καθεστώς των ιδίων μετοχών.
Στόχος της έκδοσης τέτοιου είδους μετοχών : Η προστασία των μετόχων από την εμφάνιση ενός «ανεπιθύμητου» μετόχου.
Το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την έκδοση δεσμευμένων μετοχών, των οποίων η μεταβίβαση εξαρτάται από την έγκριση της εταιρείας. Την έγκριση παρέχει το διοικητικό συμβούλιο ή η γενική συνέλευση κατά τις προβλέψεις του καταστατικού. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει τους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η άρνηση της έγκρισης.
Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως: α) το ανεπίτρεπτο της μεταβίβασης, αν οι μετοχές δεν προσφερθούν προηγουμένως στους λοιπούς μετόχους ή σε ορισμένους από αυτούς, β) την υπόδειξη, εκ μέρους της εταιρείας, μετόχου ή τρίτου που θα αποκτήσει τις μετοχές, αν ο μέτοχος επιθυμεί τη μεταβίβασή τους, γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού. Το καταστατικό πρέπει να ορίζει τη διαδικασία, τους όρους και την προθεσμία, μέσα στην οποία η εταιρεία εγκρίνει τη μεταβίβαση ή προβαίνει στην υπόδειξη αγοραστή. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή, η μεταβίβαση των μετοχών είναι ελεύθερη. Οι περιορισμοί της παρούσας παραγράφου δεν επιτρέπεται να καθιστούν τη μεταβίβαση αδύνατη. Μεταβιβάσεις κατά παράβαση των διατάξεων του καταστατικού είναι άκυρες.
ε)Οι αποσβεσμένες μετοχές (άρθρο 32):
· Η γενική συνέλευση μπορεί με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία να αποφασίσει την ολική ή μερική απόσβεση του κεφαλαίου.
· Η απόσβεση γίνεται με καταβολή στους μετόχους του συνόλου ή μέρους της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους.
· Η απόσβεση δεν συνιστά μείωση του κεφαλαίου. Οι μέτοχοι, των οποίων οι μετοχές έχουν αποσβεστεί, διατηρούν τα δικαιώματά τους από τη μετοχική σχέση, με εξαίρεση το δικαίωμα επιστροφής της εισφοράς τους και το δικαίωμα συμμετοχής στη διανομή του ελάχιστου μερίσματος.
· Η απόσβεση επιτρέπεται μόνο με τη χρησιμοποίηση σχηματισμένων ειδικών αποθεματικών ή κάνοντας χρήση των ποσών που επιτρέπεται να διανεμηθούν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 159 και 160.
Ίδιες μετοχές – πρωτότυπη κτήση ( Άρθρο 48.)
· Η εταιρεία δεν επιτρέπεται να προβεί σε κάλυψη δικών της μετοχών.
· Σε περίπτωση που τις μετοχές της εταιρείας ανέλαβε πρόσωπο που ενεργεί στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, θεωρείται ότι το πρόσωπο αυτό τις ανέλαβε για δικό του λογαριασμό.
· Κατά τη σύσταση της εταιρείας οι ιδρυτές και, σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, υποχρεούνται να καταβάλουν την αξία των μετοχών που έχουν αναληφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Οι πιο πάνω ιδρυτές ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου απαλλάσσονται από αυτή την υποχρέωση αν αποδείξουν ότι δεν τους βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα.
Ίδιες μετοχές – παράγωγη κτήση ( Άρθρο 49)
[ Διατηρούνται οι ρυθμίσεις των παρ. 1 έως 7 του άρθρου 16 του κ.ν. 2190/1920. Όμως αντί των διοικητικών ποινών (προστίμων), που προέβλεπαν οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 16 υπάρχει πλέον ποινική διάταξη (άρθρο 171 ).]
1. [ Εγκρίσεις ]
Με την επιφύλαξη
της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μετόχων που βρίσκονται στην ίδια θέση και
των διατάξεων για την κατάχρηση της αγοράς, η εταιρεία μπορεί,
η ίδια ή με πρόσωπο το οποίο ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, να αποκτήσει μετοχές της που έχουν ήδη εκδοθεί,
μόνο όμως ύστερα από έγκριση της γενικής συνέλευσης, η οποία ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις των προβλεπόμενων αποκτήσεων και, ιδίως,
τον ανώτατο αριθμό μετοχών που είναι δυνατόν να αποκτηθούν,
τη διάρκεια για την οποία χορηγείται η έγκριση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες και,
σε περίπτωση απόκτησης από επαχθή αιτία, τα κατώτατα και ανώτατα όρια της αξίας απόκτησης.
Η απόφαση της γενικής συνέλευσης υποβάλλεται σε δημοσιότητα. 2. Οι ανωτέρω αποκτήσεις γίνονται με ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου, με τις εξής προϋποθέσεις: α) Η ονομαστική αξία των μετοχών που αποκτήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών τις οποίες είχε αποκτήσει προηγουμένως η εταιρεία και διατηρεί, και των μετοχών τις οποίες απέκτησε πρόσωπο, το οποίο ενεργούσε στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου κεφαλαίου. β) Η απόκτηση μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών τις οποίες είχε αποκτήσει προηγουμένως η εταιρεία και διατηρεί, και των μετοχών τις οποίες απέκτησε πρόσωπο, το οποίο ενεργούσε στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παράγραφο 1 του άρθρου 159 [ κατώτερο από το ποσό του κεφαλαίου, προσαυξημένου με: (α) τα αποθεματικά, των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό, (β) τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν, και (γ) τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.]. γ) Η συναλλαγή μπορεί να αφορά μόνο μετοχές που έχουν εξοφληθεί πλήρως. 3. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζεται προκειμένου για μετοχές που αποκτώνται είτε από την ίδια την εταιρεία είτε από πρόσωπο το οποίο ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, με σκοπό να διανεμηθούν στο προσωπικό της εταιρείας ή στο προσωπικό εταιρείας συνδεδεμένης με αυτή κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄251). Η διανομή των μετοχών του προηγούμενου εδαφίου πραγματοποιείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 113 και 114, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δώδεκα (12) μηνών από το χρόνο απόκτησης των μετοχών αυτών, μετά την πάροδο της οποίας έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. 4. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται: α) στις μετοχές που αποκτήθηκαν σε εκτέλεση απόφασης για μείωση του κεφαλαίου ή ως συνέπεια εξαγοράς μετοχών, β) στις μετοχές που αποκτήθηκαν ύστερα από καθολική μεταβίβαση περιουσίας, γ) στις μετοχές που εξοφλήθηκαν πλήρως και έχουν αποκτηθεί από χαριστική αιτία ή έχουν αποκτηθεί από πιστωτικά ιδρύματα και άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ως προμήθεια για αγορά, δ) στις μετοχές που αποκτήθηκαν με βάση υποχρέωση που προκύπτει από το νόμο ή δικαστική απόφαση με σκοπό την προστασία των μειοψηφούντων μετόχων, κυρίως σε περίπτωση συγχώνευσης με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920 (Α΄37/1963), αλλαγής του σκοπού ή της μορφής της εταιρείας, μεταφοράς της έδρας στο εξωτερικό ή επιβολής περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, καθώς και στις μετοχές που αποκτήθηκαν με σκοπό την ικανοποίηση υποχρεώσεων της εταιρείας από ανταλλάξιμο ομολογιακό δάνειο, και ε) στις μετοχές που εξοφλήθηκαν πλήρως και αποκτήθηκαν με πλειστηριασμό μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης που πραγματοποιήθηκε για την ικανοποίηση αξίωσης της εταιρείας έναντι του κυρίου των μετοχών αυτών. Οι αποκτήσεις κατά τις περιπτώσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων των αποκτήσεων που έγιναν, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, δεν επιτρέπεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παράγραφο 1 του άρθρου 159. 5. Οι μετοχές, που αποκτήθηκαν στις περιπτώσεις β΄ έως ε΄, της παραγράφου 4 , πρέπει να μεταβιβασθούν μέσα σε προθεσμία τριών (3) ετών το αργότερο από το χρόνο της απόκτησής τους, εκτός αν η ονομαστική αξία των μετοχών αυτών, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών που η εταιρεία μπορεί να έχει αποκτήσει από πρόσωπο το οποίο ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, δεν υπερβαίνει το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου κεφαλαίου. 6. Οι μετοχές που δεν μεταβιβάζονται στην προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 5 ακυρώνονται. Η ακύρωση αυτή γίνεται με μείωση του κεφαλαίου κατά το αντίστοιχο ποσό, με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Η μεταβίβαση των μετοχών, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να γίνει και μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 5, το αργότερο μέχρι την ακύρωσή τους. 7. Οι μετοχές που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 πρέπει να μεταβιβασθούν μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από το χρόνο απόκτησής τους. Αν δεν μεταβιβασθούν στην προθεσμία αυτή, ακυρώνονται, με αντίστοιχη μείωση του κεφαλαίου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6.
Επισήμανση :
Ν. 4308/2014, Άρθρο 26. Στοιχεία της καθαρής θέσης
1. Τα στοιχεία της καθαρής θέσης περιλαμβάνουν: α) Το καταβληθέν από τους ιδιοκτήτες κεφάλαιο της οντότητας, συμπεριλαμβανομένου: α.1) του υπέρ το άρτιο ποσού αυτού και α.2) οποιασδήποτε εισφοράς των ιδιοκτητών εφόσον υπάρχει ανέκκλητη δέσμευση κεφαλαιοποίησής της και υποχρέωση της οντότητας για έκδοση μετοχών ή άλλων συμμετοχικών τίτλων προς τους συνεισφέροντες εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της εισφοράς. β) Τα αποθεματικά που σχηματίζονται βάσει διατάξεων της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας ή του καταστατικού. γ) Τα αποτελέσματα εις νέον. δ) Τις διαφορές από την επιμέτρηση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην εύλογη αξία τους, που αναγνωρίζονται κατευθείαν ως στοιχεία της καθαρής θέσης βάσει των προβλέψεων του παρόντος νόμου. ε) Τους ιδίους τίτλους καθαρής θέσης της οντότητας, όταν συντρέχει περίπτωση που παρουσιάζονται ως ξεχωριστό στοιχείο αφαιρετικά της καθαρής θέσης. στ) Κέρδη και ζημίες από τη διάθεση ή ακύρωση ιδίων τίτλων καθαρής θέσης, όταν συντρέχει περίπτωση, που αναγνωρίζονται κατευθείαν στην καθαρή θέση ως ξεχωριστό στοιχείο, προσθετικά ή αφαιρετικά αναλόγως.
Στόχος της έκδοσης «Τίτλων Κτήσης ( Warrants )»: Η χρηματοδότηση της Εταιρείας.
· Εισάγεται στο ελληνικό δίκαιο ο γνωστός διεθνώς θεσμός των warrants με αντικείμενο μετοχές, που μπορεί να επιτρέψει την άντληση χρημάτων από επιχειρήσεις, ιδίως αναπτυσσόμενες.
· Η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση τίτλων που παρέχουν στους δικαιούχους το διαπλαστικό δικαίωμα απόκτησης μετοχών που εκδίδονται από την εταιρεία (τίτλοι κτήσης μετοχών).
· Οι τίτλοι κτήσης μετοχών μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ.
· Οι νέοι τίτλοι παρέχουν το δικαίωμα στον κάτοχό τους να αποκτήσει μετοχές που εκδίδονται από την εταιρεία έναντι καταβολής ορισμένου ποσού κατά την άσκηση του δικαιώματος.
· Δεν αποκλείεται, η έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών χωρίς (ή με συμβολικό) χρηματικό αντάλλαγμα, προκειμένου π.χ. να δοθεί κίνητρο σε ένα πρόσωπο να προβεί σε ορισμένη σημαντική συναλλαγή με την εταιρεία.
· Η άσκηση του δικαιώματος κτήσης μετοχών γίνεται με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς την εταιρεία, έναντι καταβολής σε αυτήν ποσού, το ύψος ή ο τρόπος προσδιορισμού του οποίου έχει ορισθεί από το όργανο που αποφάσισε την έκδοση των τίτλων ή εξουσιοδοτήθηκε σχετικώς.
· Η εταιρεία μπορεί, να αποκτήσει τίτλους της που έχουν ήδη εκδοθεί, μόνο όμως ύστερα από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία αιτιολογεί την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος από τις προβλεπόμενες αποκτήσεις.
· Οι αποκτήσεις της παραγράφου 2 από επαχθή αιτία γίνονται με τις ακόλουθες πρόσθετες προϋποθέσεις:
α) Ότι έχει υποβληθεί στο διοικητικό συμβούλιο έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας σχετικά με το εύλογο του ανώτατου ορίου της αξίας απόκτησης των τίτλων από την εταιρεία, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους όρους των δικαιωμάτων των τίτλων, καθώς και την απαγόρευση άσκησής τους από την εταιρεία.
[ Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
• Πρόκειται για εργασία αποτίμησης που δεν εμπίπτει στα επαγγελματικά πρότυπα της IFAC.]
β) Η απόκτηση των τίτλων δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παράγραφο 1 του άρθρου 159.
· Για όσο χρονικό διάστημα παραμένουν σε ισχύ οι τίτλοι κτήσης μετοχών, σχηματίζεται αποθεματικό, μη δυνάμενο να διανεμηθεί, ίσο με το τυχόν ποσό του τιμήματος που καταβλήθηκε στην εταιρεία κατά την απόκτηση των τίτλων. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση των δικαιωμάτων κτήσης μετοχών, το καταβληθέν τίμημα προσαυξάνει τον λογαριασμό από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο.
· Σε περίπτωση απόκτησης ιδίων τίτλων, το τυχόν προκύπτον κέρδος ή ζημία της εταιρείας κατά τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες με βάση την αποτίμηση των τίτλων, καταχωρίζεται στο αποθεματικό από την αποτίμηση χρεογράφων ( αιτιολογική άρθρου 58) .
23) «Ομολογιακά Δάνεια» (Άρθρα 59- 74)
Πρόκειται για ενσωμάτωση του ν. 3156/2003 στο νόμο για τις ανώνυμες εταιρείες, καθώς και η αναθεώρηση ορισμένων διατάξεων, ώστε οι ρυθμίσεις αφενός μεν να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, αφετέρου δε να προσεγγίσουν τα κρατούντα στις διεθνείς αγορές.
Ομολογιακά είναι τα δάνεια που εκδίδονται μόνο από ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα.
· Το ομολογιακό δάνειο μπορεί να περιλαμβάνει ενδεικτικά επιτρέπονται και τους εξής όρους:
α) ότι αντί καταβολής τόκου θα αποδίδονται στους ομολογιούχους άλλες ομολογίες που εκδίδονται από την εκδότρια για το σκοπό αυτόν,
β) ότι το ομολογιακό δάνειο δεν έχει ρητή λήξη, οπότε η εκδότρια εξοφλεί το ομολογιακό δάνειο κατά το χρόνο της επιλογής της,
γ) ότι η υποχρέωση καταβολής τόκου ή επιστροφής του κεφαλαίου τελεί υπό αίρεση, ή ότι σε σχέση με τις μετατρέψιμες ομολογίες, ότι είναι δυνατή η κεφαλαιοποίηση και των δεδουλευμένων τόκων,
δ) ότι οι ομολογιούχοι δανειστές θα ικανοποιούνται ύστερα από τους υπόλοιπους πιστωτές της εκδότριας ή ύστερα από ορισμένη κατηγορία πιστωτών,
ε) ότι το ομολογιακό δάνειο είναι εξασφαλισμένο με εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες,
· Το επιτόκιο του ομολογιακού δανείου συμφωνείται ελεύθερα, χωρίς να εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις για το ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο.
· Οι μετατρέψιμες ομολογίες είναι ειδική κατηγορία ομολογιών που παρέχουν τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μετοχές. Έτσι ο ομολογιούχος μετατρέπεται από δανειστής σε μέτοχο, γεγονός που αποτελεί για την ΑΕ μορφή κεφαλαιοποίησης χρεών.
· Το όφελος για την Α.Ε από τη σύναψη ομολογιακού δανείου έγκειται στο γεγονός ότι δεν επιβαρύνεται με το κόστος διαμεσολάβησης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και συνεπώς καταβάλλει μικρότερο τόκο.
« Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την παρ. 1 του αρ. 59 του ν. 4548/2018 «Ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρεία (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν απαίτηση ενός ή πολλών ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου. Η ανάληψη του ομολογιακού δανείου από ένα πρόσωπο ή η συγκέντρωση όλων των ομολογιών σε έναν ομολογιούχο, καθώς και η ενσωμάτωση του δανείου σε μία ομολογία δεν αίρουν το χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού.»» ( ΠΟΛ.1131/2018 Κοινοποίηση της υπ’ αριθμ. 43/2018 Γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί θεμάτων ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3156/2003)
24) «Ιδρυτικοί Τίτλοι» (Άρθρα 75- 76)
Γενικά
Στα άρθρα 75-76 προβλέπεται είτε κατά την σύσταση της εταιρείας(άρθρο 75) η έκδοση κοινών ιδρυτικών τίτλων είτε η έκδοση εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων(άρθρο 76).
· Κατά τη σύσταση της εταιρείας μπορεί να προβλεφθεί στο καταστατικό, ότι όλοι ή μερικοί από τους ιδρυτές ή τρίτοι θα λάβουν ως ανταμοιβή για συγκεκριμένες ενέργειές τους κατά τη σύσταση της εταιρείας, αριθμό ιδρυτικών τίτλων που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα δέκατο (1/10) του αριθμού των μετοχών που εκδίδονται.
· Οι τίτλοι αυτοί δεν έχουν ονομαστική αξία και δεν παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας, ούτε στο προϊόν της εκκαθάρισης της περιουσίας της.
· Οι τίτλοι αυτοί παρέχουν αποκλειστικά δικαίωμα απόληψης ποσού που δεν υπερβαίνει συνολικά το ένα τέταρτο (1/4) των καθαρών κερδών που απομένουν μετά τις αφαιρέσεις της κράτησης για το σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και του απαιτούμενου ποσού για τη διανομή του ελάχιστου μερίσματος στους μετόχους.
· Η εταιρεία δικαιούται δέκα (10) έτη μετά την έκδοση τέτοιων τίτλων ή σε συντομότερο χρόνο προβλεπόμενο από το καταστατικό, να τους εξαγοράσει και να τους ακυρώσει έναντι αντιτίμου, ο τρόπος προσδιορισμού του οποίου ορίζεται στο καταστατικό. Το αντίτιμο αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει για το σύνολο των τίτλων το δεκαπλάσιο του μέσου ετήσιου μερίσματος που πληρώθηκε συνολικά στους ιδρυτικούς τίτλους κατά την τελευταία πενταετία.
· Είναι δυνατή κατά τη σύσταση ή κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας η έκδοση εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων ως αντάλλαγμα για την παροχή ορισμένων αντικειμένων σε είδος εκ μέρους μετόχων ή τρίτων.
· Για την έκδοση εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων, σύμφωνα με το άρθρο αυτό κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και με βάση έκθεση αποτίμησης των παρεχόμενων αντικειμένων, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 17 και 18.
[ Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το επισυναπτόμενο έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
• Πρόκειται για εργασία αποτίμησης που δεν εμπίπτει στα επαγγελματικά πρότυπα της IFAC ].
Κοινοί ιδρυτικοί τίτλοι
Η ρύθμιση για τους κοινούς ιδρυτικούς τίτλους ακολουθεί κατά βάση την παλαιά (άρθρο 15 του κ.ν. 2190/1920), με τις εξής διαφορές [ άρθρο 75 ]:
α) Για λόγους προστασίας του κεφαλαίου διευκρινίζεται ότι οποιαδήποτε καταβολή προς τους κατόχους ιδρυτικών τίτλων γίνεται υπό τους όρους του άρθρου 151.
β) Προβλέπεται ρητά στην παράγραφο 4 το δικαίωμα της εταιρείας να εξαγοράσει τους ιδρυτικούς τίτλους και πριν από την πάροδο της δεκαετίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο συντομότερος χρόνος προβλέπεται στο καταστατικό, κάτι το οποίο γίνεται ήδη δεκτό στη θεωρία.
γ) Τροποποιείται με την παράγραφο 4 το ανώτατο αντίτιμο έναντι του οποίου η εταιρεία δύναται να εξαγοράσει τους ιδρυτικούς τίτλους (δεκαπλάσιο, έναντι 15% του μέσου ετήσιου μερίσματος κατά την τελευταία πενταετία (έναντι τριετίας), σύμφωνα με το άρθρο 15 του κ.ν. 2190/1920).
δ) Με την παράγραφο 6 διευκρινίζεται ότι για την μεταβίβαση των ιδρυτικών τίτλων εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη μεταβίβαση των μετοχών.
Εξαιρετικοί ιδρυτικοί τίτλοι
Είναι δυνατή κατά τη σύσταση ή κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας η έκδοση εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων ως αντάλλαγμα για την παροχή ορισμένων αντικειμένων σε είδος εκ μέρους μετόχων ή τρίτων.
Για την έκδοση εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων, σύμφωνα με το άρθρο αυτό κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και με βάση έκθεση αποτίμησης των παρεχόμενων αντικειμένων, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 17 και 18.
Στο άρθρο αυτό η ρύθμιση ακολουθεί επίσης κατά βάση την παλαιά (άρθρο 15 του κ.ν. 2190/1920), με τη διαφορά ότι ως προς τους όρους έκδοσης ιδρυτικών τίτλων έναντι παροχών σε είδος καταργείται ο κανόνας ότι η διάρκειά τους δεν μπορεί να υπερβαίνει την προβλεπόμενη χρήση του παραχωρούμενου αντικειμένου, κανόνας που δύσκολα μπορούσε να εφαρμοστεί σε εισφορές σε είδος αντικειμένων που δεν έχουν συγκεκριμένη διάρκεια ζωής, όπως π.χ. ακίνητα, μετοχές κλπ.
· Τα άρθρα 77 επ. αφορούν το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας.
· Το νομοσχέδιο εμμένει στον παραδοσιακό τρόπο διακυβέρνησης της Α.Ε. μέσω Δ.Σ.. Δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να εισαχθεί δυνατότητα υιοθέτησης εναλλακτικού συστήματος διοίκησης, ιδίως κατά τη γερμανική διάκριση «εποπτικού» και «διοικητικού» οργάνου, διότι αυτό θα ήταν αντίθετο με τις ελληνικές συνήθειες και μάλλον θα περιέπιπτε εξαρχής σε αχρησία, ακριβώς όπως έχει συμβεί και αλλού (π.χ. στη Γαλλία), όπου ο νόμος, με τίμημα τη μεγάλη διόγκωση των ρυθμίσεων, προέβλεψε κατ’ επιλογή το λεγόμενο «διώροφο» σύστημα. Ωστόσο, το νομοσχέδιο προβλέπει κάποιο υποκατάστατο, που είναι η δυνατότητα ορισμού «εκτελεστικής επιτροπής» (άρθρο 87 παράγραφος 4), που μπορεί να έχει ως αποστολή τη λήψη αποφάσεων για την καθημερινή διοίκηση της εταιρείας, ενώ το λοιπό Δ.Σ. μπορεί να περιορισθεί σε καθήκοντα εποπτείας.
· Άλλος σημαντικός νεωτερισμός είναι η πρόβλεψη μονομελούς Δ.Σ., με διορισμό ενός μόνο προσώπου για τη διοίκηση της εταιρείας.
Σε γενικές γραμμές οι ρυθμίσεις για το διοικητικό συμβούλιο ακολουθούν εκείνες του ΚΝ 2190/1920, με τις εξής τροποποιήσεις :
α)Εισάγεται ανώτατος αριθμός των μελών που μπορεί να απαρτίζουν το Δ.Σ. (15 μέλη) πέραν του κατώτατου αριθμού, που προβλέπεται ήδη (3 μέλη) [άρθρο 77].
β) Αποσαφηνίζεται το καθεστώς συνυπευθυνότητας του φυσικού προσώπου που ορίζει το νομικό πρόσωπο για την άσκηση των εξουσιών του ως μέλους του Δ.Σ., εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, με εκείνη του νομικού προσώπου που αποτελεί μέλος του Δ.Σ.
[άρθρο 77 . 4. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι μέλος του διοικητικού συμβουλίου είναι και νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να ορίσει ένα φυσικό πρόσωπο για την άσκηση των εξουσιών του νομικού προσώπου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου. Ο ορισμός αυτός υποβάλλεται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 13.Το φυσικό πρόσωπο είναι εις ολόκληρο συνυπεύθυνο με το νομικό πρόσωπο για την εταιρική διαχείριση. Παράλειψη του νομικού προσώπου να προβεί στον ορισμό φυσικού προσώπου για την άσκηση των αντιστοίχων εξουσιών εντός δέκαπέντε (15) ημερών από το διορισμό του νομικού προσώπου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου λογίζεται ως παραίτηση του νομικού προσώπου από τη θέση του μέλους.].
γ) Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι ορισμένος μέτοχος ή μέτοχοι έχουν το δικαίωμα να διορίζουν απευθείας μέλη του διοικητικού συμβουλίου, όχι όμως πέραν των δύο πέμπτων (2/5) [από 1/3, που ήταν ] του προβλεπόμενου συνολικού αριθμού αυτών. [άρθρο 78].
δ) Ρυθμίζεται το ελλιπές διοικητικό συμβούλιο, εκείνο δηλ. που λόγω θανάτου, παραίτησης κλπ. μέλους του ή μελών του βρίσκεται με λιγότερα μέλη από τον κανονικό αριθμό. Παρέχονται οι δυνατότητες που παρέχει και ο κ.ν. 2190/1920, με την εξής όμως διαφορά: Ότι εφόσον η εκλογή μελών του Δ.Σ. σε αντικατάσταση παραιτηθέντων κλπ. αποτελεί καθολική πλέον πρακτική, οι δυνατότητες αναπλήρωσης κ.λπ. θα μπορούν να ισχύουν και χωρίς την προϋπόθεση πρόβλεψής τους από το καταστατικό.
[άρθρο 82. Ελλιπές διοικητικό συμβούλιο : 1. Σε περίπτωση παραίτησης ή θανάτου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απώλειας της ιδιότητας μέλους ή μελών του διοικητικού συμβουλίου, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να εκλέγει μέλη αυτού σε αντικατάσταση των μελών που εξέλιπαν. Η εκλογή αυτή επιτρέπεται εφόσον η αναπλήρωση των παραπάνω μελών δεν είναι εφικτή από αναπληρωματικά μέλη, που έχουν εκλεγεί από τη γενική συνέλευση ή διοριστεί από μέτοχο ή μετόχους, σύμφωνα με το άρθρο 81. Η εκλογή από το διοικητικό συμβούλιο γίνεται με απόφαση των απομενόντων μελών, αν είναι τουλάχιστον τρία (3), και ισχύει για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους που αντικαθίσταται. Η απόφαση της εκλογής υποβάλλεται σε δημοσιότητα και ανακοινώνεται από το διοικητικό συμβούλιο στην αμέσως προσεχή γενική συνέλευση, η οποία μπορεί να αντικαταστήσει τους εκλεγέντες, ακόμη και αν δεν έχει αναγραφεί σχετικό θέμα στην ημερήσια διάταξη.
2. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι, σε περίπτωση παραίτησης, θανάτου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απώλειας της ιδιότητας μέλους ή μελών του διοικητικού συμβουλίου, τα υπόλοιπα μέλη μπορούν να συνεχίσουν τη διαχείριση και την εκπροσώπηση της εταιρείας και χωρίς την αντικατάσταση των ελλειπόντων μελών, σύμφωνα με την παράγραφο 1, με την προϋπόθεση ότι ο αριθμός αυτών υπερβαίνει το ήμισυ των μελών, όπως είχαν πριν από την επέλευση των παραπάνω γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση τα μέλη αυτά δεν επιτρέπεται να είναι λιγότερα των τριών (3).
3. Τα απομένοντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, μπορούν να προβούν σε σύγκληση γενικής συνέλευσης με αποκλειστικό σκοπό την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου.].
ε)Η μέγιστη διάρκεια θητείας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ορίζεται στο καταστατικό, δεν μπορεί όμως να υπερβαίνει τα έξι (6) έτη. [άρθρο 85].
στ) Προβλέπει τη δυνατότητα της Γ.Σ. να αποφασίζει τμηματική ανανέωση του Δ.Σ. («staggered board»). Μπορεί για παράδειγμα να προβλέπεται στο καταστατικό ότι το Δ.Σ. ανανεώνεται κατά ένα ποσοστό ή κατά ένα αριθμό μελών ανά διετία. Εννοείται ότι η δυνατότητα αυτή δεν εμποδίζει τη Γ.Σ. να ανακαλεί, όποτε το επιθυμεί ή το κρίνει σκόπιμο, το Δ.Σ. εν όλω ή εν μέρει, στην περίπτωση αυτή όμως θα πρέπει ο αντικαταστάτης να εντάσσεται στο χρόνο θητείας του ανακληθέντος. [άρθρο 85].
ζ)Αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις νομιμοποίησης των εκπροσώπων της εταιρείας. Η ουσία του άρθρου είναι η νομοθετική επανάληψη του άρθρου τρίτου παρ. 12 του ν. 4156/2013, για το μη αναγκαίο της εταιρικής σφραγίδας. Ο ν. 4156/2013 όμως στην πράξη δεν τηρείται πάντοτε και κρίνεται σκόπιμο η διάταξη να επαναληφθεί. [άρθρο 88].
η) Επαναλαμβάνει με επουσιώδεις διαφοροποιήσεις τις προϊσχύσασες ρυθμίσεις για τον τόπο συνεδρίασης του Δ.Σ. και τη δυνατότητα συνεδρίασης με τηλεδιάσκεψη. [άρθρο 90].
θ) Οι ρυθμίσεις που εισήχθησαν με τον ν. 3604/2007 αναφορικά με τη δυνατότητα πρακτικών «διά περιφοράς» ενισχύονται με το άρθρο 94, προκειμένου να είναι δυνατή η λήψη απόφασης και στην περίπτωση που όλα τα μέλη του Δ.Σ. ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική τους απόφαση σε πρακτικό χωρίς συνεδρίαση. Προβλέπεται επίσης η υποχρέωση καταχώρισης του εν λόγω πρακτικού στο βιβλίο πρακτικών. Η αντικατάσταση των υπογραφών με ηλεκτρονικά μέσα προϋποθέτει ειδική προς τούτο πρόβλεψη του καταστατικού. (άρθρο 94)].
ι)Το μέλος του Δ.Σ., θα οφείλει να αποκαλύπτει και συγκρούσεις συμφερόντων της εταιρείας με τα συμφέροντα της συζύγου του ή των τέκνων του ή εταιρείας που ελέγχει, εφόσον λαμβάνει γνώση αυτών και στερείται του δικαιώματος ψήφου επί θεμάτων, στα οποία υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων της εταιρείας με εκείνα του ιδίου ή των προσώπων με τα οποία συνδέεται με σχέση υπαγόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 99 (συγγενείς, ελεγχόμενες εταιρείας κλπ.). Μη ουσιώδεις ή απόμακρες συγκρούσεις συμφερόντων δεν δικαιολογούν πάντως αποχή του από την ψηφοφορία. Ρυθμίζεται επίσης το ενδεχόμενο κάποια απόφαση να μην μπορεί να ληφθεί λόγω της υποχρέωσης αποχής περισσότερων μελών του Δ.Σ., ώστε τα υπόλοιπα να μην σχηματίζουν απαρτία, οπότε το ζήτημα πρέπει να παραπέμπεται στη Γ.Σ. μετά από πρωτοβουλία των λοιπών μελών. (άρθρο 97)
Δηλαδή : Η σύγκρουση συμφερόντων οδηγεί σε στέρηση του δικαιώματος ψήφου, και οι αποφάσεις του ΔΣ λαμβάνονται από τα υπόλοιπα μέλη (άρθρο 97 § 3).
Έγκριση «συνολικής διαχείρισης» της Εταιρείας, από το Διοικητικό Συμβούλιο αντί της «απαλλαγής από πάσης ευθύνης»
Η γενική συνέλευση είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει (μεταξύ άλλων ) για: – Την έγκριση της συνολικής διαχείρισης κατά το άρθρο 108 και την απαλλαγή των ελεγκτών. [Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με φανερή ψηφοφορία μετά την έγκριση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, μπορεί να εγκρίνεται η συνολική διαχείριση που έλαβε χώρα κατά την αντίστοιχη χρήση. Παραίτηση όμως της εταιρείας από αξιώσεις της κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή άλλων προσώπων ή συμβιβασμός της εταιρείας με αυτούς μπορεί να λάβει χώρα μόνο με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 102. Κατά τη δίκη για αποζημίωση της εταιρείας λόγω ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου κατά τα άρθρα 102 και επ. συνεκτιμάται η παραπάνω έγκριση. Προσοχή: To άρθρο 108 αντιστοιχεί στο άρθρο 35 του κ.ν. 2190/1920, που αφορά την απαλλαγή του Δ.Σ. με απόφαση της γενικής συνέλευσης μετά την ψήφιση του ισολογισμού. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, η γενική συνέλευση δεν «απαλλάσσει» το Δ.Σ. «από πάσης ευθύνης» (κάτι που είχε δημιουργήσει δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα, ιδίως ως προς τη θέση της «απαλλαγής» αυτής στο σύστημα της ευθύνης του Δ.Σ.), αλλά εγκρίνει τη «συνολική διαχείριση», τη διακυβέρνηση δηλ. της εταιρείας γενικά, όχι δε και επιμέρους πράξεις ή παραλείψεις που έχουν τυχόν βλάψει την εταιρεία. Συνεπώς η ευθύνη του Δ.Σ. παραμένει ακέραιη, κρινόμενη με βάση τις οικείες διατάξεις, ορίζεται όμως ότι η τυχόν έγκριση της συνολικής διαχείρισης θα συνεκτιμηθεί, εφόσον δόθηκε, όταν κρίνεται δικαστικά το θέμα της ευθύνης. Άρα το αντίστοιχο θέμα στην Γ.Σ θα πρέπει να είναι: «Έγκριση της συνολικής διαχείρισης κατά το άρθρο 108 του Ν. 4548/2018 και την απαλλαγή των ελεγκτών»
26) Μέλη Διοικητικού Συμβουλίου – Πράξεις Ανταγωνισμού ( Άρθρο 98 ) – Ειδικές διατάξεις για τις εισηγμένες εταιρείες ( ν. 3016/2002 )
Πράξεις Ανταγωνισμού
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 98 διευρύνθηκε η δυνατότητα να επιτρέπονται πράξεις ανταγωνισμού όχι μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης, αλλά και με το καταστατικό.
Κατά τα λοιπά, το άρθρο αυτό δεν επιφέρει αλλαγές σε σχέση με το άρθρο 23 του κ.ν. 2190/1920.
Ειδικές διατάξεις για τις εισηγμένες εταιρείες ( ν. 3016/2002 )
Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις ανώνυμες εταιρίες που εισάγουν ή έχουν εισαγάγει μετοχές ή άλλες κινητές αξίες τους σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά. Οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 ( τώρα 4548/2018 ) , όπως κάθε φορά ισχύει, εφαρμόζονται, εφόσον δεν είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Άρθρο 2. Υποχρεώσεις – Καθήκοντα
1. Πρώτιστη υποχρέωση και καθήκον των μελών του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) κάθε εισηγμένης σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά εταιρίας είναι η διαρκής επιδίωξη της ενίσχυσης της μακροχρόνιας οικονομικής αξίας της εταιρίας και η προάσπιση του γενικού εταιρικού συμφέροντος. 2. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από το Δ.Σ. αρμοδιότητές του απαγορεύεται να επιδιώκουν ίδια συμφέροντα που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρίας. 3. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κάθε τρίτος στον οποίο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητές του οφείλουν έγκαιρα να αποκαλύπτουν στα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τα ίδια συμφέροντά τους, που ενδέχεται να ανακύψουν από συναλλαγές της εταιρίας που εμπίπτουν στα καθήκοντά τους, καθώς και κάθε άλλη σύγκρουση ιδίων συμφερόντων με αυτών της εταιρίας ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του K.N. 2190/1920, που ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 3. Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου
1. Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από
· εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη.
· Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων.
· Ο αριθμός των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού συμβουλίου δεν πρέπει να είναι μικρότερος του 1/3 του συνολικού αριθμού των μελών. Αν προκύψει κλάσμα, στρογγυλοποιείται στον επόμενο ακέραιο αριθμό.
· Μεταξύ των μη εκτελεστικών μελών πρέπει να υπάρχουν δύο τουλάχιστον ανεξάρτητα μέλη κατά την έννοια του άρθρου 4 του νόμου αυτού. Η ύπαρξη ανεξαρτήτων μελών δεν είναι υποχρεωτική, όταν στο διοικητικό συμβούλιο ορίζονται ρητά και συμμετέχουν ως μέλη εκπρόσωποι της μειοψηφίας των μετόχων.
· Η ιδιότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου ως εκτελεστικών ή μη ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο.
· Τα ανεξάρτητα μέλη ορίζονται από τη γενική συνέλευση. Αν εκλεγεί από το διοικητικό συμβούλιο προσωρινό μέλος μέχρι την πρώτη γενική συνέλευση σε αναπλήρωση άλλου ανεξάρτητου που παραιτήθηκε, εξέλιπε ή για οποιονδήποτε λόγο κατέστη έκπτωτο, το μέλος που εκλέγεται πρέπει να είναι και αυτό ανεξάρτητο.
2. Θέματα που αφορούν τις κάθε είδους αμοιβές που καταβάλλονται στα διευθυντικά στελέχη της εταιρίας, τους εσωτερικούς ελεγκτές αυτής και τη γενικότερη πολιτική των αμοιβών της εταιρίας αποφασίζονται από το διοικητικό συμβούλιο.
Άρθρο 4. Ανεξάρτητα μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου
1. Τα ανεξάρτητα μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου πρέπει κατά τη διάρκεια της θητείας τους να μην κατέχουν μετοχές σε ποσοστό μεγαλύτερο του 0,5% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και να μην έχουν σχέση εξάρτησης με την εταιρία ή με συνδεδεμένα με αυτή πρόσωπα.
Σχέση εξάρτησης υπάρχει όταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου: α. Διατηρεί επιχειρηματική ή άλλη επαγγελματική σχέση με την εταιρία ή με συνδεδεμένη με αυτή επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του K.N. 2190/1920, η οποία σχέση από τη φύση της επηρεάζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, όταν ιδίως είναι σημαντικός προμηθευτής ή πελάτης της εταιρείας. β. Είναι πρόεδρος του Δ.Σ. ή διευθυντικό στέλεχος της εταιρίας, καθώς και εάν έχει τις ως άνω ιδιότητες ή είναι εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου σε συνδεδεμένη με την εταιρία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του Κ.Ν. 2190/1920 ή διατηρεί σχέση εξαρτημένης εργασίας ή έμμισθης εντολής με την εταιρία ή τις συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις, γ. Έχει συγγένεια μέχρι δεύτερου βαθμού ή είναι σύζυγος εκτελεστικού μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή διευθυντικού στελέχους ή μετόχου που συγκεντρώνει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ή συνδεδεμένης με αυτήν επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του Κ.Ν. 2190/1920, δ. Έχει διοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 3 του Κ.Ν. 2190/1920. 2. Τα ανεξάρτητα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν να υποβάλλουν, ο καθένας ή από κοινού, αναφορές και ξεχωριστές εκθέσεις από αυτές του διοικητικού συμβουλίου προς την τακτική ή έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρίας, εφόσον κρίνουν τούτο αναγκαίο. 3. Προκειμένου να ελεγχθεί η τήρηση των διατάξεων του νόμου αυτού η εταιρία, μέσα σε είκοσι ημέρες από τη συγκρότηση σε σώμα του Δ.Σ., υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το πρακτικό της γενικής συνέλευσης που εξέλεξε τα ανεξάρτητα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Ομοίως υποβάλλεται μέσα στην ίδια προθεσμία και το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, στο οποίο ορίζεται η ιδιότητα του κάθε μέλους του διοικητικού συμβουλίου ως εκτελεστικού, μη εκτελεστικού ή εκλέγεται προσωρινό ανεξάρτητο μέλος σε αντικατάσταση άλλου που παραιτήθηκε, εξέλιπε ή για οποιονδήποτε λόγο κατέστη έκπτωτο.
Άρθρο 5. Αμοιβή των μη εκτελεστικών μελών
Η αμοιβή και οι τυχόν λοιπές αποζημιώσεις των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού συμβουλίου καθορίζονται σύμφωνα με τον Κ.Ν. 2190/1920 και είναι ανάλογες με το χρόνο που διαθέτουν για τις συνεδριάσεις του και την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους ανατίθενται σύμφωνα με το νόμο αυτόν. Το σύνολο των αμοιβών και των τυχόν αποζημιώσεων των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού συμβουλίου αναφέρονται σε χωριστή κατηγορία στο προσάρτημα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων.
27) Συναλλαγές της Εταιρείας με Συνδεδεμένα Πρόσωπα ( Άρθρα 99 – 101 )
Γενικά
Απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε συμβάσεων της εταιρείας με (συνδεδεμένα μέρη), καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή, με τους όρους του άρθρου 100, της γενικής συνέλευσης των μετόχων.
Δηλαδή σε σχέση με το ΚΝ 2190/1920 η διαφορά είναι ότι η έγκριση παρέχεται από το Δ.Σ και όχι την Γ.Σ. Μετά όμως το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη Γ.Σ ύστερα από αίτημα μετόχων που εκπροσωπούν το 5% του κεφαλαίου
[ Άρθρο 99. Διαφάνεια και εποπτεία των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη (Άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)
Άρθρο 100. Χορήγηση άδειας για την κατάρτιση συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος (Άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)
Αρθρο 101. Δημοσιότητα των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη (Άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)]
Συμβάσεις στις οποίες εφαρμόζεται ανάλογα με τον χρόνο σύναψης :
Τα άρθρα 99 έως 101, εφαρμόζονται σε συμβάσεις που συνάπτονται από την ημερομηνία 1η Ιανουαρίου 2019 και μετά.
( Άρθρο 187. Μεταβατικές διατάξεις )
Ευρωπαϊκές Οδηγίες
Οδηγία (ΕΕ) 2017/828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, για την τροποποίηση της οδηγίας 2007/36/ΕΚ όσον αφορά την ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης ενεργού συμμετοχής των μετόχων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(44)
Οι εταιρείες θα πρέπει να ανακοινώνουν τις σημαντικές συναλλαγές το αργότερο κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της συναλλαγής, προσδιορίζοντας το συνδεδεμένο μέρος, την ημερομηνία και την αξία της συναλλαγής και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες απαιτούνται για την αξιολόγηση του δίκαιου χαρακτήρα της συναλλαγής.Η δημοσιοποίηση αυτών των συναλλαγών, για παράδειγμα στον ιστότοπο της εταιρείας ή από εύκολα προσβάσιμα μέσα, είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορούν οι μέτοχοι, οι πιστωτές, οι εργαζόμενοι και λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη να ενημερώνονται για τις πιθανές επιπτώσεις που δύνανται να έχουν τέτοιου είδους συναλλαγές στην αξία της εταιρείας.Η ακριβής ταυτοποίηση του συνδεδεμένου μέρους είναι αναγκαία για την καλύτερη αξιολόγηση των κινδύνων που συνεπάγεται η συναλλαγή και για την αμφισβήτηση της συγκεκριμένης συναλλαγής, μεταξύ άλλων με ένδικα μέσα.
Άρθρο 9γ
Διαφάνεια και εποπτεία των συναλλαγών συνδεδεμένων μερών
1. Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τις σημαντικές συναλλαγές για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου λαμβάνοντας υπόψη:
α)
την επιρροή που ενδέχεται να έχουν οι πληροφορίες σχετικά με τη συναλλαγή στις οικονομικές αποφάσεις των μετόχων της εταιρείας·
β)
τον κίνδυνο που συνεπάγεται η συναλλαγή για την εταιρεία και τους μετόχους της που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας.
Κατά τον προσδιορισμό των σημαντικών συναλλαγών τα κράτη μέλη καθορίζουν μία ή περισσότερες ποσοτικές αναλογίες με βάση τον αντίκτυπο της συναλλαγής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, στα έσοδα, στα περιουσιακά στοιχεία, στην κεφαλαιοποίηση, περιλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, ή στον κύκλο εργασιών της εταιρείας ή λαμβάνουν υπόψη τη φύση της συναλλαγής και τη θέση του συνδεδεμένου μέρους.
Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ορισμούς σημαντικότητας για την εφαρμογή της παραγράφου 4 διαφορετικούς από αυτούς που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 και μπορούν να διαφοροποιούν τους ορισμούς των αναλογιών σύμφωνα με το μέγεθος της εταιρείας.
2.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες ανακοινώνουν δημοσίως τις σημαντικές συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη το αργότερο κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Η ανακοίνωση περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον πληροφορίες για τη φύση της σχέσης με το συνδεδεμένο μέρος, το όνομα του συνδεδεμένου μέρους, την ημερομηνία και την αξία της συναλλαγής και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες είναι αναγκαίες για να αξιολογηθεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη από τη σκοπιά της εταιρείας και των μετόχων που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, περιλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η δημόσια ανακοίνωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 συνοδεύεται από έκθεση που αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη από τη σκοπιά των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένο μέρος, περιλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν.
Η έκθεση καταρτίζεται από ένα από τα ακόλουθα:
α)
ανεξάρτητο τρίτο μέρος·
β)
το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της εταιρείας·
γ)
την επιτροπή ελέγχου ή άλλη επιτροπή της οποίας η πλειοψηφία αποτελείται από ανεξάρτητα διοικητικά στελέχη.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα συνδεδεμένα μέρη δεν συμμετέχουν στην κατάρτιση της έκθεσης.
4.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι σημαντικές συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη έχουν εγκριθεί από τη γενική συνέλευση ή από το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της εταιρείας σύμφωνα με διαδικασίες που δεν επιτρέπουν στα συνδεδεμένα μέρη να εκμεταλλεύονται τη θέση τους και εξασφαλίζουν τη δέουσα προστασία των συμφερόντων της εταιρείας και των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι κατά τη γενική συνέλευση οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα ψήφου για σημαντικές συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της εταιρείας.
Στην περίπτωση που η συναλλαγή συνδεδεμένων μερών αφορά ένα διοικητικό στέλεχος ή έναν μέτοχο, το συγκεκριμένο διοικητικό στέλεχος ή ο συγκεκριμένος μέτοχος αποκλείονται από τη διαδικασία έγκρισης ή από την ψηφοφορία.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στον μέτοχο που είναι συνδεδεμένο μέρος να συμμετέχει στην ψηφοφορία, υπό την προϋπόθεση ότι η εθνική νομοθεσία παρέχει επαρκείς δικλίδες ασφαλείας που εφαρμόζονται πριν ή κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας και αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων της εταιρείας και των μετόχων που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας, εμποδίζοντας το συνδεδεμένο μέρος να εγκρίνει τη συναλλαγή παρά την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη ή παρά την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας των ανεξάρτητων διοικητικών στελεχών.
5.Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 δεν ισχύουν για συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας και συνάπτονται υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς. Για τέτοιες συναλλαγές το διοικητικό ή εποπτικό όργανο της εταιρείας θεσπίζει εσωτερική διαδικασία για την περιοδική αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις. Τα συνδεδεμένα μέρη δεν συμμετέχουν στην αξιολόγηση αυτή.
Ωστόσο τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι εταιρείες θα εφαρμόζουν τις απαιτήσεις της παραγράφου 2, 3 ή 4 για συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας και συνάπτονται υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.
6. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν ή να επιτρέπουν στις εταιρείες να εξαιρούν από τις απαιτήσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 τις εξής συναλλαγές:
α)
συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της εταιρείας και των θυγατρικών της, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές βρίσκονται υπό πλήρη κυριότητα ή ότι κανένα άλλο συνδεδεμένο μέρος της εταιρείας δεν έχει συμφέρον στη θυγατρική ή υπό τον όρο ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει επαρκή προστασία των συμφερόντων της εταιρείας, των θυγατρικών της και των μετόχων τους που δεν είναι συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας σε τέτοιες συναλλαγές·
β)
σαφώς καθορισμένους τύπους συναλλαγών για τις οποίες η εθνική νομοθεσία προϋποθέτει έγκριση από τη γενική συνέλευση, υπό την προϋπόθεση ότι η δίκαιη μεταχείριση όλων των μετόχων και των συμφερόντων της εταιρείας και των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας, αντιμετωπίζεται ειδικώς και προστατεύεται επαρκώς στις εν λόγω νομοθετικές διατάξεις·
γ)
συναλλαγές που αφορούν τις αποδοχές των διοικητικών στελεχών ή ορισμένα στοιχεία των αποδοχών των διοικητικών στελεχών που είτε έχουν καταβληθεί είτε οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 9α·
δ)
συναλλαγές που συνήφθησαν από πιστωτικά ιδρύματα βάσει μέτρων που αποσκοπούν στη διαφύλαξη της σταθερότητάς τους, κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την προληπτική εποπτεία κατά την έννοια του δίκαιου της Ένωσης·
ε)
συναλλαγές που προσφέρονται σε όλους τους μετόχους υπό τους ίδιους όρους, εφόσον εξασφαλίζονται η ίση μεταχείριση όλων των μετόχων και η προστασία των συμφερόντων της εταιρείας.
7. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες ανακοινώνουν δημοσίως σημαντικές συναλλαγές που συνάπτονται μεταξύ συνδεδεμένου μέρους τους και θυγατρικών τους. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι η ανακοίνωση συνοδεύεται από έκθεση που αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη από τη σκοπιά των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένο μέρος, περιλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Οι εξαιρέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 5 και 6 εφαρμόζονται επίσης στις συναλλαγές που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.
8. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συναλλαγές με το ίδιο συνδεδεμένο μέρος που ολοκληρώθηκαν στη διάρκεια οποιασδήποτε δωδεκάμηνης περιόδου ή κατά το ίδιο οικονομικό έτος και δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 αθροίζονται για τους σκοπούς των εν λόγω παραγράφων.
9. Το παρόν άρθρο ισχύει υπό την επιφύλαξη των κανόνων σχετικά με τη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών όπως αναφέρονται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*13).
(*13) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1).».”
Διαδικασία λήψης αδείας
Βήμα Πρώτο : Καθορισμός των «συνδεδεμένων μερών».
(α)Επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, τα πρόσωπα που ορίζονται ως συνδεδεμένα με αυτήν κατά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά, σύμφωνα με το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 27.
9. Οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται στο παρόν πρότυπο με τις έννοιες που καθορίζονται:
Ως συνδεδεμένο μέρος νοείται πρόσωπο ή οντότητα που συνδέεται με την οντότητα η οποία καταρτίζει οικονομικές καταστάσεις (στο παρόν πρότυπο αναφέρεται ως η «αναφέρουσα οντότητα»).
(α) Ένα πρόσωπο ή μέλος του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του προσώπου αυτού συνδέεται με αναφέρουσα οντότητα εάν το εν λόγω πρόσωπο:
(i) έχει τον έλεγχο ή τον από κοινού έλεγχο·
(ii) έχει σημαντική επιρροή στην αναφέρουσα οντότητα· ή
(iii) κατέχει καίρια διοικητική θέση στην αναφέρουσα οντότητα ή σε μητρική της αναφέρουσας οντότητας.
(β) Η οντότητα συνδέεται με αναφέρουσα οντότητα εφόσον συντρέχει οιαδήποτε των κατωτέρω προϋποθέσεων:
(i) Η οντότητα και η αναφέρουσα οντότητα ανήκουν στον ίδιο όμιλο (που σημαίνει ότι οι μητρικές, θυγατρικές και αδελφές θυγατρικές συνδέονται μεταξύ τους).
(ii) Μια οντότητα είναι συγγενής ή κοινή επιχείρηση της άλλης οντότητας (ή συγγενής ή κοινή επιχείρηση μέλους ενός ομίλου στον οποίον ανήκει ή άλλη οντότητα).
(iii) Αμφότερες οι οντότητες είναι κοινές επιχειρήσεις του ιδίου τρίτου μέρους.
(iv) Μια οντότητα είναι κοινή επιχείρηση τρίτης οντότητας και η άλλη οντότητα είναι συγγενής με την τρίτη οντότητα.
(v) Η οντότητα είναι πρόγραμμα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία προς όφελος των εργαζομένων είτε της αναφέρουσας οντότητας είτε οντότητας που συνδέεται με την αναφέρουσα οντότητα. Εάν η αναφέρουσα οντότητα είναι η ίδια τέτοιου είδους πρόγραμμα, οι χρηματοδότες εργοδότες συνδέονται και αυτοί με την αναφέρουσα οντότητα.
(vi) Η οντότητα ελέγχεται ή ελέγχεται από κοινού από πρόσωπο σύμφωνα με το σημείο (α).
(vii) Ένα πρόσωπο σύμφωνα με το σημείο (α) στοιχείο (i) έχει σημαντική επιρροή στην οντότητα ή κατέχει καίρια διοικητική θέση στην οντότητα (ή σε μητρική της οντότητας).
viii) Η οντότητα, ή οιοδήποτε μέλος ομίλου του οποίου αποτελεί μέρος, παρέχει υπηρεσίες βασικών διοικητικών στελεχών στην αναφέρουσα οντότητα ή στη μητρική της αναφέρουσας οντότητας.
Συναλλαγή συνδεδεμένων μερών είναι μια μεταφορά πόρων, υπηρεσιών ή δεσμεύσεων μεταξύ αναφέρουσας οντότητας και συνδεδεμένου μέρους, ανεξάρτητα αν επιβαρύνεται με τίμημα.
Μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του ατόμου είναι τα μέλη εκείνα της οικογενείας τα οποία μπορεί να αναμένεται ότι επηρεάζουν, ή επηρεάζονται από, το πρόσωπο αυτό στις σχέσεις τους με την οικονομική οντότητα και περιλαμβάνουν:
(α) τα τέκνα και την/τον σύζυγο του εν λόγω προσώπου ή το άτομο με το οποίο συζεί·
(β) τα τέκνα της/του συζύγου του εν λόγω προσώπου ή του ατόμου με το οποίο συζεί· και
(γ) τα συντηρούμενα από αυτό, ή από την/τον σύζυγό του ή από το άτομο με το οποίο συζεί πρόσωπα.
Στις παροχές συμπεριλαμβάνονται όλες οι παροχές σε εργαζομένους (όπως ορίζονται στο ΔΛΠ 19 Παροχές σε εργαζομένους). Σε αυτές συγκαταλέγονται και οι παροχές σε εργαζομένους στις οποίες εφαρμόζεται το ΔΠΧΑ 2 Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών. Στις παροχές σε εργαζομένους περιλαμβάνονται όλα τα ανταλλάγματα που καταβάλλονται, είναι πληρωτέα ή παρέχονται από την οντότητα, ή για λογαριασμό της, έναντι των υπηρεσιών που ελήφθησαν. Συμπεριλαμβάνονται επίσης και οι αμοιβές που κατεβλήθησαν για λογαριασμό της μητρικής εταιρείας της οντότητας σε σχέση με την οντότητα. Στις παροχές περιλαμβάνονται:
(α) βραχυπρόθεσμες παροχές σε εργαζόμενους, όπως ημερομίσθια, μισθοί και εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών και άδεια ασθενείας μετ’ αποδοχών, συμμετοχή στα κέρδη και πρόσθετες παροχές (αν είναι πληρωτέα μέσα σε δώδεκα μήνες από το τέλος της περιόδου) και μη χρηματικές παροχές (όπως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, στέγαση, αυτοκίνητα και δωρεάν ή επιδοτούμενα αγαθά ή υπηρεσίες) για τους νυν εργαζόμενους·
(β) παροχές μετά την έξοδο από την υπηρεσία, όπως συντάξεις, άλλες παροχές εξόδου από την υπηρεσία, ασφάλεια ζωής μετά την έξοδο από την υπηρεσία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μετά την έξοδο από την υπηρεσία·
(γ) λοιπές μακροπρόθεσμες παροχές σε εργαζόμενους, περιλαμβανομένης αδείας μακρόχρονης υπηρεσίας ή σαββατικής άδειας, παροχές ιωβηλαίου ή άλλης μακρόχρονης υπηρεσίας, παροχές μακρόχρονης ανικανότητας και, αν δεν είναι πληρωτέες εξ ολοκλήρου μέσα σε δώδεκα μήνες μετά το τέλος της περιόδου, συμμετοχή στα κέρδη, πρόσθετες παροχές και μεταφερόμενη αποζημίωση·
(δ) παροχές εξόδου από την υπηρεσία και
(ε) παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών.
Κύρια διοικητικά στελέχη είναι εκείνα τα άτομα που έχουν την εξουσία και την ευθύνη για τον σχεδιασμό, τη διοίκηση και τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας, άμεσα ή έμμεσα, και συμπεριλαμβάνουν κάθε διευθυντή (είτε εκτελεστικό είτε όχι) της οντότητας αυτής.
Κράτος: αναφέρεται στο Δημόσιο, στους κρατικούς οργανισμούς και σε παρόμοιους τοπικούς, εθνικούς ή διεθνείς φορείς.
Μια συνδεόμενη με το κράτος οντότητα είναι η οντότητα που ελέγχεται, υπόκειται σε από κοινού έλεγχο ή στην οποία ασκείται σημαντική επιρροή από το κράτος.
Οι όροι «έλεγχος» και «εταιρεία επενδύσεων», «από κοινού έλεγχος» και «σημαντική επιρροή» ορίζονται στο ΔΠΧΑ 10, στο ΔΠΧΑ 11 Σχήματα υπό κοινό έλεγχο και στο ΔΛΠ 28 Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες, αντιστοίχως, και χρησιμοποιούνται στο παρόν Πρότυπο με τις έννοιες που καθορίζονται στα εν λόγω ΔΠΧΑ.
10. Κατά την εξέταση της κάθε πιθανής σχέσης συνδεδεμένων μερών, δίδεται προσοχή στην ουσία της σχέσης και όχι μόνο στον νομικό τύπο.
11. Στο πλαίσιο του παρόντος προτύπου, τα ακόλουθα μέρη δεν είναι συνδεδεμένα:
(α) δύο οντότητες που απλώς έχουν κοινό ένα διευθυντή ή κάποιο άλλο από τα κύρια διοικητικά στελέχη ή ένα από τα κύρια διοικητικά στελέχη μιας οντότητας έχει σημαντική επιρροή στην άλλη οντότητα.
(β) δύο κοινοπρακτούντες επειδή έχουν κοινό έλεγχο.
(γ) (i) χρηματοδότες,
(ii) εργατικά σωματεία,
iii) επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και
(iv) υπηρεσίες και οργανισμοί του Δημοσίου που δεν ελέγχουν, δεν ασκούν από κοινού έλεγχο ή δεν ασκούν σημαντική επιρροή στην αναφέρουσα οντότητα,
λόγω μόνον των συνήθων συναλλαγών τους με μια οντότητα (μολονότι μπορεί να είναι σε θέση να περιορίσουν την ελευθερία δράσης μιας οντότητας ή μπορεί να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης των αποφάσεών της).
(δ) ένας πελάτης, προμηθευτής, δικαιοπάροχος, διανομέας ή γενικός πράκτορας, με τον οποίον η οντότητα διεξάγει ένα σημαντικό όγκο επιχειρηματικών συναλλαγών, λόγω της προκύπτουσας οικονομικής εξάρτησης και μόνο.
12. Στον ορισμό του συνδεδεμένου μέρους, στη συγγενή επιχείρηση περιλαμβάνονται οι θυγατρικές της συγγενούς και στην κοινοπραξία περιλαμβάνονται οι θυγατρικές της κοινοπραξίας. Κατά συνέπεια, για παράδειγμα, μια θυγατρική συγγενούς και ο επενδυτής που κατέχει σημαντική επιρροή στη συγγενή συνδέονται μεταξύ τους.
ΔΙΕΘΝΕΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ 27 Ενοποιημένες και ατομικές οικονομικές καταστάσειςΟΡΙΣΜΟΙ
4. Οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται στο παρόν πρότυπο με τις έννοιες που καθορίζονται:
Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις είναι οι οικονομικές καταστάσεις ομίλου στις οποίες τα περιουσιακά στοιχεία, οι υποχρεώσεις, τα έσοδα, τα έξοδα και οι ταμειακές ροές της μητρικής και των θυγατρικών της εμφανίζονται ως εάν επρόκειτο για μία ενιαία οντότητα.
Ατομικές οικονομικές καταστάσεις είναι εκείνες που παρουσιάζονται από μια οικονομική οντότητα στην οποία η οικονομική οντότητα μπορεί να επιλέξει, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του παρόντος Προτύπου, να λογιστικοποιεί τις επενδύσεις της σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις είτε στο κόστος, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα, ή με τη χρήση της μεθόδου της καθαρής θέσης σύμφωνα με το ΔΛΠ 28 Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες.
5. Οι ακόλουθοι όροι ορίζονται στο Προσάρτημα Α του ΔΠΧΑ 10 Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, στο Προσάρτημα Α του ΔΠΧΑ 11 Σχήματα υπό κοινό έλεγχο και στην παράγραφο 3 του ΔΛΠ 28:
– συγγενής επιχείρηση
– μέθοδος της καθαρής θέσης
– έλεγχος εκδότριας
– όμιλος
– εταιρεία επενδύσεων
– κοινός έλεγχος
– κοινοπραξία
– μέλος της κοινοπραξίας
– μητρική
– σημαντική επιρροή
– θυγατρική.
6. Ατομικές οικονομικές καταστάσεις είναι εκείνες που παρουσιάζονται επιπρόσθετα των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, ή επιπλέον των οικονομικών καταστάσεων επενδυτή ο οποίος δεν έχει επενδύσεις σε θυγατρικές αλλά έχει επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις ή κοινοπραξίες στις οποίες οι επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις ή σε κοινοπραξίες απαιτείται από το ΔΛΠ 28 να αντιμετωπίζονται λογιστικά με τη μέθοδο της καθαρής θέσης, πλην των περιστάσεων που παρατίθενται στις παραγράφους 8–8Α.
7. Οι οικονομικές καταστάσεις οντότητας που δεν έχει θυγατρική, συγγενή επιχείρηση ή δικαίωμα κοινοπρακτούντος σε κοινοπραξία δεν αποτελούν ατομικές οικονομικές καταστάσεις.
8. Οντότητα η οποία απαλλάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 4α) του ΔΠΧΑ 10 από την ενοποίηση ή, σύμφωνα με την παράγραφο 17 του ΔΛΠ 28 (όπως τροποποιήθηκε το 2011), από την εφαρμογή της μεθόδου της καθαρής θέσης μπορεί να παρουσιάζει ατομικές οικονομικές καταστάσεις ως τις μόνες οικονομικές της καταστάσεις.
8Α. Μια εταιρεία επενδύσεων που απαιτείται, καθ’ όλη τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου και όλων των συγκριτικών περιόδων που παρουσιάζονται, να εφαρμόζει την εξαίρεση στην ενοποίηση για όλες τις θυγατρικές της σύμφωνα με την παράγραφο 31 του ΔΠΧΑ 10 παρουσιάζει ατομικές οικονομικές καταστάσεις ως τις μοναδικές οικονομικές καταστάσεις της.
(β)Ως προς τις λοιπές εταιρείες,
[1] τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου,
[2] τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία,
[3] τα στενά μέλη οικογένειας των προσώπων αυτών, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α΄ του ν. 4308/2014, [Στενό μέλος οικογένειας (close family member): Στενό μέλος οικογένειας ενός προσώπου είναι εκείνο το μέλος της οικογένειάς του, που μπορεί να αναμένεται ότι επηρεάζει, ή επηρεάζεται από το πρόσωπο αυτό κατά την ενασχόλησή τους με την οντότητα. Στην έννοια του στενού μέλους οικογένειας περιλαμβάνονται: α) Ο(η) σύζυγος ή ο(η) σύντροφος με τον(την) οποίο(α) συγκατοικεί το πρόσωπο. β) Τα εξαρτώμενα μέλη, συμπεριλαμβανομένων ανιόντων ή κατιόντων συγγενών, του προσώπου ή του(της) συζύγου του(της) ή του(της) συντρόφου του(της), με τον(την) οποίο(α) συγκατοικεί το πρόσωπο.] καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους παραπάνω.
Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει την εταιρεία, αν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 «Προϋποθέσεις υποχρεωτικής ενοποίησης» του ν. 4308/2014. 2) Μια μητρική οντότητα συντάσσει ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις για την ίδια και κάθε άλλη οντότητα, εάν για την εν λόγω μητρική οντότητα ισχύει οποιοδήποτε από τα παρακάτω α΄ έως ε΄:
α) Έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων, εταίρων ή μελών της άλλης οντότητας (θυγατρική οντότητα).
β) Έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της άλλης οντότητας (θυγατρική οντότητα) και είναι ταυτόχρονα μέτοχος, εταίρος ή μέλος αυτής της οντότητας.
γ) Έχει το δικαίωμα να ασκεί κυριαρχική επιρροή στην άλλη οντότητα (θυγατρική οντότητα), της οποίας είναι μέτοχος, εταίρος ή μέλος, είτε βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με την οντότητα αυτή είτε βάσει πρόβλεψης του ιδρυτικού εγγράφου ή του καταστατικού της.
δ) Είναι μέτοχος, εταίρος ή μέλος της άλλης οντότητας και είτε:
δ1) ελέγχει από μόνη της, δυνάμει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους μετόχους, εταίρους ή μέλη της οντότητας αυτής (θυγατρική οντότητα), την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων, εταίρων ή μελών της είτε
δ2) ισχύουν αθροιστικά οι κατωτέρω προυποθέσεις:
δ2.1) Η πλειοψηφία των μελών των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων της οντότητας αυτής (θυγατρικής οντότητας) που είχαν τη διοίκηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου, καθώς και κατά την προηγούμενη περίοδο και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, έχει διοριστεί μόνο ως αποτέλεσμα της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου αυτής.
δ2.2) Τα δικαιώματα ψήφου που κατέχονται από τη μητρική οντότητα αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 20% των συνολικών δικαιωμάτων ψήφου στη θυγατρική οντότητα.
δ2.3) Κανένα τρίτο μέρος δεν έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα σημεία α΄, β΄ ή γ΄ της παρούσας παραγράφου, αναφορικά με αυτή την οντότητα (θυγατρική οντότητα).
ε) Έχει την εξουσία να ασκεί ή πράγματι ασκεί κυριαρχική επιρροή ή έλεγχο στην άλλη οντότητα (θυγατρική οντότητα).
(γ) Τα πρόσωπα, ως προς τα οποία έχει επεκταθεί με καταστατική πρόβλεψη η εφαρμογή του παρόντος άρθρου και των άρθρων 100 και 101 και, ιδίως, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές της εταιρείας., καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή, με τους όρους του άρθρου 100, της γενικής συνέλευσης των μετόχων.
Βήμα Δεύτερο : Ελεγχόμενες Συναλλαγές – Εξαιρέσεις
· Το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων διαλαμβάνει κατ’ αρχήν το σύνολο των συναλλακτικών σχέσεων μεταξύ της εταιρείας και των συνδεδεμένων με αυτήν προσώπων. Με τη νέα ρύθμιση δεν υπάρχει πλέον η διάκριση μεταξύ δανειακών και πιστωτικών συμβάσεων, από τη μία μεριά, και «άλλων συμβάσεων», από την άλλη, αλλά όλες οι συμβάσεις υπάγονται σε ενιαίο καθεστώς, όπως επιτάσσει και η Οδηγία.
Από το πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων εξαιρούνται (παρ. 3) :
(α)Πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών [ Δηλ. Σημαντικές συναλλαγές ] της εταιρείας.
· Ως τρέχουσες συναλλαγές νοούνται εκείνες, που :
– [α] είναι συνήθεις σε σχέση με τις εργασίες και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας,
– ως προς το είδος και
– το μέγεθός τους και
– [β] συνάπτονται με της συνήθεις όρους της αγοράς.
· Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει εσωτερική διαδικασία για την περιοδική αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
[ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ]
Τεκμαίρεται ότι σύμβαση της εταιρείας, δεν είναι συνήθης ως προς το μέγεθός της, αν η αξία της αποτιμάται τουλάχιστον σε δέκα τοις εκατόν (10%) του ενεργητικού της εταιρείας, σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό και, αν τέτοιος δεν υπάρχει, σύμφωνα με ισολογισμό που συντάσσεται προς το σκοπό αυτό.
Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοτικού ορίου λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους αθροιστικά οι συναλλαγές που ολοκληρώθηκαν με το συνδεδεμένο μέρος ή άλλο πρόσωπο άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενο από αυτό, κατά το ίδιο οικονομικό έτος.
Επισήμανση
Η Οδηγία, τις οποίες όμως δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τις «σημαντικές» συναλλαγές , αλλά καθορίζει τα κριτήρια [άρθρο 9γ ]Κατά τον προσδιορισμό των σημαντικών συναλλαγών τα κράτη μέλη καθορίζουν μία ή περισσότερες ποσοτικές αναλογίες με βάση τον αντίκτυπο της συναλλαγής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, στα έσοδα, στα περιουσιακά στοιχεία, στην κεφαλαιοποίηση, περιλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, ή στον κύκλο εργασιών της εταιρείας ή λαμβάνουν υπόψη τη φύση της συναλλαγής και τη θέση του συνδεδεμένου μέρους.
Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ορισμούς σημαντικότητας για την εφαρμογή της παραγράφου 4 διαφορετικούς από αυτούς που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 και μπορούν να διαφοροποιούν τους ορισμούς των αναλογιών σύμφωνα με το μέγεθος της εταιρείας.
(β) Συμβάσεις που αφορούν τις αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, του γενικού διευθυντή και του τυχόν αναπληρωτή του, καθώς και των διοικητικών στελεχών της, αφού ως προς τα πρόσωπα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 109 έως 114 για τις αμοιβές [ Δείτε κατωτέρω ] .
(γ) Συμβάσεις που συνήφθησαν από πιστωτικά ιδρύματα βάσει μέτρων που αποσκοπούν στη διαφύλαξη της σταθερότητάς τους, κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την προληπτική εποπτεία. (δ) Συμβάσεις της εταιρείας με τους μετόχους της, εφόσον η δυνατότητα κατάρτισης προσφέρεται σε όλους τους μετόχους της εταιρείας, με τους ίδιους όρους, και διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των μετόχων και η προστασία των συμφερόντων της εταιρείας. (ε) Συμβάσεις της εταιρείας με εκατό τοις εκατό (100%) θυγατρική της ή θυγατρική, στην οποία δεν μετέχει κανένα πρόσωπο συνδεδεμένο, ή συμβάσεις παροχής ασφαλειών ή εγγυήσεων υπέρ αυτών. (στ) Συμβάσεις της εταιρείας με θυγατρική ή ασφάλειες ή εγγυήσεις υπέρ θυγατρικής, οι οποίες συνάπτονται ή παρέχονται προς το συμφέρον της εταιρείας, της θυγατρικής της και των μετόχων τους που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας, ή από τις οποίες δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα τούτων.
Στην περίπτωση αυτή συντάσσεται έκθεση από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101, [ έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή] η οποία αξιολογεί κατά πόσον υπάρχει επαρκής προστασία των συμφερόντων αυτών.
Αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης γίνεται στο Προσάρτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 31 του άρθρου 29 του ν. 4308/2014. Τα προηγούμενα εδάφια δεν εφαρμόζονται σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.
Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το επισυναπτόμενο έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
· Πρόκειται για εργασία αποτίμησης που δεν εμπίπτει στα επαγγελματικά πρότυπα της IFAC.
· Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 101 η συγκεκριμένη έκθεση παρέχεται από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή Ελεγκτική Εταιρεία ή άλλο ανεξάρτητο προς την εταιρεία τρίτο μέρος. Οι υπηρεσίες αποτίμησης περιλαμβάνονται στις απαγορευμένες υπηρεσίες που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού ΕΕ 537/2014, ως εκ τούτου η συγκεκριμένη υπηρεσία δεν δύναται να διενεργείται από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή και την Ελεγκτική Εταιρεία που έχουν αναλάβει τον υποχρεωτικό έλεγχο.
(ζ) Συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19.[ Μεταγενέστερη απόκτηση στοιχείων του ενεργητικού ( Δείτε ανωτέρω παρ. 18 ].
Επίσης δεν περιλαμβάνονται
Περιπτώσεις που υπάγονται στο άρθρο 51 «Παροχή πιστώσεων κ.λπ. για απόκτηση ιδίων μετοχών»
Βήμα Τρίτο : Διαδικασία για την έγκυρη χορήγηση άδειας από την εταιρεία προς κατάρτιση συναλλαγών με συνδεδεμένα πρόσωπα (άρθρο 100 και 101 ).
Αυτές συνίστανται (σωρευτικώς):
(α)στη χορήγηση άδειας από το αρμόδιο εταιρικό όργανο,
Αρχικά : Απόφαση του Δ.Σ
Ως προς το αρμόδιο εταιρικό όργανο, η παράγραφος 1 προβλέπει ότι η σχετική άδεια χορηγείται κατ’ αρχήν από το Δ.Σ. και έχει διάρκεια ισχύος έξι (6) μήνες ή ένα (1) έτος, επί επαναλαμβανόμενων συμβάσεων με το ίδιο πρόσωπο.
Η νέα ρύθμιση διαφοροποιείται από το προϊσχύσαν άρθρο 23α του κ.ν. 2190/1920, σύμφωνα με το οποίο η χορήγηση άδειας επαφίετο αποκλειστικά στη γενική συνέλευση. Αυτό δεν σημαίνει εντούτοις ότι αποκλείεται οποιαδήποτε συμμετοχή της γενικής συνέλευσης στην διαδικασία αδειοδότησης της συναλλαγής της εταιρείας με συνδεδεμένα πρόσωπα.
Μετέπειτα : Ενδεχόμενη Παραπομπή του θέματος στην Γ.Σ. – Δικαίωμα μειοψηφίας
Παρέχεται η δυνατότητα να παραπεμφθεί το θέμα στη Γ.Σ.,
· αν ζητήσει αυτό μειοψηφία του 5% (*) του μετοχικού κεφαλαίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της χορήγησης άδειας από το Δ.Σ. ή
· όταν η λήψη απόφασης από το τελευταίο είναι αδύνατη, π.χ. λόγω σύγκρουσης συμφερόντων των περισσότερων μελών του (παράγραφος 3 του άρθρου 97).
· (*) Παρέχεται η δυνατότητα καταστατικής πρόβλεψης ότι το δικαίωμα αυτό το έχει μικρότερη μειοψηφία, όχι κατώτερη του 1%.
Συνέπειες παραβάσεων
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δ.Σ. προέβη στη σύναψη της σύμβασης με συνδεδεμένο πρόσωπο χωρίς να λάβει προηγουμένως την άδεια της Γ.Σ. για τη συγκεκριμένη συναλλαγή (π.χ. πριν από την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας ή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας και πριν από τη συνεδρίαση της Γ.Σ.), η χορήγηση της άδειας με μεταγενέστερη απόφαση της γενικής συνέλευσης ματαιώνεται, εάν αντιταχθεί σε αυτήν το 1/20 του εκπροσωπούμενου στη σχετική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου (και εδώ το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό μέχρι το 1%).
Κώλυμα συμμετοχής Μετόχου :
Σύμφωνα με το άρθρο 100, παρ. 5, «Στην περίπτωση που η συναλλαγή αφορά μέτοχο της εταιρείας, ο συγκεκριμένος μέτοχος δεν μετέχει στην ψηφοφορία της γενικής συνέλευσης και δεν υπολογίζεται για το σχηματισμό της απαρτίας και της πλειοψηφίας. Ομοίως δεν μετέχουν στην ψηφοφορία άλλοι μέτοχοι, με τους οποίους ο αντισυμβαλλόμενος συνδέεται με σχέση υπαγόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 99.Η παρούσα δεν εφαρμόζεται:
(α) σε εταιρίες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά και
(β) επί εταιριών με εισηγμένες μετοχές, αν η άδεια του διοικητικού συμβουλίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 δόθηκε με τη συμφωνία της πλειοψηφίας των ανεξάρτητων μελών τούτου.
· Σε κάθε περίπτωση η χορήγηση της άδειας από τη γενική συνέλευση ματαιώνεται, αν αντιταχθούν σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου».
Τα δύο τελευταία εδάφια, τέθηκαν όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 7 του άρθρου 49 του ν. 4587/2018 (ΦΕΚ Α’ 218/24-12-2018) και ισχύουν από 01/01/2019, σύμφωνα με την παράγραφο 16 του ιδίου άρθρου 49.
Δηλαδή στην περίπτωση που η συναλλαγή αφορά μέτοχο της εταιρίας και το ζήτημα έχει αχθεί ενώπιον της ΓΣ, ο συγκεκριμένος μέτοχος δεν μπορεί να μετάσχει στην ψηφοφορία, έτσι ώστε να μη ματαιωθεί ο σκοπός του νόμου και ο ενδιαφερόμενος μέτοχος εγκρίνει την (ύποπτη) συναλλαγή με τη δική του ψήφο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 23α ΚΝ 2190/1920 δεν περιείχε απαγόρευση συμμετοχής στην ψηφοφορία της ΓΣ του ενδιαφερόμενου μετόχου.
( β)στην κατάρτιση έκθεσης αξιολόγησης (fairness opinion) προκειμένου για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά
Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή της γενικής λαμβάνεται με βάση έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή άλλου ανεξάρτητου προς την εταιρεία τρίτου μέρους, η οποία αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τους μετόχους που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας της εταιρείας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή, μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν.
Τα πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 99 (συνδεδεμένα μέρη) δεν συμμετέχουν στην κατάρτιση της έκθεσης.
[ Έκθεση αξιολόγησης (fairness opinion) ]
Η διάταξη του άρθρου 101 αναφέρεται στην έκθεση αξιολόγησης (fairness opinion) ) με αντικείμενο τον δίκαιο και εύλογο χαρακτήρα της συναλλαγής της εταιρείας με το συνδεδεμένο πρόσωπο και στη δημοσιότητα των συναλλαγών αυτών της εταιρείας. Η νέα ρύθμιση διαφοροποιείται από εκείνη του άρθρου 23α του κ.ν. 2190/1920, υπό την έννοια ότι:
α) καθιστά (για τις εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά) υποχρεωτική την λήψη έκθεσης αξιολόγησης και
β) προβλέπει γενικευμένη δημοσιότητα της απόφασης του Δ.Σ. ή, κατά περίπτωση, της γενικής συνέλευσης που χορηγεί άδεια για την κατάρτιση μίας τέτοιας συναλλαγής.
Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το επισυναπτόμενο έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
· Πρόκειται για εργασία αποτίμησης που δεν εμπίπτει στα επαγγελματικά πρότυπα της IFAC.
· Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 101 η συγκεκριμένη έκθεση παρέχεται από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή Ελεγκτική Εταιρεία ή άλλο ανεξάρτητο προς την εταιρεία τρίτο μέρος. Οι υπηρεσίες αποτίμησης περιλαμβάνονται στις απαγορευμένες υπηρεσίες που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού ΕΕ 537/2014, ως εκ τούτου η συγκεκριμένη υπηρεσία δεν δύναται να διενεργείται από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή και την Ελεγκτική Εταιρεία που έχουν αναλάβει τον υποχρεωτικό έλεγχο.
γ) στην τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας.
Ο νόμος απαιτεί :
(1) Πρώτον την δημοσίευση της ανακοίνωσης της χορήγησης της αδείας από το Δ.Σ ( που αποτελεί και το εναρκτήριο σημείο για τη 10ήμερη προθεσμία του αιτήματος της μειοψηφίας, προκειμένου το θέμα να αχθεί στη ΓΣ), ( άρθρο 100, Παρ. 3 )
(2) Δεύτερον την δημοσιότητα της ανακοίνωσης για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. (άρθρο 101, Παρ. 2 )
Η ανακοίνωση περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον πληροφορίες: (α) ως προς τη φύση της σχέσης της εταιρείας με το συνδεδεμένο μέρος, (β) την ημερομηνία και την αξία της συναλλαγής, (γ) κάθε άλλη πληροφορία που είναι αναγκαία για να αξιολογηθεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τα πρόσωπα που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας. (άρθρο 101, Παρ. 3 )
Περίπτωση μοναδικού μετόχου
Συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ του μοναδικού μετόχου και της εταιρείας καταχωρίζονται στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου ή καταρτίζονται εγγράφως με ποινή ακυρότητας. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στις τρέχουσες συναλλαγές της εταιρείας κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 99. ( άρθρο 101, Παρ. 4 )
Υπενθύμιση υποχρεώσεων σχετικά με τις Ενδοομιλικές Συναλλαγές
« Ν. 4174/2013, Άρθρο 21. Φάκελος Τεκμηρίωσης : 1. Για τις μεταξύ τους συναλλαγές που εμπίπτουν στο άρθρο 50 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος [1. Νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες όταν πραγματοποιούν συναλλαγές, μία ή περισσότερες, διεθνείς ή και εγχώριες, με συνδεδεμένα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε. με οικονομικούς ή εμπορικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα ίσχυαν μεταξύ μη συνδεδεμένων προσώπων (ανεξάρτητων επιχειρήσεων) ή μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων και τρίτων, οποιαδήποτε κέρδη τα οποία χωρίς τους όρους αυτούς θα είχαν πραγματοποιηθεί από το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω των διαφορετικών όρων (αρχή των ίσων αποστάσεων) περιλαμβάνονται στα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας μόνον στο βαθμό που δεν μειώνουν το ποσό του καταβλητέου φόρου. ] , καθώς και τη μεταξύ τους μεταφορά λειτουργιών του άρθρου 51 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα συνδεδεμένα πρόσωπα κατά την έννοια της περίπτωσης ζ’ του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, υποχρεούνται να τηρούν Φάκελο Τεκμηρίωσης. Φάκελο Τεκμηρίωσης υποχρεούνται να τηρούν και οι μόνιμες εγκαταστάσεις αλλοδαπών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, για τις παραπάνω συναλλαγές τους με το κεντρικό ή με τα συνδεδεμένα πρόσωπα του κεντρικού τους στην αλλοδαπή, καθώς και τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για τις παραπάνω συναλλαγές τους με μόνιμες εγκαταστάσεις που διατηρούν στην αλλοδαπή. 2. Οι υπόχρεοι της παραγράφου 1 απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης Φακέλου Τεκμηρίωσης, εφόσον: α) οι παραπάνω συναλλαγές ή μεταφορά λειτουργιών ανέρχονται μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά φορολογικό έτος και αθροιστικώς, όταν ο κύκλος εργασιών του υπόχρεου δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) εκατομμύρια ευρώ ανά φορολογικό έτος, ή β) οι παραπάνω συναλλαγές ή μεταφορά λειτουργιών ανέρχονται μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ ανά φορολογικό έτος και αθροιστικώς, όταν ο κύκλος εργασιών του υπόχρεου υπερβαίνει τα πέντε (5) εκατομμύρια ευρώ ανά φορολογικό έτος. 3. Ο Φάκελος Τεκμηρίωσης, που αποτελείται κατά περίπτωση από το Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης και τον Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης, καταρτίζεται έως τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και συνοδεύεται από Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών, ο οποίος υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέσα στην ίδια προθεσμία. ……»
· Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δικαιούνται να λάβουν αμοιβή ή άλλες παροχές, σύμφωνα με το νόμο και τα οριζόμενα στο καταστατικό και, κατά περίπτωση, την πολιτική αποδοχών της εταιρείας.
· Αμοιβή ή παροχή που χορηγείται σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και δεν ρυθμίζεται στον νόμο ή το καταστατικό βαρύνει την εταιρεία μόνο αν εγκριθεί με ειδική απόφαση της γενικής συνέλευσης με την επιφύλαξη των οριζομένων στα άρθρα 110 έως 112.
· Αμοιβή συνιστάμενη σε συμμετοχή στα κέρδη της χρήσεως παρέχεται μόνον αν αυτό προβλέπεται στο καταστατικό. Το ύψος της ανωτέρω αμοιβής προσδιορίζεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης, η οποία αποφασίζει με απλή απαρτία και πλειοψηφία.
Αμοιβή χορηγούμενη από τα κέρδη της χρήσεως λαμβάνεται από το υπόλοιπο των καθαρών κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων για τακτικό αποθεματικό και τη διανομή του ελάχιστου μερίσματος υπέρ των μετόχων.
Επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά η παρούσα παράγραφος ισχύει με την επιφύλαξη των οριζομένων στα άρθρα 110 έως 112.
Σχετικά άρθρα
· Άρθρο 109. Διαδικασία και προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών
· Άρθρο 110. Πολιτική αποδοχών (Άρθρο 9α της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)
· Άρθρο 111. Περιεχόμενο της πολιτικής αποδοχών (Άρθρο 9α της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)
· Άρθρο 113. Πρόγραμμα διάθεσης μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό
· Άρθρο 114. Δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό
Προσοχή :
· Το άρθρο 109 περιέχει διατάξεις που αφορούν όλες τις εταιρίες, εισηγμένες ή μη, ενώ τα άρθρα 110-112 αφορούν μόνο τις εισηγμένες.
Χρόνος Εφαρμογής :
Τα άρθρα 109 έως 112 [ ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ] εφαρμόζονται στις αμοιβές που αντιστοιχούν στις χρήσεις που αρχίζουν μετά τις 31.12.2018.
( Άρθρο 187. Μεταβατικές διατάξεις )
Ευρωπαϊκές Οδηγίες
Οδηγία (ΕΕ) 2017/828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, για την τροποποίηση της οδηγίας 2007/36/ΕΚ όσον αφορά την ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης ενεργού συμμετοχής των μετόχων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Άρθρο 9α
Δικαίωμα ψήφου επί της πολιτικής αποδοχών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες θεσπίζουν πολιτική αποδοχών όσον αφορά τα διοικητικά στελέχη και ότι οι μέτοχοι δικαιούνται να ψηφίζουν επί της πολιτικής αποδοχών στη γενική συνέλευση.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ψήφος των μετόχων επί της πολιτικής αποδοχών στη γενική συνέλευση είναι δεσμευτική. Οι εταιρείες καταβάλλουν αμοιβή στα διοικητικά στελέχη τους μόνο σύμφωνα με πολιτική αποδοχών που έχει εγκριθεί από τους μετόχους στη γενική συνέλευση.
Σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει ακόμη εγκριθεί πολιτική αποδοχών και η γενική συνέλευση δεν εγκρίνει την προτεινόμενη πολιτική, η εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να καταβάλλει τις αμοιβές των διοικητικών στελεχών της σύμφωνα με τις ισχύουσες πρακτικές, και υποβάλλει αναθεωρημένη πολιτική προς έγκριση κατά την επόμενη γενική συνέλευση.
Σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών και η γενική συνέλευση δεν εγκρίνει την προτεινόμενη νέα πολιτική, η εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να καταβάλλει τις αμοιβές των διοικητικών στελεχών της σύμφωνα με τις ισχύουσες πρακτικές, και υποβάλλει αναθεωρημένη πολιτική προς έγκριση κατά την επόμενη γενική συνέλευση.
3. Ωστόσο τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η ψηφοφορία επί της πολιτικής αποδοχών κατά τη γενική συνέλευση έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή, οι εταιρείες καταβάλλουν αμοιβή στα διοικητικά στελέχη τους μόνο σύμφωνα με πολιτική αποδοχών που έχει υποβληθεί σε τέτοια ψηφοφορία στη γενική συνέλευση. Σε περίπτωση που η γενική συνέλευση απορρίψει την προτεινόμενη πολιτική αποδοχών, η εταιρία υποβάλλει αναθεωρημένη πολιτική προς ψηφοφορία κατά την επόμενη γενική συνέλευση.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις εταιρείες, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να παρεκκλίνουν προσωρινά από την πολιτική αποδοχών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω πολιτική περιλαμβάνει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί παρέκκλιση και καθορίζει τα στοιχεία της πολιτικής για τα οποία μπορεί να εφαρμοστεί παρέκκλιση.
Οι εξαιρετικές περιστάσεις όπως αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καλύπτουν μόνο καταστάσεις όπου η παρέκκλιση από την πολιτική αποδοχών είναι αναγκαία για τη μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση των συμφερόντων και για την αειφορία της εταιρείας στο σύνολό της ή προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά της.
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες υποβάλλουν την πολιτική αποδοχών σε ψηφοφορία στη γενική συνέλευση κάθε φορά που σημειώνεται ουσιώδης μεταβολή και σε κάθε περίπτωση ανά τέσσερα έτη κατ’ ελάχιστο.
6. Η πολιτική αποδοχών συνεισφέρει στην επιχειρηματική στρατηγική και στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα και τη βιωσιμότητα της εταιρείας και διευκρινίζει τον τρόπο συνεισφοράς. Η πολιτική είναι σαφής και κατανοητή και περιγράφει τις διαφορετικές συνιστώσες για τη χορήγηση σταθερών και μεταβλητών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων όλων των επιμισθίων και άλλων επιδομάτων οποιασδήποτε μορφής τα οποία μπορεί να χορηγούνται σε διοικητικά στελέχη, και υποδεικνύει τα αντίστοιχα σχετικά ποσοστά.
Εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο λήφθηκαν υπόψη οι μισθολογικές και εργασιακές συνθήκες των εργαζομένων της εταιρείας κατά τον καθορισμό της πολιτικής αποδοχών.
Όταν η εταιρεία χορηγεί μεταβλητές αποδοχές, η πολιτική αποδοχών αναφέρει σαφή, περιεκτικά και διαφοροποιημένα κριτήρια για τη χορήγηση των μεταβλητών αποδοχών. Αναφέρει τα κριτήρια χρηματοοικονομικής και μη χρηματοοικονομικής απόδοσης που θα εφαρμοστούν, περιλαμβανομένων, όπου κρίνεται σκόπιμο, των κριτηρίων που σχετίζονται με την εταιρική κοινωνική ευθύνη, και επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλουν στους στόχους που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, καθώς και τις μεθόδους που θα εφαρμοστούν για να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο πληρούνται τα κριτήρια απόδοσης. Προσδιορίζει πληροφορίες σχετικά με τυχόν περιόδους αναβολής και σχετικά με τη δυνατότητα ανάκτησης των μεταβλητών αποδοχών από την εταιρεία.
Όταν η εταιρεία χορηγεί αποδοχές βάσει μετοχών, η πολιτική προσδιορίζει τις περιόδους κατοχύρωσης και, όπου κρίνεται σκόπιμο, τη διατήρηση μετοχών μετά την κατοχύρωση και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι αποδοχές βάσει μετοχών συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.
Η πολιτική αποδοχών αναφέρει τη διάρκεια των συμβάσεων ή των συμφωνιών με διοικητικά στελέχη και τις εφαρμοζόμενες προθεσμίες προειδοποίησης, τα βασικά χαρακτηριστικά της συμπληρωματικής σύνταξης ή των προγραμμάτων πρόωρης συνταξιοδότησης και τους όρους καταγγελίας των συμβάσεων και τις πληρωμές που συνδέονται με την καταγγελία των συμβάσεων.
Στην πολιτική αποδοχών επεξηγείται η διαδικασία λήψης αποφάσεων και ακολουθεί ο προσδιορισμός της, η επανεξέταση και η εφαρμογή της, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για την αποφυγή ή τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, και, όπου κρίνεται σκόπιμο, ο ρόλος της επιτροπής αποδοχών και άλλων σχετικών επιτροπών. Σε περίπτωση που αναθεωρείται η πολιτική, περιγράφονται και επεξηγούνται όλες οι σημαντικές μεταβολές και ο τρόπος με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι ψήφοι και οι απόψεις των μετόχων επί της πολιτικής και των εκθέσεων, από την τελευταία ψηφοφορία σχετικά με την πολιτική αποδοχών κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων και έπειτα.
7. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, μετά την ψηφοφορία επί της πολιτικής αποδοχών στη γενική συνέλευση, η πολιτική μαζί με την ημερομηνία και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας δημοσιεύεται, χωρίς καθυστερήσεις, και παραμένει διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο της εταιρείας, χωρίς χρέωση, τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα ισχύει.
Άρθρο 9β
Πληροφορίες παρεχόμενες στην έκθεση αποδοχών και δικαίωμα ψήφου επί της έκθεσης αποδοχών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η εταιρεία καταρτίζει σαφή και κατανοητή έκθεση αποδοχών, η οποία παρουσιάζει ολοκληρωμένη επισκόπηση των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων όλων των επιδομάτων οποιασδήποτε μορφής που χορηγήθηκαν ή οφείλονταν στα επιμέρους διοικητικά στελέχη, συμπεριλαμβανομένων των νεοπροσληφθέντων και των παλαιότερων διοικητικών στελεχών, κατά το τελευταίο οικονομικό έτος, σύμφωνα με την πολιτική αποδοχών που αναφέρεται στο άρθρο 9α.
Η έκθεση αποδοχών περιέχει, κατά περίπτωση, τις ακόλουθες πληροφορίες αναφορικά με τις αποδοχές κάθε επιμέρους διευθυντικού στελέχους:
α) το σύνολο των αποδοχών που έχουν χορηγηθεί ή καταβληθεί, με ανάλυση στις επιμέρους συνιστώσες τους, τα σχετικά ποσοστά των σταθερών και των μεταβλητών αποδοχών, επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι συνολικές αποδοχές συμμορφώνονται με την εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών, περιλαμβανομένης της συμβολής τους στη μακροπρόθεσμη απόδοση της εταιρείας, και πληροφορίες για τον τρόπο εφαρμογής των κριτηρίων απόδοσης·
β) την ετήσια μεταβολή των αποδοχών της απόδοσης της εταιρείας και των μέσων αποδοχών των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης της εταιρείας, εκτός των διοικητικών στελεχών, κατά τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη τουλάχιστον, με κοινή παρουσίαση των εν λόγω στοιχείων κατά τρόπο που να διευκολύνει τη σύγκριση·
γ) τις όποιες αποδοχές από οποιαδήποτε εταιρεία ανήκει στον ίδιο όμιλο, όπως ορίζεται στο σημείο 11) του άρθρου 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*11)·
δ) τον αριθμό μετοχών και δικαιωμάτων προαίρεσης για μετοχές που έχουν χορηγηθεί ή προσφερθεί και τις κύριες προϋποθέσεις άσκησης των δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων της τιμής και της ημερομηνίας άσκησης, καθώς και οποιαδήποτε μεταβολή τους·
ε) πληροφορίες για τη χρήση της δυνατότητας ανάκτησης μεταβλητών αποδοχών·
στ) πληροφορίες σχετικά με τυχόν παρεκκλίσεις από τη διαδικασία για την εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών που αναφέρονται στο άρθρο 9α παράγραφος 6 και σχετικά με τυχόν παρεκκλίσεις που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 9α παράγραφος 4, καθώς και την επεξήγηση της φύσης των εξαιρετικών περιστάσεων και την ένδειξη των συγκεκριμένων στοιχείων έναντι των οποίων σημειώθηκε η παρέκκλιση.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες δεν περιλαμβάνουν στην έκθεση αποδοχών ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των επιμέρους διοικητικών στελεχών κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*12) ή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση επιμέρους διοικητικών στελεχών.
3. Οι εταιρείες επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικών στελεχών που περιλαμβάνονται στην έκθεση αποδοχών βάσει του παρόντος άρθρου προς τον σκοπό της αύξησης της εταιρικής διαφάνειας όσον αφορά τις αποδοχές των διοικητικών στελεχών, με στόχο την ενίσχυση της λογοδοσίας των διοικητικών στελεχών και της εποπτείας των μετόχων επί των αποδοχών των διοικητικών στελεχών.
Με την επιφύλαξη τυχόν μεγαλύτερης προθεσμίας που προβλέπεται από ενωσιακή τομεακή νομοθετική πράξη, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εταιρείες δεν θα δημοσιοποιούν, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των διοικητικών στελεχών που περιλαμβάνονται στην έκθεση αποδοχών, βάσει του παρόντος άρθρου, μετά την πάροδο 10 ετών από τη δημοσίευση της έκθεσης αποδοχών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν βάσει νομοθεσίας την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων διοικητικών στελεχών για άλλους σκοπούς.
4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ετήσια γενική συνέλευση έχει δικαίωμα να πραγματοποιήσει συμβουλευτική ψηφοφορία επί της έκθεσης αποδοχών του τελευταίου οικονομικού έτους. Η εταιρεία επεξηγεί στην επόμενη έκθεση αποδοχών πώς ελήφθη υπόψη η ψηφοφορία κατά τη γενική συνέλευση.
Ωστόσο, για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ αντίστοιχα, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, ως εναλλακτική επιλογή έναντι της ψηφοφορίας, να υποβληθεί προς συζήτηση η έκθεση αποδοχών του τελευταίου οικονομικού έτους κατά την ετήσια γενική συνέλευση ως χωριστό σημείο της ημερήσιας διάταξης. Η εταιρεία επεξηγεί στην επόμενη έκθεση αποδοχών πώς η συζήτηση κατά τη γενική συνέλευση ελήφθη υπόψη.
5. Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 παράγραφος 4, μετά τη γενική συνέλευση οι εταιρείες καθιστούν διαθέσιμη στο κοινό την έκθεση αποδοχών στον δικτυακό τους τόπο, χωρίς χρέωση, για περίοδο 10 ετών και μπορούν να επιλέξουν να τη διατηρήσουν διαθέσιμη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιέχει πλέον δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των διοικητικών στελεχών. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο ελέγχει κατά πόσον έχουν παρασχεθεί οι πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του παρόντος άρθρου.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα διοικητικά στελέχη της εταιρείας, που ενεργούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που τους αναθέτει το εθνικό δίκαιο, έχουν συλλογική ευθύνη να διασφαλίζουν ότι η έκθεση αποδοχών καταρτίζεται και δημοσιεύεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι νομοθετικές, διοικητικές και κανονιστικές διατάξεις τους περί αστικής ευθύνης, τουλάχιστον έναντι της εταιρείας, να εφαρμόζονται για τα διοικητικά στελέχη των εταιρειών για παράβαση των καθηκόντων της παρούσας παραγράφου.
6. Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίζεται εναρμόνιση σχετικά με το παρόν άρθρο, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που προσδιορίζουν την τυποποιημένη παρουσίαση των πληροφοριών που ορίζονται στην παράγραφο 1.
Είδος αμοιβών που λαμβάνουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου
ΕΙΔΟΣ ΑΜΟΙΒΗΣ Ή ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΜΕΛΩΝ Δ.Σ και ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΜΕ “ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ”
ΑΡΜΟΔΙΟ ΟΡΓΑΝΟ
Αμοιβή ή άλλες παροχές, σύμφωνα με το νόμο και τα οριζόμενα στο καταστατικό και, κατά περίπτωση, την πολιτική αποδοχών της εταιρείας – Μπορεί να μειωθεί από το δικαστήριο αν, με τις υφιστάμενες συνθήκες, είναι κατά εύλογη κρίση υπέρογκη και αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή μέτοχοι που εκπροσωπούν το (1/10) του κεφαλαίου.
Αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης ( Άρθρο 117)
Αμοιβή ή παροχή που χορηγείται σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και δεν ρυθμίζεται στο νόμο και το καταστατικό . – Μπορεί να μειωθεί από το δικαστήριο αν, με τις υφιστάμενες συνθήκες, είναι κατά εύλογη κρίση υπέρογκη και αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή μέτοχοι που εκπροσωπούν το (1/10) του κεφαλαίου.
Αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης ( Άρθρο 117) – Ειδική απόφαση [ Με την επιφύλαξη των οριζομένων στα άρθρα 110 έως 112 ( πολιτική αποδοχών ) .
Αμοιβή συνιστάμενη σε συμμετοχή στα κέρδη της χρήσεως – Λαμβάνεται από το υπόλοιπο των καθαρών κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων για τακτικό αποθεματικό και τη διανομή του ελάχιστου μερίσματος υπέρ των μετόχων – Επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ισχύει με την επιφύλαξη των οριζομένων στα άρθρα 110 έως 112 ( πολιτική αποδοχών ) .
Αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης ( Άρθρο 117) – Μόνο αν αυτό προβλέπεται στο καταστατικό
Αμοιβή σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου για υπηρεσίες προς την εταιρεία βάσει ειδικής σχέσης, όπως ενδεικτικώς, από σύμβαση εργασίας, έργου ή εντολής
Αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης ( Άρθρο 117) -Καταβάλλεται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 99 έως 101 ( Συνδεδεμένα Μέρη).
Προκαταβολή αμοιβής για το χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη τακτική γενική συνέλευση [ ΝΈΟ ]
Αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης ( Άρθρο 117)
Αποζημιώσεις και δαπάνες που καταβάλλονται δυνάμει κατά νόμο εγκεκριμένης, όπου απαιτείται, έννομης σχέσης (π.χ. δαπάνες στο πλαίσιο εργασίας ή εντολής) ή/και προβλέπονται εκ του νόμου (π.χ. ΑΚ 723),
Οι διατάξεις των άρθρων 109 επ. (όπως άλλωστε και εκείνες του άρθρου 99) δεν ισχύουν όπως άλλωστε ισχύει και σήμερα, κατά πάγια θέση της νομολογίας. (Αιτιολογική )
Στις εισηγμένες εταιρίες ο προσδιορισμός των αμοιβών των μελών του Δ.Σ του, υπόκειται και σε επιπλέον διαδικασία : την «πολιτική αποδοχών» και την «έκθεση αποδοχών».
«Πολιτική» και «Έκθεση» αποδοχών – Υποχρέωση των « Εισηγμένων Εταιρειών» ( άρθρα 110-112 )
· Εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά υποχρεούνται να θεσπίζουν πολιτική αποδοχών για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και, αν υπάρχει, για τον γενικό διευθυντή ή τον αναπληρωτή του.
· Με καταστατική διάταξη μπορεί να ορίζεται ότι οι διατάξεις εφαρμόζονται: (α) και σε διοικητικά στελέχη, όπως αυτά ορίζονται στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24 παράγραφος 9, καθώς (β) και σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.
· Η πολιτική αποδοχών υποβάλλεται στην έγκριση της γενικής συνέλευσης. Η ψήφος των μετόχων επί της πολιτικής αποδοχών είναι δεσμευτική.
· Η διάρκεια ισχύος της εγκεκριμένης πολιτικής αποδοχών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη από την έγκρισή της από τη γενική συνέλευση. Οι εταιρείες υποχρεούνται να υποβάλουν την πολιτική αποδοχών προς έγκριση στη γενική συνέλευση κάθε φορά που σημειώνεται ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών με τις οποίες καταρτίσθηκε η εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών και σε κάθε περίπτωση ανά τέσσερα (4) έτη από την έγκρισή της.
· Η εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών μαζί με την ημερομηνία και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας υποβάλλεται σε διατυπώσεις δημοσιότητας και παραμένει διαθέσιμη στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας, χωρίς χρέωση, τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα αυτή ισχύει.
· Η πολιτική αποδοχών του προηγουμένου άρθρου περιγράφει με τρόπο σαφή και κατανοητό κατ’ ελάχιστο τα εξής: ( βλ. άρθρο 111 )
· Η εταιρεία με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά υποχρεούται να καταρτίζει σαφή και κατανοητή έκθεση αποδοχών, η οποία περιέχει ολοκληρωμένη επισκόπηση του συνόλου των αποδοχών για το τελευταίο οικονομικό έτος.
· Η έκθεση αποδοχών περιέχει, κατ’ ελάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τις αποδοχές κάθε επιμέρους μέλους του διοικητικού συμβουλίου: ( βλ. άρθρο 112 )
· Η έκθεση αποδοχών του τελευταίου οικονομικού έτους υποβάλλεται προς συζήτηση στην τακτική γενική συνέλευση, ως αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης.
· Οι εταιρείες καθιστούν αμελλητί διαθέσιμη στο κοινό την έκθεση αποδοχών στον διαδικτυακό τους τόπο, χωρίς χρέωση, για περίοδο δέκα (10) ετών.
Stock Options ( δικαιώματος προαίρεσης ) – Πρόγραμμα διάθεσης μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό ( άρθρο 113 )
Με το άρθρο αυτό επαναλαμβάνεται η ρύθμιση των παραγράφων 13 και 14 του άρθρου 13 κ.ν. 2190/1920 για τη διάθεση μετοχών στα μέλη του Δ.Σ. και το προσωπικό της εταιρείας. Το άρθρο περιέχει ειδική αναφορά στην περίπτωση που υπάρχει εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών στην εταιρεία:, σύμφωνα με την παράγραφο 5, δεν υπάρχει ανάγκη για την έγκριση του προγράμματος διάθεσης των μετοχών με απόφαση της Γ.Σ., όταν το ίδιο πρόγραμμα έχει ήδη εγκριθεί στην απόφαση της Γ.Σ. που ενέκρινε την πολιτική αποδοχών.
· Λαμβάνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία
· Δικαιούχοι : Μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό της εταιρείας, καθώς και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014
· Με τη χορήγηση stock options, ο εργοδότης παρέχει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αποκτήσει, υπό όρους, συγκεκριμένο αριθμό μετοχών της εταιρείας σε προκαθορισμένη μελλοντική χρονική στιγμή και σε προκαθορισμένη προνομιακή τιμή.
· Η συνολική ονομαστική αξία των μετοχών που διατίθενται κατά την παρούσα παράγραφο δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, συνολικά, το (1/10) του κεφαλαίου, που είναι καταβεβλημένο κατά την ημερομηνία της απόφασης της γενικής συνέλευσης.
· Το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος, εκδίδει στους δικαιούχους που άσκησαν το δικαίωμά τους πιστοποιητικά δικαιώματος απόκτησης μετοχών και, ανά ημερολογιακό τρίμηνο κατ’ ανώτατο όριο, παραδίδει τις μετοχές που έχουν ήδη εκδοθεί ή εκδίδει και παραδίδει τις μετοχές στους παραπάνω δικαιούχους, αυξάνοντας το κεφάλαιο της εταιρείας και τροποποιώντας αντίστοιχα το καταστατικό.
· Η γενική συνέλευση, με απόφασή της που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και υποβάλλεται σε δημοσιότητα, μπορεί να εξουσιοδοτεί το διοικητικό συμβούλιο να θεσπίζει πρόγραμμα διάθεσης μετοχών.
Φορολογικές Διατάξεις
· Ν. 4172/2013, Άρθρο 13. Παροχές σε είδος : « 4. Η αγοραία αξία των παροχών σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών προσδιορίζεται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης ή μεταβίβασής του και ανεξαρτήτως εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση. Η αγοραία αξία άσκησης δικαιώματος είναι η τιμή κλεισίματος της μετοχής στο χρηματιστήριο μειωμένη κατά την τιμή διάθεσης του δικαιώματος».
· Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει τα δικαιώματα που ασκούνται από την έναρξη ισχύος της διάταξης (δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 2014) ανεξαρτήτως του πότε είχε χορηγηθεί το εν λόγω δικαίωμα και επίσης καταλαμβάνει και δικαιώματα προαίρεσης απόκτησης μετοχών που διαπραγματεύονται και σε αλλοδαπά χρηματιστήρια.
· Aρ. πρωτ.: ΔΕΑΦ 1055728 ΕΞ 2015/23.4.2015 Διευκρινίσεις σχετικά με το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης απόκτησης μετοχών προκειμένου για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ.4 του άρθρου 13 του ν. 4172/2013
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι κρίσιμος χρόνος άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης είναι εκείνος κατά τον οποίο μεταβιβάζονται οι μετοχές με μεταφορά αυτών στις μερίδες των δικαιούχων στο Σ.Α.Τ., καθόσον κατά το χρόνο αυτό ο δικαιούχος αποκτά τυχόν ωφέλεια, η οποία αποτιμάται στην τιμή κλεισίματος κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο μειωμένη με την τιμή διάθεσης του δικαιώματος (προνομιακή τιμή).
(Stock awards) – Δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό ( άρθρο 114 )
Για λόγους κωδικοποίησης του δικαίου ενσωματώνεται στον νόμο περί ανωνύμων εταιρειών η ρύθμιση του προεδρικού διατάγματος 30/1988, το οποίο καταργείται. Το π.δ. 30/1988 περιέχει ρυθμίσεις για τη δωρεάν διάθεση μετοχών στους εργαζομένους (stock awards) και τη χορήγηση δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών (stock options). Η δεύτερη αυτή ρύθμιση είχε καταργηθεί σιωπηρά με την εισαγωγή του θεσμού των δικαιωμάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών στον κ.ν. 2190/1920 (άρθρο 13), όμως η δυνατότητα δωρεάν διάθεσης εξακολουθούσε μέχρι σήμερα να διέπεται από το π.δ. 30/1988.
Το νέο άρθρο δεν ρυθμίζει την περίπτωση διάθεσης μετοχών όχι δωρεάν, αλλά σε τιμή χαμηλότερη της ονομαστικής.
Όμως αυτό θα οδηγούσε σε αρκετά περίπλοκες ρυθμίσεις, αφού οι μετοχές αυτές θα πρέπει να εκδοθούν με συνδυασμό πραγματικής και λογιστικής αύξησης κεφαλαίου, η δε ονομαστική αξία εν μέρει θα προέρχεται από το ποσό που καταβάλει ο εργαζόμενος και εν μέρει από αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται. Όμως τέτοια ρύθμιση δεν υπάρχει ούτε στο π.δ. 30/1988 και άλλωστε δεν υπάρχει πραγματική σχετική ανάγκη.
Αν μια εταιρεία επιθυμεί π.χ. να δώσει σε έναν εργαζόμενο 100 μετοχές ονομαστικής αξίας 1 ευρώ προς 0,50 ευρώ ανά μετοχή, μπορεί να του δώσει 50 δωρεάν και 50 προς 1 ευρώ.
Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την περίπτωση που η εταιρεία έχει εγκρίνει ήδη την πολιτική αποδοχών που προβλέπει την δωρεάν διάθεση μετοχών:, σύμφωνα με την παρ. 4 δεν υπάρχει ανάγκη για την έγκριση του προγράμματος διάθεσης των μετοχών με απόφαση της Γ.Σ., όταν το ίδιο πρόγραμμα έχει ήδη εγκριθεί στην απόφαση της Γ.Σ. που ενέκρινε την πολιτική αποδοχών.
· Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία μπορεί να αποφασίζεται η δωρεάν διάθεση μετοχών στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό της εταιρείας, καθώς και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014. [ δεν εφαρμόζεται επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, εφόσον το πρόγραμμα διάθεσης μετοχών περιλαμβάνεται στην εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών ]
· Ως δικαιούχοι μπορούν να οριστούν και πρόσωπα που παρέχουν στην εταιρεία υπηρεσίες σε σταθερή βάση.
· Περίληψη της απόφασης υποβάλλεται σε δημοσιότητα.
· Η εταιρεία είτε διαθέτει ίδιες μετοχές που αποκτώνται ή έχουν ήδη αποκτηθεί, είτε εκδίδει νέες μετοχές με κεφαλαιοποίηση μη διανεμηθέντων κερδών ή διανεμητών αποθεματικών ή διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο.
· Η απόφαση της γενικής συνέλευσης πρέπει να ορίζει τον αριθμό των μετοχών που θα διατεθούν και το κατά πόσο θα πρόκειται για ίδιες ή για νέες μετοχές, την κατηγορία των μετοχών που θα διατεθούν, τους όρους της διάθεσης, όπως ιδίως την τυχόν υποχρέωση διακράτησης των μετοχών για ορισμένο χρονικό διάστημα, τους δικαιούχους ή τις κατηγορίες τους και κάθε άλλο συναφή όρο.
· Μπορεί να ανατίθεται στο διοικητικό συμβούλιο ο καθορισμός των δικαιούχων ή των κατηγοριών τους και οποιοσδήποτε άλλος όρος.
· Η ονομαστική αξία των μετοχών που διατίθενται κατά το άρθρο αυτό αθροιζόμενη με την ονομαστική αξία των μετοχών που ενδέχεται να διατεθούν με βάση τυχόν εκκρεμή δικαιώματα προαίρεσης απόκτησης μετοχών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει συνολικά το ένα δέκατο (1/10) του κεφαλαίου που είναι καταβεβλημένο κατά την ημερομηνία της απόφασης της γενικής συνέλευσης.
· Η διάθεση μετοχών του παρόντος άρθρου μπορεί να συνδυάζεται με εκείνη του άρθρου 113.
Σ.ΛΟ.Τ. αριθμ. πρωτ.: 339 ΕΞ 29.2.2016 Χειρισμός δικαιωμάτων προαίρεσης επί μετοχών βάσει των Ε.Λ.Π.
ΕΡΩΤΗΜΑ Η Εταιρεία XXX, η οποία είναι θυγατρική αλλοδαπής εταιρείας, συντάσσει τις χρηματοοικονομικές της καταστάσεις της 31 Δεκεμβρίου 2015 βάσει του Ν.4308/2014.
Ο Όμιλος στον οποίο ανήκει η Εταιρεία XXX έχει εκδώσει δικαιώματα προαίρεσης (stockoptions) σε εργαζομένους της Εταιρείας XXX επί μετοχών της υπερκείμενης μητρικής εταιρείας.
Η Εταιρεία καταχωρεί ως έξοδο μισθοδοσίας το κόστος των δικαιωμάτων αυτών κατά τη στιγμή που αυτά εξασκούνται από τους εργαζομένους της, βάσει τιμολογίου που λαμβάνει από τον Όμιλο. Σύμφωνα με το άρθρο 29, παρ. 12δ του Ν.4308/2014, θα πρέπει να γνωστοποιηθεί για την καθαρή θέση της οντότητας η ύπαρξη δικαιωμάτων προαίρεσης ή παρόμοιων τίτλων με μνεία του αριθμού τους, της αξίας τους και των δικαιωμάτων που παρέχουν. Το ερώτημα μας συνίσταται στα εξής: α) Θα πρέπει η Εταιρεία XXX να γνωστοποιήσει στο Προσάρτημα (Σημειώσεις) επί των χρηματοοικονομικών καταστάσεων τα δικαιώματα προαίρεσης που έχουν εκδοθεί από άλλη εταιρεία του Ομίλου στον οποίο ανήκει και τα οποία έχουν εκχωρηθεί σε εργαζομένους της; Αν ναι, ποια είναι η αξία στην οποία κάνει αναφορά η ανωτέρω παράγραφος των Ε.Λ.Π.; β) Εκτός της ανωτέρω γνωστοποίησης, ποια θα πρέπει να είναι η λογιστική αντιμετώπιση των δικαιωμάτων που έχουν εκδοθεί προς εργαζόμενους της Εταιρείας XXX από άλλη εταιρεία του Ομίλου στον οποίο ανήκει και δεν έχουν εξασκηθεί κατά το τέλος χρήσης; Θα πρέπει η Εταιρεία XXX να καταχωρήσει τα εν λόγω δικαιώματα στις χρηματοοικονομικές της καταστάσεις βάσει εύλογης αξίας σύμφωνα με το Δ.Π.Χ.Α.2-Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών ή να συνεχίσει να καταχωρεί μόνο το έξοδο που αφορά τα δικαιώματα που έχουν εξασκηθεί; ΑΠΑΝΤΗΣΗ (α) Τα αναφερόμενα δικαιώματα δεν σχετίζονται με την καθαρή θέση της ΧΧΧ και συνεπώς δεν απαιτείται γνωστοποίησή τους στις σημειώσεις της ΧΧΧ. (β) Από το Ν. 4308/2014, δεν προβλέπεται ειδικός λογιστικός χειρισμός για τέτοιου είδους συναλλαγές. Συνεπώς, η υποχρέωση της ΧΧΧ μπορεί να εξαντλείται στην αναγνώριση του εξόδου μισθοδοσίας βάσει του τιμολογίου που λαμβάνει από τον όμιλο.
Το Δ.Σ., που καταρχήν πρέπει να είναι τουλάχιστον τριμελές, μπορεί εφεξής για τις «μικρές» και «πολύ μικρές» εταιρείας να είναι και μονομελές.
Αντί διοικητικού συμβουλίου, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει το διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής), εκλεγόμενου από τη γενική συνέλευση. Ο σύμβουλος-διαχειριστής είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο. [δεν εφαρμόζεται στις μεγάλες και μεσαίες εταιρείες, ούτε σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.]
Επισήμανση: Η θέσπιση του μονομελούς διοικητικού συμβουλίου για τις μικρές και πολύ μικρές ανώνυμες εταιρείες, μπορεί να επιφέρει σημαντική μείωση των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων για τις «οικογενειακές» Α.Ε., καθώς υπόχρεοι σε ασφάλιση είναι τα μέλη του Δ.Σ. οι οποίοι είναι μέτοχοι κατά ποσοστό 3% τουλάχιστον .
Προσοχή :
Χρειάζεται να υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο Καταστατικό της Εταιρείας.
30) «Εκτελεστική Επιτροπή» ( Άρθρο 87 )
Με διάταξη του καταστατικού ή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εφόσον το καταστατικό το επιτρέπει, μπορεί επίσης να συγκροτείται εκτελεστική επιτροπή και να ανατίθενται σ’ αυτήν ορισμένες εξουσίες ή καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου
31) Γενική Συνέλευση ( Άρθρα 116 – 140 )
Η Γ.Σ είναι «το ανώτατο όργανο της εταιρίας».
α) Τρόποι Διενέργειας Γ.Σ
Το άρθρο 118 παρουσιάζει τους τρόπους με τους οποίους οι μέτοχοι λαμβάνουν αποφάσεις. Εκτός από την απόφαση σε συνεδρίαση της Γ.Σ. και το πρακτικό «διά περιφοράς», εισάγεται τρίτη δυνατότητα λήψης αποφάσεων από τη γενική συνέλευση, δηλ. η διαδικασία Γ.Σ. χωρίς συνεδρίαση. Δηλαδή :
(1 ) Η «κλασική » ΓΣ,
(2) πρακτικό «δια περιφοράς», που συντάσσεται και υπογράφεται σύμφωνα με το άρθρο 136. [Διατηρείται η δυνατότητα που προβλεπόταν για τη σύνταξη πρακτικού «διά περιφοράς» με ισχύ απόφασης. Προστίθεται όμως ότι δεν απαιτείται ομόφωνη απόφαση, αλλά σύμπραξη όλων των μετόχων, που συμφωνούν να ληφθεί η απόφαση με τον τρόπο αυτό, ενώ επιτρέπεται ρητά οι υπογραφές των μετόχων ή των αντιπροσώπων τους να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό.]
(3) Ψηφοφορία που λαμβάνει χώρα χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 135 .
[ Το Δ.Σ. προτείνει τη λήψη μιας απόφασης και οι μέτοχοι απαντούν ηλεκτρονικά. Ζήτημα απαρτίας δεν υπάρχει, διότι η πρόταση απευθύνεται σε όλους τους μετόχους. Ο νέος τρόπος λήψης αποφάσεων εφαρμόζεται μόνο στις μη εισηγμένες εταιρείες και μόνο αν το καταστατικό την προβλέπει, ενώ μειοψηφία του 1/5 του κεφαλαίου μπορεί να αντιταχθεί στη λήψη απόφασης με τη διαδικασία αυτή.]
β) Τόπος όπου λαμβάνει χώρα η Γ.Σ.
Με τη ρύθμιση της παραγράφου 3 του άρθρου 120, εισάγεται για μη εισηγμένες εταιρείες η δυνατότητα εξ ολοκλήρου διεξαγωγής της συνέλευσης με ηλεκτρονικά μέσα (virtual meeting) και όχι σε ορισμένο τόπο.
γ) Δημοσίευση της πρόσκλησης της Γ.Σ. και Δικαίωμα ατομικής πληροφόρησης
Το άρθρο 122 αφορά τη δημοσίευση της πρόσκλησης της Γ.Σ. Ορίζονται η προθεσμία (20ήμερη, παράγραφος 1) και ο τρόπος δημοσιότητας (διά του Γ.Ε.ΜΗ., παράγραφοι 2 και 3), ανάλογα με το αν πρόκειται για εταιρείες εισηγμένες ή μη και υπό την επιφύλαξη ειδικότερης διάταξης.
Με την παράγραφο 4 εισάγεται δικαίωμα κάθε μετόχου σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά να ζητεί από την εταιρεία ατομική πληροφόρηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) για επικείμενες γενικές συνελεύσεις και μάλιστα να τη λαμβάνει τουλάχιστον 10 ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης. Καταργείται επίσης η υποβολή του πρακτικού της Γ.Σ. στην Διοίκηση. Και αν μεν πρόκειται για σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες υπόκεινται σε καταχώριση, η τελευταία θα πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως με υποβολή της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ.
δ) Ενημέρωση των μετόχων πριν από τη Γ.Σ.
Με το άρθρο 123 ρυθμίζεται ειδικώς το ζήτημα της ενημέρωσης των μετόχων πριν από τη Γ.Σ..[ Δέκα (10) ημέρες πριν από την τακτική γενική συνέλευση, η εταιρεία θέτει στη διάθεση των μετόχων της τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της, καθώς και τις σχετικές εκθέσεις του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών.] Επεκτείνονται οι υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών στους μετόχους από τη δημοσίευση της πρόσκλησης και για τις μη εισηγμένες εταιρείες, πλην της υποχρέωσης ανάρτησης σχεδίων αποφάσεων. Η παράβαση των διατάξεων αυτών δημιουργεί ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου και μάλιστα άμεση, έναντι των μετόχων, στο μέτρο που προέκυψε ζημία για τους τελευταίους, δεν επηρεάζεται όμως το κύρος των αποφάσεων που έλαβε η Γ.Σ.
ε) Δικαιούμενοι συμμετοχής στη γενική συνέλευση
Με το άρθρο 124 καταργείται ο θεσμός της δέσμευσης μετοχών και η διαδικασία προηγούμενης ενημέρωσης της εταιρείας για τη συμμετοχή μετόχου στη γενική συνέλευση συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης κατάρτισης πίνακα μετόχων δικαιούμενων συμμετοχής στη Γ.Σ. από το Δ.Σ.. Πλέον κανόνες προηγούμενης κατάθεσης μετοχών, δέσμευσης ή προηγούμενης κατάθεσης εγγράφων αντιπροσώπευσης και κατάρτισης πίνακα μετόχων δύνανται να προβλέπονται μόνο ως καταστατικές επιλογές. Αντ’ αυτού η νομιμοποίηση των μετόχων γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο κατά την ημέρα διεξαγωγής της Γ.Σ., καθώς η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει την ταχύτερη και αμεσότερη ταυτοποίηση των μετόχων.
στ) Συμμετοχή στην Γ.Σ από απόσταση
Με τα άρθρα 125 «Συμμετοχή στη γενική συνέλευση από απόσταση σε πραγματικό χρόνο» και 126 «Συμμετοχή στη γενική συνέλευση με επιστολική ψήφο» συστηματοποιούνται οι διατάξεις περί συμμετοχής στη γενικής συνέλευση από απόσταση τόσο για τις εισηγμένες όσο και για τις μη εισηγμένες εταιρείες. Η συμμετοχή από απόσταση διακρίνεται σε συμμετοχή από απόσταση πριν από τη Γ.Σ. (επιστολική ψήφος) η οποία μπορεί να είναι και ηλεκτρονική, και κατά τη διάρκεια αυτής (τηλεδιάσκεψη).
ζ) Είδη Γενικής Συνέλευσης – Προθεσμίες ( Άρθρο 119)
Η τακτική Γ.Σ ( λαμβάνει αποφάσεις για την έγκριση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και την εκλογή ελεγκτών) πρέπει να συνέλθει υποχρεωτικά μια φορά το χρόνο το αργότερο έως την 10η ημέρα του ενάτου μήνα μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσης (μέχρι την 10η Σεπτεμβρίου, για τις Α.Ε, που η Χρήση λήγει 31 Δεκεμβρίου).
Υπόψη πάντως και ότι κατά την παράλληλη διάταξη του άρθρου 6 § 3 Ν. 4308 /2014 « 3. Η κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της περιόδου ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρόνο από: (α) έξι μήνες από τη λήξη της περιόδου ή (β) το χρονικό όριο που επιτρέπει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τίθενται από τη φορολογική ή άλλη νομοθεσία της χώρας»
Έκτακτη ΓΣ είναι κάθε συνέλευση που δεν είναι τακτική.
Η γενική συνέλευση που συγκαλείται για να τροποποιήσει το καταστατικό ή να λάβει αποφάσεις, για τις οποίες απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (καταστατική γενική συνέλευση), μπορεί να είναι τακτική ή έκτακτη.
η) Παράσταση στην Γενική Συνέλευση
Στη γενική συνέλευση δικαιούνται να παρίστανται και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και οι ελεγκτές της εταιρείας.
Ο πρόεδρος της γενικής συνέλευσης μπορεί με ευθύνη του να επιτρέψει την παρουσία στη συνέλευση και άλλων προσώπων, που δεν έχουν μετοχική ιδιότητα ή δεν είναι εκπρόσωποι μετόχων, στο μέτρο που τούτο δεν αντιτίθεται στο εταιρικό συμφέρον. Τα πρόσωπα αυτά δεν θεωρείται ότι μετέχουν στη συνέλευση για μόνο το λόγο ότι έλαβαν το λόγο για λογαριασμό παριστάμενου μετόχου ή ύστερα από πρόσκληση του προέδρου.
θ) Πρακτικά συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης (Άρθρο 134. )
Οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρίζονται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο πρακτικών. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση.
Με αίτηση μετόχου ο πρόεδρος της γενικής συνέλευσης υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά περίληψη της γνώμης του. Ο πρόεδρος της γενικής συνέλευσης δικαιούται να αρνηθεί την καταχώριση γνώμης, αν αυτή αναφέρεται σε ζητήματα προφανώς εκτός ημερήσιας διάταξης ή το περιεχόμενό της αντίκειται καταφανώς στα χρηστά ήθη ή το νόμο. Αντίγραφα πρακτικών συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 93.
Η εταιρεία υποχρεούται να χορηγεί στους μετόχους της αντίγραφα πρακτικών γενικών συνελεύσεων ύστερα από αίτησή τους. Οι μέτοχοι στους οποίους η εταιρεία αρνείται να χορηγήσει αντίγραφα των πρακτικών γενικής συνέλευσης, στην οποία παρέστησαν αυτοπροσώπως ή με νόμιμα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, μπορούν να απευθυνθούν στην αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ., όπου τηρείται ο φάκελος της εταιρείας, η οποία υποχρεούται να τους χορηγήσει τα αντίγραφα αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005, εφόσον πρόκειται για πράξεις που καταχωρούνται στο Γ.Ε.ΜΗ.. Οι τρίτοι που έχουν έννομο συμφέρον και οι μη παραστάντες στη γενική συνέλευση μέτοχοι μπορούν να λάβουν αντίγραφα των πρακτικών της γενικής συνέλευσης από το Γ.Ε.ΜΗ., σε περίπτωση δε άρνησης αυτού, να χορηγήσει το πρακτικό ύστερα από σχετική εισαγγελική παραγγελία.
ι) Αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης
Η γενική συνέλευση είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει για: (α)Τροποποιήσεις του καταστατικού. Ως τροποποιήσεις θεωρούνται και οι αυξήσεις, τακτικές ή έκτακτες, και οι μειώσεις του κεφαλαίου. [ Εξαιρούνται : Αυξήσεις κεφαλαίου ή πράξεις αναπροσαρμογής του κεφαλαίου που ρητά ανατίθενται από το νόμο ή το καταστατικό στο διοικητικό συμβούλιο, καθώς και αυξήσεις που επιβάλλονται από διατάξεις άλλων νόμων και Η τροποποίηση ή η προσαρμογή διατάξεων του καταστατικού από το διοικητικό συμβούλιο στις περιπτώσεις που ορίζει τούτο ρητά ο νόμος.] (β)Εκλογή μελών του διοικητικού συμβουλίου και ελεγκτών. [Εξαιρούνται : Ο διορισμός με το καταστατικό του πρώτου διοικητικού συμβουλίου και η εκλογή κατά το καταστατικό, σύμφωνα με το άρθρο 82, συμβούλων σε αντικατάσταση παραιτηθέντων, αποθανόντων ή απωλεσάντων την ιδιότητά τους με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. ] (γ)Την έγκριση της συνολικής διαχείρισης κατά το άρθρο 108 και την απαλλαγή των ελεγκτών. (δ)Έγκριση των ετήσιων και των τυχόν ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων. (ε)Διάθεση των ετήσιων κερδών. [Εξαιρούνται : Η δυνατότητα διανομής προσωρινών μερισμάτων κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 162 και Η δυνατότητα διανομής κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 162 κερδών ή προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, υποκείμενη σε δημοσίευση.] (στ)Την έγκριση παροχής αμοιβών ή προκαταβολής αμοιβών κατά το άρθρο 109. (ζ) Επί εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά εταιρειών, την έγκριση της πολιτικής αποδοχών του άρθρου 110 και της έκθεσης αποδοχών του άρθρου 112, (η)Συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση της διάρκειας ή λύση της εταιρείας [ Εξαιρείται : Η απορρόφηση κατά τα άρθρα 78 και 78α του κ.ν. 2190/1920 ανώνυμης εταιρείας από άλλη ανώνυμη εταιρεία που κατέχει το εκατό τοις εκατό (100%) ή το ενενήντα τοις εκατό (90%) ή περισσότερο των μετοχών της. ] και (θ)Διορισμό εκκαθαριστών.
ια) Απαρτία και πλειοψηφία
«Απλή» απαρτία
Η γενική συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα πέμπτο (1/5) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου.
Αν δεν επιτευχθεί η απαρτία αυτή, η γενική συνέλευση συνέρχεται εκ νέου μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη χρονολογία της ματαιωθείσας συνεδρίασης, ύστερα από πρόσκληση προ δέκα (10) τουλάχιστον πλήρων ημερών. Στην επαναληπτική αυτή συνεδρίαση η γενική συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερησίας διάταξης, οσοδήποτε και αν είναι το εκπροσωπούμενο σε αυτήν τμήμα του καταβεβλημένου κεφαλαίου.
«Ενισχυμένη » απαρτία
Κατ’ εξαίρεση, προκειμένου για αποφάσεις που αφορούν τη μεταβολή της εθνικότητας της εταιρείας, τη μεταβολή του αντικειμένου της επιχείρησης αυτής, την επαύξηση των υποχρεώσεων των μετόχων, την τακτική αύξηση του κεφαλαίου, εκτός αν επιβάλλεται από το νόμο ή γίνεται με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών, τη μείωση του κεφαλαίου, εκτός αν γίνεται, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 21 ή την παράγραφο 6 του άρθρου 49, τη μεταβολή του τρόπου διάθεσης των κερδών, τη συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση της διάρκειας ή διάλυση της εταιρείας, την παροχή ή ανανέωση εξουσίας προς το διοικητικό συμβούλιο για αύξηση του κεφαλαίου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 24, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται στο νόμο ότι η γενική συνέλευση αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ήμισυ (1/2) του καταβεβλημένου κεφαλαίου.
Στην περίππτωση της προηγούμενης παραγράφου, αν δεν επιτευχθεί η απαρτία του τελευταίου εδαφίου, η γενική συνέλευση προσκαλείται και συνέρχεται εκ νέου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, βρίσκεται δε σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου.
ΠΡΟΣΟΧΗ
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει για όλα ή συγκεκριμένα θέματα μεγαλύτερα ποσοστά απαρτίας από τα προβλεπόμενα. Η προβλεπόμενη από το καταστατικό απαρτία για τα θέματα της «Απλής» απαρτίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο τρίτα (2/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου.
«Απλή» Πλειοψηφία
Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των εκπροσωπούμενων σε αυτή ψήφων.
«Ενισχυμένη » Πλειοψηφία
Κατ’ εξαίρεση, οι αποφάσεις που προβλέπονται «Ενισχυμένη » απαρτία, λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των ψήφων που εκπροσωπούνται στη συνέλευση.
ΠΡΟΣΟΧΗ
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι για όλες ή συγκεκριμένες αποφάσεις να απαιτούνται μεγαλύτερα ποσοστά από αυτά που προβλέπονται στο Νόμο.
Στον επόμενο πίνακα εμφανίζονται συνοπτικά τα ανωτέρω :
Απαρτία
Πρώτη Γ.Σ
Επαναληπτική Γ.Σ
«Απλή» απαρτία – Ελάχιστη
20,00%
Μία μετοχή
«Ενισχυμένη » απαρτία – Ελάχιστη (*)
50,00%
33,33%
(*)Εταιρείες με εισηγμένες μετοχές, ή όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για αύξηση κεφαλαίου
50,00%
20,00%
Πλειοψηφία
Πρώτη Γ.Σ
Επαναληπτική Γ.Σ
«Απλή» Πλειοψηφία – Επί των παρόντων
50,00%+1
50,00%+1
«Ενισχυμένη »Πλειοψηφία – Επί των παρόντων
(2/3) των ψήφων [66,67%]
(2/3) των ψήφων [66,67%]
Περιορισμοί στην συμμετοχή μετόχου στην ψηφοφορία για την ανάθεση του υποχρεωτικού ελέγχου
«8. Φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά και το οποίο είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας, δεν μετέχει στην ψηφοφορία της γενικής συνέλευσης και δεν υπολογίζεται για τον σχηματισμό της απαρτίας και της πλειοψηφίας, όταν η γενική συνέλευση αποφασίζει την ανάθεση του υποχρεωτικού ελέγχου των χρηματοοικονομικών καταστάσεων σε ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή σε ελεγκτική εταιρία. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται όταν η πλειοψηφία των ανεξάρτητων μελών του διοικητικού συμβουλίου δηλώσει ότι συμφωνεί με την ανάθεση του ελέγχου στα προτεινόμενα πρόσωπα.» ( άρθρο 124, παρ. 8, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4587/2018 )
α)Το άρθρο 141 για τα δικαιώματα μειοψηφίας (συλλογικά και ατομικά) ακολουθεί καταρχήν το άρθρο 39 του κ.ν. 2190/1920, με ορισμένες όμως τροποποιήσεις.
Η παράγραφος 1 προβλέπει το δικαίωμα της μειοψηφίας να ζητήσει τη σύγκληση έκτακτης Γ.Σ.. Η διάταξη ακολουθεί την προηγούμενη διαδικασία με δύο τροποποιήσεις: Ορίζεται ρητά αφενός ότι η τυχόν απόφαση του δικαστηρίου που παρέχει την άδεια σύγκλησης δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, ώστε να αποφευχθεί η άποψη που διατυπώθηκε ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, οπότε το δικαίωμα της μειοψηφίας πρακτικά ματαιώνεται, και αφετέρου ότι το Δ.Σ. μπορεί να επιλέξει να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 135, εκτός αν οι αιτούντες μέτοχοι έχουν ζητήσει τη σύγκληση Γ.Σ. κατά τις γενικές διατάξεις.
Στην παράγραφο 7 τίθεται ποσοστό 1/10 αντί 1/5 για την πληροφόρηση για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων.
Με την παράγραφο 10 προστίθεται ένα νέο ατομικό μετοχικό δικαίωμα πληροφόρησης (για μη εισηγμένες εταιρείες), που θα είναι χρήσιμο προκειμένου ο μέτοχος να γνωρίζει ποια είναι ακριβώς η θέση του στην εταιρεία. Η πληροφορία αυτή μπορεί να είναι απαραίτητη όχι μόνο για την άσκηση των δικαιωμάτων του, αλλά και σε περίπτωση εκποίησης των μετοχών του, ώστε ο αγοραστής να μπορεί ευχερώς να διαπιστώσει τι αγοράζει. Ακόμη, με την παράγραφο 11 εισάγεται καταστατική δυνατότητα για την πρόβλεψη ατομικού δικαιώματος πληροφόρησης των μετόχων, όσον αφορά τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο κεφάλαιο της Α.Ε., με παράλληλη ευχέρεια της τελευταίας να μη συμπεριλάβει στο σχετικό πίνακα μετόχους που κατέχουν λιγότερο από 1% του κεφαλαίου. β)Άρθρα 142 και 143 (έκτακτος έλεγχος): Η βασική ρυθμιστική δομή και λειτουργία του έκτακτου ελέγχου διατηρείται. Λόγω της κατάργησης της διοικητικής εποπτείας δεν επαναλαμβάνεται ότι ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης μπορεί να ζητήσει τον έκτακτο έλεγχο, ενώ παραμένει η αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τις εισηγμένες εταιρείες.
Δικαίωμα να ζητήσουν έκτακτο έλεγχο της εταιρείας από το δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν: α) Μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν το ένα εικοστό (1/20) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου. β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, Ο έλεγχος αυτός διατάσσεται, αν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση ελέγχου πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε τρία (3) έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης, εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις.
Μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής, αλλά και με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως πέραν του μισού, το ποσοστό του καταβεβλημένου κεφαλαίου που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος της παρούσας παραγράφου.
γ)[ ΕΝΩΣΕΙΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ]Με τις διατάξεις του άρθρου 144 εισάγεται στο ελληνικό δίκαιο η δυνατότητα σύστασης ενώσεων μετόχων, που, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, μπορούν να ασκήσουν, στο δικό τους όνομα αλλά για λογαριασμό των μελών τους, τα δικαιώματα μειοψηφίας τούτων. Με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η άσκηση των μετοχικών δικαιωμάτων και ο έλεγχος της εταιρικής διοίκησης. Μια παραπέρα διευκόλυνση μπορεί να είναι η οργάνωση διαδικτυακού forum μετόχων (Aktionärsforum), ώστε οι μέτοχοι να μπορούν μέσω αυτού να συνεννοούνται επωνύμως για την άσκηση των δικαιωμάτων τους στην προσεχή Γ.Σ. (έτσι π.χ. και στη Γερμανία, παράγραφος 127α AktG). Οι λεπτομέρειες της ρύθμισης πρέπει να ορίζονται στο καταστατικό της ένωσης, ενώ προβλέπεται η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος για τον τρόπο λειτουργίας των ενώσεων αυτών.
Στον κατωτέρω πίνακα εμφανίζονται όλα τα δικαιώματα των μετόχων « μειοψηφίας» :
Α/Α
Είδος δικαιώματος
Σχετική διάταξη
Απαιτούμενο ποσοστό
1
Δυνατότητα αντίδρασης σε :Τροποποιήσεις καταστατικού ή λήψη αποφάσεων , για τις οποίες απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (καταστατική γενική συνέλευση) [Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι για όλες ή συγκεκριμένες αποφάσεις απαιτούνται μεγαλύτερα ποσοστά από αυτά που προβλέπονται από το Νόμο. ]
Άρθρο 132
33,33%
2
Δυνατότητα αντίδρασης σε : Αποφάσεις της γενικής συνέλευσης που λαμβάνονται χωρίς συνεδρίαση. Προϋπόθεση :Μειοψηφία του ενός πέμπτου (1/5) του κεφαλαίου δεν αντιτίθεται στη λήψη απόφασης με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου
Άρθρο 135
20,00%
3
Δυνατότητα αντίδρασης σε : Απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα 2/100 του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση
Άρθρο 137, παρ. 3
2,00%
4
Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον
Άρθρο 138, παρ. 4
Μία Μετοχή
5
Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων.
Άρθρο 141 παρ. 1
5,00%
6
Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να εγγράψει στην ημερήσια διάταξη γενικής συνέλευσης, που έχει ήδη συγκληθεί, πρόσθετα θέματα
Άρθρο 141 παρ. 2
5,00%
7
Σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν σχέδια αποφάσεων για θέματα που περιλαμβάνονται στην αρχική ή την τυχόν αναθεωρημένη ημερήσια διάταξη γενικής συνέλευσης.
Άρθρο 141 παρ. 3
5,00%
8
Με αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου, ο πρόεδρος της συνέλευσης υποχρεούται να αναβάλει μία μόνο φορά τη λήψη αποφάσεων από τη γενική συνέλευση, για όλα ή ορισμένα θέματα, ορίζοντας ημέρα συνέχισης της συνεδρίασης,
Άρθρο 141 παρ. 5
5,00%
9
Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε μετόχου, που υποβάλλεται στην εταιρεία πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη γενική συνέλευση, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να παρέχει στη γενική συνέλευση τις αιτούμενες συγκεκριμένες πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρείας, στο μέτρο που αυτές είναι σχετικές με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.
Άρθρο 141 παρ. 6 , περ. 1
Μία Μετοχή
10
Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να ανακοινώνει στη γενική συνέλευση, εφόσον είναι τακτική, τα ποσά που, κατά την τελευταία διετία, καταβλήθηκαν σε κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή τους διευθυντές της εταιρείας, καθώς και κάθε παροχή προς τα πρόσωπα αυτά από οποιαδήποτε αιτία ή σύμβαση της εταιρείας με αυτούς.
Άρθρο 141 παρ. 6 , περ. 2
5,00%
11
Υστερα από αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/10 του καταβεβλημένου κεφαλαίου , το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να παρέχει στη γενική συνέλευση πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας.
Άρθρο 141 παρ. 7
10,00%
12
Ύστερα από αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, η ψηφοφορία σε κάποιο θέμα ή θέματα της ημερήσιας διάταξης ενεργείται με φανερή ψηφοφορία.
Άρθρο 141 παρ. 6 , περ. 9
5,00%
13
Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε μετόχου, υποβαλλόμενη κατά πάντα χρόνο, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να πληροφορήσει το μέτοχο για το ύψος του κεφαλαίου της εταιρείας, τις κατηγορίες των μετοχών που έχουν εκδοθεί και τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας,
Άρθρο 141 παρ.10
Μία Μετοχή
14
Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και με την προϋπόθεση ότι το προβλέπει το καταστατικό, κάθε μέτοχος μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί πίνακας των μετόχων της εταιρείας, με ένδειξη του ονοματεπωνύμου, της διεύθυνσης και του αριθμού μετοχών κάθε μετόχου.
Άρθρο 141 παρ.11
Μία Μετοχή
15
Δικαίωμα να ζητήσουν έκτακτο έλεγχο της εταιρείας από το δικαστήριο,έχουν: Μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν το (1/20) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου (αν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης ).
Άρθρο 142 παρ.1
5,00%
16
Μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το 1/5 του καταβεβλημένου κεφαλαίου, δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση.
Άρθρο 142 παρ.3
20,00%
17
Ένας ή περισσότεροι μέτοχοι μπορούν, να ζητήσουν με αγωγή από το δικαστήριο την εξαγορά των μετοχών τους από την εταιρεία, αν για τους λόγους αυτούς η παραμονή τους σε αυτήν καθίσταται, κατά τρόπο προφανή, ιδιαίτερα ασύμφορη.
Άρθρο 45
Μία Μετοχή
18
Αν ένας μέτοχος απέκτησε μετά την ίδρυση της εταιρείας και διατηρεί τουλάχιστον το 95% του κεφαλαίου της [ μαζί με τα “Συνδεδεμένα μέρη” ], ένας ή περισσότεροι από τους λοιπούς μετόχους μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο, την εξαγορά της συμμετοχής τους από τον μέτοχο αυτόν.
Άρθρο 46
Μία Μετοχή
19
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι ορισμένος μέτοχος ή μέτοχοι έχουν το δικαίωμα να διορίζουν απευθείας μέλη του διοικητικού συμβουλίου, όχι όμως πέραν των δύο πέμπτων (2/5) του προβλεπόμενου συνολικού αριθμού αυτών.
Άρθρο 79
Βάσει καταστατικού
20
Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της χορήγησης άδειας για συμβάσεις με ”Συνδεδεμένα μέρη”από το διοικητικό συμβούλιο , μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/20 του κεφαλαίου, μπορούν να ζητήσουν τη σύγκληση γενικής συνέλευσης για να αποφασίσει αυτή για το ζήτημα της παροχής της άδειας.
Άρθρο 100, παρ. 3
5,00%
21
Αν μέχρι να χορηγηθεί άδεια από τη γενική συνέλευση, έχει ήδη συναφθεί η σύμβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 99 ή έχει παρασχεθεί η εγγύηση ή η ασφάλεια, τότε η χορήγηση της άδειας από την γενική συνέλευση ματαιώνεται, αν αντιταχθούν σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου.
Άρθρο 100, παρ. 4
5,00%
22
Mέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έχουν δικαίωμα να υποβάλουν εγγράφως προς το διοικητικό συμβούλιο αίτηση με αντικείμενο την άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας κατά το άρθρο 103.
Άρθρο 104
5,00%
23
Αμοιβή ή παροχή που καταβλήθηκε ή αποφασίστηκε να καταβληθεί σε συγκεκριμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου, μπορεί να μειωθεί από το δικαστήριο αν, κριθεί υπέρογκη και αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/10 του κεφαλαίου. Η αίτηση προς το δικαστήριο υποβάλλεται από μετόχους που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου και αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή.
Άρθρο 109
5,00%
24
Απαίτηση για ελάχιστο μέρισμα 35%.
Άρθρο 161, παρ. 2
33,33%
25
Απαίτηση για ελάχιστο μέρισμα 10%.
Άρθρο 161, παρ. 2
20%+1
26
Απαίτηση για καταβολή και όχι κεφαλαιοποίηση του ελάχιστου μερίσματος
Άρθρο 161, παρ. 3
33,33%
27
Χορήγηση του μερίσματος σε μετρητά και όχι σε εισηγμένους σε αγορά τίτλους. [Εφαρμόζεται στις εταιρείες που υπόκεινται σε υποχρεωτικό ή σε προαιρετικό έλεγχο από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία].
Άρθρο 161, παρ. 4
33,33%
28
Απαίτηση για Χορήγηση του μερίσματος σε μετρητά και όχι σε είδος ( εκτός εισηγμένους σε αγορά τίτλους). [Εφαρμόζεται στις εταιρείες που υπόκεινται σε υποχρεωτικό ή σε προαιρετικό έλεγχο από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία.]
Άρθρο 161, παρ. 4
Μία Μετοχή
29
Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον αν: α) κατά τη σύσταση της εταιρείας δεν καταβλήθηκε το κεφάλαιο, ή β) η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από το νόμο, ή γ) η εταιρεία δεν έχει υποβάλλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις δύο (2) τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση.
Άρθρο 165
Μία Μετοχή
30
Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου, αν υφίσταται προς τούτο σπουδαίος λόγος, που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη.
Άρθρο 166
33,33%
31
Το δικαστήριο ύστερα από αίτηση μετόχου που εκπροσωπεί το 10% του κεφαλαίου, μπορεί να διατάξει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας την παράλειψη ή τη διακοπή του σταδίου της εκκαθάρισης και την άμεση διαγραφή της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ., αν η περιουσία της εταιρείας δεν αναμένεται να επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της εκκαθάρισης.
Άρθρο 167
10,00%
32
Σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης . Αν το σχέδιο δεν εγκριθεί, ο εκκαθαριστής ή μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου μπορούν να ζητήσουν την έγκριση του σχεδίου ή τον ορισμό άλλων κατάλληλων μέτρων από το δικαστήριο
Άρθρο 169
5,00%
33
Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν προβεί στις ενέργειες Ονομαστικοποίησης των μετοχών, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019, κάθε μέτοχος που έχει ανώνυμες μετοχές μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να υποχρεωθεί η εταιρεία να εγγράψει τον αιτούντα στο βιβλίο μετόχων και να εκδώσει και να παραδώσει σε αυτόν νέες ονομαστικές μετοχές.
Άρθρο 184
Μία Μετοχή
Δικαίωμα της μειοψηφίας να ζητήσει την εξαγορά των μετοχών της από την εταιρεία (Άρθρο 45 )
1.Ένας ή περισσότεροι μέτοχοι μπορούν, για τους λόγους που ορίζονται στην παράγραφο 2, να ζητήσουν με αγωγή από το δικαστήριο την εξαγορά των μετοχών τους από την εταιρεία, αν για τους λόγους αυτούς η παραμονή τους σε αυτήν καθίσταται, κατά τρόπο προφανή, ιδιαίτερα ασύμφορη. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται με την προϋπόθεση ότι οι μέτοχοι που ζητούν την εξαγορά παρέστησαν στη γενική συνέλευση και αντιτάχθηκαν στη λήψη της σχετικής απόφασης, εκτός αν, στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2, ο λόγος εξαγοράς δεν σχετίζεται με τέτοια απόφαση. 2. Εξαγορά μπορεί να ζητηθεί: α) αν η γενική συνέλευση αποφάσισε τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας σε άλλο κράτος, β) αν η γενική συνέλευση αποφάσισε
· την εισαγωγή περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών ή
· την αλλαγή του σκοπού της εταιρείας, ή
γ) σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό, εφόσον προβλέπει και σχετική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής της παραγράφου 1. 3. Η αγωγή της παραγράφου 1 μπορεί να ασκηθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη συντέλεση της σχετικής τροποποίησης του καταστατικού. Στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 η αγωγή ασκείται εντός της προθεσμίας που προβλέπει το καταστατικό. 4. Το δικαστήριο, που δικάζει και δέχεται την αγωγή, ορίζει το αντάλλαγμα της εξαγοράς, που πρέπει να είναι δίκαιο και να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των μετοχών, καθώς και τους όρους καταβολής του.
Για τον προσδιορισμό της αξίας, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, που διενεργείται από τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 17.
Σχετικά με τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δείτε το επισυναπτόμενο έγγραφο :
« Οδηγίες προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές για τη σύνταξη των «ειδικών» εκθέσεων στο πλαίσιο εκτέλεσης εργασιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4548/2018». ( Σ.Ο.Ε.Λ 2/7/2019, Αρ. Πρωτ. 1555 )
· Πρόκειται για εργασία αποτίμησης που δεν εμπίπτει στα επαγγελματικά πρότυπα της IFAC.
· Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 17 η σύνταξη της έκθεσης αποτίμησης της παρ. 3 συνιστά ασυμβίβαστο με τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου [ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής δεν πρέπει να έχει αναλάβει τον υποχρεωτικό έλεγχο της εταιρείας κατά την τελευταία τριετία]
Αν οι μέτοχοι που ζήτησαν την εξαγορά δεν αποδέχονται το τίμημα που προσδιορίζεται κατά τα ανωτέρω, μπορούν να αρνηθούν την εξαγορά, επιβαρύνονται όμως με τα έξοδα της δίκης για τον προσδιορισμό της αξίας των μετοχών τους. 5. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας αν η εξαγορά που διατάσσεται, κατά το παρόν άρθρο, δεν ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία, εξαιτίας πταίσματος του υπόχρεου σε εξαγορά. 6. Στις ανωτέρω περιπτώσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως 7 του άρθρου 49 και του άρθρου 50 [ Ίδιες Μετοχές ]. 7. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ.
Δικαίωμα της μειοψηφίας για εξαγορά των μετοχών της από τον πλειοψηφούντα μέτοχο ( Άρθρο 46.)
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια πρόταση αγοράς κινητών αξιών, αν ένας μέτοχος απέκτησε μετά την ίδρυση της εταιρείας και διατηρεί τουλάχιστον το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) του κεφαλαίου της, ένας ή περισσότεροι από τους λοιπούς μετόχους μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο με αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ετών από τότε που ο μέτοχος απέκτησε το παραπάνω ποσοστό, την εξαγορά της συμμετοχής τους από τον μέτοχο αυτόν.
Στο ποσοστό του κεφαλαίου της εταιρείας που κατέχει ο παραπάνω μέτοχος συνυπολογίζονται τα ποσοστά που κατέχουν: α) συνδεδεμένες με αυτόν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014, και β) τα στενά μέλη οικογένειας αυτού, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α΄ του ν. 4308/2014. 2. Στην εξαγορά τους παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 45.
Εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από τον πλειοψηφούντα μέτοχο ( Άρθρο 47) 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια πρόταση αγοράς κινητών αξιών, αν ένας μέτοχος απέκτησε μετά την ίδρυση της εταιρείας και διατηρεί το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) τουλάχιστον του κεφαλαίου της, μπορεί να εξαγοράσει τις μετοχές των μειοψηφούντων μετόχων έναντι ανταλλάγματος, που πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των μετοχών αυτών. Το δικαίωμα αυτό ασκείται μέσα σε πέντε (5) έτη από τότε που ο πλειοψηφών μέτοχος απέκτησε το παραπάνω ποσοστό. 2. Στον έλεγχο των προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς και στον προσδιορισμό του ανταλλάγματος προβαίνει, ύστερα από αίτηση του πλειοψηφούντος μετόχου, το δικαστήριο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Ο αιτών υποβάλλει στο δικαστήριο έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάσσεται από τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 17. Τα πρόσωπα αυτά ορίζει ο αιτών. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υποχρεούται να παράσχει στα πρόσωπα αυτά όλα τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την έκθεση των πραγματογνωμόνων. 3. Ο πλειοψηφών μέτοχος οφείλει να παρακαταθέσει το συνολικό αντάλλαγμα, που αντιστοιχεί στις μετοχές της μειοψηφίας, σε πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο αναλαμβάνει να καταβάλει το αντάλλαγμα στους δικαιούχους μετόχους, ύστερα από έλεγχο της νομιμοποίησής τους. …..
33) Λύση και Εκκαθάριση – Κατάργηση ως λόγου Λύσεως το γεγονός ότι : «Το Σύνολο των Ιδίων Κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του Μετοχικού Κεφαλαίου» ( Άρθρα 164-171 )
α)Το άρθρο 164 βασίζεται στις διατάξεις του ισχύοντος δικαίου (παρ. 1 και 2 άρθρου 47α του κ.ν. 2190/1920).
Η εταιρεία λύεται:
(α) με την πάροδο του κατά το καταστατικό χρόνου διάρκειάς της,
(β) με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία,
(γ) με την κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση, και
(δ) σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης, λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.
Ως λόγος λύσης προστίθεται η περίπτωση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, δεδομένου ότι εν προκειμένω έχει διαγνωσθεί δικαστικά ότι, ενώ πληρούνται οι προϋποθέσεις της πτώχευσης, αυτή δεν μπορεί να κηρυχθεί λόγω έλλειψης ενεργητικού. Εξάλλου, αντίστοιχη είναι η πρόβλεψη της παραγράφου 1 του άρθρου 167, σύμφωνα με την οποία η περάτωση της πτώχευσης (που μπορεί να οφείλεται και σε έλλειψη ενεργητικού) οδηγεί σε εκκαθάριση της εταιρείας. β)Το άρθρο 165 μεταφέρει τις διατάξεις του ισχύοντος δικαίου (άρθρο 48 του κ.ν. 2190/1920).
Στην περίπτωση α΄της παραγράφου 1 διευκρινίζεται ότι η αίτηση λύσης προϋποθέτει ότι το κεφάλαιο εξακολουθεί να είναι μη καταβεβλημένο μέχρι και την ημέρα υποβολής της αίτησης.
Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του ισχύοντος άρθρου, η οποία προέβλεπε λύση της εταιρείας με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όταν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου, δεν επαναλαμβάνεται, αφού είναι σκοπιμότερο και ασφαλέστερο να λειτουργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις το πτωχευτικό δίκαιο (αντί της κοινής εταιρικής εκκαθάρισης), με τις δικές του προϋποθέσεις και τα δικά του αποτελέσματα.
[ Δείτε και ανωτέρω : 9) Ελάχιστο Μετοχικό Κεφάλαιο (25.000 Ευρώ) και έλεγχος της επάρκειας των Ιδίων Κεφαλαίων.]
Επίσης, τροποποιείται η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του ισχύοντος άρθρου (νυν περίπτωση γ΄), καθώς ορίζεται ότι αρκεί η μη υποβολή χρηματοοικονομικών καταστάσεων δύο διαχειριστικών χρήσεων για την υποβολή αίτησης λύσης (αντί τριών). γ)Στο άρθρο 166 (λύση με αίτηση των μετόχων) επέρχονται οι ακόλουθες αλλαγές σε σχέση με το ισχύον δίκαιο (άρθρο 48α του κ.ν. 2190/1920): Ορίζεται ως αρμόδιο δικαστήριο για την εξέταση της εν λόγω αίτησης το μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στην παράγραφο 4, καταργείται η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας για την άρση των λόγων λύσης, καθώς κρίθηκε ότι αρκεί το διάστημα των δύο ως τεσσάρων μηνών. Επιπλέον, επαυξάνεται το απαιτούμενο ποσοστό των μετόχων που δικαιούνται να ασκήσουν παρέμβαση, και συγκεκριμένα από 1/5 (όπως ορίζεται στην παρ. 3 του ισχύοντος δικαίου) σε 1/3 (όπως ορίζεται στην παρ. 5 του νομοσχεδίου). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στους παρεμβαίνοντες μετόχους επιφυλάσσεται ένα σημαντικότατο δικαίωμα, ήτοι της εξαγοράς των μετοχών του αιτούντος. δ)Το άρθρο 169 μεταφέρει τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 49 του κ.ν. 2190/1920 με ορισμένες τροποποιήσεις. Ορίζεται ότι το σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης υποβάλλεται 3 χρόνια μετά την έναρξη της εκκαθάρισης (αντί για 5). Στην παράγραφο 2 επαναλαμβάνεται η δυνατότητα του εκκαθαριστή ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου να ζητούν από το δικαστήριο την έγκριση του σχεδίου, σε περίπτωση που η Γ.Σ. δεν έδωσε την έγκριση αυτή. Προστίθεται η δυνατότητα των αιτούντων να προτείνουν άλλα μέτρα στην αίτηση προς το δικαστήριο, όπως και η αντίστοιχη δυνατότητα του δικαστηρίου να αποκλίνει από το αρχικό σχέδιο, ακόμα και προσθέτοντας νέα μέτρα. Έτσι, παρέχεται διέξοδος στο δικαστήριο στην περίπτωση που τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι ρεαλιστικά.
34) Κρατική Εποπτεία
Το Κεφάλαιο 8ο του κ.ν. 2190/1920 δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο. Η κρατική εποπτεία, που δεν υπάρχει σε καμιά άλλη εταιρική μορφή, είχε απομειωθεί ήδη με το ν. 3604/2007, η πείρα όμως έχει δείξει ότι, ακόμη και μειωμένη, δεν έχει να παρουσιάσει κάποιο χειροπιαστό όφελος και περισσότερο δημιουργεί γραφειοκρατικά εμπόδια, επιπλέον δε, ζητήματα ίσης μεταχείρισης των επιχειρήσεων.
Ειδικότερα :
· Η δημοσιότητα των νέων εταιρειών πραγματοποιείται ταυτόχρονα με την εγγραφή της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. χωρίς να ελέγχεται απ’ αυτό (Άρθρο 9. Έλεγχος που διενεργείται κατά την ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας και τις εταιρικές μεταβολές).
· Η αποτίμηση των εισφορών σε είδος διενεργείται πλέον από ανεξάρτητους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, από πιστοποιημένους εκτιμητές. Η έκθεση εκτίμησης δεν υπόκειται σε αποδοχή από τη Διοίκηση, αφού αποστέλλεται κατευθείαν στο Γ.Ε.ΜΗ. με μέριμνα των ενδιαφερομένων. ( Άρθρο 17. Εισφορές σε είδος και αποτίμηση των εισφορών αυτών)
35) Δημοσιότητα και Έλεγχος που διενεργείται κατά την ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας και τις εταιρικές μεταβολές ( Άρθρα 9 και 12-14)
Δημοσιότητα
Τι είναι : Η υποβολή εταιρικής πράξης ή άλλου στοιχείου «σε δημοσιότητα» του άρθρου 13 του ν. 4548/2018,
Πως πραγματοποιείται : Η δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ. πραγματοποιείται με εγγραφή της εταιρείας και με καταχώριση των δημοσιευτέων πράξεων και στοιχείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005, του άρθρου 232 του ν. 4072/2012 (Α΄86) και του άρθρου 2 του ν. 4250/2014 (Α΄ 74).
Πράξεις που υποβάλλονται σε δημοσιότητα
Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: α) Οι ιδρυτικές πράξεις των ανωνύμων εταιρειών με το καταστατικό και, όπου τυχόν απαιτείται, με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης. β) Οι αποφάσεις για τροποποίηση του καταστατικού με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης, όπου τυχόν απαιτείται, καθώς και ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού μαζί με τις γενόμενες τροποποιήσεις. γ) Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας, των προσώπων που: αα) ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας, ββ) έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα, γγ) είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο.
δ) Κάθε απόφαση για τακτική ή έκτακτη αύξηση ή μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας. Στην απόφαση για αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αναγράφεται το νέο κεφάλαιο, ο αριθμός και το είδος των μετοχών που εκδίδονται, η ονομαστική τους αξία και γενικά οι όροι έκδοσής τους, καθώς και ο συνολικός αριθμός των μετοχών της εταιρείας.
ε) Η πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου, είτε κατά τη σύσταση της εταιρείας είτε ύστερα από κάθε αύξησή του, σύμφωνα με το άρθρο 20. στ) Οι εγκεκριμένες ετήσιες και ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και οι σχετικές εκθέσεις του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών της ανώνυμης εταιρείας. Οι ετήσιες και ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις πρέπει να περιέχουν τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που, κατά νόμο, τις υπογράφουν και τις πιστοποιούν. ζ) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις που καταρτίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 162 για τη διανομή προσωρινού μερίσματος. η) Η λύση της εταιρείας. θ) Η δικαστική απόφαση παντός βαθμού, που κηρύσσει άκυρη την εταιρεία ή σε κατάσταση πτώχευσης ή την υποβάλλει σε άλλη συλλογική διαδικασία, καθώς και οι δικαστικές αποφάσεις παντός βαθμού που αναγνωρίζουν ως άκυρες ή ακυρώνουν αποφάσεις γενικών συνελεύσεων. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται και οι δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν τις παραπάνω αποφάσεις. ι) Ο διορισμός και η αντικατάσταση των εκκαθαριστών με τα στοιχεία της ταυτότητάς τους. ια) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εκκαθάρισης, καθώς και οι τελικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις. ιβ) Η διαγραφή της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 170. ιγ) Κάθε άλλη πράξη ή στοιχείο, του οποίου η δημοσιότητα επιβάλλεται από κατ’ ιδίαν διατάξεις. Σύγκριση με το Κ.Ν 2190/20
Επαναλαμβάνονται διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (άρθρο 7α παράγραφος 1), ενώ οι διατάξεις για τη δημοσιότητα των αλλοδαπών εταιρειών περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο για τις αλλοδαπές εταιρείες.
Το άρθρο 13, αναφέρεται στη υποβολή των εταιρικών στοιχείων και πράξεων σε δημοσιότητα με παραπομπή στα ισχύοντα στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), όπως σήμερα ρυθμίζεται. Προς τούτο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις των νόμων 4072/2012, 4281/2014 και 4250/2014 σε σχέση με την καταργηθείσα δημοσιότητα διά του τύπου, του ΦΕΚ και του διαδικτυακού τόπου της εταιρείας, καθώς και οι ρυθμίσεις του νόμου 4281/2014 (άρθρα 203 επ.) για την (προαιρετική) ηλεκτρονική υποβολή εγγράφων και στοιχείων στο Γ.Ε.ΜΗ..
Με το άρθρου 14 επαναλαμβάνονται διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (άρθρο 7γ).
ΕΝΟΤΗΤΑ 1 (Πλαίσιο ελέγχου ν.4548/2018 & διάκριση του ελέγχου νομιμότητας από αυτόν της πληρότητας) « Με τις νέες διατάξεις του ν.4548/2018 τέθηκε νέο πλαίσιο ελέγχου που διενεργείται από τις αρμόδιες Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή (Δ/νση Εταιρειών), των Διευθύνσεων Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας και τις Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. της χώρας. Έτσι, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4548/2018, προβλέπονται δύο είδη ελέγχων διακριτά και διαφοροποιημένα μεταξύ τους που είναι:
1. Έλεγχος νομιμότητας (άρθρο 9 παρ. 21 & 32 ν.4548/2018) που ασκείται από την Δ/νση Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή (ΓΓΕΠΚ) και τις αρμόδιες Υπηρεσίες των Περιφερειακών Ενοτήτων (Π.Ε.) της χώρας των Δ/νσεων Ανάπτυξης.
[ (1) 2. Η τροποποίηση του καταστατικού, η λύση της ανώνυμης εταιρείας ύστερα από απόφαση της γενικής συνέλευσης και η αναβίωσή της εγκρίνονται, ύστερα από τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας από την αρμόδια υπηρεσία της Περιφερειακής ενότητας της έδρας της εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του ν. 3419/2005 (Α’ 297). Ο έλεγχος νομιμότητας περιορίζεται στην τήρηση των διατάξεων του παρόντος, του καταστατικού και των διατάξεων του ν. 3419/2005 και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διενέργεια της καταχώρισης και την πραγματοποίηση της δημοσιότητας από την αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. Σε περίπτωση μεταβολών των καταχωρίσεων της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ., που δεν εμπίπτουν στο πρώτο εδάφιο, όπως μεταβολών στην εκπροσώπηση της εταιρείας ή δηλώσεων προσαρμογής του καταστατικού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 4, η αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. προβαίνει σε τυπικό έλεγχο (έλεγχο πληρότητας) του άρθρου 7 του ν. 3419/2005 των υποβληθέντων εγγράφων. Τυπικός έλεγχος (έλεγχος πληρότητας) νοείται η διαπίστωση ότι τα υποβαλλόμενα έγγραφα είναι πλήρη και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του νόμου, χωρίς έλεγχο του περιεχομένου τους. ]
[ (2)3. Ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, ύστερα από έλεγχο νομιμότητας, εγκρίνει τη σύσταση και την τροποποίηση του καταστατικού των παρακάτω εταιρειών: α) των εταιρειών δημόσιου ενδιαφέροντος κατά την έννοια της περίπτωσης ιβ΄ του άρθρου 2 του παρόντος,
[ Οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος (Public interest entities): Οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος είναι οντότητες που υπόκεινται στον Ελληνικό νόμο και περιλαμβάνουν: α) Τις οντότητες των οποίων μετοχές ή άλλες κινητές αξίες είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια της Οδηγίας 2004/39/ΕΟΚ και σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κανονισμού 1606/2002 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. β) Τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των περιπτώσεων 5 και 6 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (EE) αριθ. 648/2012. γ) Τα πιστωτικά ιδρύματα όπως αυτά καθορίζονται από την περίπτωση 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) αριθ. 575/2013. δ) Οντότητες που καθορίζονται από τη νομοθεσία ως δημοσίου ενδιαφέροντος οντότητες, με βάση τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, το μέγεθος ή τον αριθμό των απασχολούμενων.] β) των μεγάλων οντοτήτων της παρ. 6 τουάρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), καθώς και κάθε άλλης ανώνυμης εταιρείας, εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από διάταξη νόμου,
[ Μεγάλες οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια: α) Σύνολο ενεργητικού: 20.000.000 ευρώ. β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 40.000.000 ευρώ. γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 250 άτομα. ] γ) των εταιρειών που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το Γ.Ε.ΜΗ. των παραπάνω εταιρειών τηρείται από την αρμόδια Διεύθυνση Εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.
Από την ίδια υπηρεσία τηρείται το Γ.Ε.ΜΗ. των υποκαταστημάτων αλλοδαπών εταιρειών της περίπτωσης γ’, καθώς και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών που είναι οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος των περιπτώσεων β’ και γ’ του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014 (Α’ 251). ]
Πρόκειται για προληπτικό, ουσιαστικό έλεγχο που αποσκοπεί στη διαπίστωση της συμφωνίας του περιεχομένου των προς καταχώριση πράξεων με τις διατάξεις του ν. 4548/2018 που διέπουν την Ανώνυμη Εταιρεία του καταστατικού της και του ν. 3419/2005.
Ο έλεγχος αυτός διενεργείται σε όσες εταιρικές πράξεις (τροποποίηση καταστατικού, λύση, αναβίωση) δεν παράγουν τα κατά νόμο αποτελέσματά τους παρά μόνο ΑΠΟ και ΜΕΤΑ την καταχώριση τους στο Γ.Ε.ΜΗ..
Οι πράξεις αυτές είναι οι αναφερόμενες στην παρ.13 του άρθρου 15 του ν.3419/2005.
(3) [ «««1. Με την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. των νομικών γεγονότων, δηλώσεων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, επέρχονται, ως προς τις ομόρρυθμες εταιρείες, τις ετερόρρυθμες εταιρείες (απλές ή κατά μετοχές), τις ανώνυμες εταιρείες, τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, τους αστικούς συνεταιρισμούς, τις εταιρείες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ`, δ` και ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και τους υπόχρεους που αναφέρονται στην περίπτωση β` της παραγράφου 2 του άρθρου 1, τα ακόλουθα αποτελέσματα: α. Τα υπό σύσταση νομικά πρόσωπα που ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο αποκτούν νομική προσωπικότητα. β. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζουν τη μετατροπή ή το μετασχηματισμό των εταιρειών, συντελείται η μετατροπή των υπόχρεων εταιρειών σε ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, αστικούς συνεταιρισμούς και σε εταιρείες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ`, δ` και ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 1. γ. Επέρχεται η τροποποίηση του καταστατικού. δ. Συντελείται η συγχώνευση ή η διάσπαση, με μόνη την εγγραφή και πριν από τη διαγραφή της εταιρείας που απορροφάται ή διασπάται. ε. Επέρχεται η λύση, μετά από απόφαση των εταίρων ή έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης. στ. Επέρχεται η αναβίωση».» ]
Τονίζεται ότι, όσον αφορά στους μετασχηματισμούς, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4601/2019 και ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον ειδικό νόμο.
Μετά τη διενέργεια του ελέγχου νομιμότητας και εφόσον οι υποβαλλόμενες πράξεις είναι σύμφωνες με τις διατάξεις που τις διέπουν, εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία σχετική διοικητική πράξη (απόφαση) έγκρισης.
Η εν λόγω διαδικασία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διενέργεια της καταχώρισης και την πραγματοποίηση της δημοσιότητας της αιτούμενης πράξης στο Γ.Ε.ΜΗ.
Οι όποιες παραλείψεις- ασυμφωνίες διαπιστωθούν από τη Διοίκηση, κατά τη διαδικασία ελέγχου νομιμότητας, ως προς το περιεχόμενο της πράξης του οργάνου (π.χ. Γ.Σ., Δ.Σ.,) σε σχέση με το νόμο ή το καταστατικό, επιβάλλουν τη μη έκδοση της αντίστοιχης διοικητικής πράξης, την μη καταχώριση της και την μη πραγματοποίηση της δημοσιότητας από την αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ., Επισημαίνεται ότι σε καμία περίπτωση ο έλεγχος που γίνεται κατά την καταχώριση αποφάσεων των εταιρικών οργάνων δεν εκτείνεται σε πλημμέλειες που αποτελούν λόγους ακυρωσίας των αποφάσεων αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ.5 του ν.4548/2018.
Οι ακυρώσιμες αποφάσεις των εταιρικών Οργάνων για τις οποίες η παρ. 54 του άρθρου 137 του ν.4548/2018 θέτει σχετικό πλαίσιο, καταχωρίζονται στο ΓΕΜΗ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 137 παρ.125 του ίδιου νόμου η δε ακυρότητα αυτών αποφασίζεται και απαγγέλλεται από το δικαστήριο.
2. Έλεγχος πληρότητας που ασκείται από τις αρμόδιες Υ.Γ.Ε.ΜΗ. όλης της χώρας.
Ως έλεγχος πληρότητας νοείται ο τυπικός έλεγχος που διενεργείται από τις αρμόδιες Υπηρεσίες ΓΕΜΗ της χώρας προκειμένου να διαπιστώσουν ότι η αίτηση καταχώρισης πράξης, στοιχείου ή δήλωσης συνοδεύεται από όλα τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση δικαιολογητικά που επιτρέπουν την καταχώριση και δημοσίευση των ανωτέρω ( πράξεων , στοιχείων ή και δηλώσεων) στο Γ.Ε.ΜΗ, χωρίς να υπεισέλθουν στο περιεχόμενο αυτών.
Οι εταιρικές πράξεις που υπόκεινται στον έλεγχο αυτής της μορφής είναι εκείνες των οποίων η καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. και η σχετική ανακοίνωση περί της καταχώρισης έχει δηλωτικό/αποδεικτικό χαρακτήρα για τους τρίτους, τα δε έννομα αποτελέσματά τους εκκινούν από την τέλεσή τους και όχι από την καταχώρηση τους στο ΓΕΜΗ (π.χ. εκλογή Δ.Σ., αλλαγή εκπροσώπησης κτλ.).
Οι σχετικές πράξεις αναλύονται στην Ενότητα 4.
Τονίζεται ότι για την Ανώνυμη Εταιρεία έχει προκύψει ρητή παρέκκλιση από την παρ.4 του άρθρου 7 του ν. 3419/20056 καθώς η αρμόδια Υπηρεσία ΓΕΜΗ ελέγχει τις πράξεις και τα στοιχεία μόνο ως προς την πληρότητα τους και όχι ως προς την νομιμότητα, την ακρίβεια ή την σαφήνεια αυτών.
Ωστόσο, προκειμένου να προχωρήσει η αρμόδια Υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. στην καταχώριση, πρέπει να διασφαλίσει ότι οι σχετικές πράξεις είναι πλήρεις περιέχουν δηλαδή όλα τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να ανακοινωθούν, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην Ενότητα 4. Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 3419/2005, ήτοι να ζητηθεί η συμπλήρωση, παροχή διευκρινίσεων, διορθώσεων κλπ. Σημειώνεται ότι οι αιτήσεις καταχώρισης πράξεων και στοιχείων που είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του ΓΕΜΗ για τις ανώνυμες εταιρείες εξασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό την «πληρότητα» όπως περιγράφηκε ανωτέρω.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2 (Διοικητική έγκριση & Υπηρεσίες ελέγχου νομιμότητας) Με την ολοκλήρωση του ελέγχου νομιμότητας και την διαπίστωση της συμφωνίας των προς καταχώριση πράξεων και στοιχείων με τις διατάξεις του ν. 4548/2018, του ν. 3419/2005, του ν. 4601/2019, εφόσον συντρέχει περίπτωση και του καταστατικού της εταιρείας, εκδίδεται διοικητική πράξη (εγκριτική απόφαση) από το αρμόδιο για την άσκηση του ελέγχου όργανο ήτοι
1. Τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Εταιρειών, αρμόδιας Υπηρεσίας για τις εταιρείες της παρ.3 του άρθρου 9 του ν.4548/2018, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί για την έκδοση σχετικής απόφασης7. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διενέργεια της καταχώρισης8 των σχετικών πράξεων και στοιχείων ως και των συνοδευτικών δικαιολογητικών και την πραγματοποίηση της δημοσιότητας αυτών στην μερίδα των εταιρειών στο Γ.Ε.ΜΗ. (εταιρείες της παρ.3 του άρθρου 9 του ν.4548/2018). Περαιτέρω οι αποφάσεις αυτές (με εντολή του Υπουργού Οικονομίας & Ανάπτυξης) καταχωρίζονται και δημοσιεύονται στο ΓΕΜΗ ταυτόχρονα με την έκδοση της σχετικής ανακοίνωσης από την εν λόγω Υπηρεσία.. 2. Τα εξουσιοδοτημένα όργανα των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.2 του ν.4548/2018. κατά κανόνα από τους Προϊστάμενους των αρμόδιων Υπηρεσιών των Δ/νσεων Ανάπτυξης των Περιφερειακών ενοτήτων της χώρας Εφιστούμε την προσοχή σε όλες τις εμπλεκόμενες Υπηρεσίες (Δ/νση Εταιρειών, Δ/νσεις Αναπτύξεως & Υπηρεσίες ΓΕΜΗ) ότι οι ανωτέρω έλεγχοι (νομιμότητας και πληρότητας) και η σχετική καταχώριση της πράξης στο Γ.Ε.ΜΗ πρέπει να ολοκληρώνονται εντός 21 ημερών από την υποβολή της πλήρους τεκμηρίωσης της αίτησης από τον υπόχρεο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.9 του άρθρου 79 του ν.3419/2005.
ΕΝΟΤΗΤΑ 3 (Πράξεις για τις οποίες απαιτείται έλεγχος νομιμότητας & έκδοση της σχετικής διοικητικής πράξης σύμφωνα με ρητή διάταξη του ν.4548/2018) Οι πράξεις για την καταχώριση των οποίων απαιτείται η διενέργεια ελέγχου νομιμότητας είτε από την Δ/νση Εταιρειών (ΓΓΕΠΚ) είτε από τις Δ/νσεις Αναπτύξεως των Π.Ε. είναι οι ακόλουθες: A. Διεύθυνση Εταιρειών (Τμήματα Β’ & Γ’) της Γενικής Δ/νσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή (ΓΓΕΠΚ). i. Η σύσταση των εταιρειών δημοσίου ενδιαφέροντος του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014,
ii. Η σύσταση των εταιρειών του ν. 3429/200510 [ Νόμος περί Δημοσιών Οργανισμών και ΔΕΚΟ (ΦΕΚ Α’ 314/2005).] , εφόσον συντρέχει περίπτωση, iii. Η σύσταση των εταιρειών που λαμβάνουν άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και για τις οποίες χορηγείται έγκριση του καταστατικού τους από τον Υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης. iv. Η σύσταση κάθε άλλης ανώνυμης εταιρείας, εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από διάταξη νόμου. v. Η τροποποίηση του καταστατικού όλων των ανωτέρω αναφερόμενων εταιρειών, καθώς και των μεγάλων οντοτήτων της παρ.6 του άρθρου 2 του ν. 4308/2014
vi. Ο μετασχηματισμός κάθε είδους (μετατροπή, συγχώνευση, διάσπαση, απόσχιση) των ανωτέρω αναφερόμενων εταιρειών σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν.4601/2019. vii. Η διασυνοριακή συγχώνευση μίας εκ των ανωτέρω εταιρειών σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.4 του ν.4548/2018 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν.3777/2009. viii. Η λύση των ανωτέρω εταιρειών ύστερα από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. ix. Η αναβίωση λυθείσας εταιρείας που υπάγεται στις ανωτέρω περιπτώσεις σύμφωνα με το άρθρο 171 του ν.4548/2018.
B. Δ/νσεις Αναπτύξεως των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας i. Η τροποποίηση του καταστατικού όλων των ανωνύμων εταιρειών χωρικής αρμοδιότητας τους. ii. Ο μετασχηματισμός κάθε είδους (μετατροπή, συγχώνευση, διάσπαση, απόσχιση) των ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών χωρικής αρμοδιότητας τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν.4601/2019. iii. Η λύση των ανωνύμων εταιρειών χωρικής αρμοδιότητάς τους ύστερα από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. iv. Η αναβίωση λυθείσας ανώνυμης εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 171 του ν.4548/2018.
Γ. Εφιστούμε την προσοχή σας στις παρακάτω πράξεις, για τις οποίες απαιτείται έλεγχος νομιμότητας και έκδοση διοικητικής πράξης. Ακολουθεί σχετικός πίνακας στον οποίο εμφανίζεται τόσο ο χαρακτηρισμός της πράξης με αναφορά στο άρθρο του νόμου όσο και:
α) το αρμόδιο για την υποβολή όργανο,
β) το όργανο που αποφασίζει την πράξη (ΔΣ, ΓΣ, Ιδρυτής κτλ.),
γ) Οι πράξεις που υποβάλλονται και
δ) τα τυχόν επιπλέον στοιχεία που από την νομοθεσία απαιτούνται.
Συγκεκριμένα:
Α/Α
Πράξη & Άρθρο Νόμου
Με μέριμνα / Όργανο Απόφασης / Πράξεις / Τυχόν Επιπλέον Στοιχεία όπου απαιτούνται
1
Μη εμπρόθεσμη καταβολή της αύξησης MK Άρθρα: 20 παρ. 9 και 21 παρ. 5
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ. που συνεδριάζει με απλή απαρτία και πλειοψηφία και αποφασίζει τη μείωση του Μ.Κ. Πράξεις: α) Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ., της πρώτης που θα συνέλθει μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής. β) Αντίγραφο τροποποιημένου καταστατικού με προσαρμοσμένο το περί κεφαλαίου άρθρο έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μείωση λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής το οποίο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ελάχιστο νόμιμο όριο 25.000€
2
Μείωση ΜΚ σε είδος (ομόφωνη απόφαση ΓΣ) Άρθρο: 31 παρ. 1
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ. που συνεδριάζει με ομοφωνία και αποφασίζει τη μείωση του Μ.Κ. Πράξεις: α) Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ., που πρέπει να περιγράφει με ακρίβεια τα περιουσιακά στοιχεία που θα περιέλθουν σε καθένα από τους μετόχους. Αποτίμηση των στοιχείων σε είδος δεν απαιτείται, εφόσον οι μέτοχοι αποφάσισαν ομόφωνα τον τρόπο υλοποίησης της μείωσης.
β) Αντίγραφο τροποποιημένου καταστατικού με προσαρμοσμένο το περί κεφαλαίου άρθρο, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μείωση το οποίο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ελάχιστο όριο των 25.000€
3
Μείωση ΜΚ σε είδος (μη ομόφωνη απόφαση ΓΣ) Άρθρο: 31 παρ. 1
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ. που συνεδριάζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και αποφασίζει τη μείωση του Μ.Κ. Πράξεις: α) Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ., που πρέπει να περιγράφει με ακρίβεια τα περιουσιακά στοιχεία που θα περιέλθουν σε καθένα από τους μετόχους. β) Αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων σε είδος σύμφωνα με το άρθρο 17 από ορκωτό ελεγκτή (δημοσιεύεται) γ) Αντίγραφο τροποποιημένου καταστατικού με προσαρμοσμένο το περί κεφαλαίου άρθρο, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μείωση το οποίο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ελάχιστο όριο των 25.000€
4
Μείωση ΜΚ με σκοπό το σχηματισμό ειδικού αποθεματικού Άρθρο: 31 παρ. 2
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ. που συνεδριάζει με με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και αποφασίζει τη μείωση του Μ.Κ. Πράξεις: α) Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ., που αποφασίζει τη μείωση με τη δημιουργία ειδικού αποθεματικού β) Αντίγραφο τροποποιημένου καταστατικού με προσαρμοσμένο το περί κεφαλαίου άρθρο, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μείωση και το οποίο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ελάχιστο όριο των 25.000€
5
Ακύρωση ιδίων μετοχών που δεν μεταβιβάζονται ‘Αρθρο : 49 παρ.6
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ. με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Πράξεις: α) Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ, η οποία αποφασίζει τη μείωση του Μ.Κ. λόγω ακύρωσης ιδίων μετοχών που δεν μεταβιβάστηκαν Επιπλέον στοιχεία; α) Αντίγραφο τροποποιημένου καταστατικού με προσαρμοσμένο το περί κεφαλαίου άρθρο, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μείωση λόγω ακύρωσης μετοχών. β) Δημοσιευμένη πρόσκληση είκοσι (20) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα συνεδρίασης γ) δικαιούμενοι συμμετοχής στη Γ.Σ. μέτοχοι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 124 του ν.4548/2018 δ) νόμιμη απαρτία και πλειοψηφία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 130 και 132 του ν.4548/2018 Σημείωση: Το κεφάλαιο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ελάχιστο νόμιμο όριο 25.000€ εκτός αν υπάρχει ταυτόχρονη αύξηση.
(σε συνδυασμό με το άρθρο 29)
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να χορηγηθούν ορισμένες διευκρινήσεις και ειδικότερα δεν υπάγονται σε καθεστώς διοικητικής έγκρισης (απόφασης):
i. Η έκτακτη αύξηση του άρθρου 24 του ν.4548/2018 – η οποία αποτελεί τροποποίηση καταστατικού – σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου του άρθρου 2411 εξαιρείται ρητά από την χορήγηση διοικητικής έγκρισης. Έτσι λοιπόν δεν είναι στο πεδίο εφαρμογής της περίπτωσης v του Α ανωτέρω και της περίπτωσης i του Β ανωτέρω. ii. Ο ορισμός εκκαθαριστών που ακολουθεί την λύση των ανωτέρω αναφερόμενων εταιρειών των ανωτέρω περιπτώσεων viii του Α και iii του Β. iii. Η σύσταση της ανώνυμης εταιρείας ως ορίζεται στον ν.4441/2016 πλην των περιπτώσεων i έως iv της παραγράφου Α της παρούσας Ενότητας (Ενότητα 3). Επίσης επισημαίνεται ότι οι εταιρείες που κατατάσσονται ως «μεγάλες» δηλαδή με πάνω από 1.000.000,00 μετοχικό κεφάλαιο κατά την στιγμή της ίδρυσης δεν απαιτούν σε καμία περίπτωση την διοικητική έγκριση του Υπουργού Οικονομίας & Ανάπτυξης12 καθώς αυτές για τις οποίες χορηγείται διοικητική έγκριση είναι μόνο οι αναφερόμενες ως «μεγάλες» κατά την έννοια της παρ.6 του άρθρου 2 του ν.4308/2014. Οι ορισμοί της παρ. ια13 του άρθρου 2 του ν.4548/2018 εξυπηρετούν μόνο λογιστικούς σκοπούς (σύνταξη πρώτου ισολογισμού) και όχι σκοπούς διοικητικής έγκρισης κατά το συστατικό στάδιο.
ΕΝΟΤΗΤΑ 4 {Πράξεις για τις οποίες απαιτείται έλεγχος πληρότητας} Για κάθε πράξη που ο ν.4548/2018 κρίνει ως καταχωριστέα & δημοσιευτέα στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) πλην των περιπτώσεων Α, Β και Γ της Ενότητας 3 του παρόντος πραγματοποιείται έλεγχος πληρότητας με περιεχόμενο σύμφωνο με την παρ.2 της Ενότητας 1 του παρόντος.
Ακολουθεί πίνακας ενδεικτικών εταιρικών μεταβολών & πράξεων οι οποίες καταχωρίζονται & δημοσιεύονται στο ΓΕΜΗ μετά από τυπικό έλεγχο (πληρότητας). Η καταχώριση των εν λόγω πράξεων διενεργείται τόσο από την αρμόδια Υπηρεσία της Δ/νσης Εταιρειών όσο και από τις Υπηρεσίες ΓΕΜΗ της χώρας. Παρατίθενται κατωτέρω οι συνηθέστερες εξ’ αυτών:
Α/Α
Πράξη & Άρθρο Νόμου
Με μέριμνα / Όργανο Απόφασης / Πράξεις / Τυχόν Επιπλέον Στοιχεία όπου απαιτούνται
1
Κήρυξη ακυρότητας της ΑΕ:Άρθρο: 11
Με μέριμνα: Του οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον Όργανο απόφασης: Δικαστήριο Πράξεις: Δικαστική Απόφαση κήρυξης της ακυρότητας Επιπλέον στοιχεία: Αντίγραφο δικαστικής απόφασης ατελώς υποβαλλόμενο στο ΓΕΜΗ
2
Εκθέσεις αποτίμησης εισφορών σε είδος: Άρθρο: 17
Με μέριμνα: Δ.Σ., ενδιαφερομένων Όργανο απόφασης: Εκτιμητές Πράξεις: Έκθεση εκτίμησης
3
Μη αποτίμηση εταιρικών εισφορών Άρθρο: 18
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Δ.Σ.Πράξεις: Δήλωση Δ.Σ. με στοιχεία της παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου
4
Πιστοποίηση καταβολής Μ.Κ. της σύστασης σε χρήμα μεγάλες, και μεσαίες ΑΕ:Άρθρο:20
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία ή Δ.Σ.Πράξεις: Έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή πρακτικό Δ.Σ..Επιπλέον στοιχεία: Απόσπασμα κίνησης λογαριασμού από πιστωτικό ίδρυμα (μη δημοσιευτέο στοιχείο)
5
Πιστοποίηση καταβολής Μ.Κ. της σύστασης σε χρήμα
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Δ.Σ ή Ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή ελεγκτική εταιρείαΠράξεις: Δ.Σ ή Έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείαςΕπιπλέον στοιχεία: Απόσπασμα κίνησης λογαριασμού από πιστωτικό ίδρυμα (μη δημοσιευτέο στοιχείο)
μικρές και πολύ μικρές ΑΕ: Άρθρο:20
6
Πιστοποίηση καταβολής Μ.Κ. της αύξησης σε χρήμα μεγάλες, και μεσαίες ΑΕ:‘Αρθρο:20
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή ελεγκτική εταιρείαΠράξεις: Έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείαςΕπιπλέον στοιχεία: Απόσπασμα κίνησης λογαριασμού από πιστωτικό ίδρυμα το οποίο αποτελεί μη δημοσιευτέο στοιχείο
7
Πιστοποίηση καταβολής Μ.Κ. της αύξησης σε χρήμα μικρές και πολύ μικρές ΑΕ: Άρθρο:20
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Δ.Σ. ή Ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή ελεγκτική εταιρείαΠράξεις: Αντίγραφο Πρακτικού Δ.Σ. ή έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας Επιπλέον στοιχεία: Απόσπασμα κίνησης λογαριασμού από πιστωτικό ίδρυμα το οποίο αποτελεί μη δημοσιευτέο στοιχείο
8
Πιστοποίηση καταβολής Μ.Κ. της αύξησης ή της σύστασης σε είδος ανεξαρτήτως μεγέθους ΑΕ: Άρθρο:20
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία ή Δ.Σ.Πράξεις: Έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ..
9
Πιστοποίηση μη καταβολής Μ.Κ. της σύστασης ανεξαρτήτως μεγέθους ΑΕ: Άρθρο:20
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Δ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. που πιστοποιεί την μη καταβολή14
10
Πιστοποίηση μη καταβολής Μ.Κ. της αύξησης ανεξαρτήτως μεγέθους ΑΕ: Άρθρο:20
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Δ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. που πιστοποιεί την μη καταβολή
11
Έκτακτη αύξηση Μ.Κ.:Άρθρο:24
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Δ.Σ. μετά από καταστατική πρόβλεψη ή παροχή εξουσιοδότησης από τη Γ.Σ. Πράξεις: α) Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. Η απόφαση του Δ.Σ. πρέπει να αναφέρει τουλάχιστον το ποσό της αύξησης, τον τρόπο και την προθεσμία κάλυψής της, τον αριθμό και το είδος των μετοχών που θα εκδοθούν, την ονομαστική αξία και την τιμή διάθεσης αυτών. Επιπλέον στοιχεία: Αντίγραφο καταστατικού, με τροποποιημένο το περί κεφαλαίου άρθρο, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά την αύξηση.
12
Έκτακτη αύξηση Μ.Κ.:Άρθρο:24
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Γ.Σ. μετά από καταστατική πρόβλεψη.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. 15
Επιπλέον στοιχεία: Αντίγραφο καταστατικού, με τροποποιημένο το περί κεφαλαίου άρθρο, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά την αύξηση.
13
Ανανέωση εξουσίας Δ.Σ. για αύξηση Μ.Κ. με απόφαση Γ.Σ.: Άρθρο:24
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. η οποία αποφασίζει την ανανέωση της εξουσίας του Δ.Σ. να αυξάνει το Μ.Κ.
14
Περιορισμός ή αποκλεισμός του δικαιώματος προτίμησης: Άρθρο:27 παρ. 1
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. η οποία αποφασίζει περιορισμό ή κατάργηση δικαιώματος προτίμησης. Επιπλέον στοιχεία: Έκθεση Δ.Σ. που δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι περιορισμού ή κατάργησης του δικαιώματος προτίμησης.
15
Περιορισμός ή αποκλεισμός του δικαιώματος προτίμησης: Άρθρο:27 παρ. 4
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Δ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. το οποίο αποφασίζει τον περιορισμό ή αποκλεισμό δικαιώματος προτίμησης. Επιπλέον στοιχεία; α) Έκθεση Δ.Σ. που δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι περιορισμού ή κατάργησης του δικαιώματος προτίμησης καθώς και οι λόγοι που η κατάργηση του δικαιώματος γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου.
16
Μερική κάλυψη (καταβολή)του κεφαλαίου σε περιπτώσεις αύξησης ανεξαρτήτως μεγέθους ΑΕ Άρθρο:28 σε συνδυασμό με άρθρο 20 & 21
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Δ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. το οποίο αποφασίζει: Α) τη πιστοποίηση της μερικής κάλυψης του ποσού της αύξησης του Μ.Κ.Β) τη προσαρμογή του περί κεφαλαίου άρθρου του καταστατικού μέχρι του ποσού της κάλυψης. Επιπλέον στοιχεία:α) αντίγραφο καταστατικού με προσαρμοσμένο το περί κεφαλαίου άρθρο, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μερική κάλυψη. β) τα σχετικά δικαιολογητικά περί πιστοποίησης (άρθρο 20 του ν.4548/2018 περιπτώσεις 8 -12 του παρόντος)
17
Απόσβεση Κεφαλαίου Άρθρο:32
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. η οποία αποφασίζει την απόσβεση
18
Κατάργηση ή περιορισμός του προνομίου Άρθρο 38
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Γ.Σ. των προνομιούχων μετόχων με πλειοψηφία των 2/3 του προνομιούχου κεφαλαίου. Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ.
19
Εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από τον πλειοψηφούντα μέτοχο Άρθρο:47
Με μέριμνα: του πλειοψηφούντος μετόχου Όργανο απόφασης: ο πλειοψηφών μέτοχος Πράξεις: Δήλωση του πλειοψηφούντος μετόχου για άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς των μετοχών της μειοψηφίας με το περιεχόμενο της παρ. 4 του άρθρου 47
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. με απόφαση έγκρισης απόκτησης ίδιων μετοχών
21
Παροχή πιστώσεων κ.λπ. για απόκτηση ιδίων μετοχών Άρθρο: 51
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Γ.Σ. που εγκρίνει τη συναλλαγή Πράξεις: Γραπτή έκθεση του Δ.Σ. προς την Γ.Σ. και όπου απαιτείται έκθεση ορκωτού ελεγκτή (άρθρο 51 παρ. 1β και 3 ν. 4548/2018)
22
Ορισμός φυσικού προσώπου από νομικό πρόσωπο ως αντιπροσώπου αυτού στο Δ.Σ. (άσκηση εξουσιών του Ν.Π. ως μέλος του Δ.Σ.) Άρθρο:77
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης; Γ,Σ.Πράξεις: Πρακτικό ΓΣ περί διορισμού Νομικού προσώπου ως μέλους ΔΣ και πρακτικό ΔΣ περί συγκρότησής του σε σώμα με συνημμένη την απόφαση Οργάνου Νομικού Προσώπου για ορισμό φυσικού προσώπου ως μέλους Δ.Σ. (ΓΣ ή ΔΣ ή Διαχειριστής ή άλλο ισοδύναμο όργανο αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο εξωτερικού) (ιδιωτικό έγγραφο)Επιπλέον στοιχεία: ο ορισμός του φυσικού προσώπου πρέπει να γίνει μέσα σε 15 ημέρες από το διορισμό του νομικού προσώπου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου
Με μέριμνα: των μετόχων ή των εχόντων έννομο συμφέρονΌργανο απόφασης: Δικαστήριο Πράξεις: Απόφαση δικαστηρίου
25
Εκλογή Δ.Σ. από τη Γ.Σ. και αναπληρωματικών μελώνΆρθρα:78 & 81
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης; Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. που εκλέγει τακτικά και αναπληρωματικά μέλη16.
26
Αντικατάσταση των μελών Δ.Σ. Άρθρο:82
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης; Δ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο Πρακτικού Δ.Σ.17 που αποφασίζει την αντικατάσταση μελών που εξέλιπαν.
27
Ανάθεσηαρμοδιοτήτων του Δ.Σ. σε μέλη του ή τρίτους ή εκτελεστική επιτροπή ( Συγκρότηση σε σώμα)Άρθρο:87 και 89
Με μέριμνα; Δ.Σ. Όργανο απόφασης; Δ.Σ.18Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. που αποφασίζει: α) την ανάθεση των εξουσιών διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας σε μέλη του Δ.Σ. ή μη. β) την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών του.γ) τον διορισμό Προέδρου, Αντιπροέδρου, Διευθ/ντα ή Εντεταλμένου Συμβούλου19.
28
Εκλογή Προέδρου Δ.Σ. και αναπληρωτή του.Άρθρο:89
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Γ.Σ. ή Δ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. ή Δ.Σ. που αποφασίζει την εκλογή Προέδρου και αναπληρωτή
29
Αντικατάσταση Προέδρου Δ.Σ. και αναπληρωτή του Άρθρο:89
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Δ.Σ20Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. με απόφαση αντικατάστασης και ανάληψης καθηκόντων από τον νέο Πρόεδρο και τον αναπληρωτή του
30
Χορήγηση άδειας για την κατάρτιση συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος (Άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ) Άρθρα:100-101
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Δ.Σ. ή Γ.Σ. που παρέχει την άδεια συναλλαγής με το συνδεδεμένο μέρος Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Δ.Σ. που ανακοινώνει την παροχής άδειας (από το ίδιο ή τη ΓΣ) για την κατάρτιση συναλλαγής, την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 100 και περιέχει της πληροφορίες της παρ. 2 του άρθρου 101. Επιπλέον στοιχεία: Για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η έκθεση της παρ. 1 του άρθρου 101
31
Έγκριση πολιτικής αποδοχών(Άρθρο 9α της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία2017/828/ΕΕ)Άρθρο:110 παρ. 5
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. που εγκρίνει την πολιτική αποδοχών που έχει οριστεί από την εταιρεία.
32
Πρόγραμμα διάθεσης μετοχών σε μέλη του Δ.Σ. & το προσωπικό με τη μορφή δικαιώματος προαίρεσης (option) απόκτησης μετοχών Άρθρο:113 παρ.1 και 4
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Γ.Σ. ή Δ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. ή Δ.Σ. που αποφασίζει το πρόγραμμα διάθεσης μετοχών
33
Πρόγραμμα διάθεσης μετοχών σε μέλη του Δ.Σ. & το προσωπικό με τη μορφή δικαιώματος προαίρεσης (option) απόκτησης μετοχών Άρθρο:113 παρ. 1 και 2
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. που αποφασίζει το πρόγραμμα διάθεσης μετοχών και την ανάθεση στο Δ.Σ. της εξουσίας του καθορισμού των δικαιούχων ή των κατηγοριών αυτών, τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος και οποιονδήποτε άλλο όρο του προγράμματος διάθεσης μετοχών.
34
Πρόγραμμα διάθεσης μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στο προσωπικό της ΑΕ με τη μορφή δικαιώματος προαίρεσης (option) απόκτησης μετοχών Άρθρο:113 παρ.4
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. που αποφασίζει να εξουσιοδοτήσει το διοικητικό συμβούλιο να θεσπίζει πρόγραμμα διάθεσης μετοχών, αυξάνοντας ενδεχομένως το κεφάλαιο και λαμβάνοντας όλες τις άλλες σχετικές αποφάσεις.
35
Δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στο προσωπικό της ΑΕ Άρθρο:114
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. που αποφασίζει δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό της εταιρείας
36
Δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη ΔΣ και του προσωπικού και ανάθεση στο Δ.Σ. εξουσίας του καθορισμού των δικαιούχων ή των κατηγοριών τους και οποιονδήποτε άλλος όρο στην δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό Άρθρο:114
Με μέριμνα: Δ.Σ. Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. που αποφασίζει δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό της εταιρείας και αναθέτει στο ΔΣ τον καθορισμό των δικαιούχων ή των κατηγοριών τους ή οποιουδήποτε άλλου όρου.
37
Εκλογή μονομελούς Δ.Σ.Άρθρο:115
Με μέριμνα: Μονομελούς Διοικητικού ΟργάνουΌργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις:α) Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. που εκλέγει21 το μονομελές Διοικητικό όργανο και αναθέτει τη διαχείριση και την εκπροσώπηση της εταιρείας στον εκλεγμένο σύμβουλο – διαχειριστήβ) Πράξη αποδοχής του διορισμού του εκλεγμένου μέλους και της ανάθεσης των εξουσιών διαχείρισης και εκπροσώπησης .
38
Αγωγή ακύρωσης απόφασης Γ.Σ. Άρθρο: 137
Με μέριμνα: του ενδιαφερόμενου Όργανο απόφασης: Ενάγων Πράξεις: Δικόγραφο Αγωγής
39
Δικαστική απόφαση που απαγγέλει την ακύρωση απόφασης, ΓΣ,Άρθρο: 137
Με μέριμνα: του ενδιαφερόμενου Όργανο απόφασης: Δικαστήριο Πράξεις: Δικαστική απόφαση
40
Δικαστική απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα ή που αναστέλλει την ισχύ της απόφασης ΓΣΆρθρο: 137
Με μέριμνα: του ενδιαφερόμενου Όργανο απόφασης: Δικαστήριο Πράξεις: Δικαστική απόφαση
41
Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας Άρθρο: 138
Με μέριμνα; Ενδιαφερόμενου Όργανο απόφασης: Ενάγων Πράξεις: Δικόγραφο Αγωγής
42
Δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την ακυρότητα απόφασης, ΓΣ, Άρθρο: 138
Με μέριμνα: του ενδιαφερόμενου Όργανο απόφασης: Δικαστήριο Πράξεις: Δικαστική απόφαση
43
Δικαστική απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα ή που αναστέλλει την ισχύ της απόφασης ΓΣΆρθρο: 138
Με μέριμνα: του ενδιαφερόμενου Όργανο απόφασης: Δικαστήριο Πράξεις: Δικαστική απόφαση
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Γ.Σ. η οποία εγκρίνει τις χρηματοοικονομικές καταστάσειςΠράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. με απόφαση έγκρισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων Επιπλέον στοιχεία22:α) νόμιμα εγκεκριμένες χρηματοοικονομικές καταστάσειςβ) Έκθεση διαχείρισης Δ.Σ. όπου απαιτείται
γ) Γνώμη του Ορκωτού Ελεγκτή ή της Ελεγκτικής εταιρείας μαζί με την Έκθεση Ελέγχου & το σχετικό Πιστοποιητικό Ελέγχου όπου απαιτείται
Με μέριμνα: Δ.Σ. ΑΕ που ενοποιείΌργανο απόφασης: Γ.Σ. ΑΕ που ενοποιεί και εγκρίνει τις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. με απόφαση έγκρισης των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων Επιπλέον στοιχεία23: α) νόμιμα εγκεκριμένες ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις β) Ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης Δ.Σ. όπου απαιτείται
γ) Γνώμη του Ορκωτού Ελεγκτή ή της Ελεγκτικής εταιρείας μαζί με την Έκθεση Ελέγχου (για την ενοποίηση) & το σχετικό Πιστοποιητικό Ελέγχου όπου απαιτείται
46
Δημοσίευση Ατομικών & Ενοποιημένων Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων & σχετικών εκθέσεων οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος κατά την έννοια του παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014 Άρθρα: 151- 156 σε συνδυασμό με 149
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης: Γ.Σ. η οποία εγκρίνει τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις (ατομικές ή και ενοποιημένες)Πράξεις: Αντίγραφο πρακτικού Γ.Σ. με απόφαση έγκρισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων (ατομικές ή και ενοποιημένες) Επιπλέον στοιχεία:α) νόμιμα εγκεκριμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις (ατομικές ή και ενοποιημένες) β) Έκθεση διαχείρισης Δ.Σ. (ατομική ή και ενοποιημένη) και όπου απαιτείται:I. Μη χρηματοοικονομική κατάσταση / μη χρηματοοικονομική πληροφόρηση (ατομική ή και ενοποιημένη)II. Δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης (ατομική ή και ενοποιημένη)III. Έκθεση πληρωμών προς κυβερνήσεις (ατομική ή και ενοποιημένη)γ) Γνώμη του Ορκωτού Ελεγκτή ή της Ελεγκτικής εταιρείας μαζί με την Έκθεση Ελέγχου & το σχετικό Πιστοποιητικό Ελέγχου
47
Προσωρινό μέρισμα & διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση Άρθρο:162
Με μέριμνα·. Δ.Σ. Όργανο απόφασης· Δ.Σ.Πράξεις· Οικονομικές καταστάσεις περιόδου24
48
Προσωρινό μέρισμα & διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση Άρθρο:162
Με μέριμνα: Δ.Σ.Όργανο απόφασης· Γ.Σ. ή Δ.Σ.Πράξεις: Πρακτικό Δ.Σ. ή Γ.Σ. που αποφασίζει τη διανομή25.
49
Λύση της ΑΕ Άρθρο :164 παρ.1α
Με μέριμνα·. ΥΓΕΜΗ (αυτεπάγγελτη) με αναφορά στην σχετική καταστατική διάταξη περί διάρκειας της ΑΕ. Όργανο απόφασης· ΥΓΕΜΗ
50
Λύση της ΑΕ Άρθρο : 164 παρ.1γ
Με μέριμνα· Οποιοσδήποτε με έννομο συμφέρον Όργανο απόφασης· ΔικαστήριοΠράξεις· Απόφαση δικαστηρίου περί κήρυξης της εταιρείας σε πτώχευση
51
Λύση της ΑΕ Άρθρο : 164 παρ.1δ
Με μέριμνα· Οποιοσδήποτε με έννομο συμφέρον Όργανο απόφασης· ΔικαστήριοΠράξεις· Απόφαση δικαστηρίου περί απόρριψης της αίτησης πτώχευσης
52
Λύση της ΑΕ με δικαστική απόφαση Άρθρο : 165 παρ.1-3
Με μέριμνα· Οποιοσδήποτε με έννομο συμφέρον Όργανο απόφασης· Δικαστήριο Πράξεις· Απόφαση δικαστηρίου
53
Αίτηση για λύση της ΑΕ του έχοντος έννομο συμφέρον Άρθρο : 165 παρ.4
Με μέριμνα· Οποιοσδήποτε με έννομο συμφέρονΌργανο απόφασης· ΑιτούντεςΠράξεις· Αίτηση για λύση προς το δικαστήριο
54
Λύση της ΑΕ με δικαστική απόφαση αιτήσει μετόχων Άρθρο : 166
Με μέριμνα· Οποιοσδήποτε με έννομο συμφέρον Όργανο απόφασης· Δικαστήριο Πράξεις· Απόφαση δικαστηρίου
55
Αίτηση για λύση της ΑΕ αιτήσει μετόχων Άρθρο : 166 παρ.8
Με μέριμνα· Μέτοχοι εκπροσωπούντες 1/3 Μ.Κ.Όργανο απόφασης· ΑιτούντεςΠράξεις· Αίτηση για λύση προς το δικαστήριο
56
Εκκαθαριστές (διορισμός) Άρθρο : 167 παρ.2
Με μέριμνα· ΥΓΕΜΗ (αυτεπάγγελτη) στην περίπτωση της παρ.1α του άρθρου 16426 Όργανο απόφασης· ΥΓΕΜΗ
57
Εκκαθαριστές (διορισμός) Άρθρο : 167 παρ.2
Με μέριμνα· ΥΓΕΜΗ (αυτεπάγγελτη) ) στην περίπτωση της παρ.1δ του άρθρου 164 Όργανο απόφασης· ΔικαστήριοΠράξεις· Απόφαση δικαστηρίου που απορρίπτει την αίτηση πτώχευσης
58
Εκκαθαριστές (διορισμός) Άρθρο : 167 παρ.2
Με μέριμνα· Γ.Σ. Όργανο απόφασης· Γ.Σ.Πράξεις· Πρακτικό Γ.Σ. που ορίζει εκκαθαριστή.
59
Διενέργεια της εκκαθάρισης (οικονομικές καταστάσεις έναρξης εκκαθάρισης & ενδιάμεσες) Άρθρο:168
Διενέργεια της εκκαθάρισης (οικονομικές καταστάσεις περάτωσης εκκαθάρισης)Άρθρο : 168
Με μέριμνα: Εκκαθαριστές Όργανο απόφασης: Γ.Σ.Πράξεις: Γ.Σ. που εγκρίνει Οικονομικές Καταστάσεις περάτωσης εκκαθάρισης.
61
Διαγραφή ΑΕ από ΓΕΜΗΆρθρο:170
Με μέριμνα: Εκκαθαριστές ή Πρόσωπα της περ. ε’ παρ 1 άρθρου 10 ν. 3419/2005 Όργανο απόφασης: -Πράξεις: Να έχουν καταχωρισθεί οι οικονομικές καταστάσεις περάτωσης εκκαθάρισης
62
Διαγραφή ΑΕ από ΓΕΜΗΆρθρο:170
Με μέριμνα: Ο εκκαθαριστής ή πρόσωπα της περ. ε’ παρ 1 άρθρου 10 ν. 3419/2005 Όργανο απόφασης: -Πράξεις: Πάροδος 5 ετών από την έναρξη της εκκαθάρισης. Σε περίπτωση των εκκρεμών εκκαθαρίσεων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4548/2018, η προθεσμία δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση 6 μηνών από την έναρξη ισχύος.
63
Ανάκληση διαγραφής ΑΕ από ΓΕΜΗ Άρθρο:170
Με μέριμνα: Πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον Όργανο απόφασης: ΔικαστήριοΠράξεις: Δικαστική απόφαση (ασφαλιστικά μέτρα) που διατάσσει την προσωρινή επανεγγραφή της εταιρείας στο ΓΕΜΗ και ορίζει και εκκαθαριστή.
Με μέριμνα: Πληρεξούσιου υποκαταστήματοςΌργανο απόφασης: Συνέλευση εταίρων ή μετόχων ήδιαχειριστικά όργανα εταιρείας του Κράτους Μέλους ήπληρεξούσιοςΠράξεις:α) η ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, αν αυτό αποτελεί αντικείμενο χωριστής πράξης, καθώς και οι τροποποιήσεις των εγγράφων,
β) η βεβαίωση του μητρώου, στο οποίο έχει καταχωρισθεί η εταιρεία,
γ) η ταχυδρομική ή άλλη διεύθυνση του υποκαταστήματος,δ) η αναφορά των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος,ε) το μητρώο στο οποίο έχει ανοιχθεί για την εταιρεία οφάκελος που αναφέρει το άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132, καθώς και ο αριθμός εγγραφής της στο μητρώο αυτό, στ) η επωνυμία και η μορφή της εταιρείας, καθώς και η επωνυμία του υποκαταστήματος, αν δεν είναι η ίδια με την επωνυμία της εταιρείας,
ζ) ο διορισμός, η λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα ατομικά στοιχεία ταυτότητος των προσώπων, που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου:- ως προβλεπόμενα από το νόμο όργανα διοίκησης της εταιρείας ή ως μέλη ενός τέτοιου οργάνου, σύμφωνα με τη δημοσιότητα που λαμβάνει χώρα για την εταιρεία βάσει του άρθρου 14 στοιχείο δ’ της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132,- ως μόνιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, με μνεία της έκτασης των αρμοδιοτήτων τους,
η) η λύση της εταιρείας, ο διορισμός, τα ατομικά στοιχεία ταυτότητος και οι εξουσίες των εκκαθαριστών, καθώς και η περάτωση της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τη δημοσιότητα που λαμβάνει χώρα για την εταιρεία, που στις περιπτώσεις η’, ι’ και ια’ του άρθρου 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132, όπως επίσης η διαδικασία πτώχευσης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή άλλη ανάλογη διαδικασία, στην οποία υπόκειται η εταιρεία, θ) τα λογιστικά έγγραφα (χρηματοοικονομικές καταστάσεις) της εταιρείας, όπως καταρτίσθηκαν, ελέγχθηκαν και δημοσιεύθηκαν κατά το δίκαιο του κράτους-μέλους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία και, σύμφωνα με τις Οδηγίες 2013/34/ΕΕ και 2006/43/ΕΚ. Αυτό δεν εφαρμόζεται στα υποκαταστήματα, τα οποία έχουν ιδρύσει τα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αποτελούν αντικείμενο της Οδηγίας 89/117/ΕΟΚ,ι) το κλείσιμο του υποκαταστήματος.
Με μέριμνα·. Πληρεξούσιου υποκαταστήματοςΌργανο απόφασης· Συνέλευση εταίρων ή μετόχων ήδιαχειριστικά όργανα αλλοδαπής εταιρείας» ήπληρεξούσιοςΠράξεις:α) τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α’, γ’, δ’, στ’, η’ και ι’ της παραγράφου 2 του άρθρου 172,
β) το δίκαιο του κράτους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία,γ) αν το δίκαιο του κράτους από το οποίο διέπεται η εταιρεία το προβλέπει, το μητρώο, στο οποίο η εταιρεία είναι εγγεγραμμένη και τον αριθμό εγγραφής της στο μητρώο αυτό,
δ) τη μορφή, την έδρα και το αντικείμενο της εταιρείας, καθώς και μία (1) τουλάχιστον φορά το χρόνο, το ποσό του καλυφθέντος κεφαλαίου, αν τα στοιχεία αυτά δεν περιέχονται στα παραπάνω έγγραφα,
ε) το διορισμό, τη λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα στοιχεία ταυτότητος των προσώπων που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου:- ως νόμιμα προβλεπόμενα όργανα της εταιρείας ή ως μέλη ενός τέτοιου οργάνου,- ως μόνιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, με μνεία της έκτασης των εξουσιών τους και ενδεχόμενης δυνατότητας να ασκούν τις εξουσίες αυτές μόνοι,
στ) τα λογιστικά έγγραφα (χρηματοοικονομικές καταστάσεις) της εταιρείας, με εξαίρεση τα λογιστικά έγγραφα των πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως καταρτίσθηκαν, ελέγχθηκαν και δημοσιεύθηκαν κατά το δίκαιο του κράτους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία.
66
Γενική δημοσιότητα δικαστικών αποφάσεων περί άκυρης ΑΕ, πτώχευσης ή άλλης συλλογικής διαδικασίας ΑΕ, ακύρωσης αποφάσεων ΓΣ ή ανατροπής δικαστικών αποφάσεων σύμφωνα με τα ανωτέρωΆρθρο:12
Με μέριμνα: Οποιοσδήποτε με έννομο συμφέρονΌργανο απόφασης: ΔικαστήριοΠράξεις:Απόφαση δικαστηρίου περί:i. Άκυρης ΑΕ,ii. Πτώχευσης ή άλλης συλλογικής διαδικασίας ΑΕiii. Ακύρωσης αποφάσεων ΓΣiv. Ανατροπής δικαστικών αποφάσεων των i έως iii ανωτέρω
ΕΝΟΤΗΤΑ 6 (Διευκρινίσεις για τις πράξεις της παρ.427 του άρθρου 4 του ν.4548/2018 για τις οποίες απαιτείται έλεγχος πληρότητας σύμφωνα με την ενότητα 6) Σύμφωνα με την ρητή διάταξη της παρ.4 του άρθρου 4 του ν.4548/2018 προσαρμογές του καταστατικού απαιτούνται σε μια σειρά πράξεων που ο εν λόγω νόμος αναφέρει και για τις οποίες ισχύουν τα εξής: 1) Οι προσαρμογές του καταστατικού δεν αποτελούν άμεσο αποτέλεσμα απόφασης εταιρικού οργάνου (Γ.Σ. ή Δ.Σ.). Προκαλούνται από την επέλευση άλλων γεγονότων όπως π.χ. της μερικής κάλυψης του μετοχικού κεφαλαίου (άρθρο 28 παρ. 2) όταν αυτή δεν πραγματοποιείται μετά από απόφαση του Δ.Σ. ή της Γ.Σ. αλλά από το γεγονός ότι η αύξηση του Μ.Κ. που αποφασίστηκε σε προγενέστερο χρόνο δεν καλύφθηκε πλήρως. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της αύξησης του Μ.Κ. μετά από άσκηση του δικαιώματος κτήσης μετοχών (άρθρο 58 παρ. 3) όπου και εδώ έχουμε αυτόματη αύξηση του Μ.Κ. και όχι αύξηση μετά από απόφαση Γ.Σ. ή Δ.Σ. 2) Προσαρμόζεται μόνο το αντίστοιχο τροποποιούμενο άρθρο (με μέριμνα του Δ.Σ.) και όχι λοιπά άρθρα του καταστατικού προκειμένου αυτό να εμφανίζει τα γεγονότα όπως συνέβησαν εκείνη την δεδομένη στιγμή. Οι πράξεις προσαρμογής είναι οι ακόλουθες; > Πιστοποίηση μερικής κάλυψης του Μ.Κ. (άρθρο 28 παρ. 2) > Πιστοποίηση άσκησης δικαιώματος κτήσης μετοχών (άρθρο 58 παρ. 3) > Πιστοποίηση μετατροπής μετατρέψιμων ομολογιών (άρθρο 71)
ΕΝΟΤΗΤΑ 7 (Πράξεις για τις οποίες δεν απαιτείται έλεγχος νομιμότητας και πληρότητας και οι οποίες καταχωρίζονται απευθείας και ατελώς στο ΓΕΜΗ Στις διατάξεις του ν.4548/2018 προβλέπονται δύο συγκεκριμένες πράξεις η οποίες καταχωρίζονται στο ΓΕΜΗ με επιμέλεια της εταιρείας χωρίς έλεγχο (νομιμότητας ή πληρότητας) και χωρίς καταβολή σχετικού τέλους καταχώρισης.
Αυτές είναι: i. Η πρόσκληση για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης (άρθρο 26), στην οποία μνημονεύεται υποχρεωτικά και η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα, υποβάλλεται με επιμέλεια της εταιρείας στη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ28 και ii. Η πρόσκληση της γενικής συνέλευσης των μετόχων (άρθρο 122 παρ.2) που δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ με επιμέλεια της εταιρείας29. ………………………………………………………..
Διαθέσιμες αιτήσεις μεταβολών ανά νομική μορφή ( Εκτιμούμε ότι θα υπάρξει σχετική επικαιροποίηση )
https://services.businessportal.gr/
Α) Αναρτώμενες στο ΓΕΜΗ απ’ ευθείας και με ευθύνη της εταιρείας (χωρίς παρέμβαση των Υπηρεσιών ΓΕΜΗ)
· ΑΕ – Πρόσκληση σε Γενική Συνέλευση
· ΑΕ – Πρόσκληση για ενάσκηση δικαιώματος προτίμησης της παρ.9 του αρ.13 του Κ.Ν. 2190/1920
Β) Υποβαλλόμενες στο ΓΕΜΗ με ευθύνη της ΑΕ και μέσω των Υπηρεσιών ΓΕΜΗ (για Έλεγχο, Καταχώριση και δημοσιότητα)
· (ΑΕ) Αίτηση Καταχώρησης απόφασης Διοικητικού Συμβουλίου για την πιστοποίηση καταβολής αρχικού μετοχικού κεφαλαίου
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης για αλλαγή διεύθυνσης γραφείων, χωρίς αλλαγή δήμου
· (AE) Αίτηση Καταχώρισης Ιστοσελίδας
· (AE) Αίτηση καταχώρησης απόφασης ΓΣ για την «Έγκριση οικονομικών καταστάσεων» ME εκλογή ελεγκτών και Καταχώρισης Ισολογισμού κατά Ε.Λ.Π -Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα ή Δ.Λ.Π. (Αφορά Χρήσεις που λήγουν 07/07/2016 και META)
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης ΓΣ για την «Έγκριση οικονομικών καταστάσεων» ΧΩΡΙΣ εκλογή ελεγκτών και Καταχώρισης Ισολογισμού κατά Ε.Λ.Π -Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα ή Δ.Λ.Π. (Αφορά Χρήσεις που λήγουν 07/07/2016 και META)
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης πρακτικού ΓΣ για την εκλογή ΔΣ και πρακτικού ΔΣ για την συγκρότηση αυτού σε σώμα και παροχής εξουσιοδοτήσεων
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρiσης απόφασης ΓΣ για την Tροποποίηση καταστατικού
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρισης Γενικής Συνέλευσης κατά την οποία ΔΕΝ λήφθηκαν αποφάσεις δημοσιευτέες στο ΓΕΜΗ (παρ.2, Άρθρο 26α, ν.2190/1920)
· (ΑΕ) Αίτηση Καταχώρισης Λοιπών αποφάσεων ΓΣ που υπόκεινται σε δημοσιότητα
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης Δ.Σ. για την Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου (χωρίς τροποποίηση καταστατικού και ΑΝΩ των 3εκ. ευρώ)
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης Δ.Σ. για την Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου (χωρίς τροποποίηση καταστατικού και ΚΑΤΩ των 3εκ. ευρώ)
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης ΔΣ για την μεταβολή ΔΣ, Ανασυγκρότηση ΔΣ ή/και αλλαγή Εκπροσώπησης
· (ΑΕ) Καταχώρηση απόφασης Διοικητικού Συμβουλίου για την πιστοποίηση καταβολής αύξησης μετοχικού κεφαλαίου (Ολική ή Μερική ή Μη Καταβολή)
· (AE) Καταχώρηση Απόφασης ΓΣ για θέση της εταιρίας σε Λύση & Εκκαθάριση και ορισμός εκκαθαριστών
· (ΑΕ) Καταχώριση Ισολογισμού Έναρξης Εκκαθάρισης
· (AE) Αίτηση Καταχώρησης Απόφασης ΓΣ για την έγκριση Ισολογισμού Πέρατος Εκκαθάρισης (με δημοσίευση του ισολογισμου) και για την ΔΙΑΓΡΑΦΗ της εταιρίας από το ΓΕΜΗ
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης ΓΣ για την «Έγκριση οικονομικών καταστάσεων» (Χωρίς εκλογή ελεγκτών & χωρίς αλλαγή στοιχείων του ισολογισμού)(παλαιές που λήγουν μέχρι 07/07/2016)
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης ΓΣ για την «Έγκριση τροποποιημένων οικονομικών καταστάσεων» και επαναδημοσίευση των τροποποιημένων στοιχείων (ισολογισμού κλπ.)(παλαιές χρήσεις που λήγουν μέχρι 07/07/2016)
· (ΑΕ) Αίτηση καταχώρησης απόφασης ΓΣ για την «Έγκριση οικονομικών καταστάσεων» με εκλογή ελεγκτών (παλαιές χρήσεις που λήγουν μέχρι 07/07/2016)
( Πηγή : Υπηρεσία Ηλεκτρονικής Υποβολής Αιτήσεων Καταχώρισης στο ΓΕΜΗ
Σύμφωνα με το ν. 3419/2005 Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) και Εκσυγχρονισμός της Επιμελητηριακής Νομοθεσίας. (ΦΕΚ Α’ 297/06-12-2005)
[ Άρθρο 6 :
2. Στη Μερίδα καταχωρίζονται, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το πρόσωπο του υπόχρεου, τα ακόλουθα στοιχεία: α. Ο Αριθμός του Γ.Ε.ΜΗ. του υπόχρεου, του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου. β. Η υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. ή το Τμήμα Γ.Ε.ΜΗ. που διενήργησε την εγγραφή ή τη μεταγενέστερη καταχώριση και το ονοματεπώνυμο του αρμόδιου υπαλλήλου. γ. Ο αριθμός πρωτοκόλλου της αίτησης εγγραφής και ο Κωδικός Αριθμός Καταχώρισης. δ. Τα στοιχεία της απόφασης των αρμόδιων αρχών ή υπηρεσιών οι οποίες χορηγούν άδεια άσκησης επιτηδεύματος ή επαγγέλματος ή άδεια ίδρυσης και λειτουργίας επιχείρησης ή υποκαταστήματος, εφόσον, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, προαπαιτείται η άδεια αυτή για τη σύσταση εταιρίας ή την έναρξη εργασιών επιτηδευματία. ε. Οι δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες ο υπόχρεος κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή σε διαδικασία συνδιαλλαγής ή άλλης συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών του. Επίσης, στη Μερίδα καταχωρίζονται το ονοματεπώνυμο, το ονοματεπώνυμο γονέων, ο αριθμός δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή διαβατηρίου, ο τόπος και ο χρόνος γέννησης, η ιθαγένεια και η διεύθυνση κατοικίας των εκκαθαριστών, των αναγκαστικών διαχειριστών, των επιτρόπων και των συνδίκων του υπόχρεου. στ. Τα στοιχεία των δικαστικών αποφάσεων με τις οποίες περατώνονται, αναστέλλονται ή ανατρέπονται οι έννομες καταστάσεις, που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση. ζ. Τα στοιχεία των οποίων προβλέπεται η δημοσίευσή τους από την πτωχευτική νομοθεσία. η. Τα στοιχεία των εκκρεμών αιτήσεων πτώχευσης ή διαδικασίας συνδιαλλαγής ή άλλης συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών, θ. Ο αριθμός των υποκαταστημάτων ή πρακτορείων του υπόχρεου στην ημεδαπή, καθώς και η διεύθυνση και ο αριθμός Γ.Ε.ΜΗ. που αφορά το καθένα από αυτά. ι. Ο αριθμός, η διεύθυνση και τα στοιχεία των υποκαταστημάτων ή πρακτορείων του υπόχρεου στην αλλοδαπή. ια) κατ’ έτος το σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων) της εταιρείας, το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών αυτής και ο μέσος όρος απασχολουμένων σε αυτή κατά τη διάρκεια του έτους. 2α. Στη Μερίδα καταχωρίζονται και δημοσιεύονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 16 παρ. 1, προκειμένου για κεφαλαιουχικές εταιρείες με έδρα στην ημεδαπή, και τα ακόλουθα στοιχεία: α) η ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, β) οι τροποποιήσεις της ιδρυτικής πράξης ή του καταστατικού, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η παράταση της διάρκειας ζωής της εταιρείας, καθώς και ύστερα από κάθε τροποποίηση της ιδρυτικής πράξης ή του καταστατικού, το πλήρες κείμενο αυτών, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση στη νέα διατύπωσή του, γ) ο διορισμός, η αποχώρηση, καθώς και τα ατομικά στοιχεία των προσώπων τα οποία, είτε ως όργανο προβλεπόμενο από το νόμο, είτε ως μέλη τέτοιου οργάνου: αα) έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων. Σε περίπτωση που τα πρόσωπα αυτά είναι περισσότερα του ενός, με τη σχετική καταχώριση διευκρινίζεται αν τα πρόσωπα αυτά δύνανται να ενεργούν μόνα τους ή πρέπει να ενεργούν από κοινού, ββ) εκπροσωπούν την εταιρεία ενώπιον δικαστηρίου, γγ) συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία ή στον έλεγχο της εταιρείας, δ) τουλάχιστον κατ’ έτος, το ύψος του καλυφθέντος κεφαλαίου εφόσον η ιδρυτική πράξη ή το καταστατικό αναφέρονται σε εγκεκριμένο κεφάλαιο, εκτός αν κάθε αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου συνεπάγεται τροποποίηση του καταστατικού, ε) τα λογιστικά έγγραφα κάθε χρήσεως των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική βάσει των Οδηγιών του Συμβουλίου 78/660/ΕΟΚ (EE L 222 14.8.1978), 83/349/ΕΟΚ (EE L 193 18.7.1983), 86/635/ΕΟΚ (EE L 372 31.12.1986) και 91/674/ΕΟΚ (EE L 374/31.12.1991), στ) οποιαδήποτε μεταβολή της έδρας, ζ) η λύση της εταιρείας, η) η δικαστική απόφαση με την οποία κηρύσσεται η ακυρότητα της εταιρείας, θ) ο διορισμός και τα ατομικά στοιχεία των εκκαθαριστών, ι) η περάτωση της εκκαθαρίσεως και η διαγραφή από τα μητρώα. 2β. Στη Μερίδα καταχωρίζονται και δημοσιεύονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 16 παρ. 1, προκειμένου για υποκαταστήματα της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 [ ζ. Οι αλλοδαπές εταιρείες που αναφέρονται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ (ΕΕΕΚ L. 65), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 της Οδηγίας 2003/58/ΕΚ (ΕΕΕΚ L. 221) και έχουν έδρα σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), ως προς τα υποκαταστήματα ή πρακτορεία που διατηρούν στην ημεδαπή.] , και τα ακόλουθα στοιχεία: α) η ταχυδρομική ή άλλη διεύθυνση του υποκαταστήματος, β) η αναφορά του αντικειμένου των εργασιών του υποκαταστήματος, γ) το μητρώο κράτους – μέλους, στο οποίο τηρείται για την εταιρεία φάκελος, με μνεία του αριθμού εγγραφής της σε αυτό, δ) η επωνυμία και η μορφή της εταιρείας, καθώς και η επωνυμία του υποκαταστήματος, εάν δεν είναι η ίδια με την επωνυμία της εταιρείας, ε) ο διορισμός, η λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου: αα) εφόσον προβλέπονται από το νόμο ως όργανα διοίκησης της εταιρείας ή ως μέλη ενός τέτοιου οργάνου, σύμφωνα με τη δημοσιότητα που λαμβάνει χώρα για την εταιρεία βάσει του άρθρου 2 παρ. 1 της Οδηγίας 2009/101/ΕΚ, ββ) ως μόνιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, με μνεία της έκτασης των αρμοδιοτήτων τους, στ) η λύση της εταιρείας, ο διορισμός, τα ατομικά στοιχεία και οι εξουσίες των εκκαθαριστών, η περάτωση της εκκαθάρισης και η σχετική μνεία στο μητρώο κράτους – μέλους, η διαδικασία πτώχευσης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή άλλη ανάλογη διαδικασία στην οποία υπόκειται η εταιρεία, ζ) τα λογιστικά έγγραφα της εταιρείας, όπως καταρτίσθηκαν ελέχθηκαν και δημοσιεύθηκαν κατά το δίκαιο του κράτους – μέλους από το οποίο διέπεται η εταιρεία και, σύμφωνα με τις Οδηγίες 78/660/ΕΟΚ (EE L 222 14.8.1978), 83/349/ΕΟΚ (EE L 193 18.7.1983) και 84/253/ΕΟΚ ( EE L 126/20 12.5/1984), η) το κλείσιμο του υποκαταστήματος.
1) Πώς γίνεται η καταχώριση στο ΓΕΜΗ αιτημάτων ΑΕ (όταν δεν υπάρχει ο τύπος αίτησης μέσα από τις επιλογές στο Businessportal.gr) ;
Στην περίπτωση που δεν υπάρχει ο ακριβής τύπος ηλεκτρονικής αίτησης μέσα από τις έτοιμες αιτήσεις στο businessportal, η κατάθεση της αίτησης γίνεται με φυσική παρουσία στο Helpdesk AE (1ος όροφος) με προσκόμιση των εγγράφων σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή. Αναλυτικότερα ο ενδιαφερόμενος πρέπει να προσκομίσει στην υπηρεσία ΓΕΜΗ :
o Αντίγραφο (όχι απόσπασμα) του Πρακτικού του αρμόδιου οργάνου (Δ.Σ. ή/και Γ.Σ.) της εταιρείας που (σύμφωνα με το Ν.4548/18) αποφάσισε τη μεταβολή, νομίμως υπογεγραμμένο σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή (αρχείο WORD, PDF μικρότερο από 5 MB) σε cd ή usb, ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Σε περίπτωση που απαιτείται να συνυποβληθεί και το νέο κείμενο του ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥτης εταιρείας, θα πρέπει να είναι χωρίς υπογραφές ΜΟΝΟ στο cd ή στο usb, ενώ στην έντυπη μορφή του θα πρέπει να είναι νομίμως υπογεγραμμένο.
o ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ στο ΓΕΜΗ, η οποία υπάρχει διαθέσιμη στην υπηρεσία ΓΕΜΗ και στην ιστοσελίδα του ΕΒΕΑ (www.acci.gr).
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Εάν η υποβολή πραγματοποιηθεί με έντυπο ΑΙΤΗΣΗ στην Υπηρεσία ΓΕΜΗ, όλες οι πράξεις και τα στοιχεία που συνοδεύουν την αίτηση μπορούν να υποβληθούν σε ψηφιακό μέσο και θα γίνονται αποδεκτά και ανυπόγραφα, (σύμφωνα με το Έγγραφο ΑΠ 69931/25-6-2015 της Δ/ΝΣΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ & Γ.Ε.ΜΗ. της ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ & ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ), εφόσον η έντυπη αίτηση συνοδεύεται απόυπεύθυνη δήλωσητου νομίμου εκπροσώπου της ΑΕ, με το εξής περιεχόμενο: «Βεβαιώνεται υπεύθυνα και με γνώση των συνεπειών του νόμου 1599/1986 περί υπευθύνου δηλώσεως αλλά και των ειδικότερων διατάξεων τουΝ.4548/2018 ότι όλα τα έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν με την παρούσα αίτηση σε ηλεκτρονική μορφή προκειμένου να καταχωριστούν στην βάση του ΓΕΜΗ αποτελούν ακριβή αντίγραφα των νομίμως υπογεγραμμένων εγγράφων τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της εταιρείας και είναι στη διάθεση των αρχών ανά πάσα στιγμή για τη διενέργεια τακτικών ή δειγματοληπτικών ελέγχων ή για την κατά το νόμο άσκηση εποπτείας.»
2) Πως γίνεται η καταχώριση στο ΓΕΜΗ μονομελούς διοικητικού οργάνου;
Βάσει του άρθρου 115 παρ.1 του Ν.4548/18, αντί διοικητικού συμβουλίου το καταστατικό μπορεί να προβλέπει το διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής), εκλεγόμενου από τη Γενική Συνέλευση. Ο σύμβουλος-διαχειριστής είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παρ.6 του ανωτέρω άρθρου δεν εφαρμόζεται στις μεγάλες και μεσαίες εταιρείες, ούτε σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. Η καταχώριση στην υπηρεσία ΓΕΜΗ γίνεται μέσω του businessportal.gr, με την ηλεκτρονική αίτηση : ‘’Αίτηση καταχώρισης πρακτικού ΓΣ για την εκλογή ΔΣ και πρακτικού ΔΣ για την συγκρότηση αυτού σε σώμα και παροχής εξουσιοδοτήσεων’’ στην οποία θα αναρτηθεί, :
o To Αντίγραφο (όχι απόσπασμα) του Πρακτικού με την απόφαση της Γ.Σ. &
o Το Πρακτικό του διαχειριστή – συμβούλου στο πεδίο ‘’Πρακτικό Δ.Σ.’’ στο οποίο θα αναφέρεται η αποδοχή διορισμού του καθώς και οι εξουσίες του ως προς την εκπροσώπηση της εταιρείας. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται από το καταστατικό η δυνατότητα ορισμού μονομελούς διοικητικού οργάνου, θα πρέπει προηγούμενα ή και ταυτόχρονα να υποβληθεί
o Το πρακτικό Γ.Σ., που θα έχει σαν θέμα την τροποποίηση του άρθρου του καταστατικού που αφορά τον αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και την δυνατότητα για διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (συμβούλου – διαχειριστή), και
o Το νέο κείμενο του καταστατικού το οποίο υποβάλλεται για καταχώριση με τον ηλεκτρονικό τύπο αίτησης ‘’Αίτηση καταχώρησης απόφασης ΓΣ για την Τροποποίηση καταστατικού’’.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ Υπάρχει δυνατότητα (στο ίδιο Πρακτικό) να υπάρχει ως δεύτερο θέμα και η Γ.Σ. να αποφασίσει και το διορισμό του μονομελούς διοικητικού οργάνου (συμβούλου – διαχειριστή). Στην περίπτωση αυτή η καταχώριση της αίτησης έπεται της ολοκλήρωσης της καταχώρισης της απόφασης Γ.Σ. για την τροποποίηση του καταστατικού.
3) Ποιά στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στα έγγραφα της εταιρείας;
Βάσει του άρθρου 14 παρ.1 του Ν.4548/18 κάθε έγγραφο της εταιρείας, έντυπο ή μη, περιλαμβανομένων των επιστολών, των διαφημίσεων και των εγγράφων παραγγελίας, πρέπει να περιέχει τις εξής, τουλάχιστον, ενδείξεις:α) Τον αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. της εταιρείας, β) Τη νομική μορφή της εταιρείας, την επωνυμία, την έδρα και, ενδεχομένως, το γεγονός ότι βρίσκεται σε εκκαθάριση ή έχει υποβληθεί σε συλλογική διαδικασία.
4) Πως γίνεται η καταχώριση στην επωνυμία της εταιρείας ως μονοπρόσωπη;
Βάσει του άρθρου6 παρ.3 του Ν.4548/18 αν η ανώνυμη εταιρεία είναι μονοπρόσωπη, στην επωνυμία πρέπει να περιέχεται η ένδειξη «Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία» ή «Μονοπρόσωπη Α.Ε.». Για τις διεθνείς συναλλαγές, οι παραπάνω λέξεις εκφράζονται ως «SingleMemberSocieteAnonyme» ή «SingleMember S.A.». Η ένδειξη αυτή προστίθεται ή αφαιρείται με καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., με μέριμνα του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς τροποποίηση του καταστατικού. Η καταχώριση μπορεί να γίνει μόνο μέσω Γενικής Αίτησης στο helpdesk ανωνύμων εταιρειών, σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή προσκομίζοντας
o Το πρακτικό διοικητικού συμβουλίου και
o Το νέο καταστατικό, που στο άρθρο περί επωνυμίας (σύμφωνα και με το άρθρο 5 παρ.1α, Ν. 4548/18) θα πρέπει να υπάρχει η σωστή επωνυμία, όπως θα διαμορφωθεί μετά την κατά τα ανωτέρω προσθήκη, προκειμένου να χορηγούνται σωστά αντίγραφα του καταστατικού.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Επειδή η προσθήκη αυτή δεν θεωρείται ως τροποποίηση του καταστατικού, οι αιτήσεις αυτές δεν θα στέλνονται για έγκριση στην αρμόδια ΠΕ.
5) Πως γίνεται η καταχώριση Απόφασης ΔΣ, που μετά από παραίτηση μέλους διοικητικού συμβουλίου, συνεχίζεται η θητεία του, χωρίς αντικατάστασή του παραιτηθέντος;
Για καταχώριση τηςσυγκεκριμένης απόφασης στο ΓΕΜΗ υποβάλλεται με Πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου. Η συνέχιση της θητείας και των εργασιών του ΔΣ, γίνεται μόνο στην περίπτωση που δεν παραμένουν λιγότερα μέλη από αυτά που ορίζονται στο καταστατικό της εταιρείας ή λιγότερα από 3 και εφόσον η μη αντικατάσταση μέλους επιτρέπεται από το καταστατικό, Επίσης Πρακτικό ΔΣ απαιτείται και στην περίπτωση αντικατάστασης μέλους χωρίς ανασυγκρότηση. Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις τα Πρακτικά αυτά καταθέτοντάς το στο helpdesk ΑΕ. της υπηρεσίας ΓΕΜΗ και αναρτώνται στο σύστημα με Γενική Αίτηση.
6) Πώς γίνεται η διόρθωση αίτησης στο Businessportal;
Στο e-mail που έχει δηλωθεί στα στοιχεία επικοινωνίας του businessportal γνωστοποιείται η επιστροφή της ηλεκτρονικής αίτησης με παρατηρήσεις. Η διόρθωση της αίτησης γίνεται ως εξής: Στις Αιτήσεις μεταβολής / Αιτήσεις υπό διεκπεραίωση, στη στήλη ‘’Αριθμός Πρωτοκόλλου Αίτησης’’ εμφανίζεται η αίτηση για την οποία ζητείται διόρθωση. Πατώντας τον αριθμό πρωτοκόλλου, στην επόμενη οθόνη εμφανίζεται το Ιστορικό Διεκπεραίωσης όπου μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά τις παρατηρήσεις. Μεταβαίνοντας στην προηγούμενη οθόνη, στη στήλη “Ενέργειες που απαιτούνται εκ μέρους σας”, εμφανίζεται με μπλε πλαίσιο το μήνυμα “Πρέπει να διορθώσετε την αίτηση σας”. Πατώντας πάνω στο συγκεκριμένο πλαίσιο ανεβάζετε τα διορθωμένα έγγραφα στο πεδίο “Ανεβάστε τώρα ένα ή περισσότερα έγγραφα” για να μπορέσετε να προχωρήσετε στη διόρθωση της αίτησης. Παρότι μπορεί να μην χρειάζεται να αντικαταστήσετε τα έγγραφα, αλλά απλά να κάνετε διορθώσεις μέσα στην αίτηση, κάποιες φορές απαιτείται από το σύστημα η ανάρτηση των ίδιων εγγράφων που είχαν αρχικώς αναρτηθεί. Στην επόμενη οθόνη αφού γίνουν οι διορθώσεις καθώς και η Αποδοχή της δήλωσης στο πλαίσιο στο κάτω μέρος της οθόνης επιλέγετε το πεδίο “Τα στοιχεία είναι σωστά, να γίνει οριστική υποβολή” και επαναπροωθείται η αίτηση στην υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. για τη διεκπεραίωσή της.
7) Ποιες ενέργειες χρειάζεται να κάνει μια ανώνυμη εταιρεία όταν αντιμετωπίζει πρόβλημα σχετικά με την πληρωμή αίτησης ή ετήσιου τέλους στο Γ.Ε.ΜΗ.;
Σε περίπτωση θεμάτων πληρωμής όπως πληρωμές που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από το σύστημα, πληρωμές που απορρίπτονται από την τράπεζα, διπλές πληρωμές κ.α. θα χρειαστεί να έρθετε σε επικοινωνία με την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων στο τηλέφωνο 210-3392440 (Κεντρική Υπηρεσία ΓΕΜΗ).
………………………
«Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας ή Good Standing Certificate»
« 5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιτρέπεται η χορήγηση από το Γ.Ε.ΜΗ. πιστοποιητικού, από το οποίο να προκύπτει ότι η εταιρεία συστάθηκε, σύμφωνα με το νόμο, ότι υφίσταται και δεν έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ., ότι δεν έχει πτωχεύσει και ότι δεν έχει υποβληθεί εναντίον της αίτηση πτώχευσης και ότι έχει υποβάλλει προς καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. ετήσιες οικονομικές καταστάσεις κατά την τελευταία τριετία ή ότι νομίμως δεν έχει την υποχρέωση αυτή («Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας ή Good Standing Certificate»). Με την ίδια απόφαση προβλέπονται τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που θα μπορεί να περιέχει το πιστοποιητικό, η διαδικασία χορήγησής του, το κόστος χορήγησης και η διάρκεια ισχύος του. Το πιστοποιητικό αυτό αποδεικνύει κατά τη διάρκεια ισχύος του την ύπαρξη της εταιρείας έναντι του Δημοσίου και τρίτων. Η τυχόν επελθούσα λύση της εταιρείας κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού δεν αντιτάσσεται στον λαβόντα τούτο, εκτός αν αυτός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τη λύση. » ( άρθρο 170 )
Με το νέο θεσμικό πλαίσιο για το Γενικό Εμπορικό Μητρώο, το οποίο θα ενσωματωθεί στο πολυνομοσχέδιο του Υπ. Ανάπτυξης και Επενδύσεων, θεσπίζεται το «Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας» από το ΓΕΜΗ. Το εν λόγω πιστοποιητικό θα χορηγείται από τις αρμόδιες Υ.ΓΕΜΗ εφόσον το εγγεγραμμένο πρόσωπο: → δεν έχει διαγραφεί, → δεν βρίσκεται σε κατάσταση λύσης και σε διαδικασία εκκαθάρισης, → δεν έχει κατατεθεί για το πρόσωπο αυτό αίτηση συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών (ιδίως πτώχευσης, εξυγίανσης, συνδιαλλαγής, ειδικής διαχείρισης, ειδικής εκκαθάρισης), …
→ έχει εκπληρώσει την υποχρέωση δημοσίευσης πράξεων ή νομίμως έχει απαλλαχθεί από την υποχρέωση αυτή.
Το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας αποκτά γενική αρμοδιότητα για τις εταιρικές διαφορές, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του νόμου.
β) Δυνατότητα «Διαιτησίας»
Επιπλέον το άρθρο αυτό αποσκοπεί στην επιτάχυνση μέσω διαιτησίας της επίλυσης των διαφορών αυτών για Α.Ε. που δεν είναι εισηγμένες, με πρότυπο το άρθρο 48 ν. 4072/2012 για την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (Ι.Κ.Ε.), που προβλέπει επίσης διαδικασίες διαιτησίας.
Η διαιτησία μπορεί να καλύπτει το σύνολο ή μέρος των εταιρικών διαφορών, ανάλογα με τη διατύπωση της διαιτητικής ρήτρας.
Ακόμη και υποθέσεις που κρίνονται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μπορεί να υπάγονται σε διαιτησία, αν (όπως ορίζει το άρθρο 867 Κ.Πολ.Δ.) τα μέρη «έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς» (θα πρόκειται συνήθως για «μη γνήσιες» υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας).
37) Ποινικές Διατάξεις ( Άρθρα 176-181 )
Γενικά
· Οι ποινικές διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, πού μέχρι σήμερα έχουν τύχει ελάχιστης εφαρμογής, έχουν ελαφρά αναμορφωθεί.
· Πρέπει βέβαια να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν παράλληλες ποινικές διατάξεις σε άλλους νόμους (π.χ. για την κατάχρηση αγοράς), που, στο μέτρο που εφαρμόζονται, καθιστούν περιττή την ύπαρξη συναφών ποινικών διατάξεων και στο νόμο για τις Α.Ε..
· Επίσης υπάρχουν συμπεριφορές που τιμωρούνται ήδη με βάση τις γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, ώστε να μην απαιτείται η κατάστρωση ειδικής ποινικής μεταχείρισης για τις ανώνυμες εταιρείες.
· Τέλος, ορισμένες ποινικές διατάξεις συνδεόμενες με την κρατική εποπτεία έχουν εκ των πραγμάτων απαλειφθεί, λόγω της ουσιαστικής κατάργησης της εποπτείας αυτής (π.χ. άρθρο 57 περίπτωση ε΄ του κ.ν. 2190/1920).
· Καταργήθηκαν εξάλλου και οι διοικητικές κυρώσεις που είχαν εισαχθεί με το άρθρο 63δ του κ.ν. 2190/1920, δεδομένου ότι ανάλογες κυρώσεις προβλέπονται από το άρθρο 17 του ν. 3419/2005 για το Γ.Ε.ΜΗ.. Άλλωστε η αρμοδιότητα εποπτείας για τις παραβάσεις του εταιρικού δικαίου, που θα δικαιολογούσε την επιβολή προστίμου, έχει ουσιαστικά καταργηθεί.
· Από την άλλη πλευρά προστέθηκαν ποινικές διατάξεις π.χ. για την παρά το νόμο κτήση ιδίων μετοχών από την εταιρεία και την παρά τον νόμο παροχή πιστώσεων, εγγυήσεων κλπ. για την απόκτηση ιδίων μετοχών (άρθρο 177 περιπτώσεις 3 και 4), επειδή οι πράξεις αυτές αντιβαίνουν στην προστασία του κεφαλαίου και θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των πιστωτών, όπως και η ήδη τιμωρούμενη παρά τον νόμο διανομή κερδών.
· Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε καμιά περίπτωση (αντίθετα προς το ποινικό δίκαιο του κ.ν. 2190/1920) η παράβαση του καταστατικού δεν συνιστά αξιόποινη πράξη.
Τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ ο ιδρυτής, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή ο διευθυντής της εταιρείας, ο οποίος εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδή ή παραπλανητική δήλωση προς το κοινό, α) που αφορά την κάλυψη ή την καταβολή του κεφαλαίου, ή β) με σκοπό την εγγραφή σε τίτλους που εκδίδει η εταιρεία και αφορά στοιχεία αυτής, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή επί των εταιρικών υποθέσεων.
Τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ το μέλος του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο: 1.Εν γνώσει του συντάσσει ή εγκρίνει ανακριβείς ή παραπλανητικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ή τις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, που οφείλει να συντάξει, ή τις συντάσσει κατά παράβαση του νόμου ως προς το περιεχόμενό τους. Ποινή δεν επιβάλλεται σε περίπτωση επουσιωδών ελλείψεων, που δεν επηρεάζουν τη συνολική εικόνα των καταστάσεων. 2.Προβαίνει σε διανομή κερδών ή άλλων ωφελημάτων σε μετόχους της εταιρείας ή τρίτο πρόσωπο, που δεν προκύπτουν από τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ή χωρίς να έχουν συνταχθεί χρηματοοικονομικές καταστάσεις ή με βάση χρηματοοικονομικές καταστάσεις που εν γνώσει του είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές ή συντάχθηκαν κατά παράβαση του νόμου. 3. Εν γνώσει του εξαγοράζει εξαγοράσιμες μετοχές, κατά παράβαση του άρθρου 39 ή προκαλεί την απόκτηση από την εταιρεία ιδίων μετοχών της ή τίτλων κτήσης μετοχών της ή μετοχών της μητρικής της ή τίτλων κτήσης μετοχών της μητρικής της, κατά παράβαση των άρθρων 48, 49, 52 ή 57 του παρόντος. 4.Χορηγεί προκαταβολή, δάνειο ή εγγύηση είτε επιβαρύνοντας την εταιρεία, με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές αυτής, είτε επιβαρύνοντας θυγατρική της με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές της μητρικής της, κατά παράβαση του άρθρου 51. 5. Εν γνώσει του συντάσσει αναληθή ή ελλιπή έκθεση διαχείρισης ή άλλη υποχρεωτική κατά το νόμο ετήσια έκθεση.
Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών ή με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ ή και με τις δύο ποινές: 1.Ο τακτικός ελεγκτής ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος θεωρεί οικονομική κατάσταση αυτή που εν γνώσει του έχει καταρτισθεί κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου ως προς το περιεχόμενό τους. 2.Ο τακτικός ελεγκτής ανώνυμης εταιρείας ή ο διενεργών έκτακτο έλεγχο, ο οποίος παραβιάζει το καθήκον εχεμύθειας που έχει από το νόμο. Η ποινική δίωξη στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου ασκείται μόνο με έγκληση της εταιρείας.
Επισήμανση
Νόμος 4449/2017 Υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων και των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, δημόσια εποπτεία επί του ελεγκτικού έργου και λοιπές διατάξεις
Άρθρο 37. Αστική ευθύνη – ασφαλιστική κάλυψη
1. Οι ορκωτοί ελεγκτές λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες του παρόντος νόμου, καθώς και οι ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών ευθύνονται για κάθε ζημιά από θετική ενέργεια ή παράλειψη έναντι της ελεγχόμενης οντότητας και τρίτων που ζημιώθηκαν από τη χρήση της έκθεσης ελέγχου. 2. Το συνολικό ύψος της αποζημίωσης όλων των ζημιωθέντων από συγκεκριμένο ελεγκτικό έργο δεν μπορεί να υπερβεί το δεκαπλάσιο της αμοιβής που καταβλήθηκε για το έργο αυτό. 3. Στην περίπτωση που οι υποχρεωτικοί έλεγχοι διενεργούνται στο όνομα και για λογαριασμό ελεγκτικής εταιρείας ή ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, η ευθύνη για αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το δεκαπλάσιο των αμοιβών της ελεγκτικής εταιρείας ή της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας για το συγκεκριμένο ελεγκτικό έργο έναντι όλων των ζημιωθέντων για το έργο αυτό. 4. Για την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τα πρόσωπα που προβλέπονται από το άρθρο 25 του παρόντος νόμου εφόσον αποδειχθεί ότι έθεσαν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του ελεγκτή. 5. Οι ορκωτοί ελεγκτές λογιστές, οι ελεγκτικές εταιρείες και οι ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών έχουν υποχρέωση να έχουν επαρκή ασφαλιστική κάλυψη. 6. Η μη συμμόρφωση με τα οριζόμενα της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την αναστολή της άδειας άσκησης επαγγέλματος μέχρι τη διαπίστωση, από την Ε.Λ.Τ.Ε., της συμμόρφωσης.
Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών ή με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι 50.000 ευρώ: 1.Όποιος συνάπτει για λογαριασμό της εταιρείας σύμβαση, για την οποία απαιτείται προηγούμενη άδεια κατά το άρθρο 100, αν η άδεια δεν δόθηκε. Το αξιόποινο εξαλείφεται αν η άδεια δοθεί κατά το άρθρο 100 μετά τη σύναψη της σύμβασης. 2.Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου το οποίο παραβιάζει την υποχρέωση πιστοποίησης καταβολής του κεφαλαίου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 20 ή προβαίνει σε ψευδή πιστοποίηση της εν λόγω καταβολής. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο ορκωτός ελεγκτής ο οποίος προβαίνει σε ψευδή πιστοποίηση της εν λόγω καταβολής. 3.Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που παραλείπει να συντάξει ή συντάσσει εκπρόθεσμα τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ή τις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις ή την ετήσια έκθεση διαχείρισης του διοικητικού συμβουλίου ή την ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης ή την πολιτική αποδοχών ή την έκθεση αποδοχών, που οφείλει να συντάξει, ή άλλη κατά το νόμο ετήσια έκθεση, που οφείλει να συντάξει. 4.Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που παραβιάζει την υποχρέωση αναπροσαρμογής του κεφαλαίου της εταιρείας, όταν τούτο επιβάλλεται από τον νόμο. 5.Όποιος παρακωλύει τη διενέργεια ελέγχου της εταιρείας από τους τακτικούς ελεγκτές ή τους ελεγκτές που έχουν ορισθεί για τη διενέργεια εκτάκτου ελέγχου ή δεν παρέχει σε αυτούς τις πληροφορίες που οφείλει να παράσχει και οι οποίες του ζητούνται νομίμως.
Τιμωρείται με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι 15.000 ευρώ: 1.Όποιος παραλείπει να συγκαλέσει γενική συνέλευση των μετόχων ή ομολογιούχων ή να συμπεριλάβει ορισμένο θέμα στην ημερήσια διάταξη κατά παράβαση του παρόντος νόμου ή του προγράμματος έκδοσης ομολογιών. Αν η υποχρέωση σύγκλησης γενικής συνέλευσης ή προσθήκης θέματος στην ημερήσια διάταξη ανακύψει ύστερα από αίτηση μετόχου ή ομολογιούχου, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο με έγκληση αυτού. 2. Όποιος εν γνώσει του μετέχει σε γενική συνέλευση μετόχων ή ομολογιούχων ή ψηφίζει χωρίς να έχει το δικαίωμα αυτό. 3. Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που παραβιάζει την υποχρέωση παροχής πληροφοριών σε μετόχους, σύμφωνα με το άρθρο 141. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο με έγκληση εκείνου που υπέβαλε το αίτημα παροχής πληροφοριών.
Τέλος : Δεν αποκλείονται διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από ειδικότερες διατάξεις.
Προσοχή:
Δεν αποκλείονται διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από ειδικότερες διατάξεις. (άρθρο 181)
38) Προθεσμίες
Α/Α
ΘΕΜΑ
ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ του ΝΟΜΟΥ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
[ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ]
1
Χρόνος Εναρμόνισης των Καταστατικών των Α.Ε
α) Έως 31/12/2019, με απλή απαρτία και πλειοψηφία, β) Μεταγενέστερη εναρμόνιση, γίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του Ν. 4548/2018.
Άρθρο 183
Δεν προβλέπονται
4
2
Ελάχιστο Μετοχικό Κεφάλαιο (25.000 Ευρώ)
Έως 31η Δεκεμβρίου 2019
Άρθρο 183
Αδυναμία νεότερων καταχωρίσεων στο Γ.Ε.ΜΗ.
9
3
Υποχρεωτική Ονομαστικοποίηση των Μετοχών
Έως 1/1/2020
Άρθρα 40 και 184
Οι μετοχές δεν παρέχουν μετοχικά δικαιώματα ούτε και μπορούν να μεταβιβασθούν
10
39) Πρόβλεψη για «Νέα Όργανα» και «Νέους Τίτλους», στην Α.Ε.
Α/Α
“ΝΈΑ ΟΡΓΑΝΑ” και ” ΝΕΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ”
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ του ΝΟΜΟΥ
[ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ]
1
Μονομελές Διοικητικό Όργανο («Μονοπρόσωπο Δ.Σ » )
Άρθρο 115
29
2
Εκτελεστική Επιτροπή»
Άρθρο 87
30
3
Ενώσεις μετοχών
Άρθρο 144
32
4
«Τίτλος Κτήσης ( Warrants )»
Άρθρα 56- 58
22
40) Σημαντικές Αλλαγές – Σύνοψη
Α/Α
ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ του ΝΟΜΟΥ
[ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ]
1
Κατηγοριοποίηση των Α.Ε ανάλογα με το Μέγεθος
Άρθρο 2
6
2
Κατάργηση της Δυνατότητας Έκδοσης Ανωνύμων Μέτοχων
Άρθρο 40
10
3
Μείωση της Κατωτάτης Τιμής κάθε Μετοχής και Εύρος αξίας κάθε μετοχής [ 0,04 έως 100 ευρώ ]
Άρθρο 35
11
4
Κανόνες Διανομής Κερδών [Απαγόρευση διανομής των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη ]
Άρθρα 158-164
12
5
Δυνατότητα Ίδρυσης Α.Ε με «Ιδιωτικό Συμφωνητικό »
Άρθρο 4
13
6
Διάρκεια της Α.Ε [ Η διάρκεια μπορεί να είναι αορίστου χρόνου]
Άρθρο 8
15
7
Η αποτίμηση των εισφορών σε είδος διενεργείται πλέον μόνο από ανεξάρτητους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, από πιστοποιημένους εκτιμητές
Άρθρο 17
16
8
Η πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου γίνεται από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, εκτός από τις μικρές και πολύ μικρές εταιρείας
Άρθρο 20
17
9
Μείωση Μετοχικού Κεφαλαίου – Δυνατότητα και Επιστροφής σε Είδος
Άρθρο 31
20
10
Συναλλαγές της Εταιρείας με Συνδεδεμένα Πρόσωπα
Άρθρα 99 – 101
27
11
Αμοιβές Διοικητικού Συμβουλίου
Άρθρα 109-114
28
12
Προκαταβολή αμοιβής για το χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη τακτική γενική συνέλευση
Άρθρο 117
28
13
Γενική Συνέλευση – Κάθε μέτοχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την εταιρεία να του αποστέλλει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ατομική πληροφόρηση για επικείμενες γενικές συνελεύσεις τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης.
Άρθρο 122
31
14
Γενική Συνέλευση – Δέκα (10) ημέρες πριν από την τακτική γενική συνέλευση, οι Οικονομικές Καταστάσεις αποστέλλονται στους μετόχους, εφόσον οι μέτοχοι έχουν γνωστοποιήσει εγκαίρως στην εταιρεία τα στοιχεία επικοινωνίας τους
Άρθρο 123
31
15
Κατάργηση ως λόγου Λύσεως το γεγονός ότι : «Το Σύνολο των Ιδίων Κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του Μετοχικού Κεφαλαίου»
Άρθρα 164-166
33
16
Κρατική Εποπτεία [ Το Κεφάλαιο 8ο του κ.ν. 2190/1920 δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο. ]
34
17
Επίλυση Εταιρικών Διαφορών – Διαιτησία [ μπορεί να καλύπτει το σύνολο ή μέρος των εταιρικών διαφορών, ανάλογα με τη διατύπωση της διαιτητικής ρήτρας ]
Άρθρο 3
36
18
Κατάργηση της διάταξης :Εάν στη συνέλευση παρίσταται ένας μόνο μέτοχος, είναι υποχρεωτική η παρουσία συμβολαιογράφου, ο οποίος προσυπογράφει τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης.
Άρθρο 32. Πρακτικά της γενικής συνέλευσης (Ν. 2190/20)
ΝΟΜΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4635 Επενδύω στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΜΕΡΟΣ
Α΄ ΠΡΟΣΕΛΚΥΣΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
`Αρθρο
1 Τροποποίηση του Ν. 4608/2019 (Α΄ 66) (Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και
προσέλκυση Στρατηγικών Επενδύσεων και άλλες διατάξεις)
ΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΚΑΙ
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 4399/2016 (Α΄ 117), 3908/2011 (Α΄ 8), 3299/2004 (Α΄ 261) ΚΑΙ
2601/1998 (Α΄ 81)
`Αρθρο
2 Έλεγχος επενδυτικών σχεδίων και πιστοποίηση ολοκλήρωσης και έναρξης της
παραγωγικής λειτουργίας επενδύσεων
`Αρθρο 3 Τροποποίηση του Ν . 4399/2016
ΜΕΡΟΣ
Γ΄ ΕΝΙΑΙΟΣ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
`Αρθρο 4 Ορισμός
`Αρθρο 5 Αρμόδια όργανα
`Αρθρο
6 Παραχώρηση πρόσβασης σε γεωχωρικά δεδομένα
`Αρθρο
46 Σύσταση Επιτροπής για την επεξεργασία και κωδικοποίηση διοικητικών
διαδικασιών και εγγράφων
`Αρθρο
47 Σύσταση Παρατηρητηρίου Γραφειοκρατίας στο Υπουργείο Ψηφιακής
Διακυβέρνησης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
`Αρθρο
48 Σύσταση Επιτροπής υψηλού επιπέδου για τον Ψηφιακό και Διοικητικό
Μετασχηματισμό της Ελλάδας
`Αρθρο
52 Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης
ΜΕΡΟΣ ΙΒ΄ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
`Αρθρο
53 Εξαιρέσεις από την εφαρμογή όρων συλλογικών ρυθμίσεων
`Αρθρο
54 Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών
`Αρθρο 55 Συρροή συλλογικών ρυθμίσεων
`Αρθρο 56 Επέκταση συλλογικών ρυθμίσεων
`Αρθρο
57 Επίλυση συλλογικών διαφορών με διαιτησία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Β΄ ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
`Αρθρο 58 Καθυστέρηση δεδουλευμένων αποδοχών
`Αρθρο
59 Μέτρα για την προστασία εργαζομένων μερικής απασχόλησης
`Αρθρο
60 Αναβάθμιση του ρόλου του πληροφοριακού συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ» στην
καταγραφή της εργασίας και της παροχής υπηρεσιών
`Αρθρο
61 `Αρση αβεβαιότητας των αποσπασμένων στην Ελλάδα εργαζομένων επιχειρήσεων
με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο με αφορμή την ενδεχόμενη αποχώρηση του
Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση
`Αρθρο
63 Παράταση ισχύος της από 28.03.2018 ΕΓΣΣΕ
`Αρθρο
64 Παράταση της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού
Μεσολάβησης και Διαιτησίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ
ΑΔΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
`Αρθρο
65 Διοικητικές κυρώσεις για αδήλωτη εργασία
`Αρθρο
66 Δικαίωμα και προϋποθέσεις έκπτωσης
`Αρθρο
67 Καταβολή προστίμου και μητρώο παραβατών για την αδήλωτη εργασία
`Αρθρο
68 Εξουσιοδοτικές διατάξεις- Έναρξη ισχύος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Δ΄ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
`Αρθρο
69 Ρύθμιση για την Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.)
`Αρθρο
70 Καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση του Ν. 4611/2019
`Αρθρο
71 Παράταση του άρθρου 50 του Ν. 4569/2018
`Αρθρο 72 Παράταση διάρκειας σύμβασης
`Αρθρο
73 Υποχρέωση κατάρτισης ισολογισμών ΕΦΚΑ και λοιπών φορέων
`Αρθρο
74 Ρυθμίσεις Επιλογής Προϊσταμένων ΕΦΚΑ
ΜΕΡΟΣ ΙΓ΄ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ
ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
`Αρθρο
75 Υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση και επίδοση δικογράφων και λοιπών
εγγράφων στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ψηφιακός διοικητικός φάκελος
`Αρθρο
76 Υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση και επίδοση δικογράφων και εγγράφων
κατά τη διαδικασία του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97),
ψηφιακή δικογραφία
`Αρθρο
77 Τροποποίηση του π . δ . 40/2013 ( Α΄ 75)
`Αρθρο
78 Υποχρέωση αναγραφής ΑΦΜ και ηλεκτρονικής διεύθυνσης στα δικόγραφα
ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών
δικαστηρίων
`Αρθρο
79 Τηλεσυνεδρίαση στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια
`Αρθρο
80 Ειδική επιχορήγηση για την κάλυψη δαπανών του Ολοκληρωμένου Συστήματος
Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Διοικητικής Δικαιοσύνης (Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Δ.Δ.)
`Αρθρο
163 Παράταση προθεσμίας ολοκλήρωσης επενδυτικών σχεδίων του ν. 3299/2004
(Α΄ 261) και του ν. 3908/2011 (Α΄8)
ΜΕΡΟΣ ΚΑ΄ ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
`Αρθρο
164 Τροποποίηση του Ν . 4478/2017 ( Α΄ 91)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
`Αρθρο
165 Κατάργηση Τμημάτων Ελεύθερης Πρόσβασης
`Αρθρο
166 Εισαγωγή παλαιών αποφοίτων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω
πανελλαδικών εξετάσεων το σχολικό έτος 2019-2020
`Αρθρο
167 Ρυθμίσεις για τα πειραματικά και τα πρότυπα σχολεία
`Αρθρο
168 Τροποποιήσεις του π.δ. 38/2010 (Α΄ 78)
`Αρθρο 169 Μεταβατικές διατάξεις
`Αρθρο 170 Καταργούμενες διατάξεις
`Αρθρο
171 Τροποποιήσεις στον Ν. 4485/2017 (Α΄ 114)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
`Αρθρο
172 Αναστολή ισχύος του π . δ . 62/2019
`Αρθρο 173 Τροποποίηση του Ν. 4249/2014
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ
ΚΡΑΤΟΣ
`Αρθρο 174 Τροποποιήσεις του Ν . 4622/2019
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΠΟΔΟΜΩΝ
ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
`Αρθρο
188 Θέματα Μητρώων συντελεστών παραγωγής δημοσίων και ιδιωτικών έργων,
μελετών, τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών (ΜΗ.Τ.Ε.)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΩΝ ΠΑΙΓΝΙΩΝ- ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν.
4002/2011
`Αρθρο
189 Τροποποίηση του άρθρου 25 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
190 Τροποποίηση του άρθρου 27 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
191 Τροποποίηση του άρθρου 29 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
192 Αντικατάσταση του άρθρου 30 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
193 Τροποποίηση του άρθρου 31 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
194 Αντικατάσταση του άρθρου 34 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
195 Αντικατάσταση του άρθρου 45 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
196 Προσθήκη άρθρου 45 Α στον Ν . 4002/2011
`Αρθρο
197 Αντικατάσταση του άρθρου 46 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
198 Αντικατάσταση του άρθρου 47 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
199 Τροποποίηση του άρθρου 48 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
200 Αντικατάσταση του άρθρου 49 του ν. 4002/2011
`Αρθρο
201 Τροποποίηση του άρθρου 50 του Ν. 4002/2011
`Αρθρο
202 Τροποποίηση του άρθρου 60 του Ν. 2961/2001
`Αρθρο 203 Μεταβατικές διατάξεις
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΘΕΜΑΤΑ
`Αρθρο
204 Φορέας Διαχείρισης Μητροπολιτικού Πάρκου Περιβαλλοντικών και
Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων και Ανάπτυξης Κοινωνικής Οικονομίας «Αντώνης
Τρίτσης»
`Αρθρο
205 Διατάξεις για κτίρια ειδικής αρχιτεκτονικής σχεδίασης
`Αρθρο
206 Διατάξεις για τα Ειδικά Χωρικά Σχέδια
`Αρθρο
207 Διατάξεις για τα Τοπικά Χωρικά Σχέδια
`Αρθρο
208 Διατάξεις για την ΕΑΧΑ Α.Ε.
`Αρθρο
209 Τροποποιήσεις του ν. 3213/2003 και του ν. 3023/2002
`Αρθρο 210 Τροποποιήσεις του ν . 4354/2015
`Αρθρο
211 Ρυθμίσεις για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
β. Της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4331/2015 (ΦΕΚ Α’ 69).
γ. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του
Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της
Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)»
δ. Της ΠΟΛ.1064/2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων
Εσόδων (ΦΕΚ 1440 /τ. Β’ /27.04.2017) «Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή),
καθορισμός λεπτομερειών για τη λειτουργία της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της
Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), την εφαρμοστέα διαδικασία και τον
τρόπο έκδοσης των αποφάσεων αυτής και ρύθμιση ζητημάτων καταβολής και αναστολής
καταβολής του οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής».
2. Την ΠΟΛ.1069/2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του
Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την αριθμ. Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759 / τ. Β’ / 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου
της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
4. Την από 23.04.2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή της
ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία , με ΑΦΜ , που εδρεύει στην , κατά της
σιωπηράς απορρίψεως της τεκμαιρόμενης εκ της απράκτου παρόδου τριμήνου από της
καταθέσεως την 31.12.2018 (αριθ. πρωτ ) της από 28.12.2018 δηλώσεως επιφυλάξεως
και αιτήσεως επιστροφής ΦΠΑ ποσού 142.272,00 € το οποίο αφορά ΦΠΑ επί ποσού
595.800 ευρώ που επανατιμολογήθηκε, δυνάμει σχετικού όρου της από 15.05.2018
συμβάσεως, από τον συμβουλευτικό χρηματοοικονομικό σχετικά με αμοιβή του για
νομικές υπηρεσίες, στο οποίο ποσό των 592.800 ευρώ έχει ενσωματωθεί ως έξοδο
ποσό ΦΠΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο με συντελεστή 20% (imputed VAT) κατ’ εφαρμογή του
κανόνα της αντίστροφης χρέωσης (reverse charge) λόγω ενδοκοινοτικής
συναλλαγής, και τα προσκομιζόμενα με αυτή σχετικά έγγραφα.
5. Τις απόψεις της ανωτέρω φορολογικής αρχής.
6. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α2, όπως αποτυπώνεται στο
σχέδιο της απόφασης.
Επί της από 23.04.2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής της
ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία , με ΑΦΜ , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα και
μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων
και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Η προσφεύγουσα, υπέβαλλε την με αριθ. πρωτ /31.12.2018 Δήλωση Επιφύλαξης κατ’ άρθρο 20 του Κ.Φ.Δ. και αίτηση νομιμότοκης επιστροφής κατ’ άρθρο 42 του Κ.Φ.Δ., αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου συνολικού
ποσού 142.272,00 €, που καταβλήθηκε κατόπιν υποβολής με επιφύλαξη της από
27.12.2018 δήλωσης ΦΠΑ, για συνολικό ποσό χρεωστικού φπα 598.612,97 € περιόδου
01.11 – 30.11.2018. Το ποσό των 142.272,00 € αφορά φπα επί ποσού 592.800,00 €
το οποίο επανατιμολογήθηκε, δυνάμει σχετικού όρου της από 15.05.2018 συμβάσεως
εκδόσεως ομολογιακού δανείου, από τον , το οποίο αφορά σε αμοιβή του , για
νομικές υπηρεσίες προς την στο πλαίσιο της εκδόσεως του ομολογιακού δανείου,
στο οποίο ποσό των 592.800,00 € έχει ενσωματωθεί ως έξοδο ποσό ΦΠΑ στο Ην.
Βασίλειο με συντελεστή 20% (imputed VAT) για τις νομικές αυτές υπηρεσίες κατ’ εφαρμογή του άρθ.
44 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ για τον ΦΠΑ, δηλαδή, του κανόνα της αντίστροφης χρέωσης (reverse charge) λόγω ενδοκοινοτικής
συναλλαγής.
Με την πάροδο απράκτου τριμήνου από την υποβολή της ως άνω αίτησης της
προσφεύγουσας, περί επιστροφής νομιμοτόκως του ποσού των 142.272,00 €,
απορρίφθηκε σιωπηρά το ως άνω αίτημα της προσφεύγουσας.
Η προσφεύγουσα, με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά:
α) να γίνει δεκτή η παρούσα, τύποις και ουσία, καθ’ όλα αυτής τα κεφάλαια.
β) να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη σιωπηρά απόρριψη ώστε να γίνει δεκτή η από
9.10.2018 (αριθ. πρωτ.) δήλωση επιφυλάξεως και αίτηση επιστροφής Φόρου
Συγκέντρωσης Κεφαλαίου ποσού των 4.610,00 €, νομιμοτόκως από της καταβολής του,
επικαλούμενη τα άρθρα 8 § 3 του ν. 2859/2000 και 44 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ καθώς και την αρχή της καταγωγής και την αρχή του
προορισμού.
Η προσφεύγουσα, προφανώς εκ παραδρομής, ζητά να γίνει δεκτή η από 9.10.2018
(αριθ. πρωτ ) δήλωση επιφυλάξεως και αίτηση επιστροφής Φόρου Συγκέντρωσης
Κεφαλαίου ποσού των 4.610,00 €, νομιμοτόκως από της καταβολής του, αντί να
ζητήσει να γίνει δεκτή η με αρ. πρωτ /31.12.2018 δήλωση επιφύλαξης και αίτηση
επιστροφής ως αχρεωστήτου καταβληθέντος φπα ποσού 142.272,00 €. Η Υπηρεσία μας
για λόγους χρηστής διοίκησης εξετάζει την παρούσα ενδικοφανή προσφυγή, κατά της
σιωπηράς απορρίψεως της τεκμαιρόμενης εκ της απράκτου παρόδου τριμήνου από της
καταθέσεως την 31.12.2018 (αριθ. πρωτ ) της από 28.12.2018 δηλώσεως επιφυλάξεως
και αιτήσεως επιστροφής ΦΠΑ ποσού 142.272,00 €.
Επειδή, στις 15.05.2018, η προσφεύγουσα, (η “Εταιρία”) προσέβαλε την
, την, την , την , την , την ( ), την και την σε σχέση με την προτεινόμενη
έκδοση, προσφορά και πώληση από την Εταιρεία ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές
της σε μια προσφορά (η “Προσφορά”) χρεωστικούς τίτλους αξίας περίπου
€ 400.000.000 (οι “Τίτλοι”). Η Προσφορά θα γίνει προς θεσμικούς επενδυτές
σύμφωνα με τον Κανόνα 144α και/ή τον Κανονισμό S του Unite States Securities Act of 1933, όπως έχει τροποποιηθεί (το “Securities Act”).
1. Η Εταιρεία έχει προσλάβει την παγκόσμιο συντονιστή και κύριο – εναπομείναντα
ανάδοχο (ο “Κύριος Ανάδοχος” – Lead Manager), τις ως παγκόσμιους
συντονιστές (και, μαζί με τον Κύριο Ανάδοχο, οι «Παγκόσμιοι Συντονιστές»), τις
, και ως εντολολήπτες – bookrunners (οι “Bookrunners” και τις και ως συνδιαχειριστές (οι
“Συνδιαχειριστές” και, μαζί με τους Παγκόσμιους Συντονιστές και τους Bookrunners, οι “Διαχειριστές”, “εμείς” ή
“εμάς”) για να ενεργήσουν ως ανάδοχοι, αρχικοί αγοραστές ή πράκτορες
τοποθέτησης για την Προσφορά ‘.
Επειδή, στις 02.11.2018 η Βρετανική εταιρεία με την επωνυμία με αριθμό Μητρώου
εξέδωσε προς την προσφεύγουσα το με αριθμό τιμολόγιο, με την εξής λεκτική
περιγραφή: “Project (Senior Notes offering of a subsidiary of ) (Including Imputed 20% UK VAT)”, ήτοι “Εργο (Προσφορά Γραμματίων
Προτεραιότητας μιας Θυγατρικής της ), (Συμπεριλαμβάνει Τεκμαρτό ΦΠΑ 20%
ΗΒ)”, καθαρής αξίας 592.800,00 €.
Στο προαναφερθέν τιμολόγιο δεν έχει υπολογισθεί ΦΠΑ του Ηνωμένου Βασιλείου,
καθώς στην αντίστοιχη στήλη χρέωσης υπάρχει η ένδειξη 0,00 €.
Για το ΦΠΑ, σημειώνεται το εξής: “Υπηρεσίες εκτός του πεδίου εφαρμογής
ΦΠΑ του Ηνωμένου Βασιλείου. Οποιαδήποτε εφαρμοστέο ΦΠΑ οφειλόμενο στην χώρα του
παραλήπτη πρέπει να αποτυπωθεί λογιστικά από τον πελάτη μέσω της αντίστροφης
χρέωσης – Άρθρο 44 ΦΠΑ Οδηγίας2006/112/ΕΚΦΠΑ”.
Επειδή, στο προαναφερθέν τιμολόγιο της γίνεται παραπομπή σε τιμολόγιο της …..
Συγκεκριμένα, στις 05.10.2018, η με αριθμό Μητρώου , εξέδωσε προς την το με
αριθμό τιμολόγιο, με την εξής λεκτική περιγραφή: “For professional services rendered to date in connection with the offering of and associated matters in respect thereof”, ήτοι “για
επαγγελματικές υπηρεσίες παρασχεθείσες μέχρι σήμερα σε σχέση με την προσφορά
και συναφή θέματα σε σχέση με τα ανωτέρω”, καθαρής αξίας 494.000,00 €
(αμοιβές 475.000,00 € πλέον έξοδα και πληρωμές 19.000,00 €).
Στο προαναφερθέν τιμολόγιο δεν έχει υπολογισθεί ΦΠΑ Ιταλίας, καθώς υπάρχει η
εξής ένδειξη: “Δεν εφαρμόζεται ιταλικός ΦΠΑ στο παρόν τιμολόγιο σύμφωνα με
το άρθρο 44 της Οδηγίας ΕΕ 2006/112/ΕΚ. Η ευθύνη μεταφέρεται στον λήπτη
των υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 196 της Οδηγίας ΕΕ 2006/112/ΕΚ“.
Επειδή, οι διατάξεις του Ν. 2859/2000 (ΦΕΚ Α’ 248/07.11.2000), ορίζουν, ότι:
Άρθρο 2. Αντικείμενο του φόρου
“1. Αντικείμενο του φόρου είναι:
α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από
επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με
αυτή την ιδιότητα, ….”
Άρθρο 8. Παροχή υπηρεσιών
“1. Παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2,
θεωρείται κάθε πράξη που δε συνιστά παράδοση αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις
των άρθρων 5 έως 7. Η πράξη αυτή μπορεί να συνίσταται ιδίως σε:…
3. Αν ο υποκείμενος στο φόρο μεσολαβεί σε παροχή υπηρεσιών, ενεργώντας στο
όνομά του, αλλά για λογαριασμό άλλων προσώπων, θεωρείται ότι λαμβάνει και
παρέχει τις υπηρεσίες αυτές”.
Άρθρο 14. Τόπος παροχής υπηρεσιών
“2. Γενικοί κανόνες
Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων:
α) Ο τόπος παροχής υπηρεσιών προς υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο, που ενεργεί με
την ιδιότητα αυτή, είναι ο τόπος όπου το εν λόγω πρόσωπο έχει την έδρα της
οικονομικής του δραστηριότητας. Ωστόσο, εάν οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται σε
μόνιμη εγκατάσταση του υποκείμενου στον φόρο προσώπου που βρίσκεται σε τόπο
διαφορετικό από τον τόπο όπου έχει την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας,
ως τόπος παροχής των υπηρεσιών αυτών θεωρείται ο τόπος όπου βρίσκεται η μόνιμη
εγκατάστασή του. Ελλείψει τέτοιας έδρας ή μόνιμης εγκατάστασης, ως τόπος
παροχής υπηρεσιών θεωρείται ο τόπος της μόνιμης κατοικίας ή της συνήθους
διαμονής του υποκείμενου στον φόρο στον οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες.
β) Ο τόπος παροχής υπηρεσιών προς μη υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο είναι ο τόπος
της έδρας της οικονομικής δραστηριότητας του παρέχοντος τις υπηρεσίες “
Άρθρο 35. Υπόχρεοι στο φόρο
“1. Για την παράδοση αγαθών, την ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών και την
παροχή υπηρεσιών, υπόχρεοι στο φόρο είναι:
στ) ο λήπτης των υπηρεσιών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο ή μη υποκείμενο
στον φόρο νομικό πρόσωπο το οποίο διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας, για
τις παροχές υπηρεσιών για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό
της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2 του
άρθρου 14, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από μη εγκατεστημένο στο
εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο,….”
Επειδή, οι διατάξεις της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2006 ( 2006/112/ΕΕ)
Σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, ορίζουν, ότι:
Άρθρο 24
“1. Ως “παροχή υπηρεσιών” νοείται κάθε πράξη η οποία δεν
αποτελεί παράδοση αγαθών”.
Άρθρο 44
“Ο τόπος παροχής υπηρεσιών σε υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος ενεργεί υπό
την ιδιότητα αυτή, είναι ο τόπος όπου το εν λόγω πρόσωπο έχει την έδρα της
οικονομικής του δραστηριότητας. Ωστόσο, εάν οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται σε
μόνιμη εγκατάσταση του υποκείμενου στο φόρο που βρίσκεται σε τόπο διαφορετικό
από τον τόπο όπου έχει την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας, ως τόπος
παροχής των υπηρεσιών αυτών θεωρείται ο τόπος όπου βρίσκεται η μόνιμη
εγκατάστασή του. Ελλείψει τέτοιας έδρας ή μόνιμης εγκατάστασης, ως τόπος
παροχής υπηρεσιών θεωρείται ο τόπος της μόνιμης κατοικίας ή της συνήθους
διαμονής του υποκείμενου στο φόρο στον οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες”.
Άρθρο 196
“Ο ΦΠΑ οφείλεται από τον υποκείμενο στο φόρο ή από το μη υποκείμενο στο
φόρο νομικό πρόσωπο που διαθέτει αριθμό μητρώου ΦΠΑ, προς τον οποίο παρέχονται
οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το άρθρο 44, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές
παρέχονται από υποκείμενο στο φόρο μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό του εν λόγω
κράτους μέλους”.
Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του κώδικα ΦΠΑ (αντίστοιχο άρθρο 8 του ν.1642/1986)
μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι διατάξεις των άρθρων 6 §§ 1, 4 & 5,
13Β περ.β1-β4, 28 § 2 και 13Γ της 6ης Οδηγίας, (αντίστοιχα άρθρα 24 § 1, 25,
28, 29, 135 § 2 και 137 της ισχύουσας οδηγίας 2006/112/ΕΚ). Με τη διάταξη της παρ. 1 του
άρθρου 8 του κώδικα ΦΠΑ δεν δίδεται ορισμός της παροχής υπηρεσιών, που αποτελεί
τη δεύτερη σημαντική, μετά την παράδοση αγαθών, κατηγορία φορολογητέων πράξεων
στο εσωτερικό της χώρας. Έτσι, στη διάταξη αυτή ο νόμος ορίζει ότι παροχή
υπηρεσιών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται κάθε πράξη που
δε συνιστά παράδοση αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 7. Όπως
γίνεται αντιληπτό, η διατύπωση αυτή του νόμου δείχνει τη γενικότητα του φόρου,
στον οποίο υπάγονται αφενός οι παραδόσεις αγαθών και αφετέρου κάθε πράξη που
δεν συνιστά παράδοση αγαθών. Η διάκριση δηλαδή αυτή μεταξύ παράδοσης αγαθών και
παροχής υπηρεσιών δεν έχει καταρχήν μεγάλη σημασία δεδομένου ότι δεν υπάρχει
διαφορετικός συντελεστής φορολόγησής τους. Έχει όμως τη σημασία της για το
χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, τον τόπο πραγματοποίησης των
φορολογητέων πράξεων, τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας, τις απαλλαγές
κ.τ.λ. Εννοείται βέβαια ότι για την υπαγωγή στο φόρο των πράξεων παροχής
υπηρεσιών, προϋπόθεση είναι κατ’ αρχήν η ύπαρξη ανταλλάγματος, δηλαδή η παροχή
υπηρεσιών να ενεργείται με κάποια αμοιβή (άρθρο 2 του κώδικα ΦΠΑ, περ. α’).
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 8 του κώδικα ΦΠΑ, στην περίπτωση κατά την οποία ο
υποκείμενος στο φόρο που μεσολαβεί σε παροχή μιας υπηρεσίας, ενεργώντας στο
όνομά του αλλά για λογαριασμό τρίτων, θεωρείται ότι αποκτά ταυτόχρονα και την
ιδιότητα του προσώπου που παρέχει την υπηρεσία και την ιδιότητα του προσώπου
που τη δέχεται. Η διάταξη αυτή σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή
πραγματοποιούνται περισσότερες από μία φορολογητέες πράξεις, οι οποίες
υπόκεινται στο ΦΠΑ ξεχωριστά. Πρόκειται για την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 5
§ 2, δηλαδή για την περίπτωση πώλησης ή αγοράς αγαθών από παραγγελιοδόχο που
ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα. Στην παραπάνω όμως
περίπτωση δεν μπορεί να γίνει τακτοποίηση με την έκδοση εκκαθάρισης αλλά
απαιτείται έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών ή αποδείξεων παροχής υπηρεσιών.
Επειδή, κυρίαρχο ζήτημα σε σχέση με την εφαρμογή του ΦΠΑ σε διεθνές επίπεδο
(δηλαδή, όταν υπάρχουν διασυνοριακές συναλλαγές) είναι το εάν ο φόρος οφείλεται
στο κράτος καταγωγής (εκεί δηλαδή που εδρεύει ο υποκείμενος που παρέχει την
υπηρεσία) ή στο κράτος προορισμού (εκεί που είναι εγκατεστημένος ή
εγγεγραμμένος για σκοπούς ΦΠΑ ο λήπτης). Σε σχέση με το δίλλημα αυτό υπάρχουν
και οι αντίστοιχες θεωρητικές προσεγγίσεις, που ονομάζονται «αρχή της
καταγωγής» και «αρχή του προορισμού» αντίστοιχα. Με βάση την «αρχή της
καταγωγής», η οποία γενικά δεν τυγχάνει θεωρητικής αποδοχής και πρακτικής
εφαρμογής εκ μέρους των διαφόρων κρατών όσον αφορά τις συναλλαγές Β2Β (Business to Business), ο φόρος οφείλεται στην επικράτεια όπου κάθε φορά
δημιουργείται («κατάγεται») η προστιθέμενη αξία.
Αντιθέτως, με βάση την «αρχή του προορισμού», δηλαδή την
φορολόγηση της παροχής υπηρεσίας στον τόπο εγκατάστασης του υποκείμενου στον
φόρο λήπτη, θεωρείται ότι εξασφαλίζεται η ουδετερότητα του φόρου μέσα στα
πλαίσια του διεθνούς εμπορίου. Για τον λόγο αυτό, η εφαρμογή της «αρχής του
προορισμού» αποτελεί κοινό τόπο παγκοσμίως, για τα κράτη που επιβάλλουν φόρο
στην προστιθέμενη αξία. Με την εφαρμογή της «αρχής της καταγωγής», κατ’ αρχάς
εμφανώς αντιμετωπίζονται ισότιμα από πλευράς ΦΠΑ οι επιχειρήσεις που
δραστηριοποιούνται στην ίδια επικράτεια και προβαίνουν σε απόκτηση αγαθών, αφού
με βάση αυτή την αρχή οι μεν εξαγωγές αποτελούν πράξεις απαλλασσόμενες, ενώ οι
εισαγωγές φορολογούνται με τον ίδιο συντελεστή που επιβαρύνει τις εγχώριες
παραδόσεις. Ο κάθε υποκείμενος δηλαδή θα χρεωθεί με τον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ για
την απόκτηση των ίδιων αγαθών, είτε η απόκτηση γίνει με παράδοση εντός της
χώρας είτε από το εξωτερικό.
Ασφαλώς, η εφαρμογή της «αρχής του προορισμού» στη διασυνοριακή παροχή
υπηρεσιών είναι δυσκολότερη αφού η φύση των τελευταίων είναι τέτοια που δεν
επιτρέπει τον τελωνειακό έλεγχο. Το ζήτημα αυτό επιλύεται σε μεγάλο βαθμό με
την εφαρμογή, εκ μέρους πολλών κρατών, του Μηχανισμού Αντιστροφής Υποχρέωσης (reverse charge mechanism). Με την εφαρμογή του μηχανισμού αυτού, η υποχρέωση
καταβολής του ΦΠΑ που αναλογεί σε διασυνοριακές παροχές υπηρεσιών μεταξύ υποκείμενων
στο φόρο (Β2Β) επιρρίπτεται από τον μη εγκατεστημένο παρέχοντα, στον
εγκατεστημένο στο κράτος λήπτη. Αν δεν προβλέπεται εφαρμογή του συγκεκριμένου
μηχανισμού, ο μη εγκατεστημένος παρέχων μια υπηρεσία θεωρητικά θα πρέπει να
ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο ή να λάβει ΑΦΜ/ΦΠΑ με άλλο τρόπο που τυχόν
προβλέπεται στο άλλο κράτος και κατόπιν να αποδώσει στην αρμόδια φορολογική
διοίκηση τον ΦΠΑ που συμπεριέλαβε στο σχετικό στοιχείο.
Ο Μηχανισμός Αντιστροφής Υποχρέωσης όμως δεν εφαρμόζεται από όλα τα κράτη που
επιβάλλουν φόρο προστιθέμενης αξίας.
Επιπλέον, όσα κράτη τον εφαρμόζουν δεν το κάνουν πάντα στην ίδια έκταση.
Στην χώρα μας ο Μηχανισμός Αντιστροφής Υποχρέωσης, όσον αφορά την διασυνοριακή
παροχή υπηρεσιών, εφαρμόζεται κατ’ αρχήν στην πράξη για τις υπηρεσίες που
λαμβάνει Έλληνας υποκείμενος στον φόρο από υποκείμενο άλλου κράτους και οι
οποίες υπηρεσίες υπάγονται στον Γενικό Κανόνα του άρθρου 14, παρ. 2α (άρθρο 35, παρ. 1στ, ν.2859/2000).
Επειδή, οι υπηρεσίες που παρέχονται σε διακρατικό επίπεδο, θα πρέπει να
φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους όπου πραγματοποιείται η
τελική κατανάλωσή τους.
Η συγκεκριμένη κατευθυντήρια γραμμή ουσιαστικά συμπυκνώνει την έννοια της
«αρχής του προορισμού» όπως αναλύθηκε στα προηγούμενα.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά την Β2Β παροχή υπηρεσιών και παρόλο που αυτή δεν
ταυτίζεται με τελική κατανάλωση, το δικαίωμα φορολόγησης ασκείται από το κράτος
του λήπτη με την έννοια ότι εκεί θεωρείται κατ’ αρχήν ότι πραγματοποιείται το
τελευταίο στάδιο της εμπορικής της αλυσίδας.
Για την εφαρμογή της προηγούμενης κατευθυντήριας γραμμής, και όσον αφορά την παροχή
υπηρεσιών μεταξύ υποκείμενων στον φόρο (Β2Β), τόπος φορολόγησης των πράξεων
αυτών από πλευράς ΦΠΑ είναι το κράτος εγκατάστασης του λήπτη («Γενικός
Κανόνας»).
Η συγκεκριμένη κατευθυντήρια γραμμή ορίζει ότι το κράτος όπου βρίσκεται
εγκατεστημένος ο λήπτης (εκεί δηλαδή που αυτός διατηρεί έναν «μόνιμο τόπο
επιχειρηματικής δραστηριότητας») μπορεί να λειτουργήσει ως το καταλληλότερο
σημείο αναφοράς σχετικά με το πού πραγματοποιήθηκε η χρήση της υπηρεσίας.
Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 2859/2000 ορίζουν τον τόπο παροχής υπηρεσιών. Οι διατάξεις αυτές,
που ισχύουν από 1 Ιανουαρίου 2010, ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο, με τις
διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 3763/2009 (ΦΕΚ 80 Α /27.5.2009), με τις οποίες έγινε εναρμόνιση των
μέχρι τότε ισχυουσών διατάξεων προς τις Κοινοτικές διατάξεις με την ενσωμάτωση
του άρθρου 2 της Οδηγίας 2008/8/ΕΚ του Συμβουλίου της 12ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με τον
προσδιορισμό του τόπου φορολόγησης της παροχής υπηρεσιών και την εκπλήρωση των σχετικών
υποχρεώσεων των υποκειμένων στο φόρο, για τον έλεγχο των διασυνοριακών
συναλλαγών.
Με τις ανωτέρω διατάξεις για τον καθορισμό του τόπου παροχής των υπηρεσιών στις
διασυνοριακές συναλλαγές, λαμβάνονται υπόψη οι κατωτέρω δύο γενικοί κανόνες που
περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 14.
α. Ο γενικός κανόνας, της φορολόγησης των υπηρεσιών στον τόπο εγκατάστασης του
λήπτη των υπηρεσιών, στην περίπτωση που αυτός είναι υποκείμενος στο φόρο (άρθρο 14 § 2α)
β. Ο γενικός κανόνας της φορολόγησης των υπηρεσιών στον τόπο εγκατάστασης του
παρέχοντος τις υπηρεσίες στην περίπτωση που αυτές πραγματοποιούνται προς μη
υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα (άρθρο 14 § 2β).
Οι ανωτέρω γενικοί κανόνες αποτελούν το βασικό κριτήριο για τη φορολόγηση ή μη
των πράξεων παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. Επειδή όμως στη συνέχεια του άρθρου
14 καθορίζονται μια σειρά εξαιρέσεων, από τούς κανόνες αυτούς, σε κάθε
περίπτωση παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει πρώτα να εξετάζεται αν μια συγκεκριμένη
υπηρεσία εμπίπτει στις εν λόγω εξαιρέσεις, προκειμένου να καθοριστεί ο τόπος
παροχής υπηρεσιών. Στην περίπτωση, που η παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας δεν
εμπίπτει στις εξαιρέσεις αυτές, εφαρμόζονται οι ανωτέρω γενικοί κανόνες των
παραγράφων 2α και 2β.
Σκοπός της εναρμόνισης με τις Κοινοτικές διατάξεις είναι να διασφαλιστεί η αρχή
της φορολογίας των πράξεων εντός του κράτους, στο οποίο πραγματοποιείται η
τελική κατανάλωση των υπηρεσιών σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στον κράτος
αυτό, ώστε να ελαχιστοποιηθούν περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού που είναι
δυνατόν να δημιουργούνται από την επιλογή αγοράς υπηρεσιών σε χώρες όπου
ισχύουν ευνοϊκότερα καθεστώτα. Επιπλέον σκοπός της εναρμόνισης αποτελεί και η
όσο το δυνατό απλούστερη εφαρμογή του μηχανισμού λειτουργίας του ΦΠΑ και
ειδικότερα, όσον αφορά τη λειτουργία του δικαιώματος έκπτωσης του φόρου
εισροών, τη μείωση των υποχρεώσεων των υποκειμένων και τον περιορισμό της
ανάγκης προσφυγής στην επιστροφή του φόρου σε εγκατεστημένους εκτός Ελλάδος
υποκείμενους στο φόρο, καθώς και στους εγκατεστημένους στην Ελλάδα υποκείμενους
στο φόρο που λαμβάνουν υπηρεσίες από άλλο κράτος μέλος, που επιτυγχάνεται με
την επέκταση του κανόνα καταβολής του φόρου από το λήπτη (αντιστροφής της
υποχρέωσης).
Επειδή, καθιερώνεται, ως γενικός κανόνας, η φορολόγηση των υπηρεσιών στον τόπο
της έδρας της οικονομικής δραστηριότητας του λήπτη των υπηρεσιών, στην
περίπτωση που τόσο ο παρέχων όσο και ο λήπτης των υπηρεσιών είναι υποκείμενοι
στο φόρο. Σημειώνεται ότι μέχρι και την 31.12.2009, τόπος παροχής υπηρεσιών
θεωρούταν ο τόπος της έδρας του παρέχοντος τις υπηρεσίες.
Ως λήπτης των υπηρεσιών, θεωρείται το πρόσωπο, το οποίο επιβαρύνεται με το
κόστος της υπηρεσίας (αποτελεί δαπάνη γι’ αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις της
φορολογίας εισοδήματος) και κατ’ επέκταση το πρόσωπο, το οποίο έχει δικαίωμα να
εκπέσει το ΦΠΑ που βαρύνει το κόστος αυτό.
Όταν οι υπηρεσίες παρέχονται σε μόνιμη εγκατάσταση (π.χ. υποκατάστημα) του
υποκείμενου στον φόρο προσώπου που βρίσκεται σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο της
έδρας της οικονομικής του δραστηριότητας, ως τόπος παροχής των υπηρεσιών αυτών
θεωρείται ο τόπος όπου βρίσκεται η μόνιμη εγκατάστασή του. Εάν δεν υπάρχει έδρα
ή μόνιμη εγκατάσταση, ως τόπος παροχής υπηρεσιών θεωρείται ο τόπος της μόνιμης
κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του υποκείμενου στον φόρο στον οποίο
παρέχονται οι υπηρεσίες. Γενικά πάντως ως «μόνιμη εγκατάσταση» θεωρείται μια
σταθερή επαγγελματική εγκατάσταση όπου ασκείται η επαγγελματική δραστηριότητα
του υποκείμενου. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται κυρίως η ύπαρξη της έδρας,
υποκαταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, εργοταξίου κατασκευής ή
συνεργείου συναρμολόγησης διάρκειας τουλάχιστον δώδεκα μηνών.
Συνεπώς η παροχή υπηρεσίας θεωρείται, ότι πραγματοποιείται στην Ελλάδα και,
επομένως θεμελιώνεται δικαίωμα του ελληνικού δημοσίου για την επιβολή φόρου,
όταν η υπηρεσία παρέχεται από υποκείμενο σε φόρο που είναι εγκαταστημένος εκτός
του εσωτερικού της χώρας, σε υποκείμενο στο φόρο που έχει στο εσωτερικό της
χώρας την έδρα (ή εγκατάσταση) της οικονομικής του δραστηριότητας. Οι υπηρεσίες
που παρέχονται εντός του εσωτερικού τη χώρας από εγκατεστημένο στην Ελλάδα
πάροχο προς εγκατεστημένο στην Ελλάδα λήπτη υπάγονται πάντα σε ελληνικό ΦΠΑ,
εκτός κι αν απαλλάσσονται με ρητή διάταξη, οπότε ο γενικός κανόνας και οι
εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 14 δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση αυτή.
Δεν θεωρείται ότι πραγματοποιείται στην Ελλάδα η παροχή υπηρεσίας που παρέχεται
από υποκείμενο εγκατεστημένο στην Ελλάδα προς υποκείμενο εγκατεστημένο σε άλλο
κράτος-μέλος (Κ-Μ) ή τρίτη χώρα (Τ-Χ). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 14, για τους σκοπούς
της εφαρμογής της παραγράφου 2α του ίδιου άρθρου (γενικός κανόνας B2B) καθώς και ολόκληρου του άρθρου
υποκείμενος στο φόρο θεωρείται:
– Ο υποκείμενος στο φόρο που ασκεί δραστηριότητες ή πραγματοποιεί συναλλαγές
φορολογητέες και απαλλασσόμενες με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών
– Ο υποκείμενος στο φόρο που ενεργεί αποκλειστικά δραστηριότητες απαλλασσόμενες
από το φόρο χωρίς δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους (Πρόσωπα του
άρθρου 22 όπως ιατρός, ασφαλιστικό γραφείο, εκπαιδευτήριο κ.λπ.)
– Η απαλλασσόμενη λόγω μικρού τζίρου επιχείρηση (Πρόσωπα του άρθρου 39)
– Ο υποκείμενος στον φόρο, ο οποίος πέραν των φορολογητέων πράξεων
πραγματοποιεί και συναλλαγές που δεν θεωρούνται φορολογητέες σύμφωνα με το
άρθρο 2. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ως υποκείμενος στον φόρο για όλες τις
υπηρεσίες που παρέχονται σε αυτόν.
– Το μη υποκείμενο στον φόρο νομικό πρόσωπο, το οποίο διαθέτει αριθμό
μητρώου ΦΠΑ (ΑΦΜ-ΦΠΑ). Συνεπώς παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται προς ένα
Δήμο (που σύμφωνα με το άρθρο 3 είναι μη υποκείμενος), ο οποίος έχει λάβει
ΑΦΜ-ΦΠΑ στην Ελλάδα (π.χ. για πραγματοποίηση ενδοκοινοτικής απόκτησης) θεωρείται
ότι παρέχονται σε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο και φορολογούνται στη χώρα μας
σύμφωνα με το γενικό κανόνα Β2Β.
Εάν ο τόπος φορολογίας των παρεχόμενων υπηρεσιών είναι η Ελλάδα (σύμφωνα με το
γενικό κανόνα της παραγράφου 2α), o φόρος οφείλεται στην Ελλάδα και αποδίδεται από τον λήπτη
μέσω της αντιστροφής της υποχρέωσης. Έτσι λοιπόν από 1.1.2010 τα υποκείμενα στο
φόρο πρόσωπα με εγκατάσταση στην Ελλάδα που λαμβάνουν υπηρεσίες από το
εξωτερικό, των οποίων ο τόπος παροχής είναι ο τόπος εγκατάστασης του λήπτη και
εφόσον οι υπηρεσίες δεν προορίζονται για ιδιωτικούς σκοπούς, οφείλουν να
αποδίδουν φόρο για τις υπηρεσίες αυτές στην Ελλάδα με τη μέθοδο της
χρεοπίστωσης (τακτοποίησης) – αντιστροφής της υποχρέωσης, εφόσον βέβαια έχουν
δικαίωμα έκπτωσης. Σύμφωνα με τη μέθοδο της αντιστροφής της υποχρέωσης, ο
λήπτης των υπηρεσιών, θεωρείται ότι ο ίδιος παρέχει τις υπηρεσίες και οφείλει
να αποδώσει τον οφειλόμενο φόρο που αναλογεί στην υπηρεσία (αναγραφή στις
εκροές και στο φόρο εκροών της δήλωσης ΦΠΑ), και ταυτόχρονα δέχεται την
υπηρεσία καταχωρώντας την αξία και το φόρο στις εισροές του και στο φόρο
εισροών αντίστοιχα.
Συνεπώς, εάν η πράξη της υπηρεσίας εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 2α
του άρθρου 14 (γενικός κανόνας B2B), ο παρέχων την υπηρεσία δεν θα υπολογίζει ΦΠΑ στο
τιμολόγιο που εκδίδει και ο λήπτης της υπηρεσίας τακτοποιεί το ΦΠΑ που αναλογεί
(χρεοπίστωση) τόσο στις εκροές όσο και στις εισροές με τόπο φορολόγησης την
έδρα ή εγκατάσταση του λήπτη της υπηρεσίας.
Επειδή, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το κατά τα ανωτέρω ποσό της αμοιβής του
έχει υπαχθεί σε ΦΠΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο με συντελεστή 20% κατ’ εφαρμογή του
κανόνα της αντίστροφης χρέωσης (reverse charge) λόγω ενδοκοινοτικής
συναλλαγής και απλώς επανατιμολογείται ως έξοδο στην προσφεύγουσα από τον , ενσωματούμενου
του βρετανικού ΦΠΑ στο συνολικώς οφειλόμενο ποσό,όπως κατά τους ισχυρισμούς της
προκύπτει από το σχετικό τιμολόγιο του τελευταίου.
Επειδή, περαιτέρω, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους της υποχρέωση
απόδοσης στην Ελλάδα του ΦΠΑ που αντιστοιχεί στο ποσό της αμοιβής των 592.800
ευρώ συνιστά διπλή επιβολή του ίδιου φόρου για την ίδια πράξη κατά παράβαση της
γενικής αρχής της ουδετερότητας του ΦΠΑ που θεμελιώνεται στην οδηγία
2006/12/ΕΚ, καθώς επίσης και των άρθρων 1, 2, 30 και 8 παρ. 3 του Ν.2859/2000 περί Κώδικα ΦΠΑ.
Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η έλαβε επαγγελματικές υπηρεσίες σχετικά με την
προσφορά Προνομιακών Χρεογράφων για την προσφεύγουσα από την και στη συνέχεια
τις παρείχε στην ελληνική εταιρεία (προσφεύγουσα). Συνεπώς, πρόκειται για δυο
διαφορετικές και διακριτές πράξεις παροχής υπηρεσιών.
Επειδή, η βρετανική εταιρεία έχει ενσωματώσει τον αγγλικό ΦΠΑ, προκειμένου να
προσδιορίσει την τιμή της παρεχόμενης υπηρεσίας προς την προσφεύγουσα και το
γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την αντιμετώπιση της πράξης από πλευράς ΦΠΑ για την
ελληνική εταιρεία. Πιθανόν η βρετανική εταιρεία ενσωμάτωσε τον ΦΠΑ στην τιμή,
καθώς όπως αναφέρεται και στο σχετικό τιμολόγιο, η πράξη αυτή είναι εκτός
πεδίου εφαρμογής ΦΠΑ στην Μεγάλη Βρετανία. Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι παράλληλα
δεν έχει δικαίωμα έκπτωσης με αποτέλεσμα, το σχετικό ΦΠΑ να το ενσωματώνει στο
κόστος της και να τιμολογεί εξολοκλήρου στον πελάτη της (προσφεύγουσα).
Επειδή, αυτό άλλωστε προκύπτει και από την από 15.05.2018 σύμβαση εκδόσεως
ομολογιακού δανείου που συνήφθη μεταξύ της προσφεύγουσας και, μεταξύ άλλων, και
του , στο άρθρο 4 της οποίας υπό τον τίτλο «Αμοιβές και έξοδα» ρητώς αναφέρεται
ότι: “….
Επιπροσθέτως, η Εταιρεία συμφωνεί να αποζημιώσει τους
Διαχειριστές, αμέσως μετά από αίτημα για (i) όλα τα εύλογα επελθόντα και τεκμηριωμένα έξοδα , και
(ii) όλες τις εύλογες και τεκμηριωμένες
αμοιβές, εκταμιεύσεις και άλλες επιβαρύνσεις της (που υπόκεινται σε ρυθμίσεις
αμοιβής που θα συμφωνηθούν χωριστά), ως νομικού συμβούλου ΗΠΑ και Αγγλίας,
Όλα τα ποσά που καταβάλλονται στους διαχειριστές βάσει του παρόντος δεν
περιλαμβάνουν ΦΠΑ που ενδέχεται να χρεώνεται σε σχέση με την πληρωμή. Όλα τα
ποσά που χρεώνονται από τους Διαχειριστές ή για τα οποία θα πρέπει να
επιστραφούν οι Διαχειριστές θα τιμολογούνται μαζί με τον ΦΠΑ, όπου απαιτείται,
και ο ΦΠΑ θα είναι για λογαριασμό σας”.
Επειδή, πρόκειται για δυο διακριτές πράξεις παροχής υπηρεσιών, η μεν από την
προς την, η δε από την προς την (προσφεύγουσα).
Επειδή, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, η παροχή υπηρεσίας από την βρετανική
προμηθεύτρια εταιρεία προς την προσφεύγουσα, είναι πράξη φορολογητέα στην
Ελλάδα και υπόχρεος είναι ο λήπτης της υπηρεσίας. Δηλαδή, η προσφεύγουσα
(λήπτης) οφείλει να αποδώσει τον φόρο στην Ελλάδα, καταχωρίζοντας τον στις
φορολογητέες εκροές της στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ και μόνον εφόσον αυτή η
υπηρεσία (εισροή) χρησιμοποιείται για τη φορολογητέα δραστηριότητα της, έχει
δικαίωμα να το εκπέσει καταχωρίζοντας το παράλληλα και στις φορολογητέες της
εισροές στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ.
Επειδή, ο προσδιορισμός της τιμής από την βρετανική προμηθεύτρια εταιρεία δεν
δύναται να προσδιορίσει τον τρόπο φορολόγησης της πράξης για σκοπούς ΦΠΑ στην
Ελλάδα και προφανώς ο ελεύθερος προσδιορισμός της τιμής μιας υπηρεσίας δεν
στρεβλώνει τις συνθήκες της αρχής της ουδετερότητας του ΦΠΑ.
Επειδή, στο τιμολόγιο της βρετανικής προμηθεύτριας εταιρείας δεν έχει
τιμολογηθεί διακριτά ο ΦΠΑ και συνεπώς η καθαρή αξία του τιμολογίου (φορολογητέα
αξία) είναι πέραν πάσης αμφιβολίας το ποσό των 592.800,00 €.
Επειδή, ακόμη και αν η προσφεύγουσα είχε εκ παραδρομής καταβάλλει ΦΠΑ στη
Μεγάλη Βρετανία, εφόσον ο τόπος παροχής της υπηρεσίας είναι η Ελλάδα και
υπόχρεος είναι ο λήπτης, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, η προσφεύγουσα θα
έπρεπε να αναζητήσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ από τη
Μεγάλη Βρετανία, ή από τον αντισυμβαλλόμενο.
Επειδή το υπό κρίση ποσό φόρου προστιθέμενης αξίας καλώς αποδόθηκε από την
προσφεύγουσα στο Ελληνικό Δημόσιο.
Επειδή εξ όλων των ανωτέρω αναφερομένων, σαφώς προκύπτει, ότι ορθώς και νομίμως
η φορολογική αρχή απέρριψε σιωπηρώς την υπ’ αριθ. πρωτ /31.12.2018 δήλωση
επιφύλαξης- αίτηση επιστροφής φόρου προστιθέμενης αξίας, ύψους 142.272,00 €,
που συνυποβλήθηκε με την περιοδική δήλωση ΦΠΑ της προσφεύγουσας μηνός Νοεμβρίου
2018.
Αποφασίζουμε
την απόρριψη της με αριθ. πρωτ /23.04.2019 ενδικοφανούς προσφυγής της ανώνυμης
εταιρείας με την επωνυμία , με ΑΦΜ , κατά της σιωπηράς απορρίψεως της
τεκμαιρόμενης εκ της απράκτου παρόδου τριμήνου από της καταθέσεως την
31.12.2018 (αριθ. πρωτ ) της από 28.12.2018 δηλώσεως επιφυλάξεως και αιτήσεως
επιστροφής ΦΠΑ ποσού 142.272,00 € το οποίο αφορά ΦΠΑ επί ποσού 595.800 ευρώ που
επανατιμολογήθηκε, δυνάμει σχετικού όρου της από 15.05.2018 συμβάσεως, από τον
συμβουλευτικό σχετικά με αμοιβή του για νομικές υπηρεσίες, στο οποίο ποσό των
592.800 ευρώ έχει ενσωματωθεί ως έξοδο ποσό ΦΠΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο με
συντελεστή 20% (imputed VAT) κατ’ εφαρμογή του κανόνα της αντίστροφης χρέωσης (reverse charge) λόγω ενδοκοινοτικής
συναλλαγής
Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί από αρμόδιο όργανο με τη νόμιμη διαδικασία
στον υπόχρεο.
ΔΔΑΔ Γ 1144623 ΕΞ 2019 Επιλογή και Τοποθέτηση Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)
ΘΕΜΑ: «Επιλογή και Τοποθέτηση Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις: α) του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του ν.4389/2016 (Α’94) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα των άρθρων 14, 17, 22, 23, 26, 27, 38 και 41 αυτού, όπως ισχύουν. β) των άρθρων 84 και 85 του ν.3528/2007 (Α’26) «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 29 και 31 του ν.4369/2016 (Α’33), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου του ν.4464/2017 (Α’46). γ) των άρθρων 13 και 15 του ν.2690/1999 (Α’45) «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις». δ) του π.δ. 69/2016 (Α’127) «Αναγνώριση προϋπηρεσίας εκτός δημοσίου τομέα». ε) της αριθ. πρωτ. ΔΔΑΔ Γ 1130900 ΕΞ 2016/08.09.2016 (Β’2922) απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών «Καθορισμός της διαδικασίας, των οργάνων και των κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφιοτήτων για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης και Τμήματος των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και των Υπευθύνων Αυτοτελών Γραφείων αυτής», όπως τροποποιήθηκε με την αριθ. πρωτ. ΔΔΑΔ Γ 1173943 ΕΞ 2016/01.12.2016 (Β’3985) όμοια, σε συνδυασμό με την υποπαράγραφο γ’ της παρ. 3 και την υποπαράγραφο β’ της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν.4389/2016, καθώς και με τις αριθμ. ΔΔΑΔ Γ 1063261 ΕΞ 2017/27.04.2017 (Β’1509), ΔΔΑΔ Γ 1046609 ΕΞ 2018/22.03.2018 (Β’1233) και ΔΔΑΔ Γ 1101476 ΕΞ2018/03.07.2018 (Β’2608) αποφάσεις του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. στ) της αριθμ. πρωτ. Δ.ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 (Β’968 και 1238) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων(.Α.Α.Δ.Ε.)», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει.
2. Την αριθμ. πρωτ. ΔΔΑΔ Γ 1101840 ΕΞ 2019/16.07.2019 (Α.Δ.Α. ΩΓΞΞ46ΜΠ3Ζ-Χ1Η) πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την υποβολή υποψηφιοτήτων πλήρωσης θέσεων Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και αντίστοιχων υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης (Γ.Δ.Φ.Δ.) της Α.Α.Δ.Ε.
3. Την αριθ. πρωτ. Δ.ΟΡΓ. Β 1074508 ΕΞ 2019/21.05.2019 (ΑΔΑ: ΨΖΕΩ46ΜΠ3Ζ-ΑΙ3) απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Ορισμός μελών του Ειδικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων οργανικών μονάδων, επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης, Τμήματος/Αυτοτελούς Τμήματος και Υπευθύνων Αυτοτελών Γραφείων των υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης των Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών των Γενικών Διευθύνσεων αυτής».
4. Την αριθ. πρωτ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.01.2013 (Β’130 και Β’372) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαραγράφου α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 41 του ν.4389/2016.
5. Την αριθ. 1 της 20.01.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν.4389/2016 και την αριθμ. 39/3/30-11-2017 (Υ.Ο.Δ.Δ. 689) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων».
6. Τις από 02.10.2019, 04.10.2019, 08.10.2019, 09.10.2019 και 10.10.2019 συνεδριάσεις του Ειδικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε).
7. Τις υποβληθείσες αιτήσεις και τα βιογραφικά σημειώματα των υποψηφίων υπαλλήλων.
8. Την ανάγκη πλήρωσης των θέσεων Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)
9. Την από 18/10/2019 Ειδική Αιτιολογία του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
Α. Επιλέγουμε και τοποθετούμε τους κάτωθι υπαλλήλους της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ως Προϊσταμένους Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως ακολούθως:
1. Την υπάλληλο Μαρία Κωνσταντινίδου του Αθανασίου, ΠΕ/Α Οικονομικών Επιθεωρητών, ως Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου (Δ.ΕΣ.ΕΛ.).
2. Την υπάλληλο Χριστίνα Αντωνοπούλου του Ιωάννη, ΠΕ/Α Οικονομικών Επιθεωρητών, ως Προϊσταμένη της Υποδιεύθυνσης της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων (Δ.ΕΣ.ΥΠ.) της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης.
3. Τον υπάλληλο Τιμολέοντα Παπαδόπουλο του Νικολάου, ΠΕ/Α Εφοριακών, ως Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.).
4. Τον υπάλληλο Γεώργιο Σταυρίδη του Κωνσταντίνου, ΠΕ/Α Εφοριακών, ως Προϊστάμενο της Υποδιεύθυνσης Επανεξέτασης, της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.).
5. Τον υπάλληλο Γεώργιο Γιαννακούλια του Αρτεμίου, ΠΕ/Α Εφοριακών, ως Προϊστάμενο της Υποδιεύθυνσης Νομικών Θεμάτων, της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.).
Β.1. Οι επιλεγέντες υπάλληλοι που τοποθετούνται σε θέση ευθύνης της υπηρεσίας όπου κατέχουν οργανική θέση διατηρούν την οργανική τους θέση στην υπηρεσία τοποθέτησής τους.
Β.2. Οι επιλεγέντες υπάλληλοι που τοποθετούνται σε θέση ευθύνης υπηρεσίας στην οποία δεν κατέχουν οργανική θέση καταλαμβάνουν αυτοδίκαια οργανική θέση στην υπηρεσία τοποθέτησής τους, εφόσον αυτή υπάρχει. Αν δεν υπάρχει, οι επιλεγέντες υπάλληλοι διατηρούν την οργανική τους θέση στην υπηρεσία προέλευσής τους, στην οποία επανέρχονται με την κατά οποιονδήποτε τρόπο λήξη της θητείας τους.
Γ. Οι αναφερόμενοι Προϊστάμενοι υποχρεούνται όπως εκπληρώσουν τους στόχους, τις δράσεις και τα έργα του Επιχειρησιακού Σχεδίου της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 και 23 του ν.4389/2016.
Δ. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί ενυπόγραφα στους αναφερόμενους Προϊσταμένους οι οποίοι υποχρεούνται, όπως αναλάβουν, το συντομότερο δυνατόν, τα εν λόγω καθήκοντα και αποστείλουν πρωτόκολλο ανάληψης σχετικών καθηκόντων στη Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Α.Α.Δ.Ε./Τμήμα Γ’- Σταδιοδρομίας Ανθρώπινου Δυναμικού.
Yπόθεση C-692/17 Απαλλαγές – Άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχεία β’ και δ’ – Πράξεις σχετικά με τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και με τη διαχείριση πιστώσεων – Πράξεις οι οποίες αφορούν απαιτήσεις, με εξαίρεση την είσπραξη απαιτήσεων – Εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, του δικαιώματος που αφορά την υπεισέλευση σε δικονομική θέση στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση
Στην υπόθεση C‑692/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του
άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πορτογαλία) με απόφαση
της 8ης Νοεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου
2017, στο πλαίσιο της δίκης
Paulo Nascimento
Consulting – Mediação Imobiliária Lda
κατά
Autoridade Tributária e
Aduaneira,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο
τμήματος, L. Bay Larsen και C. Vajda (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια
διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’
ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Φεβρουαρίου 2019,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Paulo Nascimento Consulting – Mediação Imobiliária Lda, εκπροσωπούμενη από τους R. Silva Lopes και A. Coelho Martins, advogados,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes, M. Figueiredo και R. Campos Laires,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Lozano Palacios καθώς και από τον B. Rechena,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις
προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Μαΐου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του
άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου,
της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας
(ΕΕ 2006, L 347, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς
μεταξύ της εταιρίας Paulo Nascimento Consulting – Mediação Imobiliária Lda (στο εξής: PNC) και της Autoridade Tributária e Aduaneira (φορολογικής και τελωνειακής αρχής, Πορτογαλία) σχετικά
με τον οφειλόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) λόγω εκχώρησης σε τρίτο, εξ
επαχθούς αιτίας, του δικαιώματος που αφορά την υπεισέλευση σε δικονομική θέση
που κατείχε η PNC στο πλαίσιο διαδικασίας
αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με
δικαστική απόφαση.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, της
οδηγίας 2006/112, στον ΦΠΑ υπόκεινται, αντιστοίχως, «οι παραδόσεις αγαθών που
πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από
υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» και «οι παροχές
υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους
μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή».
4 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα
εξής:
«Νοείται ως “υποκείμενος στον φόρο” οποιοσδήποτε ασκεί,
κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, οικονομική δραστηριότητα,
ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο σκοπό και τα αποτελέσματα της δραστηριότητας
αυτής.
Ως “οικονομική δραστηριότητα” θεωρείται κάθε
δραστηριότητα του παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες,
περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων εξόρυξης, των αγροτικών δραστηριοτήτων
καθώς και των δραστηριοτήτων των ελεύθερων επαγγελμάτων. Ως οικονομική
δραστηριότητα θεωρείται, επίσης, η εκμετάλλευση ενσώματου ή άυλου αγαθού, με
σκοπό ιδίως την άντληση εσόδων διαρκούς χαρακτήρα.»
5 Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας,
«[ω]ς “παράδοση αγαθών” θεωρείται η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει
κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό».
6 Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, «[ω]ς
“παροχή υπηρεσιών” νοείται κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί παράδοση αγαθών».
7 Το άρθρο 25, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112 ορίζει ότι
«[η] παροχή υπηρεσιών μπορεί να συνίσταται, μεταξύ άλλων, […] στην εκχώρηση
άυλου αγαθού, το οποίο αντιπροσωπεύεται ή όχι από τίτλο».
8 Το άρθρο 135,
παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις:
β) τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και
τη διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται από αυτόν που τις χορήγησε·
[…]
δ) τις πράξεις, περιλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης, οι
οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές
χρημάτων, απαιτήσεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, με εξαίρεση την είσπραξη
απαιτήσεων».
Το πορτογαλικό δίκαιο
9 Ο Código do Imposto sobre o Valor Acrescentado (κώδικας
φόρου προστιθέμενης αξίας), με τον οποίο μεταφέρθηκε στο πορτογαλικό δίκαιο η
οδηγία 2006/112, προβλέπει στο άρθρο 9, σημείο 27, στοιχεία a και c, όπως ίσχυε
κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο
εξής: κώδικας ΦΠΑ), ότι απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ οι ακόλουθες πράξεις:
«a) η υπό οποιαδήποτε μορφή χορήγηση και
διαπραγμάτευση πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πράξεων προεξοφλήσεως και
αναπροεξοφλήσεως, καθώς και η διοίκηση ή διεκπεραίωσή τους εκ μέρους αυτού που
τις χορηγεί·
[…]
c) οι πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης, οι
οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές
χρημάτων, εισπράξεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, με εξαίρεση τις πράξεις
απλής είσπραξης απαιτήσεων».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, τον
Νοέμβριο του 2006, η PNC, κατά την άσκηση της
δραστηριότητάς της μεσιτείας ακινήτων, έλαβε αποκλειστική εντολή πώλησης ενός
αγροτικού γηπέδου. Η PNC διαβίβασε μια προσφορά
περί αγοράς στον εντολέα της, τον ιδιοκτήτη του γηπέδου αυτού, πλην όμως ο
τελευταίος την απέρριψε, αρνούμενος να καταβάλει στην PNC αμοιβή για την παρασχεθείσα υπηρεσία.
11 Η PNC άσκησε ενώπιον του Tribunal de Família e Menores e de Comarca de Portimão (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οικογενειακών
υποθέσεων και ανηλίκων της περιφέρειας του Portimão, Πορτογαλία) αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί
ο εντολέας της να της καταβάλει το ποσό των 125 000 ευρώ για την οφειλόμενη μεσιτική προμήθεια, πλέον ΦΠΑ
και τόκων υπερημερίας μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε
απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή της PNC, η οποία κατέστη τελεσίδικη.
12 Επιπλέον, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το
Δικαστήριο προκύπτει ότι, δεδομένου ότι ο οφειλέτης δεν κατέβαλε το ποσό στην
πληρωμή του οποίου καταδικάσθηκε κατά τα ανωτέρω, η PNC κίνησε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διαδικασία
αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη της απαιτήσεώς της, όπως αυτή είχε
αναγνωριστεί με την απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία ανερχόταν συνολικά
στο ποσό των 170 859,62 ευρώ.
13 Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι στο πλαίσιο αυτής της
διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κατασχέθηκε ακίνητο περιουσιακό στοιχείο
του οφειλέτη προς εξασφάλιση της πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Το κατασχεθέν
περιουσιακό στοιχείο κατακυρώθηκε στη συνέχεια στην PNC για το ποσό των 606 200 ευρώ, ποσό το οποίο αντιπροσώπευε περίπου το 70 % της αγοραίας αξίας του ακινήτου αυτού. Η κατακύρωση
έγινε υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης της PNC περί καταβολής στον οργανισμό εκτελέσεως του
υπερβάλλοντος, ήτοι της διαφοράς μεταξύ του ποσού της κατακυρώσεως και της
αξίας της απαιτήσεως, πλέον των εξόδων εκτελέσεως, που ανερχόταν συνολικά σε
417 937,12 ευρώ.
14 Με συμφωνία συναφθείσα στις 29 Σεπτεμβρίου 2010, η PNC μεταβίβασε στην εταιρία Starplant – Unipessoal Lda (στο εξής: Starplant) όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από
τη δικονομική της θέση στην εν εξελίξει διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως,
έναντι καταβολής από τη Starplant ποσού 351 619,90 ευρώ.
15 Τον Οκτώβριο του 2010, η PNC, αφενός, καταχώρισε λογιστικά το ποσό των 125 000 ευρώ ως αντάλλαγμα για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες
προς τον προαναφερθέντα εντολέα και κατέβαλε το ποσό των 26 250 ευρώ, που αντιστοιχούσε στον οφειλόμενο εξ αυτού του
λόγου ΦΠΑ. Αφετέρου, καταχώρισε ως «λοιπά εισοδήματα που δεν προσδιορίζονται
ειδικότερα» το ποσό των 200 369,90
ευρώ, που αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο του καταβληθέντος από τη Starplant τιμήματος, επί του οποίου δεν κατέβαλε κανένα ποσό ΦΠΑ.
16 Στις 24 Ιουνίου 2014, η Autoridade Tributária e Aduaneira (φορολογική και τελωνειακή αρχή, Πορτογαλία) απέστειλε
στην PNC πράξεις προσδιορισμού
του ΦΠΑ πλέον τόκων, συνολικού ποσού 83 647,77 ευρώ, έχοντας διαπιστώσει ότι στη δήλωση ΦΠΑ που η
PNC είχε υποβάλει για τη συγκεκριμένη περίοδο δεν είχε
καταχωρισθεί λογιστικά ορθώς η παραχώρηση της δικονομικής θέσεως έναντι ποσού
351 619,90 ευρώ. Συναφώς, η
εν λόγω αρχή θεώρησε ότι επρόκειτο για συναλλαγή διακριτή από εκείνη την οποία
αφορούσε η μεσιτική προμήθεια, η οποία υπέκειτο σε ΦΠΑ, δεδομένου ότι
συνιστούσε εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, δικαιώματος από υποκείμενο
στον φόρο που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτή, η οποία ενέπιπτε στην έννοια
της παροχής υπηρεσιών και η οποία δεν καλυπτόταν από καμία προβλεπόμενη από τον
κώδικα ΦΠΑ εξαίρεση.
17 Το Tribunal Administrativo e Fiscal de Loulé (διοικητικό πρωτοδικείο του Loulé, Πορτογαλία), έκανε δεκτή την προσφυγή της PNC με αίτημα την ακύρωση των προαναφερθεισών πράξεων
προσδιορισμού του ΦΠΑ.
18 Με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, το Tribunal Central Administrativo Sul (κεντρικό διοικητικό
δικαστήριο με δικαιοδοσία στην νότια Πορτογαλία, Πορτογαλία), επιληφθέν κατόπιν
ασκήσεως εφέσεως από το Fazenda Pública (Δημόσιο Ταμείο,
Πορτογαλία), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με το σκεπτικό ότι η επίμαχη
εκχώρηση απαιτήσεως ενέπιπτε στην οικονομική δραστηριότητα της PNC, ότι έπρεπε να θεωρηθεί ως φορολογητέα παροχή υπηρεσιών
και ότι καμία από τις απαλλαγές του άρθρου 9 του κώδικα ΦΠΑ δεν είχε εφαρμογή
σε αυτή. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη πράξη δεν
ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 9, σημείο
27, στοιχείο a, του ως άνω κώδικα για τις πράξεις
χορήγησης και διαπραγμάτευσης πιστώσεων που ενεργούνται από τραπεζικούς και
χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
19 Η PNC άσκησε αίτηση
αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πορτογαλία),
υποστηρίζοντας ότι η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 9, σημείο 27, στοιχείο a, του κώδικα ΦΠΑ είχε εφαρμογή στις πράξεις εκχωρήσεως
απαιτήσεων, ακόμη και όταν αυτές διενεργούνταν από φορείς που δεν ήταν
χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συναφώς, η PNC στηρίχθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορούσε τη
διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία μεταφέρθηκε στο πορτογαλικό δίκαιο με το
εν λόγω άρθρο 9, σημείο 27, στοιχείο a, ήτοι το άρθρο 13, Β, στοιχείο δʹ, σημείο 1, της έκτης
οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των
νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών –
Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49, στο εξής: έκτη οδηγία). Η
διάταξη αυτή της έκτης οδηγίας επαναλαμβάνεται στο άρθρο 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112, με την οποία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε
η έκτη οδηγία από 1ης Ιανουαρίου 2007.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει
την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο
προδικαστικό ερώτημα:
«Για τους σκοπούς της εφαρμογής της απαλλαγής που
προβλέπεται στο άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο β’, της οδηγίας ΦΠΑ, εμπίπτει
στις έννοιες της “χορηγήσεως”, “διαπραγματεύσεως” ή “διαχειρίσεως πιστώσεων” η
εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, του δικαιώματος που αφορά την
υπεισέλευση στη δικονομική θέση την οποία κατέχει υποκείμενος στον ΦΠΑ σε
διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία
αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και η οποία προέκυψε από την αθέτηση
συμβάσεως μεσιτείας ακινήτων, πλέον του ΦΠΑ με τον συντελεστή που θα ισχύει
κατά την ημερομηνία πραγματοποιήσεως της πληρωμής και των τόκων υπερημερίας που
είναι γεγενημένοι ή που ενδέχεται να γεννηθούν έως την πλήρη εξόφληση της
απαιτήσεως;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί,
κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της
οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία προβλέπει για τις
πράξεις που αφορούν τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και τη
διαχείριση πιστώσεων έχει εφαρμογή επί πράξεως που συνίσταται στην εκ μέρους
του υποκειμένου στον φόρο εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, τη δικονομική
θέση την οποία αυτός κατέχει σε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως για την
είσπραξη απαιτήσεως.
22 Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί αν η πράξη αυτή αποτελεί
υποκείμενη σε ΦΠΑ πράξη.
23 Συναφώς, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας
2006/112, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ, προκύπτει ότι στο
εσωτερικό ενός κράτους μέλους υπόκεινται στον φόρο αυτό μόνον οι δραστηριότητες
που έχουν οικονομικό χαρακτήρα. Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο,
της οδηγίας αυτής νοείται ως υποκείμενος στον φόρο οποιοσδήποτε ασκεί, κατά
τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, οικονομική δραστηριότητα. Η έννοια
της «οικονομικής δραστηριότητας» ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο
εδάφιο, της οδηγίας 2006/112 ως καλύπτουσα όλες τις δραστηριότητες του
παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες και, ειδικότερα, τις πράξεις
που ενέχουν εκμετάλλευση ενσώματου ή άυλου αγαθού με σκοπό ιδίως την άντληση
εσόδων διαρκούς χαρακτήρα (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2018, C&D Foods Acquisition, C-502/17, EU:C:2018:888, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να
ερμηνεύσει το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112 στην
υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουνίου 2013, Kostov (C-62/12, EU:C:2013:391), στην οποία ετίθετο το ζήτημα
κατά πόσον υπόκεινται σε ΦΠΑ πράξεις που διενεργούνται ευκαιριακά από πρόσωπο
το οποίο υπόκειται στον φόρο για την κύρια δραστηριότητά του, σε περίπτωση που
η δευτερεύουσα δραστηριότητα του προσώπου αυτού, καίτοι συνιστά οικονομική
δραστηριότητα και συνδέεται με την κύρια δραστηριότητά του, δεν αντιστοιχεί
στην κύρια αυτή δραστηριότητα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το φυσικό πρόσωπο που
υπόκειται ήδη σε ΦΠΑ για την οικονομική δραστηριότητά που ασκεί συστηματικά
πρέπει να θεωρείται «υποκείμενος στον φόρο» για κάθε άλλη οικονομική
δραστηριότητα την οποία ασκεί ευκαιριακά, υπό την προϋπόθεση ότι η
δραστηριότητα αυτή συνιστά δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 9,
παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112 (πρβλ. απόφαση της 13ης
Ιουνίου 2013, Kostov, C‑62/12, EU:C:2013:391, σκέψη 31).
25 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, εξάλλου, ότι
ο αριθμός και το εύρος των πράξεων δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο διακρίσεως
μεταξύ των δραστηριοτήτων ενός ιδιώτη επενδυτή, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο
πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, και εκείνων ενός επενδυτή του οποίου οι
πράξεις συνιστούν οικονομική δραστηριότητα (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου
2011, Słaby κ.λπ., C-180/10 και C-181/10, EU:C:2011:589, σκέψη 37 καθώς και εκεί μνημονευόμενη
νομολογία).
26 Εν προκειμένω, η PNC διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον σε περίπτωση,
όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ο εκχωρών μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε στο
πλαίσιο της «οικονομικής δραστηριότητάς» του, κατά την έννοια του άρθρου 9,
παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112, καθόσον η συμμετοχή της PNC στην επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη εκχωρήσεως της
απαιτήσεως ήταν έκτακτη, δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα που αυτή
συνήθως ασκεί είναι η δραστηριότητα της μεσιτείας ακινήτων.
27 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως τόνισε και ο γενικός
εισαγγελέας με το σημείο 42 των προτάσεών του, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη
εκχωρήσεως πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικά με τη μέσω
αναγκαστικής εκτελέσεως είσπραξη απαιτήσεως που γεννήθηκε από σύμβαση
συναφθείσα στο πλαίσιο της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας της PNC, η οποία συνίστατο στην παροχή υπηρεσιών μεσιτείας
ακινήτων, χωρίς η PNC να αμφισβητεί ότι, όσον
αφορά την πράξη που οδήγησε στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, είχε
ενεργήσει στο πλαίσιο της οικονομικής της δραστηριότητας. Κατά συνέπεια, η
επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη αποτελεί στην πραγματικότητα άμεση προέκταση της
κύριας οικονομικής δραστηριότητας της εν λόγω εταιρίας.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, μόνον το γεγονός ότι η επίμαχη
στην κύρια δίκη πράξη, η οποία πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο που υπόκειται ήδη
στον ΦΠΑ, δεν αντιστοιχεί στην κύρια δραστηριότητα του εν λόγω προσώπου και
πραγματοποιήθηκε από αυτό κατά τρόπο έκτακτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα να
ενήργησε το εν λόγω πρόσωπο, όσον αφορά την πράξη αυτή, στο πλαίσιο της
οικονομικής του δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1,
πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112.
29 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος
1, στοιχεία αʹ και γʹ, της οδηγίας 2006/112, στον ΦΠΑ υπόκεινται, αντιστοίχως,
οι «παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός
κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» και
«οι παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός
κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή».
30 Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112 ορίζει
την παράδοση αγαθών ως τη «μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος,
ενσώματο αγαθό», ενώ το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει την
παροχή υπηρεσιών ως «κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί παράδοση αγαθών».
31 Εν προκειμένω, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό, για τους
σκοπούς του ΦΠΑ, της επίμαχης στην κύρια δίκη πράξεως, δεν αμφισβητείται ότι η
πράξη αυτή πραγματοποιήθηκε «εξ επαχθούς αιτίας». Από τη δικογραφία που έχει
στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η PNC μεταβίβασε στη Starplant, έναντι τιμήματος, κατά τρόπο ενιαίο και συνολικό, όλα τα
δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη δικονομική θέση που αυτή
κατείχε στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη
απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση, απαιτήσεως της οποίας η
πραγματική είσπραξη διασφαλιζόταν με την κατάσχεση και την κατακύρωση στην PNC ενός ακινήτου το οποίο ανήκε στον οφειλέτη.
32 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι
ενιαία παροχή υφίσταται όταν δύο ή περισσότερα στοιχεία ή ενέργειες του
υποκειμένου στον φόρο με αποδέκτη τον πελάτη συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους
ώστε αντικειμενικά να αποτελούν μία αδιάσπαστη οικονομική παροχή, της οποίας ο
κατακερματισμός θα ήταν τεχνητός (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2011, Bog κ.λπ., C-497/09, C‑499/09, C-501/09 και C-502/09, EU:C:2011:135, σκέψη 53, καθώς και της 10ης Νοεμβρίου 2016, Baštová, C-432/15, EU:C:2016:855, σκέψη 70).
33 Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της
δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, τα οποία αναφέρονται στη
σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη στην κύρια
δίκη πράξη δεν είναι δυνατόν να κατακερματισθεί τεχνητώς σε δύο παροχές
συνιστάμενες, αφενός, σε εκχώρηση απαιτήσεως και, αφετέρου, σε εκχώρηση του
δικαιώματος που αφορά την υπεισέλευση σε δικονομική θέση στο πλαίσιο
διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως.
34 Συναφώς, καίτοι προκύπτει, όπως επισήμανε ο γενικός
εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, ότι, μεταξύ των διαφόρων στοιχείων
που συνιστούν την εν λόγω πράξη, το βασικό στοιχείο έγκειται στη μεταβίβαση
ενός ενσώματου αγαθού, ήτοι του ακινήτου το οποίο κατακυρώθηκε στον υποκείμενο
στον φόρο, εντούτοις, η απόφαση περί παραπομπής δεν διευκρινίζει κατά πόσο,
πριν καταστεί οριστική η απόφαση με την οποία διατάχθηκε η κατακύρωση του εν
λόγω ακινήτου, ο υποκείμενος στον φόρο, στον οποίο κατακυρώθηκε το εν λόγω
ακίνητο, είχε τη δυνατότητα να το διαθέσει στην πράξη ως κύριος.
35 Αν συμβαίνει τούτο, η επίμαχη στην κύρια δίκη εκχώρηση, η
οποία, κατά τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις,
πραγματοποιήθηκε μία ημέρα πριν καταστεί οριστική η απόφαση με την οποία
διατάχθηκε η κατακύρωση του εν λόγω ακινήτου, συνίσταται σε μεταβίβαση
ενσώματου αγαθού, ήτοι ενός ακινήτου, από συμβαλλόμενο ο οποίος παρέχει τη
δυνατότητα στον αντισυμβαλλόμενό του να διαθέτει, στην πράξη, το εν λόγω αγαθό
ως κύριος, γεγονός το οποίο συνιστά παράδοση αγαθών (πρβλ. απόφαση της 27ης
Μαρτίου 2019, Mydibel, C-201/18, EU:C:2019:254, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αν
τούτο δεν συμβαίνει, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη συνίσταται στη μεταβίβαση
ενός ενσώματου αγαθού η οποία αφορά δικαιώματα επί ενός ακινήτου και εμπίπτει
στην έννοια της παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 25, στοιχείο αʹ, της
οδηγίας 2006/112. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να προβεί στις αναγκαίες
συναφώς επαληθεύσεις.
36 Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της επίμαχης στην
κύρια δίκη πράξεως, όπως αυτές εκτίθενται στις σκέψεις 31 έως 35 της παρούσας
αποφάσεως, η πράξη αυτή, είτε χαρακτηρισθεί ως παροχή υπηρεσιών είτε ως
παράδοση αγαθών, διαφέρει, ως εκ της φύσεώς της, από την επίμαχη στην υπόθεση
επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2011, GFKL Financial Services (C-93/10, EU:C:2011:700). Πράγματι, η πράξη που
εξετάσθηκε από το Δικαστήριο στην ως άνω απόφαση συνίστατο στην απόκτηση από
έναν επιχειρηματία, με δική του ευθύνη, επισφαλών απαιτήσεων σε τιμή κατώτερη
της ονομαστικής τους αξίας, ως προς την οποία το Δικαστήριο κατέληξε, με τη
σκέψη 26 της εν λόγω αποφάσεως, ότι επιχειρηματίας ο οποίος αγοράζει τέτοιες
απαιτήσεις δεν παρέχει υπηρεσίες έναντι αμοιβής και δεν ασκεί οικονομική
δραστηριότητα εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας όταν η διαφορά
μεταξύ της ονομαστικής αξίας των εν λόγω απαιτήσεων και της τιμής αγοράς τους
αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία των εν λόγω απαιτήσεων κατά τον χρόνο
της εκχωρήσεώς τους. Αντιθέτως, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη συνίσταται στη
μεταβίβαση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, όλων των δικαιωμάτων και των
υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δικονομική θέση την οποία κατέχει υποκείμενος
στον ΦΠΑ στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη
απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση.
37 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη
πράξη υπόκειται σε ΦΠΑ δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ ή γʹ,
της οδηγίας 2006/112.
38 Όσον αφορά το ζήτημα αν η επίμαχη πράξη εμπίπτει στο
πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής που προβλέπεται από το άρθρο 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112, σχετικά με «τη χορήγηση και [με] τη
διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και [με] τη διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται
από αυτόν που τις χορήγησε», παρατηρείται ότι, όπως επισήμαναν με τις
παρατηρήσεις τους η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή και όπως τόνισε ο
γενικός εισαγγελέας στο σημείο 61 των προτάσεών του, τα πραγματικά περιστατικά
της διαφοράς της κύριας δίκης προδήλως δεν αναφέρονται σε «πίστωση» συνιστάμενη
στη διάθεση κεφαλαίου έναντι του οποίου καταβάλλεται η δέουσα αμοιβή υπό μορφή
τόκων ή στην ετεροχρονισμένη καταβολή του τιμήματος για την αγορά αγαθού έναντι
καταβολής τόκων ως δέουσας αμοιβής για την πίστωση αυτή [πρβλ. αποφάσεις της
11ης Ιουλίου 1996, Régie dauphinoise, C-306/94, EU:C:1996:290, σκέψεις 16 έως 19, της 29ης
Απριλίου 2004, EDM, C‑77/01, EU:C:2004:243, σκέψεις 65 έως 70, και της 18ης Οκτωβρίου
2018, Volkswagen Financial Services (UK), C-153/17, EU:C:2018:845, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη
νομολογία]. Πράγματι, από την απόφαση περί παραπομπής ουδόλως προκύπτει ότι η
επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη συνεπάγόταν την υποχρέωση της Starplant να καταβάλει τόκους προς αποπληρωμή πιστώσεως που της
χορηγήθηκε.
39 Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η πράξη αυτή
χαρακτηρισθεί ως παροχή υπηρεσιών από το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια πράξη
δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής του άρθρου 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112.
40 Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η PNC κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του
Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που διαλαμβάνονται στις σκέψεις
33 και 35 της παρούσας αποφάσεως, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη δεν μπορεί,
εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι αφορά «πιστώσεις» και, επομένως, δεν
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112, για τις πράξεις που αφορούν «απαιτήσεις
[…], με εξαίρεση την είσπραξη απαιτήσεων».
41 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν
προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία
προβλέπει για τις πράξεις που αφορούν τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση
πιστώσεων ή τη διαχείριση πιστώσεων δεν έχει εφαρμογή επί πράξεως που
συνίσταται στην εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο μεταβίβαση σε τρίτο, εξ
επαχθούς αιτίας, όλων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη
δικονομική θέση την οποία αυτός κατέχει σε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως
για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και της
οποίας η είσπραξη διασφαλίσθηκε με δικαίωμα επί κατασχεθέντος ακινήτου που
κατακυρώθηκε στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους
διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του
αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών
εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο
Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα)
αποφαίνεται:
Το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας
2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό
σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία
προβλέπει για τις πράξεις που αφορούν τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση
πιστώσεων ή τη διαχείριση πιστώσεων δεν έχει εφαρμογή επί πράξεως που
συνίσταται στην εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο μεταβίβαση σε τρίτο, εξ
επαχθούς αιτίας, όλων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη
δικονομική θέση την οποία αυτός κατέχει σε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως
για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και της
οποίας η είσπραξη διασφαλιζόταν με δικαίωμα επί κατασχεθέντος ακινήτου που
κατακυρώθηκε στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο.
Υπόθεση C-189/18 Δικαίωμα έκπτωσης ΦΠΑ – Άρνηση – Απάτη – Διεξαγωγή αποδείξεων – Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας – Δικαίωμα ακροάσεως – Πρόσβαση στον φάκελο – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος – Αρχή της ισότητας των όπλων – Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως – Ρύθμιση ή πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την επαλήθευση του ασκούμενου από υποκείμενο στον φόρο δικαιώματος έκπτωσης του ΦΠΑ, η φορολογική διοίκηση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις της και τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια προέβη στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών στις οποίες δεν έλαβε μέρος ο ως άνω υποκείμενος στον φόρο
Στην υπόθεση C‑189/18,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του
άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (πρωτοβάθμιο δικαστήριο διοικητικών και
εργατικών διαφορών Βουδαπέστης, Ουγγαρία) με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2018,
η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαρτίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης
Glencore Agriculture
Hungary Kft.
κατά
Nemzeti Adó- és Vámhivatal
Fellebbviteli Igazgatósága,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο
τμήματος, I. Jarukaitis (εισηγητή), E. Juhász, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Bobek
γραμματέας: R. Șereș, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’
ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Μαρτίου 2019,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Glencore Agriculture Hungary Kft., εκπροσωπούμενη από τους Z. Várszegi, D. Kelemen και B. Balog, ügyvédek,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Z. Fehér και G. Koós,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον L. Havas και την J. Jokubauskaitė,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις
προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της
οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το
κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1,
στο εξής: οδηγία ΦΠΑ), της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και του
άρθρου 47 του Χάρτη των
Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς
μεταξύ της Glencore Agriculture Hungary Kft. (στο εξής: Glencore) και της Nemzeti Adó- és Vámhivatal Fellebbviteli Igazgatósága (διεύθυνσης προσφυγών της εθνικής
φορολογικής και τελωνειακής αρχής, Ουγγαρία) (στο εξής: φορολογική αρχή)
σχετικά με δύο αποφάσεις με τις οποίες διατάχθηκε, μεταξύ άλλων, η καταβολή
χρηματικών ποσών για φόρο προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) για τα οικονομικά
έτη 2010 και 2011.
«Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά τον χρόνο κατά τον
οποίο ο προς έκπτωση φόρος γίνεται απαιτητός.»
4 Το άρθρο 168
της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«Στο βαθμό που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται
για τις ανάγκες των φορολογούμενων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο έχει το
δικαίωμα, στο κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιεί τις πράξεις του, να εκπίπτει
από τον οφειλόμενο φόρο τα ακόλουθα ποσά:
α) τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα στο εν λόγω κράτος μέλος
ΦΠΑ για τα αγαθά που του παραδόθηκαν ή πρόκειται να του παραδοθούν και για τις
υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον
υποκείμενο στον φόρο,
[…]».
Το ουγγρικό δίκαιο
5 Το άρθρο 119,
παράγραφος 1, του általános forgalmi adóról szóló 2007. évi CXXVII. törvény (νόμου CXXVII του
2007 περί φόρου προστιθέμενης αξίας, στο εξής: νόμος περί ΦΠΑ) ορίζει τα εξής:
«Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, το δικαίωμα
έκπτωσης από τον φόρο γεννάται τη στιγμή καθορισμού του οφειλόμενου φόρου που
αντιστοιχεί στον φόρο επί των εισροών (άρθρο 120).»
«Στο μέτρο που ο υποκείμενος στον φόρο –ενεργώντας υπό
την ιδιότητά του αυτή– χρησιμοποιεί ή εκμεταλλεύεται με άλλον τρόπο προϊόντα ή
υπηρεσίες για την πραγματοποίηση φορολογούμενων παραδόσεων αγαθών ή παροχών
υπηρεσιών, δικαιούται να εκπίπτει από το ποσό του οφειλόμενου φόρου:
α) τον φόρο που του έχει μετακυλίσει άλλος υποκείμενος στον
φόρο στο πλαίσιο αποκτήσεως αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των
προσώπων ή οργανισμών που υπόκεινται στην καταβολή του απλουστευμένου φόρου
εταιριών
[…]».
7 Το άρθρο 1,
παράγραφος 3a, του adózás rendjéről szóló 2003. évi XCII. törvény (νόμου XCII του
2003 περί κώδικα φορολογικής διαδικασίας, στο εξής: κώδικας φορολογικής
διαδικασίας) προβλέπει τα ακόλουθα:
«Κατά τη διαδικασία ελέγχου των μερών μιας έννομης
σχέσεως (σύμβαση, συναλλαγή) η οποία αποτελεί αντικείμενο φορολογικής
υποχρεώσεως, η φορολογική αρχή οφείλει να χαρακτηρίσει την αυτή έννομη σχέση, η
οποία αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχου και έχει ήδη χαρακτηρισθεί, κατά τον ίδιο
τρόπο για κάθε υποκείμενο στον φόρο, και εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις
διαπιστώσεις που συνήχθησαν επί ενός εκ των μερών της εν λόγω έννομης σχέσεως
σε περίπτωση ελέγχου σε κάθε άλλο μέρος της εν λόγω σχέσεως.»
8 Κατά το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 3, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας, ο
υποκείμενος στον φόρο, όπως και κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλει τον
φόρο βάσει του άρθρου 35, παράγραφοι 2 και 7, δικαιούται να λαμβάνει γνώση των
εγγράφων που αφορούν την επιβολή του φόρου. Δικαιούται να εξετάζει όλα τα
έγγραφα που είναι αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων του ή για την
εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και να αιτείται ή να λαμβάνει αντίγραφο αυτών.
Εντούτοις, ο υποκείμενος στον φόρο δεν δύναται να εξετάζει, μεταξύ άλλων,
απόσπασμα εγγράφου που περιέχει στοιχεία τα οποία αφορούν άλλο πρόσωπο και των
οποίων η γνώση συνιστά παράβαση του φορολογικού απορρήτου.
9 Το άρθρο 97,
παράγραφοι 4 και 5, του κώδικα
αυτού ορίζει τα εξής:
«4. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η φορολογική αρχή οφείλει
να διακριβώσει και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, εκτός
των περιπτώσεων στις οποίες το βάρος της αποδείξεως φέρει, κατά νόμον, ο
φορολογούμενος.
5. Παραδεκτά μέσα αποδείξεως και αποδεικτικά στοιχεία
θεωρούνται ειδικότερα […] τα πορίσματα διαταχθέντων συναφών ελέγχων […].»
10 Κατά το άρθρο 100, παράγραφος 4, του εν λόγω κώδικα:
«Σε περίπτωση που η φορολογική αρχή θεμελιώνει τα
συμπεράσματά της στα αποτελέσματα συναφούς ελέγχου που διενεργήθηκε σε άλλον
υποκείμενο στον φόρο ή σε αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν επ’ ευκαιρία του
ελέγχου αυτού, κοινοποιεί στον υποκείμενο στον φόρο λεπτομερώς το τμήμα του
πρακτικού και της αποφάσεως που τον αφορά, καθώς και τα στοιχεία τις και
αποδείξεις που συνελέγησαν κατά τον συναφή έλεγχο.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Η Glencore είναι εταιρία με έδρα
στην Ουγγαρία, κύρια δραστηριότητα της οποίας αποτελεί το χονδρικό εμπόριο
σιτηρών, ελαιούχων σπόρων και ζωικών τροφών, καθώς και πρώτων υλών.
12 Κατόπιν ελέγχων που αφορούσαν, αφενός, όλους τους φόρους
και τις επιδοτήσεις των οικονομικών ετών 2010 και 2011, με εξαίρεση τον ΦΠΑ του
Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου 2011, και, αφετέρου, τον ΦΠΑ του Οκτωβρίου 2011,
η φορολογική αρχή εξέδωσε δύο αποφάσεις, με την πρώτη εκ των οποίων κλήθηκε,
μεταξύ άλλων, η Glencore να καταβάλει ως ΦΠΑ το
ποσό των 1 951 418 000 ουγγρικών φιορινίων
(HUF) (περίπου 6 000 000 ευρώ), καθώς επίσης
και πρόστιμο και τόκους υπερημερίας, με τη δε δεύτερη υποχρεώθηκε να καταβάλει
συμπληρωματικό ΦΠΑ ύψους 130 171 000 HUF
(περίπου 400 000 ευρώ).
13 Με τις αποφάσεις αυτές, η φορολογική αρχή έκρινε ότι η Glencore είχε παρανόμως προβεί στην έκπτωση του ΦΠΑ, καθόσον
γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι συναλλαγές που είχε πραγματοποιήσει με τους
προμηθευτές της αποτελούσαν μέρος απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ. Στηρίχθηκε σε
διαπιστώσεις στις οποίες προέβη κατόπιν ελέγχου στις εγκαταστάσεις των
προμηθευτών αυτών, θεωρώντας την εν λόγω απάτη ως αποδεδειγμένη πράξη.
14 Μετά την απόρριψη της διοικητικής ένστασης που άσκησε
κατά των δύο αυτών αποφάσεων, η Glencore άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστηρίου διοικητικών και εργατικών
διαφορών Βουδαπέστης, Ουγγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
15 Προς στήριξη της προσφυγής αυτής, η Glencore υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η φορολογική αρχή
προσέβαλε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και τις απαιτήσεις που συνεπάγεται το
δικαίωμα αυτό και παραβίασε, ειδικότερα, την αρχή της ισότητας των όπλων.
Προβάλλει επίσης ότι η φορολογική αρχή παραβίασε διττώς την αρχή του σεβασμού
των δικαιωμάτων άμυνας. Αφενός, μόνον η φορολογική αρχή είχε τη δυνατότητα
πρόσβασης στο σύνολο του φακέλου σχετικά με ποινική διαδικασία έναντι των
προμηθευτών, στην οποία η Glencore δεν ήταν διάδικος και στην οποία δεν μπορούσε, επομένως,
να επικαλεστεί κανένα δικαίωμα, και κατ’ αυτόν τον τρόπο συνελέγησαν και
χρησιμοποιήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της. Αφετέρου, η ίδια αρχή δεν
της παρέσχε πρόσβαση ούτε στον φάκελο σχετικά με τους ελέγχους που
διενεργήθηκαν στους προμηθευτές αυτούς, ειδικότερα δε στα στοιχεία επί των
οποίων στηρίζονται οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη, ούτε στα πρακτικά της
ούτε στις διοικητικές αποφάσεις που εξέδωσε, περιοριζόμενη να της γνωστοποιήσει
μόνο μέρος αυτών, το οποίο επέλεξε σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια.
16 Η φορολογική αρχή υποστηρίζει ότι, μολονότι δεν είναι δυνατόν
να διαθέτει η Glencore τα δικαιώματα που
συνδέονται με την ιδιότητα του μετέχοντος σε φορολογική διαδικασία έναντι άλλου
υποκειμένου στον φόρο, δεν υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον η Glencore μπόρεσε, στο πλαίσιο της διαδικασίας που την αφορούσε,
να εξετάσει τα προερχόμενα από συναφείς διαδικασίες έγγραφα και δηλώσεις που
είχαν περιληφθεί στον φάκελό της και να αμφισβητήσει την αποδεικτική αξία τους
ασκώντας προσφυγή.
17 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το δικαίωμα προς
έκπτωση του ΦΠΑ αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινού συστήματος ΦΠΑ και δεν
μπορεί καταρχήν να αποκλειστεί η άσκησή του εάν πληρούνται οι απαιτούμενες
ουσιαστικές προϋποθέσεις. Η πρακτική, όμως, της φορολογικής αρχής που
εφαρμόστηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε
ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας κατά
την οποία η αρχή αυτή δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις οι οποίες περιλαμβάνονται
στις αποφάσεις που έλαβε κατά το πέρας των διενεργηθέντων στους προμηθευτές του
υποκειμένου στον φόρο ελέγχων και οι οποίες έχουν αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα,
είχε ως αποτέλεσμα τη μη αναγνώριση του ως άνω δικαιώματος προς έκπτωση.
18 Το δικαστήριο αυτό εκθέτει ότι σκοπός του άρθρου 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας είναι
η κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου με την επιβολή της υποχρέωσης συναγωγής των
ίδιων συμπερασμάτων από την ίδια πράξη. Εντούτοις, κατά το αιτούν δικαστήριο,
τίθεται το ζήτημα εάν ο σκοπός αυτός δικαιολογεί πρακτική, όπως η επίμαχη στην
κύρια δίκη, κατά την οποία η φορολογική αρχή απαλλάσσεται από το βάρος
αποδείξεως το οποίο φέρει λαμβάνοντας αυτεπαγγέλτως υπόψη τις διαπιστώσεις που
συνήχθησαν στο πλαίσιο προγενέστερης διαδικασίας, στην οποία ο υποκείμενος στον
φόρο δεν είχε την ιδιότητα του μετέχοντος και δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να
ασκήσει τα συνδεόμενα με την ιδιότητα αυτή δικαιώματα και να λάβει γνώση των
αποφάσεων που ελήφθησαν κατόπιν των εν λόγω διαδικασιών και κατέστησαν
απρόσβλητες μόνο στο πλαίσιο των ελέγχων οι οποίοι διενεργήθηκαν έναντι αυτού.
19 Το εν λόγω δικαστήριο προσθέτει ότι η Glencore έλαβε μερική μόνο γνώση των ως άνω αποφάσεων και
εγγράφων επί των οποίων θεμελιώνονται οι αποφάσεις αυτές, δεδομένου ότι η
φορολογική αρχή απλώς παρέθεσε, στα πρακτικά της, καθεμία από τις διαπιστώσεις
που περιλαμβάνονται στις εν λόγω αποφάσεις, χωρίς να προσκομίσει τις αποφάσεις
αυτές ούτε τα έγγραφα επί των οποίων στηρίζονται.
20 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν μια τέτοια πρακτική
συνάδει με την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και με το
δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, λαμβανομένων υπόψη των ορίων του δικαστικού
ελέγχου που μπορεί αυτό να ασκεί, δεδομένου ότι δεν έχει την εξουσία να
εξετάζει τη νομιμότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται κατόπιν ελέγχων οι οποίοι
αφορούν άλλους υποκειμένους στον φόρο και, ειδικότερα, να εξακριβώνει εάν οι
αποδείξεις στις οποίες στηρίζονται οι αποφάσεις αυτές συνελέγησαν νομίμως.
Παραπέμποντας στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), το αιτούν δικαστήριο ζητεί να
διευκρινιστεί κατά πόσον, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της δίκαιης δίκης,
επιτάσσεται το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης της
φορολογικής αρχής η οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ να διαθέτει την
εξουσία να ελέγχει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που προέρχονται από συναφή
φορολογική διαδικασία συνελέγησαν τηρουμένων των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται
το δίκαιο της Ένωσης και εάν οι ερειδόμενες στα στοιχεία αυτά διαπιστώσεις δεν
προσβάλλουν τα εν λόγω δικαιώματα.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (πρωτοβάθμιο δικαστήριο διοικητικών και
εργατικών διαφορών Βουδαπέστης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του
διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει οι διατάξεις της οδηγίας ΦΠΑ, καθώς και, στον
βαθμό που τις αφορούν, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων της
υπεράσπισης και το άρθρο 47 του [Χάρτη] να
ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους και
εθνική πρακτική, η οποία βασίζεται σε αυτήν, δυνάμει των οποίων οι
διαπιστώσεις, στο πλαίσιο ελέγχου των μερών της έννομης σχέσεως (σύμβαση,
συναλλαγή) που αποτελεί αντικείμενο φορολογικής υποχρεώσεως, στις οποίες
προβαίνει η φορολογική αρχή κατόπιν διαδικασίας που εφαρμόστηκε έναντι ενός εκ
των μερών της εν λόγω έννομης σχέσεως (του εκδότη των τιμολογίων στην κύρια
υπόθεση) και περιλαμβάνουν τον επαναχαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, πρέπει να
λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη φορολογική αρχή σε περίπτωση ελέγχου του
άλλου μέρους της έννομης σχέσεως (του λήπτη των τιμολογίων στην κύρια υπόθεση),
δεδομένου ότι το άλλο μέρος της έννομης σχέσεως δεν διαθέτει κανένα δικαίωμα,
ιδίως τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιότητα του μετέχοντος στη
διαδικασία, στην αρχική διαδικασία ελέγχου;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως του Δικαστηρίου επί
του πρώτου ερωτήματος, αντιτίθενται οι διατάξεις της οδηγίας ΦΠΑ, καθώς και,
στον βαθμό που τις αφορούν, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων της
υπεράσπισης και το άρθρο 47 του [Χάρτη], σε
εθνική πρακτική η οποία επιτρέπει διαδικασία όπως η περιγραφόμενη στο πρώτο
ερώτημα, με συνέπεια το άλλο μέρος της έννομης σχέσεως (ο λήπτης των
τιμολογίων) να μην διαθέτει, στην αρχική διαδικασία ελέγχου, τα δικαιώματα που
σχετίζονται με την ιδιότητα του μετέχοντος στη διαδικασία, και, εξ αυτού του
λόγου, να μην μπορεί περαιτέρω να ασκήσει δικαίωμα προσφυγής στο πλαίσιο
διαδικασίας ελέγχου της οποίας οι διαπιστώσεις πρέπει να λαμβάνονται
αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη φορολογική αρχή για τη διαδικασία ελέγχου αναφορικά
με τη φορολογική υποχρέωση του άλλου μέρους και μπορούν να χρησιμοποιηθούν εις
βάρος του τελευταίου, δεδομένου ότι η φορολογική αρχή δεν θέτει στη διάθεση του
άλλου μέρους τον σχετικό φάκελο του ελέγχου που διενεργήθηκε έναντι του πρώτου
μέρους της έννομης σχέσεως (του εκδότη των τιμολογίων), ιδίως τα στοιχεία που
τεκμηριώνουν τις διαπιστώσεις, τα πρακτικά και τις διοικητικές αποφάσεις, αλλά
του κοινοποιεί μόνον ένα τμήμα, με τη μορφή περίληψης, γνωστοποιώντας κατ’
αυτόν τον τρόπο στο άλλο μέρος το περιεχόμενο του φακέλου μόνον εμμέσως,
επιλέγοντας βάσει κριτηρίων τα οποία έκρινε κατάλληλα και επί των οποίων το
άλλο μέρος δεν μπορεί να ασκήσει κανέναν έλεγχο;
3) Πρέπει οι διατάξεις της οδηγίας ΦΠΑ, καθώς και, στον
βαθμό που τις αφορούν, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων της
υπεράσπισης και το άρθρο 47 του [Χάρτη], να
ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους και
εθνική πρακτική, η οποία βασίζεται σε αυτήν, δυνάμει των οποίων οι
διαπιστώσεις, στο πλαίσιο ελέγχου των μερών της έννομης σχέσεως, που αποτελεί
αντικείμενο φορολογικής υποχρεώσεως, στις οποίες προβαίνει η φορολογική αρχή
κατόπιν διαδικασίας που εφαρμόστηκε έναντι του εκδότη των τιμολογίων και
περιλαμβάνουν τη διαπίστωση ότι ο εν λόγω εκδότης έχει συμμετάσχει σε
ενεργητική φορολογική απάτη, πρέπει να λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη
φορολογική αρχή σε περίπτωση ελέγχου του λήπτη των τιμολογίων, δεδομένου ότι ο
εν λόγω λήπτης δεν διαθέτει, στη διαδικασία ελέγχου που διενεργείται έναντι του
εκδότη, τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιότητα του μετέχοντος στη
διαδικασία και, εξ αυτού του λόγου, δεν μπορεί περαιτέρω να ασκήσει προσφυγή
στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου της οποίας οι διαπιστώσεις πρέπει να
λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη φορολογική αρχή για τη διαδικασία
ελέγχου αναφορικά με τη φορολογική υποχρέωση του λήπτη και μπορούν να
χρησιμοποιηθούν εις βάρος του τελευταίου, και δεδομένου ότι [η φορολογική αρχή]
δεν θέτει στη διάθεση του λήπτη τον σχετικό φάκελο του ελέγχου που διενεργήθηκε
έναντι του εκδότη, ιδίως τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τις διαπιστώσεις, τα
πρακτικά και τις διοικητικές αποφάσεις, αλλά του κοινοποιεί μόνον ένα τμήμα, με
τη μορφή περίληψης, γνωστοποιώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στον λήπτη το
περιεχόμενο του φακέλου μόνον εμμέσως, επιλέγοντας βάσει κριτηρίων τα οποία
έκρινε κατάλληλα και επί των οποίων ο εν λόγω λήπτης δεν μπορεί να ασκήσει
κανέναν έλεγχο;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατόπιν
φορολογικών ελέγχων που διενεργήθηκαν στην Glencore και τους προμηθευτές της, απορρίφθηκε το αίτημά της προς
έκπτωση του ΦΠΑ και της επιβλήθηκαν, κατά συνέπεια, διορθωτικές πράξεις
επιβολής ΦΠΑ. Η φορολογική αρχή στήριξε, μεταξύ άλλων, την απόρριψη αυτή,
σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας, σε
διαπιστώσεις πραγματοποιηθείσες στο πλαίσιο διαδικασιών έναντι των ως άνω
προμηθευτών, στις οποίες η Glencore δεν είχε λάβει, επομένως, μέρος και βάσει των οποίων
εκδόθηκαν αποφάσεις οι οποίες κατέστησαν απρόσβλητες και κατά τις οποίες οι εν
λόγω προμηθευτές είχαν διαπράξει απάτη σχετική με τον ΦΠΑ.
23 Καθόσον η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο
πλαίσιο ποινικής και προγενέστερης διοικητικής διαδικασίας, καθώς και στο
πλαίσιο διοικητικών αποφάσεων που αφορούν τους προμηθευτές της Glencore, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας του, ζήτησε από το αιτούν
δικαστήριο να παράσχει διευκρινίσεις επί της ή των εν λόγω ποινικών διαδικασιών
και να αναφέρει εάν έχουν περατωθεί με αμετάκλητες αποφάσεις ποινικού
δικαστηρίου. Ως απάντηση στο αίτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι
δεν διέθετε πληροφορίες όσον αφορά την περάτωση, με απόφαση επί της ουσίας, των
ποινικών δικών που αφορούσαν τους προμηθευτές της Glencore και κοινοποίησε τέσσερις, απρόσβλητες πλέον, φορολογικές
αποφάσεις που αφορούν ορισμένους από τους προμηθευτές αυτούς.
24 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Glencore και η Ουγγρική Κυβέρνηση διευκρίνισαν ότι, όταν η
φορολογική αρχή εξέτασε τα έγγραφα των διαδικασιών αυτών και εξέδωσε τις δύο
διοικητικές αποφάσεις κατά των οποίων προσέφυγε η Glencore στην υπόθεση της κύριας δίκης, εκκρεμούσαν δύο ακόμη
ποινικές διαδικασίες σχετικά με την επίμαχη απάτη. Οι διαδικασίες αυτές δεν
είχαν ακόμη περατωθεί με επί της ουσίας απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Κατά
συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση δεν εγείρει ζητήματα δεδικασμένου.
25 Υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων αυτών, πρέπει να γίνει
δεκτό ότι, με τα τρία ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού,
το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν η οδηγία ΦΠΑ, η
αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και το άρθρο 47 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι
απαγορεύουν ρύθμιση ή πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την
επαλήθευση του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ που ασκείται από υποκείμενο
στον φόρο, η φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις και
τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια έχει ήδη προβεί στο πλαίσιο
συναφών διοικητικών διαδικασιών διεξαχθεισών κατά των προμηθευτών αυτού του
υποκειμένου στον φόρο, επί των οποίων στηρίζονται αποφάσεις που έχουν καταστεί
απρόσβλητες και με τις οποίες διαπιστώνεται ότι οι προμηθευτές αυτοί τέλεσαν
απάτη σχετική με τον ΦΠΑ.
26 Με βάση τις ενδείξεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η
φορολογική αρχή εκτιμά ότι το γεγονός ότι δεσμεύεται από τις πραγματικές
διαπιστώσεις και τους νομικούς χαρακτηρισμούς που περιλαμβάνονται στις
αποφάσεις αυτές οι οποίες έχουν καταστεί απρόσβλητες την απαλλάσσει από την
υποχρέωση να προσκομίσει εκ νέου αποδείξεις για την απάτη στη δίκη που αφορά
τον υποκείμενο στον φόρο. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται
ιδίως εάν η οδηγία ΦΠΑ και η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
αντιτίθενται σε πρακτική της φορολογικής αρχής η οποία συνίσταται, όπως στην
υπόθεση της κύριας δίκης, στη μη παροχή στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο
πρόσβασης στον φάκελο που αφορά συναφείς διαδικασίες, ειδικότερα δε στο σύνολο
των εγγράφων στα οποία στηρίζονται οι διαπιστώσεις αυτές, στα συνταχθέντα
πρακτικά και στις εκδοθείσες αποφάσεις, και στην έμμεση γνωστοποίηση, υπό μορφή
περίληψης, μέρους μόνον των στοιχείων αυτών τα οποία επέλεξε η ίδια η
φορολογική αρχή με βάση δικά της κριτήρια και επί των οποίων ο υποκείμενος δεν
μπορεί να ασκήσει κανέναν έλεγχο.
27 Συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίστηκε
ότι, προκειμένου να αποδείξει την εμπλοκή της Glencore στην απάτη αυτή, η φορολογική αρχή στηρίχθηκε σε αποδεικτικά
στοιχεία τα οποία συνέλεξε στο πλαίσιο των εκκρεμών ποινικών διαδικασιών, των
διοικητικών διαδικασιών που κινήθηκαν κατά των προμηθευτών της Glencore και της διοικητικής διαδικασίας κατά της ίδιας της Glencore.
28 Το αιτούν δικαστήριο, αφού εξέθεσε, εξάλλου, ότι δεν έχει
την εξουσία να εξετάζει τη νομιμότητα των προγενέστερων αποφάσεων οι οποίες
έχουν εκδοθεί κατόπιν ελέγχων που αφορούν άλλους υποκειμένους στον φόρο και,
ειδικότερα, να ελέγχει εάν οι αποδείξεις επί των οποίων στηρίζονται οι
αποφάσεις αυτές αποκτήθηκαν νομίμως, διερωτάται επίσης, παραπέμποντας στην
απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), κατά πόσον, για την ικανοποίηση
των απαιτήσεων της δίκαιης δίκης, επιτάσσεται να διαθέτει το δικαστήριο που
επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης φορολογικής αρχής εκδίδουσας
διορθωτική πράξη την εξουσία να ελέγχει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που
προέρχονται από συναφή φορολογική διαδικασία συνελέγησαν τηρουμένων των
δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης και εάν οι ερειδόμενες στα
στοιχεία αυτά διαπιστώσεις δεν προσβάλλουν τα εν λόγω δικαιώματα.
29 Στο μέτρο που η Ουγγρική Κυβέρνηση, με τις γραπτές και
προφορικές παρατηρήσεις της, παρέθεσε ερμηνεία των εθνικών διατάξεων και
επεξήγηση των πρακτικών της φορολογικής αρχής, όσον αφορά τη διεξαγωγή των
αποδείξεων, την έκταση της πρόσβασης στον φάκελο και το εύρος του δικαστικού
ελέγχου, διαφορετικές από εκείνες που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο,
υπενθυμίζεται ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του συστήματος
δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, να εξακριβώσει ή
να θέσει υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια της εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου
ερμηνείας του εθνικού δικαίου, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή υπάγεται στην
αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Επίσης, το Δικαστήριο
οφείλει, όταν αποφαίνεται προδικαστικώς επί ερωτημάτων που του υποβάλλει εθνικό
δικαστήριο, να δέχεται την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, όπως αυτή παρατίθεται
από το οικείο δικαστήριο (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia, C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 13 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Ομοίως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο αλλά στο εθνικό
δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν στη
διαφορά και να συναγάγει εξ αυτών τις συνέπειες για την απόφαση που καλείται να
εκδώσει. Επομένως, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ
αυτού και των εθνικών δικαστηρίων, οφείλει να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και
νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως
αυτό προσδιορίζεται στην απόφαση περί παραπομπής (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου
2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Επιπλέον, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται
επί του συμβατού εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης ούτε να ερμηνεύει
εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις (αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 2012, Ascafor και Asidac, C‑484/10, EU:C:2012:113, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 6ης
Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme, C‑203/14, EU:C:2015:664, σκέψη 43). Ωστόσο, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο
αιτούν δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που θα
παράσχουν στο δικαστήριο αυτό τη δυνατότητα να εκτιμήσει την εν λόγω
συμβατότητα προκειμένου να εκδώσει απόφαση στην υπόθεση της οποίας έχει
επιληφθεί (αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 2012, Ascafor και Asidac, C‑484/10, EU:C:2012:113, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 26ης Ιουλίου
2017, Europa Way και Persidera, C‑560/15, EU:C:2017:593, σκέψη 35).
32 Κατόπιν των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, πρέπει να
εξεταστούν διαδοχικά οι απαιτήσεις που απορρέουν από την οδηγία ΦΠΑ, από την
αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και από το άρθρο 47 του Χάρτη όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, την
έκταση της πρόσβασης του υποκειμένου στον φάκελο και το εύρος του δικαστικού
ελέγχου σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης.
Επί της διεξαγωγής των αποδείξεων υπό το πρίσμα της
οδηγίας ΦΠΑ και της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
33 Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα των υποκείμενων στον
φόρο να προβαίνουν σε έκπτωση, από τον οφειλόμενο ΦΠΑ, του ΦΠΑ επί των εισροών
ο οποίος οφείλεται ή καταβλήθηκε για τα αγαθά που απέκτησαν και τις υπηρεσίες
που έλαβαν για τις ανάγκες των φορολογητέων πράξεών τους συνιστά θεμελιώδη αρχή
του καθιερωθέντος από τον νομοθέτη της Ένωσης κοινού συστήματος του ΦΠΑ. Όπως
έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, το δικαίωμα προς έκπτωση το οποίο
προβλέπεται στα άρθρα 167 επ. της οδηγίας ΦΠΑ
αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού του ΦΠΑ και δεν μπορεί, καταρχήν, να
περιορίζεται (αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Bonik, C‑285/11, EU:C:2012:774, σκέψεις 25 και 26, της 19ης Οκτωβρίου 2017, Paper Consult, C‑101/16, EU:C:2017:775, σκέψεις 35 και 36, καθώς και της 21ης Μαρτίου 2018, Volkswagen, C‑533/16, EU:C:2018:204, σκέψεις 37 και 39).
34 Τούτου δοθέντος, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της
φοροαποφυγής και των ενδεχόμενων καταχρηστικών πρακτικών αποτελεί σκοπό τον
οποίο αναγνωρίζει και ενθαρρύνει η οδηγία ΦΠΑ, το δε Δικαστήριο έχει
επανειλημμένως κρίνει ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται τους κανόνες
του δικαίου της Ένωσης δολίως ή καταχρηστικώς. Επομένως, εναπόκειται στις
εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να μην επιτρέπουν την άσκηση του
δικαιώματος προς έκπτωση όταν αποδεικνύεται, βάσει αντικειμενικών στοιχείων,
ότι η επίκληση του δικαιώματος αυτού γίνεται δολίως ή καταχρηστικώς (πρβλ.
αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Bonik, C‑285/11, EU:C:2012:774, σκέψεις 35 έως 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 28ης
Ιουλίου 2016, Astone, C‑332/15, EU:C:2016:614, σκέψη 50).
35 Εφόσον τούτο ισχύει στην περίπτωση που διαπράττει απάτη ο
ίδιος ο υποκείμενος στον φόρο, το αυτό ισχύει και όταν ο υποκείμενος στον φόρο
γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι με την αγορά του συμμετέχει σε πράξη διενεργηθείσα
στο πλαίσιο απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ. Η άσκηση του δικαιώματος προς έκπτωση
από τον υποκείμενο στον φόρο μπορεί να αποκλειστεί μόνον εφόσον αποδεικνύεται,
βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι ο υποκείμενος αυτός, στον οποίο
παρασχέθηκαν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αποτελούν τη βάση για να θεμελιωθεί το
δικαίωμα προς έκπτωση, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι συμμετείχε, με την
αγορά των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, σε πράξη πραγματοποιηθείσα στο
πλαίσιο απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ, την οποία διέπραξε ο πάροχος ή άλλος
επιχειρηματίας σε προηγούμενο ή επόμενο στάδιο της αλυσίδας των παραδόσεων ή
παροχών αυτών (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Bonik, C‑285/11, EU:C:2012:774, σκέψεις 38 έως 40, καθώς και της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Maks Pen, C‑18/13, EU:C:2014:69, σκέψεις 27 και 28).
36 Αφού ο αποκλεισμός του δικαιώματος προς έκπτωση αποτελεί
εξαίρεση από την εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής που συνιστά το δικαίωμα αυτό,
εναπόκειται στις φορολογικές αρχές να αποδείξουν επαρκώς κατά νόμο τα
αντικειμενικά στοιχεία με βάση τα οποία καθίσταται δυνατό να συναχθεί ότι ο
υποκείμενος στον φόρο είχε ή όφειλε να έχει γνώση του ότι η πράξη της οποίας
γίνεται επίκληση προκειμένου να θεμελιωθεί το δικαίωμα προς έκπτωση
πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο τέτοιας απάτης (πρβλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου
2014, Maks Pen, C‑18/13, EU:C:2014:69, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Δεδομένου ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει κανόνες
σχετικούς με τον τρόπο διεξαγωγής των αποδείξεων στον τομέα της απάτης σχετικής
με τον ΦΠΑ, οι φορολογικές αρχές πρέπει να αποδείξουν τα αντικειμενικά αυτά
στοιχεία σύμφωνα με τους κανόνες περί αποδείξεων που προβλέπει το εθνικό
δίκαιο. Ωστόσο, οι εν λόγω κανόνες δεν πρέπει να θίγουν την αποτελεσματικότητα
του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα που διασφαλίζει το
δίκαιο αυτό και ειδικότερα ο Χάρτης (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψεις 65 έως 67).
38 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο, με την απόφαση της
17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), έκρινε, στη σκέψη 68 της απόφασης αυτής, ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν
εμποδίζει μια φορολογική αρχή να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο διοικητικής
διαδικασίας, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικής πρακτικής στον
τομέα του ΦΠΑ, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνελέγησαν στο πλαίσιο μη
ολοκληρωθείσας ακόμη παράλληλης ποινικής διαδικασίας που αφορά τον υποκείμενο
στον φόρο. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, η εκτίμηση αυτή ισχύει και για τη
χρήση, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ,
αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν στο πλαίσιο μη ολοκληρωθεισών ποινικών
διαδικασιών οι οποίες δεν αφορούν τον υποκείμενο στον φόρο ή που συνελέγησαν
στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών, στις οποίες, όπως στην υπόθεση της
κύριας δίκης, δεν έλαβε μέρος ο υποκείμενος στον φόρο.
39 Μεταξύ των δικαιωμάτων που διασφαλίζει το δίκαιο της
Ένωσης περιλαμβάνεται και ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, ο οποίος, κατά
πάγια νομολογία, συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία έχει
εφαρμογή όταν η διοίκηση προτίθεται να εκδώσει βλαπτική πράξη εις βάρος ενός
προσώπου. Βάσει της ως άνω αρχής, οι αποδέκτες αποφάσεων που θίγουν αισθητά τα
συμφέροντά τους πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν λυσιτελώς την
άποψή τους σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να
στηρίξει την απόφασή της. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τις διοικητικές αρχές των
κρατών μελών όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του
δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν η εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης δεν
προβλέπει ρητώς μια τέτοια διατύπωση (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Sopropé, C‑349/07, EU:C:2008:746, σκέψεις 36 έως 38, και της 22ας Οκτωβρίου 2013, Sabou, C‑276/12, EU:C:2013:678, σκέψη 38).
40 Η γενική αυτή αρχή εφαρμόζεται, συνεπώς, υπό περιστάσεις
όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, στις οποίες ένα κράτος μέλος, προκειμένου να
συμμορφωθεί προς την απορρέουσα από το δίκαιο της Ένωσης υποχρέωση να λάβει όλα
τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα τα οποία είναι κατάλληλα να εξασφαλίσουν την
είσπραξη ολοκλήρου του ΦΠΑ που οφείλεται στο έδαφός του και να καταπολεμήσει τη
φοροδιαφυγή, υποβάλλει φορολογούμενο σε διαδικασία φορολογικού ελέγχου (πρβλ.
απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 27).
41 Το δικαίωμα ακροάσεως, καθόσον αποτελεί αναπόσπαστο μέρος
του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα
να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια
διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης δυνάμενης
να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο
κανόνας ότι ο αποδέκτης μιας βλαπτικής απόφασης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να
υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν ληφθεί η απόφαση αυτή έχει ως σκοπό να είναι
η αρμόδια αρχή σε θέση να λάβει λυσιτελώς υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν
επιρροή. Για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία του ενδιαφερομένου, ο
κανόνας αυτός έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, να μπορεί αυτός να διορθώσει
ένα λάθος ή να προβάλει στοιχεία της προσωπικής του κατάστασης που να
συνηγορούν υπέρ του να ληφθεί, να μη ληφθεί ή να έχει το τάδε ή το δείνα
περιεχόμενο η απόφαση (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Το δικαίωμα ακροάσεως συνεπάγεται, επίσης, την υποχρέωση
της διοίκησης να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο
ενδιαφερόμενος, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα συναφή στοιχεία
της οικείας υπόθεσης, αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή της, η δε
υποχρέωση αρκούντως εξειδικευμένης και συγκεκριμένης αιτιολόγησης της απόφασης
ώστε να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους
απόρριψης της αίτησής του αποτελεί, συνεπώς, αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του
σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή
του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα, αλλά μπορεί
να περιέχει περιορισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί
ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει το
επίμαχο μέτρο και δεν αποτελούν, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού,
υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία των διασφαλιζόμενων
κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιωμάτων (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Επιπλέον, η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης
υπόθεσης, ιδίως σε συνάρτηση με τη φύση της επίμαχης απόφασης, το πλαίσιο εντός
του οποίου αυτή εκδόθηκε, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν
το σχετικό θέμα (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι η ασφάλεια δικαίου
περιλαμβάνεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, το
Δικαστήριο έχει, μεταξύ άλλων, διαπιστώσει ότι η μη δυνατότητα προσβολής μιας
διοικητικής απόφασης, λόγω εκπνοής των εύλογων προθεσμιών προσβολής της ή
εξάντλησης των ενδίκων μέσων, συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου και ότι το δίκαιο
της Ένωσης δεν επιβάλλει, καταρχήν, στο διοικητικό όργανο την υποχρέωση να
εξετάσει εκ νέου μια διοικητική απόφαση που κατέστη απρόσβλητη (πρβλ. αποφάσεις
της 13ης Ιανουαρίου 2004, Kühne & Heitz, C‑453/00, EU:C:2004:17, σκέψη 24, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 37, καθώς και της 4ης Οκτωβρίου 2012, Byankov, C‑249/11, EU:C:2012:608, σκέψη 76).
46 Κανόνας όπως αυτός του άρθρου 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας, βάσει
του οποίου, κατά το αιτούν δικαστήριο, η φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις
πραγματικές διαπιστώσεις και τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια
προέβη στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών έναντι των προμηθευτών του
υποκειμένου στον φόρο, στις οποίες αυτός δεν έλαβε μέρος, φαίνεται ότι είναι
ικανός, όπως υποστήριξε η Ουγγρική Κυβέρνηση και επισήμανε ο γενικός
εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών του, να
εγγυηθεί την ασφάλεια δικαίου καθώς και την ισότητα μεταξύ των φορολογουμένων,
καθόσον υποχρεώνει την αρχή αυτή να επιδεικνύει συνέπεια δίδοντας στα ίδια
πραγματικά περιστατικά όμοιους νομικούς χαρακτηρισμούς. Επομένως, το δίκαιο της
Ένωσης δεν απαγορεύει, καταρχήν, την εφαρμογή ενός τέτοιου κανόνα.
47 Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο εάν, δυνάμει του κανόνα
αυτού και λόγω του απρόσβλητου χαρακτήρα των αποφάσεων που λαμβάνονται κατόπιν
των συναφών διοικητικών διαδικασιών, η φορολογική αρχή απαλλάσσεται από την
υποχρέωση να γνωστοποιεί στον υποκείμενο στον φόρο τα αποδεικτικά στοιχεία,
συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από τις διαδικασίες αυτές, βάσει
των οποίων προτίθεται να λάβει απόφαση, και ο εν λόγω υποκείμενος στερείται
κατ’ αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα να αμφισβητήσει λυσιτελώς, κατά τη διάρκεια
της διαδικασίας που τον αφορά, τις ως άνω πραγματικές διαπιστώσεις και νομικούς
χαρακτηρισμούς.
48 Πράγματι, αφενός, μια τέτοια εφαρμογή του εν λόγω κανόνα,
η οποία ισοδυναμεί με την πρόσδοση ισχύος σε μη δυνάμενη να προσβληθεί
διοικητική απόφαση, διαπιστώνουσα την τέλεση απάτης, έναντι υποκειμένου στον
φόρο ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία που κατέληξε στη διαπίστωση αυτή,
αντιτίθεται στην υπομνησθείσα στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης υποχρέωση της φορολογικής αρχής
να αποδεικνύει επαρκώς κατά νόμον τα αντικειμενικά στοιχεία με βάση τα οποία
καθίσταται δυνατό να συναχθεί ότι ο υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να
γνωρίζει ότι η πράξη της οποίας γίνεται επίκληση προκειμένου να θεμελιωθεί το
δικαίωμα προς έκπτωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο απάτης, καθότι η υποχρέωση
αυτή προϋποθέτει ότι η ως άνω διοικητική αρχή προσκομίζει, στη διαδικασία που
αφορά τον υποκείμενο στον φόρο, την απόδειξη της ύπαρξης απάτης ως προς την
οποία του προσάπτεται ότι συμμετείχε παθητικώς.
49 Αφετέρου, στο πλαίσιο διαδικασίας φορολογικού ελέγχου,
όπως αυτή της κύριας δίκης, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί να
δικαιολογήσει έναν τέτοιο περιορισμό των δικαιωμάτων άμυνας, των οποίων το
περιεχόμενο υπομνήσθηκε στις σκέψεις 39 και 41 της παρούσας απόφασης, ο οποίος αποτελεί, σε
σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση θίγουσα την ίδια
την ουσία των δικαιωμάτων αυτών. Πράγματι, στερεί από τον υποκείμενο στον φόρο
στον οποίο πρόκειται να προβληθεί άρνηση άσκησης του δικαιώματος προς έκπτωση
του ΦΠΑ τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει, κατά τη διάρκεια διοικητικής
διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης δυνάμενης να
επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του, λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή
του όσον αφορά τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση προτίθεται να βασιστεί.
Στρεβλώνει τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής να λάβει λυσιτελώς υπόψη όλα τα
στοιχεία που ασκούν επιρροή και τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου να
διορθώσει, ενδεχομένως, κάποιο σφάλμα. Τέλος, απαλλάσσει την αρχή από την
υποχρέωσή της να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο
ενδιαφερόμενος, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα στοιχεία της
οικείας υπόθεσης που ασκούν επιρροή, αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή
της.
50 Κατά συνέπεια, ναι μεν η οδηγία ΦΠΑ και η αρχή του
σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν αντιτίθενται, καταρχήν, σε τέτοιον κανόνα,
αλλά τούτο ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι η εφαρμογή του δεν απαλλάσσει τη
φορολογική αρχή από την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον υποκείμενο στον φόρο τα
αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των προερχόμενων από τις συναφείς
διαδικασίες που κινήθηκαν έναντι των προμηθευτών του, βάσει των οποίων
προτίθεται να λάβει απόφαση, και υπό τη επιφύλαξη ότι ο ως άνω υποκείμενος στον
φόρο δεν στερείται το δικαίωμά του να αμφισβητήσει λυσιτελώς, κατά τη διάρκεια
της διαδικασίας που τον αφορά, τις πραγματικές διαπιστώσεις και τους νομικούς
χαρακτηρισμούς στους οποίους προέβη η αρχή αυτή στο πλαίσιο των συναφών διαδικασιών.
Επί της έκτασης της πρόσβασης στον φάκελοτου υποκειμένουστον φόρουπό το πρίσμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων
άμυνας
51 Η υπομνησθείσα στις σκέψεις 39 και 41 της παρούσας απόφασης απαίτηση να παρέχεται
στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να καθιστά λυσιτελώς γνωστή την άποψή του
σχετικά με τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή
της προϋποθέτει ότι ο αποδέκτης της απόφασης είναι σε θέση να γνωρίζει τα
στοιχεία αυτά (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 31). Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
συνεπάγεται το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου
2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 68).
52 Δεδομένου ότι ο αποδέκτης μιας βλαπτικής απόφασης πρέπει
να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν ληφθεί η απόφαση
αυτή, προκειμένου, ιδίως, να είναι η αρμόδια αρχή σε θέση να λάβει λυσιτελώς
υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία και, ενδεχομένως, να μπορεί ο αποδέκτης αυτός να
διορθώσει ένα σφάλμα και να προβάλει λυσιτελώς στοιχεία σχετικά με την
προσωπική του κατάσταση, η πρόσβαση στον φάκελο πρέπει να επιτρέπεται κατά τη
διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, προσβολή του δικαιώματος
πρόσβασης στον φάκελο η οποία σημειώνεται στο στάδιο της διοικητικής
διαδικασίας δεν θεραπεύεται απλώς και μόνον με το να καταστεί η πρόσβαση δυνατή
κατά την ένδικη διαδικασία επί ενδεχόμενης προσφυγής ακυρώσεως της
αμφισβητούμενης απόφασης (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, Hercules Chemicals κατά
Επιτροπής, C‑51/92 P, EU:C:1999:357, σκέψη 78· της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 318, καθώς και της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 104).
53 Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο πλαίσιο φορολογικής
διοικητικής διαδικασίας όπως αυτή της κύριας δίκης, ο υποκείμενος στον φόρο
πρέπει να έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στο σύνολο των στοιχείων του φακέλου επί
των οποίων η φορολογική αρχή προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της. Επομένως,
όταν η φορολογική αρχή προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της σε αποδεικτικά
στοιχεία τα οποία έχουν ληφθεί, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, στο πλαίσιο
ποινικών και συναφών διοικητικών διαδικασιών που κινήθηκαν κατά των προμηθευτών
του, ο ως άνω υποκείμενος στον φόρο πρέπει να έχει δυνατότητα πρόσβασης στα
στοιχεία αυτά.
54 Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 59 και 60 των προτάσεών του, πρέπει επίσης να παρέχεται
στον υποκείμενο στον φόρο η δυνατότητα πρόσβασης στα έγγραφα τα οποία δεν
χρησιμοποιούνται άμεσα για τη θεμελίωση της απόφασης της φορολογικής αρχής,
αλλά μπορούν να είναι χρήσιμα για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας, ιδίως δε
στα απαλλακτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η αρχή αυτή (πρβλ. απόφαση της 13ης
Σεπτεμβρίου 2018, UBS Europe κ.λπ., C‑358/16, EU:C:2018:715, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Εντούτοις, καθόσον, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης, η αρχή του σεβασμού των
δικαιωμάτων άμυνας δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα, αλλά μπορεί να περιέχει
περιορισμούς, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας φορολογικού ελέγχου,
τέτοιοι περιορισμοί προβλεπόμενοι από την εθνική νομοθεσία μπορούν ειδικότερα
να αποσκοπούν στην προστασία των απαιτήσεων περί εμπιστευτικότητας ή
επαγγελματικού απορρήτου (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 36), καθώς και, όπως επισήμανε η Ουγγρική Κυβέρνηση, στην
προστασία της ιδιωτικής ζωής τρίτων προσώπων, των δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα και της αποτελεσματικότητας της επιβολής του νόμου, σκοπούς τους
οποίους ενδέχεται να θίξει η πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες και έγγραφα.
56 Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο
διοικητικής διαδικασίας όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν επιβάλλει επομένως στη
φορολογική αρχή γενική υποχρέωση να παρέχει πλήρη πρόσβαση στον φάκελο που έχει
στη διάθεσή της, αλλά απαιτεί να έχει ο υποκείμενος στον φόρο τη δυνατότητα να
του γνωστοποιηθούν, κατόπιν αιτήματός του, τα στοιχεία και τα έγγραφα που
περιέχονται στον διοικητικό φάκελο και τα οποία έλαβε υπόψη η ως άνω αρχή
προκειμένου να εκδώσει την απόφασή της, εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος
δικαιολογούν τον περιορισμό της πρόσβασης στα εν λόγω στοιχεία και έγγραφα
(πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψεις 32 και 39). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως επισήμανε
ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών του, εναπόκειται στη φορολογική αρχή να
εξετάσει εάν είναι δυνατή η μερική πρόσβαση.
57 Επομένως, όταν η φορολογική αρχή προτίθεται να στηρίξει
την απόφασή της σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν, όπως στην υπόθεση
της κύριας δίκης, στο πλαίσιο ποινικών και συναφών διοικητικών διαδικασιών που
κινήθηκαν κατά των προμηθευτών του υποκειμένου στον φόρο, η αρχή του σεβασμού
των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει να μπορεί ο υποκείμενος αυτός να έχει
πρόσβαση, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που τον αφορά, στο σύνολο των εν
λόγω στοιχείων και στα στοιχεία εκείνα που μπορεί να είναι χρήσιμα για την
άμυνά του, εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος δικαιολογούν τον περιορισμό της
πρόσβασης αυτής.
58 Δεν ανταποκρίνεται στην ως άνω απαίτηση πρακτική της
φορολογικής αρχής που συνίσταται στη μη παροχή στον ενδιαφερόμενο υποκείμενο
στον φόρο πρόσβασης στα στοιχεία αυτά, ειδικότερα δε στα έγγραφα επί των οποίων
στηρίζονται οι διαπιστώσεις της αρχής, στα συνταχθέντα πρακτικά και στις
αποφάσεις που εκδόθηκαν κατόπιν συναφών διοικητικών διαδικασιών, και στην
έμμεση γνωστοποίηση, υπό μορφή περίληψης, μέρους μόνον των στοιχείων αυτών τα
οποία επέλεξε η ίδια η φορολογική αρχή με βάση δικά της κριτήρια και επί των
οποίων ο υποκείμενος δεν μπορεί να ασκήσει κανέναν έλεγχο.
Επί του εύρους του δικαστικού ελέγχου υπό το πρίσμα τουάρθρου47του Χάρτη
59 Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί
κατά πόσον, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της δίκαιης δίκης, επιτάσσεται
το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης της φορολογικής αρχής η
οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ να διαθέτει την εξουσία να ελέγχει
εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που προέρχονται από συναφή φορολογική διαδικασία
συνελέγησαν τηρουμένων των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης
και εάν οι ερειδόμενες στα στοιχεία αυτά διαπιστώσεις δεν προσβάλλουν τα εν
λόγω δικαιώματα, υπενθυμίζεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον
Χάρτη εφαρμόζονται σε μια τέτοια περίπτωση, όταν η διορθωτική πράξη επιβολής
ΦΠΑ κατόπιν διαπίστωσης απάτης, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της
διαφοράς της κύριας δίκης, συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την
έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013,
Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 19 και 27, καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 67).
60 Δυνάμει του άρθρου 47 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο του οποίου προσβλήθηκαν τα
δικαιώματα και παραβιάστηκαν οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της
Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των
προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα,
μεταξύ άλλων, να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια.
61 Η αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποτελεί
αναπόσπαστο μέρος της κατοχυρούμενης στο άρθρο 47 του Χάρτη αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής
προστασίας των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης,
καθόσον αποτελεί επακόλουθο, όπως μεταξύ άλλων η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως,
της ίδιας της έννοιας της δίκαιης δίκης, συνεπάγεται την υποχρέωση να παρέχεται
σε καθέναν από τους διαδίκους η εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του,
συμπεριλαμβανομένων των αποδεικτικών του στοιχείων, υπό συνθήκες που δεν τον
περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου (πρβλ. αποφάσεις της
17ης Ιουλίου 2014, Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 49, και της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund, C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Σκοπός της αρχής αυτής είναι η διασφάλιση της δικονομικής
ισορροπίας μεταξύ των διαδίκων στην ένδικη διαδικασία, ώστε να εξασφαλίζεται η
ισότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαδίκων αυτών όσον αφορά,
μεταξύ άλλων, τους κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την κατ’
αντιμωλίαν διαδικασία ενώπιον του δικαστή, καθώς και τα δικαιώματα άσκησης
ένδικων βοηθημάτων από τους εν λόγω διαδίκους (απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ., C‑543/14, EU:C:2016:605, σκέψη 41). Για να τηρηθούν οι σχετικές με το δικαίωμα για
δίκαιη δίκη επιταγές, πρέπει οι διάδικοι να γνωρίζουν και να μπορούν να
συζητήσουν κατ’ αντιμωλίαν τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά στοιχεία που
έχουν αποφασιστική σημασία για την έκβαση της διαδικασίας (απόφαση της 2ας
Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C‑89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψη 56).
63 Με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), στην οποία παραπέμπει το αιτούν
δικαστήριο, το Δικαστήριο, όσον αφορά, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η
απόφαση αυτή, αποδείξεις συλλεγείσες στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας η οποία
δεν είχε ακόμη περατωθεί, εν αγνοία του υποκειμένου στον φόρο, μέσω
παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών και κατάσχεσης ηλεκτρονικών μηνυμάτων ικανών να
αποτελέσουν παράβαση του άρθρου 7 του
Χάρτη, και μέσω της χρήσης τους στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, επισήμανε,
στη σκέψη 87 της απόφασης αυτής,
ότι η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου τον οποίο εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη απαιτεί το δικαστήριο που προβαίνει στον
έλεγχο νομιμότητας απόφασης η οποία συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να
μπορεί να εξακριβώσει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η
απόφαση αυτή συνελέγησαν και χρησιμοποιήθηκαν κατά τρόπο ο οποίος παραβιάζει τα
δικαιώματα που διασφαλίζει το εν λόγω δίκαιο και, ειδικότερα, ο Χάρτης.
64 Το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 88 της εν λόγω απόφασης, ότι η απαίτηση αυτή
ικανοποιείται εάν το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης
της φορολογικής αρχής η οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ έχει την
εξουσία να ελέγξει αν τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η εν
λόγω απόφαση, συνελέγησαν στο πλαίσιο της ως άνω ποινικής διαδικασίας
τηρουμένων των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης ή εάν μπορεί
τουλάχιστον να βεβαιωθεί, βάσει ελέγχου που έχει ήδη ασκήσει ποινικό δικαστήριο
στο πλαίσιο διαδικασίας με δυνατότητα προβολής της άποψης του ενδιαφερομένου,
ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία συνελέγησαν σύμφωνα με το δίκαιο αυτό.
65 Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου την οποία
εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη επιβάλλει,
ομοίως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης της φορολογικής
αρχής η οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ να έχει την εξουσία να
ελέγξει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που συνελέγησαν στο πλαίσιο συναφούς
διοικητικής διαδικασίας, στην οποία δεν συμμετείχε ο υποκείμενος στον φόρο, και
τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να θεμελιώσει την απόφαση αυτή δεν
χρησιμοποιήθηκαν κατά προσβολή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το δίκαιο της
Ένωσης και, ειδικότερα, ο Χάρτης. Το ίδιο ισχύει όταν, όπως στην υπόθεση της
κύριας δίκης, τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία θεμελίωσαν τις διοικητικές
αποφάσεις που ελήφθησαν έναντι άλλων υποκειμένων στον φόρο και έχουν καταστεί
απρόσβλητες.
66 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, όπως υπενθύμισε ο γενικός
εισαγγελέας στο σημείο 74 των προτάσεών του, οι
δηλώσεις και οι διαπιστώσεις των διοικητικών αρχών δεν μπορούν να δεσμεύουν τα
δικαστήρια.
67 Γενικότερα, το δικαστήριο αυτό πρέπει να έχει τη
δυνατότητα να εξακριβώσει, στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, τη
νομιμότητα της λήψης και της χρήσης των αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν
κατά τη διάρκεια συναφών διοικητικών διαδικασιών εις βάρος άλλων υποκειμένων
στον φόρο, καθώς και των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις εκδιδόμενες
κατόπιν των διαδικασιών αυτών διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες είναι
αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της προσφυγής. Πράγματι, θα παραβιαζόταν
η ισότητα των όπλων και δεν θα τηρούνταν η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως εάν η
φορολογική αρχή, για τον λόγο ότι δεσμεύεται από τις αποφάσεις που ελήφθησαν
έναντι άλλων υποκειμένων στον φόρο και έχουν καταστεί απρόσβλητες, δεν
υποχρεούνταν να προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία ενώπιον του ως άνω
δικαστηρίου, εάν ο υποκείμενος στον φόρο δεν μπορούσε να λάβει γνώση των
στοιχείων αυτών, εάν οι διάδικοι δεν μπορούσαν να συζητήσουν κατ’ αντιμωλίαν
τόσο επί των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων όσο και επί των διαπιστώσεων αυτών
και εάν το εν λόγω δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει όλα τα πραγματικά
και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι ως άνω αποφάσεις και τα οποία
έχουν αποφασιστική σημασία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
68 Εάν το εν λόγω δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να προβεί
στην εξακρίβωση αυτή και εάν, ως εκ τούτου, το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής
δεν είναι αποτελεσματικό, οι αποδείξεις που συνελέγησαν σε συναφείς διοικητικές
διαδικασίες και οι διαπιστώσεις στο πλαίσιο διοικητικών αποφάσεων που ελήφθησαν
έναντι άλλων υποκειμένων στον φόρο κατόπιν των διαδικασιών αυτών πρέπει να μη
ληφθούν υπόψη, η δε προσβαλλόμενη απόφαση η οποία στηρίζεται σε αυτά τα
αποδεικτικά στοιχεία και διαπιστώσεις πρέπει να ακυρωθεί εάν, για τον λόγο
αυτόν, στερείται ερείσματος (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 89).
69 Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα
ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία ΦΠΑ, η αρχή του σεβασμού των
δικαιωμάτων άμυνας και το άρθρο 47
του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται, καταρχήν,
σε ρύθμιση ή σε πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την επαλήθευση
του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ που ασκείται από υποκείμενο στον φόρο, η
φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις και τους νομικούς
χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια έχει ήδη προβεί στο πλαίσιο συναφών
διοικητικών διαδικασιών διεξαχθεισών κατά των προμηθευτών αυτού του υποκειμένου
στον φόρο, επί των οποίων στηρίζονται αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί
απρόσβλητες και με τις οποίες διαπιστώνεται ότι οι προμηθευτές αυτοί τέλεσαν
απάτη σχετική με τον ΦΠΑ, υπό την επιφύλαξη, πρώτον, ότι η ρύθμιση ή η πρακτική
αυτή δεν απαλλάσσει την εν λόγω φορολογική αρχή από την υποχρέωση να
γνωστοποιήσει στον υποκείμενο στον φόρο τα αποδεικτικά στοιχεία,
συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από τις συναφείς διοικητικές
διαδικασίες βάσει των οποίων προτίθεται να λάβει απόφαση, και ότι ο ως άνω
υποκείμενος στον φόρο δεν στερείται το δικαίωμά του να αμφισβητήσει λυσιτελώς,
κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που τον αφορά, αυτές τις πραγματικές
διαπιστώσεις και νομικούς χαρακτηρισμούς, δεύτερον, ότι ο εν λόγω υποκείμενος
μπορεί να έχει πρόσβαση κατά τη διαδικασία αυτή στο σύνολο των στοιχείων που
συνελέγησαν στο πλαίσιο των ως άνω συναφών διοικητικών διαδικασιών ή οιασδήποτε
άλλης διαδικασίας, επί των οποίων η εν λόγω αρχή προτίθεται να στηρίξει την απόφασή
της και τα οποία μπορεί να είναι χρήσιμα για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας,
εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος δικαιολογούν τον περιορισμό της πρόσβασης
αυτής, και, τρίτον, ότι δικαστήριο επιληφθέν προσφυγής κατά της εν λόγω
απόφασης μπορεί να εξακριβώσει τη νομιμότητα της λήψης και της χρήσης των
στοιχείων αυτών καθώς και των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις εκδοθείσες
έναντι των εν λόγω προμηθευτών διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες είναι
καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της προσφυγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους
διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του
αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών
εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο
Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα)
αποφαίνεται:
Η οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου
2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, η αρχή του
σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και το άρθρο47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται, καταρχήν, σε
ρύθμιση ή σε πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την επαλήθευση του
δικαιώματος προς έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που ασκείται από
υποκείμενο στον φόρο, η φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις πραγματικές
διαπιστώσεις και τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια έχει ήδη
προβεί στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών διεξαχθεισών κατά των
προμηθευτών αυτού του υποκειμένου στον φόρο, επί των οποίων στηρίζονται
αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί απρόσβλητες και με τις οποίες διαπιστώνεται
ότι οι προμηθευτές αυτοί τέλεσαν απάτη σχετική με τον ΦΠΑ, υπό την επιφύλαξη,
πρώτον, ότι η εν λόγω ρύθμιση ή πρακτική δεν απαλλάσσει τη φορολογική αρχή από
την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον υποκείμενο στον φόρο τα αποδεικτικά
στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των προερχόμενων από τις συναφείς διοικητικές
διαδικασίες, βάσει των οποίων προτίθεται να λάβει απόφαση και ότι ο ως άνω
υποκείμενος στον φόρο δεν στερείται το δικαίωμά του να αμφισβητήσει λυσιτελώς,
κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που τον αφορά, αυτές τις πραγματικές
διαπιστώσεις και νομικούς χαρακτηρισμούς, δεύτερον, ότι ο εν λόγω υποκείμενος
μπορεί να έχει πρόσβαση κατά τη διαδικασία αυτή στο σύνολο των στοιχείων που
συνελέγησαν στο πλαίσιο των ως άνω συναφών διοικητικών διαδικασιών ή οιασδήποτε
άλλης διαδικασίας, επί των οποίων η εν λόγω αρχή προτίθεται να στηρίξει την
απόφασή της και τα οποία μπορεί να είναι χρήσιμα για την άσκηση των δικαιωμάτων
άμυνας, εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος δικαιολογούν τον περιορισμό της
πρόσβασης αυτής, και, τρίτον, ότι δικαστήριο επιληφθέν προσφυγής κατά της εν
λόγω απόφασης μπορεί να εξακριβώσει τη νομιμότητα της λήψης και της χρήσης των
στοιχείων αυτών καθώς και των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις εκδοθείσες
έναντι των εν λόγω προμηθευτών διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες είναι
καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της προσφυγής.
ΔΕΔ 2621/2019 Rebate – Δεν προβλέπεται έκδοση πιστωτικού πριν την έκδοση της απόφασης Α. 1035/2019
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Έχοντας υπ’ όψη:
1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
β. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036990 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή
της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής
Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε).»
γ. Της ΠΟΛ 1064/12.04.2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων
Εσόδων.
2. Την ΠΟΛ 1069/4-3-2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του
Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την υπ’ αριθμ. ΔΕΔ 1126366 ΕΞ
2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759/ τ. Β’/ 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου
της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
4. Την με ημερομηνία κατάθεσης 18/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή
προσφυγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία
« », ΑΦΜ , που εδρεύει στο , οδός , κατά της τεκμαιρόμενης αρνητικής απάντησης
του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών επί της με αρ. πρωτ /2018 επιφυλάξεως
του άρθρου 20 του ν. 4174/2013 που υπεβλήθη από την προσφεύγουσα, συνημμένη στην με
αριθμό καταχώρισης TAXISNET και ημερομηνία
20.12.2018 δήλωση Φ.Π.Α. για τη φορολογική περίοδο μηνός Νοεμβρίου έτους 2018
και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.
5. Τις απόψεις της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών.
6. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α 1 όπως αποτυπώνεται στο
σχέδιο της απόφασης.
Επί της με ημερομηνία κατάθεσης 18/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου
ενδικοφανούς προσφυγής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « », η οποία
κατατέθηκε εμπρόθεσμα και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των
υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της
ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Μετά την πάροδο απράκτου τριμήνου απορρίφθηκε σιωπηρά από τον Προϊστάμενο της
Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ η με αριθμ. πρωτ /2018 επιφύλαξη της ως άνω προσφεύγουσας
εταιρείας που υπεβλήθη συνημμένη με την με αριθμό καταχώρισης TAXISNET και ημερομηνία 20.12.2018 Δήλωση Φόρου Προστιθέμενης
Αξίας μηνός Νοεμβρίου 2018 Συγκεκριμένα η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε στις
20/12/2018 δήλωση Φ.Π.Α. της φορολογικής περιόδου 01/11- 30/11/2018, με την
ένδειξη «Με επιφύλαξη», λαμβάνοντας αριθμό καταχώρησης Taxisnet
Εν συνεχεία την ίδια μέρα υπέβαλε ενώπιον της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ, την σχετική
δήλωση επιφύλαξης σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν.4174/2013 με αριθμ. πρωτ /2018 καθόσον έκρινε ότι το ποσό του φόρου
εκροών που αντιστοιχεί στην υποχρεωτικώς χορηγηθείσα έκπτωση (rebate) προς τα συνεργαζόμενα Νοσοκομεία, με βάση τις διατάξεις
τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού δικαίου σχετικά με τη μείωση της βάσης
επιβολής του Φ.Π.Α. σε περίπτωση χορήγησης εκπτώσεων μετά την πραγματοποίηση
των φορολογητέων πράξεων, δεν θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη φορολογητέα
αξία για σκοπούς επιβολής Φ.Π.Α. και, ως εκ τούτου, το ποσό φόρου εκροών
182.405,12 Ευρώ με το οποίο έχει επιβαρυνθεί λόγω της υποχρεωτικώς χορηγηθείσας
έκπτωσης και το οποίο έχει ήδη αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω των αρχικών
εμπρόθεσμων περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. που υπέβαλε κατά την φορολογική περίοδο
έκδοσης των οικείων τιμολογίων πώλησης και παράδοσης φαρμακευτικών προϊόντων
στα Νοσοκομεία, θα πρέπει να αχθεί σε αντίστοιχη μείωση της φορολογικής οφειλής
της κατά το χρόνο χορήγησης της έκπτωσης, η οποία αποδεικνύεται νομίμως και προσηκόντως
δια της εκδόσεως των σχετικών πιστωτικών τιμολογίων.
Η προσφεύγουσα εταιρεία με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά να γίνει
δεκτή η εν λόγω προσφυγή, να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη του Προϊσταμένου της
Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ και να της επιστραφεί εντόκως το ποσό ΦΠΑ των 182.405,12
ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, προβάλλοντας τους παρακάτω ισχυρισμούς:
Μη νόμιμη η σιωπηρή απόρριψη της επιφύλαξης και, συνακόλουθα, εσφαλμένη και μη
νόμιμη η άρνηση της Φορολογικής Διοίκησης να αναγνωρίσει το δικαίωμα της
εταιρείας για μείωση της βάσης επιβολής του Φ.Π.Α. λόγω χορήγησης υποχρεωτικής
εκ του νόμου έκπτωσης (rebate) στα Νοσοκομεία.
Βάσει των διατάξεων του άρθρου 35 του ν. 3918/2011, όπως ισχύουν
από 1.01.2017 κατόπιν αντικατάστασής τους με την παρ. 1 του άρθρου 87 του ν. 4472/2017, η εταιρεία,
υπό την ιδιότητά της ως κατόχου αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων του
στην Ελλάδα, υποχρεούται ανά τρίμηνο σε επιστροφή ενός ενιαίου ποσού (γνωστού
ως ενοποιημένου rebate), μεταξύ άλλων και προς
τα Νοσοκομεία, με τη μορφή έκπτωσης επί της τιμής παραγωγού. Σύμφωνα με τις ως
άνω διατάξεις και επί τη βάσει σχετικών επιστολών-γνωστοποιήσεων απόδοσης
οφειλόμενων ποσών rebate που η εταιρεία έλαβε
από τα Νοσοκομεία με τα οποία είχε συνεργασθεί εντός του έτους 2017,
υποχρεώθηκε να χορηγήσει σε αυτά επιστροφή επί των συνολικών πωλήσεων
φαρμακευτικών προϊόντων έτους 2017 διά εκδόσεως πιστωτικών τιμολογίων. Προς
τούτο, εξέδωσε τον μήνα Νοέμβριο έτους 2018 ενενήντα εννέα (99) πιστωτικά
τιμολόγια τα οποία αφορούν συνολικό ποσό επιστροφής rebate ύψους 3.227.393,42 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.
Η αξία των εκροών βάσει των ως άνω πιστωτικών τιμολογίων ανέρχεται σε ποσό
3.044.988,30 Ευρώ, ενώ ο φόρος εκροών που αναλογεί σε αυτήν (υπολογιζόμενος με
εσωτερική υφαίρεση με συντελεστές 6% και 4%) ανέρχεται σε 182.405,12 Ευρώ.
Κατά την υποβολή της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου μηνός
Νοεμβρίου 2018 η εταιρεία δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω πιστωτικά τιμολόγια και, ως
εκ τούτου, δε μείωσε το σύνολο των φορολογητέων εκροών (κωδ. 307) της εν λόγω
δήλωσης κατά το ως άνω ποσό 3.044.988,30 Ευρώ ούτε το ποσό του φόρου εκροών
(κωδ. 337) κατά το ποσό 182.405,12 Ευρώ. Από την εν λόγω δήλωση προέκυψε
χρεωστικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. ποσού 1.157.184,58 Ευρώ, το οποίο αποδόθηκε στη
Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών διαδοχικά δια συμψηφισμού με απαιτήσεις της. Ωστόσο, επειδή η
εταιρεία διατηρούσε παράλληλα αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα του εν λόγω
χειρισμού, υπέβαλε ταυτόχρονα την με αρ. πρωτ /2018 ρητή, ειδική και
αιτιολογημένη επιφύλαξη του άρθρου 20 Κ.Φ.Δ., με την οποία επικαλέσθηκε ότι το
ποσό του φόρου εκροών που αντιστοιχεί στην υποχρεωτικώς χορηγηθείσα έκπτωση (rebate) προς τα συνεργαζόμενα Νοσοκομεία, με βάση τις διατάξεις
τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού δικαίου σχετικά με τη μείωση της βάσης
επιβολής του Φ.Π.Α. σε περίπτωση χορήγησης εκπτώσεων μετά την πραγματοποίηση
των φορολογητέων πράξεων, δεν θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη φορολογητέα
αξία για σκοπούς επιβολής Φ.Π.Α. και, ως εκ τούτου, το ποσό φόρου εκροών
182.405,12 Ευρώ με το οποίο έχει επιβαρυνθεί λόγω της υποχρεωτικώς χορηγηθείσας
έκπτωσης και το οποίο έχει ήδη αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω των αρχικών
εμπρόθεσμων περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. που υπέβαλε κατά την φορολογική περίοδο
έκδοσης των οικείων τιμολογίων πώλησης και παράδοσης φαρμακευτικών προϊόντων
στα Νοσοκομεία, θα πρέπει να αχθεί σε αντίστοιχη μείωση της φορολογικής οφειλής
της κατά το χρόνο χορήγησης της έκπτωσης, η οποία αποδεικνύεται νομίμως και
προσηκόντως δια της εκδόσεως των σχετικών πιστωτικών τιμολογίων.
Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών παρέλειψε να απαντήσει στην επιφύλαξη
εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της
φορολογικής δήλωσης με επιφύλαξη (άρθρο 20 παρ. 1 Κ.Φ.Δ.).
Η Φορολογική Διοίκηση, δια της υπ’ αριθμ. 1035/2019 (ΦΕΚ Β’ 235/5.02.2019) Απόφασης του Διοικητή της
Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με την οποία τροποποιήθηκε η προγενέστερη
Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ 1115/2016 που είχε εκδοθεί αρχικά μόνο εν σχέσει με την φορολογική
αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών (clawback) βάσει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 4052/2012 ανακαλώντας κατ’ ουσίαν την παλαιότερη θέση της (ΠΟΛ 1078/2012) κατά την
οποία τα ποσά αυτά επιστροφής συνιστούν «εισφορά» των φαρμακευτικών εταιρειών
υπέρ των ΦΚΑ και άρα βρίσκονται εκτός πεδίου Φ.Π.Α., αναγνώρισε ρητά το
δικαίωμα μείωσης της φορολογητέας αξίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19
παρ. 5 περ. α’ του Κώδικα Φ.Π.Α., στα ποσά των υποχρεωτικών
εκπτώσεων-επιστροφών που χορηγούν οι ΚΑΚ φαρμακευτικών προϊόντων δυνάμει του άρθρου 35παρ. 3 του ν. 3918/2011, όπως οι
επίμαχες. Διευκρίνισε δε ότι προς τούτο προβλέπεται η έκδοση πιστωτικού
τιμολογίου σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 8 των ΕΛΠ, το οποίο εκδίδεται μέχρι
την 15η ημέρα του επόμενου μήνα από το χρόνο που γεννάται η υποχρέωση χορήγησης
της έκπτωσης. Λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την παρεμπίπτουσα κρίση του Συμβουλίου
της Επικρατείας στις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 3447-3450/2015 και 1282/2017, η οποία
μάλιστα προσφάτως υιοθετήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση και εκφράσθηκε στην
υπ’ αριθμ. 1035/2019 (ΦΕΚ Β’ 235/5.02.2019) Απόφαση του Διοικητή της
Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, συνάγεται εύλογα ότι ο περιορισμός των
χρηματικών απαιτήσεων που διατηρούν οι ΚΑΚ φαρμακευτικών προϊόντων έναντι των
Νοσοκομείων, ο οποίος επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει,
και ο οποίος δεν εδράζεται στη βούληση των ΚΑΚ, αλλά επιβάλλεται μονομερώς με
διατάξεις διοικητικού δικαίου, ισοδυναμεί με υποχρεωτική εκ του νόμου
χορηγούμενη έκπτωση από τους ΚΑΚ προς τα Νοσοκομεία, καθώς, όπως είναι προφανές
στην υπό κρίση περίπτωση, η εταιρεία δεν μπορούσε να διαθέσει κατά το δοκούν το
σύνολο του τιμήματος που εισέπραξε κατά την πώληση των προϊόντων της στα Νοσοκομεία.
Η άρνηση της φορολογικής αρχής να κάνει δεκτή την επιφύλαξη και, ως εκ τούτου,
την μείωση της φορολογητέας αξίας στην υπό κρίση περίπτωση προσκρούει ευθέως
στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 5 περ. α’ του Κώδικα Φ.Π.Α. και του
άρθρου 90 παρ. 1 της Οδηγίας Φ.Π.Α., ενώ παραβιάζει και την θεμελιώδη αρχή της
ουδετερότητας του φόρου που διέπει το κοινό σύστημα Φ.Π.Α. Περαιτέρω δε,
έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσφάτως εκφρασθείσα στην υπ’ αριθμ. 1035/2019 Απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων
Εσόδων θετική θέση της Διοίκησης σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του
άρθρου 19 παρ. 5 περ. α’ του Κώδικα Φ.Π.Α., στην περίπτωση των υποχρεωτικών
εκπτώσεων-επιστροφών (rebate) που χορηγούν οι ΚΑΚ
φαρμακευτικών προϊόντων δυνάμει του άρθρου 35παρ. 3 του ν. 3918/2011.
Επειδή στο άρθρο 35 του ν.3918/2011 ορίζεται: «1. α) Για κάθε φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που
συνταγογραφείται από ιατρό και το τίμημα του οποίου καλύπτεται από τους Φορείς
Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Περίθαλψης
Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.) και του Οίκου Ναύτου, θεσπίζεται «τιμή
κοινωνικής ασφάλισης» (εφεξής Τ.Κ.Α.) η οποία συνίσταται στην τιμή παραγωγού ή
εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται από τις αγορανομικές διατάξεις μειωμένη κατά 4%.
Οι Φ.Κ.Α. καλύπτουν τη δαπάνη χορήγησης των συνταγογραφούμενων φαρμάκων μέχρι
του ποσού της λιανικής τιμής μειωμένης κατά το ποσό της συμμετοχής του
ασφαλισμένου και της προκύπτουσας διαφοράς μεταξύ της τιμής παραγωγού ή
εισαγωγέα και της Τ.Κ.Α.. Η δαπάνη που αφορά το παρακρατούμενο 4% βαρύνει
αποκλειστικά τη φαρμακοβιομηχανία ή τους κατόχους της άδειας κυκλοφορίας των
φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και θεωρείται «επιστροφή» (rebate) των φαρμακευτικών εταιριών και των κατόχων άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φ.Κ.Α..
β) Το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε εταιρεία ή
κάτοχος άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προκύπτει από τα στοιχεία
των συνολικών πωλήσεών της, αφού αφαιρεθούν οι απευθείας εξαγωγές, οι πωλήσεις
προς τα νοσοκομεία και οι παράλληλες εξαγωγές σύμφωνα με τα στοιχεία του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ). Για τον υπολογισμό του ποσού λαμβάνεται
υπόψη η σχέση δημόσιας προς ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη, ήτοι 65%-35%.
γ) Το προηγούμενο εδάφιο β’ του παρόντος άρθρου δεν
ισχύει για τις περιπτώσεις όπου ο εκάστοτε Φ.Κ.Α. έχει ενταχθεί στο Σύστημα
Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης (εφεξής Σ.Η.Σ.) μέχρι την πλήρη εφαρμογή του
τελευταίου ή διαθέτει άλλο ηλεκτρονικό σύστημα σάρωσης των συνταγών (scanning). Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσό που υποχρεούται να
αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας κυκλοφορίας υπολογίζεται μέσω του
Σ.Η.Σ. ή του άλλου συστήματος ανά Φ.Κ.Α. ή καταλογίζεται στον Ε. Ο.Π. Υ. Υ..
δ) i) Σε περίπτωση μη απόδοσης του ποσού
επιστροφής, αυτό παρακρατείται με τη διαδικασία του Κ.Ε.Δ.Ε..
ii) Τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για τα οποία δεν
αποδόθηκε το ποσό της επιστροφής αφαιρούνται αυτόματα από τον κατάλογο
συνταγογραφούμενων ιδιοσκευασμάτων της παρ.1 του άρθρου 12 του Ν. 3816/2010 .
iii) Οι εταιρείες δικαιούνται βεβαίωσης καταβολής του ποσού
επιστροφής για φορολογική χρήση.
ε) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας
και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ρυθμίζεται η
διαδικασία, προθεσμίες, τρόπος απόδοσης του ποσού έκπτωσης από τις
φαρμακευτικές εταιρείες και τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών
προϊόντων προς τους Φ.Κ.Α., ή τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μετά την έναρξη λειτουργίας του, ο
καταμερισμός του εισπραχθέντος ποσού στους Φ.Κ.Α., η επιβολή κυρώσεων σε
περίπτωση παράβασης της παρούσας διάταξης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την
εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
2. Καθιερώνεται ποσό επιστροφής (rebate) για τις φαρμακευτικές εταιρείες ή τους κατόχους άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προς τα νοσοκομεία του ΕΣΥ και των
αποκεντρωμένων μονάδων αυτών, στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, στο
Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και στο Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν, καθώς και σε όλα τα
νοσοκομεία του Δημοσίου οποιασδήποτε μορφής, το οποίο υπολογίζεται στο 5% επί
της νοσοκομειακής τιμής, όπως αυτή ορίζεται από τις αγορανομικές διατάξεις. Το
ποσό της επιστροφής υπολογίζεται επί του τιμολογίου αγοράς και συμψηφίζεται με
τις οφειλές του νοσοκομείου προς τις φαρμακευτικές εταιρείες ή τους κατόχους άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων. Εξαιρούνται τα φαρμακευτικά προϊόντα που
θα ενταχθούν στη διαγωνιστική διαδικασία εφόσον η τιμή με την οποία θα
κατακυρωθούν στο διαγωνισμό είναι μικρότερη από αυτήν που προκύπτει από την
προηγούμενη επιστροφή επί της νοσοκομειακής τιμής.
Επειδή εν συνεχεία με το άρθρο 36 παρ.1 του ν.4025/2011 προστέθηκαν στο άρθρο 12 του Ν. 3816/2010 (Α’ 6) οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 ως ακολούθως:
«3.α) Για την ένταξη κάθε φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος στο θετικό κατάλογο
συνταγογραφούμενων φαρμάκων του εδαφίου α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου
θεσπίζεται εφάπαξ εισφορά ως τέλος εισόδου, ίση με το τέσσερα τοις εκατό (4%)
επί της τιμής παραγωγού ή εισαγωγέα (ex-factory) του κάθε φαρμακευτικού
ιδιοσκευάσματος και βαρύνει αποκλειστικά τις φαρμακευτικές εταιρείες ή τους
κατόχους άδειας κυκλοφορίας (ΚΑΚ) φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων.
β) Το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε φαρμακευτική εταιρεία ή κάτοχος
άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων προκύπτει με βάση στοιχεία του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, από το σύνολο των πωλήσεων αυτών σε νοσοκομεία,
φαρμακαποθήκες και φαρμακεία κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 μέχρι
30.6.2011, πολλαπλασιασμένου επί δύο (2). Το σύνολο των πωλήσεων υπολογίζεται
σε τιμή παραγωγού ή εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται από τη με αριθμό
ΔΥΓ3δ/οικ.66084 «Διατάξεις Τιμολόγησης Φαρμάκων» (Β’ 1231) υπουργική απόφαση.
γ) Ο ΕΟΦ μέχρι τις 10.10.2011 υποχρεούται να συντάξει και να αποστείλει στη
Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων επίσημη κατάσταση με τις πωλήσεις κάθε
φαρμακευτικής εταιρείας ανά προϊόν και να υπολογίσει το ποσό, το οποίο θα πρέπει
να αποδώσει η κάθε υπόχρεη φαρμακευτική εταιρεία ή ο κάτοχος άδειας κυκλοφορίας
φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος.
δ) Κάθε φαρμακευτική εταιρία ή κάτοχος αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών
ιδιοσκευασμάτων υποχρεούται να αποδίδει το τέλος εισόδου σε Λογαριασμό
Τραπέζης, που καθορίζεται από τις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών
Ασφαλίσεων μέχρι τις 15.11.2011. Σε περίπτωση υπάρξεως και τοπικού
αντιπροσώπου, η γνωστοποίηση του υπολογισθέντος ποσού και η απόδοση στο
λογαριασμό γίνεται από τον Κάτοχο Άδειας Κυκλοφορίας με μέριμνα του τοπικού
αντιπροσώπου. Οι εταιρείες δικαιούνται βεβαίωσης καταβολής του ποσού για
φορολογική χρήση.
ε) Στις Διευθύνσεις Οικονομικού και Ασφάλισης Ασθένειας και Μητρότητας της
Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανατίθεται ο συντονισμός, η
επεξεργασία και κάθε άλλη αναγκαία ενέργεια για την υλοποίηση της εν λόγω
διάταξης. Σε περίπτωση μη απόδοσης του τέλους εισόδου από τους υπόχρεους μέχρι
τις 15.11.2011, το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα αποκλείεται αυτοδίκαια από το θετικό
κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Η ευθύνη ενημέρωσης όλων των αρμόδιων
φορέων για τον αποκλεισμό φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων από το θετικό κατάλογο
λόγω μη καταβολής του ως άνω τέλους εισόδου ανήκει στην Διεύθυνση Ασφάλισης
Ασθένειας και Μητρότητας της Γ.Γ.Κ.Α..»
4. Για κάθε νέο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, που θα εγκρίνεται στο θετικό
κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων θεσπίζεται πάγια εφάπαξ εισφορά, ως τέλος
εισόδου, ποσού δύο χιλιάδων ευρώ για την πρώτη περιεκτικότητα και χιλίων ευρώ
για καθεμία από τις υπόλοιπες περιεκτικότητές του.
5. α) Για τη συμμετοχή των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων στο θετικό κατάλογο
συνταγογραφούμενων φαρμάκων κάθε φαρμακευτική εταιρεία ή κάτοχος άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων υποχρεούται να έχει εξοφλήσει το
συνολικό ποσό της «επιστροφής» (rebate) του έτους 2011, μέχρι τις 15.11.2011, προκειμένου τα
φαρμακευτικά σκευάσματα να συμμετέχουν στο θετικό κατάλογο μετά την 1.1.2012.
β) Το συνολικό ποσό της «επιστροφής» (rebate) του 2011, θα υπολογιστεί με βάση το ποσό που αναλογεί
για το διάστημα από 1.1.2011 έως 30.4.2011 (α’ τετράμηνο 2011),
πολλαπλασιαζόμενο επί τρία (3). Ο υπολογισμός του ποσού (rebate) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 28.2.2011
γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 35 του Ν.3697/2008 (Α’ 194), ενώ για το χρονικό διάστημα από 1.3.2011 έως
30.4.2011 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (Α’ 31).
γ) Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων υποχρεούται μέχρι τις 10.10.2011 να συντάξει
και να αποστείλει στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατάσταση με τις
συνολικές πωλήσεις κάθε φαρμακευτικής εταιρείας ανά προϊόν και να υπολογίσει το
ποσό, το οποίο θα πρέπει να αποδοθεί από την υπόχρεη φαρμακευτική εταιρεία ή
κάτοχο άδειας κυκλοφορίας.
δ) Κάθε φαρμακευτική εταιρία ή κάτοχος αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών
ιδιοσκευασμάτων υποχρεούται να αποδώσει το σύνολο του ποσού επιστροφής (rebate) του έτους 2011 μέχρι τις 15.11.2011, σε λογαριασμό
τραπέζης, που καθορίζεται από τις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών
Ασφαλίσεων. Σε περίπτωση υπάρξεως και τοπικού αντιπροσώπου, η γνωστοποίηση του
υπολογισθέντος ποσού και η απόδοση στο λογαριασμό γίνεται από τον Κάτοχο Άδειας
Κυκλοφορίας με μέριμνα του τοπικού αντιπροσώπου. Οι εταιρείες δικαιούνται να
λάβουν βεβαίωση καταβολής του ποσού για φορολογική χρήση. Σε περίπτωση μη
απόδοσης του συνόλου του ποσού επιστροφής (rebate) έτους 2011 μέχρι τις 15.11.2011 επιβάλλεται ποινή
αποκλεισμού του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος από το θετικό κατάλογο
συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
ε) Στις Διευθύνσεις Οικονομικού και Ασφάλισης Ασθένειας και Μητρότητας της
Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανατίθεται ο συντονισμός, η
επεξεργασία και κάθε άλλη αναγκαία ενέργεια για την υλοποίηση των ανωτέρω
διατάξεων.
6. Για τα φάρμακα που εντάσσονται στη θετική λίστα και έχουν τιμή υψηλότερη από
την τιμή αναφοράς της θεραπευτικής κατηγορίας στην οποία ανήκουν, το ποσό
επιστροφής (rebate) που θα πρέπει να
καταβάλλουν, με βάση τη διαφορά αυτή, θα υπολογιστεί μετά την εκδίκαση και
έκδοση των σχετικών αποφάσεων από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Λίστας.».
Επειδή με το άρθρο 22 του ν.4052/2012 η παράγραφος 1 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1.α) Για κάθε φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που συνταγογραφείται από ιατρό και το
τίμημα του οποίου καλύπτεται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), τον
Ενιαίο Οργανισμό Παροχών Υγειονομικής Περίθαλψης (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και τον Οίκο
Ναύτου, θεσπίζεται «τιμή κοινωνικής ασφάλισης» (εφεξής Τ.Κ.Α.) η οποία
συνίσταται στην τιμή παραγωγού ή εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται στην κάθε φορά
ισχύουσα υπουργική απόφαση που καθορίζει τον τρόπο τιμολόγησης των
φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων μειωμένη κατά 9%. Οι Φ.Κ.Α. καλύπτουν τη δαπάνη
χορήγησης των συνταγογραφούμενων φαρμάκων μέχρι του ποσού της λιανικής τιμής
μειωμένης κατά το ποσό της συμμετοχής του ασφαλισμένου και της προκύπτουσας
διαφοράς μεταξύ της τιμής παραγωγού ή εισαγωγέα και της Τ.Κ.Α.. Η δαπάνη που
αφορά το παρακρατούμενο 9% βαρύνει αποκλειστικά τους κατόχους της άδειας
κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και θεωρείται
«επιστροφή» (rebate) των Κ.Α.Κ. των
φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φ.Κ.Α. και τον Ε.Ο.Π.ΥΥ..
β) Το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προκύπτει από τα στοιχεία των συνολικών
πωλήσεών της ανά φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, αφού αφαιρεθούν οι πωλήσεις προς τα
νοσοκομεία και οι παράλληλες εξαγωγές σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού
Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.). Για τον υπολογισμό του ποσού λαμβάνεται υπόψη η
σχέση δημόσιας προς ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη, ήτοι 80% – 20%.
γ) Επιπροσθέτως των διατάξεων των προηγούμενων περιπτώσεων α’ και β’ οι ΚΑΚ
κάθε τρίμηνο, αρχής γενομένης από 1-1-2012 υποχρεούνται σε πρόσθετη
κλιμακούμενη επιστροφή «rebate» ανάλογα με τον
συνολικό όγκο πωλήσεων του κάθε φαρμακευτικού προϊόντος του προηγούμενου
τριμήνου, …».
Επειδή με το άρθρο 87 του ν.4472/2017 τροποποιήθηκε ο υπολογισμός του ως άνω rebate και συγκεκριμένα το άρθρο 35 του Ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαταστάθηκε ως εξής: «1. Για κάθε
φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που συνταγογραφείται από ιατρό και το τίμημα του
οποίου καλύπτεται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) και τον Εθνικό
Οργανισμό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θεσπίζεται «τιμή κοινωνικής
ασφάλισης» (εφεξής Τ.Κ.Α.), η οποία συνίσταται επί της τιμής παραγωγού και
εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται στην εκάστοτε ισχύουσα υπουργική απόφαση που
καθορίζει τον τρόπο τιμολόγησης των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, μειωμένη
κατά τα ποσοστά επιπρόσθετης έκπτωσης των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος
άρθρου.
2. Τα φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και των αποκεντρωμένων
μονάδων αυτών, το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου,
καθώς και όλα τα νοσοκομεία του Δημοσίου οποιασδήποτε μορφής προμηθεύονται τα
φαρμακευτικά προϊόντα με ποσοστό έκπτωσης 5% επί της νοσοκομειακής τιμής, όπως
αυτή η τιμή εκάστοτε καθορίζεται στην ισχύουσα υπουργική απόφαση που καθορίζει
τον τρόπο τιμολόγησης των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων. Το ποσό της έκπτωσης
του 5% ως άνω υπολογίζεται επί του τιμολογίου αγοράς των νοσοκομείων. Εξαιρούνται
τα φαρμακευτικά προϊόντα που θα ενταχθούν στη διαγωνιστική διαδικασία εφόσον η
τιμή με την οποία θα κατακυρωθούν στο διαγωνισμό, είναι μικρότερη από αυτήν που
προκύπτει από την προηγούμενη επιστροφή επί της νοσοκομειακής τιμής. Το ποσοστό
αυτής της έκπτωσης συνυπολογίζεται και αφαιρείται κατά τον τελικό υπολογισμό
του συνολικού ποσοστού επιστροφής (rebate) που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.
3. Οι Κάτοχοι Άδειας Κυκλοφορίας φαρμάκων (ΚΑΚ) υποχρεούνται κάθε τρίμηνο σε
ποσό επιστροφής ίσο με το ποσοστό επί των συνολικών πωλήσεων, του προηγούμενου
τριμήνου όλων των συσκευασιών, περιεκτικοτήτων και μορφών του εκάστοτε
φαρμακευτικού προϊόντος, σύμφωνα με τον τύπο …
Το τελικό ποσό που καλείται να επιστρέψει κάθε Κ.Α.Κ. προκύπτει από τον
πολλαπλασιασμό του ανωτέρω ποσοστού ( ) με τις συνολικές πωλήσεις του
προηγούμενου τριμήνου όλων των συσκευασιών, περιεκτικοτήτων και μορφών του
εκάστοτε φαρμακευτικού προϊόντος που υπολογίζονται στη βάση της τιμής
παραγωγού, όπως ορίζεται από τις υπουργικές αποφάσεις τιμολόγησης. Για την
απόδοση του πρόσθετου ποσού επιστροφής λαμβάνονται υπόψη οι πωλήσεις του
προηγούμενου τριμήνου βάσει των στοιχείων που αντλεί ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και οι Φ.Κ.Α.
από το σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, το σύστημα σάρωσης συνταγών του
Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και από το άθροισμα των τιμολογίων που εκδίδουν οι φαρμακευτικές
εταιρείες προς τα φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στο σύνολό τους και σε κάθε
νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. ξεχωριστά. Το ποσό καταβάλλεται αντίστοιχα για το πρώτο
τρίμηνο μέχρι 31 Μαΐου, για το δεύτερο τρίμηνο μέχρι 31 Αυγούστου, για το τρίτο
τρίμηνο μέχρι 30 Νοεμβρίου του ίδιου έτους και για το τέταρτο τρίμηνο μέχρι 28
Φεβρουαρίου του επόμενου έτους. Η είσπραξη των εν λόγω ποσών γίνεται
αποκλειστικά με ευθύνη και μέριμνα των υπηρεσιών των φορέων, στα πλαίσια
περιστολής της φαρμακευτικής δαπάνης. Για τους φορείς που δεν διαθέτουν σύστημα
ηλεκτρονικής συνταγογράφησης ή σάρωσης συνταγών το ποσό που υποχρεούται να
αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων
προκύπτει από τα στοιχεία των συνολικών πωλήσεών της ανά φαρμακευτικό
ιδιοσκεύασμα, αφού αφαιρεθούν οι πωλήσεις προς τα νοσοκομεία και οι παράλληλες
εξαγωγές σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) και
για τον υπολογισμό του ποσού αυτού λαμβάνεται υπόψη η σχέση δημόσιας προς
ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη, ήτοι 80% – 20%.
4. Η καταβολή του ποσού επιστροφής των παραγράφων 2 και 3 από τον Κ.Α.Κ. ή
φαρμακευτική εταιρεία μπορεί να γίνει είτε με απευθείας κατάθεση μετρητών στον
λογαριασμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή του ΦΚΑ και του νοσοκομείου, είτε μέσω συμψηφισμού
του ποσού επιστροφής με αντίστοιχες οφειλές του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή του νοσοκομείου
προς τις φαρμακευτικές εταιρείες για προμήθεια φαρμάκων στα φαρμακεία τους.
5. Ο Ε.Ο.Π.Π.Υ. δύναται να συμψηφίζει με απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου τα
οφειλόμενα από τους Κατόχους Άδειας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
ιδιοσκευασμάτων ποσά, που προκύπτουν από την υποχρέωσή τους επιστροφής (rebate) των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, με ισόποσες
οφειλές του προς τους Κ.Α.Κ., από την προμήθεια φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων
για τα φαρμακεία του, τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., τους συμβεβλημένους παρόχους
και τους εποπτευόμενους από το Υπουργείο Υγείας Φορείς και Οργανισμούς καθώς
και τα υπαγόμενα σε αυτό Ν.Π.Ι.Δ.. και Ν.Π.Δ.Δ. Εφόσον μετά τον συμψηφισμό ως
ανωτέρω, παραμένει ανεξόφλητο ποσό απαιτήσεων ή σε περίπτωση κατά την οποία
φαρμακευτικές εταιρείες ή Κ.Α.Κ. φαρμακευτικών σκευασμάτων δεν έχουν απαιτήσεις
έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά μόνο έναντι νοσοκομείων, τότε οι απαιτήσεις του
Ε.Ο.Π.Π.Υ. έναντι των φαρμακευτικών εταιρειών ή των Κ.ΑΚ από το ποσό επιστροφής
(rebate) που προβλέπεται στις
παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου δύνανται να εκχωρούνται κατόπιν
απόφασης του Διοικητικού του Συμβουλίου, προς τα νοσοκομεία έναντι καταβολής
νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης ασφαλισμένων του, τα δε νοσοκομεία
συμψηφίζουν υποχρεωτικά το ποσό των ανωτέρω εκχωρούμενων προς αυτά απαιτήσεων
με οφειλές τους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες και τους Κ.Α.Κ. φαρμακευτικών
σκευασμάτων. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ των εκχωρηθέντων προς τα
νοσοκομεία, κατά το προηγούμενο εδάφιο, απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών
των νοσοκομείων προς φαρμακευτικές εταιρείες ή Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας
(Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών σκευασμάτων που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους. Με
κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας καθορίζονται τα ποσά που κάθε
φορά εκχωρούνται και συμψηφίζονται κατά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου,
η σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή
των προηγούμενων εδαφίων.
6. α) Σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης του ποσού επιστροφής των παραγράφων 2
και 3 του παρόντος άρθρου, αυτά εισπράττονται με τη διαδικασία του Κ.Ε.Δ.Ε..
β) Τα φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία δεν αποδόθηκε το ποσό της επιστροφής
διαγράφονται από τον κατάλογο αποζημιούμενων φαρμάκων της παρ. 1 του άρθρου 12
του Ν. 3816/2010 . γ) Οι εταιρείες δικαιούνται βεβαίωσης καταβολής του
ποσού επιστροφής για φορολογική χρήση.
7. Για τα εμβόλια του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών και τα φάρμακα που
εισάγονται μέσω ΙΦΕΤ, οι Κάτοχοι Άδειας Κυκλοφορίας απαλλάσσονται της
υποχρέωσης καταβολής των επιστροφών του παρόντος.
8. Για τις ειδικές περιπτώσεις που επιλέγεται φάρμακο το οποίο δεν διαθέτει
γενόσημο ή μια θεραπευτική κατηγορία στο σύνολό της περιέχει μία μοναδική ή
περισσότερες δραστικές ουσίες χωρίς γενόσημα φάρμακα, όπου επιλέγεται φάρμακο
με λιανική τιμή υψηλότερη από την τιμή αποζημίωσης, ο ασθενής καλύπτει εκτός
από την προβλεπόμενη θεσμοθετημένη συμμετοχή το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ της
τιμής αποζημίωσης και της λιανικής τιμής του φαρμάκου.
9. Στην περίπτωση των φαρμάκων της περίπτωσης α’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του
Ν. 3816/2010 , τα οποία χορηγούνται από ιδιωτικά φαρμακεία, ο
Ε.Ο.Π.Υ.Υ. επιβάλει πέραν του rebate της
παραγράφου 1 του παρόντος rebate
τέτοιο ώστε η τελική τιμή αγοράς για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να είναι αντίστοιχη με
εκείνη που επιτυγχάνεται όταν προμηθεύεται το φάρμακο αυτό από τα φαρμακεία
του.».
2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., η
οποία λαμβάνει υπόψη της τη γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 15 της υπουργική
απόφαση οικ. 3457/2014 (Β’ 64), δύνανται να τίθενται ετήσιοι προϋπολογισμοί
φαρμακευτικής δαπάνης σε επίπεδο φαρμάκου, δραστικής ουσίας (ATC5) ή θεραπευτικής κατηγορίας (ATC4). Η ρύθμιση αυτή δύναται να εφαρμόζεται ειδικότερα σε
περιπτώσεις εισαγωγής πολλών νέων φαρμάκων σε συγκεκριμένες θεραπευτικές
κατηγορίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι επιμέρους στόχοι συνυπολογίζονται στον
καθορισμό της υπέρβασης της φαρμακευτικής δαπάνης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και στον
επιμερισμό της υπέρβασης ανά φαρμακευτική εταιρεία ή κάτοχο άδειας κυκλοφορίας.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η υπ’αριθμ. οικ.Γ5/63587/2015 υπουργική απόφαση (Β’
1803). 3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από πρόταση της Επιτροπής του
άρθρου 15 της υπουργικής απόφασης οικ. 3457/2014 (Β’ 64), η οποία υποχρεωτικά
ενσωματώνει τους συνταγογραφικούς περιορισμούς της Επιτροπής της περίπτωσης γ’
της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 3816/2010 (Επιτροπή Θετικής Λίστας), για μεμονωμένα φάρμακα ή
ομάδες φαρμάκων ή για φάρμακα για τα οποία έχει τεθεί ετήσιος προϋπολογισμός
φαρμακευτικής δαπάνης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο του παρόντος
άρθρου, δύνανται να εκδίδονται πρωτόκολλα συνταγογράφησης, η τήρηση των οποίων
καθίσταται υποχρεωτική για την αποζημίωση των φαρμάκων αυτών. Η ως άνω επιτροπή
για την ανάπτυξη των πρωτοκόλλων συνταγογράφησης λαμβάνει υπόψη της
επιστημονικά κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων επιδημιολογικής συχνότητας
(επιπολασμός και επίπτωση) και αναγκών κάλυψης σε νόσους και νοσηλείες, καθώς
επίσης και οικονομικά κριτήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η δημοσιονομική
επίπτωση της αποζημίωσης του φαρμάκου βάσει της τιμής αποζημίωσης, όπως
εκάστοτε καθορίζεται. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, η Επιτροπή
Διαπραγμάτευσης που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 4208/2013 (Α’ 252) στέλνει άμεσα το
τυχόν αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης στην Επιτροπή Θετικής Λίστας για να
ενσωματωθούν στις εισηγήσεις της…
9. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναδρομικά από 1.1.2017,
εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν άρθρο.».
Επειδή από την Φορολογική Διοίκηση με την ΠΟΛ.1078/2012 έχει
γίνει δεκτό ότι το ποσό rebate συνιστά εισφορά των φαρμακευτικών επιχειρήσεων
υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, βαρύνει ως παραγωγική δαπάνη τα
ακαθάριστα έσοδα του έτους εντός του οποίου καταβάλλεται και συνεπώς είναι
εκτός πεδίου εφαρμογής του ΦΠΑ. Περαιτέρω και με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013 τα ποσά
rebate που αποδίδονται στον ΕΟΠΥΥ μειώνουν τα ακαθάριστα έσοδα του έτους εντός
του οποίου καταβλήθηκαν.
Επειδή με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4052/2012 αντικαταστάθηκε
το άρθρο 35παρ. 1 του
ν. 3918/2011 και
επεβλήθη στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, κατόχους των αδειών κυκλοφορίας
(Κ.Α.Κ.) των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, προκειμένου για κάθε
συνταγογραφούμενο από ιατρό φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, το τίμημα του οποίου
καλύπτεται από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και
τον Οίκο Ναύτου, η υποχρέωση αφ’ ενός «επιστροφής» στους εν λόγω φορείς ποσού
ανερχομένου σε ποσοστό (9%) επί της τιμής παραγωγού ή εισαγωγέως και αφ’ ετέρου
«πρόσθετης επιστροφής», ήτοι ποσού κλιμακούμενου αναλόγως του όγκου πωλήσεων
εκάστου φαρμάκου σε ορισμένη χρονική περίοδο.
Τα εν λόγω μέτρα (rebate), με τα οποία επιδιώκεται, κατά τα προκύπτοντα από τις
προπαρασκευαστικές εργασίες του ανωτέρω νόμου, η μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής
δαπάνης, συνίστανται σε περιορισμό χρηματικών απαιτήσεων που απορρέουν από
εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων προς χρήση των ασφαλισμένων των φορέων
κοινωνικής ασφαλίσεως (Φ.Κ.Α.) με (ολική ή μερική, κατά περίπτωση) κάλυψη της
δαπάνης από τους Φ.Κ.Α. και όχι σε επιβολή φόρου ή κοινωνικής εισφοράς ως πόρου
των Φ.Κ.Α. (σκέψη 5-ΣτΕ 3447,3448,3449,3450/2015,1282/2017).
Επειδή, επιπλέον με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.4052/2012 και
της Κ.Υ.Α. Φ.42000/8809/1081/4.5.2012,
δεν επεβλήθη ανταποδοτικό τέλος, φόρος ή κοινωνική εισφορά ως πόρος των φορέων
κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) ούτε επεβλήθη περιορισμός, γενικώς, των
απαιτήσεων από τις πωλήσεις των φαρμάκων. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίσθηκε
υποχρέωση «επιστροφής» και «πρόσθετης κλιμακούμενης επιστροφής» ως περιορισμός
των χρηματικών απαιτήσεων των κατόχων αδειών κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
προϊόντων κατά των Φ.Κ.Α. από τις εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων
συνταγογραφούμενων ιδιοσκευασμάτων) προς χρήση των ασφαλισμένων των Φ.Κ.Α., των
οποίων (πωλήσεων) τη δαπάνη καλύπτουν ολικώς ή μερικώς οι Φ.Κ.Α.( σκ.10-ΣτΕ
1282/2017).
Επειδή, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ιδίως δε για την
αντιμετώπιση οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, ο περιορισμός της δημόσιας δαπάνης,
με αντίστοιχο περιορισμό χρηματικών απαιτήσεων που απορρέουν από τις
εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων με κάλυψη της δαπάνης (ολική ή μερική) από
τους Φ.Κ.Α., είναι επιτρεπτός κατά το Σύνταγμα, εάν κατά την κρίση του
νομοθέτη, που υπόκειται στον οριακό έλεγχο συνταγματικότητας του Συμβουλίου της
Επικρατείας, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο, μη απαιτουμένης και προηγούμενης
ειδικής μελέτης για την θέσπισή του.(σκ.10-ΣτΕ 1282/2017). Περαιτέρω, τα εν
λόγω μέτρα «επιστροφής» και «πρόσθετης κλιμακούμενης επιστροφής» συμβάλλουν
στην βελτίωση των οικονομικών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και εντεύθεν στην
διατήρηση του αντίστοιχου -σημαντικού- κύκλου εργασιών των δραστηριοποιουμένων
στον χώρο αυτόν επιχειρήσεων, χωρίς να επιβαρύνουν τις λοιπές επιχειρηματικές
δραστηριότητές τους στην αγορά του φαρμάκου, ενώ, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα
στο ως άνω άρθρο 22 του
ν. 4052/2012, το
ποσό της «επιστροφής» εκπίπτει, ως παραγωγική δαπάνη, από τα ακαθάριστα έσοδα
των υπόχρεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας (άρθρο 31
παρ. 1 περ. ε’ ν. 2238/1994, Α’
151).(σκ.10-ΣτΕ 1282/2017).
Επειδή από την ως άνω νομολογία του ΣτΕ κρίθηκε ότι το rebate είναι περιορισμός
των χρηματικών απαιτήσεων των φαρμακευτικών εταιρειών, Κατόχων Άδειας
Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων και δεν αποτελεί φόρο ή κοινωνική
εισφορά ενώ ως αντίκρυσμα του κόστους που συνεπάγεται για τις φαρμακευτικές
εταιρείες, θεωρείται βάσει των κείμενων διατάξεων παραγωγική δαπάνη που
εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά τους σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου
22 του ν.4172/2013 χωρίς
ωστόσο να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Φ.Π.Α. (σχετ. και η ΠΟΛ.1078/2012).
Επειδή σύμφωνα με την ισχύουσα στην περίπτωση νομοθεσία, για την καταβολή του
rebate από την πλευρά των κατόχων αδειών κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) του άρθρου 35 του
ν.3918/2011, όπως
τροποποιήθηκε και ισχύει, δεν προβλέπεται η έκδοση πιστωτικού τιμολογίου όπως
προβλέπεται για την περίπτωση του μηχανισμού αυτόματης επιστροφής (claw back)
(σχετ. ΠΟΛ 1078/2012, ΠΟΛ 1191/2014 και ΠΟΛ 1115/2016) καθόσον
για τον περιορισμό της χρηματικής απαίτησης η κάθε φαρμακευτική εταιρεία
ενημερώνεται από τον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, με ιδιαίτερη γνωστοποίηση για
την απόδοση του οφειλόμενου ποσού rebate, σε τραπεζικό λογαριασμό και για την
καταβολή του ποσού εκδίδεται από τον Φορέα σχετική βεβαίωση καταβολής του ποσού
για φορολογική χρήση, η οποία μαζί με το τραπεζικό έγγραφο κατάθεσης αποτελούν
το αποδεικτικό στοιχείο της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Επειδή με την Απόφαση της Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ 1115/2016 με
θέμα «Φορολογική αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών από τους Κατόχους
Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων του Ν. 4052/2012, ορίζεται:
«Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του άρθρου 11του Ν. 4052/2012 (41 Α’).
2. Τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 30 του Ν. 4308/2014 (251 Α’)
που αφορά τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.
3. Τις διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. (Ν. 2859/2000 – ΦΕΚ
248 ΑΠ. 11.2000).
4. Την ΠΥΣ 1/20.1.2016 «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής
Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ ΥΟΔΔ/18).
5. Τις ιδιαιτερότητες των συγκεκριμένων συναλλαγών που αφορούν την επιστροφή
χρηματικών ποσών, όχι προς τους άμεσα αντισυμβαλλόμενους, αλλά προς τρίτους
(Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης), όπως αυτές διατυπώθηκαν από τους επαγγελματικούς
φορείς του κλάδου.
6. Την ανάγκη απεικόνισης της πραγματικής φύσης των συναλλαγών αυτών, για
λόγους εξυπηρέτησης της φορολογίας και των ελεγκτικών επαληθεύσεων.
7. Ότι, από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού
Προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
1. Για τις υποχρεωτικές, βάσει νόμου, επιστροφές-εκπτώσεις χρηματικών ποσών από
τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων προς τους
Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), για το φορολογικό έτος 2015 και για κάθε
φορολογικό έτος εφεξής, για πωλήσεις φαρμάκων από τους πρώτους προς φαρμακεία
και φαρμακαποθήκες και από τους τελευταίους προς τους Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), το ύψος των οποίων (ποσών) προκύπτει με τη διαδικασία που
ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 ,
εκδίδεται από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων
πιστωτικό τιμολόγιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.).
2. Στο εν λόγω πιστωτικό τιμολόγιο αναγράφονται, εκτός από τα στοιχεία που
ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 4308/2014 , το
ποσό της επιστροφής-έκπτωσης, όπως προκύπτει κατά τα οριζόμενα ανωτέρω (παρ.
1), με βάση τις αναλυτικές καταστάσεις που αποστέλλουν οι Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) προς τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
προϊόντων, καθώς και ο αναλογών Φ.Π.Α., διακριτά. Επιπλέον αναγράφεται ως
αιτιολογία η φράση: «Επιστροφή (claw-back) του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 για
έμμεσες πωλήσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.)».
3. Το υπόψη πιστωτικό τιμολόγιο, εκδίδεται με βάση τις σχετικές διατάξεις του
Ν. 4308/2014, μέχρι
τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα, από το χρόνο που γεννάται η υποχρέωση χορήγησης
της έκπτωσης, κατά τα προαναφερόμενα και αφορά φαρμακευτικά προϊόντα, που
διατέθηκαν, αποδεδειγμένα, στους ασφαλισμένους την περίοδο που αναφέρεται σε αυτό.
Διατηρείται δε μαζί με τις αναλυτικές καταστάσεις που αποστέλλει ο Φορέας
Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), για όσο χρόνο ορίζεται από τις σχετικές
διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 4308/2014 .
4. Τα ως άνω πιστωτικά τιμολόγια, καταχωρούνται στα λογιστικά αρχεία του
φορολογικού έτους εντός του οποίου εκδίδονται και ειδικότερα στο μήνα που
εκδόθηκαν. Περιλαμβάνονται δε στις καταστάσεις φορολογικών στοιχείων για
διασταύρωση πληροφοριών, που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης
Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ. 1022/2014 όπως ισχύει, (Β’ 179) εντός του έτους έκδοσης αυτών και
ανάλογα με την ημερομηνία έκδοσης τους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να
αφορούν έκπτωση για συναλλαγές προηγούμενου φορολογικού έτους.
5. Με τις χορηγούμενες με το πιστωτικό τιμολόγιο της παραγράφου 1
εκπτώσεις/επιστροφές μειώνεται η φορολογητέα βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις της
παραγράφου 5 του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.».
Επειδή με την προσφάτως εκδοθείσα Απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ Α.1035/25-01- 2019/ΦΕΚΒ’/05.02.2019
ορίζεται: Έχοντας υπόψη:
«1. Τις διατάξεις του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (31 Α’),
«Καθορισμός ποσού έκπτωσης των φαρμακευτικών εταιρειών προς τους Φορείς
Κοινωνικής Ασφάλισης, τον Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου και τα
Νοσοκομεία», όπως ισχύει.
2. Τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 8 , καθώς και της παραγράφου 14
του άρθρου 30 του Ν. 4308/2014 (251
Α’).
3. Τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 5 του Κώδικα Φ.Π.Α. (Ν. 2859/2000 – ΦΕΚ
248 Α’).
4. Την αριθμ. 1 της 20.1.2016 (18 Υ.Ο.Δ.Δ.) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου
«Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων
Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου
εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του Ν. 4389/2016 , και
την αριθμ. 39/3/30.11.2017 (689 Υ.Ο.Δ.Δ.) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της
Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωση θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων»,
όπως ισχύουν.
5. Τις ΣτΕ 3447, 3448, 3449 και 3450/2015, με τις οποίες κρίθηκε ότι θεσπίσθηκε
υποχρέωση «επιστροφής» και «πρόσθετης κλιμακούμενης επιστροφής» ως περιορισμός
των χρηματικών απαιτήσεων των κατόχων αδειών κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) των
φαρμακευτικών προϊόντων κατά των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) από τις
εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων (συνταγογραφούμενων ιδιοσκευασμάτων) προς
χρήση των ασφαλισμένων των Φ.Κ.Α, των οποίων (πωλήσεων) τη δαπάνη καλύπτουν
ολικώς ή μερικώς οι Φ.Κ.Α.
6. Την ανάγκη ομοιόμορφης αντιμετώπισης του λογιστικού χειρισμού των ποσών
έκπτωσης- επιστροφής (rebate) που χορηγούνται από τους κατόχους αδείας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, με
τα επιστρεφόμενα ποσά (rebate) από τα ιδιωτικά φαρμακεία προς τους Φορείς
Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και από τους παρόχους υπηρεσιών υγείας προς τους
Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των εκπτώσεων- επιστροφών χρηματικών
ποσών από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων
προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων του άρθρου
11 του Ν. 4052/2012 (clawbacks).
7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται
δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων
(Α.Α.Δ.Ε.),
αποφασίζουμε:
Αρθρο μόνο
Τροποποιούμε την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (ΑΓΓΔΕ), ΠΟΛ 1115/2016 ,
«Φορολογική αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών από τους Κατόχους
Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων του Ν. 4052/2012», (2665 Β’),
ως εξής:
α) Το θέμα της ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ 1115/2016 αντικαθίσταται
ως εξής: «Φορολογική αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών και της
χορήγησης εκπτώσεων από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων
του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 (clawback)
και βάσει της παρ. 3 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (rebate)».
β) Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου μόνου της ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ. 1115/2016 , προστίθεται
εδάφιο ως εξής: «Πιστωτικό τιμολόγιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.)
εκδίδεται από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων
και για τις εκπτώσεις- επιστροφές από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.)
προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), σύμφωνα με τις διατάξεις της
παρ. 3 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011, όπως
ισχύει».
γ) Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου μόνου της ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ. 1115/2016 ,
αντικαθίσταται ως εξής: «Επιπλέον αναγράφεται ως αιτιολογία η φράση:
“Επιστροφή-έκπτωση (clawback) του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 για
έμμεσες πωλήσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.)” ή
“Έκπτωση-επιστροφή (rebate) της παρ. 3 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 για
έμμεσες πωλήσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.)” κατά
περίπτωση». Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.».
Επειδή εν προκειμένω η προσφεύγουσα εταιρεία αναφέρει ότι βάσει των διατάξεων
του άρθρου 35 του ν. 3918/2011, όπως ισχύουν
από 1.01.2017 κατόπιν αντικατάστασής τους με την παρ. 1 του άρθρου 87 του
ν. 4472/2017, υπό
την ιδιότητά της ως κατόχου αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων του στην
Ελλάδα, υποχρεούται ανά τρίμηνο σε επιστροφή ενός ενιαίου ποσού (γνωστού ως
ενοποιημένου rebate), μεταξύ άλλων και προς τα Νοσοκομεία, με τη μορφή έκπτωσης
επί της τιμής παραγωγού.
Επί τη βάσει σχετικών επιστολών-γνωστοποιήσεων (σχετ. 1 α – 89 α) απόδοσης
οφειλόμενων ποσών rebate που έλαβε από τα Νοσοκομεία με τα οποία είχε
συνεργασθεί εντός του έτους 2017, και με βάση τις οδηγίες που εξέδωσε το
Υπουργείο Υγείας με την με αριθμ. ΓΔΟΥ/οικ59434/31.07.2018 εγκύκλιο, χορήγησε
σε αυτά επιστροφή επί των συνολικών πωλήσεων φαρμακευτικών προϊόντων έτους 2017
διά εκδόσεως πιστωτικών τιμολογίων. Προς τούτο, εξέδωσε τον μήνα Νοέμβριο έτους
2018 ενενήντα εννέα (99) πιστωτικά τιμολόγια (σχετ. 1 β – 99 β και
συγκεντρωτικά σε πίνακα 100 α – 100 β) τα οποία αφορούν συνολικό ποσό
επιστροφής rebate ύψους 3.227.393,42 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.
Η αξία των εκροών βάσει των ως άνω πιστωτικών τιμολογίων ανέρχεται σε ποσό
3.044.988,30 Ευρώ, ενώ ο φόρος εκροών που αναλογεί σε αυτήν (υπολογιζόμενος με εσωτερική
υφαίρεση με συντελεστές 6% και 4%) ανέρχεται σε 182.405,12 Ευρώ.
Επειδή η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι κατά την υποβολή της περιοδικής
δήλωσης Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου μηνός Νοεμβρίου 2018, δεν ελήφθησαν υπόψη
τα ως άνω πιστωτικά τιμολόγια και, ως εκ τούτου, δε μειώθηκε το σύνολο των
φορολογητέων εκροών (κωδ. 307) της εν λόγω δήλωσης κατά το ως άνω ποσό
3.044.988,30 Ευρώ ούτε το ποσό του φόρου εκροών (κωδ. 337) κατά το ποσό
182.405,12 Ευρώ, προέκυψε δε χρεωστικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. ποσού 1.157.184,58 Ευρώ,
το οποίο αποδόθηκε στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών διαδοχικά δια συμψηφισμού με
απαιτήσεις της.
Επειδή διατηρούσε παράλληλα αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα του εν λόγω
χειρισμού, υπέβαλε ταυτόχρονα την με αρ. πρωτ /2018 επιφύλαξη του άρθρου 20
Κ.Φ.Δ., με την οποία επικαλέσθηκε ότι το ποσό του φόρου εκροών που αντιστοιχεί
στην υποχρεωτικώς χορηγηθείσα έκπτωση (rebate) προς τα συνεργαζόμενα
Νοσοκομεία, με βάση τις διατάξεις τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού
δικαίου σχετικά με τη μείωση της βάσης επιβολής του Φ.Π.Α. σε περίπτωση
χορήγησης εκπτώσεων μετά την πραγματοποίηση των φορολογητέων πράξεων, δεν θα
έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη φορολογητέα αξία για σκοπούς επιβολής Φ.Π.Α.
Επειδή η απόδοση ποσών rebate, όπως ορίστηκε και νομοθετήθηκε με τις διατάξεις
του άρθρου 36 παρ.1 του ν.4025/2011 (προσθήκη
στο άρθρο 12 του Ν. 3816/2010 (Α’ 6)
των παρ. 3, 4, 5 και 6) και όπως υπολογίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν.3918/2011, ως αυτές
κάθε φορά ισχύουν (τελευταία τροποποίηση με το άρθρο 87 του ν.4472/2017), νομολογιακά
κρίθηκε ότι αποτελεί περιορισμό χρηματικής απαίτησης η οποία φορολογικά
αντιμετωπίζεται ως παραγωγική δαπάνη η οποία βαρύνει τα ακαθάριστα έσοδα των
φαρμακευτικών εταιρειών.
Επειδή ως προς τις εν λόγω αποδόσεις λόγω περιορισμού των χρηματικών απαιτήσεων
(rebates άρθρου 35 παρ.3 του ν.3918/2011) ως ανωτέρω
αναφέρθηκε, που πραγματοποιήθηκαν σε προγενέστερη της Απόφασης 1035/2019,
περιόδου, δεν προβλέπεται από τις σχετικές φορολογικές διατάξεις η διαδικασία
έκδοσης πιστωτικών τιμολογίων όπως στις περιπτώσεις claw back. Για τις εν λόγω
συναλλαγές εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα βεβαίωση καταβολής του ποσού
επιστροφής για φορολογική χρήση και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την
υφιστάμενη στην περίπτωση νομοθεσία, οι συναλλαγές περιορισμού χρηματικής
απαίτησης θεωρούνται παραγωγική δαπάνη και εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα,
χωρίς ωστόσο να δημιουργείται και δικαίωμα έκπτωσης στην φορολογία του ΦΠΑ, με
την έκδοση των υπό κρίση πιστωτικών τιμολογίων.
Αποφασίζουμε
Την απόρριψη της με ημερομηνία κατάθεσης 18/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου
ενδικοφανούς προσφυγής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « », ΑΦΜ και την
επικύρωση της σιωπηρής απόρριψης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών επί
της με αρ. πρωτ /2018 επιφύλαξης του άρθρου 20 του
ν. 4174/2013 της
ως άνω εταιρείας, επί της με αριθμό καταχώρισης TAXISNET και ημερομηνία
20.12.2018 δήλωση Φ.Π.Α. μηνός Νοεμβρίου έτους 2018.
Εντελλόμεθα όπως αρμόδιο όργανο κοινοποιήσει με τη νόμιμη διαδικασία την
παρούσα απόφαση στον υπόχρεο.
ΔΕΔ 2518/2019 Απώλεια ΦΤΜ βιβλιαρίου συντήρησης. Διαπίστωση μετά τον θάνατο του υπόχρεου
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Έχοντας υπ’ όψη:
1. Τις διατάξεις: α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει. β. Της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4331/2015 (ΦΕΚ Α’ 69). γ. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)» δ. Της ΠΟΛ 1064/12.04.2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ 1440/τ. Β’/27.04.2017).
2. Την ΠΟΛ 1069/4-3-2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την αριθμ. Δ.Ε.Δ. 001126366 ΕΞ 2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759 / τ. Β’ / 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
4. Την με ημερομηνία κατάθεσης 11/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή των: α) του , κατοίκου Δήμου με ΑΦΜ, β) του κατοίκου , οδός , με ΑΦΜ , γ) του , κατοίκου Δήμου , οδός , με ΑΦΜ , δ) του , κατοίκου , οδός , με ΑΦΜ και ε) του , κατοίκου , οδός με ΑΦΜ , άπαντες με την ιδιότητα των μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα στις 11/09/2017 του , κατά της υπ’ αριθ /2019 Πράξης Επιβολής Προστίμου, διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου, σε βάρος του αποβιώσαντα του και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.
5. Την υπ’ αριθ /2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου, διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου, της οποίας ζητείται η ακύρωση, καθώς και την με ημερομηνία θεώρησης 14/03/2019 οικεία Έκθεση ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ΚΦΔ (ν. 4174/2013) της ως άνω Δ.Ο.Υ..
6. Τις απόψεις της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου.
7. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α6 όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.
Επί της με ημερομηνία κατάθεσης 11/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής των: α) του , με ΑΦΜ, β) του , με ΑΦΜ , γ) του , με ΑΦΜ , δ) του , με ΑΦΜ και ε) του , με ΑΦΜ , άπαντες με την ιδιότητα των μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα στις 11/09/2017 του , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Με την υπ’ αριθ /2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου, καταλογίστηκε σε βάρος του αποβιώσαντος την 11/09/2017 του με ΑΦΜ πρόστιμο ύψους 2.500,00 ευρώ, σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 62 του ν. 4174/2013, 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015, 10 του ν. 1809/1988 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ν. 2523/1997.
Συγκεκριμένα, ο του , διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών « » στα Μετά τον θάνατό του την 11/09/2017, σύμφωνα με τα αναφερόμενα επί της ενδικοφανούς προσφυγής, εκδόθηκε η με αριθμό /2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, με την οποία διατάχθηκε η σφράγιση τόσο της οικίας, όσο και του περιπτέρου που διατηρούσε.
Η σφράγιση των χώρων πραγματοποιήθηκε στις 26-09-2017 με τη με αριθμό /2017 έκθεση σφράγισης του συμβολαιογράφου , ο οποίος μετά την σφράγιση παρέδωσε τα κλειδιά στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου.
Στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης της οικίας και του περιπτέρου ζήτησε την αποσφράγιση αυτών προκειμένου να του αποδοθούν οι χώροι.
Εκδόθηκε η με αριθμό /2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η αποσφράγιση των χώρων από τον ίδιο ως άνω συμβολαιογράφο, ενώ διατάχθηκε και η κοινοποίηση της απόφασης, πριν τη διενέργεια της αποσφράγισης και στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Ναυπλίου.
Σε εκτέλεση δε της άνω απόφασης στις 18-01-2018 με τη με αριθμό /2018 έκθεση αποσφράγισης οικίας και αποθήκης-περιπτέρου και πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής άρθρ. 831 ΚΠολΔ, του συμβολαιογράφου έγινε η αποσφράγιση των χώρων, για την οποία είχε κλητευθεί μεταξύ άλλων να παραστεί και ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ Ναυπλίου με τη με αριθμό /2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου
Κατά τη διενέργεια της αποσφράγισης, δεν έγινε απογραφή, καθόσον δεν υπήρχαν αντικείμενα προς καταγραφή, πλην αντικειμένων που ανήκαν στον ιδιοκτήτη και μόνο της οικίας και του , όπως τα παραπάνω βεβαιώθηκαν από τον διενεργήσαντα αυτή συμβολαιογράφο και παραδόθηκαν τα κλειδιά των χώρων στον ιδιοκτήτη.
Την 08/03/2019 προσήλθε στην Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου ο κος ως νόμιμα εξουσιοδοτημένος από τους νόμιμους κληρονόμους του θανόντος και υπέβαλε την με αριθ. πρωτ /2019 δήλωση άρθ ν. 1599/86 με την οποία δήλωσε ότι κατά την αποσφράγιση του περιπτέρου από τις αρμόδιες αρχές δεν βρέθηκε η με αριθμό μητρώου ΦΤΜ καθώς και το Βιβλιάριο Συντήρησής της.
Εν συνεχεία, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. καταλόγισε, με την προσβαλλόμενη με την παρούσα πράξη σε βάρος του ήδη αποβιώσαντος του μια παράβαση στη χρήση 2017 λόγω απώλειας της προαναφερθείσας ταμειακής μηχανής.
Oι προσφεύγοντες με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητούν την επανεξέταση της προσβαλλόμενης πράξης και την απαλλαγή τους από το επιβληθέν πρόστιμο, προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
– Η σφράγιση και αποσφράγιση της οικίας και του περιπτέρου του θανόντα έγιναν χωρίς τη συμμετοχή τους, ενώ δεν ανευρέθηκαν αντικείμενα του και ούτε βέβαια η ταμειακή μηχανή, αφού διαφορετικά αυτή θα είχε καταγραφεί από το συμβολαιογράφο και θα είχε αποδοθεί αρμοδίως.
– Ουδεμία τους βαρύνει ευθύνη για την απώλεια της ταμειακής μηχανής, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσαν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για διακοπή εργασιών του αποβιώσαντα και βέβαια δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν την τύχη αυτής.
– Δεδομένου ότι δεν διατηρούσαν σχέσεις με τον θανόντα, ο μόνος που ασχολήθηκε, όταν ειδοποιήθηκε για το θάνατό του αδελφού του, ήταν ο πρώτος από αυτούς που μετέβη, από την του Δήμου , στο νοσοκομείο και κανόνισε τα της μεταφοράς της σωρού του στον τόπο καταγωγής του στην , όπου έγινε και η ταφή του. Στη συνέχεια ειδοποιήθηκε από τον ιδιοκτήτη της οικίας και του περιπτέρου του αποβιώσαντα, ότι είχε γίνει σφράγιση και στη συνέχεια μετά την αποσφράγιση, ότι δεν βρέθηκε κανένα αντικείμενο του, όπως αναφέρεται και στην έκθεση αποσφράγισης.
– Δεν θα μπορούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, όπως να υποβάλλουν μήνυση για την απώλειά οποιουδήποτε αντικειμένου, μεταξύ των οποίων και της ταμειακής μηχανής, καθόσον δεν γνώριζαν, ούτε την ύπαρξή κάποιων συγκεκριμένων αντικειμένων, ούτε που βρισκόταν και αν και πότε τυχόν αφαιρέθηκαν και πολύ περισσότερο από ποιόν ή ποιους.
– Όπως προκύπτει από τα βιβλία που τηρούσε ο αποθανών, μέχρι το θάνατό του, υπέβαλε κανονικά όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ , ενώ υπήρξε χρονικό κενό μεταξύ του θανάτου του 11-09-2017 μέχρι και τη σφράγιση των χώρων στις 26-09-2017, όπως προκύπτει από την άνω έκθεση, κατά το οποίο πιθανόν να έχει γίνει η αφαίρεση της ταμειακής μηχανής. Η υποβολή από μέρους τους σήμερα μήνυσης κατά αγνώστου. ή αγνώστων δραστών, θα ήταν άνευ αντικειμένου και δεν θα μπορούσε να προσφέρει τίποτα στην ανακάλυψη του δράστη ή των δραστών, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει και πολύ περισσότερο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανεύρεση της ταμειακής μηχανής. Εξάλλου από το θάνατο και μετέπειτα, δεν υπήρξε κανενός είδους δραστηριότητα της επιχείρησης του αποβιώσαντα.
– Η απώλεια της ταμειακής μηχανής, την ύπαρξη της οποίας εκείνοι αγνοούσαν, που οφείλεται στον ξαφνικό θάνατο του κληρονομούμενου και από χώρο στον οποίο εκείνοι δεν είχαν πρόσβαση, αποτελεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, γεγονός ανωτέρας βίας και επομένως η απώλεια της, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη.
Επειδή με την εγκύκλιο 1095807/1736/ΔΕ-Α’/10.10.2007 (Διευθύνσεις Ελέγχου και Κ.Β.Σ.), κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. 551/2006 γνωμοδότηση του Β’ Τμήματος του Ν.Σ.Κ. η οποία έγινε αποδεκτή από τον κ. Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία κρίθηκε ότι: «….β. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 34, 35, 1710 παρ. 1 και 1885 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις ισχύουσες στο πεδίο του δημοσίου δικαίου γενικές αρχές, προκύπτει ότι οι έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου, στο μέτρο που συνδέονται αμέσως με το υπάρχον στη ζωή φυσικό πρόσωπο, το οποίο αποτελεί υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι συνήθως προσωποπαγείς και συνεπώς ακληρονόμητες (λ.χ. η δημοσιοϋπαλληλική σχέση, η στρατιωτική υποχρέωση κ.λ.π.). Όταν, όμως, οι έννομες αυτές σχέσεις έχουν χρηματικό περιεχόμενο, κατά κανόνα κληρονομούνται, εκτός αν είναι αυστηρά προσωποπαγείς (λ.χ. το συνταξιοδοτικό δικαίωμα). Επομένως, στην περίπτωση των φορολογικών ενοχών ή των ενοχών που απορρέουν από χρηματικές ποινές (πρόστιμα), αστικής, διοικητικής ή μικτής φύσεως που επιβλήθηκαν στον κληρονομούμενο από διοικητικές αρχές ή αστικά και διοικητικά δικαστήρια, οι τελευταίες, ως μη αποσβηνόμενες με το θάνατο του, μεταβιβάζονται αιτία θανάτου στους κληρονόμους του (βλ ΑΠ 1714/1981 ΝοΒ 1982, 1065). Οι δε κληρονόμοι ευθύνονται, ανάλογα με τη κληρονομική μερίδα τους, για την εξόφληση των χρεών της κληρονομιάς, εκτός αν πρόκειται για ποινικές κυρώσεις ή, ως εκ του συναγόμενου σκοπού των διατάξεων που τις προβλέπουν, προέχει ο κυρωτικός και όχι ο αποζημιωτικός τους χαρακτήρας. Ειδικότερα, το πρόστιμο επιβάλλεται ως συνέπεια του ότι τελέσθηκε μια άδικη πράξη από το πρόσωπο εκείνο, που έχει την ιδιότητα του φορολογούμενου.
Συνιστά δε απλώς ένα μέσο εξαναγκασμού προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων του έναντι της διοίκησης. Επομένως, οι διοικητικές κυρώσεις στο φορολογικό δίκαιο, ως μέσο διοικητικού εξαναγκασμού, συνιστούν επαχθείς διοικητικές πράξεις, με τις οποίες επιτυγχάνεται η προστασία του δημοσίου συμφέροντος και από τη νομική φύση τους συνδέονται άμεσα με το φυσικό πρόσωπο που τέλεσε τις φορολογικές παραβάσεις. Τ’ ανωτέρω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα των διοικητικών φορολογικών κυρώσεων, κατά κανόνα δεν απαιτείται για την επιβολή τους υπαιτιότητα του φορολογούμενου ή συνδρομή κακής πίστης ή πρόθεση φοροδιαφυγής γ). Κατόπιν των ανωτέρω, εάν, οι σχετικές παραβάσεις διαπιστωθούν από τη φορολογική αρχή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο του υποκρυπτόμενου, τα πρόστιμα αυτά αποσβήνονται με το θάνατο αυτού, ενόψει του ότι: α). Παρά το γεγονός ότι αμέσως συνδέονται με το ζήτημα της έκδοσης, αποδοχής, λήψης και καταχώρησης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι πράξεων που επισύρουν μεν την επιβολή των προστίμων, χωρίς να ερευνάται η ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του παραβάτη, πλην όμως, νοείται απαλλαγή τούτου από λόγους που ανάγονται μόνο στο πρόσωπο του, δηλ. αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη (πρβλ. ΣτΕ 1295/99 για τον αποδέκτη), β). Δεν επιβλήθηκαν εις βάρος του παραβάτη (κληρονομουμένου), αλλά εξετάζεται η το πρώτον επιβολή τους εις βάρος των κληρονόμων του, δηλαδή εις βάρος προσώπων, τα οποία δεν μετείχαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη τέλεση της παραβάσεως, γ). Έχουν αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι, χαρακτηριζόμενα ως διοικητικές κυρώσεις που αποσκοπούν στον εξαναγκασμό του υπόχρεου προς συμμόρφωση προς τις φορολογικές εν γένει υποχρεώσεις του, ήτοι αποτρέποντας τον από την τέλεση (μελλοντικών) φορολογικών παραβάσεων, η επιβολή τους δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ζημίας στο Δημόσιο και συνεπώς, δεν έχουν αποκαταστατικό χαρακτήρα, εφόσον μ αυτά δεν επιδιώκεται η ικανοποίηση – έστω και μερικώς- της υποχρέωσης προς πληρωμή των οικείων οφειλομένων φόρων. Όσον αφορά δε το δικαίωμα των κληρονόμων, κατ’ άρθρο 1847 Α.Κ., για αποποίηση της κληρονομιάς, προκειμένου να αποφύγουν τις ως άνω δυσμενείς συνέπειες, το δικαίωμα αυτό αναφέρεται στα δυνάμενα να κληρονομηθούν στοιχεία (ενεργητικό και παθητικό της κληρονομιάς) και όχι σε αυστηρώς προσωποπαγείς και μη αποζημιωτικού χαρακτήρα φορολογικές ενοχές (όπως τα πρόστιμα που επιβάλλονται εις βάρος του υποκρυπτόμενου σε έκδοση και λήψη πλαστών και εικονικών στοιχείων), οι οποίες, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω, δεν μεταβιβάζονται αιτία θανάτου.»
Επειδή περαιτέρω με την υπ’ αριθ. 32/2009 γνωμοδότηση ΝΣΚ κρίθηκαν τα ακόλουθα: «Ως έχει παγίως κριθεί, οι απειλούμενες από διατάξεις νόμων οικονομικού κ.λπ. περιεχομένου και επιβαλλόμενες, από τις διοικητικές αρχές, χρηματικές αρχές, χρηματικές ποινές ή πρόστιμα, έχουν χαρακτήρα διοικητικών χρηματικών κυρώσεων και κύριο σκοπό να εξαναγκάσουν τους διοικούμενους σε πλήρη και ακριβή εκπλήρωση των νομίμων υποχρεώσεων τους και κληρονομούνται, υπό την προϋπόθεση ότι φέρουν και αποζημιωτικό χαρακτήρα, ήτοι εφόσον επιβλήθηκαν και προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στο Δημόσιο από την παράβαση για την οποία επεβλήθη η κύρωση Έτσι γίνεται δεκτό ότι στις περιπτώσεις επιβολής προστίμων κ.λπ. αποζημιωτικού χαρακτήρος, τα πρόστιμα αυτά αποτελούν αντικείμενο της κληρονομιάς του καθού και η εξ αυτών υποχρέωσή του μεταβιβάζεται κατ’ άρθρο 1710 Α.Κ., στους κληρονόμους του, νομίμως δε για τον αυτόν ως άνω λόγο επιβάλλεται και κατά των κληρονόμων αυτών, αφού και η αξίωση του Δημοσίου προς επιβολή τους αποτελεί και αυτή στοιχείο της κληρονομίας (γνωμ. ΝΣΚ 36/1991, 184/1993 και 551/2006). Αντιθέτως, στις περιπτώσεις επιβολής διοικητικών προστίμων, στις οποίες εμφανίζεται παράβαση, χωρίς αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου (βλ Β. Παπαχρήστου, Λαθρεμπορία και Τελωνειακές παραβάσεις ενθ. Ανωτέρω, σελ 140) ή η τυχόν επελθούσα ζημία αποκαθίσταται με την έκδοση άλλων καταλογιστικών πράξεων, τα εν λόγω πρόστιμα δεν φέρουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλά προσωποπαγή τοιούτον, σκοπούν δε στην συμμόρφωση του παραβάτη προς τους ορισμούς μιας νομοθετημένης διοικητικής διαδικασίας, οπότε δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιβολής αυτών σε βάρος των κληρονόμων του αποβιώσαντος προσώπου (βλ. ΣτΕ 1266/03, 3676/88). Στις περιπτώσεις αυτές, μετά τον θάνατο του παραβάτη, εξέλιπε ο σκοπός επιβολής του διοικητικού προστίμου, θα ήταν δε πέραν της αληθούς βουλήσεως του νομοθέτη να επιβάλλονται τα σχετικά πρόστιμα σε βάρος κληρονόμων, αφού δια της τοιαύτης επιβολής δεν υπηρετείται ο αναφερθείς νομοθετικός σκοπός της θέσπισης αυτών.
Συνεπώς, τα προαναφερόμενα πρόστιμα που επιβλήθηκαν για παραβάσεις των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν κληρονομητέα, δεδομένου ότι υφίσταται η κατά νόμο δυνατότητα, ώστε οι φόροι που τυχόν απώλεσε το Δημόσιο, εξαιτίας των πιο πάνω παραβάσεων, να καταλογισθούν και να εισπραχθούν δυνάμει άλλων καταλογιστικών πράξεων που είναι διάφορες από τις εκδιδόμενες αποφάσεις επιβολής προστίμου (πρβλ. ΝΣΚ 551/2006).»
Επειδή με τη υπ’ αριθ. ΠΟΛ. 1219/24-10-2011 κοινοποιήθηκε η με αριθ. 291/2011 γνωμοδότηση ΝΣΚ περί της επιβολής ή μη προστίμων του Κ.Β.Σ. σε βάρος των κληρονόμων αποβιώσαντα υπόχρεου, σύμφωνα με την οποία: «όταν έχει ήδη αποβιώσει ο παραβάτης διατάξεων του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί να επιβληθεί το πρώτον (δηλαδή δεν μπορεί να εκδοθεί Απόφαση Επιβολής Προστίμου του Κ.Β.Σ. για πρώτη φορά μετά το θάνατο του) εις βάρος των κληρονόμων του, πρόστιμο κατ’ άρθρον 5 του ν.2523/1997 για έκδοση πλαστών ή εικονικών ή λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων από αυτόν. Τα ιδια ισχύουν όταν έχει αποβιώσει ο παραβάτης και δεν έχει επιβληθεί εις βάρος του εν ζωή το οικείο πρόστιμο και σε όλες τις περιπτώσεις παραβάσεων του Κ.Β.Σ..»
Επειδή από την παράθεση όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι κρίσιμο στοιχείο για τη νόμιμη ή μη επιβολή προστίμων σε βάρος αποβιώσαντα, είναι κατ’ αρχάς εάν αυτά είναι κυρωτικού ή αποζημιωτικού χαρακτήρα και επιπροσθέτως εάν τα πρόστιμα αυτά καταλογίζονται πρωτογενώς ή εάν είχαν «το πρώτον» κοινοποιηθεί στον ίδιο τον θανόντα, όσο αυτός ήταν εν ζωή.
Επειδή από τα στοιχεία του φακέλου της υπό κρίση ενδικοφανούς προσφυγής, διαπιστώνεται ότι η παράβαση της απώλειας της με αριθ ΦΤΜ και του Βιβλιαρίου Συντήρησης αυτής, διαπιστώθηκε από τη φορολογική αρχή μετά το θάνατο του υπόχρεου φορολογούμενου και συγκεκριμένα κατά τη διαδικασία διακοπής δραστηριότητας της επιχείρησης του θανόντος από τους νομίμους κληρονόμους αυτού. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθ /2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου σε βάρος του αποβιώσαντα, ήδη από τις 11/09/2017, φορολογούμενου.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη, αφορώσα παράβαση στην οποία είχε υποπέσει ο αποβιώσας επιτηδευματίας, δεν είχε αφενός κοινοποιηθεί «το πρώτον» στον ίδιο όσο ήταν εν ζωή και επομένως, βάσει των προαναφερομένων, ως αποσβηνόμενη με το θάνατο του, δεν μεταβιβάζεται αιτία θανάτου στους κληρονόμους του. Αφετέρου δε, κατά την έννοια της επιβαλλόμενης διοικητικής κύρωσης, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του αποβιώσαντα σε χρόνο κατά τον οποίο ο παραβάτης δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή.
Επειδή εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, το επιβληθέν πρόστιμο εις βάρος του αποβιώσαντα του με ΑΦΜ , ο οποίος απώλεσε την ταμειακή μηχανή και το βιβλιάριο συντήρησης αυτής, έχει αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι, ως διοικητική κύρωση αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του υπόχρεου προς συμμόρφωση προς τις φορολογικές εν γένει υποχρεώσεις του, ήτοι αποτρέποντας τον από την τέλεση (μελλοντικών) φορολογικών παραβάσεων. Επιπλέον, η επιβολή του δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ζημίας στο Δημόσιο και συνεπώς, δεν έχει αποκαταστατικό χαρακτήρα, εφόσον μ’ αυτό δεν επιδιώκεται η ικανοποίηση – έστω και μερικώς – της υποχρέωσης προς πληρωμή των οικείων οφειλομένων φόρων. Ως εκ τούτου, στην κρινόμενη περίπτωση, παύει ο σκοπός για την επιβολή προστίμου επί τυπικής – διαδικαστικής παράβασης, καθόσον, το εν λόγω πρόστιμο, έχοντας αυστηρά προσωπικό και αποκλειστικά κυρωτικό χαρακτήρα αποσβήνεται με τον θάνατο του υπόχρεου.
Επειδή γενομένων δεκτών των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων με την παρούσα ενδικοφανή προσφυγή λόγων.
Αποφασίζουμε
Την αποδοχή της με ημερομηνία κατάθεσης 11/04/2019 και με αριθ. πρωτ ενδικοφανούς προσφυγής των: α) του , με ΑΦΜ, β) του , με ΑΦΜ , γ) του , με ΑΦΜ , δ) του , με ΑΦΜ και ε) του , με ΑΦΜ, άπαντες με την ιδιότητα των μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα στις 11/09/2017 του και την ακύρωση, της υπ’ αριθ /2019 Πράξης Επιβολής Προστίμου, διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου.
Οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου – Καταλογιζόμενο ποσό με βάση την παρούσα απόφαση:
Yπόθεση C-653/18 Απαλλαγές κατά την εξαγωγή – Έννοια της «παραδόσεως αγαθών» – Άρθρο 131 – Προϋποθέσεις που καθορίζονται από τα κράτη μέλη – Αρχή της αναλογικότητας – Αρχή της φορολογικής ουδετερότητας – Αποδείξεις – Φοροδιαφυγή – Πρακτική ενός κράτους μέλους που συνίσταται στη μη αναγνώριση του δικαιώματος απαλλαγής σε περίπτωση κατά την οποία ο αποκτών τα εξαχθέντα αγαθά δεν έχει προσδιορισθεί
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου
2019 «Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Φόρος προστιθέμενης
αξίας (ΦΠΑ) – Οδηγία 2006/112/ΕΚ – Άρθρο 146 – Απαλλαγές κατά την εξαγωγή –
Έννοια της “παραδόσεως αγαθών” – Άρθρο 131 – Προϋποθέσεις που καθορίζονται από
τα κράτη μέλη – Αρχή της αναλογικότητας – Αρχή της φορολογικής ουδετερότητας –
Αποδείξεις – Φοροδιαφυγή – Πρακτική ενός κράτους μέλους που συνίσταται στη μη
αναγνώριση του δικαιώματος απαλλαγής σε περίπτωση κατά την οποία ο αποκτών τα
εξαχθέντα αγαθά δεν έχει προσδιορισθεί»
Στην υπόθεση C-653/18,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του
άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Naczelny Sąd Administracyjny (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πολωνία) με απόφαση της
19ης Ιουνίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Οκτωβρίου 2018, στο
πλαίσιο της δίκης
Unitel sp. z o.o.
κατά
Dyrektor Izby Skarbowej w
Warszawie,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Jarukaitis (εισηγητή),
πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Unitel sp. z o.o., εκπροσωπούμενη από τον A. Nikończyk, doradca podatkowy,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Siekierzyńska και J. Jokubauskaitė,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό
εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του
άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 131 της οδηγίας
2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό
σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1, στο εξής: οδηγία περί ΦΠΑ), υπό το πρίσμα,
ιδίως, των αρχών της φορολογικής ουδετερότητας και της αναλογικότητας.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς
μεταξύ της Unitel sp. z o.o. και του Dyrektor Izby Skarbowej w Warszawie (διευθυντή της δημόσιας φορολογικής αρχής της Βαρσοβίας,
στο εξής: διευθυντής της δημόσιας φορολογικής αρχής) σχετικά με άρνηση
χορηγήσεως απαλλαγής από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) για εξαγωγές αγαθών
εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2007.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει τα
εξής:
«Ως “παράδοση αγαθών” θεωρείται η μεταβίβαση του
δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό.»
«Οι απαλλαγές που προβλέπονται στα κεφάλαια 2 έως 9
εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων […] διατάξεων [της Ένωσης] και με τις
προϋποθέσεις που καθορίζουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίζουν την ορθή και απλή
εφαρμογή των εν λόγω απαλλαγών και να προλαμβάνουν κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή,
φοροαποφυγή ή κατάχρηση.»
5 Το άρθρο 146 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο περιέχεται στο
επιγραφόμενο «Απαλλαγές κατά την εξαγωγή» κεφάλαιο 6 της οδηγίας αυτής,
προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχεία αʹ και βʹ, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις:
α) τις παραδόσεις αγαθών, που αποστέλλονται ή
μεταφέρονται από τον πωλητή ή για λογαριασμό του εκτός της [Ένωσης],
β) τις παραδόσεις αγαθών, που αποστέλλονται ή
μεταφέρονται από μη εγκατεστημένο στο αντίστοιχο έδαφός τους αποκτώντα ή για
λογαριασμό του, εκτός της [Ένωσης], με εξαίρεση τα αγαθά που μεταφέρονται από
τον ίδιο τον αποκτώντα και προορίζονται για εξοπλισμό ή εφοδιασμό σκαφών
αναψυχής και τουριστικών αεροσκαφών ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου
ιδιωτικής χρήσης».
6 Το άρθρο 168, στοιχείο αʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει
ότι, στον βαθμό που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες
των φορολογούμενων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο έχει το δικαίωμα, στο
κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιεί τις πράξεις του, να εκπίπτει από τον
οφειλόμενο φόρο τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα στο εν λόγω κράτος μέλος ΦΠΑ για
τα αγαθά που του παραδόθηκαν ή πρόκειται να του παραδοθούν και για τις
υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον
υποκείμενο στον φόρο. Δυνάμει του άρθρου 169, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, ο
υποκείμενος στον φόρο έχει δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ, εφόσον τα αγαθά και οι
υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις πράξεις του που απαλλάσσονται σύμφωνα με το
άρθρο 146 της εν λόγω οδηγίας.
Το πολωνικό δίκαιο
7 Το άρθρο 2, σημείο 8, του ustawa o podatku od towarów i usług (νόμου περί του φόρου επί αγαθών και
υπηρεσιών), της 11ης Μαρτίου 2004 (Dz. U. του 2011, αριθ. 177, θέση 1054), ως ίσχυε
κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο
εξής: νόμος περί ΦΠΑ), ορίζει τα εξής:
«Οσάκις άλλες διατάξεις αφορούν […] την εξαγωγή αγαθών,
η έννοια αυτή αφορά την παράδοση αγαθών που αποστέλλονται ή μεταφέρονται εκτός
του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το έδαφος της ημεδαπής:
a) από έναν προμηθευτή ή για λογαριασμό αυτού του
προμηθευτή, ή
b) από έναν αποκτώντα με έδρα στην αλλοδαπή ή για
λογαριασμό αυτού του αποκτώντος, με εξαίρεση τα αγαθά που εξάγονται από τον
ίδιο τον αποκτώντα και προορίζονται για εξοπλισμό ή εφοδιασμό σκαφών αναψυχής
και τουριστικών αεροσκαφών ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου ιδιωτικής
χρήσεως, εφόσον η εξαγωγή των αγαθών εκτός του εδάφους της Ένωσης έχει βεβαιωθεί
από την αρμόδια, κατά την οικεία νομοθεσία, τελωνειακή αρχή.»
8 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου ορίζει ότι
«συνιστά παράδοση αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, σημείο 1,
η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ένα αγαθό».
9 Το άρθρο 41 του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:
«[…]
4) Επί εξαγωγής αγαθών κατά το άρθρο 2, σημείο 8,
στοιχείο a, ο φορολογικός συντελεστής είναι
μηδενικός.
[…]
6) Ο μηδενικός φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται επί
των εξαγωγών περί των οποίων γίνεται λόγος στις παραγράφους 4 και 5, με την
προϋπόθεση ότι ο υποκείμενος στον φόρο έχει λάβει βεβαίωση περί εξαγωγής των
αγαθών από το έδαφος της Ένωσης, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής
της φορολογικής δηλώσεως για την επίμαχη λογιστική περίοδο.
[…]
11) Οι παράγραφοι 4 και 5 εφαρμόζονται αναλογικά και επί
εξαγωγής αγαθών κατά το άρθρο 2, σημείο 8, στοιχείο b, εφόσον πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής της
φορολογικής δηλώσεως για τη λογιστική περίοδο εντός της οποίας διενεργήθηκε η
παράδοση των αγαθών ο υποκείμενος στον φόρο λάβει την προβλεπόμενη στην
παράγραφο 6 βεβαίωση, από την οποία προκύπτει ότι τα παραδοθέντα και εξαχθέντα
αγαθά ταυτίζονται. […]
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο
2007, η Unitel, εταιρία εγκατεστημένη
στην Πολωνία, πώλησε κινητά τηλέφωνα σε δύο ουκρανικές οντότητες. Κατόπιν
ελέγχου που διενεργήθηκε σε σχέση με την ως άνω εταιρία, η φορολογική αρχή
διαπίστωσε ότι είχε μεν κινηθεί η διαδικασία εξαγωγής των εν λόγω κινητών
τηλεφώνων εκτός του εδάφους της Ένωσης, πλην όμως τα αγαθά αυτά δεν είχαν
αποκτηθεί από τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια οντότητες, αλλά από άλλες οντότητες
που δεν έχουν προσδιορισθεί. Κατόπιν αυτού, η ως άνω αρχή έκρινε, με απόφαση η
οποία επικυρώθηκε με απόφαση του διευθυντή της δημόσιας φορολογικής αρχής της
29ης Αυγούστου 2014, ότι δεν είχε υπάρξει παράδοση αγαθών, κατά την έννοια του
άρθρου 2, σημείο 8, του νόμου περί ΦΠΑ, και ότι, ως εκ τούτου, η Unitel δεν είχε δικαίωμα να εφαρμόσει τον μηδενικό συντελεστή
ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 4, του νόμου αυτού.
11 Επιληφθέν προσφυγής κατά της αποφάσεως του διευθυντή της
δημόσιας φορολογικής αρχής, το Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie (διοικητικό δικαστήριο της περιφέρειας της Βαρσοβίας,
Πολωνία) επισήμανε ότι από τις διαπιστώσεις που έγιναν προέκυπτε ότι η μία από
τις δύο ουκρανικές οντότητες ήταν εικονική εταιρία που χρησιμοποιήθηκε με σκοπό
τη συγκάλυψη του πραγματικού αποδέκτη καθώς και την τέλεση φοροδιαφυγής έναντι
τόσο των πολωνικών όσο και των ουκρανικών φορολογικών αρχών, και ότι η άλλη
οντότητα δεν ήταν ο οικονομικός φορέας εκείνος που είχε αποκτήσει τα τηλέφωνα από
την Unitel. Το ως άνω δικαστήριο
έκρινε ότι δεν είχε υπάρξει παράδοση αγαθών, δεδομένου ότι η φορολογική αρχή
είχε αποδείξει ότι οι αναγραφόμενοι στα τιμολόγια αποκτώντες τα αγαθά δεν είχαν
τα εν λόγω αγαθά στην κατοχή τους, δεν τα είχαν διαθέσει ως κύριοι και δεν
ασκούσαν καμία οικονομική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα οι επίμαχες πράξεις να
μην μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «εξαγωγή αγαθών», κατά την έννοια του άρθρου
2, σημείο 8, του νόμου περί ΦΠΑ. Επιπλέον, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η Unitel δεν είχε επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια κατά τη
διενέργεια των πράξεων αυτών. Συναφώς, επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρία
αυτή είχε καταρτίσει τα τιμολόγιά της στηριζόμενη σε στοιχεία που είχαν
υποβληθεί από οντότητες των οποίων τα νομιμοποιητικά έγγραφα δεν ήσαν έγκυρα ή
οι οποίες δεν διέθεταν πραγματικές επαγγελματικές διευθύνσεις έγκυρα έγγραφα
που να δικαιολογούν τη λογιστική καταχώριση του ΦΠΑ.
12 Η Unitel άσκησε αναίρεση κατά
της αποφάσεως του Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie (διοικητικού δικαστηρίου της περιφέρειας της Βαρσοβίας)
ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Naczelny Sąd Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πολωνία). Η Unitel προβάλλει, προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως,
εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 131 της οδηγίας περί ΦΠΑ, σε
συνδυασμό με το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της εν λόγω
οδηγίας, καθόσον η εφαρμογή του μηδενικού συντελεστή εξαρτήθηκε από την τήρηση
τυπικών προϋποθέσεων, ενώ πληρούνταν όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής
του συντελεστή αυτού, καθώς και πλάνη περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του
άρθρου 41, παράγραφοι 4 και 11, του νόμου περί ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο
41, παράγραφος 6, το άρθρο 2, σημείο 8, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου
αυτού. Κατά την άποψη της εν λόγω εταιρίας, η πλάνη αυτή συνίσταται στο ότι το
ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι η παράδοση αγαθών είναι πραγματική μόνον όταν ο
οικονομικός φορέας που αναγράφεται στο τιμολόγιο ως αποκτών ταυτίζεται με τον
οικονομικό φορέα που πράγματι μετέχει υπό την ιδιότητα αυτή στην επίμαχη πράξη,
στο ότι το ως άνω δικαστήριο αρνήθηκε, κατά συνέπεια, να χαρακτηρίσει την εν
λόγω πράξη ως εξαγωγή αγαθών και να εφαρμόσει τον μηδενικό συντελεστή και στο
ότι το ως άνω δικαστήριο εκτίμησε, εντούτοις, ότι η εν λόγω πράξη αποτελεί
παράδοση φορολογητέα με τον εθνικό συντελεστή.
13 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι για την επίλυση της
διαφοράς της κύριας δίκης είναι αναγκαία η ερμηνεία της οδηγίας περί ΦΠΑ, αρχής
γενομένης από την έννοια της «παραδόσεως αγαθών», κατά το άρθρο 146, παράγραφος
1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας αυτής. Επισημαίνει ότι οι εθνικές
φορολογικές αρχές φρονούν ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το
άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου περί ΦΠΑ, με το οποίο μεταφέρθηκε στο εθνικό
δίκαιο το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ, δηλαδή ως μεταβίβαση
του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, το οικείο αγαθό. Ως εκ τούτου,
κατά τις εν λόγω αρχές, αμφότερα τα μέρη που συμμετέχουν στην εκτέλεση της
πράξεως πρέπει να είναι υπαρκτά και να έχουν προσδιορισθεί, πράγμα το οποίο δεν
συμβαίνει όταν ο αποκτών που αναγράφεται στο τιμολόγιο ή στα τελωνειακά έγγραφα
είναι πλασματική οντότητα ή όταν ο αποκτών τα αγαθά εκτός του εδάφους της
Ένωσης είναι άλλο πρόσωπο που δεν έχει προσδιορισθεί. Κατά το αιτούν
δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή γίνεται επίσης δεκτή εκ μέρους της πλειονότητας των
πολωνικών διοικητικών δικαστηρίων.
14 Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς
το ζήτημα αν, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι όντως πραγματοποιήθηκε μια
παράδοση αγαθών εκτός του εδάφους της Ένωσης, όταν η εξαγωγή των εν λόγω αγαθών
δεν αμφισβητείται αυτή καθεαυτήν, είναι πράγματι αναγκαίο η οντότητα που
αναγράφεται στο τιμολόγιο του προμηθευτή και στα τελωνειακά έγγραφα ως ο
αποκτών τα εν λόγω αγαθά να συμπίπτει με τον πραγματικό παραλήπτη των εν λόγω
αγαθών. Το ως άνω δικαστήριο διερωτάται αν, σε μια τέτοια κατάσταση, υπάρχει
μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό, κατά
την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ. Το ως άνω
δικαστήριο επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου
2013, BDV Hungary Trading (C-563/12, EU:C:2013:854), το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν διαπιστώνεται ότι
πληρούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής κατά την εξαγωγή οι οποίες προβλέπονται
από το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, ιδίως η
προϋπόθεση της εξόδου των οικείων αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης,
δεν οφείλεται ΦΠΑ για μια τέτοια παράδοση και ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές,
δεν υφίσταται πλέον, καταρχήν, κίνδυνος φοροδιαφυγής ή απωλειών φόρου δυνάμενος
να δικαιολογήσει τη φορολόγηση της επίμαχης πράξεως.
15 Στο πλαίσιο αυτό, κατά το αιτούν δικαστήριο, τίθεται στη
συνέχεια το ζήτημα σε ποιο βαθμό μια ενδεχόμενη φοροδιαφυγή γενομένη στο έδαφος
του τρίτου κράτους όπου το εξαχθέν αγαθό παραλήφθηκε από πρόσωπο άλλο από
εκείνο που αναγράφεται στα τελωνειακά έγγραφα έχει επίπτωση επί της εφαρμογής
της απαλλαγής με δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ. Εξετάζοντας τη νομολογία του
Δικαστηρίου κατά την οποία εναπόκειται στα κράτη μέλη να μην επιτρέπουν την
άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπει η οδηγία περί ΦΠΑ στην περίπτωση που ο
ίδιος ο υποκείμενος στον φόρο φοροδιαφεύγει ή όταν ο υποκείμενος στον φόρο
γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι, με την επίμαχη πράξη, μετείχε σε πράξη η
οποία αποτελεί μέρος απάτης περί τον ΦΠΑ, το ως άνω δικαστήριο διερωτάται αν η
υποχρέωση αυτή, η οποία αποσκοπεί στην προστασία της εσωτερικής αγοράς, τυγχάνει
εφαρμογής όταν η φοροδιαφυγή τελείται αποκλειστικά στο έδαφος τρίτου κράτους,
που είναι το κράτος προορισμού και καταναλώσεως των εξαχθέντων αγαθών.
16 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, σε μια
περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, είναι προσήκουσα η εθνική πρακτική που
συνίσταται στο να εφαρμόζεται ο ΦΠΑ επί της επίμαχης πράξεως ως εάν αποτελούσε
αυτή παράδοση εντός της εθνικής επικράτειας, ενώ η διαπίστωση της ανυπαρξίας
παραδόσεως αγαθών θα έπρεπε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η πράξη αυτή δεν
υπόκειται σε ΦΠΑ και δεν παρέχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ εισροών.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Naczelny Sąd Administracyjny (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει
την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα
προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει, υπό το φως του άρθρου 146, παράγραφος 1,
στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 131 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], καθώς και των
αρχών της φορολογήσεως στον τόπο καταναλώσεως, της ουδετερότητας και της
αναλογικότητας, κατ’ ορθή εθνική πρακτική να χορηγείται απαλλαγή από φόρο με
δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ (στην Πολωνία με συντελεστή 0 %), εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες δύο
προϋποθέσεις:
α) η εξαγωγή των αγαθών να έγινε προς μη επακριβώς προσδιορισμένο
παραλήπτη που δεν έχει την έδρα του στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και
β) να αποδεικνύεται σαφώς ότι τα αγαθά έχουν εγκαταλείψει
το έδαφος της Ένωσης και να μην αμφισβητείται το γεγονός αυτό;
2) Αντιτίθεται το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ
και βʹ, και το άρθρο 131 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], καθώς και οι αρχές της
φορολογήσεως στον τόπο καταναλώσεως, της ουδετερότητας και της αναλογικότητας,
σε εθνική πρακτική κατά την οποία θεωρείται ότι δεν υφίσταται παράδοση αγαθών
που αδιαμφισβήτητα έχουν εξαχθεί από το έδαφος της Ένωσης, εφόσον στο πλαίσιο
της ακολουθούμενης διαδικασίας οι εθνικές αρχές διαπιστώσουν μετά την εξαγωγή
ότι ο πραγματικός παραλήπτης δεν ταυτίζεται με τον αναγραφόμενο στο τιμολόγιο
το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο στον φόρο και τεκμηριώνει την
παράδοση, πολλώ δε μάλλον καθόσον τα αγαθά έχουν παραδοθεί σε τρίτον τον οποίο
οι αρχές δεν δύνανται να εντοπίσουν, με αποτέλεσμα να αρνούνται τη χορήγηση
απαλλαγής από τον φόρο με δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας (στην
Πολωνία με φορολογικό συντελεστή 0 %) για την εν λόγω συναλλαγή;
3) Πρέπει, υπό το φως του άρθρου 146, παράγραφος 1,
στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 131 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], καθώς και των
αρχών της φορολογήσεως στον τόπο καταναλώσεως, της ουδετερότητας και της
αναλογικότητας, κατ’ ορθή εθνική πρακτική να εφαρμόζεται επί παραδόσεως αγαθών
ο εθνικός φορολογικός συντελεστής, εφόσον αποδεικνύεται μεν σαφώς ότι τα αγαθά
έχουν εγκαταλείψει το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως λόγω ελλείψεως σαφώς προσδιορισμένου
παραλήπτη οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι δεν πραγματοποιήθηκε παράδοση
αγαθών, ή πρέπει σε αυτή την περίπτωση να θεωρείται ότι δεν έχει διενεργηθεί
πράξη υποκείμενη σε [ΦΠΑ], με αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζεται στον υποκείμενο
στον φόρο δικαίωμα εκπτώσεως, κατά το άρθρο 168 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], του
φόρου που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εξαχθέντων αγαθών;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
18 Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, που
πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να
διευκρινισθεί αν το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο
131 της οδηγίας περί ΦΠΑ καθώς και οι αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και
της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην υπόθεση
της κύριας δίκης, κατά την οποία θεωρείται σε όλες τις περιπτώσεις ότι δεν
υφίσταται παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της ως άνω πρώτης διατάξεως, και,
κατά συνέπεια, δεν χορηγείται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ εφόσον τα
οικεία αγαθά εξήχθησαν εκτός της Ένωσης και, μετά την εξαγωγή τους, οι
φορολογικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο αποκτών τα εν λόγω αγαθά δεν ήταν το
πρόσωπο που αναγράφεται στο τιμολόγιο το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο
στον φόρο, αλλά μια άλλη οντότητα που δεν έχει προσδιορισθεί. Στο πλαίσιο αυτό,
το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την επίδραση που μπορεί να έχει όσον
αφορά την εφαρμογή του δικαιώματος απαλλαγής από τον ΦΠΑ η φοροδιαφυγή που
ενδεχομένως έχει διαπραχθεί στο έδαφος τρίτου κράτους.
19 Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, δυνάμει του άρθρου
146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, τα κράτη μέλη
απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ τις παραδόσεις αγαθών που αποστέλλονται ή μεταφέρονται
από τον πωλητή ή για λογαριασμό του, ή ακόμη από τον αποκτώντα ή για λογαριασμό
του, εκτός της Ένωσης. Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το
άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο ως «παράδοση αγαθών» θεωρείται
η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό
(αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, BDV Hungary Trading, C-563/12, EU:C:2013:854, σκέψη 23, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 22).
20 Η απαλλαγή αυτή αποσκοπεί στο να διασφαλίσει τη
φορολόγηση των παραδόσεων των οικείων αγαθών στον τόπο του προορισμού τους,
ήτοι στον τόπο κατανάλωσης των προϊόντων (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη
νομολογία).
21 Όπως έχει επισημάνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, από
τις διατάξεις αυτές, που παρατίθενται στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως,
ιδίως δε από τον όρο «αποστέλλονται» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 146,
παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, προκύπτει ότι η εξαγωγή
αγαθού πραγματοποιείται και η απαλλαγή της παραδόσεως προς εξαγωγή εφαρμόζεται
όταν το δικαίωμα διαθέσεως του αγαθού αυτού υπό την ιδιότητα του κυρίου έχει
μεταβιβαστεί στον αποκτώντα, όταν ο πωλητής αποδεικνύει ότι το αγαθό αυτό έχει
αποσταλεί ή μεταφερθεί εκτός Ένωσης και όταν, κατόπιν της αποστολής ή της
μεταφοράς, το εν λόγω αγαθό έχει απομακρυνθεί υλικώς από το έδαφος της Ένωσης
(πρβλ. αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, BDV Hungary Trading, C-563/12, EU:C:2013:854, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία,
καθώς και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 24).
22 Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η έννοια της
«παραδόσεως αγαθών» έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και εφαρμόζεται ανεξαρτήτως
των σκοπών και των αποτελεσμάτων των οικείων πράξεων, η δε φορολογική αρχή δεν
είναι υποχρεωμένη να διεξάγει ελέγχους με σκοπό τη διαπίστωση της προθέσεως του
υποκειμένου στον φόρο ούτε να λαμβάνει υπόψη την πρόθεση άλλου συναλλασσομένου
ο οποίος παρεμβαίνει στην ίδια αλυσίδα παραδόσεων (πρβλ. απόφαση της 21ης
Νοεμβρίου 2013, Dixons Retail, C-494/12, EU:C:2013:758, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη
νομολογία).
23 Επομένως,
πράξεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης αποτελούν παραδόσεις
αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της
οδηγίας περί ΦΠΑ, εάν πληρούν τα αντικειμενικά κριτήρια επί των οποίων
στηρίζεται η έννοια αυτή και τα οποία υπομνήσθηκαν στη σκέψη 21 της παρούσας
αποφάσεως.
24 Το γεγονός, όμως, ότι εξαχθέντα αγαθά αποκτήθηκαν εκτός
της Ένωσης από μια μη αναγραφόμενη στο τιμολόγιο και μη προσδιορισμένη οντότητα
δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να πληρούνται τα εν λόγω αντικειμενικά κριτήρια.
25 Κατά συνέπεια, ο χαρακτηρισμός μιας πράξεως ως παραδόσεως
αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της
οδηγίας περί ΦΠΑ, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει
προσδιορισθεί ο αποκτών.
26 Εντούτοις, δεύτερον, εναπόκειται στα κράτη μέλη να
καθορίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 131 της οδηγίας περί ΦΠΑ, τις προϋποθέσεις υπό
τις οποίες απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ τις πράξεις εξαγωγής, για να διασφαλίζουν
την ορθή και απλή εφαρμογή των απαλλαγών που προβλέπονται από την εν λόγω
οδηγία και να προλαμβάνουν κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή ή
κατάχρηση. Ωστόσο, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τα κράτη μέλη οφείλουν να
τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου που αποτελούν μέρος της έννομης τάξεως της
Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ιδίως η αρχή της αναλογικότητας (πρβλ.
απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Pieńkowski, C‑307/16, EU:C:2018:124, σκέψεις 32 και 33).
27 Όσον αφορά την ως άνω αρχή της αναλογικότητας,
υπενθυμίζεται ότι ένα εθνικό μέτρο βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για
την εξασφάλιση της ορθής είσπραξης του φόρου όταν εξαρτά, κατά το ουσιώδες
μέρος, το δικαίωμα απαλλαγής από τον ΦΠΑ από την τήρηση τυπικών υποχρεώσεων,
χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και, ιδίως, χωρίς να
εξετάζεται το κατά πόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές. Πράγματι, οι πράξεις
πρέπει να φορολογούνται λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών χαρακτηριστικών
τους (αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 38, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 29).
28 Επιπλέον, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις,
η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας επιτάσσει τη χορήγηση απαλλαγής από τον
ΦΠΑ ακόμη και αν οι υποκείμενοι στον φόρο δεν τήρησαν ορισμένες τυπικές
προϋποθέσεις (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 39).
29 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, υφίστανται δύο μόνον
περιπτώσεις κατά τις οποίες η μη τήρηση τυπικής προϋπόθεσης μπορεί να
συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος απαλλαγής από τον ΦΠΑ (αποφάσεις της
8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 40, και της 28ης Μαρτίου
2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 32).
30 Αφενός, η μη τήρηση τυπικής προϋπόθεσης μπορεί έχει ως
αποτέλεσμα τη μη απαλλαγή από τον ΦΠΑ εφόσον εμποδίζεται εξαιτίας της η μετά
βεβαιότητας απόδειξη της τήρησης των ουσιαστικών προϋποθέσεων (αποφάσεις της
8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 42, και της 28ης Μαρτίου
2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 35).
31 Επομένως, εάν ο μη προσδιορισμός του πραγματικού
αποκτώντος εμποδίζει, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδειχθεί ότι η
επίμαχη πράξη αποτελεί παράδοση αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146,
παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, η περίσταση αυτή μπορεί
να έχει ως συνέπεια τη μη χορήγηση της απαλλαγής κατά την εξαγωγή που
προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Αντιθέτως, αν απαιτείται σε κάθε περίπτωση να
έχει προσδιορισθεί ο αποκτών τα αγαθά στο τρίτο κράτος, χωρίς να διερευνάται αν
πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της απαλλαγής αυτής, ιδίως δε η έξοδος
των οικείων αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, δεν τηρείται ούτε η
αρχή της αναλογικότητας ούτε η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας.
32 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει
ότι δεν αμφισβητείται ότι τα οικεία αγαθά στην υπόθεση της κύριας δίκης έχουν
πωληθεί, ότι έχουν αποσταλεί εκτός της Ένωσης και ότι έχουν απομακρυνθεί υλικώς
από το έδαφος της Ένωσης, και επομένως, υπό την επιφύλαξη της εξακριβώσεως των
εν λόγω πραγματικών περιστατικών της οποίας η διενέργεια εναπόκειται στο εθνικό
δικαστήριο, η συνδρομή των κριτηρίων τα οποία πρέπει να πληροί μια πράξη
προκειμένου να συνιστά παράδοση αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146,
παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, έχει κατά τα φαινόμενα
αποδειχθεί, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν προσδιορισθεί οι πραγματικοί
αποκτώντες τα αγαθά αυτά.
33 Αφετέρου, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της αρχής της
φορολογικής ουδετερότητας με σκοπό την απαλλαγή από τον ΦΠΑ από υποκείμενο στον
φόρο που εκ προθέσεως μετέσχε σε φοροδιαφυγή η οποία υπονομεύει τη λειτουργία
του κοινού συστήματος ΦΠΑ. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν αντίκειται
στο δίκαιο της Ένωσης το να απαιτείται από τον επιχειρηματία να ενεργεί
καλόπιστα και να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από αυτόν
προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η πράξη στην οποία προέβη δεν έχει ως αποτέλεσμα
τη συμμετοχή του σε φοροδιαφυγή. Σε περίπτωση που ο συγκεκριμένος υποκείμενος
στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πράξη στην οποία προέβη αποτελούσε
μέρος απάτης την οποία διέπραξε ο αποκτών και δεν έλαβε όλα τα μέτρα που
μπορούσε ευλόγως να λάβει ώστε να την αποφύγει, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το
ευεργέτημα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ (αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 41, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 33).
34 Αντιθέτως, ο προμηθευτής δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος
για την καταβολή του ΦΠΑ, ανεξαρτήτως του αν έχει μετάσχει στη διαπραχθείσα από
τον αποκτώντα απάτη. Θα ήταν, πράγματι, προδήλως δυσανάλογο να καταλογιστεί σε
υποκείμενο στον φόρο η απώλεια φορολογικών εσόδων που οφείλεται σε δόλιες
συμπεριφορές τρίτων επί των οποίων ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο δεν ασκεί
καμία επιρροή (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Netto Supermarkt, C‑271/06, EU:C:2008:105, σκέψη 23).
35 Με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, BDV Hungary Trading (C-563/12, EU:C:2013:854), στην οποία παραπέμπει το αιτούν
δικαστήριο, το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 40 της εν λόγω αποφάσεως, ότι,
εφόσον διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής κατά την εξαγωγή
οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας
περί ΦΠΑ, ιδίως η προϋπόθεση της εξόδου των οικείων αγαθών από το τελωνειακό
έδαφος της Ένωσης, δεν οφείλεται ΦΠΑ για μια τέτοια παράδοση και δεν υφίσταται
πλέον, καταρχήν, κίνδυνος φοροδιαφυγής ή απωλειών φόρου δυνάμενος να
δικαιολογήσει τη φορολόγηση της επίμαχης πράξεως.
36 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο, χωρίς να παρέχει διευκρινίσεις
ως προς τη φύση της απάτης της οποίας φέρονται ότι αποτελούν μέρος οι επίμαχες
στην υπόθεση της κύριας δίκης πράξεις, εκθέτει ότι τα αγαθά τα οποία αφορούν οι
πράξεις αυτές έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ένωσης και επισημαίνει ότι η εν
λόγω απάτη έχει διαπραχθεί αποκλειστικά στο έδαφος τρίτου κράτους, που είναι το
κράτος του προορισμού και του τόπου καταναλώσεως των αγαθών αυτών.
37 Το γεγονός ότι οι δόλιες πράξεις διενεργήθηκαν σε τρίτο
κράτος δεν αρκεί για να αποκλεισθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε απάτης που
διαπράχθηκε σε βάρος του κοινού συστήματος ΦΠΑ και, ως εκ τούτου, εναπόκειται
στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας
δίκης πράξεις αποτελούσαν μέρος μιας τέτοιας απάτης και, σε περίπτωση κατά την
οποία αυτές αποτελούσαν μέρος μιας τέτοιας απάτης, να εκτιμήσει αν ο
υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι τούτο συνέβαινε.
38 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο και στο
δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 146,
παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο
131 της οδηγίας περί ΦΠΑ καθώς και οι αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και
της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην υπόθεση
της κύριας δίκης, κατά την οποία θεωρείται σε όλες τις περιπτώσεις ότι δεν
υφίσταται παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της ως άνω πρώτης διατάξεως, και,
κατά συνέπεια, δεν χορηγείται απαλλαγή από τον ΦΠΑ, εφόσον τα οικεία αγαθά
εξήχθησαν εκτός της Ένωσης και, μετά την εξαγωγή τους, οι φορολογικές αρχές
διαπίστωσαν ότι ο αποκτών τα εν λόγω αγαθά δεν ήταν το πρόσωπο που αναγράφεται
στο τιμολόγιο το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο στον φόρο, αλλά μια άλλη
οντότητα, η οποία δεν έχει προσδιορισθεί. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η απαλλαγή
από τον ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ,
της ως άνω οδηγίας δεν πρέπει να παρέχεται, εάν, λόγω μη προσδιορισμού του
πραγματικού αποκτώντος, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η επίμαχη πράξη αποτελεί
παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ή εάν αποδεικνύεται ότι ο
εν λόγω υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η ως άνω πράξη
αποτελούσε μέρος απάτης που διαπράχθηκε σε βάρος του κοινού συστήματος ΦΠΑ.
Επί του τρίτου ερωτήματος
39 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο
ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η οδηγία περί ΦΠΑ πρέπει να ερμηνευθεί
υπό την έννοια ότι, οσάκις, υπό περιστάσεις όπως οι περιγραφόμενες στο πρώτο
και στο δεύτερο ερώτημα, δεν αναγνωρίζεται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον
ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της
οδηγίας περί ΦΠΑ, πρέπει να εφαρμοστεί επί της επίμαχης πράξεως ο ΦΠΑ που
επιβάλλεται στις παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται στην εθνική επικράτεια
ή αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω πράξη δεν αποτελεί φορολογητέα πράξη και,
ως εκ τούτου, δεν παρέχει δικαίωμα χρήσεως του ευεργετήματος της εκπτώσεως του
ΦΠΑ εισροών.
40 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, εφόσον δεν υφίσταται
παράδοση αγαθών στην εθνική επικράτεια και πράξη απαλλασσόμενης σύμφωνα με το
άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, δεν
υφίσταται ούτε φορολογητέα πράξη ούτε δικαίωμα εκπτώσεως βάσει του άρθρου 168 ή
του άρθρου 169 της εν λόγω οδηγίας.
41 Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να
δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία περί ΦΠΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι,
οσάκις, υπό περιστάσεις όπως οι περιγραφόμενες στο πρώτο και στο δεύτερο
ερώτημα, δεν αναγνωρίζεται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ που
προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί
ΦΠΑ, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη πράξη δεν αποτελεί φορολογητέα πράξη και,
ως εκ τούτου, η εν λόγω πράξη δεν παρέχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ εισροών.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους
διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του
αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών
εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο
Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα)
αποφαίνεται:
1) Το άρθρο
146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο 131 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ
του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου
προστιθέμενης αξίας, καθώς και οι αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και της
αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην υπόθεση της
κύριας δίκης, κατά την οποία θεωρείται σε όλες τις περιπτώσεις ότι δεν
υφίσταται παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της ως άνω πρώτης διατάξεως, και,
κατά συνέπεια, δεν χορηγείται απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ),
εφόσον τα οικεία αγαθά εξήχθησαν εκτός της Ένωσης και, μετά την εξαγωγή τους,
οι φορολογικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο αποκτών τα εν λόγω αγαθά δεν ήταν το
πρόσωπο που αναγράφεται στο τιμολόγιο το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο
στον φόρο, αλλά μια άλλη οντότητα, η οποία δεν έχει προσδιορισθεί. Υπό τέτοιες
περιστάσεις, η απαλλαγή από τον ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος
1, στοιχεία αʹ και βʹ, της ως άνω οδηγίας δεν πρέπει να παρέχεται, εάν, λόγω μη
προσδιορισμού του πραγματικού αποκτώντος, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η
επίμαχη πράξη αποτελεί παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ή
εάν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να
γνωρίζει ότι η ως άνω πράξη αποτελούσε μέρος απάτης που διαπράχθηκε σε βάρος του
κοινού συστήματος ΦΠΑ..
2) Η οδηγία 2006/112 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, οσάκις, υπό τις ως άνω περιστάσεις, δεν αναγνωρίζεται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2006/112, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη πράξη δεν αποτελεί φορολογητέα πράξη και, ως εκ τούτου, η εν λόγω πράξη δεν παρέχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ εισροών.