Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 130/2017 Φύση της Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΩΣ 130/2017

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (Α’ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)

Συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2017

Σύνθεση:

Πρόεδρος : Μιχαήλ Απέσσος, Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Μέλη: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Ανδρέας Χαρλαύτης, Βασιλική Δούσκα, Νικόλαος Μουδάτσος, Αντιπρόεδροι του ΝΣΚ, Στέφανος Δέτσης, Σπυρίδων Παπαγιαννόπουλος, Παναγιώτης Παναγιωτουνάκος, Κωνσταντίνος Χαραλαμπίδης, Ευγενία Βελώνη, Νίκη Μαριόλη, Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, Στυλιανή Χαριτάκη, Νικόλαος Δασκαλαντωνάκης, Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Κωνσταντίνος Κατσούλας, Αλέξανδρος Ροϊλός, Αδαμαντία Καπετανάκη, Αθηνά Αλεφάντη, Αγγελική Καστανά, Ελένη Πασαμιχάλη, Χριστίνα Διβάνη, Ευσταθία Τσαούση, Χρήστος Μητκίδης, Διονύσιος Χειμώνας και Βασίλειος Κορκίζογλου, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.

Αριθμός ερωτήματος: Το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΕΕΦ Α 1070924 ΕΞ 2017/10.5.2017 έγγραφο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Γενική Δνση Φορολογικής Διοίκησης/Δνση Εφαρμογής Έμμεσης Φορολογίας/Τμήμα Α’).

Ερώτημα: Εάν αποτελεί φόρο εισοδήματος η ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 112 παρ. 9 του ν. 4387/2016 (Α’ 85).

Εισηγητής: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Αντιπρόεδρος ΝΣΚ.

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α’ Τακτική Ολομέλεια) γνωμοδότησε ως εξής:

Ιστορικό

1. Το εξεταζόμενο ερώτημα ανέκυψε λόγω της συμπεριλήψεως στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013), ως άρθρο 43Α αυτού, των διατάξεων περί ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, που επιβλήθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011 (Α’ 152) και διατηρήθηκε, με κάποιες διαφοροποιήσεις, με το άρθρο 52 παρ. 2 του ν. 4305/2014 (Α’ 237).

Νομοθετικό πλαίσιο

2. Με τον ν. 3985/2011 (Α’ 151) εγκρίθηκε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 – 2015. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο αποτελεί το βασικό πλαίσιο των δημοσιονομικών μεσοπρόθεσμων στόχων και προβλέψεων της γενικής κυβέρνησης και των επί μέρους φορέων της για την περίοδο 2011 – 2015 και αποτυπώνει τα όρια και τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται για την περίοδο αυτή ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες όλων των υποτομέων της γενικής κυβέρνησης, καθώς και του ύψους του χρέους της γενικής κυβέρνησης. Για την εφαρμογή των στόχων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου εκδόθηκε ο ν. 3986/2011, με τίτλο «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 – 2015» (Α’ 152). Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «… η Ελλάδα βρίσκεται εντεταγμένη σε ένα Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που μπορεί να την οδηγήσει και πάλι σε θέση αξιοπρέπειας και ισοτιμίας στην EE και στη διεθνή κοινότητα…. χρειάζονται περαιτέρω μέτρα κοινωνικής αλληλεγγύης, μέτρα κοινωνικής αντιρρόπησης και συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα …. λόγω της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, είναι ανάγκη να προταχθούν μέτρα άμεσης εφαρμογής και απόδοσης. … το κομβικό σημείο είναι η βιωσιμότητα και η διαχειρισιμότητα του δημόσιου χρέους, …. Για να επιτευχθούν οι στόχοι πρέπει πρωτίστως να ανακτήσουμε την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους εταίρους και πιστωτές μας …. Τους σκοπούς αυτούς εξυπηρετεί το παρόν νομοσχέδιο, σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην επίτευξη των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών στόχων της χώρας, μέσα σε αρνητικό διεθνή και ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων». Μεταξύ των μέτρων που θεσπίζονται με τον νόμο αυτό, προς επίτευξη των ανωτέρω στόχων, περιλαμβάνεται η επιβολή των δύο επίδικων οικονομικών επιβαρύνσεων (ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, και τέλους επιτηδεύματος).

3. Στο άρθρο 29 του ν. 3986/2011 (Α’ 152) ορίσθηκαν, πλην άλλων, τα εξής:

«1. Επιβάλλεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων, που προέκυψαν κατά τις διαχειριστικές χρήσεις 2010 έως και 2014 και δηλώνονται με τις δηλώσεις των αντίστοιχων οικονομικών ετών 2011-2015.

2. Για την επιβολή της εισφοράς, λαμβάνεται υπόψη το ετήσιο συνολικό καθαρό ατομικό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή σχολάζουσας κληρονομιάς. Το τεκμαρτό εισόδημα λαμβάνεται υπόψη πριν από τις μειώσεις του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε1. Εξαιρούνται και δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 6, της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε.2 Επίσης, εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς οι μακροχρόνια άνεργοι που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, καθώς και όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον εν λόγω οργανισμό, εφόσον κατά το χρόνο της βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα. Από την υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς εξαιρούνται, επίσης, οι μακροχρόνια άνεργοι ναυτικοί που είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους προσφερομένων προς ναυτολόγηση του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας (Γ.Ε.Ν.Ε.), στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι σχετικοί κατάλογοι των Αιμενικών Αρχών που λειτουργούν ως παραρτήματά του, καθώς και όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον εν λόγω Φορέα, εφόσον κατά το χρόνο βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα.3

34. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται ως εξής:

α) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από δώδεκα χιλιάδες ένα (12.001) ευρώ έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%) επί ολόκληρου του ποσού.

β) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από είκοσι χιλιάδες ένα (20.001) ευρώ έως και πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή δύο τοις εκατό (2%) επί ολόκληρου του ποσού.

γ) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από πενήντα χιλιάδες ένα (50.001) έως και εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) επί ολόκληρου του ποσού.

δ) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα (100.001) ευρώ και άνω, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%) επί ολόκληρου του ποσού.

ε) Για το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 2, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Βουλής, των Βουλευτών, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, των Υπουργών, … των Ευρωβουλευτών, των Δημάρχων … η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) επί ολόκληρου του ποσού. Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση ώστε το συνολικό καθαρό εισόδημα που προκύπτει μετά την αφαίρεση της ειδικής εισφοράς να μην υπολείπεται του καθαρού εισοδήματος που απομένει μετά την αφαίρεση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η οποία υπολογίστηκε με την εφαρμογή του αμέσως προηγούμενου συντελεστή.

4. α) Η εισφορά του παρόντος βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε.

β) Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο.

γ) Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.

5. α) Η εισφορά που επιβάλλεται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις5

β) Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου βεβαιώνεται αυτή. …

γ) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται η ειδικότερη διαδικασία για τη βεβαίωση και είσπραξη των εισφορών και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

6… 7 …

8. Οι διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 4 και των περιπτώσεων α ‘ και γ ‘ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για την ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων που επιβάλλεται και βεβαιώνεται στο οικονομικό έτος 2011. Για τα οικονομικά έτη 2012-2015 η ειδική εισφορά αλληλεγγύης του παρόντος άρθρου βεβαιώνεται με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του ΚΦΕ και εμφανίζεται στο εκκαθαριστικό σημείωμα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος κάθε οικονομικού έτους. Στα ανωτέρω εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 2013-2015 εμφανίζονται και τα παρακρατούμενα ποσά της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται ο ειδικότερος τρόπος αποτύπωσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για τη χρήση 2011 στο εκκαθαριστικό σημείωμα και ο ειδικότερος τρόπος καταβολής αυτής.

9. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων του παρόντος άρθρου δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ή από το φόρο της κλίμακας του άρθρου 9 του ΚΦΕ.»6

4. Εν συνεχεία, με το άρθρο 52 παρ. 2 του ν. 4305/2014 (Α’ 237) ορίσθηκε ότι «2. Η Ειδική Εισφορά αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 (Α’ 152) επιβάλλεται και στα εισοδήματα που αποκτώνται κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016 με μειωμένους τους συντελεστές των περιπτώσεων α’, β’, γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού κατά τριάντα τοις εκατό (30%)».

5. Περαιτέρω, με το ν. 4336/2015 (Α’ 94) και συγκεκριμένα στο άρθρο 3, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ», ψηφίσθηκε για την Ελλάδα «Μνημόνιο Συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ». Σκοπός του εν λόγω Μνημονίου, όπως προκύπτει από τα ειδικότερα σε αυτό διαλαμβανόμενα, είναι, πλην άλλων, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, με στόχο την επίτευξη δημοσιονομικού πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ, μέσω δημοσιονομικών και φορολογικών μεταρρυθμίσεων, η διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα και οι επενδύσεις. Στο πλαίσιο των δεσμεύσεων του εν λόγω Μνημονίου, οι ελληνικές αρχές δεσμεύτηκαν «να διασφαλίσουν τον βιώσιμο χαρακτήρα των δημόσιων οικονομικών και να επιτυγχάνουν σημαντικά και βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα μεσοπρόθεσμα, τα οποία θα μειώνουν σταθερά το λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ» και η Κυβέρνηση δεσμεύθηκε «να θεσπίσει μεταρρυθμίσεις τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση φορολογία, για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και εισπραξιμότητας» (2.2. του Μνημονίου), ειδικώς δ’ όσον αφορά τον φόρο εισοδήματος ανέλαβε τη δέσμευση όπως «έως τον Οκτώβριο του 2015…α) β) θα αναμορφώσει και θα ενσωματώσει στον ΚΦΕ την εισφορά αλληλεγγύης επί του εισοδήματος, από το 2016, ώστε να επιτυγχάνεται με αποτελεσματικότερο τρόπο η προοδευτικότητα του συστήματος φορολογίας εισοδήματος…» (2.2. iii του Μνημονίου).

6. Προς υλοποίηση της αμέσως ανωτέρω δεσμεύσεως, με το άρθρο 112 παρ. 9 του ν. 4387/2016 (Α’ 85) προστέθηκε στο νέο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), το άρθρο 43Α, υπό τον τίτλο «Επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα», το οποίο έχει ως εξής:

«1. Επιβάλλεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων ή σχολάζουσας κληρονομιάς. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του εισοδήματος, όπως αυτό προκύπτει από την άθροιση των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία και συντάξεις, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από κεφάλαιο, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό.

2. Εξαιρούνται και δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, η αποζημίωση για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης της περίπτωσης ε’ της παρ. 3 του άρθρου 12 και της περίπτωσης στ’ της παρ. 1 του άρθρου 14. Επίσης, εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς οι μακροχρόνια άνεργοι που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, καθώς και όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον εν λόγω οργανισμό, εφόσον κατά το έτος της βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα. Από την υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς εξαιρούνται, επίσης, οι μακροχρόνια άνεργοι ναυτικοί που είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους προσφερομένων προς ναυτολόγηση του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας (Γ.Ε.Ν.Ε.), στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι σχετικοί κατάλογοι των Λιμενικών Αρχών που λειτουργούν ως παραρτήματά του, καθώς και όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον εν λόγω Φορέα, εφόσον κατά το χρόνο βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα.

3. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα της παραγράφου 1 υπολογίζεται με την ακόλουθη κλίμακα:

Εισόδημα σε ευρώ Εισφορά Αλληλεγγύης
0-12.000 0%
12.001 – 20.000 2,20%
20.001-30.000 5,00%
30.001-40.000 6,50%
40.001 – 65.000 7,50%
65.001 – 220.000 9,00%
>220.000 10,00%
  1. α) Η εισφορά προσδιορίζεται με βάση τους εκτελεστούς τίτλους είσπραξης που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ), όπου στην περίπτωση διοικητικού προσδιορισμού φόρου, εμφανίζεται στην πράξη προσδιορισμού του φόρου, μαζί με το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων κάθε φορολογικού έτους.β) Η προθεσμία άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 63 του ΚΦΔ, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.

    5. α) Για την καταβολή του ποσού της εισφοράς εφαρμόζονται οι διατάξεις της καταβολής φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων της παρ. 6 του άρθρου 67.

    β) Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου υπολογίζεται αυτή. Για τους έγγαμους, εφόσον συντρέχει περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 67, η οφειλή για εισφορά που αναλογεί στα εισοδήματά τους υπολογίζεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο. Σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου, οι κληρονόμοι του ευθύνονται για την καταβολή της εισφοράς ανάλογα με το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας.

    6. Στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που αποκτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα (1) έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαίρεση τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Η παρακράτηση διενεργείται κατά την καταβολή και υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα που ορίζεται στην παράγραφο 3. Για την απόδοση των ποσών αυτών που παρακρατήθηκαν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 60.

    7. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ούτε από το φόρο εισοδήματος.

    8. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων μπορεί να καθορίζεται η ειδικότερη διαδικασία για τη βεβαίωση και είσπραξη της εισφοράς, ο τρόπος αποτύπωσής της στην πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, ο τρόπος παρακράτησης και ο τρόπος αναγωγής των αμοιβών σε ετήσιο εισόδημα, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου».

    Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του άρθρου 112 του ν. 4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 4 του ν. 4389/2016 (Α’ 94), οι διατάξεις του άρθρου 43Α του νέου ΚΦΕ (ν. 4172/2013), έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2016 και επόμενα.

    Εξ άλλου, συναφώς προς τις ρυθμίσεις του άρθρου 43Α, με το άρθρο 112 παρ. 12 του ν. 4387/2016 ορίσθηκε ότι «12. Στο Παράρτημα του Ν. 4174/2013 οι λέξεις «Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης Φυσικών Προσώπων (άρθρο 29 του Ν. 3986/2011)» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης Φυσικών Προσώπων (άρθρο 29 του Ν. 3986/2011 και του άρθρου 43Α του Ν. 4172/2013)».

    Ερμηνεία των διατάξεων

    7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση επί του άρθρου 29 ν. 3986/2011, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα επιβλήθηκε σε φορολογουμένους με εισόδημα που υπερβαίνει ένα κατώτερο χρηματικό όριο, και επομένως, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, έχουν και μεγαλύτερη φοροδοτική ικανότητα και μπορούν, ως εκ τούτου, να συμβάλλουν, αυτοί και όχι οι μειωμένου εισοδήματος συμπολίτες τους, στην κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών της χώρας. Η εισφορά επιβλήθηκε «με δεδομένη την εξόχως δύσκολη δημοσιονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας, με το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα και το υπέρογκο δημόσιο χρέος και με γνώμονα το δημοσιονομικό συμφέρον της χώρας» και προς τον σκοπό της άμεσης αντιμετώπισης της εν λόγω δημοσιονομικής κατάστασης με συμμετοχή κάθε πολίτη στην προσπάθεια αυτή και ανάλογα με την ικανότητά του να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη7. Συνεπώς, πρόκειται για οριστική χρηματική παροχή προς το κράτος, που έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και παρέχεται χωρίς ειδικό αντάλλαγμα, με σκοπό την κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας, ήτοι προς εξυπηρέτηση γενικωτέρου κρατικού σκοπού, η οποία, ενόψει των εννοιολογικών αυτών χαρακτηριστικών της, συνιστά φόρο (ΣτΕ 2653/2015, ΟλΣτΕ 1972/2012). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αντικείμενο της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης αποτελούσε, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3986/2011, το «ετήσιο συνολικό καθαρό ατομικό εισόδημα» των φυσικών προσώπων των οικονομικών ετών 2011-2015, «πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο», περαιτέρω δε ορίσθηκε ότι, υπό ωρισμένες προϋποθέσεις εξαιρούνται και δεν προσμετρώνται κατηγορίες εισοδημάτων και κύκλος προσώπων (πρόκειται, αντιστοίχως, για την απαλλαγή μισθών, συντάξεων κλπ που χορηγούνται σε πρόσωπα ολικώς τυφλά ή που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες, μακροχρονίως άνεργοι κλπ). Από τις διατυπώσεις αυτές του ανωτέρω άρθρου, συνάγεται ότι οι έννοιες του πραγματικού, τεκμαρτού και απαλλασσόμενου εισοδήματος, επί των οποίων επιβάλλεται η εισφορά, λαμβάνονται όπως έχουν παγίως καθορισθεί από τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994). Τούτο προκύπτει, περαιτέρω, και από την πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 ότι η εισφορά βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994).

    8. Περαιτέρω, η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης, επιβλήθηκε, όπως ήδη εκτέθηκε, ως μέτρο αναγκαίο, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσεως, στο άνω ορισμένου ορίου ετήσιο συνολικό καθαρό ατομικό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, των φυσικών προσώπων, που προκύπτει κατά τις διαχειριστικές χρήσεις των ετών 2010 έως και 2014. Το ύψος της υπολογίζεται επί ολοκλήρου του ποσού του εν λόγω εισοδήματος, με συντελεστή ο οποίος, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο νόμο, βαίνει αυξανόμενος κατά κατηγορίες εισοδημάτων, όπως αυτά προκύπτουν για τα αντίστοιχα οικονομικά έτη 2011 – 2015 από τους οικείους τίτλους και ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας του εισοδήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, όπως παγίως έχει κριθεί σε ανάλογες περιπτώσεις επιβολής εκτάκτων εισφορών (ΣτΕ 1685, 3408, 3409/2013 Ολομ., 1317, 1318/1979, Ολομ. κ.α.), η εν λόγω εισφορά, αποτελεί μεν φόρο, δεν έχει όμως ως αντικείμενο τα ως άνω εισοδήματα επί των οποίων επιβλήθηκε, τουτέστιν δεν αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος, αλλά, απλώς, τα εισοδήματα αυτά θεωρήθηκαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ως τα πλέον ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της φοροδοτικής ικανότητας, στην οποία απέβλεψε, απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και, συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς8, έτσι ώστε να επιβαρυνθούν με την εισφορά οι φορολογούμενοι σύμφωνα με την κατηγορία του εισοδήματος στην οποία ανήκουν (ΣτΕ 2653/2015, πρβλ ΟλΣτΕ 99/2017, ΣτΕ 1/2016).

    9. Εν συνεχεία, με το άρθρο 52 παρ. 2 του ν. 4305/2014 (Α’ 237) η ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα, του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 (Α’ 152), όπως οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου και νόμου είχαν διαμορφωθεί μέχρι τότε με τις τροποποιήσεις και προσθήκες που επήλθαν με διάφορα νομοθετήματα, επιβλήθηκε και στα αποκτώμενα κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016 εισοδήματα, με μόνη διαφοροποίηση των συντελεστών υπολογισμού της κατά τριάντα τοις εκατό (30%). Ωστόσο, στην πραγματικότητα η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 του ν. 4305/2014 ίσχυσε μόνο για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2015, δεδομένου ότι, ως ήδη ελέχθη, με την παράγραφο 11 του άρθρου 112 του ν. 4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 4 του ν. 4389/2016 (Α’ 94), για την εισφορά αλληλεγγύης των αποκτωμένων από το φορολογικό έτος 2016 και επόμενα εισοδημάτων, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 43Α του νέου ΚΦΕ (ν. 4172/2013), όπως ισχύουν διαχρονικώς.

    10. Εκ της επισκοπήσεως και αντιπαραβολής των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 43Α του νέου ΚΦΕ, προς αυτές του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, όπως οι τελευταίες είχαν διαμορφωθεί μέχρι τότε με τις τροποποιήσεις και προσθήκες που επήλθαν με διάφορα νομοθετήματα, προκύπτει ότι οι διατάξεις και των δύο νομοθετημάτων είναι, κατά βάση, ταυτοσήμου περιεχομένου, οι μόνες δε διαφοροποιήσεις των διατάξεων του άρθρου 43Α του νέου ΚΦΕ έναντι αυτών του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, συνίστανται: (α) στην εξειδίκευση των κατηγοριών των εισοδημάτων με βάση τα οποία υπολογίζεται η εισφορά αλληλεγγύης (άθροισμα εισοδημάτων από μισθωτή εργασία και συντάξεις, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από κεφάλαιο, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου), αντί της γενικής διατυπώσεως «ετήσιο συνολικό καθαρό ατομικό εισόδημα», (β) στην προσαρμογή των διατάξεων στο νέο ΚΦΕ και στην αναφορά των παραπεμπομένων στον εν λόγω Κώδικα διατάξεων και (γ) στα κλιμάκια του εισοδήματος και τους συντελεστές των κλιμακίων για τον υπολογισμό της εισφοράς.

    11. Συνεπώς, και η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 43Α του νέου ΚΦΕ (ν. 4172/2013) ειδική εισφορά αλληλεγγύης, επιβλήθηκε, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω στην παράγραφο 5 της παρούσης, στο πλαίσιο μνημονιακής δεσμεύσεως, ως μέτρο αναγκαίο, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, προς αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, με στόχο την επίτευξη δημοσιονομικού πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ, μέσω δημοσιονομικών και φορολογικών μεταρρυθμίσεων, τη διασφάλιση του βιώσιμου χαρακτήρα των δημοσίων οικονομικών και την επίτευξη σημαντικών και βιωσίμων πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία θα μειώνουν σταθερά το λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Αντιθέτως, ο φόρος επί του εισοδήματος επιβάλλεται με σκοπό την εξυπηρέτηση παγίων λειτουργικών αναγκών του Κράτους (υγεία, παιδεία, άμυνα κλπ), ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη ειδικών συνθηκών, οι οποίες ημπορούν και μόνον να διαφοροποιήσουν το ύψος του φόρου. Συνεπώς, η εν λόγω εισφορά παρέχεται χωρίς ειδικό αντάλλαγμα προς εξυπηρέτηση γενικωτέρου κρατικού σκοπού. Περαιτέρω, το ύψος της εισφοράς υπολογίζεται μεν επί ολοκλήρου του ποσού του εισοδήματος, αλλά με συντελεστή κατά κλιμάκιο εισοδήματος, ο οποίος, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο νόμο, βαίνει αυξανόμενος κατά κλιμάκιο εισοδήματος και ανεξάρτητα εάν τα εισοδήματα είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας του εισοδήματος, σε αντίθεση με το φόρο επί του εισοδήματος, ο οποίος επιβάλλεται μόνο στο φορολογητέο εισόδημα. Τα κλιμάκια και οι συντελεστές κλιμακίων εισοδήματος με βάση τα οποία υπολογίζεται η εισφορά είναι εντελώς διάφορα από αυτά της κάθε κατηγορίας εισοδήματος (π.χ. άρθρο 15 του νέου ΚΦΕ για το φόρο εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις, άρθρο 29 για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα, άρθρο 40 για εισόδημα από κεφάλαιο), οι δε απαλλαγές ωρισμένης φύσεως εισοδημάτων και κατηγοριών προσώπων από το φορολογητέο εισόδημα και από τον προκύπτοντα φόρο είναι εντελώς διάφορες στον φόρο επί του εισοδήματος σε σχέση με αυτές της εισφοράς. Ενόψει των εννοιολογικών αυτών χαρακτηριστικών της, η εισφορά, κατά τα ήδη αναπτυχθέντα και στις παραγράφους 7 και 8 της παρούσης επί της εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, τα οποία ισχύουν και για την επίμαχη εισφορά, συνιστά φόρο, δεν έχει όμως ως αντικείμενο τα ως άνω εισοδήματα επί των οποίων επιβλήθηκε, τουτέστιν δεν αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος, αλλά, απλώς, τα εισοδήματα αυτά θεωρήθηκαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ως τα πλέον ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της φοροδοτικής ικανότητας, στην οποία απέβλεψε, απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και, συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της εισφοράς, έτσι ώστε να επιβαρυνθούν με την εισφορά οι φορολογούμενοι σύμφωνα με την κατηγορία του εισοδήματος στην οποία ανήκουν (ΣτΕ 2653/2015, πρβλ ΟλΣτΕ 99/2017, ΣτΕ 1/2016).

    12. Το γεγονός ότι οι διέπουσες την εισφορά αλληλεγγύης διατάξεις εντάχθηκαν στο νέο ΚΦΕ δεν παρίσταται ικανό, ενόψει και των όσων ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω (παράγραφος 11), να μεταβάλει τον χαρακτήρα της επίμαχης εισφοράς ως τοιαύτης ως φόρου επί του εισοδήματος και η γενομένη αναφορά στο πλαίσιο της προεκτεθείσης μνημονιακής δεσμεύσεως, (βλ. παράγραφο 5 της παρούσης), περί ενσωματώσεως «στον ΚΦΕ την εισφορά αλληλεγγύης επί του εισοδήματος», έχει προφανώς την έννοια της εντάξεως στον εν λόγω Κώδικα των διατάξεων για την εισφορά, λόγω του ότι βάση υπολογισμού της αποτελεί το εισόδημα, η δε φράση «επί του εισοδήματος» είναι διηγηματική του τρόπου υπολογισμού της και δεν αποσκοπούσε στην πρόσδοση στην εισφορά του χαρακτήρα της ως φόρου επί του εισοδήματος. Άλλωστε, ο χαρακτηρισμός της εισφοράς ως φόρου εισοδήματος θα οδηγούσε στο άτοπο της απαλλαγής από αυτήν με βάση απαλλακτικές διατάξεις που αφορούν στον φόρο εισοδήματος, ενόσω στο άρθρο 43Α του νέου ΚΦΕ περιέχονται ειδικές απαλλακτικές ρήτρες για την εισφορά.

    13. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι, με το άρθρο 13(§§1-2) του ν. 4472/2017 (Α’ 74), αντικαταστάθηκαν το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 43Α του νέου ΚΦΕ και ορίσθηκε ότι η ειδική εισφορά αλληλεγγύης επιβάλλεται στα εισοδήματα άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ (αντί των 12.000 ευρώ) και η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου και νόμου, διαφοροποιηθέντων μόνο των κλιμακίων εισοδήματος και των συντελεστών αυτών για τον υπολογισμό της εισφοράς. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 στοιχεία α’ και γ’ του ν. 4472/2017, οι τροποποιητικές διατάξεις τίθενται σε εφαρμογή από 1-1-2020, υπό τις τασσόμενες στις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις. Υπό τα δεδομένα αυτά, η απάντηση επί του ερωτήματος δεν διαφοροποιείται ούτε υπό το καθεστώς των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 43Α του νέου ΚΦΕ, η εφαρμογή των οποίων, πάντως, ανάγεται σε μεταγενέστερο χρόνο και είναι ηρτημένη, ως εξαρτωμένη από προϋποθέσεις.

    Απάντηση

    14. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α’ Τακτική Ολομέλεια) γνωμοδοτεί, ομοφώνως, ότι η ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2014, Α’ 167), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 112 παρ. 9 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), δεν αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος.

    ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ

    Αθήνα, 30η Μαΐου 2017

    Ο Πρόεδρος
    Μιχαήλ Α. Απέσσος
    Πρόεδρος ΝΣΚ

    Ο εισηγητής
    Αλέξανδρος Γερ. Καραγιάννης
    Αντιπρόεδρος ΝΣΚ

    _______________________
    1. Η παραπομπή του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 στον ΚΦΕ νοείται γενομένη στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που κυρώθηκε με το ν. 2238/1994.
    2. Το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε μετέπειτα με το άρθρο 38 παρ. 5ββ του ν. 4024/2011 (Α’ 226) ως εξής: «Εξαιρούνται και δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, τα εισοδήματα της παρ. 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ’της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε.».
    3. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 προστέθηκε με το άρθρο 215 του ν. 4072/2012 (Α’ 86).
    4. Η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε μετέπειτα με το άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 4334/2015 (Α’ 80) ως εξής:
    «3. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται ως εξής:
    α) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από δώδεκα χιλιάδες ένα (12.001) ευρώ έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή μηδέν κόμμα επτά τοις εκατό (0,7%) επί ολόκληρου του ποσού.
    β) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από είκοσι χιλιάδες ένα (20.001) ευρώ έως και τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή ένα κόμμα τέσσερα τοις εκατό (1,4%) επί ολόκληρου του ποσού.
    γ) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από τριάντα χιλιάδες ένα (30.001) έως και πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή δύο τοις εκατό (2%) επί ολόκληρου του ποσού, δ) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από πενήντα χιλιάδες ένα (50.001) έως και εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%) επί ολόκληρου του ποσού
    ε) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα (100.001) ευρώ έως και πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) επί ολόκληρου του ποσού.
    στ) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από πεντακόσιες χιλιάδες ένα (500.001) και άνω, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%) επί ολόκληρου του ποσού.
    ζ) Για το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 2, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Βουλής, των Βουλευτών, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, των Υπουργών, των Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών, των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων, των Γενικών Γοαμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των Περιφερειαρχών, των Ευρωβουλευτών, των Δημάρχων και των προσώπων των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του Συντάγματος, εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές τους είναι τουλάχιστον ίσες με τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010 (Α’ 40), η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%) επί ολόκληρου του ποσού. Το ποσό της έκτακτης εισφοράς από 1.1.2015 περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση ώστε το συνολικό καθαρό εισόδημα που προκύπτει μετά την αφαίρεση της ειδικής εισφοράς να μην υπολείπεται του καθαρού εισοδήματος που απομένει μετά την αφαίρεση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η οποία υπολογίστηκε με την εφαρμογή του αμέσως προηγούμενου συντελεστή».
    5. Η περίπτωση α’ αντικαταστάθηκε μετέπειτα με το άρθρο 4§3 του ν. 4051/2012 (Α’ 40) ως εξής: «α) Για την καταβολή του ποσού της εισφοράς του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994)» και ίσχυσε από τις δηλώσεις του οικονομικού έτους 2012 (άρθρο 4§4 ν. 4051/2012)
    6. Οι παράγραφοι 8 και 9 προστέθηκαν με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 4024/2011 (Α’ 226).
    7. Έκτακτες εισφορές με βάση υπολογισμού το εισόδημα ή τον φόρο επί του εισοδήματος είχαν επιβληθεί και κατά το παρελθόν με διάφορα νομοθετήματα, για την αντιμετώπιση έκτακτων και εξαιρετικά πιεστικών δημοσιονομικών αναγκών (με το ν.δ. 44/1974, μετά τον πόλεμο στην Κύπρο, με τον ν. 816/1978, μετά τον σεισμό στη Θεσσαλονίκη το έτος 1978, με τον ν. 1579/1985 στο πλαίσιο προγράμματος για την σταθεροποίηση της οικονομίας) – βλ. ΟλΣτΕ 99/2017, 1/2016).
    8. Δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της φορολογικής ισότητας, όταν το ίδιο πρόσωπο υποβάλλεται για την ίδια φορολογητέα ύλη σε διάφορες φορολογίες βάσει διαφορετικών διατάξεων (ΣτΕ 933, ΣτΕ 934/1952, ΣτΕ 924/1954, ΣτΕ 1396/1956, ΣτΕ 153/1960, ΣτΕ 429/1986, ΣτΕ 430/1986, ΣτΕ 431/1986, ΣτΕ 432/1986, ΣτΕ 4071/1987 κ.ά, ΝΣΚ 634/2012).

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1062/2017 Διευκρινίσεις για την εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν.4172/2013 καθώς και της ΑΥΟ ΠΟΛ. 1005/2017 (ΦΕΚ Β’145) σχετικά με τη μείωση του φόρου εισοδήματος.

ΑΘΗΝΑ, 12 Απριλίου 2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α’

Ταχ. Δ/νση: ΚΑΡ. ΣΕΡΒΙΑΣ 10
Ταχ. Κώδικας: 10184 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Σ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
Τηλέφωνο: 2103375315-6
Fax: 2103375001
E-Mail: [email protected]

ΠΟΛ:1062

ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις για την εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν.4172/2013 καθώς και της ΑΥΟ ΠΟΛ. 1005/2017 (ΦΕΚ Β’145) σχετικά με τη μείωση του φόρου εισοδήματος.

Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα που έχουν τεθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Η μείωση του φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 16 του ν.4172/2013 υπολογίζεται στα εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις του άρθρου 12, καθώς και στην προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων που σύμφωνα με τις περιπτώσεις α’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 34 φορολογείται με την κλίμακα του άρθρου 15 του ν.4172/2013 που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2017 και εφεξής.
Επιπλέον, οι μειώσεις του φόρου του άρθρου 16 του ν.4172/2013 εφαρμόζονται και για τους κατ’ επάγγελμα αγρότες όπως αυτοί ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία (άρθρο 65 του ν.4389/2016), εφόσον δηλαδή τουλάχιστον το 50% του εισοδήματός τους προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα. Στην περίπτωση που αποκτάται εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή/και από ατομική αγροτική επιχείρηση μαζί με εισόδημα από λοιπές κατηγορίες, η μείωση του φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 16 θα είναι αυτή που αναλογεί μόνο στο μέρος του εισοδήματος που προέρχεται αποκλειστικά από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή/και από ατομική αγροτική επιχείρηση. Ωστόσο, όταν αποκτάται εισόδημα από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, μαζί με εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα, η μείωση του φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 16 υπολογίζεται μόνον στο εισόδημα που αποκτάται από την αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το εάν αυτός χαρακτηρίζεται ως κατ’ επάγγελμα αγρότης σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και του ποσοστού συμμετοχής του εισοδήματός του από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα σε σχέση με το συνολικό εισόδημα (σχετική η ΠΟΛ1107/2016 εγκύκλιος).

2. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1005/12.1.2017, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της περ. στ’ της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 4172/2013, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για να διατηρηθεί η μείωση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν.4172/2013, ο φορολογούμενος απαιτείται να πραγματοποιήσει δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών στην ημεδαπή ή σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ε.Ο.Χ., οι οποίες να έχουν εξοφληθεί με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, όπως ενδεικτικά κάρτες και μέσα πληρωμής με κάρτες (χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες, προπληρωμένες κάρτες (prepaid card)), μέσω λογαριασμού πληρωμών Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010 (μεταφορά πίστωσης, εντολές άμεσης χρέωσης, πάγιες εντολές, τραπεζικές ή ταχυδρομικές επιταγές), μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking), ηλεκτρονικού πορτοφολιού (e-wallet), κ.λπ..

Διευκρινίζεται ότι όταν η καταβολή των φορολογουμένων προς τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών του ν.3862/2010 για την εξόφληση της δαπάνης γίνεται με μετρητά (σε γκισέ ή σε easy-pay μηχάνημα) λαμβάνεται υπόψη για τη διατήρηση της μείωσης φόρου του άρθρου 16 του ν.4172/2013.

3. Με τις διατάξεις του άρθρου 2 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1005/12.1.2017 ορίζονται οι δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών που λαμβάνονται υπόψη. Οι δαπάνες αυτές πρέπει να πραγματοποιούνται μέσα στο τρέχον φορολογικό έτος (2017) και ειδικά σε ό,τι αφορά τις δαπάνες που εξοφλούνται με πιστωτικές κάρτες, δεν εξετάζεται ο τρόπος εξόφλησης αυτών (εφάπαξ ή σε δόσεις).
Επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις κοινών τραπεζικών λογαριασμών σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (κάθε μορφής στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό) οι πραγματικοί δικαιούχοι, οι οποίοι καθορίζονται με βάση τις πραγματικές περιστάσεις, μπορούν να χρησιμοποιούν τους εν λόγω λογαριασμούς ανάλογα με τις πραγματοποιούμενες δαπάνες τους. Τα ίδια ισχύουν και για πιστωτικές κάρτες με δικαιούχους κύρια και πρόσθετα μέλη.

Σημειώνεται ότι ειδικά για τους λογαριασμούς ΔΕΚΟ που είναι σε όνομα διαφορετικό από αυτόν που καταβάλλει, γίνονται δεκτές οι εν λόγω δαπάνες, εφόσον ο καταβάλλων την δαπάνη είναι και ο πραγματικός χρήστης του ακινήτου.

Διευκρινίζεται ότι προκειμένου να διατηρηθεί η μείωση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν.4172/2013, στην περίπτωση δαπανών των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίες εξοφλούνται από τον διαχειριστή της πολυκατοικίας με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, οι εν λόγω δαπάνες θα λαμβάνονται υπόψη μετά τον επιμερισμό τους στους ενοίκους ή στους ιδιοκτήτες των οριζόντιων ιδιοκτησιών.

4. Για την απόδειξη της εξόφλησης με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής των δαπανών απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1005/12.1.2017, γίνεται δεκτό κάθε πρόσφορο μέσο όπως ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, κατάσταση κίνησης τραπεζικού λογαριασμού (bank statement) ή αντίγραφο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού, αναλυτική εικόνα καρτών, αποδεικτικά κατάθεσης ή εξόφλησης, αντίγραφο του τερματικού μηχανήματος (POS) κ.λπ. και δεν απαιτείται η συλλογή αποδείξεων.
Επισημαίνεται ότι τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την απόδειξη της δαπάνης για απόκτηση αγαθών και λήψης υπηρεσιών φυλάσσονται από τους φορολογούμενους μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της αρχικής δήλωσης.

5. Όσον αφορά τους φορολογούμενους που εξαιρούνται από την υποχρέωση χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής για την πραγματοποίηση των δαπανών τους, αλλά απαιτείται να προσκομίσουν αποδείξεις ίσης αξίας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1005/12.1.2017, για να διατηρηθεί η μείωση φόρου του άρθρου 16 του ν.4172/2013, οι αποδείξεις αυτές θα πρέπει να έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4308/2014 (ΕΛΠ).

Διευκρινίζεται ότι στην ως άνω περίπτωση εμπίπτουν μεταξύ άλλων οι φορολογούμενοι οι οποίοι μέχρι το τέλος του φορολογικού έτους πραγματοποίησης των δαπανών έχουν συμπληρώσει το εβδομηκοστό (70ο) έτος της ηλικίας. Για το τρέχον δηλαδή έτος όσοι έχουν γεννηθεί έως και την 31.12.1947.

Σημειώνεται ότι οι εν λόγω φορολογούμενοι που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 3 της ίδιας ως άνω ΑΥΟ, εφόσον το επιθυμούν έχουν τη δυνατότητα να εξοφλούν τις δαπάνες τους και με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

6. Με το άρθρο 5 της εν λόγω ΑΥΟ Π0Λ.1005/2017 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που καλύπτεται το απαιτούμενο ποσό δαπανών από οποιονδήποτε εκ των δυο συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης, το τυχόν πλεονάζον ποσό δύναται κατά την εκκαθάριση να μεταφερθεί στον άλλο σύζυγο ή στο άλλο μέρος συμφώνου συμβίωσης για τυχόν κάλυψη του ελάχιστα απαιτούμενου ποσού δαπανών. Όταν ένας εκ των δυο συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης πραγματοποιεί δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών αλλά δεν δικαιούται την προβλεπόμενη μείωση φόρου του άρθρου 16 του ν.4172/2013 με βάση τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 της παρούσας, το ποσό των δαπανών δύναται κατά την εκκαθάριση να μεταφερθεί στον άλλο σύζυγο ή στο άλλο μέρος συμφώνου συμβίωσης για τυχόν κάλυψη του ελάχιστα απαιτούμενου ποσού δαπανών.

7. Τέλος, σημειώνεται ότι οι δαπάνες για απόκτηση αγαθών και λήψης υπηρεσιών είναι αυτές που πραγματοποιεί στην ημεδαπή ή σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ε.Ο.Χ. ο φορολογούμενος για τον ίδιο ή τον άλλο σύζυγό του ή το άλλο μέλος του συμφώνου συμβίωσης καθώς και για τα εξαρτώμενα μέλη αυτού όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 11 του ν.4172/2013.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ Α.Α.Δ.Ε.
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1049/2017 Ρύθμιση ζητημάτων σχετικά με τη Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού σύμφωνα με τις διμερείς Συμβάσεις για την Αποφυγή της Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος

Αριθμ. ΠΟΛ. 1049

(ΦΕΚ Β’ 1235/7-4-2017)

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις περί διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού των Συμβάσεων για την Αποφυγή της Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος που έχει συνάψει η Ελλάδα, όπως αυτές αναφέρονται στο συνημμένο παράρτημα το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας.

2. Τις διατάξεις του ν. 4174/2013 και ιδίως των άρθρων 41 παρ. 4, 45 παρ. 2 περ. θ’ και 63Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170), όπως ισχύουν.

3. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 94) και ειδικότερα των άρθρων 1, 2, 13, 14, 17 και 41, όπως ισχύουν.

4. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 (222 Α΄), όπως ισχύει, περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 και της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

5. Την αριθμ. 1/20.1.2016 (ΦΕΚ 18/Υ.Ο.Δ.Δ./20.1.2016) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

6. Τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 4174/2013 και ειδικότερα, τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού, με τις οποίες εξουσιοδοτείται ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και να αναθέτει καθήκοντά του σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

7. Την αριθμ. Δ6Α 1036682 ΕΞ2014/25.2.2014 (Β΄ 478 και 558) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής «Με εντολή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων» σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης», όπως ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

8. Την αριθμ. Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.3.2017 (Β΄ 968) απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».

9. Το γεγονός ότι με την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη στον Κρατικό Προϋπολογισμό,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα απόφαση ρυθμίζει ζητήματα που διέπουν τη Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού (στο εξής ΔΑΔ), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των Συμβάσεων Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (στο εξής ΣΑΔΦΕ) που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και είναι σε ισχύ. Αναλυτικός κατάλογος των ΣΑΔΦ προσαρτάται ως παράρτημα της παρούσας.

2. Η έναρξη της ΔΑΔ προϋποθέτει την υποβολή αιτήματος από τα πρόσωπα που ορίζουν οι οικείες διατάξεις των ΣΑΔΦΕ. Εάν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών έχουν ή θα έχουν γι’ αυτό ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της εκάστοτε ΣΑΔΦΕ, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Κρατών, να θέσει την υπόθεσή του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους, του οποίου είναι κάτοικος. Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει μεταγενέστερα μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στο αντισυμβαλλόμενο κράτος, η αίτηση πρέπει να υποβληθεί στο κράτος όπου ήταν κάτοικος κατά το έτος επιβολής φόρου κατά παράβαση των διατάξεων της ΣΑΔΦΕ. Στις περιπτώσεις που το αίτημα για υπαγωγή στη ΔΑΔ αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων της εκάστοτε ΣΑΔΦΕ περί «μη διακριτικής μεταχείρισης», τότε το πρόσωπο υποβάλλει το ως άνω αίτημα ενώπιον της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος.

Άρθρο 2 Αρμόδια αρχή

1. Αρμόδια αρχή για την υποβολή, την εξέταση των αιτημάτων και τη διεξαγωγή της ΔΑΔ βάσει των διατάξεων των ΣΑΔΦΕ, πλην εκείνων που αναφέρονται σε ενδοομιλικές συναλλαγές, είναι το Τμήμα Α΄ Φορολογικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (στο εξής Α.Α.Δ.Ε.).

2. Αρμόδια αρχή για την υποβολή, την εξέταση των αιτημάτων και τη διεξαγωγή της ΔΑΔ που αφορά αποκλειστικά σε εξάλειψη διπλής φορολογίας συνεπεία διόρθωσης κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων βάσει των αντίστοιχων άρθρων των ΣΑΔΦΕ (άρθρο 9 Πρότυπης Σύμβασης Ο.Ο.Σ.Α.), είναι το Τμήμα Δ΄ Ειδικών Φορολογικών Ελέγχων της Διεύθυνσης Ελέγχων της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. Σε αυτή την περίπτωση, αντίγραφο του αιτήματος κοινοποιείται ταυτόχρονα από τον αιτούντα στο Τμήμα Α΄ της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων της Α.Α.Δ.Ε..

3. Η αρμόδια αρχή παραλαμβάνει το αίτημα και εξετάζει αρχικά το εμπρόθεσμο και παραδεκτό του αιτήματος καθώς και εάν αυτό περιλαμβάνει τις ελάχιστες απαιτούμενες πληροφορίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 της παρούσας. Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του αιτήματος, η αρμόδια αρχή προσπαθεί, εάν θεωρήσει το αίτημα βάσιμο και η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση ώστε να αποφευχθεί η επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της εκάστοτε ΣΑΔΦΕ, να επιλύσει τη διαφορά με συμφωνία αμοιβαίου διακανονισμού με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους με σκοπό την αποφυγή επιβολής φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της εκάστοτε ΣΑΔΦΕ. Προς τούτο ενημερώνει για την υπόθεση το αντισυμβαλλόμενο κράτος χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Επίσης, ενημερώνει τον αιτούντα για την έναρξη της ΔΑΔ.

Άρθρο 3
Εμπρόθεσμο και παραδεκτό του αιτήματος παραγραφή

1. Για να θεωρείται εμπρόθεσμο, το αίτημα πρέπει να υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή εντός της προβλεπόμενης από την εκάστοτε ΣΑΔΦΕ διετούς ή τριετούς προθεσμίας, ανάλογα με τις οικείες διατάξεις της ΣΑΔΦΕ, από την κοινοποίηση της πράξης προσδιορισμού του φόρου η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της εκάστοτε ΣΑΔΦΕ. Στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται στις διατάξεις της ΣΑΔΦΕ προθεσμία υποβολής του αιτήματος, ισχύει τριετής προθεσμία, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.

2. Το αίτημα υπαγωγής σε ΔΑΔ είναι παραδεκτό μόνο εφόσον αναφέρεται σε επιβολή φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ.

3. Σε περίπτωση που το αίτημα δεν είναι εμπρόθεσμο ή παραδεκτό ή σε περίπτωση που δεν παρασχεθούν οι ελάχιστες απαιτούμενες πληροφορίες από τον αιτούντα εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 5 παρ. 3 προθεσμίας ή σε περίπτωση που τα έτη, στα οποία αναφέρεται το αίτημα έχουν παραγραφεί κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, σύμφωνα με την ισχύουσα εσωτερική νομοθεσία, η αρμόδια αρχή απορρίπτει το αίτημα, προβαίνοντας σε γραπτή ενημέρωση του αιτούντος οπότε και η ΔΑΔ ολοκληρώνεται. Εάν συντρέχει λόγος απόρριψης λόγω παραγραφής και το αίτημα αναφέρεται σε περισσότερα από ένα έτη, αυτό γίνεται δεκτό μόνο για τα έτη τα οποία δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή.

Άρθρο 4
Περιεχόμενο του αιτήματος

1. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως στην ελληνική γλώσσα. Οι ελάχιστες πληροφορίες και έγγραφα που πρέπει να συνυποβάλλονται με το αίτημα για έναρξη της ΔΑΔ είναι τα ακόλουθα:

α. Στοιχεία του αιτούντος προσώπου: ονοματεπώνυμο/επωνυμία, ταχυδρομική διεύθυνση, αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.), στοιχεία επικοινωνίας, και, σε περίπτωση ενδοομιλικών συναλλαγών, τα στοιχεία τόσο της επιχείρησης που υποβάλλει το αίτημα, όσο και τα στοιχεία των λοιπών συνδεδεμένων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων όλων των μόνιμων εγκαταστάσεων, που συμμετέχουν στις σχετικές συναλλαγές.

β. Βάση αιτήματος: αναφορά σε συγκεκριμένη ΣΑΔΦΕ και διατάξεις του (ων) άρθρου (-ων) αυτής, οι οποίες σύμφωνα με τον αιτούντα δεν εφαρμόζονται ορθά.

γ. Πραγματικά περιστατικά: Λεπτομερή στοιχεία αναφορικά με τα γεγονότα και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων του (-ων) φορολογικού (-ών) έτους (-ών) και του (-ων) ποσού (-ών) φόρου (τόσο σε εγχώριο όσο και ξένο νόμισμα, εάν κρίνεται απαραίτητο) που αφορά η υπόθεση, καθώς και τυχόν υποστηρικτικών εγγράφων. Προκειμένου περί ενδοομιλικών συναλλαγών, λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά στη σύνδεση μεταξύ της επιχείρησης και των λοιπών μερών που συμμετέχουν στις σχετικές συναλλαγές.

δ. Ανάλυση του ζητήματος προς επίλυση: υπόμνημα του αιτούντος, στο οποίο εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ο αιτών θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση διπλής φορολογίας, με σαφή αναφορά στις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ, και τεκμηρίωση με την προσκόμιση συνοδευτικών εγγράφων στην ελληνική γλώσσα (ενδεικτικά, αντίγραφα έκθεσης φορολογικού ελέγχου, πράξεων προσδιορισμού φόρου ή ισοδύναμου εγγράφου που οδηγεί στην εικαζόμενη διπλή φορολογία. Σε περίπτωση ενδοομιλικών συναλλαγών, αναλυτική περιγραφή και τεκμηρίωση των συναλλαγών που σχετίζονται με το αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ και της μεθοδολογίας, η
οποία χρησιμοποιήθηκε για τις προσαρμογές.

ε. Εάν το αίτημα έχει υποβληθεί επίσης στην αρμόδια αρχή του αντισυμβαλλόμενου Κράτους. Εάν ναι, την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, την αρμόδια αρχή στην οποία κατατέθηκε το αίτημα και αντίγραφο του αιτήματος και των συνημμένων σε αυτό εγγράφων.

στ. Λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά σε τυχόν διαδικασίες ενδικοφανούς προσφυγής, περαίωσης, διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, διοικητικού συμβιβασμού, δικαστικής προσφυγής και εν γένει διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίων, που ενδεχομένως έχουν κινηθεί από τον αιτούντα ή λοιπά μέρη, σε οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα κράτη, σε σχέση με την υπόθεση του αιτήματος ΔΑΔ, καθώς και οποιεσδήποτε δικαστικές αποφάσεις σε σχέση με την υπόθεση. Αν η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, και εφόσον δεν έχει συζητηθεί ακόμα, απαιτείται βεβαίωση από την Γραμματεία του οικείου Δικαστηρίου ότι το σχετικό ασκηθέν ένδικο βοήθημα δεν έχει συζητηθεί.

ζ. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ήδη νομιμοποιητικό έγγραφο για τον ορισμό νομίμου εκπροσώπου, απαιτείται ενυπόγραφη δήλωση ότι ο εκπρόσωπος έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί για λογαριασμό του αιτούντα για όλα τα θέματα που σχετίζονται με το αίτημα.

η. Δήλωση του αιτούντος η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, με την οποία επιβεβαιώνει ότι όλες οι παρασχεθείσες πληροφορίες και τεκμηρίωση είναι ακριβείς.

2. Με την υποβολή του αιτήματος, συνυποβάλλεται στην αρμόδια φορολογική αρχή και ηλεκτρονικός φάκελος σε οπτικό δίσκο CD ή USB stick, στον οποίο περιλαμβάνονται σε μαγνητική μορφή τα αναφερόμενα στα πεδία α. η. της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 5
Τυπικός έλεγχος του αιτήματος

1. Η Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων ή η Διεύθυνση Ελέγχων της Α.Α.Δ.Ε., κατά περίπτωση, αξιολογεί το αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ, ελέγχοντας τα προσκομισθέντα στοιχεία καθώς και το εμπρόθεσμο και παραδεκτό του αιτήματος.

2. Σε κάθε περίπτωση, η αρμόδια αρχή αποστέλλει στον φορολογούμενο επιβεβαίωση ότι παρέλαβε το αίτημά του εντός ενός μηνός από την παραλαβή του. Η επιβεβαίωση αποστέλλεται είτε με συστημένη επιστολή στη δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση του αιτούντος είτε με ηλεκτρονικό μήνυμα στη δηλωθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση αυτού.

3. Η αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον αιτούντα συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς και κάθε απαραίτητη πληροφορία, τάσσοντας δίμηνη προθεσμία για την προσκόμισή τους, η οποία δύναται να παραταθεί, μετά από αίτησή του. Ο αιτών, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει αυτοβούλως συμπληρωματικά στοιχεία.

Άρθρο 6
Ζητήματα εκκρεμοδικίας

1. Η τυχόν άσκηση δικαστικής προσφυγής ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων δεν εμποδίζει την εξέταση ενός αιτήματος ΔΑΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί κατά τον χρόνο κατάθεσης του αιτήματος. Σε περίπτωση συζήτησης της υπόθεσης, η διαδικασία της ΔΑΔ ολοκληρώνεται χωρίς αποτέλεσμα και ενημερώνεται σχετικά η αρμόδια αρχή του αντισυμβαλλόμενου κράτους. Ο φορολογούμενος οφείλει να ενημερώσει άμεσα την αρμόδια αρχή για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου.

2. Εφόσον έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, η αρμόδια αρχή μπορεί να προβεί σε εξέταση του αιτήματος για υπαγωγή σε ΔΑΔ, μόνο εφόσον προσκομισθεί από τον αιτούντα βεβαίωση από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα ότι η εν λόγω υπόθεση δεν έχει συζητηθεί. Η αρμόδια αρχή δύναται να ζητά από τον αιτούντα να προσκομίσει βεβαίωση από τη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου ότι η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ΔΑΔ.

3. Σε περίπτωση που ο αιτών ζητά θεραπεία συνεπεία πράξεων αλλοδαπής φορολογικής αρχής με τις οποίες ισχυρίζεται ότι επιβλήθηκε φορολογία η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ, το αίτημά του εξετάζεται μόνο εφόσον οι πράξεις αυτές έχουν καταστεί οριστικές στην αλλοδαπή και δεν υπάρχουν κατά αυτών δικαστικές αποφάσεις στο αντισυμβαλλόμενο κράτος.

Άρθρο 7
Λήψη αιτήματος από αλλοδαπή αρχή

Σε περίπτωση που η ΔΑΔ εκκινήσει από αλλοδαπή αρμόδια αρχή , η ελληνική αρμόδια αρχή ζητά από την αλλοδαπή αρμόδια αρχή τη διαβίβαση των ελάχιστων απαιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 της παρούσας.

Άρθρο 8
Αξιολόγηση του αιτήματος

1. Μετά την ολοκλήρωση του τυπικού ελέγχου η αρμόδια αρχή προχωρά στον ουσιαστικό έλεγχο του αιτήματος, προκειμένου να εξεταστεί εάν το αίτημα είναι βάσιμο, ήτοι εάν υπάρχει επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ. Στο στάδιο αυτό, η αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας κατά περίπτωση.

2. Εφόσον υπάρχει διοικητική διαδικασία, όπως φορολογικός έλεγχος, η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί, η αρμόδια αρχή ενημερώνει γραπτώς τον αιτούντα ότι το αίτημα για υπαγωγή σε ΔΑΔ δεν εξετάζεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής.

3. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν έχει γίνει στην Ελλάδα φορολογικός έλεγχος ενδοομιλικών συναλλαγών της συνδεδεμένης επιχείρησης, ο Γενικός Διευθυντής Φορολογικής Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. δίδει εντολή για έναρξη φορολογικού ελέγχου στην αρμόδια ελεγκτική φορολογική υπηρεσία με την επισήμανση να διενεργηθεί με προτεραιότητα λόγω εκκρεμούς αιτήματος ΔΑΔ.

4. Η Διεύθυνση Ελέγχων της Α.Α.Δ.Ε., στο πλαίσιο της εξέτασης αιτημάτων για υπαγωγή σε ΔΑΔ, δύναται να ζητά από τις ελεγκτικές υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., στις οποίες τηρείται ο φάκελος της υπόθεσης του ελέγχου, όλα τα απαραίτητα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του φυσικού φακέλου, εάν χρειαστεί, οι οποίες με τη σειρά τους δεσμεύονται να αποστείλουν τα στοιχεία σε εύλογο χρονικό διάστημα.

5. Η αρμόδια αρχή ερευνά τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας και των ΣΑΔΦΕ, το αίτημα για έναρξη ΔΑΔ, τις πληροφορίες που έλαβε από τον αιτούντα, τις διαπιστώσεις του τυχόν διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου από την ελληνική φορολογική αρχή, τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας ή των ομάδων εργασίας του άρθρου 9 παρ. 6 της παρούσας, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που σχετίζεται με την υπόθεση.

6. Η ΔΑΔ διεξάγεται από τις αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων κρατών. Ο αιτών δεν εμπλέκεται άμεσα στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο της ΔΑΔ και η συμμετοχή του περιορίζεται στην έγκαιρη και ακριβή παροχή προς τις αρμόδιες αρχές όλων των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την επίτευξη λύσης στην υπόθεσή του.

Άρθρο 9
Διαβούλευση αρμοδίων αρχών Έγγραφο διατύπωσης θέσεων

1. Ακολουθεί διαβούλευση μεταξύ των αρμοδίων αρχών με ανταλλαγή εγγράφων, στα οποία εκτίθενται οι θέσεις τους.

2. Σε περίπτωση που η ελληνική αρμόδια αρχή εκκινεί τη ΔΑΔ, απευθύνει προς την αλλοδαπή αρμόδια αρχή έγγραφο διατύπωσης θέσεων, το οποίο περιλαμβάνει την υποβληθείσα υπόθεση, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι έχει προκύψει ή πρόκειται να προκύψει φορολογία η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ και παρουσίαση της πρότασής της ως προς τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς.
Ειδικά όσον αφορά τις ενδοομιλικές συναλλαγές, το έγγραφο διατύπωσης θέσεων περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση του προσδιορισμού φόρου ή της διόρθωσης κερδών και συνοδεύεται από τα βασικά έγγραφα που στηρίζουν τη θέση της αρμόδιας αρχής, καθώς και από κατάλογο όλων των άλλων εγγράφων που έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διόρθωση.

3. Το έγγραφο διατύπωσης θέσεων δεν κοινοποιείται στον αιτούντα.

4. Σε περίπτωση που η ελληνική αρμόδια αρχή λαμβάνει αίτημα ΔΑΔ από αλλοδαπή αρμόδια αρχή, απαντά στο έγγραφο διατύπωσης θέσεων της αλλοδαπής αρχής με έγγραφό της, στο οποίο διατυπώνει τη συμφωνία ή διαφωνία της με τις απόψεις της αλλοδαπής αρχής.

5. Το έγγραφο διατύπωσης θέσεων εγκρίνεται, πριν την αποστολή του, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

6. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύνανται, κατά περίπτωση, να συστήνονται ειδικότερες ομάδες εργασίας με τη συμμετοχή και άλλων υπηρεσιών ή εκπροσώπου του Ειδικού Νομικού Γραφείου Δημοσίων Εσόδων της Α.Α.Δ.Ε., εκτός της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων ή της Διεύθυνσης Ελέγχων, για την αντιμετώπιση ειδικότερων ζητημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της ΔΑΔ.

Άρθρο 10 Αποτέλεσμα της ΔΑΔ

1. Η συμφωνία μεταξύ των Συμβαλλόμενων Κρατών για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας μπορεί να επιτευχθεί είτε με τη μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ των αρμοδίων αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών, και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ή με τη μορφή ενός κοινού εγγράφου, υπογεγραμμένου από τις αρμόδιες αρχές τους. Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων της ΔΑΔ υποβάλλεται στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. προς έγκριση. Σε περίπτωση επίτευξης Συμφωνίας Αμοιβαίου Διακανονισμού (στο εξής: ΣΑΔ), εντός μηνός από την ολοκλήρωση της διαδικασίας ο αιτών ενημερώνεται εγγράφως για το αποτέλεσμα της ΔΑΔ και δύναται να το αποδεχθεί εντός εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση. Σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, ο αιτών ή ο νόμιμος εκπρόσωπός του, ο οποίος θα πρέπει να είναι ειδικά εξουσιοδοτημένος, καλείται να παραστεί σε συνάντηση με την Αρμόδια Αρχή, προκειμένου να συναινέσει ή όχι στο αποτέλεσμα της τελικής συμφωνίας των αρμόδιων αρχών.

2. Εάν ο αιτών αποδεχθεί τη ΣΑΔ, συντάσσεται και υπογράφεται από τον αιτούντα και την αρμόδια αρχή Πρακτικό Αποδοχής της.

Εάν ο αιτών δεν αποδεχθεί τη ΣΑΔ ή εάν δεν παραστεί κατά τη συνάντηση που έχει οριστεί, συντάσσεται Πρακτικό Απόρριψης της ΣΑΔ. Εν μέρει αποδοχή της ΣΑΔ από τον αιτούντα δεν είναι εφικτή, εκτός εάν τα Συμβαλλόμενα Κράτη έχουν συμφωνήσει από κοινού ότι είναι δυνατή μία τέτοια μερική αποδοχή.

3. Σε περίπτωση αποδοχής από τον αιτούντα της ΣΑΔ, εάν έχουν ασκηθεί ένδικα βοηθήματα ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, ο αιτών πρέπει να προσκομίζει υπεύθυνη δήλωση ότι θα προσκομίσει πριν την έκδοση της Απόφασης αμοιβαίου διακανονισμού του άρθρου 11 της παρούσας επίσημο αντίγραφο της κατατεθείσας στη Γραμματεία του Δικαστηρίου έγγραφης δήλωσης παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προσφυγής, για τα ζητήματα τα οποία επιλύονται με τη ΣΑΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 143 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ακόμα και στις περιπτώσεις που το αίτημα έχει υποβληθεί σε αλλοδαπή αρμόδια αρχή.

4. Κατόπιν της αποδοχής ή απόρριψης από τον αιτούντα της συμφωνίας, ενημερώνεται η αλλοδαπή αρμόδια αρχή. Στην περίπτωση της αποδοχής ανταλλάσσονται τα τελικά επιβεβαιωτικά έγγραφα.

5. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν καταλήξουν σε συμφωνία εντός της προβλεπόμενης από τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦΕ προθεσμίας, σε όσες ΣΑΔΦΕ προβλέπεται σχετική προθεσμία, η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη σύνταξη ενός εγγράφου διαπίστωσης της μη επίτευξης συμφωνίας. Όπου προβλέπεται από την οικεία ΣΑΔΦΕ, ακολουθεί το στάδιο της διαιτησίας, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου. Σε περίπτωση ενεργοποίησης του σταδίου της διαιτησίας, υπογράφεται από τις αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών ειδική συμφωνία για την εφαρμογή της διαιτησίας, με βάση το υπόδειγμα συμφωνίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα των ερμηνευτικών σχολίων επί της παραγράφου 5 του άρθρου 25 της Πρότυπης Σύμβασης του Ο.Ο.Σ.Α..

Άρθρο 11
Απόφαση Αμοιβαίου Διακανονισμού

1. Η αρμόδια αρχή, στηριζόμενη στο Πρακτικό Αποδοχής της αμοιβαίας συμφωνίας εκδίδει με βάση αυτό εντός τριάντα (30) ημερών από την υπογραφή του, και αφού προσκομισθεί η δήλωση παραίτησης της παραγράφου 3 του άρθρου 10, απόφαση επί της συμφωνίας αμοιβαίου διακανονισμού, η οποία υπογράφεται από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. Η απόφαση κοινοποιείται νόμιμα, μαζί με το αντίγραφο του πρακτικού σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς και στη φορολογική αρχή η οποία είναι αρμόδια για την εκτέλεσή της. Η απόφαση Αμοιβαίου Διακανονισμού δεν υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή ή οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα.

2. Η απόφαση της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α. Τα στοιχεία του αιτούντος προσώπου (ονοματεπώνυμο/ επωνυμία, Α.Φ.Μ., αρμόδια Δ.Ο.Υ. διεύθυνση, στοιχεία νομίμου εκπροσώπου). Σε περίπτωση ενδοομιλικών συναλλαγών τα στοιχεία των συνδεδεμένων προσώπων/ μερών που συμμετέχουν στις υπό εξέταση συναλλαγές.

β. Αναφορά στο περιεχόμενο και την ημερομηνία του αιτήματος.

γ. Αναφορά στο Συμβαλλόμενο Κράτος και στην αλλοδαπή αρμόδια αρχή, με την οποία διεξήχθη η ΔΑΔ.

δ. Περιληπτική αναφορά στο περιεχόμενο του τελικού εγγράφου στο οποίο διατυπώθηκε η συμφωνία μεταξύ των αρμοδίων αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών.

ε. Αναφορά στο Πρακτικό Αποδοχής της αμοιβαίας συμφωνίας.

στ. Τον τρόπο εφαρμογής της συμφωνίας.

ζ. Το ότι δεν υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή ή οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα.

2. Για κάθε φορολογικό έτος εκδίδεται ξεχωριστή απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.. Είναι δυνατή η σώρευση αποφάσεων για περισσότερα έτη στο ίδιο έγγραφο.

Άρθρο 12
Διασφάλιση απορρήτου δημοσιότητα

1. Ως προς τις πληροφορίες κατά τη διάρκεια της ΔΑΔ, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ανταλλαγής πληροφοριών της εφαρμοστέας ΣΑΔΦΕ καθώς και οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί επαγγελματικού και φορολογικού απορρήτου.

2. Οι αποφάσεις Αμοιβαίου Διακανονισμού δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με ανωνυμοποίηση των στοιχείων του φορολογουμένου, Εάν ο φορολογούμενος διαφωνεί με τη δημοσίευση του συνόλου της Απόφασης, δημοσιεύεται περίληψη αυτής, με περιεχόμενο την περιγραφή του ζητήματος, το αντισυμβαλλόμενο Κράτος, τα φορολογικά έτη τα οποία αφορά η Απόφαση και τη νομική βάση αυτής.

Άρθρο 13 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα ισχύει για αιτήματα αμοιβαίου διακανονισμού που υποβάλλονται από τη δημοσίευσή της και μετά. Εκκρεμή αιτήματα αμοιβαίου διακανονισμού συμπληρώνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΠΟΦΥΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ / ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
ΧΩΡΕΣ ΝΟΜΟΣ Φ.Ε.Κ. ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΕΝΑΡΞΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
1. Άγιος Μαρίνος Ν 4243/2014 57/2014 26.06.2013 07.04.2014 01.01.2015
2. Αζερμπαϊτζάν Ν 3826/2010 29/2010 16.02.2009 29.09.2010 01.01.2011
3. Αίγυπτος Ν 3484/2006 170/2006 27.11.2004 23.08.2006 01.01.2007
4. Αλβανία Ν 2755/1999 252/1999 14.07.1995 13.12.2000 01.01.2001
5. Αρμενία Ν 3014/2002 103/2002 12.05.1999 18.07.2002 01.01.2003
6. Αυστρία (αναθεώρηση) ΝΔ 994/1971
Ν 3724/2008 210/1971 253/2008
18.07.2007
01.04.2009
01.01.2010
7. Βέλγιο ΝΔ 117/1969 Ν 3407/2005 41/1969 266/2005
25.05.2004
30.12.2005
01.01.2005
(αναθεώρηση)
8. Βοσνία & Ερζεγοβίνη Ν 3795/2009 157/2009 23.07.2007 12/7/2012 01.01.2013
9. Βουλγαρία Πρωτόκολλο Ν 2255/1994 Ν 2927/2001 195/1994 140/2001
15.02.1991
22.01.2002
01.01.2003
10. Γαλλία ΝΔ 4386/1964 192/1964 & 77/1965
21.08.1963
31.12.1964
31.01.1965
11. Γερμανία ΑΝ 52/1967 134/1967 18.04.1966 09.12.1967 01.01.1964
12. Γεωργία Ν 3045/2002 198/2002 10.05.1999 20.10.2002 01.01.2003
13. Δανία Ν 1986/1991 189/1991 18.05.1989 18.01.1992 01.01.1992
1 4. Ελβετία Ν 1502/1984 Ν 4034/2011 Ν 4105/2013
192/1984 269/2011 5/2013
04.11.2010 2.08.2012
31.12.2011 17.01.2013
01.01.2012 01.01.2012
(αναθεώρηση)
Πρόσθ. Πρωτόκολλο
15. Εσθονία Ν 3682/2008 145/2008 04.04.2006 01.08.2008 01.01.2009
16. Ην. Αραβικά Εμιράτα Ν4234/20141 28/2014
18.01.2010 27.06.2013
18.01.2010 27.06.2013 01.01.2014
(ΣΑΔΦ & Πρωτόκολλο)
17. Ην. Βασίλειο ΝΔ 2732/1953 329/1953 25.06.1953 15.01.1954
01.01.1951
01.01.1952
18. Ην. Πολιτείες ΝΔ2548/1953 231 & 333/1953 20.02.1950 30.12.1953 30.12.1953
19. Ινδία ΝΔ 4580/1966 235/1966 11.02.1965 17.03.1965 01.01.1964
20. Ιρλανδία Ν 3300/2004 262/2004 24.11.2003 29.12.2004 01.01.2005
21. Ισλανδία Ν 3684/2008 147/2008 23.11.2003 07.08.2008 01.01.2009
22. Ισπανία Ν 3015/2002 104/2002 04.12.2000 21.08.2002 01.01.2003
23. Ισραήλ Ν 2572/1998 Δεκ-98 24.10.1995 06.03.1998 01.01.1999
24. Ιταλία ΑΝ 23/1967 Ν 1927/1991 109/1967 17/1991
03.09.1987
20.09.1991
01.01.1984
(αναθεώρηση)
25. Καναδάς (Πρωτόκολλο) Ν 3824/2010 Ν 4035/2011 27/2010 270/2011 29.06.2009 16.12.2010 31.12.2011 01.01.2011 01.01.2011
26. Κατάρ Ν 3823/2010 22/2010 27.10.2008 20.03.2010 01.01.2011
27. Κίνα Ν 3331/2005 83/2005 03.06.2002 11.11.2005 01.01.2006
28. Κορέα Ν 2571/1998 Νοε-98 20.03.1995 10.07.1998 01.01.1999
29. Κουβέιτ Ν 3330/2005 82/2005 02.03.2003 20.04.2005 01.01.2006
30. Κροατία Ν 2653/1998 250/1998 18.10.1996 18.12.1998 01.01.1999
31 . Κύπρος ΑΝ 573/1968 223/1968 30.03.1968 16.01.1969 01.01.1967
32. Λετονία Ν 3318/2005 46/2005 27.03.2002 07.03.2005 01.01.2006
33. Λιθουανία Ν 3356/2005 52/2005 15.05.2002 05.12.2005 01.01.2006
34. Λουξεμβούργο Ν 2319/1995 127/1995 22.11.1991 26.08.1995 01.01.1996
35. Μάλτα Ν 3681/2008 144/2008 13.10.2006 30.08.2008 01.01.2009
36. Μαρόκο Ν 3820/2010 19/2010 20.03.2007 17.11.2010 01.01.2011
37. Μεξικό Ν 3406/2005 265/2005 13.04.2004 07.12.2005 01.01.2006
38. Μολδαβία Ν 3357/2005 153/2005 29.03.2004 11.07.2005 01.01.2006
39. Ν. Αφρική Ν 3085/2002 319/2002 19.11.1998 19.02.2003 01.01.2004
40. Νορβηγία Ν 1924/1991 16/1991 27.04.1988 16.09.1991 01.01.1992
41. Ολλανδία Ν 1455/1984 89/1984 16.07.1981 17.07.1984 01.01.1981
42. Ουγγαρία Ν 1496/1984 178/1984 25.05.1983 17.02.1985 01.01.1985
43. Ουκρανία Ν 3046/2002 199/2002 06.11.2000 26.09.2003 01.01.2004
44. Ουζμπεκιστάν Ν 2659/1998 268/1998 01.04.1997 15.01.1999 01.01.2000
45. Πολωνία Ν 1939/1991 37/1991 20.11.1987 28.09.1991 01.01.1991
46. Πορτογαλία Ν 3009/2002 90/2002 02.12.1999 13.08.2002 01.01.2003
47. Ρουμανία Ν 2279/1995 Σεπ-95 17.09.1991 07.04.1995 01.01.1996
48. Ρωσία (μερική Ν 3047/2002 Ν 3679/2008 200/2002 142/2008 26.06.2000 10.05.2007
13.12.2007 01.01.2008 01.01.2009
τροποποίηση)
49. Σαουδική Αραβία Ν 3821/2010 20/2010 19.06.2008 01.04.2010 01.01.2011
50. Σερβία Ν 3825/2010 28/2010 11.11.2008 08.06.2010 01.01.2011
51. Σλοβακία Ν 1838/1989 86/1989 23.10.1986 23.05.1989 01.01.1990
52. Σλοβενία Ν 3084/2002 318/2002 05.06.2001 08.12.2003 01.01.2004
53. Σουηδία Ν 4300/1963 73/1963 06.10.1961 20.08.1963 01.01.1964
54. Τουρκία Ν 3228/2004 32/2004 02.12.2003 05.03.2004 01.01.2005
55. Τσεχία Ν 1838/1989 86/1989 23.10.1986 23.05.1989 01.01.1990
56. Τυνησία Ν 3742/2009 23/2009 31.10.1992 29.09.2010 01.01.2011
57. Φινλανδία Ν 1191/1981 206/1981 21.01.1980 04.10.1981 01.01.1982
1 Αφορά τη ΣΑΔΦ και το Πρωτόκολλο, η δε έναρξη ισχύος αφορά και τα δυο

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 28 Μαρτίου 2017

Ο Διοικητής
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1054/2017 Κοινοποίηση της υπ’ αριθμ. 22/2017 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ.

Αθήνα, 5 Απριλίου 2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ: Α’

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ. : 101 84, Αθήνα
Πληροφορίες : Δ. Παπαγιάννης
Τηλέφωνο : 210 – 3375315-6
FAX :210 – 3375001

ΠΟΛ 1054/2017

Θέμα: Κοινοποίηση της υπ’ αριθμ.22/2017 γνωμοδότησης του ΝΣΚ.

Σας κοινοποιούμε την υπ’αριθμ.ΝΣΚ 22/2017 ομόφωνη γνωμοδότηση του ΝΣΚ (Τμήμα Β’) η οποία έγινε αποδεκτή από το Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αυτή (22/2017), η υπ’αριθμ. 25/2011 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του ΝΣΚ έχει εφαρμογή:

A. Ως προς τη φορολογική μεταχείριση της, προ της ενάρξεως της ισχύος των διατάξεων της παρ.3 του άρθρου 7 του ν.4110/2013 (23.1.2013) καταβληθείσας παροχής – ασφαλίσματος που διενεργείται στα πλαίσια ομαδικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων (όπως τα DAF), που έχουν συνάψει οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τους εργαζομένους τους, αυτή αποτελεί εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες σε κάθε περίπτωση σωρευτικής συνδρομής των κατωτέρω προϋποθέσεων:

α. Ομαδική ασφάλιση του προσωπικού της επιχείρησης από τον εργοδότη.

β. Ο εργοδότης, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο.

γ. Η ασφάλιση αυτή να επιβάλλεται από το νόμο ή να έχει αποτελέσει όρο μεταξύ του εργοδότη και των μισθωτών της εργασιακής σύμβασης ή δεσμευτικής για τον εργοδότη ΣΣΕ ή διαιτητικής απόφασης.

δ. Καταβολή του ασφαλίσματος στον εργαζόμενο, δυνάμει του συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ανεξαρτήτως της μικρής ή μεγαλύτερης διάρκειας του συμβολαίου.

Στην περίπτωση της μερικής καταβολής του ασφαλίστρου από τον εργαζόμενο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η παροχή – ασφάλισμα κατά το μέρος της που προέρχεται από ασφάλιστρα καταβληθέντα από αυτόν (τον εργαζόμενο) μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4110/2013, δεν φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, εκτός εάν τα ασφάλιστρα εξέπεσαν από το ακαθάριστο εισόδημά του και δεν φορολογήθηκαν, οπότε φορολογείται.

Β. Ως προς τη φορολόγηση της παροχής – ασφαλίσματος ως εισοδήματος από κινητές αξίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 περ.στ’ του ν.2238/1994, κατά το μέρος που η παροχή αντιστοιχεί στην υπεραπόδοση των επενδύσεων των μαθηματικών αποθεμάτων, που σχηματίζονται για τις ασφαλίσεις ζωής, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970, αδιαφόρως εάν η σύμβαση ασφαλίσεως έχει αποτελέσει ή όχι όρο της μεταξύ του εργοδότη και των μισθωτών εργασιακής σύμβασης ή δεσμευτικής για τον εργοδότη ΣΣΕ ή διαιτητικής απόφασης.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1043/2017 Οδηγίες συμπλήρωσης έντυπου Ε3 (Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα) και Κατάστασης Φορολογικής Αναμόρφωσης φορολογικού έτους 2016

Αθήνα, 22/3/2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ: Α’, Β’

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας: 101 84
Πληροφορίες:Στ.Πίνη- Ι.Μπάρλας-Θ.Σαφαρής Β.Γιοβά-Μ.Χαπίδης
Τηλέφωνο:210 3375314-8
Fax: 210 3375001
E-mail:[email protected]
Url: www.aade.gr

ΠOΛ 1043/2017

ΘΕΜΑ: Οδηγίες συμπλήρωσης έντυπου Ε3 (Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα) και Κατάστασης Φορολογικής Αναμόρφωσης φορολογικού έτους 2016.

Α) ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (Ε3)

Για το έντυπο Ε3 του φορολογικού έτους 2016, δίδονται οι ακόλουθες οδηγίες και επισημάνσεις για την ορθή συμπλήρωσή του:

1. Ο κωδικός 019, στην πρώτη σελίδα, που αφορά κατηγορία βιβλίων και ο κωδικός 705 που αφορά τον Κωδικό Αριθμό Κύριας Δραστηριότητας, συμπληρώνονται με βάση τα αρχεία του μητρώου της Υπηρεσίας.

Ο κωδικός 598, επίσης στη πρώτη σελίδα, αφορά τους ασκούντες αγροτική δραστηριότητα και μη υπαγόμενους σε καθεστώς Φ.Π.Α. δηλαδή, τους μη υπαγόμενους ούτε στο κανονικό ούτε στο ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α. Τα πρόσωπα αυτά δηλώνουν εισόδημα από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκύκλιος) το οποίο μεταφέρεται από τον κωδ.347 του πίνακα Ζ’ στους ανάλογους κωδικούς της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1). Σ’ αυτή την περίπτωση δεν συμπληρώνεται ο Κ.Α.Δ.

Περαιτέρω επισημαίνεται ότι με βάση την ΠΟΛ.1157/26.11.2008 εγκύκλιο, η αντιστοίχηση των Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα έτος περίπου από την ισχύ της απόφασης. Η αντιστοίχιση των Κ.Α.Δ. γίνεται ηλεκτρονικά από την ιστοσελίδα www.gsis.gr «Υπηρεσίες προς Επιχειρήσεις» και από την επιλογή «Δήλωση Αλλαγής Κ.Α.Δ.»

2. ΚΟΣΤΟΣ ΠΩΛΗΘΕΝΤΩΝ

Ως προς τον προσδιορισμό του κόστους πωληθέντων φορολογικού έτους 2016, ισχύουν τα ακόλουθα:

Οι επιχειρήσεις ως απογραφή έναρξης του φορολογικού έτους 2016, λαμβάνουν τα δεδομένα πραγματικής απογραφής, εφόσον διενήργησαν προαιρετικά ή υποχρεωτικά απογραφή και σε διαφορετική περίπτωση μη διενέργειας απογραφής, μηδενικό αρχικό απόθεμα. Σαν απογραφή τέλους φορολογικού έτους 2016, λαμβάνουν την πραγματική απογραφή σε περίπτωση προαιρετικής ή υποχρεωτικής απογραφής και μηδενικό τελικό απόθεμα όταν δεν έχουν προβεί σε απογραφή.

Δηλαδή, αν για το φορολογικό έτος 2016, η επιχείρηση δεν είναι υπόχρεη σε σύνταξη απογραφής και δεν έχει προβεί σε προαιρετική απογραφή βάσει των διατάξεων του ν. 4308/2014, το κόστος πωληθέντων προσδιορίζεται μόνο από τις αγορές, με μηδενικό απόθεμα τέλους και τυχόν απόθεμα αρχής, εφόσον υπήρχε. Τέλος, αν η επιχείρηση στο τέλος του φορολογικού έτους 2016, υποχρεούται σε σύνταξη απογραφής ή προαιρετικά συντάξει απογραφή, λαμβάνει τα δεδομένα αυτά, ενώ ως αρχικό απόθεμα φορολογικού έτους 2016, θεωρείται μηδενικό μόνο αν δεν έχει διενεργηθεί πραγματική απογραφή το προηγούμενο φορολογικό έτος.

3. ΠΙΝΑΚΑΣ Ε’: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΣΠΡΑΧΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΕΝΟΙΚΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΛΗΘΗΚΑΝ – ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΤΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ

Όσον αφορά στον τρόπο δήλωσης των αγροτικών επιδοτήσεων και αποζημιώσεων στον Πίνακα Ε’, σας γνωρίζουμε τα κατωτέρω:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 112 (Μέρος Β, παράγραφος 3) του ν. 4387/2016, που αντικαθιστά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013, ειδικά, για τους ασκούντες ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, στον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα περιλαμβάνονται εκ των άμεσων ενισχύσεων του Πυλώνα I της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, όπως αυτές ορίζονται, μόνο η βασική ενίσχυση καθώς και, κατά το ποσό που υπερβαίνουν τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, οι πράσινες και συνδεδεμένες ενισχύσεις. Οι αγροτικές αποζημιώσεις στο σύνολό τους δεν περιλαμβάνονται στον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι βεβαιώσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ για τις επιδοτήσεις που αφορούν στο έτος 2016 θα φέρουν ακριβή χαρακτηρισμό για τον ορθό φορολογικό χειρισμό τους.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η βασική ενίσχυση φορολογείται από το πρώτο ευρώ ενώ οι πράσινες και οι συνδεδεμένες φορολογούνται μόνο κατά το μέρος που, αθροιζόμενες, υπερβαίνουν τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ. Ωστόσο κάθε περίπτωση αγροτικής επιδότησης/ενίσχυσης φέρει υποχρέωση αναγραφής στην πρώτη σελίδα του εντύπου Ε3, αρχικά, για πληροφοριακούς σκοπούς (Πίνακας Ε’, κωδικοί 901, 902, 903, 907, 908, 910, 911, 912, 913 και 914). Το ποσό της βασικής ενίσχυσης (κωδ.901) από το πρώτο ευρώ καθώς και το άθροισμα των πράσινων (κωδ.902) και συνδεδεμένων ενισχύσεων (κωδ.903) για το μέρος άνω των 12.000 ευρώ, μεταφέρεται στη δεύτερη σελίδα του εντύπου για να προσμετρηθούν στη διαμόρφωση του κέρδους από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (Πίνακας ΣΤ’ κωδικός 644). Σημειώνεται ότι οι τρεις αυτές κατηγορίες αποτελούν εισοδηματικές ενισχύσεις ενώ όλες οι περιπτώσεις των επενδυτικών επιδοτήσεων (κωδικοί 907, 910 και 913) καθώς και οι λοιπές περιπτώσεις των εισοδηματικών ενισχύσεων (κωδικοί 908, 911 και 914) δεν λαμβάνονται υπόψη στον προσδιορισμό του κέρδους από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (σχετικό το 175019/01.12.2016 έγγραφο του ΟΠΕΚΕΠΕ).

Οι υπόλοιπες κατηγορίες των εισοδηματικών αγροτικών επιδοτήσεων (λοιπές περιπτώσεις επιδοτήσεων/ενισχύσεων, κωδικοί 908, 911 και 914) καθώς και το μέρος των πρασίνων και συνδεδεμένων που δεν λήφθηκε υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (αθροιζόμενες δηλαδή μέχρι τις 12.000 ευρώ), δύνανται να καλύπτουν τεκμήρια, κατ’ εφαρμογή της ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκυκλίου. Για αυτό τον λόγο, τα ποσά αυτά, αναγράφονται στους κωδ. 659/660 του Εντύπου Ε1 της δήλωσης φόρου εισοδήματος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για τα ποσά των επενδυτικών ενισχύσεων/επιδοτήσεων (κωδικοί 907, 910 και 913) τα οποία συμπληρώνονται για πληροφοριακούς λόγους. Η κατηγορία της πρόωρης συνταξιοδότησης (κωδικός 912), αν και δεν προσμετράται στον προσδιορισμό του κέρδους, αντιμετωπίζεται φορολογικά όπως οι εισοδηματικές ενισχύσεις/επιδοτήσεις, δύναται δηλαδή να καλύπτει τεκμήρια και ως εκ τούτου αναγράφεται στους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1. Κατ’ ανάλογη εφαρμογή με όσα ισχύουν για την επιχειρηματική δραστηριότητα γενικά, οι αγροτικές αποζημιώσεις (κωδικός 909) δεν δύνανται να καλύπτουν τεκμήριο (σχετ. η ΠΟΛ.1116/10.6.2015).

Ωστόσο δεν αλλάζουν οι φορολογικές υποχρεώσεις των αγροτικών επιδοτήσεων, όπου αυτές υπάρχουν, όσον αφορά στο χρόνο που αυτές βαρύνουν. Συγκεκριμένα, και κατ’ εφαρμογή της ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκυκλίου, οι αγροτικές επιδοτήσεις αντιμετωπίζονται φορολογικά στο έτος που αφορούν. Συνεπώς, οι επιδοτήσεις που αφορούν στα έτη 2015 και προηγούμενα θα ακολουθούν τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν φορολογικά με το εκάστοτε φορολογικό πλαίσιο (σχετική και η ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκύκλιος).

4. ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΤ’: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΜΕ ΑΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΩΝ / ΜΗ ΥΠΟΧΡΕΩΝ ΣΕ ΤΗΡΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ

Επισημαίνεται ότι προστέθηκε νέος κωδικός 275 στον Πίνακα ΣΤ’, στο τέλος του υποπίνακα γ’, ο οποίος συμπληρώνεται από όσους διενεργούν πωλήσεις για λογαριασμό (κατ’εντολή) τρίτων. Ο κωδικός προστέθηκε για πληροφοριακούς – στατιστικούς λόγους και δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα. Εδώ συμπληρώνονται τα ποσά από τις πωλήσεις που διενεργήθηκαν για λογαριασμό τρίτων.

Επιπλέον, προστέθηκαν στον Πίνακα ΣΤ , στον υποπίνακα ζ , νέοι κωδικοί 572, 573, 574 και 575. Στους κωδικούς αυτούς θα αναγράφονται τα έσοδα που απαλλάσσονται από τον φόρο. Τα έσοδα αυτά έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της επιχείρησης και έχουν συμπεριληφθεί στις αντίστοιχες στήλες εσόδων του πίνακα ΣΤ’ και συνεπώς πρέπει να αφαιρεθούν από τα κέρδη που προσδιορίστηκαν λογιστικά προκειμένου να μην φορολογηθούν. Επισημαίνεται ότι η συμπλήρωση των εν λόγω κωδικών πραγματοποιείται μόνο από τις ατομικές επιχειρήσεις.

5. ΠΙΝΑΚΑΣ Ζ’: ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΚΕΡΔΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΑΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

Τα φυσικά πρόσωπα με απλογραφικά βιβλία, μετά τον προσδιορισμό του λογιστικού αποτελέσματος στον υποπίνακα ζ’ του πίνακα ΣΤ’ του εντύπου Ε3, αναμορφώνουν τα κέρδη τους, κατά περίπτωση, στον Πίνακα Ζ’ (κωδικοί 319, 318, 312, 382, 324, 325, 342, 317, 320, 321, 592, 313) και το τελικό φορολογητέο αποτέλεσμα των κωδικοί 346, 347 και 348 κατά περίπτωση, μεταφέρεται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1).

Επισημαίνεται ότι ο κωδ. 319 του Πίνακα Ζ’, συμπληρώνεται για τελευταία χρονιά και αφορά στους συγγραφείς, μουσουργούς και καλλιτέχνες ζωγράφους ή γλύπτες ή χαράκτες για τους οποίους βάσει των διατάξεων της παρ.7 του άρθρου 48 του ν.2238/1994 το καθαρό τους εισόδημα κατανέμεται για να φορολογηθεί μέχρις ότου «εξαντληθεί» η ισχύς της διάταξης, δηλαδή φορολογηθεί και το τελευταίο τέταρτο του εισοδήματος στο αντίστοιχο φορολογικό έτος. Ο κωδικός αυτός λειτουργεί συνδυαστικά με τον κωδ.593 στην 1η σελίδα του εντύπου Ε3.

Ο κωδικός 325 του Πίνακα Ζ’ «μείον αξία πώλησης οχήματος Δ.Χ (άρθρο 10 του ν. 2579/1998)» αφορά στην περίπτωση της μεταβίβασης με επαχθή αιτία, με εφάπαξ καταβολή πάγιου ποσού φόρου πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2579/1998. Ο πωλητής θα καταβάλει μόνο τον τεκμαρτώς προσδιοριζόμενο φόρο της παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 του ν.2579/1998. Αναγράφεται η αξία του τιμολογίου πώλησης η οποία έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της επιχείρησης, προκειμένου να αφαιρεθεί από τα λογιστικά κέρδη της επιχείρησης που θα μεταφερθούν στη δήλωση Ε1, καθόσον με την καταβολή του τεκμαρτού φόρου (ο τεκμαρτός φόρος υπολογίζεται με βάση τις θέσεις του λεωφορείου και τα έτη κυκλοφορίας) υπάρχει εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης του πωλητή (ΠΟΛ.1128/15.6.2015 εγκύκλιος). Σε αυτή την περίπτωση το ποσό του τιμολογίου πώλησης θα καταχωρηθεί στους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1 προκειμένου να επιβληθεί η ειδική εισφορά αλληλεγγύης.

Προστέθηκε στον παραπάνω πίνακα νέος κωδ. 317: «μείον αξία πώλησης οχήματος Ι.Χ (άρθρα 4 και 5 του ν.δ. 1146/1972)», ο οποίος συμπληρώνεται με το ποσό του τιμολογίου πώλησης προκειμένου να αφαιρεθεί από τα δηλωθέντα έσοδα. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν επιθυμεί να φορολογηθεί με τις γενικές διατάξεις, συμψηφιζόμενου του φόρου που έχει ήδη καταβληθεί βάσει αυτοτελούς φορολόγησης, αλλά θέλει να φορολογηθεί με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης. Η αξία του τιμολογίου πώλησης συμπληρώνεται τέλος, στους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1 προκειμένου να επιβληθεί η εισφορά αλληλεγγύης.

Επίσης, προστέθηκαν νέοι κωδικοί 320 και 321, στους οποίους θα μεταφέρονται οι προσωρινές διαφορές μεταξύ φορολογικής και λογιστικής βάσης (θετικές και αρνητικές) από τον Πίνακα Κ’ όπου έχουν καταχωρηθεί αναλυτικά. Οι θετικές διαφορές του κωδικού 797 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 320 και θα προστίθενται στα λογιστικά κέρδη ενώ οι αρνητικές διαφορές του κωδικού 798 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 321 και θα αφαιρούνται από τα καθαρά κέρδη που έχουν προσδιοριστεί λογιστικά. Το τελικό αποτέλεσμα θα διαμορφώνει τα φορολογητέα καθαρά αποτελέσματα από επιχειρηματική δραστηριότητα (κωδ. 346).

Επισημαίνεται ότι για περιπτώσεις που δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ φορολογικής και λογιστικής βάσης και δεν έχει συμπληρωθεί ο πίνακας Κ’, οι ανωτέρω κωδικοί 320 και 321 δεν χρησιμοποιούνται.

6. ΠΙΝΑΚΑΣ Θ’: ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΔΙΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

Περαιτέρω, όσον αφορά στους νέους κωδικούς που προστέθηκαν στον Πίνακα Θ’, στον υποπίνακα ζ’ και αφορούν αποκλειστικά σε ατομικές επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Στους κωδικούς 489 και 490, θα μεταφέρονται οι προσωρινές διαφορές μεταξύ φορολογικής και λογιστικής βάσης από τον Πίνακα Κ’ όπου έχουν καταχωρηθεί αναλυτικά. Οι θετικές διαφορές του κωδικού 797 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 489 και θα προστίθενται στα λογιστικά κέρδη ενώ οι αρνητικές διαφορές του κωδικού 798 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 490 και θα αφαιρούνται από τα καθαρά κέρδη που έχουν προσδιοριστεί λογιστικά. Το τελικό αποτέλεσμα θα μεταφέρεται στον κωδικό 481 (καθαρά κέρδη που φορολογούνται), αφού συμπεριληφθεί το ποσό του κωδικού 196 που αφορά στη φορολογική αναμόρφωση και στο τέλος θα μεταφερθεί στους αντίστοιχους κωδικούς της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1).

Τέλος, λόγω της αυτοτελούς φορολόγησης του αγροτικού εισοδήματος, προστέθηκε νέος κωδικός 198 «Καθαρό αγροτικό εισόδημα ατομικής επιχείρησης με διπλογραφικά βιβλία», στον οποίο συμπληρώνεται το καθαρό κέρδος από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, όταν αυτό αποκτάται από ατομική επιχείρηση η οποία τηρεί διπλογραφικά βιβλία (το ποσό του έχει ήδη συμπεριληφθεί στον κωδικό 481).

7. ΠΙΝΑΚΑΣ Ι’: ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΘΑΡΩΝ ΚΕΡΔΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Σχετικά με τον προσδιορισμό καθαρών κερδών των οικοδομικών επιχειρήσεων, για τις οποίες μέχρι 31.12.2013 ίσχυαν οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2238/1994, υπενθυμίζουμε τα εξής:

Ι) Με βάση τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 του ν.4172/2013, οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα των οικοδομικών επιχειρήσεων, εφαρμόζονται για ακίνητα των οποίων η άδεια κατασκευής έχει εκδοθεί από την 1.1.2006 και μετά. Δηλαδή, για πωλήσεις οικοδομών από 1.1.2014 (ισχύς ν.4172/2013) και μετά, οι επιχειρήσεις ανέγερσης και πώλησης οικοδομών, εξάγουν λογιστικό αποτέλεσμα όταν η οικοδομική άδεια έχει εκδοθεί από 1.1.2006 και μετά, ενώ για πωληθέντα ακίνητα με ημερομηνία έκδοσης της άδειας μέχρι 31.12.2005, εφαρμόζονται οι προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2238/1994.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για οικοδομές που σύμφωνα με την παράγραφο 2 της 1024543/1717/389/Α0014/ΠΟΛ.1038/9.3.2006 Απόφασης, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), εφόσον είχαν καταθέσει πλήρη φάκελο στην πολεοδομία για την έκδοση ή την αναθεώρηση της άδειας και είχε υπογραφεί προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο κατασκευής μέχρι την 25.11.2005, έστω και αν η άδεια οικοδομής εκδόθηκε μετά την 1.1.2006. Οι ανωτέρω οικοδομές εξακολουθούν να φορολογούνται με τον τεκμαρτό προσδιορισμό του άρθρου 34 του ν.2238/1994, καθόσον για αυτές δεν υπήρχε υποχρέωση προσδιορισμού του κόστους ανέγερσης κατά οικοδομή και δεν απαιτείται συλλογή των στοιχείων κόστους (δαπάνες ανέγερσης για κάθε οικοδομή).

II) Για πωλήσεις ακινήτων από 1.1.2014 (ισχύς ν.4172/2013) και μετά, των οποίων η άδεια οικοδομής εκδόθηκε από 1.1.2006 και μετά, για να εξαχθεί ορθό λογιστικό αποτέλεσμα, σύμφωνα και με την ΠΟΛ.1097/28.4.2015 εγκύκλιο, λαμβάνονται υπόψη οι καταχωρηθείσες δαπάνες που αφορούν τα πωληθέντα ακίνητα, έστω και αν αυτές πραγματοποιήθηκαν και καταχωρήθηκαν σε προηγούμενο φορολογικό έτος, δηλαδή στο έτος ή στα έτη κατασκευής. Ειδικότερα, για τις οικοδομές που πωλήθηκαν εντός του φορολογικού έτους 2016, οι δαπάνες ανέγερσης (κόστος), που πραγματοποιήθηκαν από την έκδοση της άδειας και μέχρι την πώλησή τους, ανεξάρτητα εάν αυτές πραγματοποιήθηκαν πριν ή μετά την 31.12.2013, λαμβάνονται υπόψη στον προσδιορισμό του αποτελέσματος του φορολογικού έτους 2016. Επισημαίνεται ότι δαπάνες που έχουν ήδη συμπεριληφθεί κατά τον υπολογισμό του αποτελέσματος των προηγούμενων φορολογικών ετών (2014 και 2015), δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη και κατά τον υπολογισμό του αποτελέσματος του φορολογικού έτους 2016, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν υπόψη δύο φορές.

III) Για τις οικοδομικές επιχειρήσεις ανέγερσης και πώλησης οικοδομών που προσδιορίζουν τα κέρδη τους λογιστικά με βάση τις διατάξεις του ν.4172/2013, είτε υποχρεούνται σε σύνταξη απογραφής, είτε συντάσσουν προαιρετικά απογραφή, είτε υπολογίζουν κόστος πωληθέντων χωρίς αρχικό και τελικό απόθεμα έτους (μη υπόχρεοι σε απογραφή), αρχικά το κόστος ανέγερσης από 1.1.2014 (έναρξη λογιστικού προσδιορισμού), όπως αυτό προκύπτει από το βιβλίο κοστολογίου οικοδομής, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του αποτελέσματος (κέρδος/ζημία) διαμέσου του υπολογισμού του κόστους πωληθέντων. Ωστόσο, το αποτέλεσμα κάθε φορολογικού έτους (κέρδος ή ζημία) προκύπτει από την αντιστοίχιση του πραγματοποιηθέντος κόστους ανέγερσης του τμήματος της οικοδομής που έχει ανεγερθεί μέχρι και το τέλος του έτους και πωληθεί μέσα σ’ αυτό.

Το μικτό (λογιστικό) αποτέλεσμα του φορολογικού έτους προσδιορίζεται από το τμήμα που αναλογεί στο πραγματοποιούμενο μέχρι το τέλος του ίδιου έτους αντίστοιχο κόστος ανέγερσης του πωληθέντος κτιρίου ή τμήματός του. Το κόστος ανέγερσης που αφορά οικοδομές που τελικώς δεν θα πωληθούν μέσα στο κρινόμενο φορολογικό έτος, δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα αυτού. Ειδικότερα, το κόστος ανέγερσης-κατασκευής αυτών (μη πωληθέντων), που παρακολουθείται ως «παραγωγή σε εξέλιξη», δεν θα συμπεριληφθεί στον υπολογισμό του κόστους πωληθέντων και κατά συνέπεια δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα του φορολογικού έτους που πραγματοποιήθηκε, αλλά θα ληφθεί υπόψη μεταγενέστερα, στο έτος της πώλησης της οικοδομής. Επιπλέον, για τον προσδιορισμό του κόστους πωληθέντων θα ληφθούν υπόψη τα αποθέματα αρχής και τέλους του υπόψη φορολογικού έτους, με αποτίμηση των ημιτελών καθώς και αποπερατωμένων κτισμάτων ή μηδενικά αποθέματα κατά περίπτωση.

Με την πιο πάνω διαδικασία προσδιορισμού του αποτελέσματος, θα υπάρξει τελικώς, με τη σταδιακή πώληση ολόκληρης της οικοδομής, πλήρης αντιστοίχιση – συσχέτιση του συνολικού κόστους ανέγερσης της οικοδομής με το συνολικό έσοδο. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν τηρούνται απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία. Επίσης, τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό αποτελέσματος οικοδομικής επιχείρησης από την πώληση ημιτελών οικοδομών, όπου το κόστος αποπεράτωσης βαρύνει τον αγοραστή.

IV) Σε περίπτωση που το κόστος ανέγερσης κτισμάτων που πραγματοποιήθηκε μέχρι 31.12.2013 έχει συμπεριληφθεί στο κόστος πωληθέντων φορολογικού έτους 2014 και 2015, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη και κατά την πώληση κτισμάτων, προκειμένου το κόστος ανέγερσης να μην ληφθεί υπόψη δύο φορές στον υπολογισμό του αποτελέσματος (κέρδος/ ζημιά).

V) Το «έσοδο» που αποκτούν οι οικοδομικές επιχειρήσεις από πώληση ακινήτων (προσύμφωνο, σύνταξη οριστικού συμβολαίου) πριν την αποπεράτωσή τους θα καταχωρηθεί στο έτος που αυτό καθίσταται δεδουλευμένο, δηλαδή στο έτος ολοκλήρωσης και παράδοσης του ακινήτου προκειμένου να αντιστοιχηθεί με το πραγματοποιούμενο κόστος.

Επισημαίνεται, ότι ως έσοδο από την πώληση ακινήτων προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων αποτελεσμάτων λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό αντίτιμο που αναγράφεται στη σύμβαση μεταβίβασης και όχι η αντικειμενική αξία αυτών (ΔΕΑΦ Β 1083058 ΕΞ 2015/18.6.2015 έγγραφό μας).

Τέλος, το κέρδος από την πώληση αγροτεμαχίου ή οικοπέδου, είτε θεωρηθεί «πάγιο» είτε «πρώτη ύλη» για την οικοδομική επιχείρηση, φορολογείται λογιστικά ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα (σχετ. ΔΕΑΦ Α 1142289 ΕΞ 2016/29.9.2016 έγγραφο).

8. ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι ατομικές επιχειρήσεις (φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα), καθώς και τα πρόσωπα της περ. β’ του άρθρου 45 του ν.4172/2013 (Ο.Ε., Ε.Ε., κ.λπ.) και της περ. στ’ του ίδιου άρθρου και νόμου (κοινοπραξίες) στα οποία δεν συμμετέχει νομικό πρόσωπο της παρ.1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994 (πρώην Κ.Φ.Ε.), όταν αποκτούν εισόδημα από τεχνικά έργα μετά την 1.1.2014, προσδιορίζουν το εισόδημα αυτό σε κάθε περίπτωση λογιστικά, ανεξάρτητα της ημερομηνίας υπογραφής της σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2238/1994 έχουν πάψει να ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1.1.2014 και μετά και περαιτέρω για τις τεχνικές επιχειρήσεις δεν υφίσταται μεταβατική διάταξη, όπως για τις οικοδομικές επιχειρήσεις (άρθρο 72 ν.4172/2013).

Στις περιπτώσεις αυτές, κατ’ ανάλογη εφαρμογή όσων εφαρμόζονται για τις οικοδομικές επιχειρήσεις, οι δαπάνες που αφορούν εισοδήματα από τεχνικά έργα τα οποία θα φορολογηθούν από 1.1.2014 και μετά, και καταχωρήθηκαν σε προγενέστερα έτη, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εξαγωγή του λογιστικού αποτελέσματος.

9. ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΕΣ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ

Τα νομικά πρόσωπα με απλογραφικά βιβλία δεν συμπληρώνουν τον πίνακα Ζ’ καθόσον η αναμόρφωση των φορολογητέων κερδών τους γίνεται στο έντυπο Ν. Ως εκ τούτου, μετά τη συμπλήρωση των κωδικών 551, 555, 559 και 563 του υποπίνακα ζ’ του πίνακα ΣΤ’ μεταφέρουν το αποτέλεσμά τους (κωδικός 563) στο έντυπο Ν για τυχόν φορολογική αναμόρφωση (δαπάνες μη εκπιπτόμενες, απαλλασσόμενα μερίσματα, κ.λ.π) και φορολόγηση στο έντυπο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων. Ο κωδικοί 567, 575 και 571 επίσης δεν συμπληρώνονται από τα νομικά πρόσωπα.

Τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα (περιπτ.γ’ άρθρου 45), σε περίπτωση που έχουν εισόδημα μόνο από κεφάλαιο και υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, δεν αναγράφουν ποσά στο έντυπο Ε3. Στην περίπτωση αυτή εφόσον συμπληρώνουν την κατάσταση φορολογικής αναμόρφωσης (κατάσταση αποδοθέντων και οφειλόμενων φόρων εισοδήματος και έμμεσων φόρων) θα οριστικοποιούν το έντυπο Ε3 χωρίς να αναγράφουν ποσά. Αντίθετα, όταν τα ίδια νομικά πρόσωπα έχουν εισόδημα από επιχειρηματικές συναλλαγές, τότε υποχρεούνται και στη συμπλήρωση του εντύπου Ε3.

Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες με διπλογραφικά βιβλία συμπληρώνουν τους πίνακες Η’ και Θ’, με βάση την σχετική περιγραφή που αναγράφεται στους κατ’ είδους κωδικούς προκειμένου να προκύψει το αποτέλεσμα χρήσης (ΚΑ 479) το οποίο μεταφέρεται στο έντυπο Ν για φορολογική αναμόρφωση και φορολόγηση στο έντυπο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων.

Επομένως, ο κωδικός 196 (Συνολικό ποσό κατάστασης φορολογικής αναμόρφωσης) δεν συμπληρώνεται από τα νομικά πρόσωπα με διπλογραφικά βιβλία.

10. ΠΙΝΑΚΑΣ Κ’: ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ – ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

Στον πίνακα Κ’ καταχωρούνται οι προσωρινές διαφορές μεταξύ λογιστικής αξίας, για τις επιχειρήσεις που τηρούν τα βιβλία τους με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π) ή τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ε.Λ.Π.) και φορολογικής αξίας όπως αυτές προκύπτουν με βάση τις διατάξεις του ν.4172/2013.

Ειδικότερα, στη στήλη «Λογιστική Βάση» καταχωρείται η συνολική λογιστική αξία των αντίστοιχων λογαριασμών της περιγραφόμενης κατηγορίας (π.χ. ενσώματα πάγια, προβλέψεις κ.ο.κ) όπως προκύπτει από τα τηρούμενα βιβλία (Δ.Λ.Π. ή Ε.Λ.Π) της επιχείρησης στην οποία υφίστανται διαφορές από την αντίστοιχη αξία που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του ν.4172/2013 και η οποία καταχωρείται στην στήλη «Φορολογική Βάση».

Στην συνέχεια, στη στήλη «Διαφορές» και ειδικότερα στους κωδικούς 787, 795, υπολογίζονται από το σύστημα οι διαφορές (θετικές-αρνητικές) για τους λογαριασμούς εσόδων με βάση τα δεδομένα που αναγράφονται στους κωδικούς 771 και 779, ενώ στους κωδικούς 788, 796, υπολογίζονται οι αντίστοιχες διαφορές για τους λογαριασμούς εξόδων με βάση τα δεδομένα που αναγράφονται στους κωδικούς 772 και 780, προκειμένου στη συνέχεια να μεταφερθεί το σύνολο των διαφορών (θετικών-αρνητικών) από τους κωδικούς 797 και 798 στους αντίστοιχους κωδικούς 118 και 119 του εντύπου Ν. Τέλος, στους αντίστοιχους κωδικούς 781, 789, 782, 790, 783, 791, 784,792, 785, 793, 786 και 794 δεν υπολογίζονται διαφορές με βάση τα δεδομένα της λογιστικής-φορολογικής βάσης καθόσον οι διαφορές αυτές αφορούν λογαριασμούς ενεργητικού-παθητικού, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των φορολογικών αποτελεσμάτων του τρέχοντος φορολογικού έτους στο έντυπο Ν.

Β) ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Στον Πίνακα της Φορολογικής Αναμόρφωσης ενσωματώθηκε και η περίπτωση ιδ’ του άρθρου 23 του ΚΦΕ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 72 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α’ 240/22-12-2016) και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 22/12/2016 και μετά, σύμφωνα με το άρθρο 129 του ίδιου νόμου. Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έχει πραγματοποιηθεί με τη χρήση ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής ή μέσω παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, δεν εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα και συνεπώς πρέπει να περιλαμβάνονται στη φορολογική αναμόρφωση.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθ. πρωτ.: ΔΕΑΦ Β 1015698 ΕΞ 2017 Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972 κατά τη μεταβίβαση ευρεθέντος αυτοκινήτου οχήματος σε ασφαλιστική εταιρεία για το οποίο έχει προηγουμένως καταβληθεί αποζημίωση λόγω κλοπής

Αθήνα, 31 Ιανουαρίου 2017
Αριθ. Πρωτ.:ΔΕΑΦ Β 1015698 ΕΞ 2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β’, Α’

Ταχ. Δ/νση:Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας:101 84 Αθήνα
Πληροφορίες:Ε. Πλάνη – Β. Τουζένη
Τηλέφωνο:210 – 3375312
Fax:210 – 3375001
E-Mail:[email protected]
Url: www.aade.gr
ΘΕΜΑ: «Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972 κατά τη μεταβίβαση ευρεθέντος αυτοκινήτου οχήματος σε ασφαλιστική εταιρεία για το οποίο έχει προηγουμένως καταβληθεί αποζημίωση λόγω κλοπής»

Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, όπου για την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταβίβασης δικαιώματος κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας, απαιτείται εκ του νόμου να λαμβάνεται υπόψη ή να αναγράφεται σε αυτό η αξία του οχήματος ως εμπορεύματος, αυτή υπολογίζεται ως το πηλίκο των προς καταβολή τελών χαρτοσήμου του οχήματος που ορίζονται με βάση τις διατάξεις αυτού του προεδρικού διατάγματος δια του συντελεστή δέκα οκτώ χιλιοστά της μονάδος (0,018). Με τον ίδιο τρόπο υπολογίζεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος, η αξία του οχήματος ως εμπορεύματος, εκτός αν προκύπτει μεγαλύτερη με βάση το συμβόλαιο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, οπότε και λαμβάνεται υπόψη αυτή. Η αξία του οχήματος ως εμπορεύματος που εξευρίσκεται κατά τα ανωτέρω φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) υποβάλλοντας για το σκοπό σχετική δήλωση από τον πωλητή στον Οικονομικό Έφορο αυτού πριν τη σύντάξη της πράξης μεταβίβασης. Ο αναλογών φόρος καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις η πρώτη εκ των οποίων καταβάλλεται με την υποβολή της δήλωσης. Η αξία αύτη δύναται να υπαχθεί σε φόρο εισοδήματος βάσει των γενικών διατάξεων περί φορολογίας εισοδημάτων, εφόσον συμπεριληφθεί στα λοιπά εισοδήματα του φορολογουμένου στην υποβαλλομένη από αυτόν δήλωση φορολογίας εισοδήματος, του οικείου οικονομικού έτους, διαφορετικά θεωρείται ότι με αυτή την αυτοτελή φορολόγηση εξαντλείται η φορολογική του υποχρέωση. Στην περίπτωση αυτή ο βεβαιωθείς ή καταβληθείς φόρος εισοδήματος που προέκυψε από την αυτοτελή φορολόγηση της αξίας του μεταβιβασθέντος οχήματος ως εμπορεύματος, συμψηφίζεται με τον οφειλόμενο βάσει της δήλωσης φόρο κατά την εκκαθάριση αυτής από τον Οικονομικό Έφορο, το δε τυχόν επιπλέον βεβαιωθέν, κατά τα ανωτέρω, ποσό φόρου εκπίπτεται ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση. Εξαιρείται από την αυτοτελή φορολογία η ωφέλεια, η οποία προκύπτει από τη μεταβίβαση αγροτικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε φυσικό πρόσωπο που ασκεί γεωργική επιχείρηση. Σ’ αυτή την περίπτωση η οικεία δήλωση μεταβίβασης του οχήματος υποβάλλεται χωρίς την καταβολή φόρου εισοδήματος.

2. Από την κατά τα ανωτέρω αυτοτελή φορολογία εξαιρείται, επίσης, η ωφέλεια που προκύπτει από τη μεταβίβαση οχήματος που ανήκει σε επιχείρηση που τηρεί βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992) από 1η Ιανουαρίου 2004 και μετά (παρ. 12 άρθρου 30 ν.3220/2004).

3. Επιπλέον, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν.2238/1994, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τον ν.4172/2013, οριζόταν ότι ως ακαθάριστο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις λαμβάνεται το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων από τις κάθε είδους εμπορικές συναλλαγές αυτών, και περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν.4172/2013, οι οποίες ισχύουν για φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, ορίζεται ότι όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

4. Όπως έχει γίνει δεκτό από τη Διοίκηση, ασφαλιστική αποζημίωση που εισπράττεται για εμπορεύματα που κλάπηκαν αντικαθιστά το τίμημα πώλησης των κλαπέντων και συνεπώς ο λογιστικός χειρισμός δε διαφοροποιείται από εκείνον των πωλήσεων. Επομένως, τα έσοδα από ασφαλιστική αποζημίωση για κλοπή εμπορευμάτων θεωρούνται έσοδα από πώληση αγαθών ως αντισταθμίζοντα τα διαφυγόντα έσοδα από την πώληση των απολεσθέντων εμπορευμάτων. (σχετική και η 114/ΕΛ/ΛΓ1839/1992 γνωμάτευση του Ε.ΣΥ.Λ).

5. Εξάλλου, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2496/1997, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με την παρ. 7 του άρθρου 278 του ν.4364/2016, ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του συμβαλλόμενού της (λήπτη της ασφάλισης) ή του τρίτου, έναντι ασφαλίστρου, α) είτε να καταβάλει παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, σε είδος, όταν επέλθει εκείνο το περιστατικό εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 4 και στο άρθρο 5 περιπτώσεις α’, β’, γ’ και δ’ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), β) είτε να εκτελέσει τις εργασίες του άρθρου 5 περιπτώσεις ε’ ως και θ’ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ.

6. Από στοιχεία που έχουν περιέλθει σε γνώση της υπηρεσίας μας προκύπτει ότι σε περίπτωση κλοπής ασφαλισμένου αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας, η οφειλόμενη αποζημίωση καταβάλλεται από τις ασφαλιστικές εταιρείες μετά την παρέλευση ενός ελάχιστου αριθμού ημερών. Συχνά τα κλαπέντα οχήματα τελικά ευρίσκονται, ακόμα και μετά την παρέλευση πολλών ετών από την επέλευση του γεγονότος της κλοπής, με αποτέλεσμα να παραχωρείται η κυριότητα τους στην ασφαλιστική εταιρεία. Επιπλέον, πολλά ασφαλιστήρια συμβόλαια παρέχουν στον λήπτη της ασφάλισης και ιδιοκτήτη του οχήματος τη δυνατότητα να κρατήσει το ευρεθέν αυτοκίνητο επιστρέφοντας την καταβληθείσα αποζημίωση στην ασφαλιστική εταιρεία.

7. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972 εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση μεταβίβασης δικαιώματος κυριότητας ή έτερου εμπραγμάτου δικαιώματος επί αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας με επαχθή αιτία, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής τους κατά τη μεταβίβαση σε ασφαλιστική εταιρεία της κυριότητας επί κλαπέντος αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας, το οποίο τελικά ευρέθη μετά την καταβολή του ασφαλίσματος (ασφαλιστική αποζημίωση) στον ιδιοκτήτη του ως λήπτη της ασφάλισης, ελλείψει του στοιχείου της αντιπαροχής. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, δεν προκύπτει υπεραξία για να υπαχθεί σε αυτοτελή φορολόγηση, καθόσον το ασφάλισμα καταβάλεται από την ασφαλιστική εταιρεία έναντι των ασφαλίστρων που είχε καταβάλει κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης και όχι ως αντιπαροχή για την αγορά του αυτοκινήτου οχήματος ή της μοτοσυκλέτας.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ Α.Α.Δ.Ε.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1014/2017 Εφαρμογή ή μη των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.), «περί της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής», σε περιπτώσεις αμφισβήτησης πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης που αφορούν τέλη κυκλοφορίας

ΑΘΗΝΑ, 26 Ιανουαρίου 2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΕΜΕΣΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ ΤΕΛΩΝ και ΕΙΔ. ΦΟΡΟΛΟΓΙΩΝ

Ταχ. Δ/νση : Σίνα 2-4
Ταχ. Κώδικας: 10672 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Κ.Αγκιναρασταχάκης
Τηλέφωνο : 210 3604308

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ

ΠΟΛ 1014/2017

Θέμα: Εφαρμογή ή μη των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.), «περί της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής», σε περιπτώσεις αμφισβήτησης πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης που αφορούν τέλη κυκλοφορίας.

Με αφορμή σχετικά ερωτήματα που υποβάλλονται στην Υπηρεσία μας, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 2 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) καθώς και στο Παράρτημα του ΚΦΔ ορίζονται τα δημόσια έσοδα για τα οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εν λόγω Κώδικα. Τα τέλη κυκλοφορίας αφενός δεν κατονομάζονται ρητώς στο άρθρο 2, αφετέρου δεν περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του Κώδικα και επομένως δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του.

Περαιτέρω, όπως διευκρινίστηκε με την Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ 1002/2013 (άρθρο 1 παρ. 1),ο υπόχρεος που, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 63 Κ.Φ.Δ., αμφισβητεί πράξεις, ρητές ή σιωπηρές, που εκδίδονται ή συντελούνται από 1/1/2014 και εφεξής σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα οφείλει, πριν από την προσφυγή του στη Διοικητική Δικαιοσύνη, να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.

Κατόπιν των ανωτέρω, οποιεσδήποτε πράξεις εκδίδονται από τη Φορολογική Διοίκηση σε βάρος φορολογουμένων αναφορικά με τέλη κυκλοφορίας δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 63 ΚΦΔ και επομένως προσβάλλονται απευθείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής των άρθρων 63 επ. του ν.2719/1999 (Κ.Δ.Δ.).
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1005/2017 Καθορισμός δαπανών για τις οποίες απαιτείται η χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής ή/και συλλογής αποδείξεων για το φορολογικό έτος 2017

ΠΟΛ 1005/2017

(ΦΕΚ Β’ 145/25-01-2017)

Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της περ. στ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), όπως ισχύουν.

2. Τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 15, των άρθρων 16, 20, 29 και 34 του ν. 4172/2013.

3. Τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 4174/2013 (Α’ 170).

4. Τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016 (Α’ 94).

5. Το Π.Δ. 111/2014 (Α’ 178/2014 και Α’ 25/2015) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.

6. Το Π.Δ. 125/2016 (Α’ 210) «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

7. Την υπ’ αριθ. ΥΠΟΙΚ 0010218 ΕΞ 2016/14.11.2016 (Β’ 3696/15.11.2016) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών περί «Ανάθεσης αρμοδιοτήτων στην Υφυπουργό Οικονομικών Αικατερίνη Παπανάτσιου».

8. Την ανάγκη καθορισμού των δαπανών για τις οποίες απαιτείται η χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής ή/και συλλογής αποδείξεων, την ανάγκη κατανομής των δαπανών μεταξύ των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης, τις κατηγορίες των φορολογουμένων που εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

9. Το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Για να διατηρηθεί η μείωση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 4172/2013, ο φορολογούμενος απαιτείται να πραγματοποιήσει δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών στην ημεδαπή ή σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ε.Ο.Χ., οι οποίες να έχουν εξοφληθεί με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, δηλαδή κάρτες και μέσα πληρωμής με κάρτες, πληρωμή μέσω λογαριασμού πληρωμών Παροχών Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010 (μεταφορά πίστωσης, εντολές άμεσης χρέωσης, πάγιες εντολές), και διενεργούνται μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking), ηλεκτρονικού πορτοφολιού (e-wallet) κ.λπ., το ελάχιστο ποσό των οποίων προσδιορίζεται ως ποσοστό του φορολογητέου εισοδήματος του, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Εισόδημα (σε ευρώ) Ποσοστό ελάχιστης δαπάνης με ηλεκτρονική συναλλαγή Και μέσα πληρωμής με κάρτα (Προοδευτική εφαρμογή)
1-10.000 10%
10.000,01-30.000 15%
30.000,01 και άνω 20% και μέχρι 30.000 ευρώ

Η κλίμακα της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται προοδευτικά, έτσι ώστε ο συντελεστής του επόμενου κλιμακίου να υπολογίζεται μόνον στο υπερβάλλον ποσό του εισοδήματος.

Άρθρο 2

Οι δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών λαμβάνονται υπόψη, εφόσον περιλαμβάνονται στις ακόλουθες ομάδες του δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΛ.ΣΤΑΤ.:

Ομάδα 1 (Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά).
Ομάδα 2 (Αλκοολούχα ποτά και καπνός).
Ομάδα 3 (Ένδυση και υπόδηση).
Ομάδα 4 (Στέγαση), εξαιρουμένων των ενοικίων.
Ομάδα 5 (Διαρκή αγαθά, είδη νοικοκυριού και υπηρεσίες).
Ομάδα 7 (Μεταφορές), εξαιρουμένης της δαπάνης για τέλη κυκλοφορίας και της αγοράς οχημάτων, πλην των ποδηλάτων.
Ομάδα 8 (Επικοινωνίες).
Ομάδα 9 (Αναψυχή, πολιτιστικές δραστηριότητες), εξαιρουμένης της αγοράς σκαφών, αεροπλάνων και αεροσκαφών.
Ομάδα 10 (Εκπαίδευση).
Ομάδα 11 (Ξενοδοχεία, καφέ, εστιατόρια).
Ομάδα 12 (Άλλα αγαθά και υπηρεσίες).

Άρθρο 3

1. Εξαιρούνται από την υποχρέωση χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν.4172/2013, οι φορολογούμενοι εβδομήντα (70) ετών και άνω, άτομα με ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση, οι φορολογικοί κάτοικοι της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 του ν. 4172/2013, που υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης στην Ελλάδα και φορολογούνται με την κλίμακα από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

2. Εξαιρούνται από την υποχρέωση χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής και οι παρακάτω κατηγορίες φορολογουμένων:
α. Δημόσιοι λειτουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αλλοδαπή, καθώς και φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας που διαβιούν ή εργάζονται στην αλλοδαπή, με την επιφύλαξη του άρθρου 4 της παρούσας.
β. Ανήλικοι που υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και φορολογούνται με την κλίμακα των μισθωτών και συνταξιούχων.
γ. Φορολογούμενοι που κατοικούν μόνιμα σε χωριά με πληθυσμό έως 500 κατοίκους και σε νησιά με πληθυσμό κάτω των 3.100 κατοίκων, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, εκτός αν πρόκειται για τουριστικούς τόπους.
δ. Οι φορολογούμενοι που δεν έχουν εισόδημα από καμία κατηγορία ή έχουν εισόδημα μόνο από κεφάλαιο ή/και από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και το τεκμαρτό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.500 ευρώ, σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν.4172/2013.
ε. Οι φορολογούμενοι που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ, για τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και του συνολικού εισοδήματος τους, σύμφωνα με την περ.δ’ της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν.4172/2013.
στ. Οι φορολογούμενοι που είναι δικαιούχοι Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ).
ζ. Οι υπηρετούντες την υποχρεωτική στρατιωτική τους θητεία.
η. Οι φορολογούμενοι που βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας νοσηλείας (πέραν των 6 μηνών).

3. Οι φορολογούμενοι των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου υποχρεούνται να προσκομίσουν αποδείξεις ίσης αξίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1 και 2 της παρούσας. Οι αποδείξεις φυλάσσονται για μελλοντικό έλεγχο.

Άρθρο 4

Εξαιρούνται από την υποχρέωση χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής και προσκόμισης αποδείξεων για την πραγματοποίηση δαπανών, οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, οι στρατιωτικοί, εφόσον υπηρετούν στην αλλοδαπή, οι υπηρετούντες στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσοι διαμένουν σε οίκο ευγηρίας και σε ψυχιατρικό κατάστημα και οι φυλακισμένοι.

Άρθρο 5

Το ποσό των δαπανών δηλώνεται ατομικά από κάθε σύζυγο ή από κάθε μέρος συμφώνου συμβίωσης. Σε περίπτωση που καλύπτεται το απαιτούμενο ποσό δαπανών από οποιονδήποτε εκ των δυο συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης, το τυχόν πλεονάζον ποσό δύναται κατά την εκκαθάριση να μεταφερθεί στον άλλο σύζυγο ή στο άλλο μέρος συμφώνου συμβίωσης για τυχόν κάλυψη του ελάχιστα απαιτούμενου ποσού δαπανών.

Εάν δεν καλύπτεται το ελάχιστο απαιτούμενο ποσό της κλίμακας του άρθρου 1 της παρούσας, τότε ο φόρος προσαυξάνεται κατά το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου και του δηλωθέντος ποσού, πολλαπλασιαζόμενης με συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%).

Άρθρο 6

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 2017

Η Υφυπουργός
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αρ. πρωτ.: ΑΤΚΕ 0012279 ΕΞ 2016 /433 Ακατάσχετο το επίδομα ανεργίας και ακατάσχετο και αφορολόγητο το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης το οποίο ούτε συμψηφίζεται με ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο ή πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιοσδήποτε άλλης παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα

Αθήνα, 30/12/2016
Αρ. Πρωτ.:ΑΤΚΕ 0012279 ΕΞ 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΑΥΤΟΤΕΛΕΣ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ταχ.Δ/νση :Λεωχάρους 2
Ταχ. Κώδικας :105 62 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες :Α. Χατζαλή
Τηλέφωνο :210 3224878
FAX:210 3235135
e-mail –

ΠΡΟΣ: Τη Βουλή των Ελλήνων

Σε απάντηση ερώτησης, που κατέθεσε ο Βουλευτής κ. Δ. Καμμένος, σας γνωρίζουμε ότι:
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 9 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων), όπως ισχύει και του άρθρου 48 παρ. 1 του ν. 4174/2013, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. έχει την υποχρέωση να επιδιώξει την είσπραξη των ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο καθώς και τη διακοπή της παραγραφής τους,ανεξάρτητα από την αιτία προέλευσης αυτών, λαμβάνοντας όλα τα προβλεπόμενα αναγκαστικά, ποινικά και λοιπά μέτρα κατά των οφειλετών, μεταξύ των οποίων και η κατάσχεση εις χείρας τρίτων.

Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. σε συνδυασμό με την αριθμ. Δ6Α 1054391 ΕΞ 2014/1.4.2014 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, παρέχεται η ευχέρεια στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. μετά από σχετική αίτηση του οφειλέτη να περιορίσει με αιτιολογημένη Απόφασή του το ποσό ή ποσοστό της κατάσχεσης που του επιβλήθηκε υπό προϋποθέσεις που ορίζονται στην ΠΟΛ.1092/3.4.2014 εγκύκλιο της Διοίκησης.

Επιπρόσθετα, με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ. 93Α/14-8-2015), ισχύει το ακατάσχετο καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα για έναν και μοναδικό ατομικό ή κοινό λογαριασμό σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα για κάθε φυσικό πρόσωπο μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως. Σε περίπτωση που υπάρχει λογαριασμός περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων, θα πρέπει να γνωστοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο ο λογαριασμός αυτός. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η υποβολή ηλεκτρονικής δήλωσης στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης, με την οποία γνωστοποιείται από το φυσικό πρόσωπο ο μοναδικός τραπεζικός λογαριασμός (σχετ. ΠΟΛ.1222/6.10.2015 και ΠΟΛ.1182/25.7.2014).
Περαιτέρω, στη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν. 3552/2007 (ΦΕΚ. 77Α/4-4-2007), το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 21 του ν.δ. 2961/1954 (ΦΕΚ. 197Α’), ρητά ορίζεται ότι το επίδομα ανεργίας είναι ανεκχώρητο και ακατάσχετο, εκτός εάν πρόκειται για διατροφή συζύγων, ανιόντων ή κατιόντων.

Επίσης, με το άρθρο 235 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ. 94Α/27-5-2016) θεσπίστηκε το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του οποίου ορίζεται ρητά ότι το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης είναι αφορολόγητο, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, δεν κατάσχεται ούτε συμψηφίζεται με ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο ή πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιοσδήποτε άλλης παροχής κοινωνικού ή προνομιακού χαρακτήρα.

Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται ότι τα ακατάσχετα θα πρέπει να προβλέπονται από ρητή διάταξη νόμου, καθώς αποτελούν εξαίρεση από τον κανόνα, αφού δυσχεραίνουν ουσιαστικά ή ακόμα και αποκλείουν την παροχή έννομης προστασίας στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης και ως εκ τούτου, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο κατασχέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και ποσά διαφόρων κοινωνικών επιδομάτων, ο φορέας που τα χορηγεί, οφείλει να ενημερώνει τα πιστωτικά ιδρύματα για το ακατάσχετο αυτών καθώς και για το νομοθετικό πλαίσιο που ρητά το προβλέπει.

Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1190/2016 Φορολογική μεταχείριση αποδοχών με τις ΠΟΛ 1147/2016 και ΠΟΛ 1161/2016 και στους λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (εν ενεργεία και συνταξιούχους)

Αθήνα, 15 Δεκεμβρίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α’

Ταχ. Δ/νση:Κ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας:101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες:
Τηλέφωνο:210 3375314-6
Fax:210 3375001
e-mail: [email protected]

ΠΟΛ 1190/2016

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση της υπ’ αριθμ. 288/2016 γνωμοδότησης του ΝΣΚ.

Σας κοινοποιούμε την υπ’ αριθμ. ΝΣΚ 288/2016 ομόφωνη γνωμοδότηση της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του ΝΣΚ η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αυτή, η φορολογική μεταχείριση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών (εν ενεργεία και συνταξιούχων), η υλοποίηση της οποίας αποφασίσθηκε με τις υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1147/29.9.2016 και ΠΟΛ.1161/1.11.2016 εγκυκλίους του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου να αποφευχθεί η άσκοπη επιβάρυνση των διοικητικών υπηρεσιών και των δικαστηρίων, πρέπει να εφαρμοσθεί και στους λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (εν ενεργεία και συνταξιούχους), καθώς και στα μέλη των οικογενειών των αποβιωσάντων δικαστικών λειτουργών και λειτουργών του ΝΣΚ, τα οποία συνταξιοδοτούνται κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του συνταξιοδοτικού νόμου, λόγω του θανάτου των λειτουργών αυτών και μόνο για το τμήμα που αφορά τις κατά μεταβίβαση συντάξεις (όχι δηλαδή και για τα λοιπά εισοδήματα αυτών).

Ο Αναπλ. Γενικός Δ/ντής Φορολογικής Διοίκησης
Ε. Σαΐτης

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner