2. την 67343 ΕΞ
2019/19.6.2019 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Ρύθμιση ειδικών θεμάτων
σχετικά με την τήρηση και τη διαδικασία καταχώρισης στο Κεντρικό Μητρώο
Πραγματικών Δικαιούχων του άρθρου 20 και 21 του Ν.
4557/2018 » (Β΄ 2443).
3. Την ανάγκη
αποσαφήνισης υποχρεώσεων που αφορούν ειδικότερες μορφές εταιρειών που
καταχωρίζονται στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων.
5. Το γεγονός ότι από την
έκδοση της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού
προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Την τροποποίηση της
67343ΕΞ 2019/19.6.2019 απόφασης Υπουργού Οικονομικών ως εξής:
1. Στο πρώτο εδάφιο του
μέρους Α του άρθρου 2 διαγράφονται οι λέξεις «ανεξαρτήτως της έδρας ή τυχόν
απαλλαγής τους από φορολογία δυνάμει ειδικών διατάξεων».
2. Στην παρ. 1 του μέρους
Α του άρθρου 2 διαγράφεται η περιπτ. θ) και προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Θυγατρικές εταιρείες ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών με πραγματικό δικαιούχο
εισηγμένη εταιρεία στην Ελλάδα ή την αλλοδαπή καταχωρίζουν ως πραγματικό
δικαιούχο την εισηγμένη μητρική σύμφωνα με το μέρος Β του παρόντος άρθρου».
3. Στην παρ. 2 του μέρους
Α του άρθρου 2, διαγράφεται η περιπτ. β) και οι περιπτ. γ) και δ) αναριθμώνται
σε β) και γ) αντίστοιχα.
4. Στο τέλος της παρ. 2
του μέρους Α του άρθρου 2 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι εταιρείες της
παρούσας παραγράφου καταχωρίζουν στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων τα
στοιχεία που έχουν ήδη καταχωρισθεί στα οικεία Μητρώα του Υπουργείου Ναυτιλίας
και Νησιωτικής Πολιτικής».
Κατά τα λοιπά ισχύει η
67343 ΕΞ 2019/19.6.2019 απόφαση.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 8 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 του Ν.4577/2018 (ΦΕΚ Α΄ 199), αναφορικά με την τροποποίηση του άρθρου 31 του Ν.3986/2011 περί επιβολής του τέλους επιτηδεύματος.
Σε συνέχεια της ΠΟΛ.1235/2018 εγκυκλίου, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι
διατάξεις του άρθρου 17
του Ν.4577/2018 , σας παρέχουμε τις
ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:
Με τις διατάξεις του
τέταρτου εδαφίου της παρ.3 του
άρθρου 31 του Ν.3986/2011 , όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 του
άρθρου 17 του Ν.4577/2018 , ορίζεται ότι από το φορολογικό έτος 2018 και εφεξής
εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος οι αγρότες – μέλη
αγροτικών συνεταιρισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8
του Ν. 4384/2016 (Α΄ 78), οι αγροτικοί
συνεταιρισμοί, οι σχολικοί συνεταιρισμοί του άρθρου 46 του Ν. 1566/1985 (Α΄ 167), οι Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας
με τη μορφή Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης ή Συνεταιρισμού Εργαζομένων,
καθώς και οι επιχειρήσεις ανεξαρτήτως νομικής μορφής που βρίσκονται σε
εκκαθάριση, πτώχευση ή αδράνεια. Σε περίπτωση που η αδράνεια δεν καταλαμβάνει
ολόκληρο το φορολογικό έτος εφαρμόζεται αναλογικά η παράγραφος
2 του άρθρου 31 του Ν.3986/2011 .
Ειδικότερα:
Α. Αγροτικοί
συνεταιρισμοί (Α.Σ.) και αγρότες – μέλη αυτών
Α1. Αγρότες – μέλη
Αγροτικών Συνεταιρισμών (Α.Σ.)
1. Από το φορολογικό έτος
2018 και εφεξής εξαιρούνται από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος οι αγρότες
– μέλη αγροτικών συνεταιρισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8
του Ν.4384/2016 .
2. Ο έλεγχος των
προϋποθέσεων αυτών και η απαραίτητη για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης
πιστοποίηση των μελών αγροτικών συνεταιρισμών γίνεται από το Υπουργείο
Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Συγκεκριμένα, λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα
του ηλεκτρονικού αρχείου που αποστέλλει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και
Τροφίμων στις υπηρεσίες της ΑΑΔΕ και με το οποίο πιστοποιούνται τα μέλη
αγροτικών συνεταιρισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 του
Ν.4384/2016.
3. Περαιτέρω και
δεδομένου ότι με βάση τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης εξαιρούνται
από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος όσοι κατά τη διάρκεια του
έτους 2018 είναι ταυτόχρονα αγρότες και μέλη αγροτικών συνεταιρισμών (που
πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Ν. 4384/2016), η ιδιότητα του μέλους
αγροτικού συνεταιρισμού (όπως αυτή πιστοποιείται από το αρμόδιο Υπουργείο)
συσχετίζεται με τον όρο του αγρότη ο οποίος για τις ανάγκες του Κώδικα
Φορολογίας Εισοδήματος αντιστοιχεί στην «άσκηση αγροτικής επιχειρηματικής
δραστηριότητας» ( παρ. 1 του
άρθρου 21 του Ν.4172/2013 ) όπως αυτή προσδιορίζεται από τις κείμενες διατάξεις.
4. Οι διατάξεις της παραγράφου
2 του άρθρου 17 του Ν.4577/2018 αφορούν στο τέλος επιτηδεύματος από την αγροτική
επιχειρηματική δραστηριότητα και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζονται από την
ύπαρξη εσόδων από άλλες πηγές εισοδήματος. Ομοίως, δεν επηρεάζουν την υποχρέωση
σε τέλος επιτηδεύματος λόγω της άσκησης λοιπών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Επομένως, στην περίπτωση που ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα ταυτόχρονα
με αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά σε διαφορετικές εγκαταστάσεις, η
εξαίρεση της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του Ν.4577/2018 εφαρμόζεται για την
εγκατάσταση στην οποία ασκείται η αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα. Εάν
διαπιστωθεί από τον φορολογούμενο ότι έχει υπολογιστεί τέλος επιτηδεύματος για
εγκατάσταση όπου ασκείται αγροτική δραστηριότητα ενώ εμπίπτει στην παραπάνω
εξαίρεση, τότε δεν προβαίνει σε οριστικοποίηση της δήλωσής του, αλλά την
υποβάλει με επιφύλαξη, προκειμένου η εκκαθάρισή της να ολοκληρωθεί από τη
Δ.Ο.Υ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Α.1041/2019 απόφαση του Διοικητή ΑΑΔΕ.
Αντίθετα, στην περίπτωση
που ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα ταυτόχρονα με αγροτική επιχειρηματική
δραστηριότητα στην ίδια όμως εγκατάσταση (όπου κατά πάγια θέση της Διοίκησης,
επιβάλλεται ένα τέλος επιτηδεύματος, μη λογιζόμενης της δεύτερης αυτής
δραστηριότητας ως υποκαταστήματος), παραμένει η υποχρέωση σε τέλος
επιτηδεύματος λόγω άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, μη εφαρμοζομένων των
διατάξεων της παραγράφου
2 του άρθρου 17 του Ν.4577/2018 περί εξαίρεσης από την υποχρέωση καταβολής τέλους
επιτηδεύματος για την αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα.
5. Τέλος, στην
απαλλακτική διάταξη του άρθρου 17
του Ν. 4577/2018 δεν εμπίπτουν τα μέλη
αγροτικού συνεταιρισμού (Α.Σ.) που δεν είναι φυσικά πρόσωπα, ήτοι τα πρόσωπα
του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του
άρθρου 6 του Ν. 4384/2016 (άλλα νομικά πρόσωπα που η δραστηριότητά τους είναι
αποκλειστικά αγροτική σε έναν τουλάχιστον από τους κλάδους της αγροτικής
οικονομίας και εξυπηρετούνται από τις δραστηριότητες του Α.Σ.). Επισημαίνεται
ότι εάν τα μέλη του Α.Σ. λειτουργούν με τη μορφή Α.Σ., αυτά απαλλάσσονται από
την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος με βάση τα ειδικότερα αναφερόμενα
κατωτέρω.
Α2. Αγροτικοί
συνεταιρισμοί (Α.Σ.)
Από το φορολογικό έτος
2018 και μετά εξαιρούνται ρητά από την υποχρέωση καταβολής του τέλους
επιτηδεύματος οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του
άρθρου 31 του Ν.3986/2011 , όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 του
άρθρου 17 του Ν.4577/2018 . Για τη μη επιβολή του τέλους επιτηδεύματος στους
αγροτικούς συνεταιρισμούς κατά την εκκαθάριση της αντίστοιχης δήλωσης
φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, θα πρέπει να
έχει πραγματοποιηθεί η ανάλογη απεικόνιση των εν λόγω προσώπων στο υποσύστημα
Μητρώου στο TAXIS.
Β . Σχολικοί
συνεταιρισμοί τουάρθρου 46 του Ν .
1566/1985
1. Με την ΠΟΛ.
1216/2018 εγκύκλιό μας είχε
διευκρινιστεί ότι οι σχολικοί συνεταιρισμοί του άρθρου 46 του Ν.1566/1985 συστήνονται ως ελεύθερη ένωση των μαθητών, σκοπός των
οποίων είναι η διαπαιδαγώγηση των μαθητών σχετικά με τις αρχές της
αλληλοβοήθειας, της συνεργασίας, της κοινωνικής ευθύνης κ.λπ., αλλά και εν
γένει η εμπέδωση των αρχών της συλλογικότητας και ως εκ τούτου, προέχει ο μη κερδοσκοπικός
χαρακτήρας τους, ανεξάρτητα από την υποχρέωση σύστασής τους με τη μορφή του
συνεταιρισμού, η οποία απορρέει από τις διατάξεις της νομοθεσίας που τους
διέπει. Κατά συνέπεια, τα εν λόγω πρόσωπα για φορολογικούς σκοπούς αποτελούν
νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στα οποία δεν
επιβάλλεται το τέλος επιτηδεύματος του Ν.3986/2011.
2. Με την
αντικατασταθείσα διάταξη της παρ. 3 του
άρθρου 31 του Ν.3986/2011 ορίζεται πλέον και ρητώς στην κείμενη νομοθεσία η
απαλλαγή των σχολικών συνεταιρισμών από το τέλος επιτηδεύματος, η οποία ισχύει
από το φορολογικό έτος 2018 και εφεξής.
3. Υπενθυμίζεται ότι σε
περίπτωση μη ορθής απεικόνισης των εν λόγω προσώπων στο υποσύστημα Μητρώου
(ήτοι, για παράδειγμα με τη νομική μορφή του συνεταιρισμού αντί του νομικού
προσώπου ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα), για τη σχετική διόρθωση
τα εν λόγω πρόσωπα θα πρέπει να υποβάλουν σε υπάλληλο του Τμήματος ή Γραφείου
Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ. δήλωση μεταβολής, χωρίς
την επιβολή κυρώσεων. Οι σχολικοί συνεταιρισμοί που δεν έχουν προβεί στην
διορθωτική αυτή ενέργεια μέχρι την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος
φορολογικού έτους 2018, ειδικά για το εν λόγω έτος θα πρέπει να συμπληρώσουν
τον κωδικό 011 του εντύπου Ε3 ώστε να τύχουν της απαλλαγής από την υποχρέωση
καταβολής του τέλους επιτηδεύματος (σχετ. η Ε.2026/2019 εγκύκλιος ΑΑΔΕ).
Γ. Φορείς Κοινωνικής και
Αλληλέγγυας Οικονομίας με τη μορφή Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης ή
Συνεταιρισμού Εργαζομένων
1. Με τις διατάξεις του
άρθρου 31, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 17
του Ν.4577/2018 , οριζόταν μειωμένο τέλος
επιτηδεύματος για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις και τους
Συνεταιρισμούς Εργαζομένων σε πεντακόσια (500) ευρώ ετησίως, ενώ εξαιρούνταν οι
Φορείς για τους οποίους δεν είχαν παρέλθει πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών
τους.
2. Από το φορολογικό έτος
2018 και εφεξής εξαιρούνται γενικώς από την υποχρέωση καταβολής του τέλους
επιτηδεύματος οι Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας με τη μορφή
Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης ή Συνεταιρισμού Εργαζομένων. Για τον
λόγο αυτό και προκειμένου για τη νομοτεχνική τακτοποίηση της διάταξης, με την παρ. 1 του
άρθρου 17 του Ν. 4577/2018 καταργήθηκε το α΄ εδάφιο της περ. ε΄ της παρ. 1 του
άρθρου 31 του Ν.3986/2011 , σχετικά με την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος
500 ευρώ από τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις και τους
Συνεταιρισμούς Εργαζομένων.
3. Στους Φορείς
Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας που εξαιρούνται από την επιβολή του
τέλους επιτηδεύματος για το φορολογικό έτος 2018 και εφεξής περιλαμβάνονται,
εκτός από τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις που περιγράφονται στο άρθρο 14
του Ν.4430/2016 και τους Συνεταιρισμούς
Εργαζομένων που περιγράφονται στο άρθρο 24 του ίδιου νόμου, και οι Κοινωνικοί
Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης του άρθρου 12 του Ν.2716/1999 , καθόσον με τις διατάξεις του άρθρου 14
του Ν.4430/2016 ορίζεται ρητά ότι οι εν
λόγω Συνεταιρισμοί θεωρούνται αυτοδικαίως Κοινωνικές Συνεταιριστικές
Επιχειρήσεις Ένταξης. Υπενθυμίζεται ότι η εξαίρεση από το τέλος επιτηδεύματος
καταλαμβάνει τους φορείς με τις πιο πάνω μορφές που είναι εγγεγραμμένοι στο
Γενικό Μητρώο Φορέων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας του Ν.4430/2016
(σχετ. το αριθ. ΔΕΑΦ 1136426 ΕΞ 2018/17.9.2018 έγγραφό μας σχετικά με τη μη επιβολή
τέλους επιτηδεύματος στους Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας για τα
πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών τους και η Ε.
2023/2019 εγκύκλιός μας).
Δ. Επιχειρήσεις σε θέση
αδράνειας/εκκαθάρισης/πτώχευσης
1. Με τις τροποποιούμενες
διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ.3 του
άρθρου 31 του Ν.3986/2011 ορίζεται ότι από το φορολογικό έτος 2018 και εφεξής
εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους οι επιχειρήσεις κάθε νομικής
μορφής που βρίσκονται σε εκκαθάριση, πτώχευση ή αδράνεια, ενώ σε περίπτωση που
η αδράνεια δεν καταλαμβάνει ολόκληρο το φορολογικό έτος εφαρμόζεται αναλογικά η παράγραφος
2 του άρθρου 31 του Ν.3986/2011 , σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση διακοπής της
δραστηριότητας μέσα στη χρήση, το τέλος επιτηδεύματος περιορίζεται ανάλογα με
τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος. Χρονικό
διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας.
2. Ενόψει των ανωτέρω και
δεδομένου ότι σύμφωνα το άρθρο 4 της ΠΟΛ.
1167/2.8.11 Α.Υ.Ο., με την οποία
καθορίσθηκαν τα ειδικότερα θέματα για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους
επιτηδεύματος, καθώς και λοιπά θέματα για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 29 , 30 και 31 του Ν.
3986/2011 , ο υπολογισμός του
τέλους επιτηδεύματος γίνεται με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο Μητρώο, οι
διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν εφόσον έχει υποβληθεί στο Τμήμα
Μητρώου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. δήλωση μεταβολής της θέσης της επιχείρησης σε
αδράνεια, εκκαθάριση ή πτώχευση. Συνεπώς, από το φορολογικό έτος 2018 και
εφεξής η μη άσκηση δραστηριότητας δεν διαπιστώνεται πλέον μόνο με υποβληθείσα
δήλωση διακοπής στη Δ.Ο.Υ. αλλά και με δήλωση μεταβολής θέσης σε αδράνεια,
εκκαθάριση ή πτώχευση.
Δ1. Επιχειρήσεις σε
κατάσταση αδράνειας
1. Σε περίπτωση δήλωσης
μεταβολής λόγω θέσης της επιχείρησης σε κατάσταση αδράνειας μέσα στη χρήση, το
τέλος επιτηδεύματος επιβάλλεται για τους μήνες της χρήσης που η επιχείρηση
είναι ενεργή και ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Χρονικό διάστημα
μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας.
2. Τα ανωτέρω ισχύουν για
τα φορολογικά έτη 2018 και εφεξής, ήτοι για τα φορολογικά έτη που εκκινούν από
1.1.2018 και μετά (σχετ. Ε.2046/2019 εγκύκλιος της Α.Α.Δ.Ε. σχετικά με την
εφαρμογή του μειωμένου φορολογικού συντελεστή και τον προσδιορισμό του
φορολογικού έτους στις περιπτώσεις φορολογικών ετών που δεν ταυτίζονται με το
ημερολογιακό έτος) και εφαρμόζονται, αντίστοιχα, και στα υποκαταστήματα των
επιχειρήσεων που έχουν προβεί σε δήλωση μεταβολής θέσης σε αδράνεια.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 7
της απόφασης ΠΟΛ.
1006/31.12.2013 , οι επιχειρήσεις
υποχρεούνται να δηλώσουν εντός 30 ημερών από τη θέση της επιχείρησης σε
αδράνεια τη μεταβολή αυτή, καθώς και την επαναλειτουργία της.
Επισημαίνεται ότι, ειδικά
στις περιπτώσεις που ο χρόνος θέσης της επιχείρησης σε αδράνεια είναι
προγενέστερος από τη δήλωση μεταβολής, θα πρέπει να ελέγχεται και το πραγματικό
γεγονός της θέσης σε αδράνεια, λαμβάνοντας υπόψη, ενδεικτικά, ότι επιχείρηση
που είναι σε αδράνεια δεν απασχολεί προσωπικό, δεν αγοράζει εμπορεύματα ή
πρώτες ύλες και δεν πουλάει αγαθά ούτε παρέχει υπηρεσίες, ενώ οι συναλλαγές της
περιορίζονται στην πραγματοποίηση πάγιων ή έκτακτων δαπανών λειτουργίας (π.χ.
πληρωμή ενοικίου).
Σημειώνεται ότι στις
περιπτώσεις που με βάση τα στοιχεία του Μητρώου μια επιχείρηση έχει τεθεί σε
αδράνεια ενώ από τον έλεγχο διαπιστωθεί η τυχόν άσκηση επιχειρηματικής
δραστηριότητας αυτής, θα επιβάλλεται τέλος επιτηδεύματος για τους μήνες
λειτουργίας της. Στην περίπτωση αυτή προωθείται η σχετική έκθεση ελέγχου στον
υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της
Δ.Ο.Υ. στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας ανήκει ο φορολογούμενος, σύμφωνα με
τις ισχύουσες διατάξεις, προκειμένου με οίκοθεν ενέργειες να προβεί στην
καταχώρηση της μεταβολής που αφορά στην επαναλειτουργία της επιχείρησης, με
ημερομηνία μεταβολής την ημερομηνία που έχει διαπιστωθεί από πραγματικά
περιστατικά, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση ελέγχου. Με την καταχώρηση
της εν λόγω μεταβολής επιβάλλονται στο φορολογούμενο και οι κυρώσεις περί μη
υποβολής δήλωσης πληροφοριακού χαρακτήρα του άρθρου 54
του Ν. 4174/2013 (Α΄140) όπως ισχύει,
σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που έχουν δοθεί με την ΠΟΛ.
1252/20.11.2015 εγκύκλιο.
Για την καλύτερη
κατανόηση των ανωτέρω, παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:
α. Ατομική επιχείρηση που
τίθεται σε αδράνεια με ημερομηνία 15.9.2018, για το φορολογικό έτος 2018 θα της
επιβληθεί τέλος επιτηδεύματος ποσού 433,33€ (650€ x 8/12).
β. Ανώνυμη εταιρεία με
έδρα στην Αθήνα, της οποίας το φορολογικό έτος λήγει στις 30.6.2019 και τίθεται
σε αδράνεια την 1.4.2019, για το φορολογικό έτος 2018 θα της επιβληθεί τέλος
επιτηδεύματος ποσού 750€ (1000€ x
9/12). Ωστόσο, εάν η ίδια εταιρία έχει τεθεί σε αδράνεια από την 1.4.2018,
ειδικά για το φορολογικό έτος 2017 (1.7.2017-30.6.2018) θα της επιβληθεί το
ποσό των 1000€, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη διάταξη έχει εφαρμογή για τα
φορολογικά έτη που αρχίζουν από το 2018 και εφεξής.
Δ2. Επιχειρήσεις σε
εκκαθάριση
1. Στις περιπτώσεις που
μία επιχείρηση έχει τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, η απαλλαγή από το τέλος
επιτηδεύματος εφαρμόζεται στις προσωρινές δηλώσεις που υποβάλλονται για τα
φορολογικά έτη 2018 και εφεξής, ήτοι για τα φορολογικά έτη που εκκινούν από
1.1.2018 και μετά (σχετ. Ε.2046/2019 εγκύκλιος ΑΑΔΕ).
2. Τα ανωτέρω ισχύουν και
για τις περιπτώσεις που τα αποκτώμενα κατά την περίοδο της εκκαθάρισης
εισοδήματα συμπεριλαμβάνονται μόνο στην οριστική δήλωση (είτε όταν η εκκαθάριση
δεν διαρκεί πέραν του έτους, είτε για την τελευταία περίοδο μέχρι τη λήξη της
εκκαθάρισης που δεν καταλαμβάνεται από την τελευταία προσωρινή δήλωση).
3. Για το φορολογικό έτος
που έληξε πριν από την περίοδο της εκκαθάρισης το τέλος επιτηδεύματος
επιβάλλεται αναλογικά με βάση τους μήνες της κανονικής λειτουργίας της
επιχείρησης μέχρι τη θέση της σε εκκαθάριση.
4. Τα ανωτέρω
εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 145
του Ν.4261/2014 .
Για την καλύτερη
κατανόηση των ανωτέρω, παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:
α. Ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία
με έδρα στην Αθήνα τίθεται σε εκκαθάριση για το χρονικό διάστημα από 14.5.2017
μέχρι 20.2.2020. Δεδομένου ότι η απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος άρχεται
από το φορολογικό έτος 2018, κατά την υποβολή της πρώτης προσωρινής δήλωσης
φορολογίας εισοδήματος (για τα εισοδήματα του έτους από 14.5.2017 έως
13.5.2018) θα της επιβληθεί το ποσό των 1000€, ενώ θα τύχει απαλλαγής από το
τέλος κατά την υποβολή της δεύτερης προσωρινής δήλωσης (για τα εισοδήματα του
έτους από 14.5.2018 έως 13.5.2019). Όσον αφορά στα λοιπά εισοδήματα της
περιόδου 14.5.2019 – 20.2.2020, αυτά θα συμπεριληφθούν στην οριστική δήλωση που
θα υποβληθεί μέχρι τις 20.3.2020, μαζί με τα εισοδήματα ολόκληρης της περιόδου
της εκκαθάρισης, ενώ δε θα καταλογιστεί επί αυτών επιπλέον ποσό τέλους επιτηδεύματος.
Ειδικά για το φορολογικό έτος που έληξε πριν από την περίοδο της εκκαθάρισης
(π.χ. 1.1.2017 – 13.5.2017) και για το οποίο θα πρέπει να υποβληθεί δήλωση
φορολογίας εισοδήματος έως τις 30.11.2017, θα της επιβληθεί τέλος επιτηδεύματος
ποσού 333,33€ (1000€ x 4/12).
β. Σε περίπτωση που η
εκκαθάριση της ημεδαπής εταιρείας δεν διαρκεί πέραν του έτους, π.χ. από
14.5.2018 έως 20.2.2019, δεν επιβάλλεται τέλος επιτηδεύματος. Ωστόσο, εάν η
εκκαθάριση διαρκούσε από 14.5.2017 έως 20.2.2018, κατά την υποβολή της
οριστικής δήλωσης (φορολογικό έτος 2017) το τέλος θα επιβαλλόταν αναλογικά για
τους μήνες μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης και εν προκειμένω, θα αντιστοιχούσε
στο ποσό των 833,33€ (1000€ x 10/12), δεδομένου ότι η
απαλλακτική διάταξη εφαρμόζεται για φορολογικά έτη από 1 -1-2018 και μετά.
γ. Ημεδαπή ανώνυμη
εταιρία με έδρα στην Αθήνα και φορολογικό έτος που λήγει στις 30.6, της οποίας
ο χρόνος έναρξης της περιόδου εκκαθάρισης είναι την 1.5.2018, θα τύχει
απαλλαγής από το τέλος επιτηδεύματος για όλες τις προσωρινές δηλώσεις που θα
υποβάλλει κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης και κατά συνέπεια, θα απαλλαχθεί και
κατά την υποβολή της οριστικής δήλωσης, ενώ ειδικά για το φορολογικό έτος που
λήγει πριν από την περίοδο της εκκαθάρισης (1.7.2017 – 30.4.2018) θα επιβληθεί
το τέλος που αναλογεί στους μήνες της κανονικής λειτουργίας της πριν τεθεί σε
εκκαθάριση, ήτοι το ποσό των 833,33€ (1000€ x
10/12).
Δ3. Επιχειρήσεις σε
κατάσταση πτώχευσης
1. Με τις διατάξεις της
περ. γ΄ της παρ.1 του
άρθρου 164 του Ν.4548/2018 περί αναμόρφωσης του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών
ορίζεται ότι η εταιρεία λύεται με την κήρυξή της σε πτώχευση (αντίστοιχες είναι
οι διατάξεις της περ. γ΄ της παρ.1 του άρθρου 47α του
προϊσχύοντος κ.ν.2190/1920 ).
2. Δεδομένου ότι για
φορολογικούς σκοπούς το στάδιο της εκκαθάρισης δεν διαφέρει επί της ουσίας από
αυτό της κήρυξης της εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης (σχετ. τα αριθ. ΔΕΑΦ Β 1082314
ΕΞ2016/30.5.2016 και
1086170/11128/Β0012/16.9.2009 έγγραφά μας), για τα νομικά πρόσωπα και τις
νομικές οντότητες που έχουν τεθεί σε καθεστώς πτώχευσης διευκρινίζονται τα
κάτωθι:
α. Ως προς την υποβολή
της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στις
διατάξεις της παρ.2 του
άρθρου 68 του Ν.4172/2013 , ήτοι, η δήλωση φορολογίας εισοδήματος υποβάλλεται μέσα
σε ένα (1) μήνα από τη λήξη της πτώχευσης για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν
κατά την περίοδο αυτή, ενώ σε περίπτωση παράτασης της πτώχευσης πέραν του έτους
υποβάλλεται προσωρινή δήλωση για τα εισοδήματα κάθε έτους μέσα σε ένα (1) μήνα
από τη λήξη του, επιφυλασσομένης της υποβολής οριστικής δήλωσης συγχρόνως με τη
λήξη της πτώχευσης (σχετ. ΠΟΛ.
1060/2015 εγκύκλιος).
β. Ως προς την επιβολή
του τέλους επιτηδεύματος, ισχύουν τα αναφερόμενα στην προηγούμενη ενότητα της
παρούσης (ενότητα Δ2 του παρόντος Κεφαλαίου Δ΄), για τα φορολογικά έτη που
εκκινούν από 1.1.2018 και μετά (σχετ. Ε.2046/2019 εγκύκλιος ΑΑΔΕ).
3. Ειδικά για τις
ατομικές επιχειρήσεις, η απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος εφαρμόζεται εφόσον
ο φορολογούμενος περιέλθει σε κατάσταση πτώχευσης έστω και για μία μέρα εντός
του φορολογικού έτους, αρχής γενομένης από το φορολογικό έτος 2018, δεδομένου
ότι για τις εν λόγω επιχειρήσεις το φορολογικό έτος ταυτίζεται με το
ημερολογιακό και σε κάθε περίπτωση υποβάλλεται μία (1) δήλωση για ολόκληρο το
έτος.
Ε. Αντιμετώπιση
υποβληθεισών δηλώσεων στις οποίες έχει υπολογισθεί τέλος επιτηδεύματος, ενώ
εμπίπτουν στις διατάξεις τουάρθρου 17
του Ν.4577/2018
α) Εάν δεν έχει παρέλθει
η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων:
Επισημαίνεται ότι σε
περίπτωση που έχουν υποβληθεί δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων
ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, επί των οποίων έχει εκ παραδρομής
υπολογισθεί τέλος επιτηδεύματος, σε αντίθεση με τα ανωτέρω αναφερόμενα, οι
φορολογούμενοι θα πρέπει να υποβάλλουν τροποποιητικές δηλώσεις μέσω της
ηλεκτρονικής εφαρμογής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος Φ.Π./Ν.Π./Ν.Ο., για
την έκδοση νέας πράξης προσδιορισμού του φόρου χωρίς την επιβολή τέλους
επιτηδεύματος και για την τυχόν επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών,
χωρίς περαιτέρω ενέργεια στην αρμόδια Δ.Ο.Υ..
β) Εάν έχει παρέλθει η
προθεσμία υποβολής των δηλώσεων:
Αντιθέτως, εάν έχει ήδη
παρέλθει η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων (π.χ. προσωρινές δηλώσεις σε υπό
εκκαθάριση επιχείρηση), για την έκδοση της νέας πράξης προσδιορισμού του φόρου
των νομικών προσώπων/οντοτήτων, χωρίς την επιβολή κυρώσεων, θα πρέπει να
υποβληθεί έγγραφο σχετικό αίτημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη διαγραφή του τέλους
επιτηδεύματος και την επιστροφή των τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών
τέλους επιτηδεύματος.
Για τις δηλώσεις των φυσικών προσώπων θα ακολουθηθεί η διαδικασία της παραγράφου α΄ της παρούσας ενότητας.
Αθήνα, 8 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις για τη δήλωση ανείσπρακτων εισοδημάτων από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας από τον δικαστικό εκκαθαριστή κληρονομίας.
Αναφορικά με το πιο πάνω
θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις
της παρ. 4 του
άρθρου 39 του Ν. 4172/2013 , τα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας, τα
οποία δεν έχουν εισπραχθεί από τον δικαιούχο, δεν συνυπολογίζονται στο συνολικό
εισόδημά του, εφόσον έως την προθεσμία υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας
εισοδήματος, έχει εκδοθεί εις βάρος του μισθωτή διαταγή πληρωμής ή διαταγή
απόδοσης χρήσης μίσθιου ή δικαστική απόφαση αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων ή
έχει ασκηθεί εναντίον του μισθωτή αγωγή αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων. Τα εν
λόγω εισοδήματα φορολογούνται στο έτος και κατά το ποσό που αποδεδειγμένα
εισπράχθηκαν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 8. Τα μη εισπραχθέντα
εισοδήματα δηλώνονται σε ειδικό κωδικό ανείσπρακτων εισοδημάτων από εκμίσθωση
ακίνητης περιουσίας της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
2. Με την ΠΟΛ.
1068/2018 Απόφαση του Διοικητή της
Α.Α.Δ.Ε., μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι ο δικαστικός εκκαθαριστής κληρονομίας
υποβάλει χειρόγραφα στη Δ.Ο.Υ. τη δήλωση στον ΑΦΜ του κληρονόμου, ενώ παραμένει
η υποχρέωση του κληρονόμου να υποβάλλει (με ηλεκτρονική υποβολή) δήλωση για τα
μη κληρονομιαία εισοδήματά του.
3. Επίσης, με την ΠΟΛ.
1024/2016 εγκύκλιο, μεταξύ άλλων,
διευκρινίστηκε ότι προκειμένου να δηλωθούν ως ανείσπρακτα τα εισοδήματα από την
εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας θα πρέπει να προσκομίζονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.,
πριν από την υποβολή της δήλωσης, ευκρινή φωτοαντίγραφα (φωτοτυπίες), κατά το άρθρο 1
του Ν. 4250/2014 , των διαταγών,
δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ή αγωγών που έχουν ασκηθεί, έως και την
προθεσμία υποβολής της ετήσιας δήλωσης.
4. Περαιτέρω, με την ΠΟΛ.
1102/2016 εγκύκλιο, μεταξύ άλλων,
διευκρινίστηκε ότι από όλα τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά που κατά περίπτωση
προσκομίζονται στις Δ.Ο.Υ., θα πρέπει να προκύπτει το χρονικό διάστημα για το
οποίο οφείλονται μισθώματα.
5. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο δικαστικός εκκαθαριστής είναι υπόχρεος σε δήλωση των εισοδημάτων της κληρονομίας που αποκτώνται μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου, δηλώνει και ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας στη χειρόγραφη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, αρχική ή τροποποιητική (εκπρόθεσμη), που υποβάλλει στο όνομα του κληρονόμου, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 39 του Ν. 4172/2013 .
Αθήνα, 8 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Παραγραφή απαιτήσεων από μερίσματα κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1195/1942.
Με αφορμή ερωτήματα που
έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας
γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1195/1942 ορίζεται ότι οι απαιτήσεις εκ τόκων,
τοκομεριδίων, μερισματαποδείξεων και μερισμάτων διαπραγματεύσιμων μετοχών,
ιδρυτικών τίτλων, ομολογιών και κινητών εν γένει αξιών, εκδεδομένων υπό
ημεδαπών αστικών ή εμπορικών εταιριών πάσης φύσεως, Συνεταιρισμών, Σωματείων,
Συλλόγων και παντός εν γένει Νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, παραγραφόμεναι
μετά 5ετίαν αφ΄ ης κατέστησαν απαιτηταί κατά τας διατάξεις του άρθρου 3 του
Νόμου ΑΣΜΔ΄ της 26/30 Ιουλίου 1885 «περί των πληρωτέρων τω κομιστή ανωνύμων
χρεογράφων» και του άρθρου 2 του Νόμου ΓΥΛΓ΄ της 27/30 Νοεμβρίου 1909 «περί
βραχυπροθέσμων παραγραφών» ή εντός βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής
προθεσμίας περιέχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον.
2. Με το άρθρο 8 του
ίδιου ως άνω νομοθετικού διατάγματος ορίζεται ότι για τις πιο πάνω απαιτήσεις
που παραγράφονται υπέρ του Δημοσίου υπάρχει υποχρέωση εντός του μηνός Απριλίου
εκάστου οικονομικού έτους για απόδοση στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της έδρας του
υπόχρεου, των δηλούμενων ως περιερχόμενα στο Δημόσιο ποσών και παράδοση των
τίτλων.
3. Με δεδομένο ότι οι
διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου ΑΣΜΔ΄ της 26/30 Ιουλίου 1885 «περί των
πληρωτέρων τω κομιστή ανωνύμων χρεογράφων» και του άρθρου 2 του Νόμου ΓΥΛΓ΄ της
27/30 Νοεμβρίου 1909 «περί βραχυπροθέσμων παραγραφών» καταργήθηκαν με την
εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1 και 17 του α.ν. 2783/1941 «Εισαγωγικός
Νόμος Αστικού Κώδικα), για την παραγραφή αξιώσεων από τόκους και μερίσματα
εφαρμόζονται οι διατάξεις της περ. 15 του άρθρου 250 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές
του άρθρου 253 και 260 ΑΚ.
4. Με την περ. 15 του
άρθρου 250 ΑΚ ορίζεται ότι η παραγραφή είναι πενταετής στις αξιώσεις των τόκων,
χρεολύτρων και μερισμάτων που απορρέουν από συνήθεις σχέσεις της καθημερινής
συναλλακτικής ζωής. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και
είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (251 ΑΚ). Η παραγραφή των αξιώσεων που
αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει
η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα (253 ΑΚ). Η
παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε
τρόπο (260 ΑΚ).
5. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η παραγραφή της αξίωσης από μερίσματα αρχίζει από το τέλος του έτους, κατά το οποίο εγκρίθηκε ο ισολογισμός της χρήσης και λήφθηκε η απόφαση περί διανομής των μερισμάτων (ήτοι από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της). Ωστόσο, η υπόψη πενταετής παραγραφή της απαίτησης από μερίσματα υπέρ του Δημοσίου διακόπτεται όταν κατά τη διάρκειά της ο υπόχρεος (ανώνυμη εταιρεία) αναγνωρίσει την απαίτηση αυτή του δικαιούχου του μερίσματος με οποιονδήποτε τρόπο, όπως για παράδειγμα μεταφέροντας το ποσό του οφειλόμενου μερίσματος από τον λογαριασμό 53.01 «Μερίσματα πληρωτέα» σε πίστωση του προσωπικού λογαριασμού του δικαιούχου του μερίσματος μετόχου και ενημερώνοντας σχετικά τον δικαιούχο.
Αθήνα, 9 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Φορολογική μεταχείριση ποσών που καταβάλλονται σε υπαλλήλους του κλάδου Συμβούλων και Γραμματέων Επικοινωνίας του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (πρώην Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών & Ενημέρωσης) για δίδακτρα των παιδιών τους με βάση τις διατάξεις του άρθρου 43 του Ν.4339/2015.
Με αφορμή ερωτήματα που
έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας
γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
α) εισόδημα από μισθωτή
εργασία και συντάξεις, β) εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, γ)
εισόδημα από κεφάλαιο και δ) εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου.
2. Όπως αναφέρεται στην
αιτιολογική έκθεση του άρθρου αυτού, σε φόρο υπόκεινται μόνο τα εισοδήματα που
εμπίπτουν σε μια από τις τέσσερις κατηγορίες που αναγνωρίζονται στο άρθρο αυτό
και συνεπώς ό,τι δεν εμπίπτει στο εννοιολογικό πεδίο κανενός από τα αναφερόμενα
εισοδήματα, δεν υπόκειται σε φόρο.
3. `Αλλωστε, κατά πάγια
θέση της Διοίκησης, ένα ποσό χαρακτηρίζεται ως εισόδημα όταν υπάρχει
περιοδικότητα και διάρκεια, μόνιμη πηγή προέλευσης καθώς και τακτική
εκμετάλλευση της πηγής αυτής (σχετ. το ΔΕΑΦ Α 1099109 ΕΞ 2017/27-6-2017 έγγραφό
μας).
4. Επιπλέον, με τις
διατάξεις των παραγράφων 1 , 2 και 3 του άρθρου 43 του Ν.4339/2015 ορίζεται ότι οι υπάλληλοι του κλάδου
Συμβούλων και Γραμματέων Επικοινωνίας, οι οποίοι επιστρέφουν στην Ελλάδα μετά
από κάθε διετή τουλάχιστον υπηρεσία σε Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας ή
ελληνική διπλωματική αρχή του εξωτερικού δικαιούνται για κάθε ανήλικο τέκνο
τους και για μια τριετία κατ΄ ανώτατο όριο το 75% των διδάκτρων φοίτησης σε
ξενόγλωσσα ή ελληνικά σχολεία, που παρέχουν ξενόγλωσσο σύστημα σπουδών
προσχολικής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και λειτουργούν
νομίμως στην Ελλάδα. Δεν δικαιούνται την καταβολή του ως άνω ποσοστού διδάκτρων
φοίτησης των τέκνων τους υπάλληλοι, οι οποίοι επιστρέφουν στην Ελλάδα λόγω
πειθαρχικού παραπτώματος, για το οποίο έχει κινηθεί πειθαρχική διαδικασία. Η
καταβολή των διδάκτρων γίνεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της υπ΄ αριθ.
ΣΤ1/Φ.083-12/ΑΣ 9932/29.11-5.12.1996 απόφασης των Υπουργών Εξωτερικών και
Οικονομικών (Β΄ 1096), όπως κάθε φορά ισχύει, και υπό την προϋπόθεση ότι τα
τέκνα των υπαλλήλων έχουν φοιτήσει τα δύο αμέσως προηγούμενα χρόνια από την
εκάστοτε μετάθεση ή απόσπαση των γονέων τους στην Ελλάδα σε ξενόγλωσσο σχολείο
του εξωτερικού προσχολικής, πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Σε περίπτωση συζύγων, που
υπηρετούν αμφότεροι στην Ελλάδα και εμπίπτουν στη διάταξη της προηγούμενης
παραγράφου, το ποσοστό διδάκτρων των τέκνων καταβάλλεται μόνο στον ένα από
αυτούς. Εάν ένας από αυτούς μετατεθεί ή αποσπασθεί στο εξωτερικό παύει το
δικαίωμα καταβολής και για τους δύο. Εάν ένας από τους συζύγους υπηρετεί σε
άλλη Υπηρεσία, για την οποία ισχύουν ανάλογες διατάξεις με αυτή της παραγράφου
1, τα δίδακτρα καταβάλλονται από το Δημόσιο μόνο στον ένα από τους δυο
συζύγους, οι οποίοι οφείλουν να προβούν σε σχετική δήλωση επιλογής του υπόχρεου
προς καταβολή φορέα.
5. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι τα ποσά που καταβάλλονται στους υπαλλήλους του κλάδου Συμβούλων και Γραμματέων Επικοινωνίας του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (πρώην Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών & Ενημέρωσης), για την κάλυψη μέρους των διδάκτρων που κατέβαλαν αυτοί για τα τέκνα τους σε ξενόγλωσσα ή ελληνικά σχολεία που παρέχουν ξενόγλωσσο σύστημα σπουδών προσχολικής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και λειτουργούν νομίμως στην Ελλάδα, μετά την προσκόμιση της αντίστοιχης απόδειξης πληρωμής των διδάκτρων, αποβλέπουν αποκλειστικά στην κάλυψη δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί και δεν συγκεντρώνουν τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αντικείμενο φόρου εισοδήματος.
Αθήνα, 9 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Συμπλήρωση της ΠΟΛ.1073/2015 εγκυκλίου αναφορικά με την απόσβεση των δαπανών ανάπτυξης.
Με αφορμή ερωτήματα που
έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας
γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με την ΠΟΛ.1073/2015 εγκύκλιο με την οποία δόθηκαν οδηγίες για
την εφαρμογή του άρθρου 24
του Ν.4172/2013 , διευκρινίσθηκε, μεταξύ
άλλων, ότι με την περίπτωση δ΄ της παρ.1 του
άρθρου 18 του Ν.4308/2014 (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα), ορίζεται ότι για
λογιστικούς σκοπούς, οι δαπάνες ανάπτυξης αναγνωρίζονται ως περιουσιακό
στοιχείο όταν και μόνο όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται με
τις ίδιες διατάξεις. Σύμφωνα με τον ορισμό του Παραρτήματος Α του ίδιου νόμου,
ως «ανάπτυξη» νοείται η εφαρμογή ευρημάτων έρευνας ή άλλης γνώσης σε ένα πλάνο
ή σχέδιο για την παραγωγή των νέων ή ουσιωδώς βελτιωμένων υλικών, εργαλείων, προϊόντων,
διαδικασιών, συστημάτων ή υπηρεσιών, πριν την έναρξη της παραγωγής ή χρήσης
αυτών. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για φορολογικά έτη που αρχίζουν από την
1.1.2015 και μετά, οι δαπάνες ανάπτυξης με βάση τα ΕΛΠ (Ν.4308/2014), οι οποίες
δεν συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένα πάγια στοιχεία, θα αποσβένονται με
συντελεστή 10% ως «λοιπά πάγια στοιχεία της επιχείρησης».
2. Περαιτέρω, με την
αριθμ. πρωτ. 2356
ΕΞ/24.10.2016 γνωμοδότηση του ΣΛΟΤ
διευκρινίσθηκε ότι, ως προς τον τρόπο λογιστικής παρακολούθησης παραγωγής και
πώλησης λογισμικού, λογισμικό που αναπτύσσεται εσωτερικά από την οντότητα είτε
για ίδια χρήση είτε για μεταπώληση, αναγνωρίζεται ως άυλο περιουσιακό στοιχείο,
εφόσον πληροί τα κριτήρια των δαπανών ανάπτυξης του Ν. 4308/2014. Στις δαπάνες
ανάπτυξης περιλαμβάνονται όλες οι δαπάνες που επιρρίπτονται άμεσα ή έμμεσα στο
στάδιο της παραγωγής και μέχρις ότου το στοιχείο είναι έτοιμο για τη χρήση που
προορίζεται, όπως μισθοδοσία, αναλώσεις υλικών, αποσβέσεις, λοιπά γενικά έξοδα
και αμοιβές εξωτερικών συμβούλων και συνεργατών. Προαιρετικά μπορεί να
περιλαμβάνονται και τόκοι δανείων, εφόσον η εν λόγω πολιτική επιλεγεί από την οντότητα.
Μόλις ολοκληρωθεί το εν λόγω στοιχείο και είναι έτοιμο για τη χρήση που
προορίζεται, αποσβένεται με βάση την ωφέλιμη οικονομική ζωή του βάσει των
προβλέψεων του ν. 4308/2014. Αν οι δαπάνες δεν πληρούν τα κριτήρια των δαπανών
ανάπτυξης αναγνωρίζονται άμεσα στα έξοδα της περιόδου που πραγματοποιούνται. Οι
διενεργούμενες πωλήσεις αναγνωρίζονται στα έσοδα ως έσοδα από πωλήσεις της
περιόδου που πραγματοποιούνται.
3. Από τα ανωτέρω
προκύπτει ότι για τη διενέργεια φορολογικών αποσβέσεων των δαπανών ανάπτυξης
που αναγνωρίζονται ως περιουσιακά στοιχεία με βάση τα Ε.Λ.Π., εφαρμόζονται τα
αναφερόμενα στην ΠΟΛ.
1073/2015 εγκύκλιό μας. Συνεπώς,
εάν οι δαπάνες αυτές μόλις ολοκληρωθούν παράγουν ένα περιουσιακό στοιχείο
έτοιμο για τη χρήση που προορίζεται, το οποίο περιλαμβάνεται στον πίνακα της
παρ. 4 του άρθρου 24, όπως για παράδειγμα οι δαπάνες ανάπτυξης λογισμικού, τότε
αποσβένονται με τον συντελεστή του εν λόγω παγίου, (π.χ. 20% στην περίπτωση του
λογισμικού), ενώ σε αντίθετη περίπτωση το υπόψη πάγιο αποσβένεται ως λοιπά
πάγια στοιχεία της επιχείρησης, με συντελεστή 10%, σύμφωνα με τα αναφερόμενα
στην παρ. 1 της παρούσας εγκυκλίου.
Τέλος, επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι εν λόγω δαπάνες εμπίπτουν στον ορισμό των δαπανών επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, έχουν εφαρμογή οι ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 22Α του Ν.4172/2013 και κατά συνέπεια, εκπίπτουν στο σύνολό τους κατά τον χρόνο πραγματοποίησής τους προσαυξημένες κατά ποσοστό 30% (σχετ. ΠΟΛ.1111/2016 εγκύκλιος και αριθμ. 109343/12/11.7.2017 ΚΥΑ).
Αθήνα, 10 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Οι Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ως αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Με αφορμή ερωτήματα που
έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας
γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις της παρ.1 του
άρθρου 68 του Ν.4172/2013 ορίζεται ότι τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες
υποχρεούνται να δηλώνουν ηλεκτρονικά όλα τα εισοδήματά τους στη Φορολογική
Διοίκηση, ενώ με την ΠΟΛ.1060/2015 εγκύκλιο διευκρινίστηκε ότι σε υποβολή
δήλωσης υποχρεούνται τα πιο πάνω πρόσωπα που είναι υποκείμενα φόρου με βάση τις
διατάξεις του άρθρου 45.
2. Περαιτέρω, με την ΠΟΛ.1044/2015 εγκύκλιο διευκρινίσθηκε ότι επειδή το
Ελληνικό Δημόσιο δεν περιλαμβάνεται στα υποκείμενα του φόρου εισοδήματος
νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων του άρθρου 45
του Ν.4172/2013 και κατ΄ επέκταση στο
πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, εξαιρείται της φορολογίας εισοδήματος, για το
κάθε μορφής εισόδημά του, συμπεριλαμβανομένου αυτού που προκύπτει από κεφάλαιο
και υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου. Τα αναφερόμενα πιο πάνω έχουν ανάλογη εφαρμογή
και για τις υπηρεσίες, οργανωτικές, διοικητικές μονάδες, κ.λπ. που στερούνται
ίδιας νομικής προσωπικότητας και υπάγονται στους φορείς της Κεντρικής Διοίκησης
(Υπουργεία, κ.λπ.), όπως για παράδειγμα οι στρατιωτικές εκμεταλλεύσεις
εξυπηρέτησης προσωπικού που αποτελούν μονάδες του Υπουργείου Εθνικής `Αμυνας,
καθώς και για τις αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες.
3. Στην
αριθμ.1454/Φ.84/29.6.1999 γνωμοδότηση του γραφείου Νομικού Συμβούλου του
ΥΠ.Ε.Π.Θ. η οποία έγινε δεκτή από τον Υπουργό ΥΠ.Ε.Π.Θ., αναφέρεται ότι τόσο τα
γραφεία και οι Δ/νσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όσο και οι
σχολικές μονάδες αποτελούν αποκεντρωμένες Δημόσιες Υπηρεσίες. Λαμβάνοντας και
αυτό υπόψιν, με το αριθ.ΔΕΑΦ Β 1084182 ΕΞ 2016/2.6.2016 έγγραφό μας έχει
διευκρινισθεί ότι η Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας
Εκπαίδευσης Ηπείρου, ως αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία που δεν περιλαμβάνεται
στα πρόσωπα του άρθρου 45
του Ν.4172/2013 , δεν υποχρεούται σε
υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
4. Επιπλέον, σύμφωνα με
τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 3 του
Ν.4547/2018 (Α΄ 102) «οι
Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης που προβλέπονται στο άρθρο 49 του Π.Δ.
18/2018 (Α΄ 31), στις οργανικές μονάδες των οποίων περιλαμβάνονται οι
Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που προβλέπονται στην
υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης δ΄ της παρ.2 του άρθρου 49 του Π.Δ. 18/2018 » καθώς και «οι σχολικές μονάδες» είναι
αποκεντρωμένες υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (νυν
Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων).
5. Από όλα όσα
αναφέρθηκαν πιο πάνω και δεδομένου ότι οι Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης καθώς και οι δημόσιες σχολικές μονάδες (νηπιαγωγεία,
δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια) που υπάγονται σε αυτές, αποτελούν αποκεντρωμένες
δημόσιες υπηρεσίες, δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα του άρθρου 45
του Ν.4172/2013 , και ως εκ τούτου δεν
υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
6. Τυχόν κυρώσεις που
έχουν επιβληθεί στα ως άνω πρόσωπα λόγω μη υποβολής δήλωσης φορολογίας
εισοδήματος διαγράφονται κατόπιν σχετικής αίτησης στη Δ.Ο.Υ.
7. Τέλος, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μη ορθής απεικόνισης των εν λόγω προσώπων στο υποσύστημα Μητρώου (ήτοι, για παράδειγμα με τη νομική μορφή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου αντί της Αποκεντρωμένης Δημόσιας Υπηρεσίας), για τη σχετική διόρθωση, τα εν λόγω πρόσωπα θα υποβάλουν σε υπάλληλο του Τμήματος ή Γραφείου Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ. δήλωση μεταβολής, χωρίς την επιβολή κυρώσεων.
Αθήνα, 12 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις για θέματα ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών για τις ανάγκες εφαρμογής της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
Με αφορμή ερωτήματα που
έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας
γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις
διατάξεις της περ. ζ΄ της παρ. 2 του
άρθρου 34 του Ν. 4172/2013 , η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και του
συνολικού εισοδήματος του φορολογουμένου σε ένα φορολογικό έτος μειώνεται κατά
το ποσό που αναλογεί σε κεφάλαιο σχηματισθέν και μη αναλωθέν, το οποίο
αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί
από τον φόρο. Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα
πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από τον φόρο και
τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών,
από τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄, και στ΄
της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει
εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 31 και 32 του
Ν.4172/2013 , ανεξάρτητα από το αν ο
φορολογούμενος απαλλάσσεται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Ο φορολογούμενος
φέρει το βάρος της απόδειξης για τα ποσά αυτά. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για
την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που
προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής
ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό
του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται
ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.
2. Από τα ανωτέρω
προκύπτει ότι σε περίπτωση διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, (όπως η περίπτωση
πώλησης ακινήτου) για τα οποία κατά το έτος απόκτησής τους ίσχυε το τεκμήριο
απόκτησης, εφόσον για τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών
χρησιμοποιείται το έτος διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου, τότε θα συμπεριληφθεί
ολόκληρο το ποσό της πώλησης στην ανάλωση και όχι μόνο το κέρδος από την πώληση
αυτή.
Αν τα έτη στα οποία
ανατρέχει ο φορολογούμενος προκειμένου να σχηματίσει κεφάλαιο για ανάλωση είναι
παραγεγραμμένα, και σε αυτά συμπεριλαμβάνεται και το έτος διάθεσης του
περιουσιακού στοιχείου, τότε λαμβάνεται υπόψη το ποσό που εισπράχθηκε και το
οποίο προκύπτει είτε από δήλωση φορολογίας εισοδήματος είτε από τα κατάλληλα
νόμιμα δικαιολογητικά, εφόσον ο φορολογούμενος δεν είχε υποχρέωση αναγραφής του
ποσού που εισέπραξε στη φορολογική του δήλωση. Τα ανωτέρω ισχύουν για όλες τις
περιπτώσεις εισοδημάτων, τα οποία στο παρελθόν είτε ήταν αφορολόγητα είτε
φορολογούνταν κατ΄ ειδικό τρόπο (τόκοι, πώληση εισηγμένων μετοχών). Σε
περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία έχουν περιέλθει στο φορολογούμενο από
χαριστική αιτία ή κληρονομιά, ισχύουν τα όσα αναφέρονται στην ΠΟΛ.
1076/2015 εγκύκλιο.
3. Κατά τον σχηματισμό
κεφαλαίου προηγούμενων ετών και σε ό, τι αφορά ποσά δανείων που εισπράχθηκαν,
για να ληφθούν υπόψη για τον σχηματισμό μη αναλωθέντος κεφαλαίου προηγουμένων
ετών απαιτείται να αποδεικνύεται η σύναψη και η είσπραξή/καταβολή τους με έγγραφα
στοιχεία τα οποία φέρουν βέβαιη χρονολογία, ή με κάθε πρόσφορο μέσο. Για τον
υπολογισμό του προς ανάλωση κεφαλαίου του έτους είσπραξης του δανείου,
λαμβάνεται υπόψη μόνο το ποσό δανείου το οποίο ο φορολογούμενος αποδεικνύει ότι
παρέμεινε αδιάθετο π.χ. στεγαστικό δάνειο το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε στο
σύνολό του για τη συγκεκριμένη δαπάνη αγοράς ή ανέγερσης ακινήτου, γεγονός το
οποίο ως πραγματικό εναπόκειται στην ελεγκτική αρμοδιότητα της Φορολογικής
Διοίκησης.
4. Επίσης, με βάση τις
διατάξεις της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 33
του Ν.4172/2013 δεν εφαρμόζονται οι
διατάξεις περί τεκμηρίου απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, όταν πρόκειται για
αγορά πάγιου εξοπλισμού επαγγελματικής χρήσης από πρόσωπα που ασκούν
επιχειρηματική δραστηριότητα. Στην έννοια του «πάγιου εξοπλισμού επαγγελματικής
χρήσης» δεν συμπεριλαμβάνονται τα ακίνητα, ακόμα και αν αυτά προορίζονται για
τη στέγαση επαγγέλματος ή επιχείρησης. Συνεπώς, η δαπάνη για αγορά ή ανέγερση
οποιασδήποτε οικοδομής λειτουργεί αφαιρετικά κατά τον σχηματισμό κεφαλαίου
προηγούμενων ετών και μειώνει το σχηματισθέν και μη αναλωθέν κεφάλαιο.
5. Περαιτέρω, για τον
προσδιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος το οποίο δύναται να ληφθεί υπόψη
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34
παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΦΕ σε περίπτωση που σε
κάποιο έτος προκύπτει ζημία από επιχειρηματική δραστηριότητα ισχύουν τα εξής:
α) Από το φορολογικό έτος
2014 και μετά, αν σε ένα έτος υπάρχει προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων την οποία
ο φορολογούμενος καλύπτει με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών, τότε η ζημία
από επιχειρηματική δραστηριότητα μεταφέρεται σε επόμενα έτη για συμψηφισμό με
κέρδη μόνο από επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν αφαιρείται από το διαθέσιμο
εισόδημα για ανάλωση κεφαλαίου. Επομένως κατά τον σχηματισμό κεφαλαίου
προηγούμενων ετών, η ζημία του έτους αυτού δεν θα ληφθεί υπόψη αφαιρετικά, αλλά
για τη χρήση αυτή θεωρείται ότι δεν απομένει κεφάλαιο για ανάλωση και
λαμβάνεται ως μηδενικό. Επιπλέον, όπως ήδη διευκρινίστηκε με την ΠΟΛ.
1076/2015 εγκύκλιο, αν σε κάποιο
έτος ο προσδιορισμός του εισοδήματος πραγματοποιηθεί με βάση την τεκμαρτή
δαπάνη, τότε θεωρείται ότι δεν υπάρχει ή δεν απομένει κεφάλαιο προς ανάλωση και
επίκληση σε μεταγενέστερο έτος για το έτος αυτό (θεωρείται μηδενικό) και δεν
επηρεάζονται αρνητικά τα θετικά υπόλοιπα των προηγούμενων ετών. Επομένως, στην
περίπτωση που σε κάποια χρήση ο προσδιορισμός του εισοδήματος πραγματοποιηθεί
με βάση τις δαπάνες των άρθρων 31 και 32 του ΚΦΕ, η τυχόν προκύπτουσα ζημιά από
επιχειρηματική δραστηριότητα στη χρήση αυτή μηδενίζεται για σκοπούς εφαρμογής
της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 περ.΄ ζ΄ και δεν λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο
μειωτικό του σχηματισθέντος και μη αναλωθέντος κεφαλαίου.
β) Για τα έτη μέχρι και
το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) ισχύουν τα ανωτέρω, με τη μόνη διαφορά ότι
η ζημία του τρέχοντος έτους αρχικά μπορούσε να συμψηφιστεί με οποιοδήποτε άλλο
εισόδημα του φορολογούμενου και όχι μόνο με κέρδη από εμπορική δραστηριότητα.
Και σ΄ αυτή την περίπτωση, όταν το τελικό αποτέλεσμα μετά τον συμψηφισμό
παραμένει αρνητικό, κατά τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών η ζημιά
της χρήσης αυτής δεν λαμβάνεται υπόψη αφαιρετικά, αλλά για τη χρήση αυτή
θεωρείται ότι δεν απομένει κεφάλαιο για ανάλωση και λαμβάνεται ως μηδενικό.
6. Σε περίπτωση επίκλησης
από τον φορολογούμενο ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών, στα οποία
περιλαμβάνονται φορολογικά έτη που έχουν ήδη ελεγχθεί και για τα οποία έχουν
εκδοθεί οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, κατά τα έτη αυτά
ως κεφάλαιο προς ανάλωση θα λαμβάνεται υπόψη αυτό που προκύπτει ή που
προσδιορίστηκε με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου και όχι αυτό που
προσδιορίζεται από το άρθρο 34
του Ν.4172/2013 , καθώς σε έτος για το
οποίο έχει εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου δεν χωρεί
εκ νέου εφαρμογή του άρθρου 34 του Ν.4172/2013 μετά την έκδοση των πράξεων
αυτών, ως αν δεν είχε μεσολαβήσει έλεγχος.
7. Επιπλέον, οι ετήσιες
αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης που αφορούν συνταξιούχους που έχουν υπερβεί το
65ο έτος της ηλικίας τους, λαμβάνονται υπόψη μειωμένες κατά τριάντα τοις εκατό
(30%) στον σχηματισμό του κεφαλαίου προς ανάλωση.
8. Τέλος, επισημαίνουμε ότι οι οδηγίες που αναφέρονται στην ΠΟΛ. 1076/2015 εγκύκλιο καθώς και στο Μέρος Α΄ του ΔΕΑΦ Α 1144110 ΕΞ 2015/5.11.2015 εγγράφου μας εξακολουθούν να ισχύουν.
Αθήνα, 16 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Οδηγίες σχετικά με την εκκαθάριση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων καθώς και την επιστροφή φόρου εισοδήματος σε νομικά πρόσωπα / νομικές οντότητες και πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α., σε περίπτωση μη προσκόμισης δικαιολογητικών.
Αναφορικά με το πιο πάνω
θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Στις δηλώσεις
φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, στις περιπτώσεις που κριθεί
απαραίτητος ο έλεγχος των δικαιολογητικών των αρχικών ή τροποποιητικών δηλώσεων
που υποβάλλονται ηλεκτρονικά, προκειμένου αυτές να εκκαθαριστούν και να εκδοθεί
η πράξη προσδιορισμού φόρου, οι φορολογούμενοι ειδοποιούνται μέσω μηνύματος να
προσκομίσουν δικαιολογητικά στη Δ.Ο.Υ. εντός 5 εργάσιμων ημερών, σύμφωνα με την παρ. 1 του
άρθρου 14 του ΚΦΔ . Μετά το πέρας της
ανωτέρω προθεσμίας, οι δηλώσεις εκκαθαρίζονται από τις Δ.Ο.Υ., διαγράφοντας ή
διορθώνοντας, όπου απαιτείται, ποσά τα οποία συνεπάγονται φορολογική απαλλαγή,
έκπτωση ή ελάφρυνση του δηλούμενου εισοδήματος ή μείωση του φόρου και τα οποία
δεν καλύπτονται από ηλεκτρονικά αρχεία ούτε προσκομίζονται για αυτά τα
κατάλληλα δικαιολογητικά σε φυσική μορφή και στη συνέχεια εκδίδονται οι Πράξεις
Διοικητικού/Διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, σύμφωνα με την παρ. 2 του
άρθρου 32 και το άρθρο 34
του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ).
2. Όταν από την
εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικού προσώπου ή νομικής
οντότητας προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο προς επιστροφή και απαιτείται διενέργεια
ελέγχου πριν την επιστροφή του φόρου, η μη ανταπόκριση, εντός της τεθείσας
προθεσμίας, στην πρόσκληση του άρθρου 14
του Κ.Φ.Δ. για προσκόμιση των
σχετικών δικαιολογητικών για την διενέργεια των απαιτούμενων ελεγκτικών
επαληθεύσεων, συνεπάγεται, πέραν της επιβολής του προβλεπόμενου από τις
σχετικές διατάξεις προστίμου, την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού για
την βεβαίωση της διαφοράς του φόρου εισοδήματος, κατά το μέρος που αυτή
προκύπτει λόγω της μη προσκόμισης των κατά περίπτωση δικαιολογητικών, ύστερα
και από τη διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 28
του Κ.Φ.Δ.
3. Στις περιπτώσεις
επιστροφής Φ.Π.Α. κατόπιν ελέγχου και μη ανταπόκρισης στην πρόσκληση του άρθρου
14 του Κ.Φ.Δ., πέραν της επιβολής του προβλεπόμενου από τις σχετικές διατάξεις
προστίμου, δεν αναγνωρίζεται από τον έλεγχο το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου
εισροών κατά το μέρος που οι συναλλαγές δεν αποδεικνύονται κατά τα οριζόμενα
στο άρθρο 32
του Ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.) ή/και
καταλογίζεται το μέρος του φόρου εκροών που αναλογεί σε απαλλασσόμενες εκροές
που δεν αποδεικνύονται και ο έλεγχος ολοκληρώνεται με την έκδοση των οικείων
πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ύστερα και από τη διαδικασία που
ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Κ.Φ.Δ. Σε περίπτωση που στην
ελεγχόμενη περίοδο δηλώνεται μέρος του πιστωτικού υπολοίπου προς έκπτωση, η
διαφορά φόρου που προκύπτει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο αρχικά περιορίζει
το προς επιστροφή ποσό.
4. Στο πλαίσιο διενέργειας των ως άνω μερικών ελέγχων για την επιστροφή φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων / πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. διατυπώνεται στην οικεία έκθεση ελέγχου, ρητή επιφύλαξη για το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να επανέλθει σε επόμενο χρόνο με την έκδοση νέας εντολής ελέγχου, για να διενεργήσει άλλον μερικό ή πλήρη έλεγχο.
Αθήνα, 16 Ιουλίου 2019 ΘΕΜΑ: Φορολογική μεταχείριση των ποσών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που εκ παραδρομής παρακρατήθηκαν στα εφάπαξ ποσά κάποιων δικαιούχων των άρθρων 10 έως και 15 του Ν.4575/2018.
Αναφορικά με το πιο πάνω
θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Από τις υπηρεσίες
μισθοδοσίας νοσοκομείων καθώς και από δικαιούχους αναδρομικών εισοδημάτων
ειδικών μισθολογίων κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 , 11 , 12 , 13 , 14 και 15 του Ν. 4585/2018 , προέκυψε ότι σε κάποιους φορείς οι εκκαθαριστές
μισθοδοσίας λανθασμένα παρακράτησαν ειδική εισφορά αλληλεγγύης κατά παρέκκλιση
των οδηγιών της Διοίκησης ( ΠΟΛ.
1152/2017 εγκύκλιός μας).
2. Προκειμένου να
αντιμετωπισθεί το ζήτημα που έχει ανακύψει σχετικά με τα ποσά ειδικής εισφοράς
αλληλεγγύης κάποιων δικαιούχων των αναδρομικών εισοδημάτων ειδικών μισθολογίων
του Ν.4585/2018, που εκ παραδρομής παρακρατήθηκαν κατά τα ανωτέρω, απαιτείται
αποστολή από τους φορείς εκ νέου του ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων, στο οποίο
τα ποσά αυτά θα προστεθούν στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης που παρακρατήθηκε
στις τακτικές αποδοχές τους. Οι φορολογούμενοι θα υποβάλουν τροποποιητική
δήλωση, χωρίς κυρώσεις, εντός του τρέχοντος έτους (παρ. 5 άρθρου 4 της απόφασης
Διοικητή Α.Α.Δ.Ε. Α.
1041/2019 ), ώστε με την εκκαθάριση
της δήλωσης η λανθασμένη παρακράτηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης να ληφθεί
υπόψη για λογαριασμό του φορολογούμενου και να συμψηφιστεί έναντι της συνολικώς
οφειλόμενης βάσει της δήλωσης.
3. Επισημαίνεται, ωστόσο,
ότι μετά την παρέλευση της εμπρόθεσμης προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων φόρου
εισοδήματος, οι πιο πάνω τροποποιητικές δηλώσεις που θα υποβληθούν για τον λόγο
αυτό, υποβάλλονται υποχρεωτικά χειρόγραφα στη Δ.Ο.Υ. με χειρόγραφη βεβαίωση που
θα εκδοθεί από τον φορέα και στην οποία θα αναγράφεται εμφανώς το εν λόγω ποσό
της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που παρακρατήθηκε αχρεωστήτως.
4. Τέλος, για τις περιπτώσεις δικαιούχων που έγινε λανθασμένα παρακράτηση ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και δεν έχουν τακτικές αποδοχές εντός του έτους 2018, ο φορέας που εσφαλμένα διενήργησε την παρακράτηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης υποχρεούται με αίτηση του προς τη Δ.Ο.Υ. όπου την απέδωσε να απαιτήσει την επιστροφή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης ως αχρεωστήτως καταβληθείσας, προκειμένου στην συνέχεια αυτή να επιστραφεί στον δικαιούχο του εισοδήματος.