ΘΕΜΑ: «Yπολογισμός ημερών των εργαζομένων σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών»
ΣΧΕΤ.: Το υπ’αριθμ. 50967/1053/7-11-2016 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης)
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του Ν.4415/2016 (ΦΕΚ 159/τ.Α’/6-9-2016) με τίτλο «Ρυθμίσεις για τα θέματα Φροντιστηρίων και Κέντρων Ξένων Γλωσσών», όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 11 του άρθρου 56 του Ν.4472/2017 (ΦΕΚ 74/τ.Α’/19-5-2017) και σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. ΓΕΝΙΚΑ
Οι καθηγητές που αποδεδειγμένα παρέχουν υπηρεσίες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας σε ιδιωτικά φροντιστήρια εκπαίδευσης και ξένων γλωσσών και ως 31/12/2016 υπάγονταν στην ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καταβάλουν από 1/1/2017 εισφορές υπέρ ΕΦΚΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του Ν. 4387/2016 (Εισφορές Μισθωτών και Εργοδοτών). Για την απασχόληση αυτή καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές υπέρ Κλάδου Κύριας Σύνταξης, Υγειονομικής Περίθαλψης, Επικουρικής Ασφάλισης και υπέρ ΟΑΕΔ, ΟΕΚ και ΟΕΕ, ανεξαρτήτως του τρόπου αμοιβής (μηνιαίος μισθός, ημερομίσθιο, ωρομίσθιο κ.λ.π.) και της διάρκειας απασχόλησης.
2. ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Σύμφωνα με τις κοινοποιούμενες διατάξεις ορίζεται ότι: «Το εβδομαδιαίο ωράριο πλήρους διδακτικής απασχόλησης στα φροντιστήρια και τα κέντρα ξένων γλωσσών καθορίζεται στις (21) διδακτικές ώρες, κατ’αναλογία με το ωράριο των εκπαιδευτικών της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ως ο μέσος όρος του μέγιστου και του ελάχιστου ωραρίου τους. Η συμπλήρωση πλήρους εβδομαδιαίου ωραρίου αντιστοιχεί σε είκοσι πέντε (25) ένσημα μηνιαίως, ανεξαρτήτως της κατανομής των διδακτικών ωρών μέσα στην εβδομάδα».
Οι κοινοποιούμενες διατάξεις έχουν εφαρμογή από την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου, ήτοι από 6/9/2016.
Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, για τους διδάσκοντες καθηγητές στα φροντιστήρια και στα κέντρα ξένων γλωσσών, οι είκοσι μία (21) διδακτικές ώρες αποτελούν το νόμιμο πλήρες εβδομαδιαίο ωράριο απασχόλησης, η συμπλήρωση του οποίου, σε μηνιαία βάση, αντιστοιχεί σε είκοσι πέντε (25) ημέρες ασφάλισης.
Εξυπακούεται ότι σε περίπτωση που το εβδομαδιαίο ωράριο δεν είναι πλήρες (δηλαδή 21 ώρες εβδομαδιαίως) τότε και οι ημέρες ασφάλισης υπολογίζονται κατά αναλογία.
3. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΥ
Έχοντας υπόψη τις κοινοποιούμενες διατάξεις και τις διευκρινίσεις του σχετικού εγγράφου του Υπουργείου και για την ενιαία αντιμετώπιση, ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων παρέχονται οι παρακάτω οδηγίες:
Το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας πλήρους απασχόλησης για τους εργαζόμενους των Φροντιστηρίων και των Κέντρων Ξένων Γλωσσών καθορίζεται στις είκοσι μία (21) ώρες και κατά συνέπεια ο υπολογισμός του ωρομισθίου, προκύπτει ως ακολούθως:
6/21/25*Νόμιμος ή Συμφωνημένος Μισθός = Ωρομίσθιο
Όπου «Νόμιμος ή Συμφωνημένος Μισθός» είναι αυτός του συγκρίσιμου εργαζόμενου με καθεστώς πλήρους απασχόλησης
Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της περ.γ’ της παρ. 2 του άρθρου 38 του Ν. 4387/2016, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 27 του Ν.4445/2016, η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους είναι το ποσό που αντιστοιχεί στο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, ο οποίος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.3 (περ.α) της υποπαρ.ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, ανέρχεται στο ποσό των 586,08€ και ισχύει από 1-1-2017.
Στις περιπτώσεις που ο μισθωτός είναι έως 25 ετών η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους είναι η προβλεπόμενη με τις διατάξεις της παρ.3 (περ.β’) της υποπαρ.ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 (Α’222) ήτοι 510,95 ευρώ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 περ. α και β του άρθρου 38 του Ν.4387/2016, το ανώτατο όριο των ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς μισθωτού και εργοδότη, ανέρχεται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Συνεπώς το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς κύριας σύνταξης των μισθωτών και των εργοδοτών ανέρχεται στο ποσό των 5.860,80€ και ισχύει από 1-1-2017.
Επιπλέον, επειδή κατά τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2 του Ν. 3846/2010, «οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης», οι αποδοχές των μερικώς απασχολούμενων με ημερήσια ή μηνιαία αμοιβή, είναι συνάρτηση του ύψους του ημερομισθίου ή μηνιαίου μισθού που αντιστοιχεί σε πλήρη ημερησία ή μηνιαία απασχόληση, του κατά περίπτωση ισχύοντος συμβατικού ωραρίου και των
ωρών ημερήσιας ή εβδομαδιαίας απασχόλησης.
4. ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
> Κατά τις ημέρες αργιών οι διδάσκοντες καθηγητές δικαιούνται τις αντίστοιχες αποδοχές, χωρίς να υποχρεούνται να εργάζονται. Στην περίπτωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές και τις διακοπές, οι αποδοχές καταβάλλονται προσαυξημένες σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
> Σύμφωνα και σε συνδυασμό των διατάξεων του εδαφίου 2 της υποπαρ. ΙΑ13, της παρ. ΙΑ, του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, όπως ισχύει, του άρθρου 80 του Ν.4144/2013, όπως ισχύει, καθώς και των σχετικών διατάξεων του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, η εργασία που παρέχεται πέραν των χρονικών ορίων εργασίας που καθορίζονται εκάστοτε από τη νομοθεσία, νοείται ως υπερωριακή. Ως εκ τούτου οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά, πέραν των 21 ωρών, εφόσον έχει καταχωρηθεί η υπερωριακή αυτή απασχόλησή τους, πριν από την έναρξη πραγματοποίησης της, στο Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών, που τηρείται από τον εργοδότη, δικαιούνται για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης, μέχρι την συμπλήρωση των 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40%. (Η «διδακτική ώρα» αντιστοιχεί, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, σε χρονική διάρκεια σαράντα πέντε (45) λεπτών της ώρας).
Τέλος, για διευκόλυνσή σας παραθέτουμε παραδείγματα σχετικά με τον υπολογισμό του ωρομισθίου καθώς και των υπολογισμό των ημερών ασφάλισης στην περίπτωση της μερικής απασχόλησης (ήτοι απασχόληση κάτω των 21 ωρών εβδομαδιαίως) – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Του παρόντος με ευθύνη των Προϊσταμένων των Δ/νσεων και των Τμημάτων να λάβει γνώση ενυπόγραφα το προσωπικό αρμοδιότητάς σας.
O ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΕΦΚΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Κ. ΜΠΑΚΑΛΕΞΗΣ
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΥ
> Καθηγητής φροντιστηρίου ξένων γλωσσών, 45 ετών, με μηνιαίο μισθό τον κατώτερο άνω των 25 ετών, με ατομική σύμβαση απασχόλησης – εργασία 21 ωρών την εβδομάδα και μηνιαίες αποδοχές 586,08 €.
((6/21)/25) x 586,08 = 6,70 €
κατώτατο ωρομίσθιο πλήρους απασχόλησης >25 ετών με 25 ΗΑ
> Καθηγητής φροντιστηρίου ξένων γλωσσών, 24 ετών, με μηνιαίο μισθό τον κατώτερο κάτω των 25 ετών, με ατομική σύμβαση απασχόλησης – εργασία 21 ωρών την εβδομάδα και μηνιαίες αποδοχές 510,95 €.
((6/21)/25) x 510,95 = 5,84 €
κατώτατο ωρομίσθιο πλήρους απασχόλησης <25 ετών, με 25 ΗΑ
> Καθηγητής φροντιστηρίου μέσης εκπαίδευσης, 55 ετών, με μηνιαίο μισθό, με ατομική σύμβαση απασχόλησης – εργασία 21 ωρών την εβδομάδα και μηνιαίες συμφωνημένες αποδοχές 700,00 €.
((6/21)/25) x 700,00 = 8,00 €,
ωρομίσθιο απασχόλησης με συμφωνία μισθού 700,00 € , με 25 ΗΑ
> Καθηγητής φροντιστηρίου μέσης εκπαίδευσης, 55 ετών, με μηνιαίο μισθό, με ατομική σύμβαση απασχόλησης – εργασία 16 ωρών την εβδομάδα και μηνιαίες συμφωνημένες αποδοχές 650,00 €.
((6/21)/25) x 650,00 = 7,43 €,
ωρομίσθιο απασχόλησης με συμφωνία μισθού 650,00 €
Οι ημέρες ασφάλισης υπολογίζονται κατά αναλογία ως εξής: (25×16)/21= 19 ημέρες ασφάλισης το μήνα
ΠΟΛ.1196/2017 Απόσυρση από την χρήση μοντέλων ΦΗΜ που έλαβαν άδεια καταλληλότητας με βάση την ΑΥΟ Σ.1659/104/1988(ΦΕΚ 497Β) και ΑΥΟ ΠΟΛ.1314/1998 (ΦΕΚ 1338Β)
Θέμα: «Απόσυρση από την χρήση μοντέλων ΦΗΜ που έλαβαν άδεια καταλληλότητας με βάση την ΑΥΟ Σ.1659/104/1988(ΦΕΚ 497Β) και ΑΥΟ ΠΟΛ.1314/1998 (ΦΕΚ 1338Β)
ΑΠΟΦΑΣΗ
O ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις:
α) Των άρθρων 12 και 40 του ν. 4308/2014 (A’ 251)«Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, συναφείς ρυθμίσεις και άλλες διατάξεις.».
β)Της Α.Υ.Ο.ΠΟΛ.1220/13.12.2012 (Β’ 3517) «Κωδικοποίηση – Συμπλήρωση τεχνικών προδιαγραφών Φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών και συστημάτων. Διαδικασίες χρήσης και λειτουργίας τους. Προδιαγραφές αποστελλομένων αρχείων στην ΓΓΠΣ.».
γ) Της Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1157/21.5.2002 (Β’ 718)«Ανάκληση αδειών καταλληλότητας των Φορολογικών Ταμειακών Μηχανών, οι οποίες δεν δύνανται να λειτουργούν με ευρώ.»
δ) Της Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1063/26.3.2008 (Β’ 633) «Απαγόρευση εισαγωγής / παραγωγής, σφράγισης και διάθεσης παλαιών μοντέλων ΦΗΜ και φορολογικών μνημών αυτών, των οποίων η άδεια καταλληλότητας υπερβαίνει τα 4 έτη από την ημερομηνία χορήγησής της»
στ) Του κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 (Α’ 94), και ειδικότερα των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 14, της παρ. 1 του άρθρου 2, του άρθρου 7 και των υποπαραγράφων 2 και 3 του άρθρου 41 αυτού.
ζ)Της Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017/10-3-2017 (Β’ 968 και 1238) Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
2. Την αριθ. 1 της 20-1-2016 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΥΟΔΔ 18) «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ.10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.
3. Την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (Β’ 130 και Β’ 372) Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με την υποπαράγραφο α’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.
4. Την απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Καταλληλότητας ΦΗΜ κατά την συνεδρίασή της την 11-9-2017.
5. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
Α. Την οριστική παύση στο υποσύστημα taxis των μοντέλων Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών (Φ.Η.Μ) οι οποίοι δεν έχουν δυνατότητα έκδοσης απόδειξης λιανικών συναλλαγών σε ευρώ.
Τα μοντέλα των ΦΗΜ αυτών αναφέρονται στον πίνακα Α:
ΠΙΝΑΚΑΣ Α
Αριθμός Έγκρισης
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΦΗΜ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΟ ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩ
Άδεια Καταλληλότητας
1
NIKKO – REX SK-112
15IA 01/20.11.89
2
OMRON GR 10
15ΟΜ 02/20.11.89
3
ADMATE 255
15ΑΦ 03/11.12.89
4
MF 186
15ΙΝ 04/22.12.89
5
IES L-20
151Ε 05/26.4.90
6
ΤΕC ΜΑ 1040 KD-1-GR
15ΚΠ 06/27.6.90
7
ΗΕRΜΕS Η-130
15ΕΖ 07/11.7.90
8
ΕΛΚΑ 92-S
15ΕΛ 08/11.7.90
9
DPS S-200
15ΚΣ 09/11.7.90
10
SHARP ER 2100
15ΜΙ 10/11.7.90
11
CASIO 3900 GR
15EM 11/11.7.90
12
NT.S. 2012
15ΚΤ 12/11.7.90
13
ΟΜΕGΑ BCR-555
15ΘΜ 13/11.7.90
14
FΟΜΑX 8
15ΝΚ 14/25.7.90
15
CΟΜΡΑSS 290 S
15ΑΡ 15/25.7.90
16
ΜΕRCURY 4612
15ΓΡ 16/11.9.90
17
ΑSTΕR-GΑ-314
15ΕΔ 17/17.10.90
18
LΟΑDΕR LΤ 2000
15ΛΤ 18/23.10.90
19
IES 2216
15ΙΣ 19/29.11.90
20
OMRON GR 3510
15ON 20/20.12.90
21
SHARP ER 3100
15ΜΚ 21/10.1.91
22
GRF 2908
15ΟΕ 22/10.1.91
23
ΡΑSCOΜ 62
15ΩΡ 23/31.1.91
24
FELEN 700
15ΜΤ 24/5.2.91
25
JEWEL – HI
15ΠΓ 25/5.2.91
26
SEM 210
15ΣΕ 26/5.2.91
27
ΑΤΤΑLUS 450
15ΣΜ 27/5.2.91
28
ΜΕC 2000
15ΜΔ 28/14.2.91
29
ΤΟΡ CASH Β-300
15ΤΟ 29/14.2.91
30
NATIONAL- NTS 4018
15NA 30/18.4.91
31
UNICASH UC 1000
151Τ 31/25.4.91
32
HERMES H-505
15ZA 32/9.5.91
33
OMEGA ECR-3000
15ΩM 33/9.5.91
34
UNIWELL 1000
15ΠΣ 34/16.5.91
35
UNIWELL 2000
15nN 35/16.5.91
36
COMPASS 292 S
15ΡΘ 36/30.5.91
37
CP 216-F
15KB 37/19.6.91
38
CASIO ΤΚ 1200G
15E0 38/11.9.91
39
SAREMA XT
15 HA 039/17.10.91
40
IES 2226
15ΕΣ 40/31.10.91
41
IES 2236
15ΙΘ 41/31.10.91
42
SANYO ECR 482A
15ΣA 42/31.10.91
43
INTERCASH 2000
15ΠΛ 43/20.11.91
44
WALTHER
15KA 44/20.12.91
45
BMC CR 280
15AE 45/20.12.91
46
ICR-7000
15IK 46/21.2.92
47
DAIKON 101
15Ar 47/21.2.92
48
IBM 4680
15IB 48/21.2.92
49
FUJITSU GENERAL G 3210
15ΓΦ 49/27.2.92
50
INFOCASH 630
15I0 50/27.2.92
51
NCR 2190G
15ΣN 51/25.5.92
52
FOMAX 190
15KZ 52/1.7.92
53
DPS S-1200
15PM 53/28.8.92
54
TEC FT 77
15TE 54/28.8.92
55
SIEMENS-NIXDORF 2000/10
15ZN 55/4.12.92
57
BMC CR-190
15BM 57/3.2.93
58
ΟΜRΟΝ GR-30
15OP 58/3.2.93
59
IES 2106
15ΠΜ 59/1.4.93
60
FR 2000
15ΦΡ 60/1.4.93
62
ΝΑΤΙΟΝΑL ΝΚ-400 GF
15ΤΡ 62/7.4.93
63
SΙΕΜΕΝS-ΝΙXDΟRF 8812- 2000/10 MF
15ΖΝ 63/18.5.93
64
ΒRΟΤΗER GR 280 F
15ΒΡ 64/3.8.93
65
ELPOS 930
15ΕΚ 65/29.9.93
66
ΑSΤΕRΙΑS F-1000
15ΑΣ 66/1.3.94
69
CΑSΙΟ FΕ-700
15ΕΤ 69/17.5.94
71
ΙΝFΟCASH 910
15ΙΡ 71/19.7.94
73
NCR 7052
15ΣΟ 73/19.7.94
75
DPS / iPC
15ΤΧ 75/20.9.94
79
CP 190 F
15ΒΛ 79/29.11.94
81
SΑΜSUNG ΕR 250 F
15ΤΝ 81/10.1.95
82
SΑΜSUNG ΕR 4615 F
15ΤΣ 82/17.1.95
83
QUEST POS
15ΚΕ 83/17.1.95
84
UNIWELL UA-500
15ΒΧ 84/31.1.95
85
ΟΜRΟN GR-30
150Γ 85/31.1.95
87
ΒRΟΤΗΕR GR 190 F
15ΑΗ 87/2.5.95
88
BMC CR 280
15ΠΤ 88/23.5.95
89
BMC CR 190
15ΠΡ 89/23.5.95
91
CP 216 F-Μ
15ΒΠ 91/6.6.95
92
ADMATE LITE
15ΜΦ 92/20.6.95
100
ΟΜRΟN GR 25
15ΥΟ 100/24.10.95
101
UNIWELL UA-1000
15ΥΑ 101/7.11.95
108
FISCAL GR 9
15ΦΑ 108/20.2.96
109
FISCAL GR 11
15ΦΓ 109/20.2.96
116
ΙNΤΕLCASH 910
15ΑΙ 116/21.5.96
118
CΑSΗLIΝE PRACTICA 910
15ΜΣ 118/28.5.96
124
PAR POS SYSTEM 2000
15ΛΝ 124/7.8.96
125
CASHLINE PRACTICA 282
15XP 125/10.9.96
127
CP 482 GF NET
15ΑΛ 127/9.10.96
134
HUGIN ITALIANA 2400 G
15EA 134/28.1.97
139
CASHLINE PRACTICA 630
15ΣΡ 139/13.5.97
144
OLIVETTI ORS 500
15EO 144/17.6.97
Οι κάτοχοι των ανωτέρω μοντέλων φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών οι οποίοι εξακολουθούν να εμφανίζονται στο υποσύστημα taxis ως ενεργοί καλούνται να δηλώσουν την εκπρόθεσμη παύση αυτών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. , μέχρι την 28-2-2018. Από την 1-3-2018 και εξής τυχόν εμφάνιση ΦΗΜ της υπόψη κατηγορίας ως ενεργού στο υποσύστημα taxis συνιστά για τον κάτοχο- χρήστη αυτού παράβαση των διατάξεων της περίπτωσης ια’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του ν.4174/2013.
Σε περίπτωση αδυναμίας έκδοσης πρόσφατου τελικού Δελτίου Ημερήσιας Κίνησης «Ζ», οι κάτοχοι των ανωτέρω μοντέλων ΦΗΜ δύνανται να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση με τα προοδευτικά σύνολα από έναρξης λειτουργίας του ΦΗΜ.
Β. Την απόσυρση από την χρήση των αναφερόμενων στον πίνακα Β, μοντέλων Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών των οποίων η διάθεση, η μεταβίβαση μεταχειρισμένων, η χρηματοδοτική μίσθωση καθώς και η τοποθέτηση φορολογικών μνημών λόγω πλήρωσης των παλαιών έχει ρητά απαγορευτεί από 1-10-2008 με τις διατάξεις της Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ.1063/26.3.2008.
Η απόσυρση από την χρήση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την 31-5-2018.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ Β
ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑΣ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΦΗΜ
56
ICL 9518/200
15 ΙΛ 56/21-01-1993
61
NATIONAL NK-200GF
15 NT 61/07-04-1993
67
DSA 50
15 ΑΠ 67/26-04-1994
68
DSA 4000
15 ΠΔ 68/26-04-1994
70
CASIO FE -2000
15 ΦΕ 70/17-5-1994
72
SHARP ER-A435G
15 ΜΕ 72/05-07-1994
74
SHARP ER-A215G
15 ΜΡ 74/05-07-1994
76
BEETLE
15 ΒΕ 76/04-10-1994
77
IBM 4690
15 ΙΜ 77/11-10-1994
78
CRF 4050G
15 ΟΛ 78/18-10-1994
80
NATIONAL OPALE
15 ΝΟ 80/06-12-1994
86
SANCASH-UNO
15 ΣΚ 86/14-02-1995
93
SPAZIO UNO
15 ΚΦ 93/20-06-1995
94
SPAZIO TOP
15 ΣΤ 94/27-06-1995
95
EUROPLUS CR 770
15 ΕΠ 95/11-07-1995
97
MCR ER-1000
15 ΝΓ 97/18-07-1995
98
CP 216F-T
15 ΠΒ 98/19-09-1995
99
DSA-100
15 ΠΑ 99/03-10-1995
102
EUROPLUS 750TE
15 ΕΡ 102/07-11-1995
103
FUJITSU G-930
15 ΒΚ 103/21-11-1995
104
SAREMA XT/IF
15 ΗΑ 104/21-12-1995
105
UNIWELL UX-60 (UNIPOS)
15 ΟΙ 105/06-02-1996
106
DPS S-200
15 ΤΚ 106/13-02-1996
107
ECR PROLINE 1000
15 ΕΩ 107/20-02-1996
114
SAMSUNG ER 350F
15 ΧΤ 114/29-02-1996
117
TEC 96
15 ΔΕ 117/21-05-1996
119
SHARP ER-A495G
15 ΠΚ 119/11-06-1996
120
STAR FISCAL
15 ΦΚ 120/18-06-1996
121
BMC TH-480
15 ΠΟ 121/18-06-1996
122
CP INTERNATIONAL SUPERSTAR 1
15 ΒΣ 122/24-07-1996
123
TOWA ET-5616F
15 ΤΑ 123/07-08-1996
126
ASTERIAS F-1500
15 ΔΑ 126/08-10-1996
128
ADMATE 555
15 ΧΦ 128/15-10-1996
130
CR701
15 ΙΟ 130/18-12-1996
131
TEC MA-1030
15 ΤΠ 131/18-12-1996
132
ICS POSEIDON 21
15 ΣΒ 132/14-01-1997
133
ASTERIAS F-2500T
15 ΔΤ 133/14-01-1997
135
CASIO FE-800
15 ΕΒ 135/04-02-1997
136
CASIO FE-300T
15 ΕΘ 136/25-02-1997
138
CASIO FE-400T
15 ΕΗ 138/21-04-1997
141
OLIVETTI CRF 4050M
15 ΜΗ 141/20-05-1997
142
DPS S-2000
15 ΤΜ 142/27-05-1997
143
DPS S-2000
15 ΤΙ 143/03-06-1997
145
PRIMA 50
15 ΓΝ 145/01-07-1997
146
OMRON RS 19MF
15 ΟΦ 146/22-07-1997
147
DPS ECR-38
15 ΤΘ 147/22-07-1997
150
OMRON RS 28MF
15 ΚΟ 150/09-09-1997
151
PRIMA 100RS
15 ΜΛ 151/16-09-1997
153
HUGIN ITALIANA 2900/G
15 EI 153/04-11-1997
154
FUJITSU G-910
15 ΓΒ 154/11-11-1997
155
NATIONAL NK-500GF
15 ΔΜ 155/18-11-1997
156
HUGIN ITALIANA 2100/G
15 EX 156/18-11-1997
157
SFERA ATENA PLUS
15 ΜΓ 157/09-12-1997
158
BMC-3000
15 ΠE 158/23-12-1997
159
CR-702
15 ΙΗ 159/10-03-1998
160
BEETLE/50
15 ΖΜ 160/17-03-1998
161
OLYTAX ECR 2000
15 ΓΗ 161/24-03-1998
164
DATAPROCESS DSA-4000F
15 XI 164/05-05-1998
165
TEC-MA-1035
15 ΑΧ 165/16-06-1998
166
ADMATE 256
15 ΦΔ 166/16-06-1998
167
ASTRA 2000
15 ΚΛ 167/23-06-1998
168
OMRON RS 28TF
15 ΟΤ 168/30-06-1998
169
IBM 4614 SUREONE
15 ΙΖ 169/14-07-1998
170
NATIONAL OPALE
15 NE 170/28-07-1998
171
FUTURA 50
15 ΣΠ 171/01-12-1998
174
SHARP ER-A455G
15 ΔΓ 174/05-10-1999
175
ΙΝΤΡΑΚΟΜ CR 703
15 ΙΥ 175/05-10-1999
176
EURO SMART
15 ΤΓ 176/05-10-1999
177
OTTIMA 100
15 ΜΑ 177/05-10-1999
178
OTTIMA 200
15 ΜΒ 178/05-10-1999
179
REGINA 100
15 ΤΒ 179/05-10-1999
180
REGINA 200
15 ΤΔ 180/05-10-1999
181
EUROTEAM
15 ΤΗ 181/12-10-1999
182
DATAPROCESS DSA-75
15 ΠΙ 182/16-11-1999
183
SKYTEC SUPERSTAR T
15 ΒΑ 183/16-11-1999
184
SKYTEC SUPERSTAR 2
15 ΒΓ 184/16-11-1999
185
PV-2000
15 ΒΙ 185/07-12-1999
186
VV-2000
15 ΒΘ 186/07-12-1999
187
PLATO-POS FP-210G
15 ΜΠ 187/14-12-1999
188
EPSON-FISCAL MODEL 210
15 ΠΗ 188/21-12-1999
189
DCR ASTERIAS 1500 EURO
15 ΔΚ 189/18-01-2000
190
DCR ASTERIAS 2000 T EURO
15 ΔΘ 190/18-01-2000
191
NCR 7445 FALCON
15 ΤΥ 191/18-01-2000
192
NCR 7453
15 ΝΙ 192/22-02-2000
193
CASIO FE-500G
15 EN 193/29-02-2000
194
ADMATE 237
15 ΚΔ 194/07-03-2000
195
ICS MICROPOS
15 ΑΚ 195/04-04-2000
196
PLATO-POS FP 950G
15 ΠΥ 196/12-06-2000
197
ELCOM EURO 2000 T
15 ΛΠ 197/12-06-2000
198
STRADA 2000
15 ΜΧ 198/22-06-2000
199
ASTERIAS SERENA F
15 ΔΙ 199/04-07-2000
200
EPSON FISCAL MODEL 950
15 ΛΜ 200/20-07-2000
201
ASTERIAS SERENA C
15 ΔΦ 201/12-09-2000
202
EUROSHOP
15 ΤΖ 202/12-09-2000
203
ADMATE 257
15 ΦΜ 203/12-09-2000
204
ADMATE 257 E
15 ΦΧ 204/12-09-2000
205
NATIONAL NK-300 GF
15 ΧΑ 205/25-10-2000
206
NATIONAL NK-150 GF
15 ΓΤ 206/25-10-2000
207
320 ELITE
15 ΟΚ 207/25-10-2000
208
DPS S-1000
15 ΝΣ 208/07-11-2000
209
NATIONAL MINI OPALE
15 ΑΤ 209/14-11-2000
210
NATIONAL OPALE IF
15 ΣΓ 210/14-11-2000
211
FUJITSU G-885
15 ΧΚ 211/14-11-2000
212
SAREMA GRILLO
15 ΗΚ 212/14-11-2000
213
IRS CE 2500
15 ΓΧ 213/05-12-2000
214
IRS CE 3000
15 ΧΓ 214/05-12-2000
215
ΙΝΤΡΑΚΟΜ CR 400
15 ΙΧ 215/05-12-2000
216
SHARP ER-A 236G
15 ΓΔ 216/11-12-2000
217
EURO FISCAL 2000
15 ΑΘ 217/12-12-2000
218
FUJITSU G-880
15 ΒΦ 218/09-01-2001
219
A-CASH 324
15 ΑΒ 219/09-01-2001
220
SMART
15 ΑΩ 220/06-02-2001
221
PRIMA POS
15 ΑΜ 221/20-02-2001
222
JCM GOLD G-165GK
15 ΠΧ 222/06-03-2001
223
ND 77 MF BEETLE/M
15 ΝΒ 223/06-03-2001
224
OLIVETTI CRF 4080 LOGIC
15 ΗΔ 224/06-03-2001
225
CASIO FE-810
15 ΕΓ 225/20-03-2001
226
ADMATE MICRO
15 ΦΩ 226/20-03-2001
227
DM-60
15 ΜΥ 227/03-04-2001
228
EKO
15 ΓΣ 228/03-04-2001
229
EPOS
15 ΝΜ 229/03-04-2001
230
INTRACOM CR 401
15 ΙΔ 230/03-07-2001
231
CASIO FE-3000
15 ΗΕ 231/10-07-2001
232
CASIO FE-4000
15 ΗΤ 232/10-07-2001
233
DATAPROCESS DSA-100S
15 ΜΝ 233/10-07-2001
234
DATAPROCESS DSA-100SR
15 ΛΑ 234/10-07-2001
235
ADMATE NPT-150
15 ΩΦ 235/04-09-2001
236
OMRON RS28TFR
15 ΩΑ 236/04-09-2001
237
INTERPAN-205 S
15 ΧΜ 237/30-10-2001
238
INTERPAN-205 R
15 ΘΑ 238/30-10-2001
239
PALMAR
15 ΡΑ 239/13-11-2001
240
ESTELLA
15 ΣΛ 240/13-11-2001
241
ARCADIA 6010
15 ΓΛ 241/11-12-2001
242
PRIMA 2000
15 ΑΓ 242/25-04-2002
243
MONS DITRON MP100
15 ΙΠ 243/22-05-2002
244
AUTONOMOUS ND77
15 ΔΑΥ 244/19-06-2002
245
IBM 4610 SUREMARK GR3
15 ΔΗΒ 245/17-07-2002
246
IBM 4610 SUREMARK GR5
15 ΔΗΜ 246/17-07-2002
247
MESSINIA 102
15 ΓΜ 247/22-07-2002
248
MESSINIA R102
15 ΓΥ 248/22-07-2002
249
NCR 7456
15 ΝΗ 249/22-07-2002
250
ELCOM EURO 500 -HANDY
15 ΔΠ 250/20-09-2002
251
OPTIMUS-IC SAMBA
15 ΡΕ 251/31-10-2002
252
PROLINE COSMOS
15 ΦΠ 252/10-12-2002
253
DPS PALM
15 ΦΟ 253/17-12-2002
254
ADMATE 1500
15 ΦΣ 254/20-12-2002
255
ICS PALMARE
15 ΧΣ 255/20-12-2002
272
CAMEL
15 ΔΩΕ 272/19-05-2003
284
IBM 4610 SUREMARK GB3
15 ΔΘΒ 284/24-07-2003
285
IBM 4610 SUREMARK GB5
15 ΔΘΝ 285/24-07-2003
288
TECPOS ST52
15 ΤΛ 288/17-10-2003
293
FPU
15 ΔΗΓ 293/14-11-2003
Οι κάτοχοι των ανωτέρω τύπων ΦΗΜ, υποχρεούνται να δηλώσουν μέχρι την 31-5-2018, την παύση αυτών. Η δήλωση παύσης θα γίνεται στο υποσύστημα taxisnet (έντυπο Δ13) εφόσον έχει εκδοθεί πρόσφατο (δηλαδή εντός των τελευταίων 10 ημερών) τελικό Δελτίο Ημερήσιας Κίνησης «Ζ».
Υποβολή δήλωσης παύσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. των ανωτέρω τύπων ΦΗΜ έως την προθεσμία αυτή, συντρέχει στις παρακάτω περιπτώσεις:
1) εκπρόθεσμη δήλωση παύσης ή απώλεια ΦΗΜ.
2) αδυναμία εμφάνισης των τελικών προοδευτικών συνόλων στο Δελτίο Ημερήσιας Κίνησης «Ζ» . Στην περίπτωση αυτή το Δελτίο Ημερήσιας Κίνησης «Ζ» συνοδεύεται από Δελτίο Ανάγνωσης Φορολογικής Μνήμης, όπου αναγράφονται τα προοδευτικά σύνολα εσόδων και Φ.Π.Α. από ενάρξεως λειτουργίας της φορολογικής μνήμης. Εναλλακτικά, σε περίπτωση τεχνικής αδυναμίας έκδοσης του Δελτίου Ανάγνωσης Φορολογικής Μνήμης, το Δελτίο Ημερήσιας Κίνησης «Ζ» συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση με την οποία δηλώνονται τα προαναφερόμενα προοδευτικά σύνολα.
3) το τελευταίο εκδοθέν Δελτίο Ημερήσιας Κίνησης «Ζ» φέρει ημερομηνία προγενέστερη των έξι (6) μηνών της ημερομηνίας έκδοσης της Τεχνικής Αναφοράς Βλάβης, η οποία συνυποβάλλεται με το ως άνω δελτίο και την δήλωση παύσης λόγω βλάβης.
Σε περίπτωση βλάβης του ΦΗΜ, και εφόσον το τελευταίο εκδοθέν Δελτίο Ημερήσιας Κίνησης Ζ φέρει ημερομηνία εντός των προηγούμενων έξι (6) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της Τεχνικής Αναφοράς Βλάβης, η δήλωση παύσης λόγω βλάβης υποβάλλεται από την επιχείρηση που κατέχει την άδεια καταλληλότητας ή την άδεια τεχνικής υποστήριξης του ΦΗΜ, για λογαριασμό του κατόχου του ΦΗΜ.
Οι κωδικοί οριστικής παύσης ΦΗΜ στις εξής περιπτώσεις είναι :
23
Παύση λόγω πλήρωσης μνήμης
41
Απόσυρση Φ.Η.Μ
10
Αυτοπαράδοση λόγω παύσης εργασιών της επιχείρησης
24
Παύση λόγω θανάτου
38
Ασυμβατότητα με δεκαδικά των συντελεστών ΦΠΑ
25
Παύση λόγω βλάβης φορολογικής μνήμης
Από την 1-6-2018 και εξής τυχόν εμφάνιση ΦΗΜ της υπόψη κατηγορίας ως ενεργού στο υποσύστημα taxis συνιστά για τον κάτοχο-χρήστη αυτού παράβαση των διατάξεων της περίπτωσης ια’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του ν.4174/2013.
Η παρούσα Απόφαση ισχύει από της δημοσιεύσεώς της στην Eφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η Απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Eφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Ε.Φ.Κ.Α. αριθμ. πρωτ.: Δ.ΑΣΦ.1279/1595212/2017 Επικουρική Ασφάλιση των Καταστηματαρχών Κρεοπωλών και των λοιπών κατηγοριών αυτοαπασχολούμενων του τ. Ε.Τ.Ε.Α
Αθήνα 7/12/2017
Α.Π. : Δ.ΑΣΦ. 1279/1595212
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Κ Ε Ν Τ Ρ Ι Κ Η Υ Π Η Ρ Ε Σ Ι Α
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΘΕΜΑ: «Επικουρική Ασφάλιση των Καταστηματαρχών Κρεοπωλών και των λοιπών κατηγοριών αυτοαπασχολούμενων του τ. Ε.Τ.Ε.Α»
Σχετικά:
α) Το υπ’αριθμ. Φ.80020/οικ.44251/Δ15.750/7.11.2016 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνκής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης
β) Οι υπ’αριθμ. 34/2013, 8/2014 και 18/2014 εγκύκλιοι του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ
γ) Τα υπ’αριθμ. Ε40/810/30.12.2013 και Ε40/16/17.1.2014 Γ.Ε. της Διοίκησης του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ
δ) Το υπ’αριθμ. 162989/4.10.2017 έγγραφο του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 76 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ 74/τ.Α’/19-5-2017) με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 37 του Ν.4052/2012 (ΦΕΚ 159/τ.Α’/1-3-2012) με ισχύ από 1/1/2017, και σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις τα υπαγόμενα στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. είναι:
α. Οι ήδη ασφαλισμένοι των ταμείων, κλάδων και τομέων επικουρικής ασφάλισης που εντάσσονται στο τ. Ε.Τ.Ε.Α. (νυν Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).
β. Όσοι αναλαμβάνουν ασφαλιστέα εργασία – απασχόληση ή αποκτούν ασφαλιστέα ιδιότητα, για την οποία ασφαλίζονται υποχρεωτικά σε φορέα κύριας ασφάλισης και δεν υπάγονται για την εργασία – απασχόλησή τους αυτή ή την ιδιότητά τους στην ασφάλιση άλλου φορέα επικουρικής ασφάλισης ή επαγγελματικής υποχρεωτικής ασφάλισης, ή των εξομοιούμενων βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας με αυτούς, ανεξαρτήτως νομικής μορφής.
Επιπλέον παρέχεται το δικαίωμα προαιρετικής υπαγωγής στα ακόλουθα πρόσωπα:
α. Ήδη προαιρετικά ασφαλισμένους των ταμείων, κλάδων και τομέων επικουρικής ασφάλισης που εντάσσονται στο τ. Ε.Τ.Ε.Α. (νυν Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).
β. Ελεύθερους επαγγελματίες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 3655/2008 (ΑΛ58), καθώς και ελεύθερους επαγγελματίες που υπάγονταν στην ασφάλιση του τ. ΕΤΕΑΜ με το Π.Δ. 284/1992 (ΑΛ 145).
Έχοντας υπόψη τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα περί προαιρετικής υπαγωγής των καταστηματαρχών κρεοπωλών, σας γνωρίζουμε ότι:
Από 1/1/2017 οι αυτοαπασχολούμενοι, ήδη ασφαλισμένοι του τ. Ε.Τ.Ε.Α. καταστηματάρχες κρεοπώλες, που μέχρι 31/12/2016 υπάγονταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του τ. Ε.Τ.Ε.Α. δύνανται προαιρετικά να συνεχίσουν την ασφάλισή τους στο Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.
Σημ.: Υπενθυμίζουμε ότι τα πρόσωπα που είχαν ξεκινήσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα ως καταστηματάρχες κρεοπώλες από 1/7/2012 και έπειτα, εξαιρούνταν από την υποχρεωτική ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.
Για όλες τις κατηγορίες των ήδη ασφαλισμένων αυτοαπασχολούμενων του τ. Ε.Τ.Ε.Α. (Κρεοπώλες, Χημικοί, Ιδιωτικοί Εκπαιδευτικοί και Ηλεκτρολόγοι), από 1/1/2017 παύουν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4225/2014, σύμφωνα με τις οποίες αυτοί είχαν την υποχρέωση να δηλώνουν στην Α.Π.Δ. του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τις ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλλαν στο φορέα αυτό για λογαριασμό τους. Οι ασφαλιστικές εισφορές του Κλάδου θα αναζητηθούν από το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., μέσω ειδοποιητηριών με διαδικασία που θα υλοποιήσει το ΕΤΕΑΕΠ σε συνεργασία με ανάδοχο για την οποία θα δοθούν σχετικές οδηγίες.
Ως εκ τούτου οι υπηρεσίες Εσόδων των Υποκ/των Μισθωτών ΕΦΚΑ πρέπει να αναζητήσουν τους αυτοαπασχολούμενους που είχαν απογραφεί στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως εργοδότες ειδικών κατηγοριών ασφάλισης, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ε/40/16/17-1-2014 Γενικού Εγγράφου τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και να θέσουν τους αντίστοιχους ΑΜΕ σε κατάσταση οριστικής διακοπής με ημερομηνία διακοπής 31/12/2016.
Του παρόντος με ευθύνη των Προϊσταμένων των Δ/νσεων και των Τμημάτων να λάβει γνώση ενυπόγραφα το προσωπικό αρμοδιότητάς σας.
ΠΟΛ.1194/2017 Παροχή διευκρινίσεων για την αντιμετώπιση των εκκρεμών υποθέσεων ελέγχων μέσω επεξεργασίας τραπεζικών λογαριασμών, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περ. α’ της παρ. 2 του άρθ. 68 του ν.2238/1994 περί συμπληρωματικών στοιχείων
ΘΕΜΑ: «Παροχή διευκρινίσεων για την αντιμετώπιση των εκκρεμών υποθέσεων ελέγχων μέσω επεξεργασίας τραπεζικών λογαριασμών, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περ. α’ της παρ. 2 του άρθ. 68 του ν.2238/1994 περί συμπληρωματικών στοιχείων».
Με αφορμή ερωτήματα σχετικά με το παραπάνω θέμα, παρέχονται οι κάτωθι διευκρινίσεις:
1. Με την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ 2934/2017 και ΣτΕ 2935/2017) κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων της περ. α’ της παρ. 2 του άρθ. 68 του ν.2238/1994 (ΚΦΕ) επιτρέπεται η έκδοση πράξης καταλογισμού φόρου και πρόσθετου φόρου εντός δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης, εάν περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθ. 84 του ιδίου νόμου πενταετία. Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της ανωτέρω πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο.
2. Επιπλέον, με τις παραπάνω αποφάσεις του ΣτΕ κρίθηκε ότι, μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος είναι και η εξέταση του υπολοίπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή.
Συνεπώς, στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της, κατ’ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς προθεσμίας παραγραφής.
3. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, σε περίπτωση που περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής αρχής συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια των διατάξεων της περ. α’ της παρ. 2 του άρθ. 68 του ν.2238/1994 (ΚΦΕ), επιτρέπεται η έκδοση πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου αποκλειστικά για τη φορολογητέα ύλη που προκύπτει από τα στοιχεία αυτά και για το έτος στο οποίο αυτά αφορούν με την προϋπόθεση ότι, τα στοιχεία αυτά αποδεδειγμένα δεν είχε, ούτε μπορούσε δικαιολογημένα να έχει υπόψη της η ελεγκτική αρχή ώστε να τα εκτιμήσει κατά τον αρχικό φορολογικό έλεγχο (σχετ. ΣτΕ 4843/1988, ΣτΕ 2632/1996, ΣτΕ 1303/1999, ΣτΕ 572/2007, ΣτΕ 3955/2012, ΣτΕ 1623/2016).
4. Για την ομοιόμορφη αντιμετώπιση των εκκρεμών υποθέσεων ελέγχων, διευκρινίζεται ότι οι πληροφορίες που έχουν περιέλθει στη Φορολογική Διοίκηση από την αλλοδαπή (όπως π.χ. τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, λοιπές κινητές αξίες, διαφορές χαρτοφυλακίου, τραπεζικές κινήσεις, διαφορές υπολοίπων λογαριασμών), συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία, εφόσον, αφενός, η Φορολογική Διοίκηση αποδεδειγμένα δεν είχε και δικαιολογημένα δεν μπορούσε να τις έχει υπόψη της κατά την αρχική πενταετή προθεσμία παραγραφής, και, αφετέρου, διαπιστώνεται από τον έλεγχο μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη με βάση τα στοιχεία αυτά. Συνεπώς, δε θεωρείται πληροφορία από την αλλοδαπή και ως εκ τούτου δε συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο, η πληροφορία, η οποία περιέρχεται σε γνώση της φορολογικής αρχής μέσω της επεξεργασίας του ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού ή από στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος κατά την επεξεργασία του ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού και αφορούν τις ως άνω πληροφορίες (χρηματοοικονομικά προϊόντα κ.λπ.). Τέτοια είναι η περίπτωση ύπαρξης τραπεζικού λογαριασμού αλλοδαπής που τροφοδοτήθηκε από λογαριασμούς της ημεδαπής (εξερχόμενο έμβασμα) ή τροφοδότησε λογαριασμούς της ημεδαπής (εισερχόμενο έμβασμα).
5. Οι εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες πληρούνται τα ανωτέρω ως προς την ύπαρξη συμπληρωματικών στοιχείων, ελέγχονται κατ’ εφαρμογή της περ. α’ της παρ. 1 της εγκ. ΠΟΛ.1154/2017, κατά προτεραιότητα, ως προς τις χρήσεις 2006 και μετά, και εκδίδονται οι σχετικές πράξεις προσδιορισμού. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις, έχουν εφαρμογή οι οδηγίες που έχουν δοθεί με τις παρ. 2, 3, και 4 της εγκ. ΠΟΛ.1154/2017.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΠΟΛ.1182/2017 Παράταση του χρόνου υποβολής των δηλώσεων ΦΠΑ και καταβολής φόρου που προκύπτει από αυτές για τους υποκείμενους που έχουν την έδρα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας στις Δημοτικές Ενότητες Νέας Περάμου και Μεγάρων του Δήμου Μεγαρέων, στη Δημοτική Ενότητα Μαγούλας του Δήμου Ελευσίνας και στη Δημοτική Ενότητα Μάνδρας του Δήμου Μάνδρας – Ειδυλλίας της Π.Ε. Δυτικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής
Ταχ. Δ/νση:Σίνα 2-4
Ταχ. Κώδικας:10672 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες:Μ. Ξερνού
Τηλέφωνο:2103645615
Fax:2103645413
E-Mail:[email protected]
Url:www.aade.gr
ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ
ΠΟΛ 1182/2017
Θέμα: «Παράταση του χρόνου υποβολής των δηλώσεων ΦΠΑ και καταβολής φόρου που προκύπτει από αυτές για τους υποκείμενους που έχουν την έδρα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας στις Δημοτικές Ενότητες Νέας Περάμου και Μεγάρων του Δήμου Μεγαρέων, στη Δημοτική Ενότητα Μαγούλας του Δήμου Ελευσίνας και στη Δημοτική Ενότητα Μάνδρας του Δήμου Μάνδρας – Ειδυλλίας της Π.Ε. Δυτικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής»
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις:
α) Της περίπτωσης β’ της παραγράφου 12 του άρθρου 38 του Κώδικα ΦΠΑ (κύρωση με ν. 2859/2000 – ΦΕΚ 248 Α77.11.2000), όπως ισχύουν, με τις οποίες προβλέπεται ότι με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων δύναται να παρατείνεται ο χρόνος υποβολής της δήλωσης ΦΠΑ και καταβολής του φόρου σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας που επηρεάζουν την Φορολογική Διοίκηση ή σε περιπτώσεις εξαιρετικών και δυσμενών συμβάντων που επηρεάζουν τους φορολογούμενους, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.
β) Τις διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 4 και των παραγράφων 5,5α και 5β του άρθρου 36 καθώς και του άρθρου 38 του Κώδικα ΦΠΑ, όπως ισχύουν.
γ) Τις διατάξεις του άρθρου 41 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013 – ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
δ) Την ΑΥΟΟ ΠΟΛ1127/25.9.2009 (ΦΕΚ Β’ 2180/ 2.10.2009) σχετικά με το χρόνο υποβολής των ανακεφαλαιωτικών πινάκων.
2. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (Α’ 94) και ειδικότερα των άρθρων 1, 2, 13, 14, 17 και 41, όπως ισχύουν.
3. Την αριθμ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (Β’ 130 και Β’ 372) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαραγράφου α’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.
4. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α), όπως ισχύει, περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 και της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.
5. Την αριθμ. 1 της 20.01.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.
6. Τις αριθμ. 8093/15-11-2017 (ΑΔΑ: 65ΡΣ465ΧΘ7-Ξ37) και με αριθμό 8120/15-11-2017 αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας με τις οποίες κηρύχθηκαν σε κατάσταση έκτακτης Ανάγκης Πολιτικής Προστασίας οι Δημοτικές Ενότητες Νέας Περάμου και Μεγάρων του Δήμου Μεγαρέων, η Δημοτική Ενότητα Μαγούλας του Δήμου Ελευσίνας και η Δημοτική Ενότητα Μάνδρας του Δήμου Μάνδρας – Ειδυλλίας της Π.Ε. Δυτικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής.
7. Το γεγονός ότι λόγω των έντονων καιρικών φαινομένων (έντονες βροχοπτώσεις και πλημμύρες) που εκδηλώθηκαν την 15.11.2017 και των ζημιών που προκλήθηκαν, απορρυθμίστηκε η οικονομική και κοινωνική ζωή των κατοίκων των παραπάνω Δημοτικών Ενοτήτων.
8. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),
αποφασίζουμε:
1. Παρατείνονται μέχρι και την 29.12.2017 οι προθεσμίες υποβολής των ανακεφαλαιωτικών πινάκων, των οποίων η καταληκτική προθεσμία υποβολής τους είναι στις 27.11.2017 και στις 27.12.2017, για τους υποκείμενους που έχουν την έδρα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας στις Δημοτικές Ενότητες Νέας Περάμου και Μεγάρων του Δήμου Μεγαρέων, στη Δημοτική Ενότητα Μαγούλας του Δήμου Ελευσίνας και στη Δημοτική Ενότητα Μάνδρας του Δήμου Μάνδρας – Ειδυλλίας της Π.Ε. Δυτικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής.
2. Παρατείνονται μέχρι και την 29.12.2017 για τους ανωτέρω υποκειμένους:
α) η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων ΦΠΑ, των οποίων η καταληκτική προθεσμία υποβολής τους είναι στις 30.11.2017,
β) οι προθεσμίες καταβολής του φόρου που τυχόν προκύπτει από τις ανωτέρω δηλώσεις ΦΠΑ. Η ιδία ημερομηνία είναι καταληκτική και για τις δύο δόσεις στην περίπτωση επιλογής καταβολής του οφειλόμενου ποσού σε δόσεις.
3. Οι ανωτέρω δηλώσεις ΦΠΑ και οι ανακεφαλαιωτικοί πίνακες υποβάλλονται στη ΔΟΥ ή ΓΕΦ σε έντυπη μορφή, σύμφωνα με τις ισχύουσες αποφάσεις.
4. Η παρούσα απόφαση ισχύει από τον χρόνο υπογραφής της.
5. Η παρούσα απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΠΟΛ.1184/2017 Διαδικασία εφαρμογής της υποβολής και ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα (CbC Reporting) σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4170/2013 (Α’163) και 4490/2017 (Α’150)
Θέμα: Διαδικασία εφαρμογής της υποβολής και ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα (CbC Reporting) σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4170/2013 (Α’163) και 4490/2017 (Α’150)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις:
α) Της παρ. 1 του άρθρου 4, των παρ. 1, 4 και 5 του άρθρου 5 και της παρ. 5 του άρθρου 9ΑΑ του ν. 4170/2013 (Α’ 163) «Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της ΕΛ.Τ.Ε., αναμόρφωση Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. και άλλες διατάξεις», όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει με τον ν. 4484/2017 (Α’ 110).
β) Της περιπτ. ια’ της παρ. 1 του άρθρου δεύτερου και της παρ. 2 του άρθρου όγδοου του Μέρους Δεύτερου του ν. 4490/2017 (Α’ 150), «Κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα, διατάξεις εφαρμογής και λοιπές διατάξεις».
γ) Του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 (Α’ 94) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις».
2. Τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2015/2378 της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2015 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και την κατάργηση του εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1156/2012 (ΕΕ L 332/19, 18.12.2015), όπως τροποποιήθηκε με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1963 της Επιτροπής της 9ης Νοεμβρίου (EE L 303/4, 10.11.2016), και ιδίως τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 σχετικά με τον ηλεκτρονικό μορφότυπο που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών.
3. Την αρ. Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017 (Β’ 968) Απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
4. Την αρ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (Β’130 και Β’372) Aπόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών» και την αριθμ. Δ6Α 1145867 ΕΞ 2013/25.9.2013 (Β’ 2417) Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαρ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.
5. Την αρ. 1 της 20.1.2016 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών» (Υ.Ο.Δ.Δ. 18), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.
6. Την ανάγκη ρύθμισης όλων των σχετικών θεμάτων, προκειμένου να εφαρμοστεί ομαλά και απρόσκοπτα το πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα.
7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού της ΑΑΔΕ.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
Άρθρο 1
Αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή για την υποδοχή και την αποστολή των πληροφοριών στο πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα
1. Δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 4170/2013, ως «Τμήμα Διασύνδεσης» ορίζεται το Τμήμα ΣΤ’ Αυτόματης Ανταλλαγής Πληροφοριών και Υποδοχής Στοιχείων της Δ/νσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γενικής Δ/νσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Ανθρώπινου Δυναμικού της ΑΑΔΕ, το οποίο και ενεργεί ως αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή για την υποδοχή και την αποστολή πληροφοριών στο πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους σκοπούς της εφαρμογής των διατάξεων του ως άνω νόμου.
2. Δυνάμει της περιπτ. ια’ της παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του Μέρους Δεύτερου του ν. 4490/2017, ως «Τμήμα Διασύνδεσης» κατά την παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 4170/2013, ορίζεται το Τμήμα ΣΤ’ Αυτόματης Ανταλλαγής Πληροφοριών και Υποδοχής Στοιχείων της Δ/νσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γενικής Δ/νσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Ανθρώπινου Δυναμικού της ΑΑΔΕ, το οποίο και ενεργεί ως αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή για την υποδοχή και την αποστολή πληροφοριών στο πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα, για τους σκοπούς της εφαρμογής της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα (ΠΣΑΑ).
Άρθρο 2
Χρόνος και τρόπος υποβολής των Εκθέσεων ανά Χώρα και των Γνωστοποιήσεων
1. Η Τελική Μητρική Οντότητα ενός Ομίλου Πολυεθνικής Επιχείρησης (Ομίλου ΠΕ) ή οποιαδήποτε άλλη Αναφέρουσα Οντότητα, με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4170/2013 και ν. 4490/2017, υποχρεούται να υποβάλλει την Έκθεση ανά Χώρα, για κάθε Φορολογικό Έτος, με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας στην αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή του άρθρου 1 της παρούσας, εντός δώδεκα (12) μηνών από την τελευταία ημέρα του Φορολογικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του Ομίλου ΠΕ. Ειδικά για τις περιπτώσεις των Ομίλων ΠΕ, των οποίων το Φορολογικό Έτος ξεκινά την ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 και λήγει πριν την 31η Δεκεμβρίου 2016, ως προθεσμία υποβολής ορίζεται η 31η Δεκεμβρίου 2017. Σε περίπτωση αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας εκ μέρους της φορολογικής αρχής για την ολοκλήρωση της εμπρόθεσμης υποβολής των Εκθέσεων ανά Χώρα από τους υπόχρεους, η προθεσμία υποβολής για αυτούς παρατείνεται για επτά (7) εργάσιμες ημέρες από την φορολογική αρχή και επιτρέπει την ομαλή ολοκλήρωση της υποχρέωσης. Επισημαίνεται ότι για τις περιπτώσεις των Ομίλων ΠΕ με φορολογικό έτος μικρότερο των 12 μηνών, το κατώφλι των 750.000.000 ευρώ εφαρμόζεται αναλογικά. Στην περίπτωση Ομίλου ΠΕ, του οποίου η Τελική Μητρική Οντότητα βρίσκεται σε δικαιοδοσία η οποία έχει ως κατώφλι το ισοδύναμο των 750.000.000 ευρώ σε όρους τοπικού νομίσματος, όπως αυτό ίσχυε τον Ιανουάριο 2015 και εφόσον εξαιρείται της υποχρέωσης υποβολής Έκθεσης ανά Χώρα βάσει του ανωτέρω κατωφλίου στη δικαιοδοσία αυτή, δεν προκύπτει υποχρέωση υποβολής Έκθεσης ανά Χώρα από Συνιστώσα Οντότητα του Ομίλου που βρίσκεται σε άλλη δικαιοδοσία, μόνο εκ του λόγου της διακύμανσης στη νομισματική ισοτιμία.
2. Η υποβολή των Εκθέσεων ανά Χώρα γίνεται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής εφαρμογής Υποβολής των Εκθέσεων, που αναρτάται στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ. Προϋπόθεση για την υποβολή της Έκθεσης είναι η ηλεκτρονική έκδοση κωδικών εισόδου από το φυσικό πρόσωπο που ορίζεται ως Υπεύθυνος Εγγραφής της Αναφέρουσας Οντότητας. Η έκδοση των κωδικών εισόδου από τους Υπεύθυνους Εγγραφής ολοκληρώνεται μέχρι την 15η Δεκεμβρίου 2017 με την αποστολή σχετικού τυποποιημένου μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με συνημμένη επιστολή του Ομίλου ΠΕ. Τεχνικές οδηγίες και λεπτομέρειες για τον τρόπο εγγραφής και υποβολής των Εκθέσεων ανά Χώρα αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Α.Α.Δ.Ε..
3. Οι Συνιστώσες Οντότητες των Ομίλων ΠΕ υποβάλλουν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τις Γνωστοποιήσεις των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του Τμήματος ΙΙ του Παραρτήματος ΙΙΙ του Κεφαλαίου Η’ του Μέρους Πρώτου του ν. 4170/2013 και των παρ. 1 και 2 του άρθρου τέταρτου του Μέρους Δεύτερου του ν. 4490/2017, το αργότερο έως την τελευταία ημέρα του Φορολογικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του Ομίλου ΠΕ. Ειδικά για το πρώτο έτος εφαρμογής, η προθεσμία αυτή παρατείνεται έως την τελευταία ημέρα υποβολής των Εκθέσεων ανά Χώρα. Κατ’ εξαίρεση, η ως άνω παράταση (ήτοι μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2017) χορηγείται και για την υποβολή των Γνωστοποιήσεων, όσον αφορά στο Φορολογικό Έτος 2017.
Η υποβολή των ως άνω Γνωστοποιήσεων γίνεται προς το Τμήμα Δ’ της Διεύθυνσης Ελέγχων της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της ΑΑΔΕ, στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου [email protected], μέσω αποστολής ειδικής φόρμας, που αναρτάται στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ.
4. Κατά την ηλεκτρονική υποβολή των Εκθέσεων ανά Χώρα και των Γνωστοποιήσεων, η αναγραφή της επωνυμίας των Ομίλων ΠΕ αποτυπώνεται στο λατινικό αλφάβητο, εφαρμόζοντας τα διεθνή πρότυπα μεταγραφής και μεταγραμματισμού, “transliteration rules”, (π.χ. ISO 843). Στα πεδία όπου υπάρχει ελεύθερο κείμενο (π.χ. Πίνακας 3 του Τμήματος ΙΙΙ του Παραρτήματος ΙΙΙ του ν. 4170/2013), το κείμενο υποβάλλεται και στην αγγλική γλώσσα.
5. Ο όρος «Συνδεδεμένα Μέρη» της τρίτης στήλης του Πίνακα 1 της Έκθεσης ανά Χώρα ερμηνεύεται ως ο όρος «Συνιστώσες Οντότητες» του Πίνακα 2 της Έκθεσης ανά Χώρα.
Άρθρο 3
Ζητήματα εφαρμογής
Οι κατευθυντήριες γραμμές του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), για τις ενδοομιλικές συναλλαγές, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθορίζουν τις τεχνικές και επιχειρησιακές λεπτομέρειες του τρόπου συμπλήρωσης και ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα.
Ο ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 268/2017 Από τη χρήση 2012 και μετά η 20ετής παραγραφή περιπτώσεων φοροδιαφυγής του ΚΦΔ – Eφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – ΚΦΔ – (ν. 4174/2013), σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 72 του ίδιου νόμου
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Αριθμός γνωμοδοτήσεως 268/2017
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
(Α’ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)
Συνεδρίαση της 30ης Νοεμβρίου 2017
Σύνθεση:
Προεδρεύων: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Αντιπρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αρχαιότερος των Αντιπροέδρων, σε αναπλήρωση του απουσιάζοντος Προέδρου του ΝΣΚ, Μιχαήλ Απέσσου.
Μέλη: Ανδρέας Χαρλαύτης, 3ασιλική Δούσκα, Στέφανος Δέτσης, Αντιπρόεδροι Ν.Σ.Κ., Θεόδωρος Ψυχογυιός, Σπυρίδων Παπαγιαννόπουλος, Παναγιώτης Παναγιωτουνάκος, Ευγενία Βελώνη, Νίκη Μαριόλη, Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, Δημήτριος Χανής, Νικόλαος Δασκαλαντωνάκης, Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Κωνσταντίνος Κατσούλας, Κωνσταντίνος Κηπουρός, Αλέξανδρος Ροϊλός, Αδαμαντία Καπετανάκη, Αθηνά Αλεφάντη, Αγγελική Καστανά, Ελένη Πασαμιχάλη, Χριστίνα Διβάνη, Βασίλειος Καραγεώργος, Ευσταθία Τσαούση, Χρήστος Μητκίδης, Διονύσιος Χειμώνας, Βασιλική Παπαθεοδώρου και Νικόλαος Καραγιώργης, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Αριθμός ερωτήματος: Το υπ’αριθμ. πρωτ. ΔΕΛ Β 156663 ΕΞ 2017 ΕΜΠ/23-11- 2017 έγγραφο της ΑΑΔΕ/ΓΔΦΔ/Δνση Ελέγχων-Τμήμα Β’, που υπογράφεται από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ.
Ερώτημα: Ενόψει των Αποφάσεων 2934/2017 και 2935/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) – επταμελούς συνθέσεως – και συγκεκριμένα με βάση τις σκέψεις αυτών και ιδίως των παραγράφων 5, 6 και 11: (α) η Φορολογική Διοίκηση έχει δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – ΚΦΔ – (ν. 4174/2013), σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 72 του ίδιου νόμου, και, συνακολούθως, δυνατότητα έκδοσης των οικείων πράξεων προσδιορισμού φόρου και προστίμων σε εκκρεμείς υποθέσεις ελέγχου που αφορούν χρήσεις μέχρι 31/12/2013, και (β) σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα, σε ποιές χρήσεις προηγούμενες της χρήσης 2014 (που τέθηκε σε ισχύ ο ΚΦΔ) εκτείνεται το εν λόγω δικαίωμα;
Εισηγητής: Αλέξανδρος Γερ. Καραγιάννης, Αντιπρόεδρος ΝΣΚ.
Επί των ανωτέρω ερωτημάτων, τα οποία, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν, του πλήθους των υποθέσεων που αφορούν και του πολύ μεγάλου φορολογικού ενδιαφέροντος τους, εισήχθησαν απευθείας στην Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) για έκδοση γνωμοδοτήσεως, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α’ Τακτική Ολομέλεια) γνωμοδότησε ως ακολούθως:
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
1. Από το έγγραφο της ερωτώσης υπηρεσίας προκύπτει ότι τα εξεταζόμενα ερωτήματα υποβλήθηκαν με βάση το κατωτέρω στην οικεία θέση παρατιθέμενο νομοθετικό πλαίσιο και εξ αφορμής των γενομένων δεκτών με τις υπ’ αριθμ. 2934 και 2935/2017 – επταμελούς συνθέσεως – αποφάσεις του ΣτΕ, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 απόφαση της Ολομελείας ΣτΕ επί του ζητήματος της συνταγματικότητας ή μη και της εννοίας των διατάξεων νόμων, περί παρατάσεως και παρεκτάσεως των προθεσμιών παραγραφής του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου προς επιβολή φόρου κλπ. Ενόψει τούτου και προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις, καθώς και το υπ’ αριθμ. 2642/2017 πρακτικό γνωμοδοτήσεως της Ολομελείας ΝΣΚ, με το οποίο καθορίσθηκε η τηρητέα διοικητική πορεία στο πλαίσιο της νομολογιακής εφαρμογής της αποφάσεως της Ολομελείας του ΣτΕ, επισυνάπτονται στην παρούσα, ως ενιαίο και αναπόσπαστο περιεχόμενο της.
2. Όπως διαλαμβάνεται συνοπτικώς και στο έγγραφο της ερωτώσης υπηρεσίας, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26§2 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – ΚΦΔ – (ν.4174/2013, Α’ 170) εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΕΛ Β 1189202 ΕΞ 2016 (Β’ 4270/30.12.2016) απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ, η οποία συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΔΑΑΔΕ ΔΕΛ Α1057280 ΕΞ 2017 (Β” 1391/24.04.2017) και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. ΔΕΛ Β 1136035 ΕΞ 2017/15.09.2017 ( Β’3278) απόφαση του Διοικητή, μετά την έκδοση της μνημονευομένης στο προοίμιο της υπ’ αριθμ. 1738/2017 απόφασης του ΣτΕ. Με την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ. 1154/4.10.2017 εγκύκλιο του Διοικητή της ΑΑΔΕ δόθηκαν οδηγίες για την ομοιόμορφη εφαρμογή της τροποποιητικής αποφάσεώς του.
3. Στις παραγράφους 1 έως και 6 του άρθρου μόνου της ως άνω αποφάσεως ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα της προτεραιοποίησης των ελεγκτέων εντός του έτους 2017 υποθέσεων (αριθμός υποθέσεων, ελεγχόμενες χρήσεις, κριτήρια) και στην παράγραφο 7, που προστέθηκε με την προαναφερομένη τροποποιητική απόφαση, ορίζονται τα εξής:
«7. Από τις εκκρεμείς υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι Προϊστάμενοι των Ελεγκτικών Υπηρεσιών προτεραιοποιούν και προβαίνουν στην έκδοση πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρων και προστίμων, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 4174/2013, ως κάτωθι: (α) για ελεγχόμενες χρήσεις 2001 και μετά, με βάση τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθ. 84 του ν. 2238/1994 (μη υποβολή δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος), (β) για ελεγχόμενες χρήσεις 2006 και μετά, με βάση τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθ. 84 και της περ. α% της παρ. 2 του άρθ. 68 του ν. 2238/1994 (συμπληρωματικά στοιχεία), (γ) για ελεγχόμενες χρήσεις 2008 και μετά, με βάση τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθ. 36 του ν. 4174/2013 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθ. 72 του ίδιου νόμου (σε περίπτωση φοροδιαφυγής), (δ) για ελεγχόμενες χρήσεις 2011, 2012 και 2013, με βάση τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθ. 84 του ν. 2238/1994 και για φορολογικά έτη 2014 και επόμενα με βάση τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν.4174/2013 (πενταετής παραγραφή). Τα παραπάνω ισχύουν για τις φορολογίες εισοδήματος και Κ.Β.Σ., καθόσον για τις φορολογίες Φ.Π. Α., κεφαλαίου και τελών χαρτοσήμου ισχύουν διαφορετικοί χρόνοι παραγραφής. Ως εκκρεμείς υποθέσεις ελέγχου νοούνται οι προτεραιοποιημένες υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρων και προστίμων μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
4. Από το παρατιθέμενο στην προηγούμενη παράγραφο περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. ΔΕΛ Β 1136035 ΕΞ 2017/15.09.2017 (Β’3278) τροποποιητικής αποφάσεως του Διοικητή της ΑΑΔΕ, προκύπτει ότι η προτεραιοποίηση των ελεγχομένων υποθέσεων έγινε επί νέας βάσεως και συγκεκριμένα δεν περιελήφθησαν σε αυτές οι κατά την υπ’αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ και το υπ’ αριθμ. 2642/2017 πρακτικό γνωμοδοτήσεως της Ολομελείας του ΝΣΚ αναμφισβητήτως παραγραφείσες χρήσεις και τούτο σε συμμόρφωση προς την απόφαση του ΣτΕ ως νομολογιακού δεδομένου και ο έλεγχος εγκλωβίσθηκε στην μετ’ αυτόν έκδοση πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού.
5. Σημειωτέον ότι, με το υπ’ αριθμ. 2642/2017 πρακτικό γνωμοδοτήσεως της Ολομελείας του ΝΣΚ, του οποίου τα πορίσματα και προτάσεις (παράγραφοι 14 και 15 του πρακτικού) φαίνεται να ακολούθησε η περί προτεραιοποιήσεως απόφαση του Διοικητή, έγινε δεκτόν ότι η απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ δεν αντιμετώπισε το ζήτημα της ερμηνείας ή εφαρμογής ή και της συνταγματικότητας ή μη των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 84§4 και 68§2 του ν. 2238/1994 (προϊσχύοντος ΚΦΕ) αφενός και των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 36§3 και 72§11 του ν.4174/2013 – ΚΦΔ – (Α’ 170) αφετέρου και, επομένως, οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται από τη Φορολογική Διοίκηση μέχρις εκδόσεως” αποφάσεως του ΣτΕ επί του θέματος της συνταγματικότητας και της εννοίας αυτών (παράγραφοι 5 και 7 του πρακτικού).
6. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος – ΚΦΕ – (ν.2238/1994, Α’ 151), ο οποίος ισχύει για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται έως και 31-12-2013 [ο ΚΦΕ καταργήθηκε με το άρθρο 72§25 του θεσπισθέντος με το ν. 4172/2013 (Α’ 167) νέου ΚΦΕ], προβλέπει, στα άρθρα 61- 63, σχετικά με την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος και το περιεχόμενο αυτής, στα δε άρθρα 66 επ., για το φορολογικό έλεγχο των δηλώσεων.
Ειδικότερα, στο άρθρο 66 του ΚΦΕ ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής:
«1. Ο Προϊστάμενος της ελεγκτικής υπηρεσίας ελέγχει την ακρίβεια των επιδιδόμενων δηλώσεων και προβαίνει σε έρευνα για την εξακρίβωση των υπόχρεων που δεν έχουν υποβάλει δήλωση. Για το σκοπό αυτό δικαιούται: α. Να καλεί εγγράφως τον υπόχρεο, ανεξάρτητα αν έχει υποβάλει ή όχι φορολογική δήλωση, να δώσει μέσα σε τακτή και σύντομη προθεσμία, είτε αυτοπροσώπως είτε με εντολοδόχο που ορίζεται με δήλωση του προς την ελεγκτική υπηρεσία, τις αναγκαίες διευκρινίσεις και να προσκομίσει κάθε λογαριασμό και κάθε στοιχείο που είναι χρήσιμο για τον καθορισμό του εισοδήματος, β) Να ζητεί από κάθε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1Β του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α’), που έχει προστεθεί με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ 141 Α ), κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ιδιωτική επιχείρηση και γενικά από κάθε οργάνωση επαγγελματική, εμπορική, βιομηχανική, γεωργική κ.λ.π. οποιαδήποτε πληροφορία θεωρεί αναγκαία για τη διευκόλυνση του ελεγκτικού έργου του, οι οποίοι υποχρεούνται να την παρέχουν. Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, οποιασδήποτε μορφής γενικό ή ειδικό απόρρητο αίρεται με πράξη του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, μετά από αίτημα του οργάνου που διενεργεί τον έλεγχο και σύμφωνη γνώμη του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων, γ) Να καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο και να ζητεί από αυτό τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διευκόλυνση του ελεγκτικού έργου του και οι οποίες δίνονται εγγράφως, δ) Να ενεργεί, είτε ο ίδιος είτε ο οριζόμενος με έγγραφη εντολή του υπάλληλος της ελεγκτικής υπηρεσίας ή άλλος δημόσιος υπάλληλος ή άλλη αρχή, οποιαδήποτε επιτόπια εξέταση που θα κρίνει αναγκαία και ειδικά, προκειμένου για υπόχρεους που υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και σύμφωνα με αυτές, ε) Να ενεργεί, είτε ο ίδιος είτε ο οριζόμενος με έγγραφη εντολή του υπάλληλος της ελεγκτικής υπηρεσίας, ελεγκτικές επαληθεύσεις στα βιβλία και στοιχεία επιτηδευματία αρμοδιότητας άλλου προϊσταμένου Δ. Ο. Υ., που έχει την έδρα του στην ίδια πόλη ή στον ίδιο νομό, για να διαπιστώνει την ακρίβεια των δεδομένων των στοιχείων και βιβλίων επιτηδευματία ο οποίος υπάγεται στη δική του ελεγκτική αρμοδιότητα, καλώντας τον επιτηδευματία να προσκομίσει τα ζητούμενα βιβλία και στοιχεία στα γραφεία της ελεγκτικής υπηρεσίας.
Ο έλεγχος του άλλου επιτηδευματία περιορίζεται στη διαδικασία διασταύρωσης στοιχείων που φέρεται ως εκδότης ή λήπτης αυτών, με τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων του. Στον έλεγχο αυτό δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 36 του Π.Δ.186/1992 (ΦΕΚ 84 Α’)….»1.
7. Εξάλλου, ο ίδιος Κώδικας στο άρθρο 68(§§1 και 2) αυτού ορίζει τα εξής: «1. Με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει φύλλα ελέγχου προσδιορισμού του φόρου, τόσο γι’ αυτούς που έχουν επιδώσει δηλώσεις, όσο και γι’ αυτούς που παρέλειψαν να επιδώσουν δήλωση….2. Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό, δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν: α) από συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν [με οποιονδήποτε τρόπο] σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου2, β) η δήλωση που υποβλήθηκε ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή, γ) Στις πιο πάνω περιπτώσεις το νέο φύλλο ελέγχου εκδίδεται για το άθροισμα του εισοδήματος που προκύπτει από το προηγούμενο φύλλο ελέγχου, καθώς και αυτού που εξακριβώθηκε με βάση τα πιο πάνω στοιχεία ».
8. Περαιτέρω, στο άρθρο 84 του ΚΦΕ ορίζονται τα εξής: «1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου […] δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας. 2. … 3. … 4. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής και την επιβολή φόρων, πρόσθετων φόρων, για φορολογικές παραβάσεις, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας, εφόσον η μη ενάσκησή του, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται: α)… β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68, ανεξάρτητα από το εάν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί ή όχι, αρχικό φύλλο ελέγχου3. Όταν τα συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας το τελευταίο έτος της παραγραφής, ο χρόνος αυτής παρατείνεται για ένα ακόμη ημερολογιακό έτος. 5. Αν δεν υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήματος ή δήλωση απόδοσης παρακρατουμένων φόρων […] το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου […] παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαπέντε (15) ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης […]».
9. Με τις διατάξεις του άρθρου 23 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – ΚΦΔ – [ν. 4174/2013 (Α’ 170)], θεσπίσθηκε η εξουσία της Φορολογικής Διοίκησης να προβαίνει, σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις μεθόδους και τεχνικές ελέγχου που προβλέπονται στα άρθρα 24, 25 και 27 αυτού, σε διαπίστωση της εκπλήρωσης ή μη των φορολογικών υποχρεώσεων εκ μέρους των φορολογουμένων και σε έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται σε αυτήν. Ο έλεγχος αποσκοπεί στο προσδιορισμό του ύψους του ποσού που πρέπει να καταβληθεί από το φορολογούμενο (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, πρόστιμα, τέλη εισφορές κ.λ.π.).
10. Περαιτέρω, στα άρθρα 26, 28, 30, 34, 36 και 72(§§1 και 11) του ΚΦΔ, όπως ισχύουν, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 26 (Επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο)
«1. Οι υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα, επιλέγονται με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, εξαιρετικά, με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και δεν δημοσιοποιούνται. 2.α. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται έως το τέλος κάθε έτους και δύναται να τροποποιηθεί οποτεδήποτε, καθορίζεται ο αριθμός των μερικών ή και πλήρων ελέγχων που θα διενεργούνται εντός του επόμενου έτους κατά προτεραιότητα, με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με βάση άλλα κριτήρια, σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ελεγκτών κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης και του αριθμού των διενεργηθέντων ελέγχων κατά τους προηγούμενους δώδεκα μήνες από τον μήνα έκδοσης της απόφαση. Στην απόφαση ορίζεται, επίσης, το ποσοστό των πλήρων και μερικών ελέγχων για φορολογικά έτη, χρήσεις, υποθέσεις, περιόδους ή υποχρεώσεις που αφορούν στην τελευταία πενταετία, συμπεριλαμβανομένου και του έτους έκδοσης της απόφασης, το οποίο δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού 70% του συνόλου πλήρων και μερικών ελέγχων, αντίστοιχα, των κατά προτεραιότητα ελεγχόμενων υποθέσεων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα. Ειδικά, για το έτος 2016 το ανωτέρω ποσοστό ορίζεται σε 50% και για το έτος 2017 σε 60%. β. Για ελέγχους που διενεργούνται από 1.1.2018, ποσοστό τουλάχιστον 75% των ελέγχων που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’ της παρούσας παραγράφου αφορούν κατ’ αρχήν σε ελέγχους της τελευταίας τριετίας για τις οποίες έχει λήξει η προθεσμία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Οι έλεγχοι του προηγούμενου εδαφίου μπορούν να επεκτείνονται στα δύο προηγούμενα, πέραν της τελευταίας τριετίας, φορολογικά έτη ή χρήσεις, με βάση κριτήρια κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο»4
Άρθρο 28 (Αποτελέσματα φορολογικού ελέγχου)
«1. Η Φορολογική Διοίκηση κοινοποιεί εγγράφως στο φορολογούμενο σημείωμα διαπιστώσεων με τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου και τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου ο οποίος πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένος. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητά να λαμβάνει αντίγραφα των εγγράφων στα οποία βασίζεται ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου. Ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει εγγράφως τις απόψεις του σχετικά με τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της έγγραφης γνωστοποίησης.
2. Η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, εντός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής των απόψεων του φορολογούμενου ή, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει τις απόψεις του, την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1. Η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου εκδίδεται με βάση έκθεση ελέγχου την οποία συντάσσει η Φορολογική Διοίκηση. Η έκθεση ελέγχου περιλαμβάνει εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα τα γεγονότα, τα στοιχεία και τις διατάξεις τις οποίες έλαβε υπόψη της η Φορολογική Διοίκηση για τον προσδιορισμό του φόρου. Η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου μαζί με την έκθεση ελέγχου κοινοποιούνται στον φορολογούμενο.
3. Οι διαδικασίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα»
Άρθρο 30 (Προσδιορισμός φόρου)
«1. Πράξη προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη, με την οποία καθορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής ή απαίτησης του φορολογουμένου για μια ή περισσότερες φορολογικές περιόδους ή για ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή για μια ή περισσότερες φορολογικές υποθέσεις. Με την πράξη προσδιορισμού φόρου συνιστάται και βεβαιώνεται η φορολογική οφειλή ή απαίτηση του φορολογούμενου. Η πράξη αυτή καταχωρίζεται ως εισπρακτέο ή επιστρεπτέο ποσό στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης…..
2. Η Φορολογική Διοίκηση είναι αρμόδια να εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις προσδιορισμού φόρου: α) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, β) πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, γ) πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και δ) πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου»5.
Άρθρο 34 (Διορθωτικός προσδιορισμός φόρου)
«Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβεί, μετά από έλεγχο, σε έκδοση πράξης διόρθωσης οποιουδήποτε προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή προληπτικού προσδιορισμού φόρου, εφόσον από τον έλεγχο διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι ο προηγούμενος προσδιορισμός φόρου που εκδίδεται κατόπιν πλήρους φορολογικού ελέγχου, ήταν ανακριβής ή εσφαλμένος. Ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου υπόκειται σε μεταγενέστερη διόρθωση, μόνο εάν προκύψουν νέα στοιχεία, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 25 του Κώδικα6. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητά την έκδοση πράξης διόρθωσης διοικητικού προσδιορισμού φόρου, σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης σχετικά με την οποία έχει εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου. Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να εκδώσει πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μόνο εφόσον κάνει αποδεκτή την τροποποιητική δήλωση. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβεί σε έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και στην περίπτωση κατά την οποία δεν υποβλήθηκε δήλωση από τον φορολογούμενο και δεν έχει εκδοθεί πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου»7.
Άρθρο 36 (Παραγραφή) «1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Στις περιπτώσεις που για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η έκδοση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της τελευταίας δήλωσης.
2. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις:
α) εάν ο φορολογούμενος υποβάλει αρχική ή τροποποιητική δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της πενταετίας,
β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί για τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών προσαυξημένο κατά ένα έτος από την παραλαβή τους από τη Φορολογική Διοίκηση,
γ) εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά.
3. Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.. .4….»8.
Άρθρο 72(§§1 και 11): «1. Μετά την 1.1.2014, για υποθέσεις προσωρινού ή οριστικού φορολογικού ελέγχου, που αφορά χρήσεις, περιόδους, φορολογικές υποθέσεις ή υποχρεώσεις πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου. Για όσα αφορούν τα σχετικά με την έκδοση της πράξης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα. […]. 11. Διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών, προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. Κατ’ εξαίρεση, οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 36 εφαρμόζονται και για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, η οποία διαπράχθηκε πριν την εφαρμογή του Κώδικα, εάν, κατά τη θέση αυτού σε ισχύ, το δικαίωμα του Δημοσίου δεν έχει παραγραφεί. …»9. Σύμφωνα με την περίπτωση 24 της αυτής υποπαραγράφου Δ. 2: «Οι διατάξεις των περιπτώσεων της παρούσας υποπαραγράφου, εφαρμόζονται και ισχύουν από την 1.1.2014, εκτός εάν διαφορετικά ορίζεται σε αυτές».
Ερμηνεία των διατάξεων
Α. Γενικώς επί του θέματος των παρατάσεων της παραγραφής (αρχικής ή παραταθείσης)
11. Στις σκέψεις 5, 6 και 10 της υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 αποφάσεως του ΣτΕ, οι οποίες μεταφέρονται αυτολεξεί και στη σκέψη 6 των υπ’ αριθμ. ΣτΕ 2934 και ΣτΕ 2935/2017 αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου, έγιναν δεκτά τα εξής: (α) Σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2§1 και 25§1 εδάφιο πρώτο του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, για την επιβολή φόρων, τελών εισφορών και σχετικών κυρώσεων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία παραγραφής, να ορίζεται στο νόμο εκ των προτέρων, τόσο η διάρκειά της, η οποία πρέπει να είναι εύλογη10, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, όσο και ο συγκεκριμένος χρόνος λήξεώς της, μετά την οποία να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή σε βάρος του διοικουμένου φόρου, τέλους εισφοράς ή άλλης κυρώσεως και να μην αναστέλλεται ή παρατείνεται με ενέργειες δημοσίας αρχής, όπως είναι η έκδοση ή/και κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή από το ύψος του ποσού, στο οποίο η διοίκηση θα προσδιορίσει τις υποχρεώσεις του φορολογουμένου, που έχουν ως συνέπεια τη διαφοροποίηση του χρόνου της παραγραφής ανά φορολογούμενο, αναλόγως αν για κάποΐυν έχει εκδοθεί ή όχι εντολή ελέγχου (σκέψη 10).
(β) Εκδήλωση της απορρέουσας από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της ασφάλειας δικαίου ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο αποτελούν οι θεσπιζόμενες με το άρθρο 78 του Συντάγματος ρυθμίσεις. Ειδικότερα, στο άρθρο αυτό ορίζονται τα εξής:
«1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος.
2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που επεκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε».
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πρόβλεψη στο νόμο ότι με την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος παραγράφεται η αξίωση του Δημοσίου για τη βεβαίωση και επιβολή συγκεκριμένου φόρου συνιστά ουσιαστικό στοιχείο της οικείας φορολογικής ενοχής κατά την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 78 (ΟλΣτΕ 3174/2014). Ως ουσιαστικό δε στοιχείο της φορολογικής ενοχής η διάρκεια της παραγραφής πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων, ενώ μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το έτος, που έπεται εκείνου, στο οποίο ανάγεται η φορολογική υποχρέωση. Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, οι οποίες ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου και στις εξειδικεύουσες αυτήν ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, για τον λόγο ότι θα τροποποιούσε κατά τον τρόπο αυτό αναδρομικά εις βάρος των φορολογουμένων το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές τους υποχρεώσεις όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων.
Εξάλλου, ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος) και προς αποφυγή ενθαρρύνσεως ενδεχόμενης απραξίας της φορολογικής διοικήσεως, η παραγραφή πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια, ενόψει, μάλιστα, του ότι πλέον διευκολύνεται η διαδικασία ελέγχου τόσο λόγω των συγχρόνων ηλεκτρονικών και άλλων μεθόδων ελέγχου όσο και λόγω του γεγονότος ότι πολλά δεδομένα που αφορούν την πάσης φύσεως οικονομική δραστηριότητα των φορολογουμένων (όπως εισόδημα π.χ. από μισθωτές υπηρεσίες, τόκους καταθέσεων κ.λπ.) εισάγονται στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος χωρίς να απαιτείται καμία ενέργεια εκ μέρους των φορολογουμένων και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται ο καθορισμός μακρού χρόνου παραγραφής πέραν των χρονικών ορίων που όριζαν προϊσχύσασες διατάξεις σε χρόνο, κατά τον οποίο η φορολογική διοίκηση δεν διέθετε τα μέσα αυτά.
12. Με βάση τα γενόμενα δεκτά στις σκέψεις 5, 6, και 10 της υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 αποφάσεως και στις σκέψεις 6 και 7 των υπ’ αριθμ. 2934 και 2935/2017 αποφάσεων του ΣτΕ, οι διατάξεις, περί παρατάσεων της παραγραφής (αρχικής ή παραταθείσης), των άρθρων 11 ν. 3513/2006 (Α’ 265), 29 ν. 3697/2008 (Α’ 194), 10 ν. 3790/2009 (Α’ 143), 82 ν. 3842/2010 (Α’ 58), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 92§3 περ. β’ ν. 3862/2010 (Α’ 113), 12§7 του ν. 3888/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4§7 του ν. 3899/2010, 18§2 του ν. 4002/2011 και του άρθρου δεύτερου, παρ. 1 του ν. 4098/2012, αντίκεινται στις εξειδικεύουσες την (απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου) αρχή της ασφάλειας δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, διότι παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγομένων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσιεύσεως των σχετικών νόμων ετών.
Β. Επί των διατάξεων των άρθρων 68§2 και 84§4 του ν. 2238/1994 (προϊσχύων Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος – ΚΦΕ)
13. Με τις υπ’ αριθμ. ΣτΕ 2934/2017 και 2935/2017 αποφάσεις του ΣτΕ (σκέψη 12 αυτών) έγιναν δεκτά τα εξής: Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 (περιπτ. β’) του άρθρου 84 του ΚΦΕ, οι οποίες, ενόψει και της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 72 παρ. 11 εδαφ. α’ του ΚΦΔ, εφαρμόζονται για τις χρήσεις έως και 31-12-2013, το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος καθώς και πρόσθετου φόρου, λόγω ανακρίβειας της οικείας δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος, με έκδοση πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, κατόπιν διενέργειας ελέγχου, παραγράφεται, κατ’ αρχήν, με την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δηλώσεως (η εν λόγω προθεσμία καθορίζεται στο άρθρο 62 του ΚΦΕ), αλλά, κατά παρέκκλιση του κανόνα αυτού, η παραγραφή καθίσταται δεκαετής, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση στην οποία η διαπίστωση της ανακρίβειας της δηλώσεως και η επιβολή του διαφυγόντος φόρου και της χρηματικής κυρώσεως στηρίζονται σε στοιχεία («συμπληρωματικά»), τα οποία περιήλθαν στην αρμόδια για τον καταλογισμό φορολογική αρχή μετά την ως άνω πενταετία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13§6 του ν. 3522/2006, που τροποποίησε το άρθρο 84 παρ. 4 του ΚΦΕ, τούτο ισχύει ακόμα κι αν δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός πενταετίας από το τέλος του προαναφερόμενου έτους, ήτοι, κατ’ ουσίαν, ανεξάρτητα από το εάν είχε διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος ή όχι, μέσα στην πενταετία αυτή. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 (περιπτ. β’) του άρθρου 84 του ΚΦΕ, ερμηνευομένων σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας των νομοθετικών διατάξεων περί παραγραφής, (α) ο φορολογικός έλεγχος (και ο βάσει αυτού καταλογισμός φόρου και πρόσθετου φόρου, λόγω ανακρίβειας της δηλώσεως) πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος, (β) κατά παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα της παραγράφου 1, χωρεί, σύμφωνα με την στενώς ερμηνευτέα διάταξη της περιπτώσεως β’ της παραγράφου 4 (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. α’), έλεγχος (ακόμα και αρχικός) και έκδοση, βάσει αυτού, πράξεως καταλογισμού φόρου και πρόσθετου φόρου, εντός δεκαετίας από το τέλος προαναφερόμενου έτους, εάν περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής Διοίκησης «συμπληρωματικά στοιχεία», δηλαδή στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος (πρβλ. ΣτΕ 1303/1999, ΣτΕ 2632/1996), τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την ανωτέρω πενταετία (ΣτΕ 2426/2002). Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 84 πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν (πρβλ ΣτΕ ΣτΕ 3296/2008, ΣτΕ 2703/1997, ΣτΕ 2473/1996) είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια (πρβλ ΣτΕ 2426/2002, ΣτΕ 2700/1965), ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο. Υπό εναντία εκδοχή, ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε κατ’ ουσίαν πεδίο εφαρμογής και η εμφανιζομένη ως παρέκκλιση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας, ο οποίος, ορίζοντας τόσο μακρύ χρόνο παραγραφής (δεκαετία), διπλάσιο του κατ’ αρχήν προβλεπομένου (και, δη, ανεξαρτήτως των συνθηκών τελέσεως ή/και της βαρύτητας, από απόψεως ποσού, της αποδιδομένης φοροδιαφυγής), εμφανίζει σοβαρά μειονεκτήματα, τόσο για τους φορολογουμένους όσο και για το Δημόσιο (όσον αφορά τη φερεγγυότητα των φορολογικών ελέγχων, τη δυνατότητα προσήκουσας άμυνας των διοικουμένων, τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων τους, προς όφελος και της εθνικής οικονομίας, καθώς και την εισπραξιμότητα των καταλογιζόμενων ποσών), θα έβαινε εμφανώς πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο και εύλογο για τον εντοπισμό και την καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού) από μια σύγχρονη, καλά οργανωμένη και επιμελή φορολογική Διοίκηση, λαμβανομένου υπόψη ότι ο λόγος της ανωτέρω επιμήκυνσης της προθεσμίας παραγραφής θα συνίστατο στην όψιμη (μετά την πάροδο της πενταετίας) συλλογή και εκτίμηση από τη φορολογική αρχή στοιχείων και πληροφοριών περί της ακρίβειας των φορολογικών δηλώσεων.11
14. Υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά, δεν τέθηκε ζήτημα συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 68§2 και 84§4 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) και, επομένως, οι εν λόγω διατάξεις είναι εφαρμοστέες όπως ερμηνεύθηκαν από τις επίμαχες αποφάσεις του ΣτΕ.
Επί των διατάξεων των άρθρων 36§3 και 72§11 του ν. 4174/2017 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας – ΚΦΔ)
15. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 36 του ΚΦΔ ορίσθηκε ότι, κατ’ εξαίρεση από τον κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου κανόνα της πενταετούς παραγραφής, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής12 μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δηλώσεως. Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72§11 εδάφιο πρώτο του ΚΦΔ, διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών, προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του ΚΦΔ, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. Επομένως, για τις χρήσεις που ανάγονται σε χρόνο πριν την 1-1-2014 εφαρμοστέες είναι οι περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 68§2 και 84§4 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), όπως ερμηνεύθηκαν από το ΣτΕ, κατά τα ανωτέρω στην οικεία θέση εκτεθέντα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας μεταβατικής διατάξεως, προβλέπεται ότι, κατ’ εξαίρεση, οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 36 του ΚΦΔ, περί εικοσαετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρου κλπ σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής, εφαρμόζονται και για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, η οποία διαπράχθηκε πριν την εφαρμογή του Κώδικα, εάν, κατά τη θέση αυτού σε ισχύ, το δικαίωμα του Δημοσίου δεν έχει παραγραφεί.
16. Τόσο η υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 απόφαση της Ολομελείας όσο και οι υπ’ αριθμ. ΣτΕ 2934/2017 και 2935/2017 αποφάσεις της επταμελούς συνθέσεως του ΣτΕ δεν αντιμετώπισαν, (προφανώς ως μη αναγκαίο με βάση το πραγματικό των υποθέσεων των οποίων επελήφθησαν), το ζήτημα της συνταγματικότητας των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 36§3 και 72§11 εδάφιο δεύτερο του ΚΦΔ, για την εικοσαετή παραγραφή σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής που διαπράχθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ ή και πριν από την έναρξη ισχύος του, υπό την προϋπόθεση ότι, στη δεύτερη περίπτωση, το δικαίωμα του Δημοσίου δεν είχε παραγραφεί μέχρι τότε. Οι διατάξεις αυτές παρατίθενται στη σκέψη 9 της υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 αποφάσεως της Ολομελείας και στη σκέψη 5 των υπ’ αριθμ. ΣτΕ 2934/2017 και ΣτΕ 2935/2017 αποφάσεων της επταμελούς συνθέσεως του ΣτΕ.
17. Είναι προφανές ότι ανακύπτει ζήτημα εάν η προβλεπόμενη στον ΚΦΔ εικοσαετής παραγραφή, σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής, συνάδει προς το συνταγματικό κανόνα περί εύλογης διάρκειας της οριζόμενης στο νόμο προθεσμίας παραγραφής. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας, ο χρόνος παραγραφής επιτρεπτώς εξ απόψεως των συνταγματικών διατάξεων διαφοροποιείται από το νομοθέτη, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής, δηλαδή ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβάσεως, οριζομένης μεγαλυτέρας (εικοσαετούς) παραγραφής, έναντι του κανόνα της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 36§1 του ίδιου Κώδικα και της πενταετούς ή και δεκαετούς παραγραφής των διατάξεων των άρθρων 84§4 και 68§2 του ν. 2238/1994 (προϊσχύοντος ΚΦΕ), πράγμα που ισχύει ήδη στο ποινικό δίκαιο. Αν και η κρίση των αποφάσεων του ΣτΕ, ότι η διάρκεια της παραγραφής πρέπει να είναι εύλογη και συνάδουσα με την αρχή της αναλογικότητας και ότι η λήξη της παραγραφής δεν μπορεί να συναρτάται με το ύψος του ποσού, στο οποίο η διοίκηση θα προσδιορίσει τις φορολογικές υποχρεώσεις του διοικουμένου και από το οποίο εξαρτάται η πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων φοροδιαφυγής, δεν φαίνεται να παρέχει έδαφος εφαρμογής των πραγματευομένων στην παρούσα παράγραφο διατάξεων, ως αντικειμένων στις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, εφόσον το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη ή/και της ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 36§3 και 72§11 του ΚΦΔ, προφανώς ως προς το εύλογο ή μη της διαρκείας της προβλεπομένης σε αυτές προθεσμίας παραγραφής, δεν έχει αντιμετωπισθεί ευθέως από το ΣτΕ, η Φορολογική Διοίκηση πρέπει να τις εφαρμόζει μέχρις εκδόσεως σχετικής αποφάσεως, πράττουσα στη συνέχεια αναλόγως προς τα γενόμενα δεκτά με την εκδοθησομένη απόφαση.
18. Περαιτέρω, όμως, τουλάχιστον καθόσον αφορά την εν προκειμένω ενδιαφέρουσα στο πλαίσιο του ερωτήματος παρέκταση (επιμήκυνση) του χρόνου της παραγραφής σε εικοσαετή σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής που διαπράχθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα του Δημοσίου δεν είχε παραγραφεί μέχρι τότε, η θεσπίζουσα την παρέκταση του χρόνου της παραγραφής σε εικοσαετή διάταξη του άρθρου 72§11 εδάφιο δεύτερο του ΚΦΔ αντίκειται, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με τις υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 (σκέψη 6), ΣτΕ 2934/2017, 2935/2017 (σκέψη 6 αυτών) αποφάσε;ς του ΣτΕ, στις διατάξεις του άρθρου 78(§§1-2) του Συντάγματος κατά το μέρος που παρεκτείνει τον χρόνο παραγραφής φορολογικών αξιώσεων αναγομένων σε χρήσεις προγενέστερες του προηγουμένου της δημοσιεύσεως των διατάξεων του ΚΦΔ (ν. 4174/2013 ), ήτοι σε χρήσεις προγενέστερες του έτους 2012. Τούτο, δε, διότι, εκτός της ρητής διατυπώσεως του άρθρου 78§2 του Συντάγματος, με τη δημοσίευση του νόμου, ανεξαρτήτως της ενάρξεως ισχύος των διατάξεων του ΚΦΔ που περιλαμβάνονται σε αυτόν (νόμο), δεν τίθεται ζήτημα ασφαλείας δικαίου και αδυναμίας προβλέψεως του χρόνου λήξεως της παρεκτεινομένης παραγραφής, σκοπό στον οποίο απέβλεψαν οι διατάξεις του άρθρου 78(§§1-2) του Συντάγματος.
19. Μειοψήφησαν οι Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους, Θεόδωρος Ψυχογυιός, Ευγενία Βελώνη και Βασίλειος Καραγιώργος (ψήφοι τρείς), ο οποίοι διατύπωσαν την γνώμη ότι η θεσπίζουσα την παρέκταση του χρόνου της παραγραφής διάταξη άρθρου 72§11 εδάφιο δεύτερο του ΚΦΔ αντίκειται, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με τις υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017 (σκέψη 6), ΣτΕ 2934/2017, 2935/2017 (σκέψη 6 αυτών) αποφάσεις του ΣτΕ, στις διατάξεις του άρθρου 78(§§1-2) του Συντάγματος κατά το μέρος που παρεκτείνει τον χρόνο παραγραφής φορολογικών αξιώσεων αναγομένων σε χρήσεις προγενέστερες του προηγουμένου της ενάρξεως ισχύος των διατάξεων του ΚΦΔ (ν. 4174/2013), ήτοι σε χρήσεις προγενέστερες του έτους 2013. Τούτο, δε, διότι με την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ τροποποιείται αναδρομικώς το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι υποχρεώσεις του φορολογουμένου14.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
20. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, επί των τεθέντων ερωτημάτων, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α’ Τακτική Ολομέλεια), γνωμοδοτεί, κατά πλειοψηφία, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς αναπτυσσόμενα στην παρούσα και εν συμπεράσματι ως εξής:
Ενόψει των γενομένων δεκτών με τις υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1738/2017, ΣτΕ 2934/2017 και 2935/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) επί της ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 78(§§1-2) του ισχύοντος Συντάγματος, η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – ΚΦΔ – (ν. 4174/2013), σε συνδυασμό με τη διάταξη της παραγράφου 11, εδάφιο δεύτερο, του άρθρου 72 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες παρεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής σε εικοσαετή σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής που διαπράχθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα του Δημοσίου δεν είχε παραγραφεί μέχρι τότε, είναι εφαρμοστέες από τη Φορολογική Διοίκηση, υφισταμένης δυνατότητας εκδόσεως πράξεων προσδιορισμού φόρου και προστίμων σε εκκρεμείς υποθέσεις ελέγχου που αφορούν στις χρήσεις των ετών 2012 και 2013 και όχι σε προγενέστερες του έτους 2012.
ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ
Αθήνα, 30η Νοεμβρίου 2017
Ο Προεδρεύων της Ολομελείας και εισηγητής
Αλέξανδρος Γερ. Καραγιάννης
Αντιπρόεδρος ΝΣΚ
_______________________________
1 Η διατάξεις της παραγράφου 1 τέθηκαν όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του νόμου 3943/2011 (Α’ 66) και, κατ’ άρθρο 52§2 αυτού, ισχύει από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι την 31-3-2011. Ταυτοσήμου, κατά βάση, περιεχομένου είναι και οι πριν από την αντικατάσταση διαχρονικώς ισχύσασες διατάξεις.
2 Η ρύθμιση της περίπτωσης α’ επαναλήφθηκε, με την απάλειψη της φράσεως «με οποιονδήποτε τρόπο», με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του ν. 3522/2006 (Α” 276/22-12-2006), η οποία αντικατέστησε την εν λόγω διάταξη και ισχύει, σύμφωνα με την περ. ζ’ του άρθρου 39 του ίδιου νόμου, για τα φύλλα ελέγχου που εκδίδονται από τη δημοσίευσή του ν. 3522/2006 και μετά.
3 Η περίπτωση β’ της παραγράφου 4 του άρθρου 84 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13§6 του ν. 3522/2006 (Α’ 276) και σύμφωνα με το άρθρο 39 περ. ιγ’ του ίδιου νόμου άρχισε να ισχύει από τη α δημοσίευση του νόμου στην ΕτΚ (22-12-2006). Η αντικατασταθείσα περίπτωση είχε ως εξής: «Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68».
4 Η παράγραφος 2 τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 77 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α’ 74/19-05-2017) και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 19-05-2017, σύμφωνα με το άρθρο 164 του ιδίου νόμου.
5 Το άρθρο 30 τέθηκε όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 46§1 του ν. 4223/2012 (Α’ 287) και το άρθρο 40§12 του ν. 4410/2016 (Α’ 141/03-08-2016).
6 Στο άρθρο 25§5 του ΚΦΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 40§11ββ του ν. 4410/2016 (Α’ 141/3-8-2016) ορίζονται τα εξής: «5. Η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα επανελέγχου φορολογικής περιόδου ή υπόθεσης για την οποία έχει ήδη διενεργηθεί πλήρης έλεγχος, μόνον εάν προκύψουν νέα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου. Ως «νέο στοιχείο» νοείται κάθε σττ—•’- το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι γνωστό στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον αρχικό φορολογικό έλεγχο».
7 Το άρθρο 34 τέθηκε όπως ισχύει μετά τις προσθήκες και τροποποιήσεις που επήλθαν με το άρθρο 46§4 του ν. 4223/2013 (Α’ 287).
8 Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 2§4 του ν. 4281/2014 (Α’ 160). Η παράγραφος 2 τέθηκε όπως ισχύει όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46§6 του ν. 4223/2013(Α’ 287). Η παράγραφος 3 τέθηκε όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46§7 του ν. 4223/2013 (Α’ 287).
9 Πρώην άρθρο 66, αναριθμηθέν σε άρθρο 72 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (Α’ 129), όπως η παράγραφος 11 προστέθηκε με το άρθρο 50§1 του ν. 4223/2013 και συμπληρώθηκε με την περίπτωση 18β της υποπαραγράφου Δ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α” 85/7.4.2014)].
10 Με τη σκέψη 10 της αποφάσεως της Ολομελείας του ΣτΕ εύλογης διάρκειας κρίθηκε η παραγραφή j που τίθεται ως κανόνας στο άρθρο 84§1 του ν. 2238/1994 (προϊσχύων Κώδικας Φρορολογίας Εισοδήματος – ΚΦΕ).
11 Με βάση τα προεκτεθέντα, έγινε δεκτόν ότι, εφόσον μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, ο οποίος, πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 84 παρ. 1 πενταετίας, είναι και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή, έπεται ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν (ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της (κατ’ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β’, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α’ του ΚΦΕ. Και τούτο διότι, αν θεωρηθεί ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή μπορούν να αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε κατ’ ουσίαν πεδίο εφαρμογής και η εμφανιζόμενη ως παρέκκλιση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας, δεδομένου ότι, αν όχι το σύνολο των φορολογουμένων, εν πάση περιπτώσει, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών, τηρούσε ήδη από πολλών ετών και εξακολουθεί να τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς τους οποίους, άλλωστε, δεν είναι πλέον δυνατή η πραγματοποίηση μεγάλου πλήθους συναλλαγών (ΣτΕ 2934/2017, ΣτΕ 2935/2017).
12 Τα ποινικά αδικήματα της φοροδιαφυγής προσδιορίζονται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ και σχετίζονται με: (α) Τη φοροδιαφυγή στη Φορολογία Εισοδήματος, Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) ή Ειδικού Φόρου Ακινήτων (Ε.Φ.Α.) – άρθρο 66§1 περ. α’), (β) Με την αποφυγή πληρωμής του ΦΠΑ, του Φόρου Κύκλου Εργασιών, του Φόρου Ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 66§1 περ. β’), (γ) Με την αποφυγή πληρωμής του φόρου πλοίων (άρθρο 66§1 περ. γ’), (δ) Με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή ή τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 66§5). Στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 66 προβλέπονται οι ποινές ανάλογα με την κατηγορία του εγκλήματος φοροδιαφυγής (φυλάκιση ή κάθειρξη), συναρτώμενες με το είδος και το ποσό του φόρου (άνω των 50.000 ή 100.000 ή 150.000 ευρώ) που οφείλεται ή απεκρύβη ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατήθηκε και το φορολογικό ή διαχειριστικό έτος. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 66 προβλέπονται οι ποινές (φυλάκιση ή κάθειρξη, ανάλογα με το ποσό της συναλλαγής ή την αξία φορολογικού στοιχείου), δηλαδή ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος, για την έκδοση πλαστών ή εικονικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών ή τη νόθευσή τους και εξειδικεύονται οι έννοιες του πλαστού και εικονικού κλπ. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων φοροδιαφυγής συναρτάται προς ελάχιστα όρια φόρου, προστίμων, εισφορών, αξίας τιμολογίων και συναλλαγών κλπ.
13 Ο ν. 4174/2013 δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ στις 26-7-2013 και, σύμφωνα με το άρθρο 82 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του, με εξαίρεση τα οριζόμενα στο άρθρο 67 ή αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις αυτού, το οποίο, με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (Α’ 129), αναριθμήθηκε σε [ άρθρο 73 και ορίζει ότι ο ΚΦΔ, ήτοι τα άρθρα 1 έως και 72 του ν. 4174/2013, τίθενται σε ισχύ από 1-1- 2014, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις κατ’ ιδίαν διατάξεις του.
ΠΟΛ.1191/2017 Κοινοποίηση της αριθ. 265/2017 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. (Τμήμα Β’) σχετικά με την έννοια της ανακρίβειας της δήλωσης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για την εφαρμογή και την έκταση εφαρμογής της περί δεκαετούς παραγραφής διατάξεως του άρθρου 84§ 4 του ίδιου νόμου
Θέμα: «Κοινοποίηση της αριθ. ΝΣΚ 265/2017 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. (Τμήμα Β’) σχετικά με την έννοια της ανακρίβειας της δήλωσης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για την εφαρμογή και την έκταση εφαρμογής της περί δεκαετούς παραγραφής διατάξεως του άρθρου 84§ 4 του ίδιου νόμου».
Σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας κοινοποιούμε προς ενημέρωσή σας, φωτοαντίγραφο της αριθ. 265//2017 γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Τμήμα Β’) η οποία έγινε αποδεκτή από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων .
Με την εν λόγω γνωμοδότηση και όσον αφορά το παραπάνω θέμα έγιναν δεκτά τα εξής:
1. Κατά την έννοια των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 (περιπτ. β’) του άρθρου 84 του ΚΦΕ, ερμηνευομένων σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας των νομοθετικών διατάξεων περί παραγραφής, (α) ο φορολογικός έλεγχος (και ο βάσει αυτού καταλογισμός φόρου και πρόσθετου φόρου, λόγω ανακρίβειας της δηλώσεως) πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος, (β) κατά παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα της παραγράφου 1, χωρεί, σύμφωνα με τη στενώς ερμηνευτέα διάταξη της περιπτώσεως β’ της παραγράφου 4 (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. α’), έλεγχος (ακόμα και αρχικός) και έκδοση, βάσει αυτού, πράξεως καταλογισμού φόρου και πρόσθετου φόρου, εντός δεκαετίας από το τέλος του προαναφερόμενου έτους, εάν περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής Διοίκησης «συμπληρωματικά στοιχεία», δηλαδή στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος (πρβλ. ΣτΕ 1303/1999, ΣτΕ 2632/1996), τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπ’ όψιν της η φορολογική αρχή κατά την ανωτέρω πενταετία (ΣτΕ 2426/2002). Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 84 πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’όψιν από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 3296/2008, ΣτΕ 2703/1997, ΣτΕ 2473/1996) είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια (πρβλ. ΣτΕ 2426/2002, ΣτΕ 2700/1965), ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας που προβλέπονται στο νόμο.
2. Η ανακρίβεια της δηλώσεως και των συνυποβληθέντων με αυτήν ειδικών εντύπων και καταστάσεων μπορεί να διαπιστώνεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ένας εκ των οποίων είναι και η διάσταση προς την οποία τελεί το περιεχόμενο της δηλώσεως (και των συνυποβληθέντων με αυτήν ειδικών εντύπων και καταστάσεων) προς τα προκύπτοντα από τα συνυποβληθέντα προς απόδειξη των δηλουμένων δικαιολογητικά, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 66§2 του ΚΦΕ. Στην περίπτωση όμως αυτή και με δεδομένο ότι τα δικαιολογητικά συνυποβάλλονται με τη δήλωση και επομένως περιέρχονται στη γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 84 πενταετίας και μπορούν να ληφθούν προσηκόντως υπόψη από αυτήν, η μετ’ έλεγχο διαπίστωση της προαναφερθείσης διαστάσεως μετά την πάροδο της πενταετούς παραγραφής του κανόνα του άρθρου 84§1 δεν παρίσταται ικανή να ενεργοποιήσει τον κανόνα της δεκαετούς παραγραφής.
3. Περαιτέρω η ανακρίβεια της δήλωσης μπορεί να διαπιστώνεται με βάση τα περιερχόμενα στην φορολογική αρχή στοιχεία και πληροφορίες από το φορολογούμενο ή τρίτα πρόσωπα ή άλλες δημόσιες αρχές ή στο πλαίσιο διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου . Η ανακρίβεια της δηλώσεως στην περίπτωση αυτή προκύπτει από συμπληρωματικά στοιχεία και, επομένως, η δυνατότητα εκδόσεως φύλλου ελέγχου (αρχικού ή συμπληρωματικού) με βάση συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία εφόσον περιέρχονται στη φορολογική αρχή μετά την προθεσμία της πενταετούς παραγραφής, εμπίπτει στην περίπτωση α’ του άρθρου 62§2 του ΚΦΕ, πλην, όμως, καίτοι η περίπτωση αυτή φαίνεται στο νόμο ως αυτοτελής και διακεκριμένη από την περίπτωση β’ του άρθρου 62§2 του ιδίου Κώδικα (ανακρίβεια της δηλώσεως), κατ’ ουσίαν οι δύο αυτές περιπτώσεις νομοθετικής παρεκτάσεως του χρόνου παραγραφής σε δεκαετία, είναι εμφανές ότι αλληλοκαλύπτονται σε υποθέσεις ανακρίβειας της υποβληθείσης δηλώσεως, δεδομένου ότι τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη μη δηλωθέντος εισοδήματος και περιέρχονται μετά την πενταετία σε γνώση της φορολογικής αρχής τεκμηριώνουν, κατ’ αρχήν, και την (αντικειμενική) ανακρίβεια της υποβληθείσης δηλώσεως (πρβλ ΣτΕ 2934/2017, ΣτΕ 2935/2017, σκέψη 14). Επομένως, η έκδοση φύλλου ελέγχου (αρχικού ή συμπληρωματικού) με βάση συμπληρωματικά στοιχεία πρέπει να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως της περιπτώσεως α’ του άρθρου 68§2 του ΚΦΕ, διότι η αντιμετώπισή της με βάση τη διάταξη περί ανακρίβειας της δηλώσεως θα καθιστούσε χωρίς αντικείμενο τη διάταξη για τα συμπληρωματικά στοιχεία, είναι δε εντελώς διάφορο το ζήτημα των συνεπειών της ανακρίβειας της δηλώσεως, οι οποίες υφίστανται και στην περίπτωση της διαπιστώσεώς της από συμπληρωματικά στοιχεία.
Ο ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ Α.Α.Δ.Ε.
Γ.ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Συνημμένα: Η αριθ. 265/2017 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
ΠΟΛ.1190/2017 Κοινοποίηση της αριθ. 254/2017 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση οριστικού προσδιορισμού φόρου
Θέμα: «Κοινοποίηση της αριθ. ΝΣΚ 254/2017 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση οριστικού προσδιορισμού φόρου»
Σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας κοινοποιούμε για ενημέρωση και εφαρμογή την με αριθ. ΝΣΚ 254/2017 Γνωμοδότηση του Β’ Τμήματος του Ν.Σ.Κ. η οποία έγινε αποδεκτή από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.
Με την εν λόγω γνωμοδότηση έγινε, για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της, δεκτό ότι, προκειμένου περί χρήσεων που δεν προτεραιοποιούνται προς έλεγχο και έκδοση πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού, λόγω παραγραφής του δικαιώματος προς επιβολή του φόρου κλπ, δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατή η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης, αφού για τις υποθέσεις αυτές δεν πρόκειται να διενεργηθεί έλεγχος και να εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και την εν συνεχεία άσκηση της ποινικής δίωξης.
Συνημμένα: Η αριθ. 254/2017 Γνωμοδότηση του Β’ Τμήματος του Ν.Σ.Κ.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Κ.Υ.Α. αριθμ. 130060/2017 Απλοποιημένη διαδικασία ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων που δεν ξεπερνούν συνολικά το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €) στο πλαίσιο υπαγωγής τους στο ν. 4469/2017 «Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις (Α΄ 62)»
Αριθ. 130060/27-11-2017
(ΦΕΚ Β 4158/29-11-2017)
130060/2017
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 3 ν. 4469/2017 (Α΄ 62) «Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις».
2. Του αρ. 27 (παρ. 2 ε, περίπτ. iv) του ν. 1558/1985 (Α΄ 137) «Κώδικας Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (98 Α΄).
3. Τις διατάξεις του π.δ. 116/2014 «Οργανισμός του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας» (Α΄ 185), όπως ισχύει.
4. Τις διατάξεις του Π.Δ. 111/2014 «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών (Α΄ 178)».
5. Το π.δ. 123/2016 «Ανασύσταση και μετονομασία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ανασύσταση του Υπουργείου Τουρισμού, σύσταση Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, μετονομασία Υπουργείων Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων», (Α΄ 208).
6. Το π.δ. 125/2016 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών», (Α΄ 116).
7. Το π.δ. 73/2015 (Α΄ 116) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπλ. Υπουργών και Υφυπουργών».
8. Την υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1105/2017 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός των κριτηρίων για τη διαμόρφωση της ψήφου του Δημοσίου στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, της μεθοδολογίας και των κριτηρίων για τον προσδιορισμό των δόσεων αποπληρωμής οφειλών προς το Δημόσιο με σύμβαση αναδιάρθρωσης και ειδικότερων θεμάτων για την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 13 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017».
9. Την υπ’ αριθ. 32320/1841/10.7.2017 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Καθορισμός της μεθοδολογίας και των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του αριθμού και του ύψους των δόσεων, καθώς και για τη διαμόρφωση της ψήφου του Κ.Ε.Α.Ο. κατά τη διαδικασία της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του ν. 4469/2017».
10. Τις διατάξεις του άρθρου 97 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις».
11. Τις με αριθ. Υ155/11-7-2016 (ΥΟΔΔ 362) και 120938/
Ζ1 (ΥΟΔΔ 408) αποφάσεις του Πρωθυπουργού περί διορισμού του Ειδικού Τομεακού Γραμματέα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.
12. Την ανάγκη θέσπισης απλοποιημένης διαδικασίας ρύθμισης οφειλών των επιχειρήσεων που δεν ξεπερνούν το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €) στο πλαίσιο της υπαγωγής τους στο ν. 4469/2017.
13. Το γεγονός ότι η παρούσα απόφαση δεν προκαλεί δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Αντικείμενο Ρύθμισης
Σκοπός της παρούσας απόφασης είναι η θέσπιση απλοποιημένης διαδικασίας ρύθμισης των οφειλών επιχειρήσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4469/2017 (Α΄ 62), το ύψος των οποίων δεν ξεπερνά συνολικά το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €).
Άρθρο 2
Απλοποιημένη Διαδικασία Υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 4469/2017
Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά από τον οφειλέτη, μέσω της ιστοσελίδας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) www.keyd.gov.gr με τη διαδικασία που ορίζεται στην κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθ. 116821/25.10.2017 (ΦΕΚ 3909/Β΄/6.11.2017) «Λειτουργικές Προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων ν. 4469/2017 (ΦΕΚ Α΄ 62)» και με τη χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας (εφεξής το Σύστημα). Στο μέτρο που η παρούσα απόφαση δεν ορίζει διαφορετικά, εφαρμόζονται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διατάξεις του ν. 4469/2017, και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων.
Άρθρο 3
Τυποποιημένος Τρόπος Αξιολόγησης Βιωσιμότητας
1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας απόφασης, προκειμένου ένας οφειλέτης να κριθεί βιώσιμος για την τυποποιημένη πρόταση ρύθμισης, πρέπει να πληροί σωρευτικά τα παρακάτω κριτήρια:
α) Θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων κατά την τελευταία χρήση ή σε δύο (2) από τις τρεις (3) τελευταίες χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στο ν. 4469/2017, και
β) Ο λόγος του συνόλου των οφειλών, μετά την αφαίρεση των ποσών της περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4, προς το καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων να είναι ίσος ή μικρότερος από οκτώ (8).
Για την εφαρμογή της παρούσας προϋπόθεσης λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο ποσό που προκύπτει από τη σύγκριση των εξής ποσών:
αα) του καθαρού αποτελέσματος προ φόρων τόκων και αποσβέσεων της τελευταίας χρήσης και
ββ) του μέσου όρου των δύο (2) πλέον θετικών καθαρών αποτελεσμάτων προ φόρων τόκων και αποσβέσεων από τις τρεις (3) τελευταίες χρήσεις.
Οι πιστωτές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα διατηρούν σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να προβούν σε εξατομικευμένη αξιολόγηση βιωσιμότητας, σύμφωνα με τις εσωτερικές διαδικασίες οργάνωσής τους, προκειμένου να εκτιμήσουν την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.
Εάν πιστωτής, ο οποίος κατέχει την πλειοψηφία επί του συνόλου των απαιτήσεων, εκτιμήσει τον οφειλέτη ως μη βιώσιμο, δεν προτείνεται καμία ρύθμιση των οφειλών στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας.
Άρθρο 4
Πρόταση τυποποιημένης λύσης
1. Μετά την υποβολή της αίτησης υπαγωγής κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 και μετά τη διαπίστωση απαρτίας, τυχόν αντιπροτάσεις ρύθμισης οφειλών που υποβάλλονται από τους συμμετέχοντες πιστωτές, παράγονται με τυποποιημένο τρόπο και υπόκεινται στους ακόλουθους κανόνες:
α) Αφαιρούνται τα ακόλουθα ποσά ανά πιστωτή:
αα) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα.
ββ) ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση.
γγ) ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.
Τα ποσά των υποπεριπτ. ββ) και γγ) αφαιρούνται με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017.
β) Ο οφειλέτης καταβάλει ισόποσες τοκοχρεωλυτικές μηνιαίες δόσεις, που δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερες από το ποσό των πενήντα (50) ευρώ ανά πιστωτή.
γ) Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων στην περίπτωση των χρηματοδοτικών φορέων, κατά την έννοια της περίπτ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (εφεξής θεσμικών πιστωτών) δεν επιτρέπεται να ξεπερνά τις εκατόν είκοσι (120), ενώ για τους λοιπούς ιδιώτες πιστωτές δεν επιτρέπεται να ξεπερνά τις είκοσι τέσσερις (24). Κατ’ εξαίρεση, αν οι οφειλές προέρχονται από συμβάσεις παροχής εργασίας οποιουδήποτε τύπου, οι δόσεις δεν επιτρέπεται να ξεπερνούν τις έξι (6). Ο αριθμός των δόσεων είναι κοινός για κάθε μία από τις ανωτέρω κατηγορίες πιστωτών, με την επιφύλαξη των περιπτ. β΄ και ε΄.
δ) Για τον υπολογισμό των τοκοχρεωλυτικών δόσεων λαμβάνεται υπόψη επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο euribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες και κατά την εισφορά του ν. 128/1975 κατά περίπτωση, αν είχε προγενέστερα συμφωνηθεί ότι η εισφορά αυτή βαρύνει τον οφειλέτη. Το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο για τους χρηματοδοτικούς φορείς και αναπροσαρμόζεται ανά τρίμηνο, με έναρξη την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Για τους υπόλοιπους πιστωτές το επιτόκιο είναι σταθερό, με κρίσιμο χρόνο την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εναλλακτικά, ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει να καταβάλει την οφειλή του σε όλους τους θεσμικούς πιστωτές σε δώδεκα (12) ή λιγότερες άτοκες δόσεις. Στην περίπτωση αυτή, επί υπερημερίας του οφειλέτη, οι δόσεις που οφείλονται προς τους χρηματοδοτικούς φορείς βαρύνονται με το επιτόκιο του πρώτου εδαφίου.
ε) Αν η βασική οφειλή προς το Δημόσιο ή/και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, δεν ξεπερνά το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) ανά πιστωτή, στο οποίο δεν προσμετρώνται τυχόν οφειλές που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, ο αριθμός των δόσεων προς τον εν λόγω πιστωτή δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τριάντα έξι (36). Στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται η υποχρέωση προσφοράς κοινού αριθμού δόσεων για όλους τους θεσμικούς πιστωτές.
στ) Αν ποσοστό 2,75% του θετικού καθαρού αποτελέσματος του οφειλέτη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων είναι μεγαλύτερο από τη συνολική αρχική μηνιαία δόση, όπως αυτή προκύπτει από τις περιπτ. α΄ έως ε΄, τότε η συνολική μηνιαία δόση αναπροσαρμόζεται, ώστε να ισούται με αυτό το ποσό. Το επιπλέον ποσό κατανέμεται συμμέτρως στους θεσμικούς πιστωτές, ανάλογα με την απαίτηση του καθενός, και ο αριθμός των δόσεων μειώνεται, ώστε το σύνολο της καθαρής παρούσας αξίας αυτών, λαμβανομένου υπόψη του επιτοκίου της περιπτ. δ΄, να ισούται με το σύνολο της οφειλής προς αυτούς, μειωμένης κατά τα ποσά της περιπτ. α΄. Για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της περιπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 3, που λήφθηκε υπόψη για την κατάφαση της βιωσιμότητας.
2. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης επιτρέπεται να υποβάλλουν προτάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 1. Επιπλέον, οφείλουν να ψηφίζουν υπέρ προτάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 1.
3. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν επιτρέπεται να υποβάλλουν προτάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών ή να ψηφίζουν υπέρ προτάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 1, αν η συνολική αξία της περιουσίας του οφειλέτη είναι τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) φορές μεγαλύτερη από τη συνολική οφειλή προς ρύθμιση.
Άρθρο 5
Εφαρμογή της τακτικής διαδικασίας
1. Η διαδικασία συνεχίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 4469/2017 και στην κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθ. 116821/25.10.2017 (ΦΕΚ 3909/Β΄/6.11.2017) «Λειτουργικές Προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων ν. 4469/2017 (ΦΕΚ Α΄ 62)» στις εξής περιπτώσεις:
α) αν ο οφειλέτης δεν πληροί τα κριτήρια του τυποποιημένου τρόπου αξιολόγησης βιωσιμότητας της παρ. 1 του άρθρου 3,
β) αν η πρόταση τυποποιημένης λύσης δεν γίνεται δεκτή από τον οφειλέτη,
γ) αν η πλειοψηφία των πιστωτών υποβάλει αντιπροτάσεις διαφορετικές σε σχέση με την πρόταση τυποποιημένης λύσης.
2. Κατά την τακτική διαδικασία, ο οφειλέτης μπορεί να προσκομίσει μελέτη, προκειμένου να τεκμηριώσει τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του ή μία διαφορετική πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών.
Άρθρο 6
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς αιτήσεις από το στάδιο, στο οποίο αυτές βρίσκονται.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 27 Νοεμβρίου 2017
Οι Υπουργοί
Οικονομίας και Ανάπτυξης
ΔΗΜΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ