ΣτΕ 1898/2016 Αποσαφήνιση του τρόπου παραδεκτής προσκόμισης στοιχείων για την απόδειξη του εννόμου συμφέροντος

Περίληψη

Κατά την έννοια των άρθρων 33, 25 και 40 του π.δ. 18/1989, σε συνδυασμό με το άρθρο 237 ΚΠολΔ, ο ασκών αίτηση ακυρώσεως οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο, συγκεκριμένα δε, με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο προσθέτων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση (ώστε, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, να χορηγείται και στον αντίδικο επαρκής δυνατότητα ελέγχου και αντίκρουσης), τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ιδιότητα (λ.χ. του κυρίου ακινήτου) στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του, εφόσον βέβαια η ιδιότητα αυτή δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Εξάλλου, ο διάδικος πρέπει να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, η δε επίκληση και προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων με υπόμνημα είναι απαράδεκτη, αν το υπόμνημα υπογράφεται όχι από δικηγόρο αλλά από τον διάδικο ή αν δεν κατατεθεί σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 του ν. 4194/2013.
Εν προκειμένω, ενόψει του ότι ο αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος των αιτούντων για παροχή ένδικης προστασίας δεν προέκυπτε με σαφήνεια από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο, η κρινόμενη αίτηση δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, λόγω παράλειψής τους για τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντός τους, αλλά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν κατά παράβαση των ανωτέρω κανόνων (με απλή αίτηση ή με υπόμνημα που υποβλήθηκε την προτεραία της συζήτησης ή με υπόμνημα που υπογράφεται από διάδικο και για τον οποίο δεν κατατέθηκε γραμμάτιο καταβολής εισφορών).

ΣτΕ 1898/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β’

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Ιουνίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, I. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα. Για να δικάσει την από 14 Οκτωβρίου 2015 αίτηση: των : 1) …………… του ………….., κατοίκου Αθηνών (οδός ……………. αρ. ..) και 2) ………………… του ……………., συζ. ……………, κατοίκου Αθηνών (…………….. αρ. …), οι οποίες παρέστησαν με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (A.M. 25904), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Πολύχρονη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες επιδιώκουν να ακυρωθούν : 1) η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1163/23.7.2015, 2) η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1212/24.9.2015, 3) η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1216/1.10.2015, 4) η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1114/5.6.2015 αποφάσεις της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και 5) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου I. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτουσών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, ζητείται η ακύρωση των ακόλουθων αποφάσεων της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών: (α) ΠΟΛ.1163/23.7.2015, με θέμα «Διαδικασία διορθώσεων και χορήγηση απαλλαγών από τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθορισμός του αρμόδιου οργάνου» (Β’ 1711), (β) ΠΟΛ.1212/24.9.2015, με θέμα «Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.): Διαδικασία χορήγησης εκπτώσεων, μειώσεων και αναστολής πληρωμής» (Β’ 2120), (γ) ΠΟΛ.1216/1.10.2015, με θέμα «Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης – πράξης διοικητικού προσδιορισμού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) έτους 2015 και επομένων» (Β’ 2143) και (δ) ΠΟΛ.1114/5.6.2015, με θέμα «Τροποποίηση της απόφασης ΠΟΛ.1004/2.1.2015 περί του πιστοποιητικού του άρθρου 54Α του Ν. 4174/2013» (Β’ 1093). Η υπόθεση έχει εισαχθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας (από 21.4.2016 πράξη της Προέδρου του Β’ Τμήματος), μετά τη διαγραφή της από το πινάκιο της Ολομέλειας.

2. Επειδή, ο νόμος 4223/2013 “Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις” (Α’ 287), ορίζει ότι από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος επιβάλλεται Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), στα εμπράγματα δικαιώματα (πλήρους ή ψιλής) κυριότητας, επικαρπίας κ.λπ. ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή κάθε είδους νομικές οντότητες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους (άρθρο 1 παρ. 1 και 2), ότι τα δικαιώματα επί των οποίων επιβάλλεται ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. ετησίως είναι αυτά που υπάρχουν την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, ανεξάρτητα από μεταβολές που τυχόν επέρχονται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και ανεξάρτητα από τη μεταγραφή του τίτλου κτήσης (άρθρο 1 παρ. 4), ότι ορισμένες περιπτώσεις δικαιωμάτων επί ακινήτων απαλλάσσονται του ΕΝ.Φ.Ι.Α. (άρθρο 3), ότι ο κύριος φόρος που αναλογεί στα δικαιώματα επί κτισμάτων υπολογίζεται, μεταξύ άλλων, με βάση τη γεωγραφική θέση του κτίσματος, που προσδιορίζει την τιμή ζώνης στην οποία υπάγεται αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α’ 43) και των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και ότι ανάλογα με την τιμή ζώνης που ισχύει την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, γίνεται κατάταξη του κτίσματος σε αντίστοιχη φορολογική ζώνη (άρθρο 4, περ. Α παρ. 1), ότι για τον υπολογισμό του κύριου φόρου που αναλογεί στα δικαιώματα επί των γηπέδων εντός σχεδίου πόλης ή οικισμού (οικόπεδα), το οικόπεδο εντάσσεται σε φορολογική ζώνη και προσδιορίζεται συντελεστής φόρου με βάση τη μοναδιαία αξία του οικοπέδου, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνεται υπόψη η φορολογητέα αξία Του και ότι για τον υπολογισμό της αξίας αυτής ο συντελεστής οικοπέδου, η τιμή εκκίνησης του οικοπέδου, καθώς και ο συντελεστής αξιοποίησης οικοπέδου λαμβάνονται όπως ορίζονται κάθε φορά στις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (άρθρο 4 περ. Β παρ. 1).
Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος, όπως ισχύει, (i) προβλέπει ότι ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. επιβάλλεται με πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου που εκδίδεται από τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α’ 170), ότι για τον προσδιορισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του έτους 2014 λαμβάνονται υπόψη οι δηλώσεις στοιχείων ακινήτων που προβλέπονται στο άρθρο 23 του ν. 3427/2005 (Α 312), ότι για τον προσδιορισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. κάθε επόμενου του 2014 έτους λαμβάνεται υπόψη η δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. με τα στοιχεία των ακινήτων του προηγούμενου έτους με τις μεταβολές που επήλθαν και ότι με απόφαση του Γενικού Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται η μηχανογραφική σύνθεση των δηλώσεων ΕΝ.Φ.Ι.Α., η διαδικασία και ο τρόπος αποκατάστασης λαθών και ελλείψεων σε στοιχεία ακινήτων των σχετικών δηλώσεων και σε δηλώσεις στοιχείων ακινήτων, τα έντυπα με τα οποία πραγματοποιούνται διορθώσεις, τα οποία επέχουν θέση τροποποιητικής δήλωσης, τα υποδείγματα χορήγησης απαλλαγών και ο τρόπος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία και λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων περί προσδιορισμού του φόρου (άρθρο 6), (ii) προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης έκπτωσης και αναστολής πληρωμής του ΕΝ.Φ.Ι.Α. και εξουσιοδοτεί το Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να ορίσει τις σχετικές διαδικασίες και λεπτομέρειες (άρθρο 7), (iii) προβλέπει ότι με απόφαση του ίδιου οργάνου ορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο του εκκαθαριστικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., η διαδικασία και τα δικαιολογητικά χορήγησης των απαλλαγών, η διαδικασία σύνθεσης και διόρθωσης της δήλωσης ΕΝ.Φ.Ι.Α. καθώς και κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτομέρεια (άρθρο 9 παρ. 1, με την οποία προστέθηκε περίπτωση ε’ στο άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 4174/2013) και (iv) προβλέπει την έκδοση από τη φορολογική Διοίκηση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., που πρέπει να επισυνάπτεται σε συμβόλαιο υποσχετικής ή εκποιητικής δικαιοπραξίας για το ακίνητο, επί ποινή ακυρότητας αυτής, και αναθέτει στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να καθορίσει τον τύπο και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., τη διαδικασία χορήγησής του και κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτομέρεια (παράγραφος 2 του άρθρου 9 του ν. 4223/2013, με την οποία προστέθηκε νέο άρθρο 54Α στον ν. 4174/2013). Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεων του ν. 4223/2013, ειδικότερα, δε, του άρθρου 6 παρ. 3 περίπτωση β’ (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 52 παρ. 13 του ν. 4276/2014), του άρθρου 7 παρ. 4, του άρθρου 3 παρ. 5, καθώς και του άρθρου 9 παρ. 1 και 2.

3. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α’ 43), όπως η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1473/1984 (Α’ 127) και 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990 (Α’ 43 και διορθ. σφαλμ. Α’ 51) και η παράγραφος 2 με τα άρθρα 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989 (Α’ 2) και 14 παρ. 11 του ν. 1882/1990, ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαβαίνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ’ είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσής τους θα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών. Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο, ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών.
2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται: α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους σε πίνακες και η συσχέτισή τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες, β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής, ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία τούτων. […]», Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 παρ. 2 του ν. 1249/1982 εκδόθηκε σειρά προεδρικών διαταγμάτων και, ακολούθως, μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής με το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989, υπουργικών αποφάσεων, βάσει των οποίων ορίστηκε η έναρξη ισχύος του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης κατά ζώνες, καθώς και οι συντελεστές αυξομείωσης των τιμών. Από το έτος 1993 και εφεξής εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ν. 1249/1982, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990, υπουργικές αποφάσεις αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών στις περιοχές όπου ίσχυε το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού. Μετά την αναπροσαρμογή του έτους 2005 που έγινε με την 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 1982), οι αντικειμενικές αξίες αναπροσαρμόστηκαν (για τελευταία φορά, έως την έκδοση της υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, Β’ 48) με την 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλων των περιφερειών της χώρας» (Β’ 269), με ισχύ από 1.3.2007, εκτός από τις τιμές εκκίνησης για τις ζώνες της δημοτικής κοινότητας Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού, οι οποίες, κατόπιν και σχετικών ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθορίστηκαν με μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και (τελευταία όσον αφορά το χρόνο έκδοσής της) η ΠΟΛ.1093/29.4.2013 (Β’ 1068), περί ανακαθορισμού της τιμής της Β ζώνης της εν λόγω δημοτικής κοινότητας. Εξάλλου, με την 1175023/3752/00ΤΥ/Δ/ΠΟΛ.1200/28.12.2010 (Β’ 2038) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εντάχθηκαν το πρώτον στο αντικειμενικό σύστημα ορισμένες περιοχές, εντός 4.489 οικισμών της χώρας, και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης με ισχύ από 1.1.2011. Τέλος, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, για τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α., το άρθρο 4 του ν. 4223/2013 παραπέμπει στις τιμές ζώνης/εκκίνησης ακινήτων και στους συντελεστές οικοπέδου και αξιοποίησης οικοπέδου που έχουν οριστεί με τις εκδιδόμενες βάσει του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 υπουργικές αποφάσεις και ισχύουν την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας.

4. Επειδή, με την ΣτΕ 4003/2014 (εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική) απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η Διοίκηση είχε παραλείψει παρανόμως να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση πράξης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, έκρινε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3α και 3β του π.δ. 18/1989, ότι έπρεπε, αντί να ακυρώσει την εν λόγω παράλειψη της Διοίκησης αναδρομικά από τη συντέλεσή της, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να χορηγήσει στη Διοίκηση προθεσμία έξι μηνών, προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Ακολούθως και δεδομένου ότι δεν εκδόθηκε από τη Διοίκηση, εντός της ταχθείσας (και λήξασας την 21.5.2015) προθεσμίας, απόφαση περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, η Ολομέλεια, με την 4446/2015 απόφασή της, ακύρωσε την ως άνω παράλειψη της Διοίκησης και, κατ’ ; εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, εκτιμώντας τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίζοντας τα συμφέροντα των διαδίκων, ιδίως δε την ύπαρξη έντονου δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένου στην, κατά το δυνατόν, αποφυγή αιφνίδιας διακύμανσης των φορολογικών εσόδων του Κράτους υπό τις παρούσες δυσμενείς δημοσιονομικές συνθήκες, όρισε την 21.5.2015 ως χρονικό σημείο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος και της ουσιαστικής ισχύος της πράξης που έπρεπε να εκδώσει η Διοίκηση. Ακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, περί αναπροσαρμογής, από 21.5.2015, των τιμών ζώνης και-των συντελεστών των ακινήτων που είχαν καθοριστεί με τις προαναφερόμενες υπ’ αριθμ. 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007, 1175023/3752/00ΤΥ/Δ/ΠΟΛ.1200/28.12.2010 και ΠΟΛ.1093/29.4.2013 υπουργικές αποφάσεις.

5. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) ορίζεται:
«1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και τη σύννομη άσκηση της διοικητικής λειτουργίας. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γ’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αιτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ Ολομ. 2855-56/1985, Ολομ. ΣτΕ 3317/2014, ΣτΕ 4041/2013, ΣτΕ 1039/2014, ΣτΕ 2077/2014 κ.ά.), με σκοπό την προστασία των σχετικών ελευθεριών ή δικαιωμάτων του, μέσω της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1256/2006 επταμ.).

6. Επειδή, το π.δ. 18/1989 ορίζει, επιπλέον, στο εδάφιο β’ του άρθρου 33, ότι «Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσαχθεί προαποδεικτικώς.», στο εδάφιο α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 25, ότι «Υπομνήματα των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.» και, στο άρθρο 40, ότι «Κατά τα λοιπά […] εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας […]», σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 εδαφ. β’ του οποίου «Μαζί με τις προτάσεις, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και […] όλα τα αποδεικτικά […] έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.» Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο ασκών αίτηση ακυρώσεως οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο, συγκεκριμένα δε, με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση (ώστε, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, να χορηγείται και στον αντίδικο επαρκής δυνατότητα ελέγχου και αντίκρουσης), τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ιδιότητα (λ.χ. του κυρίου ακινήτου) στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4312/2015, ΣτΕ 4731/2012, ΣτΕ 1393/2003, ΣτΕ 3802/2000 επταμ., Ολομ. ΣτΕ 3452/1998, καθώς και ΑΠ 1404/1996, ΑΠ 1229/2002 κ.ά.), εφόσον βέβαια η ιδιότητα αυτή δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Συναφώς, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από το άρθρο 20 του εσωτερικού Κανονισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας (απόφαση 19/2013 της Ολομέλειας σε συμβούλιο, Β’ 2462/2013), περί της πρωτοκόλλησης των δικογράφων και άλλων εγγράφων, όπως αιτήσεων, που κατατίθενται στο Δικαστήριο, αφενός διότι πρόκειται για διάταξη αφορώσα σε ενέργεια του Δικαστηρίου (πρωτοκόλληση εγγράφων που του υποβάλλονται) και όχι στις δικονομικές υποχρεώσεις των διαδίκων και, αφετέρου, διότι η κατά τα ανωτέρω τεκμηρίωση από τον αιτούντα της ιδιότητας στην οποία θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, διέπεται από τη δικονομία περί του Συμβουλίου της Επικρατείας (π.δ. 18/1989) και δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με τις σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις των άρθρων 71 (παρ. 1) του π.δ. 18/1989 και 82 (παρ. Α περ. 9) του ν. 1756/1988. Εξάλλου, ο διάδικος πρέπει να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο (πρβλ. ΑΠ Ολομ. ΑΠ 9/2000, ΑΠ 1808/2005, ΑΠ 658/2011 κ.ά.), η δε επίκληση και προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων με υπόμνημα είναι απαράδεκτη, αν το υπόμνημα υπογράφεται όχι από δικηγόρο αλλά από τον διάδικο (βλ. λ.χ. ΣτΕ 1222/2016, ΣτΕ 3063/2013) ή αν δεν κατατεθεί σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 (παρ. 1, 2 και 4) του ν. 4194/2013 (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 1858/2015).

7. Επειδή, εν προκειμένω, καθεμία από τις δύο αιτούσες ασκεί την υπό κρίση αίτηση κατ’ επίκληση της ιδιότητάς της ως κυρίας ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας (συμπεριλαμβανομένης της Αττικής), στις οποίες ισχύει το κατ’ άρθρ. 41 του ν. 1249/1982 σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, και, περαιτέρω, ως βαρυνόμενης με ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το έτος 2015. Προκειμένου να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους, οι αιτούσες προσκόμισαν στο Δικαστήριο ορισμένα στοιχεία, με απλή αίτηση που υπέβαλε η δεύτερη εξ αυτών στη Γραμματεία, την 21.6.2016. Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, τα εν λόγω στοιχεία προσκομίσθηκαν απαραδέκτως, δίχως σχετικό υπόμνημα και, δη, υποβληθέν έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλά με απλή αίτηση. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τον παραπάνω λόγο. Ωστόσο, ενόψει του ότι ο αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος των αιτουσών για παροχή ένδικης προστασίας, ο οποίος ανάγεται στην τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος τους, δεν προέκυπτε με σαφήνεια από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο, το οποίο, αφενός, έχει ανεχθεί στην πράξη την κατάθεση τέτοιων στοιχείων από το διάδικο, χωρίς δικόγραφο (αλλά με απλή αίτηση ή εγχείρισή τους στον εισηγητή δικαστή, πριν από την ημέρα της συζήτησης) και, αφετέρου, έχει δεχθεί ότι μπορούν να υποβληθούν τέτοια στοιχεία το αργότερο μέχρι την προτεραία της συζήτησης (βλ. ΣτΕ 3335/2015, ΣτΕ 3051/2015, ΣτΕ 3833/2014 επταμ., ΣτΕ 1878/2014, ΣτΕ 1039/2014, ΣτΕ 4961/2012), η μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων (και, περαιτέρω, η απόρριψη, για το λόγο αυτό, της παρούσας αίτησης ως απαράδεκτης) δεν θα ήταν συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 3705/2015, ΣτΕ 2131/2015, Ολομ. ΣτΕ 1619/2012, ΣτΕ 2436/2012 επταμ., ΕΑ 737/2012 πενταμ.). Εξάλλου, τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν σε σχέση με τη δεύτερη αιτούσα (εκτύπωση της ηλεκτρονικής δήλωσης και της από 20.10.2015 πράξης διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., έτους 2015) είναι πρόσφορα και επαρκή για την τεκμηρίωση της ως άνω ιδιότητάς της, την οποία επικαλείται προς στήριξη του εννόμου συμφέροντος της. Αντίθετα, το στοιχείο που προσκομίσθηκε σε σχέση με την πρώτη αιτούσα (εκτύπωση/ αντίγραφο της από 5.8.2015 πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2014) είναι όλως απρόσφορο και ανεπαρκές για την απόδειξη της ως άνω προβαλλόμενης ιδιότητάς της, στην οποία επιχειρεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της. Κατά συνέπεια, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη αιτούσα (πρβλ. ΣτΕ 2017/2012 επταμ., ΣτΕ 3833/2014 επταμ. κ.ά.), προεχόντως για τον τελευταίο αυτό λόγο.

8. Επειδή, η δεύτερη αιτούσα ισχυρίζεται ότι, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της, έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση των προσβαλλόμενων κανονιστικών πράξεων της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, διότι αυτές εξειδικεύουν τους ορισμούς του ν. 4223/2013 και ρυθμίζουν ειδικότερα ζητήματα επιβολής του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του 2015, ο οποίος, παρανόμως, υπολογίζεται βάσει των αντικειμενικών αξιών που καθορίστηκαν με την πλέον ανεπίκαιρη 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με αποτέλεσμα να της επιβάλλεται φόρος πολύ μεγαλύτερος από εκείνον που αναλογεί στην πραγματική αξία των ακινήτων της κατά το 2015. Ωστόσο, η δεύτερη αιτούσα δεν επικαλείται αυτοτελή βλάβη από ορισμένη ρύθμιση των προσβαλλόμενων κανονιστικών αποφάσεων (ή των εξουσιοδοτικών διατάξεων στις οποίες αυτές ερείδονται), αλλά η ως άνω προβαλλόμενη βλάβη της προέρχεται κατ’ ουσίαν από την εφαρμογή της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης του 2007, συνεπεία της παράλειψης της Διοίκησης να προβεί στην προβλεπόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση πράξης αναπροσαρμογής/επικαιροποίησης των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας. Η εν λόγω παράλειψη ακυρώθηκε με την απόφαση ΣτΕ 4446/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όχι όμως αναδρομικά από το χρόνο της συντέλεσής της, που είναι οπωσδήποτε προγενέστερος της 1.1.2015, αλλά, για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (αναγόμενους στην αποτροπή του κινδύνου αιφνίδιας διακύμανσης των φορολογικών εσόδων του Κράτους), από την 21.5.2015, ημερομηνία την οποία η Ολομέλεια όρισε και ως χρόνο έναρξης της ουσιαστικής ισχύος της απόφασης περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών που η Διοίκηση είχε την υποχρέωση να εκδώσει. Το ως άνω ακυρωτικό διατακτικό της απόφασης του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου του χρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της ακύρωσης της επίμαχης παράλειψης, ισχύει έναντι όλων (ήτοι, και όσων δεν ήταν διάδικοι στη σχετική δίκη), επομένως και της δεύτερης αιτούσας. Τούτων έπεται ότι την 1η Ιανουαρίου 2015, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο για την επιβολή και τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του φορολογικού έτους 2015 (βλ. άρθρα 1 και 4 του ν. 4223/2013), είχε ισχύ και εφαρμογή η 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, παρά τον ανεπίκαιρο χαρακτήρα της, τον οποίο η δεύτερη αιτούσα δεν μπορεί να επικαλεσθεί λυσιτελώς, για να δικαιολογήσει την προσβολή επί ακυρώσει των επίδικων κανονιστικών πράξεων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν προκύπτει η ύπαρξη επαρκούς αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των προσβαλλόμενων πράξεων (ή, έστω, κάποιας από αυτές) και της προβαλλόμενης βλάβης των δικαιωμάτων της δεύτερης αιτούσας. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ασκούμενη απαραδέκτως, δίχως έννομο συμφέρον, και από τη δεύτερη αιτούσα.

9. Επειδή, κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολο της.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στις αιτούσες, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2016

Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος

Η Γραμματέας

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 2016.

Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος

Ο Γραμματέας του Β’ Τμήματος

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αρ. Πρωτ.:ΑΤΚΕ 0012280 ΕΞ 2016/270 Επιστροφή ΕΦΚ- Συμψηφισμός Χρεών

Αθήνα, 30/12/2016
Αρ. Πρωτ.:ΑΤΚΕ 0012280 ΕΞ 2016/270
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΥΤΟΤΕΛΕΣ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
Ταχ.Δ/νση Ταχ. Λεωχάρους 2 105 62 ΑΘΗΝΑ
Κώδικας Πληροφορίες Α. Χατζαλή
Τηλέφωνο 210 3224878
FAX210 3235135

Η έννοια και οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. και συμπληρώνονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα -άρθρο 440 επόμενα (και στις οποίες παραπέμπουν και τα άρθρα 42 & 48 του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας , Κ.Φ.Δ., ΦΕΚ 170 Α’), όπως ισχύουν.

Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, έναντι βεβαιωμένων οφειλών προς αυτό (ληξιπρόθεσμων ή μη, ή σε καθεστώς αναστολής είσπραξης), διενεργείται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία ο οφειλέτης έχει βεβαία χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένη και αποδεικνυόμενη από τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή από δημόσιο έγγραφο. Μάλιστα, οι απαιτήσεις που προτείνονται σε συμψηφισμό πρέπει να είναι αμοιβαίες (μεταξύ δύο προσώπων), δηλαδή ο οφειλέτης της μίας απαίτησης να είναι δανειστής της άλλης και μάλιστα κατά τον ίδιο χρόνο. Ο συμψηφισμός διενεργείται κατόπιν δήλωσης του οφειλέτη ή και αυτεπαγγέλτως (σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ.1022/24.1.2012). Κατ’ εξαίρεση, συμψηφισμός δεν διενεργείται στις περιπτώσεις που ορίζεται ρητά σε ειδική διάταξη νόμου ή όταν μία απαίτηση χαρακτηρίζεται, ως ακατάσχετη ή και ασυμψήφιστη, με ειδική διάταξη νόμου, από την υπηρεσία στην αρμοδιότητα της οποίας, εμπίπτουν οι διατάξεις βάσει των οποίων προκύπτει η συγκεκριμένη πληρωμή (επιχορήγηση, αμοιβή, αποζημίωση κλπ.). Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΑ 1029/2016 με την οποία κοινοποιήθηκε η υπ’αρ. 121/2015 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με τον συμψηφισμό ποσών από επιστροφή Ε.Φ.Κ. με ασφαλιστικές οφειλές και με οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του πέμπτου άρθρου ν.2275/1994 (ΦΕΚ 238 Α’), όπως ισχύει, σε περιπτώσεις σεισμών, πλημμυρών ή άλλων θεομηνιών, οι οποίες προκαλούν εκτεταμένες καταστροφές σε μεγάλες περιοχές της Ελληνικής Επικράτειας και από τις οποίες πλήττεται σημαντικός αριθμός φορολογουμένων, εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Οικονομικών να εκδίδει σχετικές αποφάσεις, με τις οποίες αναστέλλεται η είσπραξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μέχρι έξι (6) μηνών και ρυθμίζεται η καταβολή των χρεών αυτών μέχρι 24 μηνιαίες δόσεις.

Με τις διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 1284/1982 (ΦΕΚ 114 Α’) ο Υπουργός Οικονομικών εξουσιοδοτείται να παρατείνει με αποφάσεις του τις προθεσμίες καταβολής των βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Σε εφαρμογή των ανωτέρω, έχει ήδη εκδοθεί στις 31.10.2016 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με θέμα: «Παράταση και αναστολή καταβολής βεβαιωμένων οφειλών, λόγω των έκτακτων αναγκών που προέκυψαν από την εκδήλωση έντονων βροχοπτώσεων στις 21.10.2016 και 22.10.2016 στο Δήμο Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου, της Π.Ε. Απωλοακαρνανίας, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος.» με αριθμό ΠΟΛ.1160/31.10.2016, η οποία έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 3600/04.11.2016 Τεύχος Β’.

Πλέον των ανωτέρω, σημειώνεται ότι στους οικονομικά αδύναμους οφειλέτες, παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης ρύθμισης των βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση οφειλών τους σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις διατάξεις των υποπαραγράφων Α1 (ρύθμιση τελευταίας ευκαιρίας) και Α2 (πάγια ρύθμιση) του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013 (ΑΊ07), καθώς και στις κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσες Αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1111/21.5.2013 και ΠΟΛ.1112/21.5.2013 -(ΒΊ237 – σχετ. και οι εγκύκλιοι ΠΟΛ.1140/14.6.2013, ΠΟΛ.1172/29.7.2013 και ΠΟΛ.1226/9.10.2015) και στις διατάξεις του άρθρου 43 του ν.4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας-σχετ. Απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1277/27.12.2013 και εγκύκλιοι ΠΟΛ.1189/1.8.2014 και ΠΟΛ.1226/9.10.2015), όπως ισχύουν.
Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ:

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1003/2017 Φορολογική μεταχείριση επιστρεφόμενου κεφαλαίου εταιρείας

Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2017
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α’

Ταχ. Δ/νση:Καρ.Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας:10184 Αθήνα
Πληροφορίες:
Τηλέφωνο:210.3375315
Fax:210.3375001
E-Mail:[email protected]

ΠΟΛ 1003/2017

ΘΕΜΑ: Φορολογική μεταχείριση επιστρεφόμενου κεφαλαίου εταιρείας.

Με αφορμή ερωτήματα προς την υπηρεσία μας, αναφορικά με το παραπάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. Με την περ. β’ του άρθρου 32 του ν.4172/2013 ως ετήσια δαπάνη του φορολογούμενου και των εξαρτώμενων μελών του λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για αγορά επιχειρήσεων ή σύσταση ή αύξηση του κεφαλαίου επιχειρήσεων που λειτουργούν ατομικώς ή με τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης ή ανώνυμης εταιρείας ή περιορισμένης ευθύνης εταιρίας ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας ή κοινωνίας ή κοινοπραξίας ή αστικής εταιρίας ή αγορά εταιρικών μερίδων και χρεογράφων γενικώς. Οι παραπάνω διατάξεις έχουν εφαρμογή για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά περίπτωση στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1.1.2014 και μετά (άρθρο 72 ν.4172/2013).

2. Ωστόσο, ανάλογη διάταξη υπήρχε και στον προηγούμενο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (περ. β’ άρθρου 17 του ν.2238/1994) που ίσχυσε μέχρι 31.12.2002. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε από 1.1.2003, με την παρ.10 του άρθρου 4 του ν.3091/2002.

3. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1076/26.3.2015 εγκύκλιό μας, η διατύπωση της προηγούμενης διάταξης είναι γενική και καταλαμβάνει κάθε περίπτωση δαπάνης για συμμετοχή σε οποιασδήποτε μορφής εταιρία. Υπάγονται κατ’ ακολουθία όλα τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται, ως εισφορά σε νεοϊδρυόμενο νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ως κεφάλαιο για την ίδρυση ατομικής επιχείρησης καθώς και τα ποσά για αύξηση κεφαλαίου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

4. Επίσης, με το άρθρο 57 του ν.4172/2013 το προϊόν της εκκαθάρισης θεωρείται διανομή κέρδους κατά το φορολογικό έτος εντός του οποίου ολοκληρώθηκε η εκκαθάριση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, στο βαθμό που το εν λόγω προϊόν υπερβαίνει το καταβεβλημένο κεφάλαιο.

5. Όπως έχει γίνει δεκτό από την Διοίκηση (1092405/1963/Α0012/11.11.2003 και Δ12Α 1145882 ΕΞ 2011/24.10.2011 έγγραφα μας), το μετοχικό κεφάλαιο που επιστρέφεται στους μετόχους λόγω μείωσής του δεν θεωρείται εισόδημα, γιατί δεν συγκεντρώνει τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος και συνεπώς δεν τίθεται θέμα φορολόγησής τους, εφόσον πρόκειται για επιστροφή μόνο του πράγματι καταβληθέντος κεφαλαίου. Επιπλέον, δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στη δήλωση και να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη τεκμηρίου, γιατί αποτελεί επενδυμένο κεφάλαιο.

6. Το ερώτημα που τίθεται αφορά τη φορολογική μεταχείριση (φόρος εισοδήματος – εισφορά αλληλεγγύης), ποσού που προέρχεται από μείωση κεφαλαίου νομικού προσώπου, όπου το φυσικό πρόσωπο λαμβάνει πίσω αυτούσιο το ποσό της συμμετοχής του στο κεφάλαιο εταιρείας και περαιτέρω το ποσό αυτό επιθυμεί να επανεπενδυθεί στο κεφάλαιο νέας εταιρείας.

7. Κατόπιν των ανωτέρω, αν κατά την συμμετοχή στο κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας το φυσικό πρόσωπο δεν υποχρεούταν από τις διατάξεις στην κάλυψη τεκμηρίου, τότε το ποσό που λαμβάνει αυτούσιο από τη μείωση του κεφαλαίου δεν θεωρείται εισόδημα και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη τεκμηρίου. Εξάλλου, δεν αναγράφεται στη δήλωση φόρου εισοδήματος (Ε1).
Αν όμως η συμμετοχή στην πρώτη εταιρεία αποτελούσε τεκμήριο (από 1.1. 2014 και μετά), τότε το ποσό του επιστρεφόμενου κεφαλαίου αποτελεί ποσό που προέρχεται από διάθεση περιουσιακού στοιχείου, αναγράφεται στους κωδικούς 781-782 του πίνακα 6 του Ε1 και καλύπτει τυχόν νέα επένδυση (συμμετοχή στο κεφάλαιο εταιρείας κ.λπ.). Στα επιστρεφόμενα ποσά κεφαλαίου δεν επιβάλλεται εισφορά αλληλεγγύης.

8. Τα προηγούμενα ως θέματα πραγματικά, υπόκεινται στον έλεγχο της φορολογικής διοίκησης, καθόσον σε περίπτωση που δεν υπάρχει αυτούσια μείωση κεφαλαίου, αλλά μεταβίβαση συμμετοχής σε εταιρεία, η τυχόν υπεραξία που θα προκύψει, αποτελεί εισόδημα που θα φορολογηθεί με τις ανάλογες διατάξεις Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (άρθρο 42 ν.4172/2013).

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γεώργιος Πιτσιλής

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Σ.ΛΟ.Τ. αριθ. πρωτ.: 2241 ΕΞ 24.10.2016 Εφαρμογή Ε.Λ.Π

Αθήνα, 24.10.2016
Αριθμ. Πρωτ.: 2241 ΕΞ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ και ΕΛΕΓΧΩΝ Ν.Π.Δ.Δ.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΣΛΟΤ)

ΣΛΟΤ 2241/2016

ΣΧΕΤ 2238

ΘΕΜΑ: «Εφαρμογή ΕΛΠ»

ΕΡΩΤΗΜΑ

Θα σας παρακαλούσα πολύ να μου απαντήσετε αν ένα Ν.Π.Δ.Δ που είναι φορέας Γενικής Κυβέρνησης του Υπουργείο Εσωτερικών και πιο συγκεκριμένα ανήκει στον Υποτομέα ΟΤΑ (τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που ανήκουν, ελέγχονται ή χρηματοδοτούνται από τους ΟΤΑ) σύμφωνα με το αρχείο που διατηρεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή.

1. Είναι υπόχρεο σε τήρηση του κλαδικού λογιστικού σχεδίου και όχι των ΕΛΠ; και αν ναι στο κλαδικό λογιστικό σχέδιο σύμφωνα με το Π.Δ. 315/1999 ή Π.Δ. 205/1998;
2. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ελέγχονται από ορκωτό λογιστή;
3. Εφαρμόζουν την αναλυτική λογιστική εκμεταλλεύσεως της ομάδας 9 υποχρεωτικά;

Δεδομένα:

1. ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. 4308

Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής
2. Οι παρακάτω οντότητες εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου
δ) Οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 14 του Ν. 4270/2014 (Α΄ 143) οι οποίοι μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος είχαν την υποχρέωση εφαρμογής του Π.Δ. 1123/1980 (Α΄ 283).

ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. 4270 28/06/2014

Άρθρο 156 Λογιστικό Σχέδιο Γενικής Κυβέρνησης

3. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της προηγούμενης παραγράφου εξακολουθεί να ισχύει η εφαρμογή του διπλογραφικού συστήματος, στη σύνταξη του Ισολογισμού, του Απολογισμού, των οικονομικών καταστάσεων και στο σχεδιασμό γενικά της λογιστικής της Γενικής Κυβέρνησης, που καταρτίσθηκε με:

γ. το π.δ. 205/1998 (Α΄ 163) «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου,

ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. 4257 14/04/2014

Άρθρο 33

Οι διατάξεις του π.δ. 315/1999 (Α΄ 302) που ισχύουν για τους δήμους, περί του Διπλογραφικού Συστήματος Γενικής και Αναλυτικής Λογιστικής – Κοστολόγησης, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και για τα δημοτικά ιδρύματα, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους συνδέσμους αυτών, εξαιρουμένων των σχολικών επιτροπών. Ομοίως, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία από τους ανωτέρω φορείς, οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 209 του N. 3463/2006 (Α΄ 114), στην περίπτωση που η ταμειακή τους λειτουργία δεν διεξάγεται από τους δήμους που τους έχουν συστήσει

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Με βάση το άρθρο 1 του Ν. 4308/2014, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 του Ν. 4410/2016 και ισχύει, εάν μέχρι την εφαρμογή του Ν. 4308/2014 είχατε υποχρέωση να εφαρμόζετε κλαδικό λογιστικό σχέδιο του δημοσίου τομέα, συνεχίζετε να εφαρμόζετε αυτό το λογιστικό πλαίσιο. Εάν εφαρμόζατε το ΕΓΛΣ του ΠΔ 1123/80, εφεξής εφαρμόζετε τα ΕΛΠ.

Για το θέμα του ελέγχου το ΣΛΟΤ δεν έχει αρμοδιότητα.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΣΛΟΤ

ΤΑ ΜΕΛΗ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1004/2017 Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 102 του ν. 4446/2016 (Α’ 240)

Αθήνα, 4/1/2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Α.Α.Δ.Ε.
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
ΤΜΗΜΑ Α’
Ταχ. Δ/νση:Καρ. Σερβίας
Ταχ. Κώδικας:101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες:
Τηλέφωνο:2103375878
Fax:210 3375834
E-Mail:[email protected]
Url: www.aade.gr

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ

ΠΟΛ 1004/2017

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 102 του ν. 4446/2016 (Α’ 240).

Με το ν.4446/2016 και ειδικότερα με το άρθρο 102 αυτού επέρχονται τροποποιήσεις στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (Α’ 330) και συγκεκριμένα αντικαθίσταται η παράγραφος 8 αυτού και προστίθεται παράγραφος 9, τις οποίες σας κοινοποιούμε.

Α. Από την παράγραφο 1 του άρθρου 102, με την οποία αντικαθίσταται η παράγραφος 8 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002, προκύπτει ότι οι εξαιρέσεις των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου ισχύουν ακόμα και όταν τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν τις μετοχές, μερίδια ή μερίδες ανωνύμων εταιρειών, εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών δεν είχαν αποκτήσει αριθμό φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα μέχρι τον χρόνο φορολογίας, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1. Οι εταιρείες (Α.Ε., Ε.Π.Ε., ΟΕ και Ε.Ε.) έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), εφόσον τα κράτη αυτά δεν ανήκουν στα μη συνεργάσιμα κράτη, όπως ορίζονται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

2. Οι ανωτέρω εταιρείες είχαν αποκτήσει ακίνητα μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2009.

3. Τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν τις μετοχές, μερίδια ή μερίδες των ανωτέρω εταιρειών ήταν, κατά τον χρόνο φορολογίας, φορολογικοί κάτοικοι κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), εφόσον τα κράτη αυτά δεν ανήκουν στα μη συνεργάσιμα κράτη, όπως ορίζονται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, και διέθεταν αριθμό φορολογικού μητρώου του κράτους αυτού.

4. Τα φυσικά πρόσωπα έχουν αποκτήσει ή αποκτούν αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) στην Ελλάδα μετά τον χρόνο φορολογίας και το αργότερο εντός μηνός από τη δημοσίευση του ν.4446/2016 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία (δημοσίευση) έγινε στις 22-12-2016.

Β. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του κοινοποιούμενου άρθρου η προαναφερόμενη ρύθμιση εφαρμόζεται και στις υποθέσεις, οι οποίες κατά την κατάθεση του ν.4446/2016 στη Βουλή των Ελλήνων, ήτοι την 12-12-2016, ήταν εκκρεμείς ενώπιον της Φορολογικής Διοίκησης ή των Διοικητικών Δικαστηρίων καθώς και για υποθέσεις για τις οποίες εκκρεμούσε η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής ή ενδίκου μέσου. Επίσης εφαρμόζεται και σε υποθέσεις για τις οποίες οι σχετικές πράξεις είχαν εκδοθεί άλλα δεν είχαν κοινοποιηθεί μέχρι την 12-12-2016, οπότε σε αυτές τις περιπτώσεις οι εκδοθείσες πράξεις τροποποιούνται με πράξη του οργάνου που τις εξέδωσε.

Σύμφωνα με την ίδια παράγραφο, για τη χορήγηση της εξαίρεσης επιβάλλεται το πρόστιμο της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013, δηλαδή 2.500 ευρώ, για κάθε έτος καθυστέρησης απόκτησης αριθμού φορολογικού μητρώου.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1203/2016 Διαδικασία απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή

ΠΟΛ 1203/2016

(ΦΕΚ Β’ 4396/30-12-2016)

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5 και 24 του ν. 2859/2000 «Κύρωση Κώδικα ΦΠΑ» (ΦΕΚ Α’ 248/07.11.2000), όπως ισχύει,

2. τις διατάξεις του άρθρου 146 της οδηγίας αριθ. 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα του φόρου προστιθεμένης άξιας (L 347/11.12.2006), όπως ισχύει,

3. τις διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 269/10.10.2013) και ιδίως των άρθρων 158, 170 και 269,

4. τις κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθ. 2446/2015 της Επιτροπής (L 343/29.12.2015) και ιδίως των άρθρων 19, 246-249,

5. τις διατάξεις εφαρμογής του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθ. 2447/2015 της Επιτροπής (L 343/29.12.2015) και ιδίως των άρθρων 326-340,

6. τις διατάξεις του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α’ 98/22.04.2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα»,

7. την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (ΦΕΚ 130/ Β’/28.01.2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως ισχύει,

8. την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου αριθ. 1/20.01.2016 «Επιλογή και διορισμός Γεν. Γραμματέα της Γεν. Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ τ. Υ.Ο.Δ.Δ. 18/20.01.2016),

9. την ανάγκη αναθεώρησης της διαδικασίας απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή λόγω των αλλαγών που έχουν επέλθει στις διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας για το καθεστώς της εξαγωγής και της κατάργησης του άρθρου 1 της ΠΟΛ.1262/2.8.1993 Α.Υ.Ο. με την ΠΟΛ.1167/29.7.2015 απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 1808/Β’/21.08.2015),

10. την αριθ. Α.Υ.Ο. 1015809/1597/0014/ΠΟΛ.1024/21.1.1993 (ΦΕΚ 110 Β72.3.1993) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών,

11. το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη για τον κρατικό προϋπολογισμό,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Διαδικασία απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή από τον πωλητή – εξαγωγέα

Για την απαλλαγή από το φόρο προστιθεμένης αξίας των παραδόσεων αγαθών που ενεργούνται από υποκείμενο στο ΦΠΑ πωλητή-εξαγωγέα στο εσωτερικό της χώρας σε αγοραστή εγκατεστημένο εκτός Ε.Ε. απαιτείται:

α) Υποβολή τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας. Επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής δηλώνεται ο ΑΦΜ του υποκείμενου στο φόρο πωλητή-εξαγωγέα.

β) Τιμολόγιο πώλησης που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα» με την ένδειξη «ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΦΠΑ – ΑΡΘΡΟ 24 ν. 2859/2000 «ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΠΑ» και δηλώνεται επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής.
Ειδικά για τις λιανικές πωλήσεις αγαθών που ενεργούνται από υποκείμενο στο ΦΠΑ πωλητή-εξαγωγέα εγκατεστημένο στην Ελλάδα σε αγοραστή-ιδιώτη εγκατεστημένο εκτός Ε.Ε δύναται να εκδίδεται, κατά τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, στοιχείο λιανικής πώλησης (απόδειξη λιανικής πώλησης) από την οποία να προκύπτουν τα στοιχεία του πελάτη.

γ) Αποδεικτικό εξόδου των αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε όπως προκύπτει από το ηλεκτρονικό μήνυμα ΙΕ 599 «Γνωστοποίηση ολοκλήρωσης εξαγωγής» – «Export Notification» το οποίο εκδίδεται από το Τελωνείο Εξαγωγής μέσω του υποσυστήματος Ελέγχου Εξαγωγών του ICISnet.
Σε περίπτωση υποβολής από τον υποκείμενο στο φόρο πωλητή-εξαγωγέα του οικείου τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής σε άλλο Κράτος Μέλος, κατά τις διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας, οποιοδήποτε αποδεικτικό εξόδου των αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε το οποίο παρέχεται από αρμόδια τελωνειακή αρχή άλλου Κράτους Μέλους της Ε.Ε.

δ) Τραπεζικό μέσο πληρωμής από το οποίο θα προκύπτει η καταβολή του αντιτίμου της αξίας του τιμολογίου πώλησης, για κάθε συναλλαγή ξεχωριστά ή συγκεντρωτικά για περισσότερες συναλλαγές, κατά το μέρος της αντιπαροχής που δεν καταβάλλεται σε είδος και δεν συμψηφίζεται λογιστικά έναντι οφειλής του αντισυμβαλλομένου.
Στις περιπτώσεις που για συγκεκριμένες συναλλαγές, ή για συγκεκριμένες επιχειρήσεις λόγω της φύσης των εργασιών τους, η προσκόμιση τραπεζικού μέσου πληρωμής είναι αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής, ο λόγος της αδυναμίας εξόφλησης με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής πρέπει να αναγράφεται πάνω στο σώμα του φορολογικού στοιχείου που εκδίδεται και να αποδεικνύεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Επίσης το ανωτέρω γεγονός θα γνωστοποιείται στην αρμόδια φορολογική και τελωνειακή αρχή αποκλειστικά πριν την πραγματοποίηση της εξαγωγής προκειμένου να αξιολογούνται τα πραγματικά περιστατικά κατά τη διενέργεια του ελέγχου, ανεξαρτήτως του χρόνου που ο τελευταίος θα διενεργηθεί.
Εφόσον η εξόφληση της συναλλαγής γίνεται με μετρητά ή παραδίδονται συναλλαγματικές οι οποίες εξοφλούνται εκτός τραπεζικού συστήματος, ο υποκείμενος στο φόρο πωλητής υποχρεούται να καταθέσει εντός δύο εργάσιμων ημερών από την πραγματοποίηση της εξαγωγής σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί σε οποιαδήποτε αναγνωρισμένη τράπεζα ή πιστωτικό οργανισμό το ποσό των μετρητών που εισέπραξε.

Άρθρο 2
Διαδικασία απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή από πρόσωπο εγκατεστημένο εκτός Ε.Ε.

Για την απαλλαγή από το φόρο προστιθεμένης αξίας στην παράδοση αγαθών που εξάγονται εκτός της Κοινότητας από το μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας αγοραστή, υποκείμενο ή μη στο φόρο πρόσωπο, ο οποίος δύναται σε περιστασιακή βάση και σύμφωνα με τα οριζόμενα στις τελωνειακές διατάξεις να υποβάλλει τελωνειακά παραστατικά εξαγωγής, ακολουθείται η εξής διαδικασία:

α) Ο υποκείμενος στο φόρο πωλητής των αγαθών παραδίδει τα προς εξαγωγή αγαθά στον αγοραστή εκδίδοντας τιμολόγιο πώλησης με Φ.Π.Α. ή απόδειξη λιανικής πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα».

β) Ο αγοραστής – εξαγωγέας, εφόσον οι τελωνειακές αρχές κάνουν αποδεκτό το αίτημα υποβολής τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής, αποστέλλει στον πωλητή, εντός 90 ημερών από την ολοκλήρωση της εξαγωγής, το ηλεκτρονικό μήνυμα ΙΕ 599 «Γνωστοποίηση ολοκλήρωσης εξαγωγής» – «Export Notification». Κατ’ εξαίρεση το ανωτέρω αποδεικτικό δύναται να αποστέλλεται σε μεταγενέστερο χρόνο, εφόσον δικαιολογείται από τα πραγματικά περιστατικά της συναλλαγής.

γ) Ο πωλητής εξαγωγέας εκδίδει πιστωτικό τιμολόγιο στο όνομα του αγοραστή – εξαγωγέα και καταβάλλει το ποσό του Φ.Π.Α. σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου.

Άρθρο 3
Τελικές διατάξεις

1. Με τις διατάξεις της παρούσας καταργείται η ΠΟΛ.1024/21.1.1993 Α.Υ.Ο.

2. Ειδικά για λιανικές πωλήσεις αγαθών σε ταξιδιώτες, τα οποία μεταφέρονται στις προσωπικές τους αποσκευές, εφαρμόζεται η προβλεπόμενη από την ΑΥΟ ΠΟΛ.1338/30.12.1996 διαδικασία απαλλαγής.

3. Η παρούσα ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 28 Δεκεμβρίου 2016

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθμ. οικ. 61502/3399/ 2016 Προσδιορισμός της βάσης υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών από 1.1.2017

Αριθμ. οικ. 61502/3399

(ΦΕΚ Β’ 4330/30-12-2016)

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 2 του ν.4387/2016 (Α’85) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις»,

2. Τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 4425/2016 (Α’ 185). «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις».

3. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του «Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π. δ/τος 63/2005 (Α’98) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα»,

4. Τις διατάξεις του π. δ/τος 113/2014 (Α’180) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας»,

5. Τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4320/2015 (Α’29) «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, και την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών Οργάνων και λοιπές διατάξεις»,

6. Τις διατάξεις του π. δ/τος 125/2016 (Α’210) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών»,

7. Την υπ’ αριθ. οικ. 54041/Δ9.14200 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σχετικά με τροποποίηση της υπ’ αριθμ. Οικ. 44549/Δ9.12193 από 8-10-2015 απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αναστάσιο Πετρόπουλο.» (Β’ 3801),

8. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της απόφασης αυτής, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής

Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης υπάγονται:
α. Οι αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, για τους οποίους σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης.
β. Οι υγειονομικοί που αμείβονται κατά πράξη και περίπτωση καθώς και οι δικηγόροι που βρίσκονται σε αναστολή άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων.
γ. Οι ασφαλισμένοι για τους οποίους βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, προκύπτει υποχρέωση υπαγωγής στον Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ και ασκούν ελεύθερο επάγγελμα.
δ. Τα μέλη ή μέτοχοι Οργανισμών, Κοινοπραξιών ή κάθε μορφής Εταιρειών, πλην των Ανωνύμων και των Ιδιωτικών Κεφαλαιουχικών, των οποίων ο σκοπός συνιστά δραστηριότητα, για την οποία τα ασκούντα αυτή πρόσωπα υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ (επαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική δραστηριότητα),
ε. Τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Ανωνύμων Εταιρειών με αντικείμενο επιχειρήσεως επαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική δραστηριότητα σε όλη την επικράτεια εφόσον αυτά είναι μέτοχοι κατά ποσοστό 3% τουλάχιστον.
στ. Οι μέτοχοι των Ανωνύμων Εταιρειών, των οποίων ο σκοπός είναι η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων επί κομίστρω με αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, εφόσον είναι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών.
ζ. Οι διαχειριστές Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας που ορίστηκαν με το καταστατικό ή με απόφαση των εταίρων.
η. Ο μοναδικός εταίρος Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας.
θ. Οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 και του π.δ. 33/1979, όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κύριων και μη κύριων καταλυμάτων με το ειδικό σήμα λειτουργίας του EOT δυναμικότητας έως και πέντε (5) δωματίων σε ολόκληρη την Επικράτεια, καθώς και για τους ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων των παρ.1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 και του π.δ. 33/1979, όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κύριων και μη κύριων καταλυμάτων με το ειδικό σήμα λειτουργίας του EOT δυναμικότητας από έξι (6) έως μέχρι και δέκα (10) δωματίων σε ολόκληρη την Επικράτεια, που είναι παράλληλα εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 5β του ν. 4144/2013.
ι. Τα πρόσωπα τα οποία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής τους στην ασφάλιση, ασκούσαν κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 ή ασκούν μία από τις ανωτέρω δραστηριότητες ή είχαν ή έχουν μία από τις ανωτέρω ιδιότητες, ακόμα και εάν είχαν εξαιρεθεί ή δεν είχαν υπαχθεί για άλλους λόγους στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ ή του ΕΤΑΑ.
κ. Όσοι για πρώτη φορά από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 και εφεξής αποκτούν ιδιότητα ή προβαίνουν σε έναρξη εργασιών ή δραστηριοτήτων για τους οποίους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ ή στο ΕΤΑΑ ή εμπίπτουν στις περιπτώσεις γ) έως ι) του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 2
Βάση υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών

1. Από 1 Ιανουαρίου 2017 και για κάθε επόμενο έτος, η βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών των υπόχρεων καταβολής εισφορών που υπάγονται στην παρούσα απόφαση και στο άρθρο 39 του ν. 4387/2016, καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση δραστηριότητας κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.

2. Ως καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα κατά την έννοια της ανωτέρω παραγράφου, νοείται το ποσό όπως αυτό κατ’ έτος διαμορφώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως ισχύει κάθε φορά, και αντιστοιχεί στο φορολογητέο εισόδημα από τη δραστηριότητα ή την ιδιότητα που δημιουργεί την υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση.

3. Μηνιαία βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το ποσό που προκύπτει από τη διαίρεση του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος του οικείου φορολογικού έτους δια του δώδεκα.

4. Για τον καθορισμό της μηνιαίας βάσης υπολογισμού συνυπολογίζονται τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί με δελτίο επαγγελματικής δαπάνης.

5. Εάν η προσδιοριζόμενη κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών είναι μικρότερη του ποσού που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, στο ύψος που εκάστοτε διαμορφώνεται, καθώς και στις περιπτώσεις ζημιών ή μηδενικών κερδών ή υποχρεωτικής ασφάλισης λόγω ιδιότητας χωρίς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μηνιαία βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών λαμβάνεται το ύψος του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Στο ίδιο ύψος διαμορφώνεται η βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών για τους δικηγόρους που βρίσκονται σε αναστολή άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας και για τους υγειονομικούς που απασχολούνται χωρίς αμοιβή της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3232/2004.

6. Σε περίπτωση μη υποβολής εκ μέρους του υπόχρεου φορολογικής δήλωσης, οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται προσωρινά επί της βάσης της ανωτέρω παραγράφου, έως ότου καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του φορολογητέου εισοδήματος κατά την έννοια της παρ. 2 της παρούσας.

7. Ειδικότερα για τα πρόσωπα, παλαιούς και νέους ασφαλισμένους κατά τη διάκριση του ν. 2084/1992, τα οποία υπάγονται ή θα υπάγονταν, σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ, καθώς και για τους αυτοαπασχολούμενους αποφοίτους σχολών ανώτατης εκπαίδευσης, που είναι εγγεγραμμένοι σε επιστημονικούς συλλόγους ή επιμελητήρια που έχουν τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών για τα πέντε πρώτα χρόνια ασφάλισης αντιστοιχεί στο 70% επί του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

8. Εάν η προσδιοριζόμενη κατά την παρ.3 του παρόντος άρθρου βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών είναι μεγαλύτερη του ποσού που αντιστοιχεί στο δεκαπλάσιο του κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, ως μηνιαία βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών λαμβάνεται το ύψος του δεκαπλάσιου του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

9. Στις περιπτώσεις που κάποιο από τα πρόσωπα του άρθρου 1 της παρούσας, καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν. 4387/2016 ως μισθωτός, μηνιαία βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του εισοδήματος από την παροχή των μισθωτών υπηρεσιών και του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από τη δραστηριότητα του άρθρου 1, με την επιφύλαξη των ειδικότερων ρυθμίσεων του άρθρου 38 του ν. 4387/2016.

10. Στις περιπτώσεις πολλαπλής δραστηριότητας, η κάθε μία εκ των οποίων δημιουργεί υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, μηνιαία βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από έκαστη δραστηριότητα, με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων στην περ. 5 του παρόντος άρθρου. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις που προκύπτει υποχρέωση πολλαπλής ασφάλισης λόγω ιδιότητας.

11. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, πέραν των ανωτέρω, ασκείται και μία ή περισσότερες δραστηριότητες υπακτέες στην ασφάλιση του ΟΓΑ, σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις του, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, ή βάσει της παρ. 11 του άρθρου 40 του ν.4387/2016, μηνιαία βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από έκαστη δραστηριότητα, με την επιφύλαξη των ειδικότερων ρυθμίσεων του άρθρου 40 του ν. 4387/2016.

12. Τα προβλεπόμενα από τις παρ. 5 και 7 του παρόντος εφαρμόζονται και σε περιπτώσεις πολλαπλής δραστηριότητας, κατά την έννοια των ανωτέρω περιπτώσεων 9, 10 και 11. Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις περιπτώσεις αυτές της παραγράφου 9 λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την παροχή της μισθωτής υπηρεσίας και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα των άλλων δραστηριοτήτων κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους, ώστε η βάση υπολογισμού, όπως προκύπτει από την άθροιση των επιμέρους εισοδημάτων, να μην υπολείπεται της ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού όπως καθορίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, και να μην ξεπερνά το δεκαπλάσιο του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Στις λοιπές περιπτώσεις των παραγράφων 10 και 11 του παρόντος, καταρχάς λαμβάνεται το σύνολο του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος από τη δραστηριότητα που προκύπτει ότι αποτελεί τη βασική πηγή βιοπορισμού και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα των άλλων δραστηριοτήτων κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους, ώστε η βάση υπολογισμού, όπως προκύπτει από την άθροιση των επιμέρους εισοδημάτων, να μην υπολείπεται της ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού όπως καθορίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, και να μην ξεπερνά το δεκαπλάσιο του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

13. Βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών κατά την έννοια της παρούσας απόφασης προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος.

14. Τυχόν διαφορά που προκύπτει μετά από τον υπολογισμό των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών βάσει του πραγματικού εισοδήματος του προηγούμενου φορολογικού έτους κατά την έννοια της παρ. 2 του παρόντος αναζητείται και συμψηφίζεται ισομερώς κατανεμημένη σε μηνιαία βάση έως το μήνα Δεκέμβριο εκάστου έτους.

15. Για όσους προβαίνουν για πρώτη φορά από 1.1.2017 και εντεύθεν σε έναρξη εργασιών ή δραστηριοτήτων του άρθρου 1 της παρούσας, μηνιαία βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών τους εισφορών για τους μήνες που μεσολαβούν από το μήνα της έναρξης εργασιών έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, αποτελεί το ποσό που αντιστοιχεί στο εκάστοτε προβλεπόμενο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, με την επιφύλαξη της παρ. 5 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 3
Λοιπά θέματα

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ο Υφυπουργός
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1203/2016 Διαδικασία απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή

ΠΟΛ 1203/2016

(ΦΕΚ Β’ 4396/30-12-2016)

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5 και 24 του ν. 2859/2000 «Κύρωση Κώδικα ΦΠΑ» (ΦΕΚ Α’ 248/07.11.2000), όπως ισχύει,

2. τις διατάξεις του άρθρου 146 της οδηγίας αριθ. 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα του φόρου προστιθεμένης άξιας (L 347/11.12.2006), όπως ισχύει,

3. τις διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 269/10.10.2013) και ιδίως των άρθρων 158, 170 και 269,

4. τις κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθ. 2446/2015 της Επιτροπής (L 343/29.12.2015) και ιδίως των άρθρων 19, 246-249,

5. τις διατάξεις εφαρμογής του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθ. 2447/2015 της Επιτροπής (L 343/29.12.2015) και ιδίως των άρθρων 326-340,

6. τις διατάξεις του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α’ 98/22.04.2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα»,

7. την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (ΦΕΚ 130/ Β’/28.01.2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως ισχύει,

8. την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου αριθ. 1/20.01.2016 «Επιλογή και διορισμός Γεν. Γραμματέα της Γεν. Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ τ. Υ.Ο.Δ.Δ. 18/20.01.2016),

9. την ανάγκη αναθεώρησης της διαδικασίας απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή λόγω των αλλαγών που έχουν επέλθει στις διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας για το καθεστώς της εξαγωγής και της κατάργησης του άρθρου 1 της ΠΟΛ.1262/2.8.1993 Α.Υ.Ο. με την ΠΟΛ.1167/29.7.2015 απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 1808/Β’/21.08.2015),

10. την αριθ. Α.Υ.Ο. 1015809/1597/0014/ΠΟΛ.1024/21.1.1993 (ΦΕΚ 110 Β72.3.1993) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών,

11. το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη για τον κρατικό προϋπολογισμό,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Διαδικασία απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή από τον πωλητή – εξαγωγέα

Για την απαλλαγή από το φόρο προστιθεμένης αξίας των παραδόσεων αγαθών που ενεργούνται από υποκείμενο στο ΦΠΑ πωλητή-εξαγωγέα στο εσωτερικό της χώρας σε αγοραστή εγκατεστημένο εκτός Ε.Ε. απαιτείται:

α) Υποβολή τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας. Επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής δηλώνεται ο ΑΦΜ του υποκείμενου στο φόρο πωλητή-εξαγωγέα.

β) Τιμολόγιο πώλησης που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα» με την ένδειξη «ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΦΠΑ – ΑΡΘΡΟ 24 ν. 2859/2000 «ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΠΑ» και δηλώνεται επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής.
Ειδικά για τις λιανικές πωλήσεις αγαθών που ενεργούνται από υποκείμενο στο ΦΠΑ πωλητή-εξαγωγέα εγκατεστημένο στην Ελλάδα σε αγοραστή-ιδιώτη εγκατεστημένο εκτός Ε.Ε δύναται να εκδίδεται, κατά τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, στοιχείο λιανικής πώλησης (απόδειξη λιανικής πώλησης) από την οποία να προκύπτουν τα στοιχεία του πελάτη.

γ) Αποδεικτικό εξόδου των αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε όπως προκύπτει από το ηλεκτρονικό μήνυμα ΙΕ 599 «Γνωστοποίηση ολοκλήρωσης εξαγωγής» – «Export Notification» το οποίο εκδίδεται από το Τελωνείο Εξαγωγής μέσω του υποσυστήματος Ελέγχου Εξαγωγών του ICISnet.
Σε περίπτωση υποβολής από τον υποκείμενο στο φόρο πωλητή-εξαγωγέα του οικείου τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής σε άλλο Κράτος Μέλος, κατά τις διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας, οποιοδήποτε αποδεικτικό εξόδου των αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε το οποίο παρέχεται από αρμόδια τελωνειακή αρχή άλλου Κράτους Μέλους της Ε.Ε.

δ) Τραπεζικό μέσο πληρωμής από το οποίο θα προκύπτει η καταβολή του αντιτίμου της αξίας του τιμολογίου πώλησης, για κάθε συναλλαγή ξεχωριστά ή συγκεντρωτικά για περισσότερες συναλλαγές, κατά το μέρος της αντιπαροχής που δεν καταβάλλεται σε είδος και δεν συμψηφίζεται λογιστικά έναντι οφειλής του αντισυμβαλλομένου.
Στις περιπτώσεις που για συγκεκριμένες συναλλαγές, ή για συγκεκριμένες επιχειρήσεις λόγω της φύσης των εργασιών τους, η προσκόμιση τραπεζικού μέσου πληρωμής είναι αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής, ο λόγος της αδυναμίας εξόφλησης με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής πρέπει να αναγράφεται πάνω στο σώμα του φορολογικού στοιχείου που εκδίδεται και να αποδεικνύεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Επίσης το ανωτέρω γεγονός θα γνωστοποιείται στην αρμόδια φορολογική και τελωνειακή αρχή αποκλειστικά πριν την πραγματοποίηση της εξαγωγής προκειμένου να αξιολογούνται τα πραγματικά περιστατικά κατά τη διενέργεια του ελέγχου, ανεξαρτήτως του χρόνου που ο τελευταίος θα διενεργηθεί.
Εφόσον η εξόφληση της συναλλαγής γίνεται με μετρητά ή παραδίδονται συναλλαγματικές οι οποίες εξοφλούνται εκτός τραπεζικού συστήματος, ο υποκείμενος στο φόρο πωλητής υποχρεούται να καταθέσει εντός δύο εργάσιμων ημερών από την πραγματοποίηση της εξαγωγής σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί σε οποιαδήποτε αναγνωρισμένη τράπεζα ή πιστωτικό οργανισμό το ποσό των μετρητών που εισέπραξε.

Άρθρο 2
Διαδικασία απαλλαγής από το φόρο προστιθεμένης αξίας κατά την παράδοση αγαθών προς εξαγωγή από πρόσωπο εγκατεστημένο εκτός Ε.Ε.

Για την απαλλαγή από το φόρο προστιθεμένης αξίας στην παράδοση αγαθών που εξάγονται εκτός της Κοινότητας από το μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας αγοραστή, υποκείμενο ή μη στο φόρο πρόσωπο, ο οποίος δύναται σε περιστασιακή βάση και σύμφωνα με τα οριζόμενα στις τελωνειακές διατάξεις να υποβάλλει τελωνειακά παραστατικά εξαγωγής, ακολουθείται η εξής διαδικασία:

α) Ο υποκείμενος στο φόρο πωλητής των αγαθών παραδίδει τα προς εξαγωγή αγαθά στον αγοραστή εκδίδοντας τιμολόγιο πώλησης με Φ.Π.Α. ή απόδειξη λιανικής πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα».

β) Ο αγοραστής – εξαγωγέας, εφόσον οι τελωνειακές αρχές κάνουν αποδεκτό το αίτημα υποβολής τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής, αποστέλλει στον πωλητή, εντός 90 ημερών από την ολοκλήρωση της εξαγωγής, το ηλεκτρονικό μήνυμα ΙΕ 599 «Γνωστοποίηση ολοκλήρωσης εξαγωγής» – «Export Notification». Κατ’ εξαίρεση το ανωτέρω αποδεικτικό δύναται να αποστέλλεται σε μεταγενέστερο χρόνο, εφόσον δικαιολογείται από τα πραγματικά περιστατικά της συναλλαγής.

γ) Ο πωλητής εξαγωγέας εκδίδει πιστωτικό τιμολόγιο στο όνομα του αγοραστή – εξαγωγέα και καταβάλλει το ποσό του Φ.Π.Α. σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου.

Άρθρο 3
Τελικές διατάξεις

1. Με τις διατάξεις της παρούσας καταργείται η ΠΟΛ.1024/21.1.1993 Α.Υ.Ο.

2. Ειδικά για λιανικές πωλήσεις αγαθών σε ταξιδιώτες, τα οποία μεταφέρονται στις προσωπικές τους αποσκευές, εφαρμόζεται η προβλεπόμενη από την ΑΥΟ ΠΟΛ.1338/30.12.1996 διαδικασία απαλλαγής.

3. Η παρούσα ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 28 Δεκεμβρίου 2016

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Σ.ΛΟ.Τ. αριθ. πρωτ.: 2241 ΕΞ 24.10.2016 Εφαρμογή Ε.Λ.Π.

Αθήνα, 24.10.2016
Αριθμ. Πρωτ.: 2241 ΕΞ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ και ΕΛΕΓΧΩΝ Ν.Π.Δ.Δ.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΣΛΟΤ)

ΣΛΟΤ 2241/2016

ΣΧΕΤ 2238

ΘΕΜΑ: «Εφαρμογή ΕΛΠ»

ΕΡΩΤΗΜΑ

Θα σας παρακαλούσα πολύ να μου απαντήσετε αν ένα Ν.Π.Δ.Δ που είναι φορέας Γενικής Κυβέρνησης του Υπουργείο Εσωτερικών και πιο συγκεκριμένα ανήκει στον Υποτομέα ΟΤΑ (τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που ανήκουν, ελέγχονται ή χρηματοδοτούνται από τους ΟΤΑ) σύμφωνα με το αρχείο που διατηρεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή.

1. Είναι υπόχρεο σε τήρηση του κλαδικού λογιστικού σχεδίου και όχι των ΕΛΠ; και αν ναι στο κλαδικό λογιστικό σχέδιο σύμφωνα με το Π.Δ. 315/1999 ή Π.Δ. 205/1998;
2. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ελέγχονται από ορκωτό λογιστή;
3. Εφαρμόζουν την αναλυτική λογιστική εκμεταλλεύσεως της ομάδας 9 υποχρεωτικά;

Δεδομένα:

1. ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. 4308

Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής
2. Οι παρακάτω οντότητες εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου
δ) Οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 14 του Ν. 4270/2014 (Α΄ 143) οι οποίοι μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος είχαν την υποχρέωση εφαρμογής του Π.Δ. 1123/1980 (Α΄ 283).

ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. 4270 28/06/2014

Άρθρο 156 Λογιστικό Σχέδιο Γενικής Κυβέρνησης

3. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της προηγούμενης παραγράφου εξακολουθεί να ισχύει η εφαρμογή του διπλογραφικού συστήματος, στη σύνταξη του Ισολογισμού, του Απολογισμού, των οικονομικών καταστάσεων και στο σχεδιασμό γενικά της λογιστικής της Γενικής Κυβέρνησης, που καταρτίσθηκε με:

γ. το π.δ. 205/1998 (Α΄ 163) «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου,

ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. 4257 14/04/2014

Άρθρο 33

Οι διατάξεις του π.δ. 315/1999 (Α΄ 302) που ισχύουν για τους δήμους, περί του Διπλογραφικού Συστήματος Γενικής και Αναλυτικής Λογιστικής – Κοστολόγησης, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και για τα δημοτικά ιδρύματα, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους συνδέσμους αυτών, εξαιρουμένων των σχολικών επιτροπών. Ομοίως, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία από τους ανωτέρω φορείς, οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 209 του N. 3463/2006 (Α΄ 114), στην περίπτωση που η ταμειακή τους λειτουργία δεν διεξάγεται από τους δήμους που τους έχουν συστήσει

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Με βάση το άρθρο 1 του Ν. 4308/2014, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 του Ν. 4410/2016 και ισχύει, εάν μέχρι την εφαρμογή του Ν. 4308/2014 είχατε υποχρέωση να εφαρμόζετε κλαδικό λογιστικό σχέδιο του δημοσίου τομέα, συνεχίζετε να εφαρμόζετε αυτό το λογιστικό πλαίσιο. Εάν εφαρμόζατε το ΕΓΛΣ του ΠΔ 1123/80, εφεξής εφαρμόζετε τα ΕΛΠ.

Για το θέμα του ελέγχου το ΣΛΟΤ δεν έχει αρμοδιότητα.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΣΛΟΤ

ΤΑ ΜΕΛΗ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Σ.ΛΟ.Τ. αριθ. πρωτ.: 2243 ΕΞ 24.10.2016 Ληφθείσες εγγυήσεις και λογιστική απεικόνιση τους σύμφωνα με Ε.Γ.Λ.Σ.

Αθήνα, 24.10.2016
Αριθμ. Πρωτ.: 2243 ΕΞ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ και ΕΛΕΓΧΩΝ Ν.Π.Δ.Δ.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΣΛΟΤ)

ΣΛΟΤ 2243/2016

ΘΕΜΑ: «Ληφθείσες εγγυήσεις και λογιστική απεικόνιση τους σύμφωνα με Ε.Γ.Λ.Σ»

ΕΡΩΤΗΜΑ

Παρακαλώ να με ενημερώσετε σε ποιο λογ/μο του Ε.Γ.Λ.Σ θα έπρεπε να αποτυπωθούν έως 31/12/2014, ληφθείσες εγγυήσεις που έχει πάρει μια επιχείρηση από πελάτη της.

Πιο συγκεκριμένα η επιχείρηση έχει παραλάβει επιταγές από πελάτη της (λήξεως του ίδιου και το αργότερο του επόμενου έτους) ως εγγύηση για την είσπραξη των απαιτήσεων της.

Επαναλαμβάνω το ερώτημα, σε ποιο λογ/μο του ΕΓΛΣ θα έπρεπε να αποτυπώνονται καθώς και σε ποιο στοιχεί του ισολογισμού στο Παθητικό.

Στον Πανδέκτη του Σακέλλη γράφει στην ανάλυση του λογ/μου 53.09 ”Δικαιούχοι χρηματικών εγγυήσεων” ότι εκεί καταχωρούνται οι χρηματικές εγγυήσεις που, για διάφορους λόγους, καταθέτονται στην επιχ/ση από τρίτους.

Ακολουθώντας τον Σακέλλη θα πρέπει η επιχ/ση να καταχωρήσει στον συγκεκριμένο λογ/μο τις ληφθείσες εγγυήσεις και να τις αποτυπώσει στον ισολογισμό στις Υποχρεώσεις, Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις, στοιχείο 11 Πιστωτές διάφοροι.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Οι επιταγές που λαμβάνονται ως εγγυήσεις για εξασφάλιση απαιτήσεων της οντότητας από πελάτες της, παρακολουθούνται σε λογαριασμούς τάξεως 02.09/06.09 του ΕΓΛΣ. Με αυτόν τον τρόπο δεν επηρεάζονται τα μεγέθη του Ενεργητικού και του Παθητικού με στοιχεία που δεν εμπίπτουν στον ορισμό στοιχείων Ενεργητικού και Υποχρεώσεων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΣΛΟΤ

ΤΑ ΜΕΛΗ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner