ΠΟΛ.1271/19.12.2015 Τροποποίηση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1185/2011 (ΦΕΚ Β΄ 1949) «Δημοσιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο»
ΦΕΚ Β’ 3001/31-12-2015)
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Tις διατάξεις:
α) των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 9 του Ν. 3943/2011 (Α΄ 66), περί δημοσιοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο,
β) των άρθρων 2, 4, 5 παρ. 2β, 6, 7, 8, 10, 11, 19, 22 παρ. 9 και 24 του Ν. 2472/1997 (Α΄ 50), όπως ισχύουν,
γ) του Ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ Α΄ 90) «Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύουν,
δ) του Ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α΄ 170) «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας», όπως ισχύουν,
ε) του Π.δ. 28/2015 (Α΄ 34) «Κωδικοποίηση διατάξεων για την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα και στοιχεία»,
στ) του Π.Δ. 111/2014 (Α΄ 178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύουν,
ζ) του Π.δ.73/2015 (Α΄ 116) «Διορισμός του Αντιπροέδρου Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».
2. α) Την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1185/1.9.2011 (ΦΕΚ Β΄ 1949) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Δημοσιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο»,
β) την υπ’ αριθμ. Δ6Α 1058824 ΕΞ 2014/8.4.2014 (Β΄ 865, 1079 και 1846) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων «Ανακαθορισμός της εσωτερικής διάρθρωσης και των αρμοδιοτήτων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και μετονομασία ορισμένων από αυτές», όπως ισχύει.
γ) Την υπ’ αριθμ. Δ6Α 1036682 ΕΞ 2014/25.2.2014 (Β΄ 478 και 558) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής “Με Εντολή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων” σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης», όπως ισχύει.
δ) Την υπ’ αριθμ. Δ.ΟΡΓ.Α 1041643 ΕΞ 2015/26.3.2015 (Β΄ 543) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής “Με Εντολή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων” σε Προϊσταμένους Τελωνείων και σε υπαλλήλους αυτών»,
ε) την υπ’ αριθμ. Υ14/7.10.2015 (Β΄ 2144) απόφαση του Πρωθυπουργού περί ανάθεσης αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Τρύφωνα Αλεξιάδη.
3. Την ανάγκη εναρμόνισης της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1185/1.9.2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών αφενός με τις διατάξεις του Ν. 4174/2013, και αφετέρου με τις διατάξεις του νέου οργανισμού του Υπουργείου Οικονομικών (Π.Δ. 111/2014).
4. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Άρθρο Μόνο
1. Στο άρθρο 2 της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1185/1.9.2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών οι λέξεις: «Αναρτώνται συνολικές ληξιπρόθεσμες κατά Κ.Ε.Δ.Ε., βασικές οφειλές προς το Δημόσιο άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ βεβαιωμένες, ανά φυσικό ή νομικό πρόσωπο» αντικαθίστανται από τις λέξεις: «Αναρτώνται συνολικές ληξιπρόθεσμες βασικές οφειλές, σύμφωνα με τον Ν. 4174/2013 και το Ν.δ. 356/1974, προς το Δημόσιο άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ανά φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα». Στο ίδιο άρθρο μετά τις λέξεις: «των ανωτέρω οφειλών που δημοσιοποιούνται προστίθενται» διαγράφονται οι λέξεις «και οι» και προστίθενται οι λέξεις «τόκοι, πρόστιμο,».
2. Όπου στις περιπτώσεις 5 και 6 του άρθρου 2, στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 και στο άρθρο 7 της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1185/1.9.2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών αναφέρεται η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ), στο εξής νοείται η Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.
Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 5 οι λέξεις: «www.gsis.gr της Γ.Γ.Π.Σ. του Υπουργείου Οικονομικών» αντικαθίστανται από τις λέξεις: «www.publicrevenue.gr της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών».
3. Η περίπτωση 4 του άρθρου 2 της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1185/1.9.2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών καταργείται και οι επόμενες περιπτώσεις του άρθρου αυτού αναριθμούνται.
4. Η περίπτωση β) του άρθρου 3 της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1185/1.9.2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών αντικαθίσταται και προστίθενται στο τέλος αυτής περιπτώσεις γ) και δ) ως εξής:
«β) Οι οφειλές για τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή καταβολής με προσωρινή διαταγή, δικαστική απόφαση, πράξη διοικητικού οργάνου ή εκ του νόμου, γ) οι οφειλές που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης και δ) οι οφειλές αποβιωσάντων οφειλετών».
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΠΟΛ.1252/20.11.2015 Παροχή διευκρινίσεων για την εφαρμογή των διατάξεων του Δέκατου Κεφαλαίου του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, άρθρα 53-62)
ΘΕΜΑ: «Παροχή διευκρινίσεων για την εφαρμογή των διατάξεων του Δέκατου Κεφαλαίου του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, άρθρα 53-62)»
Ι. ΓΕΝΙΚΑ
1. Με τις διατάξεις του Δέκατου Κεφαλαίου του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, εφεξής “ΚΦΔ”, άρθρα 53-62), θεσπίζεται ένα ενιαίο πλαίσιο διατάξεων σχετικά με την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων και τον υπολογισμό τόκων, οι οποίες εφαρμόζονται από 1.1.2014, στις περιπτώσεις μη τήρησης, από την πλευρά των φορολογουμένων, των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον ΚΦΔ και την κείμενη φορολογική νομοθεσία που αφορά σε φόρους, τέλη, εισφορές και πρόστιμα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
2. Στις φορολογίες κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από τυχερά παίγνια, οι διατάξεις του δεκάτου κεφαλαίου του Κ.Φ.Δ. εφαρμόζονται από 1.1.2015 (άρθρο 72 (πρώην 66) παρ. 29). Σημειώνεται ότι για τις υποθέσεις των φορολογιών αυτών, όπου στην παρούσα γίνεται αναφορά στις ημερομηνίες 31.12.2013 και 1.1.2014 λαμβάνονται οι ημερομηνίες 31.12.2014 και 1.1.2015, αντίστοιχα.
3. Βασικά σημεία των διατάξεων του Δεκάτου Κεφαλαίου είναι τα εξής:
α) Επιβάλλονται κυρώσεις τόσο για διαδικαστικές (άρθρα 54 και 56) όσο και για ουσιαστικές παραβάσεις (άρθρα 58, 58Α και 59).
Οι διαδικαστικές παραβάσεις σχετίζονται με τη μη τήρηση των διαδικαστικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΦΔ ή τη λοιπή φορολογική νομοθεσία, και έχουν ως στόχο την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, ενώ οι ουσιαστικές παραβάσεις συνδέονται με τη μη τήρηση των ουσιαστικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη φορολογική νομοθεσία, έχουν ως συνέπεια τη μη καταβολή ή καταβολή μειωμένου φόρου ή την είσπραξη επιστροφής φόρου, και διαπιστώνονται πάντοτε κατόπιν ελέγχου.
Τα πρόστιμα των άρθρων 58, 58Α και 59 για τις ουσιαστικές παραβάσεις επιβάλλονται μόνο κατόπιν ελέγχου και διαφοροποιούνται ανάλογα με τη φορολογία για την οποία επιβάλλονται. Έτσι, το πρόστιμο του άρθρου 58 είναι η γενική ρύθμιση για τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε παραβάσεις σχετικές με όλους τους φόρους, τέλη και εισφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ, πλην του ΦΠΑ και των παρακρατούμενων φόρων, για τους οποίους υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις στα άρθρα 58Α και 59, αντίστοιχα.
β) Ως προς τη σώρευση των προστίμων για την ίδια παράβαση, στην περίπτωση που οι σχετικές διαδικαστικές παραβάσεις διαπιστώνονται κατόπιν ελέγχου, επιβάλλεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 62, το μεγαλύτερο μεταξύ των προστίμων του άρθρου 54 και των προστίμων των άρθρων 58, 58Α ή 59, κατά περίπτωση. γ)
Εισάγεται νέο άρθρο 55Α, ως γενική διάταξη για την παραπομπή των εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη. Το νέο άρθρο συνδέει τη διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων με την ποινική διαδικασία και τις επιβαλλόμενες ποινικές κυρώσεις για τα εγκλήματα φοροδιαφυγής, η οποία εισάγεται πλέον ως ειδικό κεφάλαιο στον ΚΦΔ (Δωδέκατο Κεφάλαιο, άρθρα 66-71, βλ. άρθρο 8 ν. 4337/2015), κατόπιν κατάργησης των σχετικών διατάξεων του ν. 2523/1997.
4. Η δομή των διατάξεων του Δέκατου Κεφαλαίου του ΚΦΔ είναι η εξής:
α) Τόκος εκπρόθεσμης καταβολής (άρθρο 53)
β) Διαδικαστικές παραβάσεις (άρθρο 54)
γ) Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (άρθρο 54Α)
δ) Χρόνος επιβολής τόκων και προστίμων στον ΕΝ.Φ.Ι.Α. (άρθρο 54Β)
ε) Παραβάσεις φοροδιαφυγής (άρθρο 55)
στ) Παραπομπή εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη (άρθρο 55Α)
ζ) Πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής ή ανακριβούς/ατελούς Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών ή Φακέλου Ενδοομιλικών Συναλλαγών (άρθρο 56)
η) Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής (άρθρο 57)
θ) Πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης (άρθρο 58)
ι) Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με τον φόρο προστιθέμενης αξίας (άρθρο 58Α)
ια) Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με παρακρατούμενους φόρους (άρθρο 59)
ιβ) Παρεμπόδιση, υπόθαλψη και συνέργεια (άρθρο 60)
ιγ) Απαλλαγή λόγω ανωτέρας βίας (άρθρο 61)
ιδ) Επιβολή, κοινοποίηση και πληρωμή τόκων και προστίμων (άρθρο 62)
ΙΙ. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 53-62
1. Τόκος εκπρόθεσμης καταβολής (άρθρο 53 παρ. 1)
Ο τόκος εκπρόθεσμης καταβολής υπολογίζεται σε κάθε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής οποιουδήποτε ποσού φόρου, τέλους, προστίμου ή εισφοράς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ και για τα οποία εκδόθηκαν πράξεις προσδιορισμού από την 1.1.2014 και μετά. Ο τόκος δεν συνιστά κύρωση αλλά υπολογίζεται λόγω της καθυστέρησης στην εξόφληση των οφειλών.
Μεταβατικά, και μέχρι τις 31.12.2017, ο τόκος υπολογίζεται σε μηνιαία βάση κατά την είσπραξη για ολόκληρο τον μήνα (άρθρο 72 (πρώην 66) παρ. 15).
Αφετηρία για τον υπολογισμό του τόκου είναι η επόμενη ημέρα από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής. Ειδικά, στην περίπτωση εκπρόθεσμης ή τροποποιητικής δήλωσης, καθώς και πράξεων εκτιμώμενου, διορθωτικού ή προληπτικού προσδιορισμού του φόρου που αφορούν φορολογικές υποχρεώσεις, περιόδους, χρήσεις, υποθέσεις ή φορολογικά έτη από την 1.1.2014 και μετά, αφετηρία υπολογισμού των τόκων λαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας κατά την οποία θα έπρεπε να είχε αρχικά καταβληθεί, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, ο κατά περίπτωση φόρος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 παρ. 1 και 5, 53 παρ. 3 του ΚΦΔ και 6 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν, συνάγεται ότι τόκος υπολογίζεται και επί των προστίμων του ΚΦΔ. Επίσης, δεν διενεργείται ανατοκισμός (άρθρο 53 παρ. 3).
Το ύψος του επιτοκίου υπολογισμού των τόκων ανέρχεται σήμερα σε 8,76 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως (0,73% μηνιαίως), δυνάμει της αριθμ. ΔΠΕΙΣ 1198598 ΕΞ 2013/31.12.2013 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.
Επισημαίνεται ότι η χορήγηση αναστολής στα πλαίσια της ειδικής διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά το άρθρο 63 του ίδιου ως άνω νόμου, καθώς και η χορήγηση αναστολής από τα διοικητικά δικαστήρια δεν απαλλάσσουν τον φορολογούμενο από την υποχρέωση καταβολής τόκων εκπρόθεσμης καταβολής για τις ανασταλείσες οφειλές του.
Στις φορολογίες κεφαλαίου [πλην του Ενιαίου Φόρου ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), για τον οποίο υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 54Β του Κ.Φ.Δ.], όπου προβλέπεται η καταβολή του φόρου σε δόσεις, αφετηρία για τον υπολογισμό του τόκου αποτελεί η επόμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας καταβολής της κάθε δόσης. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται άμεση καταβολή του φόρου [π.χ. φόρος μεταβίβασης ακινήτων, φόρος για χρηματική δωρεά, φόρος για άρση απαλλαγής πρώτης κατοικίας, ειδικός φόρος επί των ακινήτων (Ε.Φ.Α.) κ.λπ.], ο φόρος καταβάλλεται εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της δήλωσης ή την έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου (άρθρο 15 ν.4223/2013). Συνεπώς, ο τόκος εν προκειμένω υπολογίζεται από την επόμενη της εκπνοής του τριημέρου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα τα ισχύοντα και για τις άλλες φορολογίες. Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα:
Παράδειγμα
Θάνατος 5/1/2015. Η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι 6 μήνες από την ημερομηνία θανάτου. Ο φόρος είναι καταβλητέος σε 12 ίσες διμηνιαίες δόσεις.
Κληρονόμοι είναι οι Α και Β, οι οποίοι υποβάλλουν δήλωση φόρου κληρονομιάς στις 30/5/2015 και στις 15/10/2015 αντίστοιχα.
Εφόσον ο Α καταβάλλει εμπρόθεσμα τις δόσεις του, δεν υπολογίζεται τόκος. Εάν κάποια δόση καταβληθεί εκπρόθεσμα, υπολογίζεται τόκος γι’ αυτήν ανάλογα με την καθυστέρηση από την ημερομηνία λήξης της συγκεκριμένης δόσης.
Ο Β έχει υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση (με καθυστέρηση 3,5 μηνών). Συνεπώς, εκτός από το πρόστιμο του άρθρου 54 (100 ευρώ), για το ποσό φόρου που θα καταβληθεί εκπρόθεσμα θα υπολογιστεί τόκος για το χρονικό αυτό διάστημα,. Εφόσον ο Β καταβάλλει τις δόσεις του μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται, δεν υπολογίζεται τόκος. Εάν κάποια δόση καταβληθεί εκπρόθεσμα, υπολογίζεται τόκος γι’ αυτήν ανάλογα με την καθυστέρηση από την ημερομηνία λήξης της συγκεκριμένης δόσης. Σημειώνεται για τις Δ.Ο.Υ. ότι, προκειμένου να υλοποιηθεί τούτο και δεδομένου ότι ο τόκος υπολογίζεται κατά την καταβολή, κατά τον προσδιορισμό του φόρου θα αναγράφεται ως ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης η τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης (εν προκειμένω στο παράδειγμα η 31.8.2015).
2. Διαδικαστικές παραβάσεις (άρθρο 54)
α) Μη υποβολή, εκπρόθεσμη υποβολή, ελλιπής υποβολή δηλώσεων από τις οποίες δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα (παρ. 1 περ. α’)
Για κάθε παράβαση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, από την οποία δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου (πιστωτικές και μηδενικές δηλώσεις), καθώς και φορολογικής δήλωσης πληροφοριακού χαρακτήρα, η οποία αφορά φορολογικά έτη, υποθέσεις και περιόδους από 1.1.2014 και μετά, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ (περ. α’ της παρ. 1 σε συνδυασμό με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 54). Δηλώσεις πληροφοριακού χαρακτήρα είναι, μεταξύ άλλων, οι καταστάσεις φορολογικών στοιχείων πελατών-προμηθευτών της παρ. 3 του άρθρου 14, οι ανακεφαλαιωτικοί πίνακες ενδοκοινοτικών συναλλαγών, τα έντυπα προϋπολογιστικού και απολογιστικού κόστους, οι γνωστοποιήσεις, οι δηλώσεις μητρώου (πλην της δήλωσης εγγραφής στο φορολογικό μητρώο), η δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης κ.λπ.
Ελλιπής δήλωση είναι η δήλωση η οποία δεν είναι πλήρης ως προς τη συμπλήρωση όλων των τυπικών στοιχείων της, ή, στην περίπτωση που έχουν αναγραφεί όλα τα τυπικά στοιχεία, αυτά δεν είναι πλήρη ή δεν έχουν αναγραφεί κατά τρόπο ώστε να απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση. Δεν θεωρείται ελλιπής η δήλωση που δεν περιλαμβάνει στοιχεία στα οποία η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να έχει πρόσβαση από άλλες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου για τα οποία υπάρχει υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης, πλην των περιπτώσεων στις οποίες η προσκόμιση συγκεκριμένων δικαιολογητικών προκύπτει από το ισχύον νομοθετικό ή κανονιστικό πλαίσιο (π.χ. υπουργικές αποφάσεις καθορισμού δικαιολογητικών για τη χορήγηση απαλλαγών).
Ειδικά, ελλιπής κατάσταση φορολογικών στοιχείων, πελατών και προμηθευτών, νοείται η κατάσταση στην οποία δεν έχουν συμπεριληφθεί τα οριζόμενα στις κείμενες διατάξεις στοιχεία, ή στην περίπτωση που έχουν συμπεριληφθεί, αυτά δεν είναι πλήρη ή δεν έχουν αναγραφεί κατά τρόπο ώστε να απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση του φορολογούμενου.
Επισημαίνεται ότι πρόστιμο υποβολής ελλιπούς δήλωσης πληροφοριακού χαρακτήρα κατά το άρθρο 54, παρ. 2, περ. α’ ΚΦΔ, προβλέπεται μόνον στις φορολογίες Κεφαλαίου. Αναφορικά με τις πληροφοριακού χαρακτήρα δηλώσεις του μητρώου, επισημαίνεται ότι δεν επιβάλλεται πρόστιμο για τις μεταβολές ατομικών στοιχείων φορολογούμενου, φυσικού προσώπου, που δηλώνονται ηλεκτρονικά ή για μεταβολές που λαμβάνονται ή πρόκειται να λαμβάνονται απευθείας από άλλους φορείς, μέσω ανταλλαγής αρχείων. Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1178/11.8.2015 Απόφαση ΓΓΔΕ, δεν επιβάλλεται πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης «Απόδοσης Α.Φ.Μ./Μεταβολής ατομικών στοιχείων» (έντυπο Μ1), για οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων αυτής και στις περιπτώσεις που η δήλωση υποβάλλεται με αυτοπρόσωπη παρουσία στη Δ.Ο.Υ. Τυχόν πρόστιμο που επιβλήθηκε ή καταβλήθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος της ΠΟΛ.1178/11.8.2015 Απόφασης ΓΓΔΕ, δεν επιστρέφεται, δεν διαγράφεται, δεν συμψηφίζεται ούτε αναζητείται κατ’ άλλο τρόπο.
Τέλος, διευκρινίζεται ότι για την υποβολή μετά την 1.1.2014 εκπρόθεσμων δηλώσεων από τις οποίες δεν προκύπτει φόρος για καταβολή ή δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα που αφορούν φορολογικές υποχρεώσεις, περιόδους, χρήσεις και υποθέσεις έως την 31.12.2013, επιβάλλονται τα πρόστιμα του άρθρου 4 του ν. 2523/1997 με τον περιορισμό το καταβλητέο σε καθεμία περίπτωση ποσό να μην ξεπερνά το προβλεπόμενο πρόστιμο των εκατό (100) ευρώ που ορίζεται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του ν.4174/2013 (άρθ. 72 (πρώην 66) παρ. 19)
β) Εκπρόθεσμη υποβολή ή μη υποβολή δηλώσεων από τις οποίες προκύπτει φόρος για καταβολή (παρ. 1 περ. β’ και γ’)
Για την εκπρόθεσμη υποβολή ή τη μη υποβολή δηλώσεων από τις οποίες προκύπτει φόρος για καταβολή (άρθρο 54 παρ. 1 περ. β’), καθώς και δηλώσεων απόδοσης παρακρατούμενων φόρων (άρθρο 54 παρ. 1 περ. γ’ ), επιβάλλεται, κατά περίπτωση, πρόστιμο εκατό (100) ευρώ, όταν ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος τήρησης λογιστικών βιβλίων, διακοσίων πενήντα (250) ευρώ όταν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα, και πεντακόσιων (500) ευρώ, εάν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα (περ. β’ και γ’ της παρ. 1 σε συνδυασμό με τις περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 54). Εάν ο φορολογούμενος ήταν υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών με βάση τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. που ίσχυσαν μέχρι 31.12.2014 και για τις δραστηριότητές του που εντασσόταν σε διαφορετικές κατηγορίες βιβλίων (π.χ. απλογραφικά και διπλογραφικά βιβλία) επιβάλλεται το πρόστιμο που αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη κατηγορία βιβλίων.
Τα πρόστιμα του άρθρου 54 δεν επιβάλλονται σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης ΦΠΑ ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα (άρθρο 54 παρ. 2).
Δεν επιβάλλεται πρόστιμο σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη φορολογική υποχρέωση (εκ παραδρομής).
Δεδομένου ότι η μη υποβολή δήλωσης διαπιστώνεται μόνον κατόπιν ελέγχου, το πρόστιμο του άρθρου 54, κατόπιν ελέγχου, επιβάλλεται μόνον εφόσον είναι μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στα άρθρα 58, 58Α (περ. 2) ή 59, κατά περίπτωση, αντί αυτών, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 62.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:
Παραδείγματα
1. Εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, με χρεωστικό ποσό φόρου 1000 ευρώ, από υπόχρεο που τηρεί διπλογραφικά βιβλία, για την οποία η προθεσμία υποβολής και καταβολής λήγει στις 30.4.2015.
Ο υπόχρεος υποβάλλει τη δήλωση και εξοφλεί συνολικά το φόρο στις 10.07.2015. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο φορολογούμενος θα πρέπει να καταβάλει:
Φόρος 1.000 ευρώ
Πρόστιμο άρθρου 59 0 ευρώ
Τόκοι άρθρου 53 (φόροςΧ0,73%Χ3 μήνες εκπρόθεσμης καταβολής) 21,9 ευρώ
Πρόστιμο άρθρου 54 500 ευρώ
Συνολική οφειλή στις 10.7.2015 1.521,9 ευρώ
2. Υποβάλλεται εκπρόθεσμη τροποποιητική δήλωση παρακρατούμενου φόρου από υπόχρεο τήρησης διπλογραφικών βιβλίων, με καταληκτική ημερομηνία υποβολής 30.6.2015. Έστω ότι η αρχική είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα και είχε εξοφληθεί εμπρόθεσμα. Η τροποποιητική αυτή δήλωση υποβάλλεται στις 20.9.2015, με διαφορά φόρου 100 ευρώ. Σε αυτήν την περίπτωση ο φορολογούμενος θα πρέπει να καταβάλει:
Φόρος (διαφορά φόρου) 100 ευρώ
Πρόστιμο άρθρου 59 0 ευρώ
Τόκοι άρθρου 53 (φόρος 100Χ0,73%Χ 3 μήνες εκπρόθεσμης καταβολής) 2,19 ευρώ
Πρόστιμο άρθρου 54 (δεν επιβάλλεται λόγω εμπρόθεσμης αρχικής) 0 ευρώ
Συνολική οφειλή στις 20-9-2015 102,19ευρώ
γ) Μη ανταπόκριση σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων (παρ. 1 περ. δ’)
Για παραβάσεις μη ανταπόκρισης φορολογουμένων σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ σε μη υπόχρεο τήρησης βιβλίων, διακοσίων πενήντα (250) ευρώ σε υπόχρεο τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα και πεντακοσίων (500) ευρώ σε υπόχρεο τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα (περ. δ’ της παρ. 1 σε συνδυασμό με τις περ. β’, γ’ δ’ της παρ. 2 του άρθ. 54).
Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του φορολογούμενου στο αίτημα για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων, η παράβαση ανάγεται στο χρόνο που έλαβε αποδεδειγμένα χώρα το γεγονός της μη ανταπόκρισης και τα πρόστιμα επιβάλλονται κατά το χρόνο παρέλευσης της προθεσμίας, που τίθεται από την Φορολογική Διοίκηση με το σχετικό αίτημα / πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στο φορολογούμενο.
Εάν ο φορολογούμενος ήταν υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών με βάση τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. που ίσχυσαν μέχρι 31.12.2014, για τις δραστηριότητές που εντάσσονται σε διαφορετικές κατηγορίες βιβλίων (π.χ. απλογραφικά και διπλογραφικά βιβλία) επιβάλλεται το πρόστιμο που αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη κατηγορία βιβλίων.
Επισημαίνεται ότι δεν θεωρείται μη ανταπόκριση σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης η μη προσκόμιση στοιχείων εκ μέρους του φορολογούμενου, εφόσον γι’ αυτά προβλέπεται αυτεπάγγελτη αναζήτηση.
δ) Άρνηση συνεργασίας στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου (παρ. 1 περ. ε’)
Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου ο φορολογούμενος αρνείται να συνεργαστεί, π.χ. παρεμποδίζει το φορολογικό έλεγχο με θετικές ενέργειες ή τους υπαλλήλους που διενεργούν το φορολογικό έλεγχο να κατάσχουν, εφόσον το θεωρούν αναγκαίο, οποιαδήποτε βιβλία, έγγραφα, αρχεία ή στοιχεία, ακόμη και ανεπίσημα, επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ (άρθρο 54 παρ. 2 περ. ε’).
Επισημαίνεται ότι δεν θεωρείται άρνηση συνεργασίας η μη ανταπόκριση σε αίτημα για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων, διότι τα περιστατικά αυτά εμπίπτουν στην ειδικότερη ρύθμιση της περίπτωσης δ’.
ε) Μη γνωστοποίηση στη Φορολογική Διοίκηση του διορισμού φορολογικού εκπροσώπου (παρ. 1 περ. στ’)
Στις περιπτώσεις μη υποβολής της σχετικής δήλωσης με την οποία φορολογούμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που δεν διαθέτει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα, δηλώνει φορολογικό εκπρόσωπο στην Ελλάδα (σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1) και επιβάλλεται πρόστιμο, διακοσίων πενήντα (250) ευρώ αν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος σε τήρηση βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα, ή πεντακοσίων (500) ευρώ αν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος σε τήρηση βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα (άρθρο 54 παρ. 2 περ. γ’ και δ’).
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της ανωτέρω δήλωσης επιβάλλεται το πρόστιμο εκατό (100) ευρώ, σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 54 σε συνδυασμό με την περ. α’ της παρ. 2 του ιδίου άρθρου.
στ) Μη εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγραφή σε αυτό περισσότερες φορές (παρ. 1 περ. ζ’)
Σε περίπτωση που φορολογούμενος, ή οποιοδήποτε πρόσωπο υπέχει τέτοια υποχρέωση, δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές, επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ (άρθρο 54 παρ. 2 περ. ε’).
Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνονται οι παραβάσεις μη υποβολής της δήλωσης Απόδοσης Α.Φ.Μ./Μεταβολής ατομικών στοιχείων από φυσικό πρόσωπο ή της δήλωσης Έναρξης/Μεταβολής εργασιών από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για την εγγραφή αυτών στο φορολογικό μητρώο (απόδοση Α.Φ.Μ.).
Το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι φορολογούμενος, φυσικό, νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, έχει εγγραφεί στο φορολογικό μητρώο, μετά την 1.1.2014, περισσότερες από μία φορές. Στις περιπτώσεις που η εγγραφή στο φορολογικό μητρώο περισσότερες από μία φορές διαπράχθηκε μέχρι 31.12.2013, ανεξάρτητα από τον χρόνο διαπίστωσης, το σχετικό πρόστιμο υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του ίδιου νόμου.
Επισημαίνεται ότι, προκειμένου το ανωτέρω πρόστιμο να επιβληθεί σε φορολογούμενο που έχει εγγραφεί στο φορολογικό Μητρώο περισσότερες από μία φορές, αυτό που εξετάζεται κάθε φορά κατά τον έλεγχο, είναι αν το ίδιο πρόσωπο, εν γνώσει του, προέβη στις σχετικές ενέργειες για την απόκτηση Α.Φ.Μ., περισσοτέρων του ενός, τους οποίους και έχει χρησιμοποιήσει π.χ. στην έκδοση ή τη λήψη φορολογικών στοιχείων, την υποβολή δηλώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ., όπως δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α., στοιχείων ακινήτων (Ε9), Ε.Φ.Α., παρακρατούμενων φόρων κ.λπ. και γενικά σε συναλλαγές του με τη Φορολογική Διοίκηση.
ζ) Μη συμμόρφωση του φορολογουμένου με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις του (παρ. 1 περ. η’)
1. Για μη συμμόρφωση με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις, επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ (άρθρο 54 παρ. 2 περ. ε’).
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 13, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015, “Κάθε πρόσωπο με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα υποχρεούται να τηρεί αξιόπιστο λογιστικό σύστημα και κατάλληλα λογιστικά αρχεία σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία, για τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και άλλων πληροφοριών σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, το λογιστικό σύστημα και τα λογιστικά αρχεία εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά τα επιμέρους συστατικά τους, σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία και την καταλληλότητά τους.”
Ως μη συμμόρφωση με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις, θεωρείται, π.χ., η μη τήρηση των προβλεπόμενων από τις σχετικές διατάξεις βιβλίων, καθώς και η τήρηση βιβλίων κατώτερης κατηγορίας από την προβλεπόμενη.
Επίσης, ως μη συμμόρφωση θεωρείται η μη διαφύλαξη των λογιστικών αρχείων (βιβλίων και στοιχείων), καθώς και η μη διαφύλαξη των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών, φορολογικών μνημών, και αρχείων που δημιουργούν οι φορολογικοί ηλεκτρονικοί μηχανισμοί (άρθρο 13 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015), στον χρόνο που ορίζουν οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13.
Επισημαίνεται ότι για την εφαρμογή του άρθρου 13 του ν. 4174/2013 θα δοθούν αναλυτικές οδηγίες με νεώτερη εγκύκλιο.
2. Σχετικά με τους φορολογικούς ηλεκτρονικούς μηχανισμούς (ΦΗΜ) επισημαίνεται ότι για παραβάσεις που διαπράττονται έως την 31.12.2015 επιβάλλονται τα πρόστιμα του άρθρου 10 του ν. 1809/1988 (άρθρο 38 παρ. 2 ν. 4308/2014, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 του ν. 4337/2015).
Σημειώνεται ότι, για τις παραβάσεις μη διαφύλαξης (απώλειας) φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, οι οποίες ανάγονται σε φορολογικές περιόδους πριν την 1.1.2014, εφαρμόζονται οι μεταβατικές διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 7 του ν. 4337/2015 και επιβάλλονται τα πρόστιμα της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, δηλαδή ποσό ίσο με το 1/3 του επιβαλλόμενου προστίμου από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, κατά περίπτωση, για κάθε παράβαση.
3. Τέλος, δεν επιβάλλονται πρόστιμα για τις λοιπές περιπτώσεις διαδικαστικών παραβάσεων τήρησης βιβλίων και έκδοσης φορολογικών στοιχείων (π.χ. εκπρόθεσμη ενημέρωση βιβλίων, μη εμπρόθεσμη ενημέρωση βιβλίων, εκπρόθεσμη έκδοση στοιχείων κ.λπ.), οι οποίες ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1.1.2014 και μετά.
η) Μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση φορολογικών στοιχείων (παρ. 1 περ. θ’)
1. Μετά την κατάργηση της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54, με την περίπτωση β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015 (έναρξη ισχύος 17.10.2015), για τις παραβάσεις της μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης αποδείξεων λιανικής πώλησης ή επαγγελματικών στοιχείων που διαπράχθηκαν από τις 17.10.2015 και μετά δεν επιβάλλονται αυτοτελή πρόστιμα. Οι περιπτώσεις αυτές πλέον αντιμετωπίζονται ως μια ενιαία παράβαση, μαζί με τις λοιπές περιπτώσεις που διαπιστώνονται στα πλαίσια του ιδίου ελέγχου, ανεξάρτητα από το είδος και το πλήθος των παραβάσεων και εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54.
Αντίθετα, τα πρόστιμα της περίπτωσης θ’ επιβάλλονται για παραβάσεις που διαπράχθηκαν έως και 16.10.2015, ανεξάρτητα από τον χρόνο διαπίστωσής τους. Για αντίστοιχες παραβάσεις προγενέστερες της έναρξης ισχύος του ΚΦΔ εφαρμόζονται οι μεταβατικές διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 7 του ν. 4337/2015.
2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των περιπτώσεων δ’ και ε’ της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015, μετά την κατάργηση των ως άνω αναφερόμενων διατάξεων της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54, καταργούνται τα ανώτατα όρια των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, που προβλέπονταν από τις διατάξεις των περιπτώσεων γ’ και δ’ της παραγράφου 2.
3. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015 προστέθηκε νέο άρθρο 58Α αναφορικά με την επιβολή προστίμων για παραβάσεις σχετικές με τον Φ.Π.Α.
Ως εκ τούτου, για κάθε παράβαση μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης αποδείξεων λιανικής πώλησης ή επαγγελματικών στοιχείων, ανεξαρτήτως αξίας, για πράξη που επιβαρύνεται με Φ.Π.Α., και η οποία (παράβαση) διαπράττεται από την 17.10.2015 (έναρξη ισχύος ν. 4337/2015) και μετά, επιβάλλεται πρόστιμο ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού Φ.Π.Α. που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς αντίστοιχα (άρθρο 58Α παρ. 1).
Με τον τρόπο αυτό το ύψος του προστίμου συνδέεται με την αποφυγή απόδοσης του Φ.Π.Α. και όχι με τον αριθμό των μη εκδοθέντων στοιχείων.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω περιπτώσεων (περ. η’ της παρ. 1 του άρθρου 54 σε συνδυασμό με την κατάργηση της περ. θ’ της παρ. 1 του άρθρου 54) παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα: Παραδείγματα
1. Κατά τη διενέργεια ελέγχου, στις 25.10.2015, σε επιχείρηση, η οποία αν και ήταν υπόχρεη σε τήρηση διπλογραφικών βιβλίων, τηρούσε απλογραφικά βιβλία, διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν εκδοθεί δέκα (10) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Στην περίπτωση αυτή, για τη μη τήρηση διπλογραφικών βιβλίων (πλήρη λογιστικά πρότυπα), καταλογίζεται παράβαση της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 και επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ. Για τη μη έκδοση δέκα τιμολογίων καταλογίζεται παράβαση της περίπτωσης 1 του άρθρου 58Α και επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% επί του ΦΠΑ που θα προέκυπτε από τα μη εκδοθέντα τιμολόγια, δηλαδή του ΦΠΑ που θα είχε αναγραφεί επ’ αυτών αν είχαν εκδοθεί νομίμως.
2. Κατά τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, στις 21.1.2016, σε ΕΠΕ (κέντρο διασκέδασης) που τηρεί διπλογραφικά βιβλία, διαπιστώθηκε η μη έκδοση τριάντα πέντε (35) Αποδείξεων Λιανικών Συναλλαγών (ΑΛΣ) για πώληση αγαθών/παροχή υπηρεσιών την ημέρα του ελέγχου, η εκπρόθεσμη υποβολή καταστάσεων πελατών-προμηθευτών φορολογικής περιόδου 2013, καθώς και η μη διαφύλαξη των μνημών του ΦΗΜ. Στην περίπτωση αυτή καταλογίζονται οι εξής παραβάσεις:
α. Για την εκπρόθεσμη υποβολή καταστάσεων πελατών – προμηθευτών φορολογικής περιόδου 2013 καταλογίζεται παράβαση της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 και επιβάλλεται πρόστιμο της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, δηλαδή 100 ευρώ.
β. Για τη μη διαφύλαξη των μνημών του ΦΗΜ , καταλογίζεται παράβαση της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 και επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου.
γ. Για τη μη έκδοση τριάντα πέντε (35) ΑΛΣ καταλογίζεται παράβαση της περίπτωσης 1 του άρθρου 58Α και επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% επί του ΦΠΑ που θα προέκυπτε από τις μη εκδοθείσες ΑΛΣ, δηλαδή του ΦΠΑ που αναλογεί στην αξία τους αν είχαν εκδοθεί νομίμως.
3. Κατά τη διενέργεια ελέγχου, στις 15.9.2015, σε ατομική επιχείρηση (συνεργείο αυτοκινήτων) που τηρεί βιβλία με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα διαπιστώθηκε η μη έκδοση σαράντα (40) ΑΛΣ κατά την περίοδο από 1.9.2014 έως 15.9.2015. Στην περίπτωση αυτή καταλογίζονται οι εξής παραβάσεις:
α. Για τη μη έκδοση σαράντα ΑΛΣ, καταρχάς καταλογίζεται παράβαση της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 και επιβάλλεται πρόστιμο 250 ευρώ για κάθε παράβαση με ανώτατο όριο τα 30.000,00 ευρώ (άρθρο 54 παρ.2 περ. γ’, όπως ίσχυε μέχρι την 16.10.2015). Σε περίπτωση, όμως, που η μη έκδοση των ΑΛΣ είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής και η αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 5.000,00 ευρώ, τότε αντί του ανωτέρω προστίμου, θα επιβληθεί πρόστιμο ίσο με το 25% επί της αξίας των μη εκδοθεισών ΑΛΣ (άρθρο 7 παρ. 5 ν. 4337/2015).
β. Ως προς τον φόρο εισοδήματος και τον ΦΠΑ που αναλογεί στις ανωτέρω ΑΛΣ, εφόσον έχουν υποβληθεί ανακριβείς δηλώσεις, θα επιβληθεί πρόστιμο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 58 ως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον ν.4337/2015, εκτός εάν οι νεότερες ρυθμίσεις του άρθρου 58 ή 58Α (παρ. 2) είναι ευνοϊκότερες (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 4337/2015), καθώς και τόκος εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 53.
4. Κατά τη διενέργεια ελέγχου, στις 15.12.2015, σε επιχείρηση διαπιστώνεται η εκπρόθεσμη έκδοση ΑΛΣ, μη συνεχόμενη αρίθμηση στα στοιχεία και εκπρόθεσμη ενημέρωση των βιβλίων. Στην περίπτωση αυτή δεν επιβάλλονται πρόστιμα του άρθρου 54, δεδομένου ότι πρόκειται για διαδικαστικές παραβάσεις που δεν έχουν ως συνέπεια ουσιαστική φορολογική παράβαση. Ειδικά για την παράβαση της εκπρόθεσμης έκδοσης ΑΛΣ και εφόσον αυτή συνεπάγεται την υποβολή ανακριβών δηλώσεων φόρου εισοδήματος ή ΦΠΑ, θα επιβληθούν τα πρόστιμα που αφορούν την υποβολή ανακριβών δηλώσεων (άρθρα 58 και 58Α, κατά περίπτωση, και με εφαρμογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος αν η ανακρίβεια αφορά περίοδο προγενέστερη της 17.10.2015), εφόσον ο αναλογών φόρος δεν έχει περιληφθεί και αποδοθεί με δήλωση υποβληθείσα πριν τη διενέργεια του ελέγχου.
θ) Εφαρμογή του άρθρου 54 στις φορολογίες κεφαλαίου
Στις φορολογίες κεφαλαίου [κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, κερδών από τυχερά παίγνια, μεταβίβασης ακινήτων, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), Ειδικού Φόρου επί των Ακινήτων (Ε.Φ.Α.)] και στις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9), εφόσον ο φορολογούμενος διαπράξει οποιαδήποτε από τις παραβάσεις των περιπτώσεων α’, β’, γ’, δ’ και στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού (δηλαδή αν δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή φορολογική δήλωση ή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα, αν δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου (κερδών από τυχερά παίγνια), αν δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων (π.χ. δικαιολογητικά για την απαλλαγή από τον Ε.Φ.Α. κ.λπ), τότε επιβάλλεται σε βάρος του πρόστιμο εκατό (100) ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 54, ανεξάρτητα αν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος σε τήρηση λογιστικών βιβλίων. Στις εν λόγω φορολογίες, εφόσον πρόκειται για την παράβαση της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 (μη συνεργασία του φορολογουμένου στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου) επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, όπως και στις λοιπές φορολογίες.
Ειδικά για τις δηλώσεις ΕΝ.Φ.Ι.Α. φυσικών και νομικών προσώπων, δεδομένου ότι οι δηλώσεις αυτές συντίθενται μηχανογραφικά από το Υπουργείο Οικονομικών με βάση τις υποβληθείσες δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9), δεν επιβάλλεται πρόστιμο, εφόσον έχει επιβληθεί πρόστιμο για την εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων Ε9. Σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμων τροποποιητικών δηλώσεων στοιχείων ακινήτων (Ε9) σε περισσότερα του ενός έτη, ο αρμόδιος Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. επιβάλλει ένα μόνο πρόστιμο, εφόσον στις δηλώσεις αυτών των ετών επαναλαμβάνονται οι ίδιες μεταβολές. Σε περίπτωση που σε κάποιο έτος περιλαμβάνονται και άλλες μεταβολές, επιβάλλεται πρόστιμο χωριστά για κάθε έτος. Το πρόστιμο επιβάλλεται, σύμφωνα με τα ισχύοντα, στο έτος που δημιουργείται η υποχρέωση υποβολής της δήλωσης.
ι) Επανάληψη της ίδιας παράβασης και διαπίστωσή της σε νέο φορολογικό έλεγχο (άρθρο 54 παρ. 3)
Στην περίπτωση που, εντός πενταετίας από την έκδοση αρχικής πράξης επιβολής προστίμου για παράβαση του άρθρου 54 παρ.1, διαπιστωθεί στο πλαίσιο διενεργούμενου ελέγχου η εκ νέου διάπραξη της ίδιας παράβασης επιβάλλεται το διπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου και σε διάπραξη εκ νέου της ίδιας παράβασης το τετραπλάσιο του αρχικού προστίμου (άρθρο 54 παρ. 3). Εάν μέχρι την εκ νέου διάπραξη έχουν ισχύσει ευνοϊκότερες διατάξεις, επιβάλλεται, κατά περίπτωση, το διπλάσιο ή το τετραπλάσιο του οφειλομένου προστίμου με βάση τις ευνοϊκότερες διατάξεις. Επανάληψη της ίδιας παράβασης (και όχι απλώς παράβασης που εμπίπτει στην ίδια περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 54), για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, θεωρείται η διαπίστωση της ίδιας παράβασης εντός πενταετίας, στο πλαίσιο διαφορετικού ελέγχου και εφόσον έχει ήδη εκδοθεί η αρχική πράξη. Έτσι για παράδειγμα δεν αποτελεί ίδια παράβαση η εκπρόθεσμη ή ανακριβής υποβολή δήλωσης πληροφοριακού χαρακτήρα όταν οι δηλώσεις αυτές υποβάλλονται δυνάμει διαφορετικών διατάξεων νόμου ή κανονιστικών πράξεων (λ.χ. δεν θεωρείται ίδια παράβαση η μη υποβολή δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μισθώσεων ακίνητης περιουσίας με τη μη υποβολή τριμηνιαίας κατάστασης συμφωνητικών).
Επίσης, ως προς τις παραβάσεις της περίπτωσης η’, που αφορούν την παρ. 1 του άρθρου 13, εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο και νοείται επανάληψη παράβασης εφόσον διαπιστώνονται σε διαφορετικό έλεγχο και για διαφορετική χρήση.
Επίσης, νοείται επανάληψη παράβασης μη διαφύλαξης, σε κάθε περίπτωση, που αυτή αφορά διαφορετικό βιβλίο ή στοιχείο.
Τα πρόστιμα της παραγράφου αυτής επιβάλλονται μόνο εφόσον η αρχική παράβαση έχει διαπραχθεί μετά την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ.
Παράδειγμα
Εάν στο πλαίσιο ελέγχου έχει διαπιστωθεί παράβαση μη υποβολής καταστάσεων φορολογικών στοιχείων πελατών – προμηθευτών, για την οποία έχει εκδοθεί σχετική πράξη επιβολής προστίμου και μέσα στην ίδια χρήση κατά την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο ή εντός πενταετίας από την επιβολή του προστίμου, διαπιστωθεί εκ νέου μη υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων πελατών – προμηθευτών για άλλη περίοδο (διάπραξη ίδιας παράβασης), στο πλαίσιο νέου ελέγχου εντός της ίδιας πενταετίας, επιβάλλεται το διπλάσιο της αξίας του αρχικά προβλεπόμενου προστίμου (διακόσια (200) ευρώ), ενώ για κάθε επόμενη διαπίστωση εκ νέου διάπραξης ίδιας παράβασης, από νέο έλεγχο, εντός πενταετίας από την πρώτη πράξη επιβολής προστίμου, επιβάλλεται το τετραπλάσιο της αξίας του αρχικά προβλεπόμενου προστίμου (τετρακόσια (400) ευρώ). Διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος συμμορφώνεται οικειοθελώς, υποβάλλοντας εκπρόθεσμα τις σχετικές δηλώσεις. Επίσης δεν θεωρείται υποτροπή η επανάληψη της ίδιας παράβασης σε περισσότερα έτη, τα οποία ελέγχονται με την ίδια εντολή ελέγχου.
3. Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (άρθρο 54Α)
Σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 54Α, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν.4330/2015, οι συμβολαιογράφοι, οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται σε ένα τοις χιλίοις (1‰) επί της αξίας του μεταβιβαζομένου ακινήτου ή δικαιώματος επ’ αυτού, το οποίο πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 300 ευρώ ούτε ανώτερο από 1.000 ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής το πρόστιμο διπλασιάζεται.
Για την εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου οδηγίες θα δοθούν με νεότερη εγκύκλιο που θα εκδοθεί γενικά για θέματα σχετικά με τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων.
4. Χρόνος επιβολής τόκων και προστίμων στον ΕΝΦΙΑ (άρθρο 54Β)
Δεδομένου ότι η δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου συντίθεται μηχανογραφικά από τις υποβαλλόμενες δηλώσεις στοιχείων ακινήτων, στις περιπτώσεις στις οποίες ο φορολογούμενος δεν υποβάλει δήλωση στοιχείων ακινήτων ή υποβάλλει εκπρόθεσμη ή ανακριβή τέτοια δήλωση, με συνέπεια τη μη διενέργεια εκκαθάρισης του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή την εκκαθάριση ή τον προσδιορισμό αυτού σε μεταγενέστερο χρόνο, ως αφετηρία για την επιβολή των τόκων και προστίμων ορίζεται η επομένη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής δήλωσης στοιχείων ακινήτων του οικείου έτους.
5. Παραβάσεις φοροδιαφυγής (άρθρο 55)
Από 1.12.2015 καταργούνται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 55 (άρθρο 7 παρ. 9 ν. 4337/2015, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ. 3 ν. 4342/2015, Α’ 143), ενώ από 17.10.2015 (έναρξη ισχύος ν. 4337/2015) καταργήθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 55 (άρθρο 3 παρ. 4 περ. β’ ν. 4337/2015).
Συνεπώς, από την 17.10.2015 και εφεξής δεν θα επιβάλλονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές πρόστιμα για τις παρακάτω περιπτώσεις παραβάσεων:
α. Μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση φορολογικών στοιχείων αξίας άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
β. Έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων.
γ. Έκδοση – Λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων.
δ. Νόθευση φορολογικών στοιχείων.
ε. Καταχώριση στα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο.
Διευκρινίζεται ότι για τις εκκρεμείς υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις για τις οποίες είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 55 και διαπράχθηκαν από την έναρξη ισχύος της ως άνω διάταξης (ήτοι 26.7.2013, κατά περίπτωση, άλλως από 1.1.2014 κατά τα οριζόμενα στην τότε ισχύουσα παράγραφο 32 του άρθρου 66, νυν 72, του ν. 4174/2013) και μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4337/2015 (17.10.2015), εφαρμόζονται οι μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του νόμου αυτού, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατωτέρω.
6. Παραπομπή εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη (άρθρο 55Α)
Με την παράγραφο 5 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015 εισάγεται νέο άρθρο 55Α στον ΚΦΔ με τις διατάξεις του οποίου αποσαφηνίζονται οι περιπτώσεις υποθέσεων, για τις οποίες πρέπει να ακολουθηθεί και η διαδικασία επιβολής ποινικών κυρώσεων, παράλληλα με τη διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων, από τις λοιπές, για τις οποίες θα επιβάλλονται μόνο διοικητικές κυρώσεις.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 55Α, με το πέρας της ελεγκτικής διαδικασίας, δηλαδή την έκδοση οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, η Φορολογική Διοίκηση θα παραπέμπει στην ποινική διαδικασία μόνο τις παραβάσεις, οι οποίες συνιστούν εγκλήματα φοροδιαφυγής κατά το νέο άρθρο 66, με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς, αμελλητί (άμεσα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση). Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.
Η ποινική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από την τυχόν άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Επίσης, προσδιορίζεται ο χρόνος της έναρξης παραγραφής των εγκλημάτων φοροδιαφυγής, με σημείο έναρξης αυτού την τελεσιδικία της απόφασης, επί άσκησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο, ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της ως άνω προθεσμίας άσκησης προσφυγής (άρθρο 55Α παρ. 3).
7. Πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής ή ανακριβούς/ατελούς Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών ή Φακέλου Τεκμηρίωσης Ενδοομιλικών Συναλλαγών (άρθρο 56)
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 56 ορίζεται ότι, σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής ή ανακριβούς/ατελούς υποβολής του Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών της παραγράφου 3 του άρθρου 21 ΚΦΔ επιβάλλεται πρόστιμο υπολογιζόμενο σε ποσοστό ένα χιλιοστό (1/1000) των συναλλαγών του υπόχρεου φορολογούμενου για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση τεκμηρίωσης. Το παραπάνω πρόστιμο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πεντακοσίων (500) ευρώ και μεγαλύτερο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής τροποποιητικού συνοπτικού πίνακα, το παραπάνω πρόστιμο επιβάλλεται μόνο αν μεταβάλλονται τα ποσά των συναλλαγών και οι συνολικές σωρευτικές διαφορές είναι, κατά απόλυτη τιμή, άνω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών το παραπάνω πρόστιμο υπολογίζεται επί των ποσών που αφορά η ανακρίβεια, η οποία διαπιστώνεται στο πλαίσιο ελέγχου και επιβάλλεται μόνο αν η ανακρίβεια αφορά ποσοστό μεγαλύτερο του 10% των συνολικών συναλλαγών για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση τεκμηρίωσης. Στο Κεφάλαιο Η’ της ΠΟΛ.1144/15.5.2014 Απόφασης ΓΓΔΕ (Β’ 1374) ορίζεται ότι ο Συνοπτικός Πίνακας Πληροφοριών θεωρείται ανακριβής/ατελής όταν δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο του φακέλου τεκμηρίωσης και όταν δεν δηλώνονται σε αυτόν ορθά και πλήρως τα οριζόμενα στοιχεία του παραρτήματος της ΠΟΛ.1097/9.4.2014.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 56 ορίζεται ότι, σε περίπτωση μη υποβολής του Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών επιβάλλεται πρόστιμο υπολογιζόμενο σε ποσοστό ένα χιλιοστό (1/1000) των συναλλαγών για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση τεκμηρίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ και μεγαλύτερο των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 56 ορίζονται κλιμακούμενα πρόστιμα, σε περίπτωση εκπρόθεσμης διάθεσης ή μη διάθεσης στη Φορολογική Διοίκηση του φάκελου τεκμηρίωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 21 ΚΦΔ. Στην περίπτωση εκπρόθεσμης διάθεσης από την τριακοστή πρώτη (31η) ημέρα από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης έως την εξηκοστή (60η) ημέρα επιβάλλεται πρόστιμο πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, από την εξηκοστή πρώτη (61η) ημέρα έως την ενενηκοστή (90η) ημέρα επιβάλλεται πρόστιμο δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ενώ στην περίπτωση που δεν διατεθεί καθόλου ή διατεθεί μετά την ενενηκοστή (90η) ημέρα επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ.
Για διευκόλυνση παρατίθενται σε μορφή πίνακα οι κατηγορίες προστίμων με τις σχετικές επιβαρύνσεις:
Περίπτωση Πρόστιμο
α) Εκπρόθεσμη Υποβολή Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών (άρθρο 56 παρ 1, εδ. α’ και β’)
1/1000 επί των προς τεκμηρίωση συναλλαγών
Ελάχιστο πρόστιμο 500 € και μέγιστο 2.000 €
β) Εκπρόθεσμη Υποβολή Τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών (άρθρο 56 παρ. 1 εδ. γ’)
Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η τροποποίηση αφορά συνολικές μεταβολές στο ύψος των προς τεκμηρίωση συναλλαγών άνω των € 200.000:
1/1000 επί των προς τεκμηρίωση συναλλαγών (για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση τεκμηρίωσης)
Ελάχιστο πρόστιμο 500 € και μέγιστο 2.000 €
γ) Υποβολή Ανακριβούς / Ατελούς Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών (άρθρο 56 παρ. 1 εδ. δ’)
Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ανακρίβεια αφορά ποσοστό μεγαλύτερο του 10% των συνολικών συναλλαγών για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση τεκμηρίωσης.
1/1000 επί των ποσών που αφορά η ανακρίβεια
Ελάχιστο πρόστιμο 500 € και μέγιστο 2.000 €
δ) Μη υποβολή Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών (άρθρο 56 παρ. 2)
1/1000 επί των συναλλαγών για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση τεκμηρίωσης.
Ελάχιστο πρόστιμο 2.500 € και μέγιστο 10.000 €
ε) Εκπρόθεσμη διάθεση του φακέλου τεκμηρίωσης στην Φορολογική Διοίκηση (άρθρο 56 παρ. 3)
Παράδοση μεταξύ 31ης ημέρας και 60ης από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης
Πρόστιμο: 5.000 €
Παράδοση μεταξύ 61ης ημέρας και 90ης από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης
Πρόστιμο: 10.000 €
Παράδοση μετά την 90η ημέρα από την κοινοποίηση σχετικής πρόσκλησης ή μη παράδοση
Πρόστιμο: 20.000 €
Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 54 δεν εφαρμόζονται για παραβάσεις σχετικές με την υποβολή του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών ή του φακέλου τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών, καθώς στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 56. Σε περίπτωση όμως διαπίστωσης, στο πλαίσιο ελέγχου, διάπραξης εκ νέου της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, τα σχετικά πρόστιμα επιβάλλονται στο διπλάσιο και στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης, στο τετραπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου (άρθρο 54 παρ. 3). Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:
Παραδείγματα
1. Υπόχρεος τήρησης Φακέλου Τεκμηρίωσης υποβάλλει εκπρόθεσμα ηλεκτρονικά Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών (μετά το πέρας της προθεσμίας της παραγράφου 3 του άρθρου 21, ήτοι μετά το πέρας τεσσάρων μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους).
Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται το πρόστιμο του εδαφίου α’ της παρ. 1 του άρθρου 56, με τον περιορισμό που τίθεται στο εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 56.
Ειδικότερα:
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών με ύψος συναλλαγών προς τεκμηρίωση 400.000€ επιβάλλεται πρόστιμο 1/1000*400.000€ = €400, το οποίο βάσει του τιθέμενου ελαχίστου ορίου του β’ εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 56 ανέρχεται τελικά σε €500.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών με ύψος συναλλαγών προς τεκμηρίωση 600.000€ επιβάλλεται πρόστιμο 1/1000*600.000€ = €600 (εντός οριζομένων ορίων).
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών με ύψος συναλλαγών προς τεκμηρίωση 2.200.000€ επιβάλλεται πρόστιμο 1/1000*2.200.000€ = €2.200, το οποίο βάσει του περιορισμού του β’ εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 56 ανέρχεται τελικά σε € 2.000.
2. Υπόχρεος τήρησης Φακέλου Τεκμηρίωσης υποβάλλει εκπρόθεσμα τροποποιητικό Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών (μετά το πέρας της προθεσμίας της παραγράφου 3 του άρθρου 21, ήτοι μετά το πέρας τεσσάρων μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους). Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται το πρόστιμο του εδαφίου γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 56, υπό την προϋπόθεση η τροποποίηση να αφορά μεταβολές συναλλαγών συνολικού ύψους άνω των 200.000€, κατά απόλυτη τιμή, με τον περιορισμό που τίθεται στο εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 56.
Ειδικότερα:
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών με συνολική διαφορά στο ύψος συναλλαγών, μεταξύ αρχικού και τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών, 200.000€ δεν επιβάλλεται πρόστιμο.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών με συνολική διαφορά στο ύψος συναλλαγών, μεταξύ αρχικού και τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών, 210.000€ (άνω των 200.000€) και συνολικό ύψος συναλλαγών προς τεκμηρίωση, μετά την τροποποίηση, 450.000€ επιβάλλεται πρόστιμο 1/1000*450.000€ = 450€, το οποίο βάσει του τιθέμενου ελαχίστου ορίου του β’ εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 56 ανέρχεται τελικά σε 500€.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών με συνολική διαφορά στο ύψος συναλλαγών, μεταξύ αρχικού και τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών, 210.000€ και συνολικό ύψος συναλλαγών προς τεκμηρίωση, μετά την τροποποίηση, 2.300.000€ επιβάλλεται πρόστιμο 1/1000*2.300.000€ = 2.300€, το οποίο βάσει του περιορισμού του β’ εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 56 ανέρχεται τελικά σε 2.000€.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής περισσοτέρων του ενός τροποποιητικών Συνοπτικών Πινάκων Πληροφοριών με συνολική σωρευτική διαφορά, κατά απόλυτη τιμή, στο ύψος συναλλαγών, μεταξύ αρχικού και τελευταίου τροποποιητικού Πίνακα, 210.000€ και συνολικό ύψος συναλλαγών προς τεκμηρίωση, μετά την τελευταία τροποποίηση, 2.300.000€ επιβάλλεται πρόστιμο 1/1000*2.300.000€ = 2.300€, το οποίο βάσει του περιορισμού του β’ εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 56 ανέρχεται τελικά σε 2.000€. Σε περίπτωση υποβολής νέου τροποποιητικού Πίνακα, ως αρχικός Πίνακας, για τον υπολογισμό ενδεχόμενου νέου προστίμου, θεωρείται ο τελευταίος τροποποιητικός βάσει του οποίου επιβλήθηκε το πρώτο πρόστιμο. Στο παραπάνω παράδειγμα, ως αρχικός Πίνακας θεωρείται εκείνος με τον οποίο δηλώθηκαν συναλλαγές ύψους € 2.300.000.
8. Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής (άρθρο 57)
Μετά την κατάργηση του άρθρου 57 με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 4321/2015 (Α’ 32), δεν προβλέπεται πλέον παράβαση ούτε αντίστοιχο πρόστιμο για εκπρόθεσμη καταβολή φόρου ή άλλου δημοσίου εσόδου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ. Η κατάργηση ισχύει για οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μετά τη δημοσίευση του καταργητικού νόμου, ήτοι μετά τις 21.3.2015.
9. Πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης (άρθρο 58)
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 58, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν.4337/2015 προβλέπεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση φορολογική δήλωση (αρχική/τροποποιητική) υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση το διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς ως εξής:
α) δέκα τοις εκατό (10%) επί του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε (5%) έως είκοσι (20%) τοις εκατό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το είκοσι τοις εκατό (20%) και έως πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
γ) πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.4337/2015, σε περίπτωση που η διαφορά του φόρου μεταξύ πράξης διορθωτικού προσδιορισμού και φορολογικής δήλωσης υπερέβαινε σε ποσοστό το 50% του φόρου που προέκυπτε με βάση τη φορολογική δήλωση, χωρίς η ανακρίβεια να οφείλεται σε πρόθεση του φορολογουμένου, επιβαλλόταν πρόστιμο ίσο με το 30% του ποσού της παραπάνω διαφοράς φόρου (παρ. 1 περ. β’ προϊσχύσαντος άρθρου 58). Με τις διατάξεις του ν. 4337/2015 προβλέπεται για την ως άνω περίπτωση η επιβολή προστίμου ίσου με το 50% του ποσού της διαφοράς του φόρου (παρ. 1 περ. γ’ νέου άρθρου 58).
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 58, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις της περ. β’ της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν.4337/2015 προβλέπεται ότι σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που αναλογεί στην μη υποβληθείσα δήλωση. Στην περίπτωση της μη υποβολής δήλωσης από την οποία προκύπτει φόρος προς καταβολή, που διαπιστώνεται κατόπιν ελέγχου και για την οποία εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 54. Επειδή σωρεύονται περισσότερα πρόστιμα που επιβάλλονται για την ίδια παράβαση, υπερισχύει η διάταξη που προβλέπει το μεγαλύτερο πρόστιμο (άρθρο 62 παρ. 6), και στην περίπτωση αυτή θα επιβάλλεται το μεγαλύτερο κάθε φορά πρόστιμο μεταξύ αυτών, δηλαδή του άρθρου 54 παρ. 2 και του άρθρου 58 παρ. 2.
Ως προς τα τέλη χαρτοσήμου, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που από την κείμενη νομοθεσία προβλέπεται απόδοση τελών χαρτοσήμου εντός ορισμένης προθεσμίας χωρίς την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, για την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται από τον ΚΦΔ, νοείται ως ανακριβής /μη υποβολή δήλωσης η αντίστοιχη ανακριβής / μη απόδοση των τελών χαρτοσήμου που οφείλονται.
10. Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με τον φόρο προστιθέμενης αξίας (άρθρο 58Α)
Με το άρθρο 58Α θεσπίζονται, για πρώτη φορά διακριτά από τις λοιπές φορολογίες, πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με τον ΦΠΑ που διαπιστώνονται κατά τον έλεγχο. Στις παραγράφους 1, 3 και 4 ορίζονται «νέες» παραβάσεις για σκοπούς ΦΠΑ, ενώ με την παράγραφο 2 ορίζεται το πρόστιμο ΦΠΑ για τις παραβάσεις της μη υποβολής ή της ανακριβούς υποβολής δήλωσης.
Το άρθρο 58Α, ως ειδικότερο, αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 58 (άρθρο 62 παρ. 7), για παραβάσεις που αφορούν τον ΦΠΑ. Δεδομένου ότι το άρθρο 58Α αφορά στην επιβολή προστίμων για ουσιαστικές παραβάσεις, στις περιπτώσεις διαπίστωσης παραβάσεων:
– εκπρόθεσμης υποβολής χρεωστικής δήλωσης ΦΠΑ, ή
– μη υποβολής ή ανακριβούς ή εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα (π.χ. δηλώσεις ενδοκοινοτικών αποκτήσεων – παραδόσεων), ή
– μη υποβολής ή ανακριβούς ή εκπρόθεσμης υποβολής μηδενικών ή πιστωτικών δηλώσεων, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 58Α, αλλά το άρθρο 54, ακόμη και αν οι παραβάσεις διαπιστώνονται κατόπιν ελέγχου, καθώς οι προαναφερόμενες συνιστούν παραβάσεις διαδικαστικού χαρακτήρα.
Στην περίπτωση όμως που διαπιστώνεται κατόπιν ελέγχου παράβαση μη υποβολής χρεωστικής δήλωσης ΦΠΑ έχει εφαρμογή τόσο η παράγραφος 2 του άρθρου 58Α όσο και η παράγραφος 2 του άρθρου 54, και κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 62 σύμφωνα με την οποία δεν σωρεύονται περισσότερα πρόστιμα που επιβάλλονται για την ίδια παράβαση υπερισχύει η διάταξη που προβλέπει το μεγαλύτερο μεταξύ αυτών.
Αναλυτικότερα με το άρθρο 58Α προβλέπονται τα εξής:
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 58Α προβλέπεται, για πρώτη φορά, η επιβολή προστίμου ΦΠΑ για τη μη έκδοση φορολογικού στοιχείου, καθώς και για την έκδοση ανακριβούς φορολογικού στοιχείου. Το πρόστιμο στην περίπτωση μη έκδοσης στοιχείου ορίζεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που αναλογεί στο μη εκδοθέν φορολογικό στοιχείο. Το πρόστιμο στην περίπτωση έκδοσης ανακριβούς φορολογικού στοιχείου ορίζεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της διαφοράς μεταξύ του ΦΠΑ που αναλογεί με βάση την αξία του στοιχείου, όπως προκύπτει από τον έλεγχο, και του ΦΠΑ που αναγράφεται ή αναλογεί στο στοιχείο που εκδόθηκε ανακριβώς. Διευκρινίζεται ότι τα πρόστιμα ΦΠΑ της παραγράφου 1 του άρθρου 58Α είναι τα μοναδικά που πλέον επιβάλλονται στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται κατόπιν ελέγχου (π.χ. επιτόπιος μερικός έλεγχος) η μη έκδοση φορολογικών στοιχείων ή η έκδοση ανακριβών φορολογικών στοιχείων, μετά την κατάργηση της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 58A προβλέπεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση την δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση τον διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, επιβάλλεται πρόστιμο που ορίζεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της διαφοράς.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 προβλέπεται επίσης ότι σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από την μη υποβληθείσα δήλωση. Επειδή όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, για την παράβαση της μη υποβολής δήλωσης έχει εφαρμογή και το διαδικαστικό πρόστιμο της παραγράφου 2 του άρθρου 54 υπερισχύει η διάταξη που προβλέπει το μεγαλύτερο κάθε φορά πρόστιμο, βάσει της παραγράφου 6 του άρθρου 62.
Με την παράγραφο 3 του άρθρου 58Α προβλέπεται, για πρώτη φορά, η επιβολή προστίμου ΦΠΑ για λειτουργία επιχείρησης χωρίς να έχει υποβληθεί δήλωση έναρξης οικονομικής δραστηριότητας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Το προβλεπόμενο πρόστιμο ορίζεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ΦΠΑ που θα έπρεπε να είχε αποδοθεί για όλη τη διάρκεια λειτουργίας και για το σύνολο της μη δηλωθείσας οικονομικής δραστηριότητας, όπως αυτό θα προσδιοριστεί από τον έλεγχο. Το συγκεκριμένο πρόστιμο επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις όπου εντοπίζεται, κατόπιν ελέγχου, αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, ως αποτέλεσμα λειτουργίας επιχείρησης χωρίς υποβολή δήλωσης έναρξης.
Διευκρινίζεται ότι στον όρο «μη δήλωση έναρξης οικονομικής δραστηριότητας» περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις υποκείμενων, αλλά απαλλασσόμενων από τον ΦΠΑ προσώπων, τα οποία ξεκινούν μια νέα δραστηριότητα η οποία υπάγεται σε φόρο, χωρίς να υποβάλλουν στο μητρώο την προβλεπόμενη δήλωση μεταβολής.
Σε κάθε περίπτωση, η μη υποβολή δήλωσης μεταβολής κατά τα ανωτέρω δεν επισύρει το συγκεκριμένο πρόστιμο της παραγράφου 3 εφόσον οι φορολογητέες πράξεις καταχωρούνται κανονικά στις δηλώσεις που υποβάλλει ο υποκείμενος.
Με την παράγραφο 4 του άρθρου 58Α προβλέπεται, επίσης για πρώτη φορά, η επιβολή προστίμου για έκδοση φορολογικών στοιχείων με ΦΠΑ από πρόσωπα μη υπόχρεα σε υποβολή δήλωσης. Το προβλεπόμενο πρόστιμο ορίζεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ΦΠΑ που αναγράφεται στο φορολογικό στοιχείο που κακώς εκδόθηκε, αφού δεν είχε τέτοιο δικαίωμα ο εκδότης του, και υπό την προϋπόθεση ότι ο φόρος αυτός δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο.
Το πρόστιμο αυτό καταλαμβάνει τα πρόσωπα εκείνα τα οποία παρανόμως επιβάλλουν ΦΠΑ σε συναλλαγές που πραγματοποιούν, είτε γιατί αυτές είναι εκτός πεδίου εφαρμογής του φόρου είτε γιατί είναι απαλλασσόμενες είτε γιατί τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν την ιδιότητα του υποκείμενου στον φόρο (ιδιώτες). Πλην όμως, όπως προβλέπεται με την παράγραφο 2 του άρθρου 35 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), «οποιοδήποτε πρόσωπο χρεώνει φόρο σε φορολογικό στοιχείο που εκδίδει, υποχρεούται στην απόδοση του φόρου αυτού στο Δημόσιο».
Συνεπώς, εφόσον διαπιστωθεί από τον έλεγχο ότι έχουν πραγματοποιηθεί τέτοιες πράξεις και ο ΦΠΑ δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο, επιβάλλεται το πρόστιμο της παραγράφου 4 του άρθρου 58Α.
Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 58Α ως ειδικότερο αποκλείει την ταυτόχρονη εφαρμογή και του άρθρου 58 για τις παραβάσεις ΦΠΑ που διαπιστώνονται κατά τον έλεγχο. Είναι προφανές ότι αυτό δεν ισχύει για τις παραβάσεις άλλων φορολογιών που διαπιστώνονται ταυτόχρονα, στα πλαίσια του ίδιου ελέγχου, πχ. παραβάσεις ανακρίβειας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Στις περιπτώσεις αυτές έχουν εφαρμογή και τα δύο άρθρα και δεν τίθεται ζήτημα σώρευσης.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα:
Παράδειγμα
Φορολογούμενος το 2015 απέκρυψε κύκλο εργασιών ύψους 200.000 τον οποίο δεν εμφάνισε στα τηρούμενα βιβλία του. Ο φορολογικός έλεγχος διαπιστώνει την υποβολή ανακριβών φορολογικών δηλώσεων ΦΠΑ και εισοδήματος, με το ύψος της διαφοράς να ανέρχεται σε 46.000 ευρώ και 52.000 ευρώ, αντίστοιχα. Η διαφορά φόρου εισοδήματος που προέκυψε από τον έλεγχο υπερβαίνει το 50% σε σχέση με το ποσό που προέκυψε από την αρχική δήλωση του φορολογούμενου. Στον φορολογούμενο επιβάλλονται τα εξής πρόστιμα:
α) 23.000 ευρώ πρόστιμο της παραγράφου 2 του άρθρου 58.Α (46.000Χ50%=23.000 ευρώ) και
β) 26.000 ευρώ πρόστιμο της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 58 (52.000 Χ 50%= 26.000 ευρώ).
11. Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με παρακρατούμενους φόρους (άρθρο 59)
Με τις διατάξεις του άρθρου 59, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με την παράγραφο 9 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015, εξορθολογίζεται το ύψος των προστίμων για τις παραβάσεις της υποβολής ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης παρακρατούμενων φόρων, και προβλέπεται πλέον ρητά ότι το πρόστιμο επιβάλλεται, μόνον εφόσον οι παραβάσεις αυτές διαπιστώνονται κατόπιν ελέγχου. Στην περίπτωση της εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης παρακρατούμενου φόρου και εκπρόθεσμης απόδοσης αυτού, επιβάλλεται μόνο το πρόστιμο του άρθρου 54 και υπολογίζεται και ο τόκος του άρθρου 53, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.
Στην περίπτωση που επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 59, δεν επιβάλλεται αυτό του άρθρου 58 (άρθρο 62 παρ. 7)
Ειδικότερα:
– Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης παρακρατούμενου φόρου από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση απόδοσης φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση.
– Σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δήλωσης παρακρατούμενου φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) επί της διαφοράς του φόρου. Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση μη υποβολής δήλωσης παρακρατούμενου φόρου από την οποία προκύπτει φόρος προς καταβολή, που διαπιστώνεται κατόπιν ελέγχου και για την οποία εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 54. Επειδή σωρεύονται περισσότερα πρόστιμα που επιβάλλονται για την ίδια παράβαση, υπερισχύει η διάταξη που προβλέπει το μεγαλύτερο πρόστιμο (άρθ. 62, παρ. 6), και στην περίπτωση αυτή θα επιβάλλεται το μεγαλύτερο κάθε φορά πρόστιμο μεταξύ αυτών, δηλαδή του άρθρου 54 παρ. 2 και του άρθρου 59 παρ. 1. Τέλος, με τις μεταβατικές διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4337/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις των παραγράφων 6, 7, 8 και 9 του άρθρου 3 του νόμου αυτού, κατά περίπτωση, εφαρμόζονται για πράξεις προσδιορισμού οποιουδήποτε φόρου ή επιβολής προστίμου, τέλους ή εισφοράς που εκδίδονται από την ημερομηνία κατάθεσης του νέου νόμου και αφορούν φορολογικές υποχρεώσεις, περιόδους ή χρήσεις που λήγουν μετά τις 31.12.2013 ή υποθέσεις από 1.1.2014, για τις οποίες είχαν εφαρμογή από 1.1.2014 οι διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του ν. 4174/2013, εφόσον η εφαρμογή τους συνεπάγεται ευνοϊκότερο καθεστώς για τον υπόχρεο.
Διευκρινίζεται δε ότι για εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων παρακρατούμενων φόρων, που έπρεπε να υποβληθούν ή υποβλήθηκαν από 1.1.2014 και μετά και για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί πράξη επιβολής προστίμου, σύμφωνα με το άρθρο 59, όπως αυτό ίσχυε πριν τον ν. 4337/2015, θα επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 54. Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα: Παράδειγμα
Έστω ότι κατόπιν ελέγχου διαπιστώνεται υποβολή ανακριβούς δήλωσης παρακρατούμενου φόρου από υπόχρεο που τηρεί απλογραφικά βιβλία, και προκύπτει επιπλέον φόρος ποσού 1.000 ευρώ. Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φόρου ήταν 30.6.2015. Η παράβαση διαπιστώνεται στις 20.10.2015.
Σ’ αυτήν την περίπτωση ο φορολογούμενος θα καταβάλει:
Φόρος 1.000 ευρώ
Πρόστιμο άρθρου 59 (50% επί της διαφοράς του ποσού φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση) 500 ευρώ
Τόκος άρθρου 53 (0,73*4 μήνες καθυστέρησης) 29,2 ευρώ
Συνολική οφειλή στις 20-10-2015 1.529,2 ευρώ
Στην ανωτέρω περίπτωση, κατά ρητή διατύπωση του άρθρου 62 παρ. 7, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 10 ν. 4337/2015, δεν επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 58.
Επισημαίνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η παρ. 6 του άρθρου 62 ΚΦΔ, καθώς για τη διαπίστωση της υποβολής ανακριβούς δήλωσης παρακρατούμενου φόρου από την οποία προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή δεν προβλέπεται πρόστιμο διαδικαστικής παράβασης του άρθρου 54 ΚΦΔ.
Διευκρινίζεται ότι στις φορολογίες κεφαλαίου η εφαρμογή του άρθρου 59 αφορά τους φόρους που επιβάλλονται στα κέρδη από τυχερά παίγνια, οι οποίοι διέπονται από τα άρθρα 58-60 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια (ν. 2961/2001).
12. Παρεμπόδιση, υπόθαλψη και συνέργεια (άρθρο 60)
Με τις διατάξεις του άρθρου 60 ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο που παρεμποδίζει ή αποπειράται να παρεμποδίσει τις ενέργειες και την εκτέλεση καθηκόντων της Φορολογικής Διοίκησης κατά την άσκηση των εξουσιών της σύμφωνα με τον ΚΦΔ ή υποθάλπει ή υποκινεί άλλο πρόσωπο ή συνεργεί με άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη παράβασης του ΚΦΔ υπόκειται στα ίδια πρόστιμα που υπόκειται ο φορολογούμενος.
13. Απαλλαγή λόγω ανωτέρας βίας (άρθρο 61)
Με τις διατάξεις του άρθρου 61 παρέχεται η δυνατότητα στον φορολογούμενο να ζητά απαλλαγή από τόκους και πρόστιμα λόγω ανωτέρας βίας, υπό την προϋπόθεση της εξόφλησης πριν την υποβολή του αιτήματος όλων των φόρων για τους οποίους επιβλήθηκαν τα πρόστιμα.
Απαλλαγή μπορεί να χορηγηθεί για τις εκπρόθεσμες δηλώσεις καθώς και για τόκους ή πρόστιμα που έχουν επιβληθεί λόγω παράλειψης υποβολής δήλωσης. Δεν χορηγείται απαλλαγή για τόκους και πρόστιμα που επιβάλλονται για ανακριβή δήλωση ή για παραβάσεις φοροδιαφυγής.
Λαμβάνοντας υπόψη την κείμενη νομοθεσία και νομολογία, ως περίπτωση ανωτέρας βίας γενικά θα μπορούσε να θεωρηθεί οποιοδήποτε ανυπαίτιο για το φορολογούμενο, έκτακτο ή εξαιρετικής φύσης γεγονός, το οποίο δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατό να προληφθεί ή να αποτραπεί παρά την επίδειξη από πλευράς του κάθε δυνατής επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα εάν το γεγονός είναι αντικειμενικό (φυσικές καταστροφές κλπ.) ή όχι. Τα γεγονότα αυτά, εφόσον αποδεικνύονται με τα στοιχεία που υποβάλλει ο φορολογούμενος, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 61, εκτιμώνται από το αρμόδιο όργανο, το οποίο χορηγεί την απαλλαγή κατά την κρίση του.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αριθμ. Δ6Α 1036682 ΕΞ/2014 25.2.2014 Απόφαση ΓΓΔΕ (Β’478 και 558), όπως ισχύει, το αίτημα της απαλλαγής απευθύνεται εγγράφως στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής, περιέχει τα στοιχεία και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του φορολογούμενου και φέρει την υπογραφή του ή του νόμιμα από αυτόν εξουσιοδοτημένου προσώπου και περιγράφει όλα τα γεγονότα και περιλαμβάνει τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ανωτέρα βία. Επί της απαλλαγής εκδίδεται εντός τριάντα (30) ημερών απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής «με εντολή Γενικού Γραμματέα», η οποία κοινοποιείται στο φορολογούμενο κατά το άρθρο 5. Σε περίπτωση παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας τεκμαίρεται ότι το σχετικό αίτημα έχει απορριφθεί.
Επισημαίνεται, τέλος, ότι αίτημα απαλλαγής λόγω ανωτέρας βίας μπορεί να υποβληθεί και για τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που έχουν υπολογιστεί επί προστίμου.
14. Επιβολή, κοινοποίηση και πληρωμή τόκων και προστίμων (άρθρο 62) α) Διαδικασία επιβολής και καταβολής τόκων και προστίμων (άρθρο 62 παρ. 1-5)
Για την επιβολή των προστίμων των άρθρων 54, 54Α, 56, 58, 58Α και 59 εκδίδεται πράξη επιβολής προστίμου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 2 περ. ζ’ συνιστά εκτελεστό τίτλο και τα πρόστιμα αυτά καταβάλλονται εφάπαξ έως την τριακοστή ημέρα μετά την κοινοποίηση της πράξης επιβολής αυτών (άρθρο 62 παρ. 5).
Οι πράξεις επιβολής προστίμου κατά το άρθρο 62 εκδίδονται από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ή τα όργανα που ορίζονται στην αριθμ. Δ6Α 1036682 ΕΞ/2014 25.2.2014 Απόφαση ΓΓΔΕ (Β’478 και 558), όπως ισχύει.
Η πράξη περιλαμβάνει αυτοτελή αιτιολογία και δύναται να κοινοποιείται είτε μαζί με την πράξη προσδιορισμού φόρου είτε αυτοτελώς, στην περίπτωση που οι δύο πράξεις δεν εκδίδονται ταυτόχρονα (άρθρο 62 παρ. 2 και 3).
Είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν την έκδοση της πράξης επιβολής προστίμου ο φορολογούμενος καλείται εγγράφως, προκειμένου να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή γενικά τις απόψεις του. Η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις επιβολής προστίμου για διαδικαστικές παραβάσεις του άρθρου 54 καθώς και πρόστιμα τα οποία προκύπτουν και επιβάλλονται κατά τον άμεσο, διοικητικό ή προληπτικό προσδιορισμό του φόρου. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος αμφισβητεί την πράξη επιβολής προστίμου που έχει εκδοθεί σε βάρος του από την Φορολογική Διοίκηση, υποβάλλει ενδικοφανή προσφυγή στα πλαίσια της Ειδικής Διοικητικής Διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 63, με αίτημα την επανεξέταση της πράξης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης).
β) Σώρευση προστίμων (άρθρο 62 παρ. 6)
Τα πρόστιμα του άρθρου 54 επιβάλλονται ανεξαρτήτως του αν οι σχετικές παραβάσεις διαπιστώνονται στο πλαίσιο ελέγχου ή όχι. Σε περίπτωση δε που προκύπτει, κατόπιν έλεγχου, ζήτημα επιβολής περισσότερων του ενός προστίμων δυνάμει του άρθρου 54 ή των άρθρων 58, 58Α ή 59 για την ίδια παράβαση, κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 62, επιβάλλεται το μεγαλύτερο πρόστιμο.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:
Παραδείγματα
1. Χρεωστική δήλωση φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων φορολογικού έτους 2014, με ποσό προς καταβολή 10.000 ευρώ, για την οποία η προθεσμία υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φόρου λήγει στις 30.6.2015, υποβάλλεται εκπρόθεσμα στις 10.4.2016. Ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα και συνεπώς επιβάλλεται πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης ύψους 500 ευρώ (περ. δ’ της παρ. 2 άρθρου 54). Υπολογίζονται τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 53 από την καταληκτική ημερομηνία καταβολής του φόρου, δηλαδή από 1.7.2015, ήτοι 10.000 Χ0,73% Χ 10 μήνες = 730 ευρώ. Άρα, στις 10.4.2016, που υποβάλλεται εκπρόθεσμα η δήλωση, θα πρέπει να καταβληθούν συνολικά οι ακόλουθοι φόροι, τόκοι και πρόστιμα:
Φόρος 10.000 ευρώ
Πρόστιμο άρθρου 54 παρ. 2 δ’ 500 ευρώ
Τόκοι άρθρου 53 (φόρος Χ 0,73% Χ 10 μήνες εκπρόθεσμης καταβολής) 730 ευρώ
Συνολική οφειλή στις 10.4.2016 11.230 ευρώ
Αν στην ανωτέρω περίπτωση δεν έχει υποβληθεί καθόλου δήλωση από τον φορολογούμενο και η συγκεκριμένη παράβαση διαπιστώνεται στα πλαίσια ελέγχου, θα εκδοθεί πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου και θα επιβληθεί το πρόστιμο του άρθρου 58 παρ. 2,
το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση, ήτοι 5.000 ευρώ, καθώς αυτό είναι μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στην περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 54 πρόστιμο των 500 ευρώ (άρθρο 62 παρ. 6). Επίσης, θα υπολογισθεί ο τόκος του άρθρου 53 από την επόμενη της ημερομηνίας που έπρεπε να καταβληθεί ο φόρος, μέχρι την ημερομηνία καταβολής. 2.
Έστω ότι κατόπιν ελέγχου διαπιστώνεται η μη υποβολή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου από υπόχρεο που τηρεί απλογραφικά βιβλία, ποσού 1.000 ευρώ. Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φόρου ήταν 30.6.2015. Η παράβαση διαπιστώνεται στις 20.10.2015. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο φορολογούμενος θα καταβάλει:
Φόρος 1.000 ευρώ
Πρόστιμο άρθρου 59 (50% επί του ποσού φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση) 500 ευρώ
Τόκος άρθρου 53 (0,73*4 μήνες καθυστέρησης) 29,2 ευρώ
Συνολική οφειλή στις 20.10.2015 1.529,2 ευρώ
Στην ανωτέρω περίπτωση, δεν επιβάλλεται το πρόστιμο της περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 54 (250 ευρώ) διότι είναι μικρότερο αυτού του άρθρου 59 (άρθρο 62 παρ. 6 ν. 4174/2013, επιβολή μόνο του μεγαλύτερου προστίμου για την ίδια παράβαση). Επίσης, κατά ρητή διατύπωση του άρθρου 62 παρ. 7, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 10 ν. 4337/2015, δεν επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 58.
γ) Άρθρο 62 παρ. 7 και 8
Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 62, όπως αυτές προστέθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 3 του ν.4337/2015 (Α’129) τα πρόστιμα των άρθρων 58, 58Α και 59 επιβάλλονται μόνο σε περίπτωση που οι σχετικές παραβάσεις διαπιστωθούν κατόπιν ελέγχου. Το πρόστιμο του άρθρου 58 δεν επιβάλλεται στις περιπτώσεις που επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 58Α (παραβάσεις Φ.Π.Α.) ή του άρθρου 59 (παραβάσεις παρακρατούμενων φόρων).
Κατά ρητή διατύπωση του νόμου, δεν επιβάλλονται πρόστιμα στον εκτιμώμενο προσδιορισμό φόρου (άρθρο 62 παρ. 8, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 10 ν. 4337/2015).
15. Μεταβατικές διατάξεις ν. 4337/2015
Με το άρθρο 7 του ν. 4337/2015 τέθηκαν απαραίτητες μεταβατικές διατάξεις προς τον σκοπό της εφαρμογής των τροποποιήσεων των διατάξεων περί προστίμων του ΚΦΔ που έγιναν με το άρθρο 3 του ν. 4337/2015.
Ειδικότερα:
α) Άρθρο 7 παρ. 1 και 2
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν.4337/2015 ορίζεται ότι επί πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού που εκδίδονται από 12.10.2015 (ημερομηνία κατάθεσης του ν. 4337/2015) και αφορούν φορολογικές υποχρεώσεις, περιόδους ή χρήσεις που λήγουν μετά τις 31.12.2013 καθώς και υποθέσεις από 1.1.2014 και έως τη δημοσίευση του ν. 4337/2015 (17.10.2015), για τις οποίες μέχρι την 12.10.2015 επιβάλλονταν τα πρόστιμα των άρθρων 58 και 59 του ν. 4174/2013, όπως ίσχυαν, θα επιβάλλονται πλέον τα πρόστιμα που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του ν. 4174/2013, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 9 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015, εφόσον η εφαρμογή των αμέσως ως άνω διατάξεων (ν.4337/2015) συνεπάγεται ευνοϊκότερο καθεστώς για τον υπόχρεο. Εξαιρετικά επί έκδοσης πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α., που εκδίδονται από 12.10.2015 και αφορούν φορολογικές υποχρεώσεις, περιόδους ή χρήσεις που λήγουν μετά τις 31.12.2013 και έως τη δημοσίευση του ν. 4337/2015 (17.10.2015) για τις οποίες θα επιβάλλονταν τα πρόστιμα που προβλέπονταν από τις διατάξεις του άρθρου 58 του ν.4174/2013, θα επιβάλλονται αυτά που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 58Α, εφόσον η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 58A συνεπάγεται ευνοϊκότερο καθεστώς για τον υπόχρεο.
Με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ν.4337/2015 παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1 (ευνοϊκότερο καθεστώς) και σε εκκρεμείς υποθέσεις, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν στις 12.10.2015 (ημερομηνία κατάθεσης του ν. 4337/2015) και στις οποίες έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των άρθρων 58 και 59 του ν. 4174/2013, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 9 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής θεωρούνται εκκρεμείς οι υποθέσεις:
– Για τις οποίες στις 12.10.2015 είχε εκδοθεί πράξη διορθωτικού προσδιορισμού αλλά δεν είχε κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο,
– Για τις οποίες στις 12.10.2015 δεν είχε παρέλθει η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης,
– Οι οποίες στις 12.10.2015 εκκρεμούσαν ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν άσκησης εμπρόθεσμης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και οι υποθέσεις για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση αλλά προδικαστική απόφαση και δεν είχε γίνει εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται εφόσον ο φορολογούμενος:
– υποβάλει στον προϊστάμενο της αρχής που εξέδωσε την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ανέκκλητη δήλωση, με την οποία αποδέχεται ανεπιφύλακτα το σύνολο των παραβάσεων κάθε πράξης ή απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή του δικαστηρίου, εντός ενενήντα (90) ημερών από τη δημοσίευση του ν. 4337/2015 (17.10.2015) δηλαδή έως την 15.1.2016, ή από την κοινοποίηση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ή σε περίπτωση που έχει ασκηθεί εμπρόθεσμη ενδικοφανής προσφυγή, από την κοινοποίηση της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή από την πάροδο της προθεσμίας σιωπηρής απόρριψής της ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί εμπρόθεσμο ένδικο βοήθημα ή μέσο εκ των ανωτέρω αναφερομένων, από την κοινοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου, κατά περίπτωση.
Στις περιπτώσεις που η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων, αλλά δεν έχει ακόμη συζητηθεί ή έχει συζητηθεί και έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση χωρίς να έχει ακόμη γίνει εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης, συνυποβάλλεται και σχετική βεβαίωση του αρμόδιου δικαστηρίου ότι η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί και δήλωση παραίτησης από το σχετικό δικόγραφο ή δικαίωμα.
– καταβάλει, ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης αποδοχής, ή το αργότερο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την υποβολή της δήλωσης αποδοχής, το σύνολο της οφειλής που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό του προστίμου με το ευνοϊκότερο καθεστώς. Διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση που ο αιτών δεν καταβάλει το σύνολο της οφειλής του εντός της ανωτέρω προθεσμίας, μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της.
Επισημαίνεται ότι ποσά που τυχόν έχουν καταβληθεί πλέον αυτών που τελικά προκύπτουν με το ευνοϊκότερο καθεστώς που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται, δεν συμψηφίζονται και δεν αναζητούνται, λόγω εφαρμογής της παραγράφου αυτής.
Στις περιπτώσεις υποθέσεων που εκκρεμούν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ή στο ΣτΕ ο προϊστάμενος της φορολογικής αρχής, που εξέδωσε την πράξη, αποστέλλει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο ή στο ΣτΕ σχετική βεβαίωση αναφορικά με την αποδοχή της πράξης καταλογισμού για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 142 του ν.2717/1999 (ΚΔΔ).
Προς διευκόλυνση αναφορικά με την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων επισυνάπτεται Παράρτημα με σύγκριση των προστίμων των άρθρων 58 και 59 του ΚΦΔ, όπως ίσχυαν, και των νέων προστίμων των άρθρων 58, 58Α και 59 του ΚΦΔ, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4337/2015.
β) Άρθρο 7 παρ. 3, 4 και 5
Για υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Β.Σ. και του Κ.Φ.Α.Σ. που διαπράχθηκαν μέχρι την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 54 (μέχρι 1.1.2014) και 55 (μέχρι 26.7.2013, κατά περίπτωση, άλλως από 1.1.2014 κατά τα οριζόμενα στην τότε ισχύουσα παράγραφο 32 του άρθρου 66, νυν 72, του ν. 4174/2013), για τις οποίες μέχρι την κατάθεση του ν. 4337/2015, δεν είχαν εκδοθεί οι οριστικές πράξεις επιβολής προστίμων, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσης αυτών, αλλά επιβάλλονται τα κατωτέρω πρόστιμα:
α. Για την έκδοση πλαστών στοιχείων, ποσό ίσο με το 50% της αξίας κάθε στοιχείου.
β. Για την έκδοση εικονικών ή λήψη εικονικών στοιχείων ή νόθευση αυτών, καθώς και την καταχώρηση στα βιβλία ανύπαρκτων αγορών ή εξόδων, ποσό ίσο με το 40% της αξίας κάθε στοιχείου. Στην περίπτωση που η αξία του στοιχείου είναι μερικώς εικονική, ποσό ίσο με το 40% του μέρους της εικονικής αξίας.
γ. Όταν δεν δύναται να προσδιορισθεί η μερικώς εικονική αξία, ποσό ίσο με το 20% της αξίας του στοιχείου.
δ. Όταν η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη, στο λήπτη ποσό ίσο με το 20% της αξίας του στοιχείου.
ε. Στην περίπτωση λήπτη εικονικού φορολογικού στοιχείου, ποσό 10% της αξίας του στοιχείου, για κάθε παράβαση, εφόσον η λήψη του στοιχείου δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του φόρου εισοδήματος του οικείου φορολογικού έτους.
στ. Για παραβάσεις που αφορούν μη έκδοση ή ανακριβή έκδοση στοιχείων ή άλλες παραβάσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, ποσό ίσο με το 25% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους της αποκρυβείσας (μη εμφανισθείσας) αξίας για κάθε παράβαση.
ζ. Για τις λοιπές παραβάσεις, που δεν υπάγονται σε μια εκ των ανωτέρω περιπτώσεων, ποσό ίσο με το 1/3 του οριζόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, επιβαλλόμενου προστίμου, κατά περίπτωση, για κάθε παράβαση.
Διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις προστίμων, που υπολογίζονται με βάση την αξία του στοιχείου, λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτού μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του ν.4337/2015 παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 3 (ευνοϊκότερο καθεστώς) και σε εκκρεμείς υποθέσεις, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν στις 12.10.2015 (ημερομηνία κατάθεσης του ν. 4337/2015), στις οποίες είχαν επιβληθεί τα πρόστιμα των άρθρων 5 ν. 2523/1997 ή 55 του ΚΦΔ. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής θεωρούνται εκκρεμείς οι υποθέσεις: – Για τις οποίες στις 12.10.2015 είχαν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις επιβολής προστίμων (Π.Ε.Π.) αλλά δεν είχαν κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο,
– Για τις οποίες στις 12.10.2015 δεν είχε παρέλθει η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης,
– Οι οποίες στις 12.10.2015 εκκρεμούσαν ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν άσκησης εμπρόθεσμης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και οι υποθέσεις για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση αλλά προδικαστική απόφαση και δεν είχε γίνει εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται εφόσον ο φορολογούμενος:
– υποβάλει στον προϊστάμενο της αρχής που εξέδωσε την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ανέκκλητη δήλωση, με την οποία αποδέχεται ανεπιφύλακτα το σύνολο των παραβάσεων κάθε πράξης ή απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή του δικαστηρίου, εντός ενενήντα (90) ημερών από τη δημοσίευση του ν. 4337/2015 (17.10.2015) δηλαδή έως την 15.1.2016, ή από την κοινοποίηση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ή σε περίπτωση που έχει ασκηθεί εμπρόθεσμη ενδικοφανής προσφυγή, από την κοινοποίηση της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή από την πάροδο της προθεσμίας σιωπηρής απόρριψής της ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί εμπρόθεσμο ένδικο βοήθημα ή μέσο εκ των ανωτέρω αναφερομένων, από την κοινοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου, κατά περίπτωση.
Στις περιπτώσεις που η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων, αλλά δεν έχει ακόμη συζητηθεί ή έχει συζητηθεί και έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση χωρίς να έχει ακόμη γίνει εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης, συνυποβάλλεται και σχετική βεβαίωση του αρμόδιου δικαστηρίου ότι η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί και δήλωση παραίτησης από το σχετικό δικόγραφο ή δικαίωμα.
– καταβάλει, ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης αποδοχής, ή το αργότερο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την υποβολή της δήλωσης αποδοχής, το σύνολο της οφειλής που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό του προστίμου με το ευνοϊκότερο καθεστώς. Διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση που ο αιτών δεν καταβάλει το σύνολο της οφειλής του εντός της ανωτέρω προθεσμίας, μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της.
Επισημαίνεται ότι ποσά που τυχόν έχουν καταβληθεί πλέον αυτών που τελικά προκύπτουν με το ευνοϊκότερο καθεστώς που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται, δεν συμψηφίζονται και δεν αναζητούνται, λόγω εφαρμογής της παραγράφου αυτής.
Τα ανωτέρω πρόστιμα των περιπτώσεων α’ έως στ’ εφαρμόζονται και για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 55 (άρθρο 7 παρ. 5 ν. 4337/2015).
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα:
Παράδειγμα
Κατά τη διενέργεια ελέγχου, στις 25.11.2015, σε ΑΕ, διαπιστώθηκε α) η έκδοση τριών (3) πλαστών στοιχείων, αξίας 50.000 ευρώ έκαστο, με ημερομηνία έκδοσης την 15.5.2014, β) η έκδοση ενός εικονικού στοιχείου αξίας 200.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 25.8.2014 και γ) η λήψη ενός εικονικού στοιχείου αξίας 100.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 13.3.2014, η εικονικότητα του οποίου αναγόταν αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπουν οι προαναφερόμενες μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 7, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. Ήτοι:
α) Για την έκδοση των τριών (3) πλαστών στοιχείων, ποσό ίσο με το 50% της αξίας κάθε στοιχείου, δηλαδή ποσό 75.000 (25.000+25.000+25.000) ευρώ,
β) Για την έκδοση του εικονικού στοιχείου, ποσό ίσο με το 40% της αξίας του στοιχείου, , δηλαδή το ποσό των 80.000 ευρώ,
και γ) Για τη λήψη του εικονικού στοιχείου, ποσό ίσο με το 20% της αξίας του στοιχείου, δηλαδή το ποσό των 20.000 ευρώ. Σε περίπτωση που η λήψη του στοιχείου δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του φόρου εισοδήματος του οικείου φορολογικού έτους, ποσό 10% της αξίας του στοιχείου δηλαδή το ποσό των 10.000 ευρώ.
γ) Άρθρο 7 παρ. 6
Από τη δημοσίευση του ν. 4337/2015 καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, που εφαρμόζονται για παραβάσεις που διαπράχθηκαν στο χρονικό διάστημα μέχρι την έναρξη της ισχύος των άρθρων 54 και 55, καθώς και οι παράγραφοι 30, 32, 33, 34 και 48 του άρθρου 72 (πρώην 66), κατά το μέρος που αφορούν τις ως άνω παραβάσεις. Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:
Παραδείγματα
1. Στο πλαίσιο ελέγχου διαπιστώνεται μη υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014, εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού και προσδιορίζεται φόρος 1.000 ευρώ.
α. αν η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εκδόθηκε στις 20.9.2015 έχει επιβληθεί πρόστιμο 1000 *100% = 1000 ευρώ ( προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 2 ΚΦΔ). Αν η υπόθεση είναι εκκρεμής, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να υπαχθεί στις ευνοϊκότερες διατάξεις (άρθρο 3 παρ. 7 περ. β’ και άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4337/2015) και το πρόστιμο που τελικά θα επιβληθεί να ανέρχεται σε 1000*50% = 500 ευρώ.
β. αν η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εκδοθεί στις 20.10.2015 θα επιβληθεί από τον έλεγχο το πρόστιμο του άρθρου 58, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4337/2015, ήτοι πρόστιμο 1.000*50% = 500 ευρώ.
Είναι αυτονόητο ότι στην παραπάνω περίπτωση εκτός από το προαναφερθέν πρόστιμο θα υπολογισθεί και ο τόκος του άρθρου 53.
2. Στο πλαίσιο ελέγχου διαπιστώνεται μη υποβολή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου περιόδου Ιουνίου 2015, εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού και προσδιορίζεται φόρος 1.000 ευρώ.
α. αν η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εκδόθηκε στις 10.9.2015 επιβάλλεται πρόστιμο μη υποβολής 1000 *100% = 1000 ευρώ (προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 2) και επιπλέον υπολογίζεται πρόστιμο μη καταβολής 1000*100%=1000 ευρώ (προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 59), ήτοι:
Προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 2 1.000 ευρώ
Προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 59 1.000 ευρώ
ΣΥΝΟΛΟ 2.000 ευρώ
Αν η υπόθεση είναι εκκρεμής, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να υπαχθεί στις ευνοϊκότερες διατάξεις (άρθρο 3 παρ. 9 και άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4337/2015) και το πρόστιμο που τελικά θα επιβληθεί να ανέρχεται σε 1000*50% = 500 ευρώ, κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 59 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 62 παρ. 7.
β. αν η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εκδοθεί στις 20.10.2015 θα επιβληθεί από τον έλεγχο απευθείας το ευνοϊκότερο πρόστιμο 1000*50% = 500 ευρώ.
Είναι αυτονόητο ότι στην παραπάνω περίπτωση εκτός από το προαναφερθέν πρόστιμο θα υπολογισθεί και ο τόκος του άρθρου 53.
3. Στο πλαίσιο ελέγχου διαπιστώνεται μη υποβολή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου περιόδου Νοεμβρίου 2015, εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού και προσδιορίζεται φόρος 1.000 ευρώ.
Θα επιβληθεί πρόστιμο μη υποβολής 1.000*50% = 500 ευρώ (με τις νέες διατάξεις του άρθρου 59 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 9 του ν. 4337/2015). Είναι αυτονόητο ότι στην παραπάνω περίπτωση εκτός από το προαναφερθέν πρόστιμο θα υπολογισθεί και ο τόκος του άρθρου 53.
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΚΑΣ
Π ΑΡ ΑΡ ΤΗ Μ Α
Σύγκριση παλαιών και νέων προστίμων
Κ ΦΔ
Πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης ( άρθρο 58 )
Πρόστιμο στη διαφορά
Ανακριβής υποβολή Παλαιό 58 Νέο 58
Διαφορά φόρου μικρότερη του 5% 0% 0%
Διαφορά φόρου από 5% έως 20% 10% 10%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 20% 30% 25%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 50% χωρίς πρόθεση 30% 50%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 50% με πρόθεση 100% 50%
Μη υποβολή 100% 50%
Πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη δήλωσης Φ . Π . Α. ( άρθρο 58 Α)
Ανακριβής υποβολή Παλαιό 58 Νέο 58Α
Διαφορά φόρου μικρότερη του 5% 0% 50%
Διαφορά φόρου από 5% έως 20% 10% 50%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 20% 30% 50%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 50% χωρίς 30% 50%
πρόθεση 100% 50%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 50% με πρόθεση 100% 50%
Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με παρακρατούμενους φόρους ( άρθρο 59)
Ανακριβής υποβολή Παλαιές 58 Παλαιό 59 Αθροιστικά Νέο 59
Διαφορά φόρου μικρότερη του 5% 0% 100% 100% 50%
Διαφορά φόρου από 5% έως 20% 10% 100% 110% 50%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 20% 30% 100% 130% 50%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 50% χωρίς πρόθεση 30% 100% 130% 50%
Διαφορά φόρου μεγαλύτερη από 50% με πρόθεση 100% 100% 200% 50%
Μη υποβολή 100% 100% 200% 50%
ΠΟΛ.1117/10.6.2015 Ρύθμιση οφειλών των διατάξεων των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015), όπως ισχύει και τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής
ΘΕΜΑ : «Ρύθμιση οφειλών των διατάξεων των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015), όπως ισχύει και τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής».
Με την παρούσα παρέχονται οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της ρύθμισης οφειλών των άρθρων 1-17 του ν.4321/2015 -ΦΕΚ 32A, (πλην της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που αφορά αποκλειστικά σε οφειλές βεβαιωμένες σε ΟΤΑ), όπως τροποποιήθηκαν : α. με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 – ΦΕΚ 35 Α, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4328/2015 – ΦΕΚ 51 Α, β. με τα άρθρα 4 και 8 του ν. 4328/2015 και γ. με το άρθρο 18 του ν. 4324/2015 – ΦΕΚ 44 Α’, και για την εφαρμογή της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1080/7.4.2015- ΦΕΚ 628 Β, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1108/21.5.2015 – ΦΕΚ 917 Β’, σε συνδυασμό με τις Αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1098/30.4.2015 – ΦΕΚ 771 Β’ και ΠΟΛ.1110/26.5.2015 – ΦΕΚ 946 Β’, την τροποποίηση των διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής (άρθρο 19 του ν. 4321/2015) και την κατάργηση της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. (άρθρο 18 του ν. 4321/2015) για την ενημέρωσή σας και την ενιαία εφαρμογή αυτών.
Αναλυτικότερα :
ΕΝΟΤΗΤΑ Α
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
Ι.Στη ρύθμιση υπάγονται οφειλές ως εξής:
Α) Υποχρεωτικά:
Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλών οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, έχουν βεβαιωθεί στη Φορολογική Διοίκηση και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία αυτής και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης.
Β) Μετά από επιλογή του οφειλέτη:
Β1) ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής έχουν βεβαιωθεί και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης και
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου
β) έχουν υπαχθεί σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, η οποία είναι σε ισχύ
Επισημάνσεις:
-Στην περίπτωση υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή νομοθετικών ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής χρεών και των ευεργετημάτων αυτών.
-Σε περίπτωση που στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις περιλαμβάνονται οφειλές που δεν μπορούν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση, οι τελευταίες δύνανται να τακτοποιηθούν από τον οφειλέτη κατά νόμιμο τρόπο, με εκ νέου υπαγωγή τους στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις, ή με υπαγωγή τους σε άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, σύμφωνα με τους οικείους όρους και προϋποθέσεις.
– Αίτηση και υπαγωγή στη ρύθμιση των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015 σημαίνει την αποδοχή αποκλειστικά και μόνο των ευεργετημάτων των διατάξεων που ορίζονται στα άρθρα αυτά.
γ) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση χρεών κατ’ άρθρο 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. ή κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου αυτού δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της περ. α της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3808/2009, η οποία είναι σε ισχύ
Επισήμανση :
-Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις συνέπειες της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε.
Σε περίπτωση που η εν λόγω ρύθμιση έχει απεικονιστεί στο σύστημα taxis με νέα βεβαίωση με είδος φόρου 4904 δεν είναι άμεσα δυνατή η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015. Κατά την υποβολή της αίτησης μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής εμφανίζεται απαγορευτικό μήνυμα με το εξής περιεχόμενο: «! Οφειλές ειδικής κατηγορίας: Για τη δυνατότητα υπαγωγής των οφειλών σας σε ρύθμιση παρακαλούμε να απευθυνθείτε στην αρμόδια για την είσπραξη φορολογική αρχή». Ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει, με έγγραφη αίτησή του, την απώλεια της ρύθμισης για την οποία είχε δημιουργηθεί το εν λόγω τριπλότυπο βεβαίωσης, προκειμένου να γίνει διαγραφή αυτού και να απεικονιστούν στο σύστημα taxis οι συνέπειες της απώλειας της εν λόγω ρύθμισης, κατά τα ανωτέρω.
Β2) οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση και θα καταχωρισθούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής. Εάν πρόκειται για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων με την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη συζητηθεί.
Εάν πρόκειται για εκκρεμή υπόθεση ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η δήλωση παραίτησης υποβάλλεται στη Φορολογική Αρχή, στην οποία υπεβλήθη η ενδικοφανής προσφυγή. Εν συνεχεία η Φορολογική Αρχή διαβιβάζει αυθημερόν τη δήλωση παραίτησης στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, η οποία και θα αποστέλλει ακολούθως σημείωμα ότι η εκκρεμής υπόθεση δεν έχει εξετασθεί.
Β3) οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και αφορούν υποχρεώσεις ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014. Στην περίπτωση που από το χρηματικό κατάλογο ή τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα δεν προκύπτει η αναγωγή της υποχρέωσης σε χρόνο έως 31.12.2014, απαιτείται προς τούτο έγγραφη βεβαίωση της βεβαιούσας αρχής.
Στη ρύθμιση του άρθρου 1 δύνανται επίσης να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και έχουν βεβαιωθεί ύστερα από φορολογικό έλεγχο και αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι 31/12/2014, συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων φόρων / τελών του ν. 2523/1997 και των προστίμων ανακριβούς δήλωσης της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) και μη υποβολής δήλωσης των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 2 και 54 του ίδιου ως άνω νόμου.
Σημειώνεται ότι η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου συνιστά εκτελεστό τίτλο (άρθρο 45 ν. 4174/2013) και με βάση αυτή συνιστάται και βεβαιώνεται το 100% της φορολογικής οφειλής (άρθρο 30 ν. 4174/2013), ήτοι ο κύριος και πρόσθετος φόρος / τέλος του ν. 2523/1997 ή πρόστιμο του άρθρου 58 του ν. 4174/2013 ή πρόστιμο του άρθρου 54 του ίδιου ως άνω νόμου, όταν αυτό επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου 58 κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του ν. 4174/2013. Για τις απαλλαγές που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ν. 4321/2015 έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα για τις εν γένει βεβαιωμένες οφειλές του ίδιου ως άνω νόμου.
Ευνόητο είναι ότι σε περίπτωση έκδοσης εντολής ελέγχου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 18 και της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, δεν υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα υποβολής δήλωσης για τη φορολογία, τη φορολογική περίοδο ή την υπόθεση που αφορά ο φορολογικός έλεγχος (σχετ. ΔΕΛ Α 1069048 2.5.2014 έγγραφό μας).
Σημειώνεται ότι, όσον αφορά τις φορολογίες κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, περιλαμβάνονται στη ρύθμιση οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από τη λήξη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014, ανεξάρτητα αν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το
2015. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Δ.Ο.Υ., στην οποία υπάρχει ο σχετικός φάκελος της υπόθεσης, ενημερώνει με σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα την αρμόδια για τη ρύθμιση Δ.Ο.Υ. για το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, μετά από την αίτηση του φορολογουμένου για την υπαγωγή του στη ρύθμιση, η οποία εν προκειμένω δεν υποστηρίζεται ηλεκτρονικά.
Τέλος, στη ρύθμιση του άρθρου 1 υπάγονται και οφειλές από την αυτοτελή φορολόγηση των μη διανεμηθέντων ή κεφαλαιοποιηθέντων αποθεματικών, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, ανεξάρτητα εάν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το 2015.
Επισημάνσεις:
– Οι οφειλές των υποπεριπτώσεων Β2) και Β3) υπάγονται στη ρύθμιση ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που καθίστανται ληξιπρόθεσμες.
– Οφειλές βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα εγκύκλιο.
– Ο οφειλέτης ο οποίος υπάγει σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλές των περιπτώσεων Α, Β1 και Β3, δηλαδή αυτές των άρθρων 1, 3 και 4, παράγραφος 2 του ν. 4321/2015, δεν υποχρεούται σε παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή του δικογράφου ένδικου βοηθήματος ή ένδικου μέσου ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ.1106/19.5.2015.
– Δεν είναι υποχρεωτική η υπαγωγή όλων των προαιρετικά υπαγόμενων στη ρύθμιση οφειλών που εμπίπτουν στις περιπτώσεις Β1, Β2 και Β3, αλλά ο οφειλέτης δύναται με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία να επιλέξει να υπαγάγει μερικές μόνον από αυτές. Δεν είναι όμως δυνατή η επιλογή μέρους μόνο οφειλής, εκτός εάν ο οφειλέτης έχει ευθύνη για την καταβολή μέρους μόνον αυτής.
Β4) οφειλές που υπάγονται σε συμφωνία που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση κατ’ άρθρα 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, 44 του ν. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις και είναι σε ισχύ είτε οι υπαγόμενες οφειλές είναι ληξιπρόθεσμες σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση Β1 είτε πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας
Επισήμανση :
Για την υπαγωγή στη ρύθμιση απαιτείται προηγούμενη ανατροπή της συμφωνίας ως προς το Δημόσιο, με συνέπεια την αναβίωση των οφειλών που είχαν υπαχθεί σε αυτή, η οποία επέρχεται με σχετική μονομερή δήλωση του οφειλέτη, που υποβάλλεται εγγράφως στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Ποσά που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο της ανατραπείσας συμφωνίας πιστώνονται κατά το χρόνο που έλαβε χώρα κάθε καταβολή στις οφειλές που είχαν υπαχθεί στη συμφωνία, με τις αναλογούσες κατά το χρόνο καταβολής προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι όροι της ανατραπείσας συμφωνίας (π.χ. «πάγωμα» προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, περιορισμός αυτών κ.λπ.). Σε περίπτωση που στη δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία προβλέπεται ρητά η δυνατότητα του οφειλέτη να επιλέξει, μετά την επικύρωσή της, ευμενέστερο από τον οριζόμενο σε αυτή τρόπο αποπληρωμής των οφειλών του, κατ’ εφαρμογή των κειμένων διατάξεων, έχουν εφαρμογή τα προβλεπόμενα στη συμφωνία.
Έχει παρατηρηθεί ότι, για τις ανάγκες απεικόνισης των όρων των δικαστικών συμφωνιών, επιλέγεται συχνά στην πράξη η δημιουργία νέας βεβαίωσης με είδος φόρου 4904. Στην περίπτωση αυτή, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω (υπό στοιχείο Β1γ) εμποδίζεται αυτόματα η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής και ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει με έγγραφη μονομερή δήλωσή του την ανατροπή της συμφωνίας. Στη συνέχεια η αρμόδια Υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διαγραφή του τριπλοτύπου βεβαίωσης με είδος φόρου 4904 και στην απεικόνιση των συνεπειών της ανατροπής της συμφωνίας στο σύστημα taxis.
Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που για την απεικόνιση της δικαστικής συμφωνίας έχει επιλεγεί ορισμένος τύπος ρύθμισης στο σύστημα taxis ή η συμφωνία δεν έχει απεικονιστεί καθόλου σε αυτό, δεν κωλύεται η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση οφειλών για τις οποίες ήδη προβλέπεται ειδικός τρόπος αποπληρωμής βάσει δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας, χωρίς προηγούμενη ανατροπή αυτής και απεικόνιση των οικείων συνεπειών, οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να διενεργούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σχετικό έλεγχο, ώστε, αν διαπιστωθεί ότι έχει λάβει χώρα υπαγωγή οφειλών της ανωτέρω κατηγορίας στη ρύθμιση του ν. 4321/2015, χωρίς να έχει προηγηθεί υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης και πίστωση των καταβληθέντων ποσών, κατά τα ανωτέρω, να επέρχεται απώλεια της ρύθμισης του ν. 4321/2015 σύμφωνα με το Κεφάλαιο VIII της Ενότητας Γ’ της παρούσας εγκυκλίου. Προκειμένου ο οφειλέτης να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει εμπρόθεσμα νέα αίτηση για υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση, μετά την απώλεια της πρώτης και αφού τηρηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία (υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης ανατροπής, ορθή πίστωση καταβληθέντων ποσών), ο ανωτέρω έλεγχος πρέπει να διενεργείται κατά το χρονικό διάστημα πριν από την καταληκτική ημερομηνία για υποβολή αίτησης υπαγωγής στην ρύθμιση, με ταυτόχρονη ειδοποίηση του οφειλέτη με κάθε πρόσφορο μέσο.
Επισημαίνεται και με την παρούσα εγκύκλιο η επιτακτική ανάγκη απεικόνισης τυχόν μη απεικονισμένων δικαστικών συμφωνιών στο σύστημα taxis ή χειρόγραφα, ώστε να καθίσταται δυνατή η διενέργεια του ανωτέρω περιγραφόμενου ελέγχου.
Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ρύθμισης οφειλών που υπάγονται σε δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία εν μέρει με τους όρους της συμφωνίας και εν μέρει με τις διατάξεις του ν. 4321/2015, τονίζεται ότι οι ανωτέρω οδηγίες καταλαμβάνουν όλες τις οφειλές που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας κατά τους όρους αυτής, δηλαδή όχι μόνο οφειλές που ήταν ήδη βεβαιωμένες κατά το χρόνο δικαστικής επικύρωσης της συμφωνίας (ημερομηνία έκδοσης της επικυρωτικής απόφασης) και ρυθμίζονται από αυτή αλλά και οφειλές που βεβαιώθηκαν μετά την ανωτέρω ημερομηνία ή θα βεβαιωθούν και θα καταχωριστούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015 (βλ. ανωτέρω υπό στοιχεία Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας.
Τέλος, είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση ανατροπής της συμφωνίας δεν τίθεται ζήτημα υπαγωγής σε αυτή οφειλών που θα βεβαιωθούν μελλοντικά και οι οποίες βάσει των όρων της ανατραπείσας συμφωνίας θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής αυτής. Επίσης, μετά την ανατροπή συμφωνίας συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης κατ’ άρθρα 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα δεν είναι πλέον δυνατή η ρύθμιση κατ’ άρθρο 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 3808/2009 οφειλών που δεν είχαν υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής αυτής.
ΙΙ. Δικαιούχοι υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση
Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους:
α) ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος στην περίπτωση του νομικού προσώπου),
β) τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη και κατά το μέρος της ευθύνης τους,
γ) οι κληρονόμοι αποβιωσάντων οφειλετών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί συνυπευθυνότητας με τον οφειλέτη αλλά επιμεριστικής ευθύνης καταβολής κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας,
δ) οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του. Ομοίως και σε περίπτωση άλλων φόρων και τελών που προκύπτουν από κοινή δήλωση.
ε) στις περιπτώσεις των καταλογιστικών πράξεων που εκδίδονται στα Τελωνεία με υπόχρεα πρόσωπα πέραν του ενός, οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν από τους υπόχρεους – ο καθένας να ρυθμίσει, εφόσον το επιθυμεί, το σύνολο των οφειλών που αφορούν την προσωπική του υποχρέωση – υπό την αίρεση ότι η αλληλέγγυα υποχρέωσή του δεν παύει μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής από τους λοιπούς οφειλέτες ή αυτούς τους ίδιους.
ΙΙΙ. Εξαιρέσεις από την υπαγωγή στη ρύθμιση.
Εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση:
α. οι οφειλές οι οποίες σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις δεν δύνανται να υπαχθούν σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, όπως οφειλές που προέρχονται από ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών άρθρων 2 και 3 του ν.3220/2004, βάσει του αρ. 169 ν.4099/2012. Η ανάκτηση γίνεται με την έκδοση φύλλου ελέγχου από την αρμόδια ελεγκτική φορολογική Υπηρεσία και η βεβαίωση αυτής διενεργείται σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε (είδος φόρου 6130),
β. οφειλές από τις ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014.
Επισήμανση:
Με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4321/2015 καταργήθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) και δεν εξαιρούνται πλέον από την υπαγωγή σε διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, ούτε βέβαια από την παρούσα ρύθμιση, οφειλές από Φ.Π.Α. που έχουν βεβαιωθεί με τις πράξεις των άρθρων 49 και 50 του Κώδικα Φ.Π.Α.
1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής, έως και την 26η Ιουνίου 2015.
Επισημάνσεις:
-Τυχόν εκκρεμής πίστωση ποσού έως πενήντα (50) ευρώ από καταβολή ή απόδοση που έχει διενεργηθεί πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση δεν εμποδίζει την υποβολή της σχετικής αίτησης μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.
– Σε περίπτωση που εκκρεμεί πίστωση ποσού άνω των πενήντα (50) ευρώ, η πίστωση διενεργείται κατά προτεραιότητα και η τυχόν εναπομείνασα οφειλή δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.
2. Εξαιρετικά, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η υποβολή της αίτησης ηλεκτρονικά, υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
Επισήμανση :
-Κατ’ εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.
3. Ο φορολογούμενος που διαπιστώνει ότι έχει πρόσθετο φόρο ο οποίος έχει συμβεβαιωθεί στον ίδιο ΚΑΕ με τον κύριο, προκειμένου οι οφειλές του να απαλλαγούν από το ποσοστό του πρόσθετου φόρου ανάλογα με το πρόγραμμα δόσεων που επιθυμεί, προσέρχεται στην υπηρεσία που είναι βεβαιωμένες οι οφειλές, υποβάλλει αίτηση διαχωρισμού σε κύριο και πρόσθετο φόρο, προσκομίζοντας τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει (το νόμιμο τίτλο βεβαίωσης, όπως δήλωση, εκκαθάριση δήλωσης, φύλλο ελέγχου, λοιπές πράξεις προσδιορισμού φόρου, πρακτικό διοικητικής επίλυσης διαφοράς κ.λπ.). Ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας αποδέχεται τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά και καταχωρεί τα απαιτούμενα για το διαχωρισμό στοιχεία, μετά από επικοινωνία με τις συναρμόδιες υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, εφόσον απαιτείται, σε εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γ.Γ.Δ.Ε. Ο διαχωρισμός διενεργείται με μεταβολή της αρχικής βεβαίωσης ανά ΚΑΕ, ώστε να αποτυπωθεί η με βάση του διαχωρισμού αναλογία στο ανεξόφλητο υπόλοιπο πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής. Κατόπιν, ο φορολογούμενος υποβάλλει αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση. Επισήμανση:
– Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται διασταυρώνονται με αυτά που τηρούνται στα αρχεία της Φορολογικής Διοίκησης (φάκελο της υπόθεσης, βιβλία καταχώρησης φύλλων ελέγχου, πρακτικών συμβιβασμού κ.λπ.), κατά την προσκόμισή τους, εφόσον είναι εφικτό, διαφορετικά στο συντομότερο δυνατό χρόνο.
4. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η καταβολή της προκαταβολής ή της πρώτης δόσης ή η εφάπαξ εξόφλησή της εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης (για την περίπτωση υπαγωγής σε ρύθμιση κατόπιν καταβολής «προκαταβολής» ισχύουν και τα ειδικότερα οριζόμενα στην κατωτέρω ενότητα Δ. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών.
Επισημάνσεις:
-Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της, προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.
– Δεν υφίσταται περιορισμός ως προς το ύψος της οφειλής η οποία δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.
-Εφόσον οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης εξοφλήσει εφάπαξ το υπολειπόμενο ποσό έως και την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή, δικαιούται επί του εφάπαξ εξοφλούμενου ποσού τις απαλλαγές του άρθρου 1 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, κατά ποσοστό 100% από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, πρόστιμα μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, κατόπιν σχετικής αίτησης η οποία υποβάλλεται στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία πριν ή μετά την εφάπαξ εξόφληση.
-Ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης του ν.4321/2015, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 (ΦΕΚ 35 Α), μετά την εκούσια καταβολή της πρώτης δόσης αυτής. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της πρώτης δόσης της ρύθμισης με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων 30 Α και 32 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, με επιμέλεια του οφειλέτη.
-Ο συμψηφισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΦΔ και του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν, η απόδοση προϊόντος κατάσχεσης (με εξαίρεση την περίπτωση του ανωτέρω εδαφίου) πλειστηριασμού, πτωχευτικής διανομής ή άλλης μορφής συλλογικής εκτέλεσης και η παρακράτηση επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του ΚΦΔ, όπως ισχύει, δεν αποτελούν εκούσια καταβολή, αλλά καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εφόσον αποδίδονται κατά τη διάρκεια εν ισχύ ρύθμισης και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
ΙΙ. Φορείς είσπραξης.
Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (συνεργαζόμενες Τράπεζες, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛ.ΤΑ.), χωρίς να επιβάλλεται στον οφειλέτη οικονομική επιβάρυνση, με την χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής (Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής – Τ.Ρ.Ο.) ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο κατά περίπτωση).
Επισήμανση:
-Ο οφειλέτης πρέπει να απευθυνθεί στους φορείς είσπραξης εφόσον επιθυμεί τη σύσταση εντολής αυτόματης χρέωσης λογαριασμού για την καταβολή των δόσεων της ρύθμισης. Σε περίπτωση που υπάγονται στη νέα ρύθμιση οφειλές οι οποίες τελούσαν σε προηγούμενη ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής οι δόσεις της οποίας καταβάλλονταν με εντολή αυτόματης χρέωσης λογαριασμού που τηρείται σε φορέα είσπραξης, ο φορολογούμενος θα πρέπει να απευθυνθεί στο φορέα είσπραξης, για την αλλαγή της εντολής.
ΙΙΙ. Αρμοδιότητα
Ως αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής, τη βεβαίωση της κύρωσης του άρθρου 15 του ν.4321/2015 και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία ορίζεται ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου ή άλλης Υπηρεσίας, ο οποίος είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
Στην περίπτωση συναρμοδιότητας του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδιος για τα ανωτέρω ορίζεται ο τελευταίος, ανεξαρτήτως του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής.
ΕΝΟΤΗΤΑ Γ
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη. Διακανονισμός πληρωμής.
i) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε έως εκατό (100) μηνιαίες δόσεις.
ii) Απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, από τα πρόστιμα του άρθρου 58 και του άρθρου 54 του ν. 4174/2013, όταν αυτό το τελευταίο επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου 58, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του ίδιου ως άνω νόμου, οπότε και συμβεβαιώνεται με την κύρια οφειλή, καθώς και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν τις ρυθμισμένες οφειλές (όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής) ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή ποσού οφειλής, χορηγείται απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του προγράμματος ρύθμισης που θα επιλέξει.
Οι απαλλαγές τόκων και προσαυξήσεων υπολογίζονται επί του ποσού της αρχικής ρυθμισμένης οφειλής και πριν την απαλλαγή των πρόσθετων φόρων ή τελών του ν. 2523/1997 και των προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 που συμβεβαιώνονται με την κύρια οφειλή.
Δεν διενεργείται απαλλαγή του αυτοτελούς προστίμου των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 2523/1997 και της παραγράφου 1 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Ε7 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για παραβάσεις που αφορούν τα τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων.
Τέλος, για τις μη φορολογικές οφειλές είναι δυνατή μόνο η κατά ποσοστό απαλλαγή των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. ή Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.
iii) Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται, εφάπαξ ή σε δόσεις ως εξής:
α) εφάπαξ, με απαλλαγή ποσοστού εκατό τοις εκατό (100%),
β) από δύο (2) έως και πέντε (5) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή ποσοστού ενενήντα τοις εκατό (90%) ,
γ)από έξι (6) έως και δέκα (10) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%),
δ)από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%),
ε)από είκοσι μία (21) έως και τριάντα (30) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα τοις εκατό (70%)
στ)από τριάντα μία (31) έως και σαράντα (40) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα πέντε τοις εκατό (65%),
ζ) από σαράντα μία (41) έως και πενήντα (50) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%),
η) από πενήντα μία (51) έως και εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα πέντε τοις εκατό (55%),
θ) από εξήντα μία (61) έως και εβδομήντα (70) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%),
ι) από εβδομήντα μία (71) έως και ογδόντα (80) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα πέντε τοις εκατό (45%),
ια) από ογδόντα μία (81) έως και ενενήντα (90) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα τοις εκατό (40%) και
ιβ)από ενενήντα μία (91) έως και εκατό (100) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%).
Επισημάνσεις:
-Η διάρκεια της ρύθμισης των βεβαιωμένων οφειλών υπέρ αλλοδαπού δημοσίου κατόπιν αιτήσεων αμοιβαίας συνδρομής στην είσπραξη δεν δύναται να υπερβαίνει την ημερομηνία παραγραφής, όπως αυτή ορίζεται από το αλλοδαπό δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή οι οφειλές προς το αλλοδαπό δημόσιο δύνανται, με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία, να ρυθμίζονται με διαφορετική Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής από τις λοιπές οφειλές.
-Τα πολλαπλά τέλη και πρόστιμα που έχουν βεβαιωθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα υπάγονται στη ρύθμιση με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τα επιβαρύνουν ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
iv) Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράμματος ρύθμισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 57 και 59 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ.
Στην περίπτωση που επιβάλλεται ή έχει επιβληθεί το πρόστιμο του άρθρου 59 του ΚΦΔ, εφόσον ο φορολογούμενος υπαχθεί στη ρύθμιση και υπό την προϋπόθεση τήρησης του προγράμματος, το πρόστιμο αυτό διαγράφεται.
v) Το ελάχιστο ποσό δόσης ρύθμισης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 20€. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές ληξιπρόθεσμες της 1η Μαρτίου 2015 σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό δόσης διαμορφώνεται σε 10€. Σε κάθε περίπτωση οι δόσεις της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι περισσότερες των εκατό (100).
III. Λήψη πιστοποιητικών
α) Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η μνημόνευση και επισύναψη ή η προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α και ο φορολογούμενος έχει ανεξόφλητες οφειλές από διαφορετικές οφειλές, συμπεριλαμβανομένων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α., που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της ΠΟΛ.1004/2.1.2015 (ΦΕΚ 2Β’) Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Στις περιπτώσεις στις οποίες στο πιστοποιητικό του άρθρου 54Α αναγράφεται το οφειλόμενο ποσό του αναλογούντος φόρου (ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ) και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του ποσού αυτού από το συμβολαιογράφο (παρ. 4 άρθρου 54 Α ν. 4174/2013), τότε εφαρμόζεται η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 5 της ΠΟΛ.1004/2.1.2015 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Ο επιμεριστικά αναλογών φόρος υπολογίζεται από το τμήμα συμμόρφωσης και σχέσεων με τους φορολογούμενους της Δ.Ο.Υ. και αναγράφεται, κατά τα οριζόμενα στην ανωτέρω απόφαση, στα υποδείγματα 3 και 5 αυτής με τα λοιπά στοιχεία βεβαίωσης του φόρου.
Προκειμένου να πιστωθούν / αποδοθούν τα ποσά του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου για κάθε οφειλή από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ, πραγματοποιείται οίκοθεν από το τμήμα εσόδων διαχωρισμός της ρύθμισης και εκδίδονται αντίστοιχες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής. Με την απεικόνιση της πίστωσης / απόδοσης εκδίδεται νέα Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, δηλαδή για αυτές από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ και τις λοιπές. Η τελευταία αυτή ρύθμιση, όπως και οι ενδιάμεσες, έχουν τα ευεργετήματα και τους όρους της αρχικής.
Ο φορολογούμενος ενημερώνεται για τις νέες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που το πιστοποιητικό χορηγείται μετά την καταβολή του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου στη Δ.Ο.Υ., και από την «Προσωποποιημένη Πληροφόρηση του φορολογούμενου» στο Ο.Π.Σ.ΤΑΧ!5ηβΙ, εφόσον αποδίδεται από το συμβολαιογράφο. Μέχρι την καταβολή από το συμβολαιογράφο του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου και την έκδοση της νέας Ταυτότητας Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, εφόσον απαιτείται καταβολή δόσης της ρύθμισης, αυτή καταβάλλεται για όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις που έχουν δημιουργηθεί. Μετά την εξόφληση του αναλογούντος φόρου από το φορολογούμενο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα σε αυτόν, ενώ στην περίπτωση απόδοσης του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου από το συμβολαιογράφο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα μετά την αναγραφή των Ταυτοτήτων Ρυθμισμένης Οφειλής στο πιστοποιητικό.
β) Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν επηρεάζει τον τρόπο χορήγησης του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από τυχερά παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α’), συνεπώς δεν χορηγείται το εν λόγω πιστοποιητικό αν δεν έχει καταβληθεί ο επιμεριστικά αναλογών φόρος. Σε κάθε περίπτωση που καταβάλλεται από τον υπόχρεο επιμεριστικά αναλογών φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής καθώς και στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση απόδοσης επιμεριστικά αναλογούντος φόρου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του ως άνω Κώδικα, είτε από συμβολαιογράφο είτε από άλλα πρόσωπα -όπως Τράπεζες εφόσον πρόκειται για απόδοση καταθέσεων- ακολουθείται η ανωτέρω αναφερθείσα διαδικασία για την περίπτωση α) ως προς την πίστωση / απόδοση των ποσών του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου (διαχωρισμός ρύθμισης κ.λπ).
ΙV. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας.
Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του στη Φορολογική Διοίκηση, μηνιαίας διάρκειας (με παρακράτηση ποσοστού, όπου απαιτείται), εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. και της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013 (ΦΕΚ 3398 Β’), όπως ισχύουν.
Επισήμανση:
– Σε έκτακτες περιπτώσεις που για οποιαδήποτε αιτία δεν εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα των Δ.Ο.Υ. οι σχετικές πληρωμές, ο αιτών οφείλει να προσκομίζει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το σχετικό παραστατικό πληρωμής, για την αξιολόγηση του αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.
V. Μη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.
1. Για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης και ο οφειλέτης συμμορφώνεται με το πρόγραμμα αυτής και εφόσον έχει ελεγχθεί η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής και διατήρησής του, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει (π.χ. έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού) επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί παραγγελίες κατάσχεσης, τα ποσά όμως που θα αποδίδονται από τις κατασχέσεις στα χέρια τρίτων καλύπτουν δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Με την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
2. Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) έχει εξοφληθεί ποσοστό 25% της αρχικής βασικής βεβαιωμένης ρυθμιζόμενης οφειλής πριν από οποιαδήποτε απαλλαγή, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό της προκαταβολής του άρθρου 15 του ν. 4321/2015,
β) έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη,
γ) έχει κατά περίπτωση εξεταστεί η συνδρομή της πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής στη ρύθμιση και μη απώλειας αυτής, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας,
δ) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί και εξοφληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης και δεν περιλαμβάνει άλλα χρέη που δεν έχουν εξοφληθεί.
3. Λοιπές επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για τις οποίες δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αίρονται.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων του άρθρου 13 του ν.4321/2015, όπως ισχύει, περί δυνατότητας πίστωσης υπό προϋποθέσεις ποσών από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια των πιστωτικών ιδρυμάτων για την εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή ή την κάλυψη πρώτης δόσης της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα ποσά από τις επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, καθώς και από άλλες πράξεις εκτέλεσης (πχ απόδοση πλειστηριάσματος) λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Διευκρινίζεται ότι ως τρόπος εξόφλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 10 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1080/7.4.2015 νοείται κάθε ποσό που εισπράττεται από οποιαδήποτε αιτία, κατά τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
Ποσά που αποδίδονται από επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων πέραν του ανωτέρω ποσοστού δεν επιστρέφονται.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ . Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ.1092/17.4.2014.
VI. Αναβολή εκτέλεσης ποινής.
Με την υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως ισχύει σήμερα, ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή, της διακόπτεται.
VII. Δικαιώματα του Δημοσίου.
Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση:
α) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του Δημοσίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ΚΦΔ και την κατ’εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύουν,
β) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και των συνυποχρέων προσώπων, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,
γ) να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, στις περιπτώσεις που απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού για είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου, το οποίο αναγράφεται επί του χορηγούμενου αποδεικτικού ενημερότητας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ΚΦΔ και την κατ’εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύουν,
δ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του – εν στενή εννοία – Δημοσίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 42 του ΚΦΔ και στο άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν.
VIII. Απώλεια της ρύθμισης.
1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:
α) κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες δόσεις ή
β) μετά την πάροδο του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες δόσεις ή
γ) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ανεξαρτήτως του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης ή
δ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., εφόσον υπέχει σχετική υποχρέωση, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή και υπήρχε υποχρέωση υποβολής των δηλώσεων κατά την τελευταία πενταετία προ της υπαγωγής.
Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων των άρθρων 1 – 17 του πρώτου κεφαλαίου του νόμου 4321/2015 και της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1080/7.4.2015, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης.
Εάν η απώλεια της ρύθμισης επέλθει εντός της προθεσμίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει εκ νέου αίτηση και να υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1 του ν.4321/2015.
Η τυχόν εν μέρει ή εν όλω απόρριψη ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ή της ενδικοφανούς προσφυγής από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν συνεπάγεται την απώλεια των απαλλαγών από πρόσθετους φόρους, τέλη, πρόστιμα, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 1, καθώς και των λοιπών ευεργετημάτων του ν. 4321/2015.
IX. Αναστολή παραγραφής χρεών.
Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.
ΕΝΟΤΗΤΑ Δ
ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
I . Τόκος.
– Οι υπαχθείσες στη ρύθμιση οφειλές δεν επιβαρύνονται εφεξής με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ.
– Βασική οφειλή άνω των 5.000€ που υπάγεται σε ρύθμιση επιβαρύνεται με τόκο 3% ετησίως, ήτοι 0.25% ανά μήνα.
Επισήμανση : Το όριο των 5.000€ αφορά σε βασική ρυθμιζόμενη οφειλή κατά το άρθρο 1 του ν.4321/2015, ανά υπηρεσία στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή και ανά ρύθμιση. Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή το όριο των 5.000 ευρώ διαμορφώνεται μετά την αφαίρεση της προκαταβολής.
ΙΙ. Εκπρόθεσμη καταβολή δόσης.
Στην περίπτωση καθυστέρησης δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί με επιβάρυνση 0,25% ανά μήνα καθυστέρησης.
ΙΙΙ. Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.
1) Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής με οποιοδήποτε τρόπο, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των πρόσθετων φόρων ή τελών του Ν. 2523/1997, προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης, που τελικά διαμορφώνεται.
2) Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015, δύναται με αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης, με μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή θα τύχει ποσοστού απαλλαγής για το ποσό που εντάσσεται στο νέο πρόγραμμα ρύθμισης, η οποία λαμβάνει νέα ταυτότητα πληρωμής (Τ.Ρ.Ο.), αποτελεί δε συνέχεια της αρχικής ρύθμισης.
Επισήμανση :
-Σε καμία περίπτωση αλλαγής προγράμματος ρύθμισης ο συνολικός αριθμός μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100), υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.
ΙV. Εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή
1. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης με χορήγηση ισόποσης απαλλαγής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.4321/2015 υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτυακής εφαρμογής για όλες τις περιπτώσεις που αυτό υποστηρίζεται τεχνικά. Σε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
2. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση δύναται να υποβληθεί έως και την 26η Ιουνίου 2015.
3. Το ελάχιστο ποσό προκαταβολής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των διακοσίων ευρώ (200€). Σε περίπτωση που υφίστανται ληξιπρόθεσμες την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές βεβαιωμένες σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό προκαταβολής διαμορφώνεται σε εκατό ευρώ (100€). Η προκαταβολή είναι καταβλητέα άπαξ, με εκούσια καταβολή, μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της προκαταβολής με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης – δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων 30 Α και 32 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης – δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση, με επιμέλεια του οφειλέτη.
4. Η υπολειπόμενη οφειλή υπάγεται υποχρεωτικά σε πρόγραμμα δόσεων ρύθμισης του άρθρου 1 του ν. 4321/2015. Οι δόσεις της ρύθμισης είναι καταβλητέες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που έπονται της προκαταβολής. Η προκαταβολή δεν προσμετράται στον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
5. Εφόσον η προκαταβολή είναι ίση ή μεγαλύτερη από την πρώτη δόση της ρύθμισης ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 4321/2015, όπως η χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας κατά το άρθρο 12 του ΚΦΔ.
6. Η καταβολή της προκαταβολής διενεργείται στους φορείς είσπραξης (Τράπεζες, ΕΛ.ΤΑ.) με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο).
7. Εφόσον ο οφειλέτης δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από τις δέκα (10) πρώτες δόσεις της ρύθμισης που έπονται της προκαταβολής ή, στην περίπτωση που οι δόσεις της ρύθμισης είναι λιγότερες των δέκα, δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από αυτές ή επέλθει απώλεια της ρύθμισης με υπαιτιότητα του οφειλέτη για οποιοδήποτε λόγο, βεβαιώνεται σε βάρος του οφειλέτη, ο οποίος έχει υποβάλει την αίτηση, στον Κ.Α.Ε 3739, ποσό ίσο με την απαλλαγή που του χορηγήθηκε κατά την καταβολή της προκαταβολής. Η ως άνω μη εμπρόθεσμη καταβολή μιας δόσης δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την απώλεια της ρύθμισης.
8. Για την εφαρμογή των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο απαιτείται σύνταξη χρηματικού καταλόγου από το αρμόδιο για την παρακολούθηση της ρύθμισης όργανο, ο οποίος αποστέλλεται προς βεβαίωση και είσπραξη κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ στην υπηρεσία όπου είναι βεβαιωμένες οι ρυθμισμένες οφειλές. Τα ανωτέρω δύνανται να υλοποιηθούν και με μαζικούς χρηματικούς καταλόγους, τοπικά ή κεντρικά, όταν δημιουργηθεί η κατάλληλη μηχανογραφική εφαρμογή.
ΕΝΟΤΗΤΑ Ε
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 57 ΤΟΥ ΚΦΔ ΚΑΙ 6 ΤΟΥ ΚΕΔΕ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ (ΑΡΘΡΟ 19 ΤΟΥ Ν. 4321/2015)
Οι οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από την 21η Μαρτίου 2015 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4321/2015) και εφεξής δεν επιβαρύνονται με το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής (10%, 20%, 30%) του άρθρου 57 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ. Τα ως άνω πρόστιμα υπολογίζονται κατά την είσπραξη για οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης έως και την 20η Μαρτίου 2015.
Ακριβές Αντίγραφο
Ο/Η Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
Η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
Αικατερίνη Σαββαΐδου
ΘΕΜΑ : «Διευκρινίσεις επί των διατάξεων του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ 237 Α /31.10.2014), όπως ισχύει».
Κατόπιν προφορικών αιτημάτων των Δ.Ο.Υ. αλλά και φορολογουμένων επί ορισμένων ζητημάτων που προέκυψαν από την εφαρμογή του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, δίνονται οι ακόλουθες διευκρινήσεις.
Α. Εξαίρεση από την υπαγωγή στη ρύθμιση.
Στη ρύθμιση του άρθρου 51 του ν.4305/2014 δεν δύναται να υπαχθούν οφειλές, οι οποίες έχουν υπαχθεί σε συμφωνία, η οποία έχει επικυρωθεί δικαστικά κατ’ άρθρα 99 επ. του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), 44 του ν. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις, όσο ισχύει η εν λόγω συμφωνία. Η υπαγωγή στη ρύθμιση είναι επιτρεπτή μόνο μετά τη δικαστική ακύρωση ή λύση της συμφωνίας ή την ανατροπή της ως προς το Δημόσιο, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.
Κατ’ εξαίρεση, είναι επιτρεπτή η υπαγωγή στη ρύθμιση οφειλών που έχουν υπαχθεί σε δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία, αν σε αυτή περιλαμβάνεται όρος που το επιτρέπει, δηλαδή αν στη συμφωνία προβλέπεται μεν ορισμένος τρόπος αποπληρωμής των οφειλών προς το Δημόσιο, επιτρέπεται όμως ρητά στον οφειλέτη να επιλέξει, μετά την επικύρωσή της, ευμενέστερο τρόπο αποπληρωμής, που τυχόν προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να διενεργούν σε τακτά χρονικά διαστήματα σχετικό έλεγχο συμβουλευόμενες το χειρόγραφο αρχείο που προβλέπεται στην ΠΟΛ.1068/3.4.2013, ώστε, αν διαπιστωθεί ότι έχει ανεπίτρεπτα λάβει χώρα υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση οφειλών που έχουν ρυθμιστεί με δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία, κατά τα ανωτέρω, να προκαλούν άμεσα την απώλεια της ρύθμισης.
Επισημαίνεται ότι οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της περ. α της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3808/2009 μπορούν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση με συνέπεια την απώλεια της ως άνω προηγούμενης ρύθμισης. , σύμφωνα με την Ενότητα Α Ι 2 ii της παρούσας εγκυκλίου.
Β. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ.
Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη.
Διακανονισμός πληρωμής.
i)Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις, έως εκατό, υπό προϋποθέσεις.
ii)Απαλλαγή από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν τις υπαγόμενες οφειλές (κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής) ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης. Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται, εφάπαξ ή σε δόσεις ως εξής:
γ) έως είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%),
δ) έως τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα τοις εκατό (70%),
ε) έως σαράντα οκτώ (48) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα (60%),
στ) έως εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%),
ζ) έως εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) και
η) έως εκατό (100) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%).
iii) Το συνολικό ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ.
Οι οφειλέτες που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση «τελευταίας ευκαιρίας» της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, τυγχάνουν αναδρομικά των εκπτώσεων και των πρόσθετων ευεργετημάτων της παρ. 8 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014. Ειδικότερα για τους οφειλέτες που επιλέξουν να υπαγάγουν την εναπομένουσα ρυθμισμένη οφειλή τους στη ρύθμιση του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, οι ανωτέρω εκπτώσεις δύνανται να χορηγηθούν μετά την καταβολή της πρώτης δόσης αυτής.
Όσοι δεν υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής μέχρι 31 Μαρτίου 2015 και διατηρούν την ρύθμιση «τελευταίας ευκαιρίας», δικαιούνται τα ευεργετήματα της παρ. 8 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, τα οποία θα υπολογιστούν μαζικά από την 1η Απριλίου 2015.
Επισήμανση : Με την διατήρηση της ρύθμισης τελευταίας ευκαιρίας του ν.4152/2013 οι λοιποί όροι της ρύθμισης αυτής παραμένουν εν ισχύ (15% προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής δόσης, λόγοι απώλειας αυτής, κλπ).
ΙΙ. Προϋποθέσεις υπαγωγής σε πρόγραμμα αριθμού δόσεων άνω των εβδομήντα δύο (72).
Για την υπαγωγή σε αριθμό δόσεων άνω των εβδομήντα δύο (72) έως και εκατό (100), το ποσό της συνολικά ρυθμιζόμενης βασικής οφειλής δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες ευρώ (15.000,00 €).
ΙΙΙ. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας.
Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση, δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του προς το Δημόσιο, μηνιαίας διάρκειας, εφόσον είναι ενήμερος και σε τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει σήμερα.
Επισήμανση:
Σε έκτακτες περιπτώσεις που για οποιαδήποτε αιτία δεν εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα των Δ.Ο.Υ. οι σχετικές πληρωμές, ο αιτών οφείλει να προσκομίζει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το σχετικό παραστατικό πληρωμής, για την αξιολόγηση του αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.
ΙV. Μη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.
i)Για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης και ο οφειλέτης συμμορφώνεται με το πρόγραμμα αυτής και εφόσον έχει ελεγχθεί η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής και διατήρησής του, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας, δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση, ήτοι δεν επιτρέπεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων (κατάσχεση στα χέρια τρίτων, κατάσχεση κινητών ή ακινήτων) ή η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει (π.χ. έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού).
ii)Οι επιβληθείσες μέχρι την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) έχει εξοφληθεί το 50% της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής,
β) έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη,
γ) έχει κατά περίπτωση εξεταστεί η συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής στη ρύθμιση και μη απώλειας αυτής, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας,
δ) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί και εξοφληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης.
iii) Λοιπές επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για τις οποίες δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αίρονται.
Σε κάθε περίπτωση (ii και iii) τα αποδιδόμενα ποσά από τις επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, καθώς και από άλλες πράξεις εκτέλεσης (πχ απόδοση πλειστηριάσματος) λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
Διευκρινίζεται ότι ως τρόπος εξόφλησης της περίπτωσης (ii) νοείται κάθε ποσό που εισπράττεται από οποιαδήποτε αιτία (όπως για παράδειγμα και οι λοιπές περιπτώσεις της παραγράφου 16 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, όπως ερμηνεύονται στην παρούσα) κατά τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης, μετά την καταβολή της πρώτης δόσης, ήτοι μετά την ενεργοποίηση της ρύθμισης εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις που τάσσονται με την ΠΟΛ.1092/3.4.2014.
Τα ανωτέρω θα περιλαμβάνονται σε αιτιολογημένη απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσίας, η οποία θα καταχωρείται υποχρεωτικά στο σύστημα TAXIS κατά αριθμό, ημερομηνία κλπ. Επισημαίνεται ότι, η τήρηση των προϋποθέσεων διατήρησης της ρύθμισης επιβάλλεται να παρακολουθείται τακτικά από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, άλλως θα πρέπει να επιβάλλεται άμεσα εκ νέου κατάσχεση.
V.Αναβολή εκτέλεσης ποινής.
Με την υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα, ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.
VI.Δικαιώματα του Δημοσίου.
Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση:
α) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του Δημοσίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ΚΦΔ και την κατ’εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/31.12.2013, όπως ισχύουν,
β) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και των συνυποχρέων προσώπων, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,
γ) να ορίζει συγκεκριμένο ποσοστό παρακράτησης, στις περιπτώσεις που απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού για είσπραξη χρημάτων από φορείς, πλην του – εν στενή εννοία – Δημοσίου, το οποίο αναγράφεται επί του χορηγούμενου αποδεικτικού ενημερότητας και ορίζεται στο 1/7 της υπολειπόμενης ρυθμισμένης οφειλής, για τις οφειλές που έχουν ρυθμιστεί με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν.4305/2014,
δ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του – εν στενή εννοία – Δημοσίου και μέχρι την κάλυψη του 1/7 των εναπομεινασών δόσεων.
Επισήμανση:
1.Τα ποσά που εισπράττονται από παρακράτηση λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας, καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον κατά την απόδοση των παρακρατούμενων ποσών η ρύθμιση δεν έχει απολεσθεί.
2.Η βεβαίωση οφειλής εκδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 ν. 4174/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1275/31.12.2013, όπως ισχύει . Το ανωτέρω ποσοστό παρακράτησης (1/7) δεν αφορά στη βεβαίωση οφειλής.
3.Εάν προκύψει συμψηφισμός κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει, διενεργείται πίστωση στις μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης εφόσον κατά την απόδοση των παρακρατούμενων ποσών η ρύθμιση δεν έχει απολεσθεί.
4.Το συγκεκριμένο ποσοστό συμψηφισμού (1/7) αφορά μόνο στη συγκεκριμένη ρύθμιση και στο συμψηφισμό που διενεργείται αυτεπαγγέλτως.
Ο οφειλέτης μπορεί με δήλωση – αίτησή του, να ζητήσει το συμψηφισμό του συνόλου της απαίτησής του κατά του δημοσίου με δόσεις της ρύθμισης.
5.Το συγκεκριμένο ποσοστό συμψηφισμού (1/7), δεν αφορά στο ποσό που προέρχεται από το ευεργέτημα της παρ. 8 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, το οποίο συμψηφίζεται κατά ποσοστό 100% σε βεβαιωμένες οφειλές. Το ποσό αυτό πιστώνεται κατά προτεραιότητα σε δόσεις ρύθμισης του άρθρου 51, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή είναι σε ισχύ.
6.Εφόσον υφίστανται και άλλες οφειλές (εκτός της συγκεκριμένης ρύθμισης), πρέπει να εφαρμόζονται συνδυαστικά οι διατάξεις περί αποδεικτικού ενημερότητας (άρθρο 12 ν. 4174/2013, όπως ισχύει) και συμψηφισμού (άρθρο 83 ν.δ. 356/1974, όπως ισχύει).
Παράδειγμα 1.
Δεδομένα :
-Απαίτηση από επιστροφή ΦΠΑ: 100.000 ευρώ.
-Υπαχθείσα σε ρύθμιση οφειλή του άρθρου 51 ν. 4305/2014 – εναπομείναν ποσό οφειλής: 70.000 ευρώ.
Εναπομείνας αριθμός δόσεων: 7.
-Λοιπές βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση (από φόρο εισοδήματος): 30.000 ευρώ.
Ενέργειες αρμόδιας υπηρεσίας :
Συμψηφίζεται στις δόσεις της ρύθμισης το ποσό που αντιστοιχεί στο 1/7 των εναπομενουσών δόσεων της ρύθμισης του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (δηλ. 10.000 ευρώ), 30.000 ευρώ συμψηφίζονται με τον βεβαιωμένο φόρο εισοδήματος και ο οφειλέτης λαμβάνει, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 περί αποδεικτικού ενημερότητας, τις 60.000 ευρώ (κατόπιν εφαρμογής και των διατάξεων της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.2, της παρ. ΙΑ, του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 ΦΕΚ 85 Α, όπως ισχύει περί συμψηφισμού επιστροφών ΦΠΑ και Φόρου Εισοδήματος με οφειλές φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης).
Παράδειγμα 2.
Δεδομένα :
-Απαίτηση από το ευρύτερο Δημόσιο (πχ από ΟΤΑ) 120.000 ευρώ.
-Ο δικαιούχος της απαίτησης αυτής, έχει και άλλες απαιτήσεις από το Δημόσιο (βλ. παρ. 2 ii του άρθ. 7 της Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1274/31.12.2013, όπως ισχύουν).
-Υπαχθείσα σε ρύθμιση οφειλή του άρθρου 51 ν. 4305/2014 – εναπομείναν ποσό οφειλής 70.000 ευρώ.
-Υπαχθείσα σε ρύθμιση οφειλή της πάγιας ρύθμισης του ν. 4152/2013- εναπομείναν ποσό οφειλής 80.000 ευρώ (με 10 εναπομένουσες δόσεις από την ημερομηνία της αίτησης χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας και ποσό δόσης 8.000 ευρώ).
-Οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 πληρούνται.
Ενέργειες αρμόδιας υπηρεσίας :
Το ποσοστό παρακράτησης θα συμπεριλαμβάνει :
-το 1/7 της εναπομείνασας ρυθμισμένης κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 οφειλής (δηλ. 10.000 ευρώ),
-πλέον του ποσοστού παρακράτησης (από 10% – 100% της απαίτησης κατά περίπτωση, μέχρι να καλυφθούν τουλάχιστον 3 δόσεις που έπονται της ημερομηνίας της αίτησης για χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας), ήτοι τουλάχιστον 24.000 ευρώ.
Ως απόρροια των ανωτέρω, το κατώτερο ποσό παρακράτησης είναι 34.000 ευρώ (10.000+ 24.000).
– Στην περίπτωση που οι 3 δόσεις της πάγιας ρύθμισης που έπονται της ημερομηνίας της αίτησης για χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας έχουν ήδη καλυφθεί, τότε το κατώτερο ποσοστό παρακράτησης επί του αποδεικτικού ενημερότητας θα είναι το 1/7 της εναπομείνασας ρυθμισμένης κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 οφειλής συν το 10% τουλάχιστον της απαίτησης, ήτοι τουλάχιστον 22.000 ευρώ (10.000 + 12.000).
-Εξυπακούεται ότι εάν το προς παρακράτηση ποσό (ήτοι το 1/7 της εναπομείνασας ρυθμισμένης οφειλής) είναι μεγαλύτερο του εισπραττομένου, παρακρατείται το 100% του τελευταίου.
VII.Ισχύς ρύθμισης.
1.Η ρύθμιση καθίσταται ενεργή και ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων αυτής από την εμπρόθεσμη καταβολή της πρώτης δόσης.
2.Ωστόσο η ρύθμιση απόλλυται σε οποιοδήποτε στάδιο, εφόσον διαπιστωθεί η μη τήρηση των όρων αυτής.
VIII.Απώλεια της ρύθμισης.
1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:
i)δεν είναι φορολογικά ενήμερος από την ημερομηνία υπαγωγής και καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης (δεν είναι ενήμερος στις οφειλές του, ατομικές και οφειλές από συνυποχρέωση, συνυπευθυνότητα, δεν έχει υποβάλει τις προβλεπόμενες από το νόμο φορολογικές δηλώσεις)
ii)δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου της ρύθμισης ή
iii) έχει δηλώσει ανακριβή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση.
2. Η ρύθμιση δεν απόλλυται αν μετά την πάροδο του πρώτου εξαμήνου από την ένταξη στη ρύθμιση ο οφειλέτης:
i)δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο δόσεις ανά έτος προγράμματος ρύθμισης ή
ii)δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό διάστημα μέχρι δύο μήνες.
Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 και της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1236/7.11.2014, όπως ισχύουν, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης.
IX. Αναστολή παραγραφής χρεών.
Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη του έτους της τελευταίας δόσης αυτής.
Γ. Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.
1)Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής με οποιοδήποτε τρόπο, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης, που τελικά διαμορφώνεται.
2)Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης, με μικρότερο αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
Στην περίπτωση αυτή θα τύχει μεγαλύτερου ποσοστού απαλλαγής από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής για το ποσό που εντάσσεται στη νέα ρύθμιση.
Επισήμανση :
1. Εάν ο οφειλέτης επιλέξει την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του, απαλλάσσεται κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής.
2. Εφόσον ο οφειλέτης εξοφλήσει από την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4305/2014 (31.10.2014) και έως τις 31.03.2015 την ρύθμιση «τελευταίας ευκαιρίας» της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013, ακόμη και εάν δεν έχει υποβάλλει αίτηση διατήρησης, τυγχάνει των σχετικών ευεργετημάτων της παραγράφου 8 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014.
Δ. Διαδικασία διενέργειας απαλλαγών της παρ. 8 του άρθρου 51.
α) Για τις οφειλές που είναι βεβαιωμένες στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και στα Ελεγκτικά Κέντρα, και σε ό,τι αφορά στις απαλλαγές που υπολογίζονται αναδρομικά, επί των εξοφλημένων δόσεων ρύθμισης, οι απαλλαγές διενεργούνται με οίκοθεν Ατομικό Φύλλο Έκπτωσης (ΑΦΕΚ), από την υπηρεσία όπου είναι βεβαιωμένη η οφειλή, λαμβάνοντας υπόψη το προτεινόμενο προς επιστροφή ποσό από την ηλεκτρονική εφαρμογή, κατόπιν επιβεβαίωσης τήρησης της ρύθμισης «τελευταίας ευκαιρίας» από τον αρμόδιο για τη χορήγηση αυτής Προϊστάμενο, ο οποίος ελέγχει και την τήρηση των όρων της, σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013 και της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1111/21.5.2013. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται εντός ενενήντα (90) ημερών από την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος και το αργότερο εντός ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014.
Τα ανωτέρω δύνανται να υλοποιηθούν με μαζικά φύλλα έκπτωσης, τοπικά ή κεντρικά, όταν δημιουργηθεί η κατάλληλη μηχανογραφική εφαρμογή.
Το συνολικό επιστρεφόμενο ποσό πιστώνεται κατά προτεραιότητα στις δόσεις της ρύθμισης υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε ισχύ.
β) Για τις οφειλές που είναι βεβαιωμένες στα Τελωνεία, με την έκδοση απόφασης απαλλαγής προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής και στην περίπτωση που προκύψει υπόλοιπο προς επιστροφή ποσό, η επιστροφή θα διενεργείται με τη διαδικασία επιστροφής αχρεωστήτως εισπραχθέντων.
Ε. Αίτημα επανένταξης.
O οφειλέτης δύναται εντός δύο (2) μηνών από την απώλεια της ρύθμισης, να υποβάλλει άπαξ αίτηση επανένταξής του στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων αυτής, προσκομίζοντας στην υπηρεσία, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης, στοιχεία που αποδεικνύουν τους λόγους ανωτέρας βίας που επικαλείται ως αιτία απώλειας αυτής.
Ο προϊστάμενος της ως άνω υπηρεσίας αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός 15 εργάσιμων ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, άλλως τεκμαίρεται ότι το αίτημα έχει απορριφθεί.
Παράδειγμα:
Δεδομένα:
– Στις 12.01.2015 οφειλέτης έχει υπαγάγει τις οφειλές του στη ρύθμιση του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 με αριθμό δόσεων 48 και απαλλαγή προσαυξήσεων, τόκων, προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστό 60%.
-Ο οφειλέτης απώλεσε τη ρύθμιση λόγω μη καταβολής της έβδομης δόσης (την οποία και κατέβαλλε μαζί με την όγδοη δόση πλέον του 2% της προσαύξησης) και της ενδέκατης δόσης αυτής.
-Ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα έως την 01.02.2016 να αιτηθεί να επανενταχθεί στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις αυτής.
Εφόσον ο αρμόδιος προϊστάμενος αποφανθεί θετικά (έως και τις 22 Φεβρουαρίου 2016 – βλ. 15 εργάσιμες ημέρες) θα πρέπει να ενεργοποιηθεί η ρύθμιση με τις υπολειπόμενες 38 δόσεις καταβάλλοντας τη «νέα» πρώτη δόσης αυτής εντός τριών εργάσιμων ημερών.
Επισήμανση :
α) Ο συνολικός αριθμός των μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εβδομήντα δύο (72) ή τις εκατό (100) κατά περίπτωση, υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.
β) Κατά την ημερομηνία της αίτησης υπολογίζονται οι απαλλαγές της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014.
γ) Από την υπαγωγή στη ρύθμιση και ενόσω αυτή διαρκεί, οι οφειλές δεν επιβαρύνονται με τις κατά ΚΕΔΕ και κατά ΚΦΔ προσαυξήσεις, τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής.
δ) Εφόσον ο οφειλέτης απολέσει τη ρύθμιση του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στην πάγια ρύθμιση του ν. 4152/2013 ή, εφόσον οι οφειλές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ, στη ρύθμιση του άρθρου 43 του ΚΦΔ, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές διατάξεις.
Ακριβές Αντίγραφο
Ο/Η Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
Η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
Αικατερίνη Σαββαΐδου
ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση διατάξεων του άρθρου 34 του ν. 4320/2015 (ΦΕΚ 29 Α 19/3/2015)
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4320/2015 (ΦΕΚ 29 A) και παρέχουμε οδηγίες για ενημέρωση και ενιαία εφαρμογή αυτών.
Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η διευκόλυνση των φορολογούμενων να εκπληρώσουν μέρος ή το σύνολο των υποχρεώσεών τους στη Φορολογική Διοίκηση με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, με ταυτόχρονη αύξηση των δημοσίων εσόδων.
Ειδικότερα:
– Οποιαδήποτε εκούσια καταβολή οφειλής, που δεν έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία κατ’ άρθρα 99 επ. ν. 3588/2007, 44 ν. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις και είναι βεβαιωμένη στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.) και του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), απαλλάσσεται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις προσαυξήσεις, τους τόκους του άρθρου 53 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 57 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ που την επιβαρύνουν.
– Η καταβολή δύναται να αφορά μέρος ή το σύνολο του χρέους του οφειλέτη.
– Η ανωτέρω δυνατότητα παρέχεται σε όλους τους φορολογούμενους με οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση για τις καταβολές που θα πραγματοποιήσουν από τις 20 έως και τις 27 Μαρτίου 2015.
– Η απαλλαγή από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής παρέχεται στην εκούσια καταβολή και δεν συμπεριλαμβάνει την απόσβεση οφειλής που διενεργείται μέσω συμψηφισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ και του άρθρου 48 του ΚΦΔ, απόδοσης προϊόντος ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεσης, πλειστηριασμού, πτωχευτικής διανομής κλπ) ή παρακράτησης επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του ΚΦΔ και αφορά σε οφειλές που δεν τελούν σε καθεστώς ρύθμισης ή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας.
– Η ίδια απαλλαγή παρέχεται και για την εκούσια εξόφληση από τις 20 έως και τις 27 Μαρτίου 2015 της υπολειπόμενης βασικής οφειλής που έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη για απώλεια της ισχύουσας ανωτέρω ρύθμισης ή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής που του έχει χορηγηθεί προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4320/2015.
– Η σχετική αίτηση υποβάλλεται υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή (ή σε οποιαδήποτε Δ.Ο.Υ./Τελωνείο ή στα κατά τόπους Γ.Ε.Φ., που την διαβιβάζουν μέσω τηλεομοιοτυπίας και επικοινωνούν άμεσα με την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης), η οποία προβαίνει άμεσα στην απώλεια της σχετικής ρύθμισης/διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής. Η ανωτέρω αίτηση του οφειλέτη διαβιβάζεται αυθημερόν μέσω τηλεομοιοτυπίας στην Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης των σχετικών οφειλών προκειμένου να ενημερωθεί ο φάκελος του οφειλέτη για την απώλεια της ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή και για την εξυπηρέτηση των φορολογούμενων η καταβολή δύναται να διενεργείται και στις περιφερειακές υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ., Ελεγκτικά Κέντρα αλλά και στα ΓΕΦ στα οποία λειτουργεί ταμείο). Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση που στον οφειλέτη έχουν χορηγηθεί άνω της μίας ρύθμισης/διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής, στην αίτησή του ο οφειλέτης πρέπει να αναφέρει ρητά τη ρύθμιση/-εις / διευκόλυνση/-εις των οποίων αιτείται την απώλεια.
– Η καταβολή διενεργείται με τη χρήση του μοναδικού κωδικού πληρωμής (ταυτότητα οφειλής) στους φορείς είσπραξης ή κατ’ εξαίρεση στη Φορολογική Διοίκηση. Επισημαίνεται ότι ο κωδικός πληρωμής (ταυτότητα οφειλής – Τ.Ο.) είναι μοναδικός και ακολουθεί κάθε οφειλή από την καταχώρισή της στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης και μέχρι την εξόφλησή της. Ο οφειλέτης είναι σημαντικό να γνωρίζει ότι για όσα χρέη επιθυμεί να πληρώσει τόσες ταυτότητες οφειλής (Τ.Ο.) οφείλει να προσκομίζει στις τράπεζες ή ΕΛ.ΤΑ, δηλώνοντας ταυτόχρονα και το ποσό που επιθυμεί να καταβάλει ανά ταυτότητα οφειλής (Τ.Ο.).
– Για την ταυτότητα οφειλής καθώς και αναλυτικές πληροφορίες αναφορικά με την οφειλή του, ο φορολογούμενος πληροφορείται ηλεκτρονικά μέσω της εφαρμογής «προσωποποιημένης πληροφόρησης», ή εναλλακτικά μέσω εκτύπωσης «συγκεντρωτικής εικόνας οφειλών εκτός ρύθμισης» στο TAXISnet. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό να υποστηριχθεί τεχνικά, ενημερώνεται σχετικά από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Ελεγκτικά Κέντρα καθώς και τα Γραφεία Εξυπηρέτησης Φορολογούμενων (Γ.Ε.Φ.). -Ειδικά για τις οφειλές που είναι βεβαιωμένες στα Τελωνεία η αίτηση και η καταβολή των ποσών θα διενεργείται στις εν λόγω υπηρεσίες.
– Ειδικά σε περίπτωση οφειλών που έχουν υπαχθεί σε δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία, για τη χορήγηση της απαλλαγής υποβάλλεται από τον οφειλέτη από 20 έως και 27 Μαρτίου 2015 αίτηση στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Τμήμα Δικαστικό και Νομικής Υποστήριξης) για την εφάπαξ εξόφληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4320/2015, του συνόλου της βασικής οφειλής που οφείλεται βάσει της συμφωνίας με ταυτόχρονη καταβολή αυτού στην εν λόγω Υπηρεσία. Με την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας οι όροι αποπληρωμής της δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας θεωρούνται εκπληρωμένοι ως προς το Δημόσιο. Η αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλών Υπηρεσία ενημερώνει ακολούθως σχετικά την Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης στην οποία είναι βεβαιωμένες οι οφειλές.
– Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που:
α) εκκρεμεί η πίστωση ποσών από καταβολές ή αποδόσεις που έχουν διενεργηθεί πριν την 20/03/2015 (ημερομηνία ισχύος της διάταξης), τούτη διενεργείται χωρίς τις ανωτέρω απαλλαγές,
β) διενεργηθεί εκούσια καταβολή εντός του χρονικού διαστήματος ισχύος της διάταξης και από αυτή προκύψει «υπερείσπραξη», η οφειλή η οποία υφίσταται κατά το χρόνο της εν λόγω καταβολής, τυγχάνει της αναλογούσας σε αυτή απαλλαγής, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας τακτοποίησης αυτής.
– Παραδείγματα απαλλαγών.
1. Περίπτωση μίας (1) οφειλής απαιτητής σε μία (1) δόση με καταβολή μέρους βασικής οφειλής.
Οφειλέτης με 120.000 ευρώ βασική οφειλή καταβλητέα σε μία δόση και η οποία επιβαρύνεται με 30.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εάν καταβάλει μέχρι τις 27 Μαρτίου, ποσό 50.000 ευρώ, θα μειώσει τη βασική οφειλή του στις 70.000 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις αναλογούσες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβάρυναν κατά 12.500 ευρώ.
2. Περίπτωση μίας (1) οφειλής απαιτητής σε μία (1) δόση με εξόφληση του συνόλου της βασικής οφειλής.
Οφειλέτης με 30.000 ευρώ βασική οφειλή καταβλητέα σε μία δόση και η οποία επιβαρύνεται με 50.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εάν καταβάλλει τις 30.000 ευρώ μέχρι τις 27 Μαρτίου, θα εξοφλήσει την οφειλή του στο σύνολό της και θα απαλλαχθεί από το σύνολο των προσαυξήσεων που την επιβάρυναν κατά 50.000 ευρώ.
3. Περίπτωση μίας (1) οφειλής απαιτητής σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις και καταβολής μέρους βασικής οφειλής.
Έστω 10.000 ευρώ κεφάλαιο απαιτητό σε δύο (2) ισόποσες δόσεις, α’ δόση 5.000 ευρώ κεφάλαιο και 3.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και β’ δόση 5.000 ευρώ κεφάλαιο και 2950 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Ο οφειλέτης καταβάλει 7.500 ευρώ και απαλλάσσεται από 3.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής της α’ δόσης, 1.475 ευρώ από την β’ δόση και συνολικά απαλλάσσεται από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 4.475 ευρώ.
4. Περίπτωση πολλών οφειλών απαιτητών σε μία (1) δόση με εξόφληση μέρους ή του συνόλου αυτών.
Οφειλές:
α’ οφειλή: κεφάλαιο 6.000 ευρώ και προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής 10.000 ευρώ. β’ οφειλή: κεφάλαιο 800 ευρώ και προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής 1.000 ευρώ. γ’ οφειλή: κεφάλαιο 1.000 ευρώ και προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής 500 ευρώ. Εάν ο οφειλέτης έχει την δυνατότητα να καταβάλει 7.000 ευρώ, τότε για να τύχει της μέγιστης απαλλαγής πρέπει:
Να καταβάλει με την ταυτότητα της α’ οφειλής τα 6.000 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής των 10.000 ευρώ.
Να καταβάλει με την ταυτότητα της β’ οφειλής τα 800 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής των 1.000 ευρώ.
Να καταβάλει με την ταυτότητα της γ’ οφειλής τα 200 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής των 100 ευρώ που την επιβαρύνουν. Με τον τρόπο αυτό απαλλάσσεται συνολικά από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 11.100 ευρώ.
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΠΟΛ.1166/23.7.2015 Αρμόδια Φορολογική Αρχή στην ημεδαπή για τεκμηρίωση πλήρωσης των προϋποθέσεων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των Οδηγιών 2011/96/ΕΕ (Μητρικών – Θυγατρικών) και 2003/49/ΕΚ (Τόκων-Δικαιωμάτων Συνδεδεμένων Εταιρειών)
ΘΕΜΑ: Αρμόδια Φορολογική Αρχή στην ημεδαπή για τεκμηρίωση πλήρωσης των προϋποθέσεων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των Οδηγιών 2011/96/ΕΕ (Μητρικών – Θυγατρικών) και 2003/49/ΕΚ (Τόκων-Δικαιωμάτων Συνδεδεμένων Εταιρειών).
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις της ΠΟΛ.1036/26.1.2015 Απόφασης της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, καθορίσθηκε ο τύπος και το περιεχόμενο των εντύπων εφαρμογής του άρθρου 63 του ν.4172/2013, προκειμένου οι δικαιούχοι (νομικά πρόσωπα φορολογικοί κάτοικοι κράτους – μέλους της Ε.Ε.), να τεκμηριώνουν την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού, έτσι ώστε να μην διενεργείται παρακράτηση φόρου στα καταβαλλόμενα από τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες προς αυτούς ποσά (μερίσματα, τόκους και δικαιώματα).
2. Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, προκύπτει, ότι ζητείται από ημεδαπά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που εισπράττουν τα ίδια εισοδήματα (μερίσματα, τόκους, δικαιώματα) από θυγατρικές τους με έδρα σε άλλα κράτη μέλη να προσκομίσουν αντίστοιχα έντυπα εφαρμογής για να τεκμηριώσουν την πλήρωση των προϋποθέσεων των Οδηγιών 2011/96/ΕΕ (Μητρικών – Θυγατρικών) και 2003/49/ΕΚ (Τόκων-Δικαιωμάτων Συνδεδεμένων Εταιρειών) κατά περίπτωση, προκειμένου να τύχουν των σχετικών ευεργετημάτων τους (απαλλαγή παρακράτησης στα εισπραττόμενα ποσά).
3. Εξάλλου, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν.4174/2013 ορίζεται, ότι ο Γενικός Γραμματέας δύναται να ζητά από τον φορολογούμενο να υποβάλει, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, βιβλία, στοιχεία και κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί απαραίτητο για τον προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης του φορολογούμενου. Ο Γενικός Γραμματέας θέτει εύλογη προθεσμία για τη συμμόρφωση του φορολογούμενου.
4. Με το αριθ. πρωτ. 1063343/701/0006Δ/1.7.2009 έγγραφο της Δ/νσης Οργάνωσης καθορίσθηκε η διαδικασία για την επίσημη μετάφραση αλλοδαπών εγγράφων.
5. Ενόψει των ανωτέρω με την παρούσα διευκρινίζεται, ότι η αρμόδια αρχή στην ημεδαπή, για την τεκμηρίωση πλήρωσης των σχετικών προϋποθέσεων (πιστοποίηση φορολογικής κατοικίας ημεδαπού νομικού προσώπου, υπαγωγή του στους φόρους των παραρτημάτων κ.ο.κ), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των Οδηγιών 2011/96/ΕΕ (Μητρικών – Θυγατρικών) και 2003/49/ΕΚ (Τόκων-Δικαιωμάτων Συνδεδεμένων Εταιρειών), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 της παρούσας, είναι η αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) του ημεδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, η οποία θα πρέπει να προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την τεκμηρίωση πλήρωσης των προϋποθέσεων με βάση τα αναγραφόμενα στα αντίστοιχα έντυπα-έγγραφα αλλοδαπής που θα προσκομίζονται σ’ αυτήν.
Επισημαίνεται, ότι τα σχετικά έγγραφα θα πρέπει να υποβληθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, με βάση τη διαδικασία που αναφέρεται στο προαναφερθέν υπ’αριθμ. 1063343/701/0006Δ/1.7.2009 έγγραφο.
Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
ΠΟΛ.1112/2016 Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με τον φόρο προστιθέμενης αξίας του άρθρου «Τροποποιήσεις του άρθρου 58 Α του ν. 4174/2013» του κατατεθέντος στην Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση σχεδίου νόμου «Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα …….»
ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση διατάξεων του άρθρου «Τροποποιήσεις του άρθρου 58 Α του ν. 4174/2013» του κατατεθέντος στην Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση σχεδίου νόμου «Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών και Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του Λαθρεμπορίου, εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών-μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της Οδηγίας 2001/37/ΕΚ», αναφορικά με τα πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με τον φόρο προστιθέμενης αξίας.
Κοινοποιούμε τις διατάξεις του ως άνω άρθρου του ανωτέρω σχεδίου νόμου , αναφορικά με την τροποποίηση του άρθρου 58 Α του ν. 4174/2013 και παρέχουμε οδηγίες και διευκρινίσεις για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.
1. Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις, οι οποίες ισχύουν για παραβάσεις που διαπιστώνονται από 25.7.2016, αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 58 Α του ν. 4174/2013 και προβλέπεται πλέον ένα ελάχιστο ύψος προστίμου για το σύνολο των παραβάσεων μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης ή λήψης φορολογικών στοιχείων της παραγράφου 1 του άρθρου 58 Α, ανά φορολογικό έλεγχο, ενώ σε περίπτωση υποτροπής ορίζεται η προσαύξηση των προστίμων αυτών.
Ειδικότερα, με τις ανωτέρω διατάξεις ορίζεται ότι στην περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου, ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς φορολογικού στοιχείου, για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς αντίστοιχα.
Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό τοις εκατό (100%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς φόρου λόγω έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
Στην περίπτωση κάθε επόμενης διάπραξης της ίδιας παράβασης στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, επιβάλλεται πρόστιμο διακόσια τοις εκατό (200%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς φόρου λόγω έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
2. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, με την οποία αντικαθίσταται η παράγραφος 5 του άρθρου 58Α του ν.4174/2013, στις περιπτώσεις που επιβάλλονται τα πρόστιμα για παραβάσεις των παρ. 1, 3 και 4 για τις οποίες συντρέχει και περίπτωση παράβασης της παρ. 2 περί υποβολής ανακριβούς ή μη υποβολής δήλωσης, τα πρόστιμα αυτά αφαιρούνται από το πρόστιμο της παρ. 2. Ειδικά στην περίπτωση επιβολής προστίμων για παραβάσεις της παρ. 1 για τις οποίες συντρέχει και περίπτωση παράβασης της παρ. 2, αφαιρείται το αναλογικό πρόστιμο του 50% και όχι το ελάχιστο πρόστιμο των 250 ή 500 ευρώ, ή το επιβληθέν σε επόμενους ελέγχους διπλάσιο ή τετραπλάσιο πρόστιμο για διάπραξη ίδιων παραβάσεων εντός πενταετίας.
Με την αντικατάσταση της παραγράφου 5, καταρχήν, διατηρείται η πρόβλεψη περί μη σώρευσης των προστίμων της παρ. 2 με τα πρόστιμα των λοιπών παραγράφων του άρθρου 58 Α. Ειδικά για την αποφυγή της σώρευσης των προστίμων των παραγράφων 1 και 2, στις περιπτώσεις διαπίστωσης παραβάσεων ανακρίβειας της παραγράφου 2 που οφείλεται και σε περιπτώσεις παραβάσεων της παραγράφου 1, δηλαδή ο φορολογούμενος δεν καταχώρησε, ως όφειλε, στην ελεγχόμενη δήλωση, τα ποσά και το φόρο των ανακριβώς εκδοθέντων ή μη εκδοθέντων στοιχείων και για το λόγο αυτό σε προγενέστερο χρόνο είχε επιβληθεί πρόστιμο, από το συνολικό πρόστιμο της παραγράφου 2 αφαιρείται το 50% του φόρου που αντιστοιχεί στο μη εκδοθέν ή στο ανακριβώς εκδοθέν φορολογικό στοιχείο και όχι το ελάχιστα επιβαλλόμενο πρόστιμο των 250 ευρώ, 500 ευρώ κλπ. Διευκρινίζεται ότι σε κάθε περίπτωση αφαίρεσης του προστίμου της παραγράφου 1 από αυτό της παραγράφου 2, λόγω ταυτόχρονης εφαρμογής, δεν απομένει υπόλοιπο προς επιστροφή.
3. Τέλος, με την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζεται έναρξη ισχύος των προηγούμενων παραγράφων η 25η Ιουλίου 2016.
Για την ομοιόμορφη εφαρμογή των ανωτέρω και την καλύτερη κατανόηση αυτών παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:
α) Έστω ότι στο πλαίσιο ελέγχου που πραγματοποιήθηκε την 28.7.2016 σε φορολογούμενο που υποχρεούται στη τήρηση απλογραφικού λογιστικού συστήματος, διαπιστώθηκε η μη έκδοση ενός φορολογικού στοιχείου αξίας 3.000,00 ευρώ από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ ύψους 720,00 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο 360,00 ευρώ (720,00 * 50%).
β) Έστω ότι στο πλαίσιο ελέγχου που πραγματοποιήθηκε την 25.8.2016 σε φορολογούμενο που υποχρεούται στην τήρηση απλογραφικού λογιστικού συστήματος, διαπιστώθηκε η μη έκδοση 10 φορολογικών στοιχείων αξίας 500,00 ευρώ από τα οποία θα προέκυπτε ΦΠΑ ύψους 65,00 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο 250,00 ευρώ (65,00 * 50%= 32,50 < 250,00, άρα επιβάλλεται το ελάχιστο προβλεπόμενο πρόστιμο βάσει του τηρούμενου λογιστικού συστήματος. Έστω ότι στον ίδιο ως άνω φορολογούμενο διαπιστώνεται στο πλαίσιο ελέγχου την 10.10.2016 η μη έκδοση 5 φορολογικών στοιχείων αξίας 200,00 ευρώ από τα οποία θα προέκυπτε ΦΠΑ 26,00 ευρώ. Επειδή υπέπεσε στη ίδια παράβαση εντός πενταετίας, επιβάλλεται πρόστιμο 500,00 ευρώ (100% * 26,00 = 26,00 < 500,00, άρα επιβάλλεται το ελάχιστο προβλεπόμενο πρόστιμο βάσει του τηρούμενου λογιστικού συστήματος για πρώτη υποτροπή).
Στο πλαίσιο νέου ελέγχου την 7.11.2016 στον ίδιο ως άνω φορολογούμενο διαπιστώνεται η μη έκδοση ενός φορολογικού στοιχείου αξίας 100,00 ευρώ από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ 13,00 ευρώ. Λόγω της υποτροπής θα επιβληθεί πρόστιμο 1.000,00 ευρώ (13,00 * 200% πρόστιμο = 26,00 < 1.000,00, άρα επιβάλλεται το ελάχιστο προβλεπόμενο πρόστιμο βάσει του τηρούμενου λογιστικού συστήματος για επόμενη υποτροπή).
γ) Έστω σε φορολογούμενο, ο οποίος είναι υπόχρεος σε τήρηση απλογραφικού λογιστικού συστήματος έχει επιβληθεί για τη μη έκδοση στοιχείου αξίας 100,00 ευρώ από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ 24,00 ευρώ, πρόστιμο 250,00 ευρώ. Σε μεταγενέστερο έλεγχο διαπιστώνεται ότι έχει υποβληθεί ανακριβής δήλωση ΦΠΑ και η ανακρίβεια προσδιορίζεται στο ποσό των 24,00 ευρώ οφειλόμενη μόνο στη μη έκδοση του ανωτέρω στοιχείου. Προκειμένου να μη σωρευθούν τα πρόστιμα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 58 Α, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου, δεν αφαιρείται από το πρόστιμο της παραγράφου 2 (24,00 ευρώ) το ελάχιστο επιβληθέν πρόστιμο της παραγράφου 1 των 250,00 ευρώ, αλλά το αναλογικό πρόστιμο του 50% του ΦΠΑ επί της αξίας των στοιχείων που δεν εκδόθηκαν, δηλαδή τα 24,00 ευρώ, και εντέλει δεν επιβάλλεται ποσό προστίμου για την παράβαση της παραγράφου 2.
δ) Έστω σε επιχείρηση με υποχρέωση τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος έχει επιβληθεί πρόστιμο 500,00 ευρώ για την μη έκδοση ενός φορολογικού στοιχείου από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ 100 ευρώ.
Επιβλήθηκε πρόστιμο 500 ευρώ, ως ελάχιστο πρόστιμο, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή το 50% του φόρου ισούται με 50 ευρώ. Σε μεταγενέστερο έλεγχο διαπιστώνεται υποβολή ανακριβούς δήλωσης ΦΠΑ ποσού 250 ευρώ (παράβαση παραγράφου 2 του άρθρου 58Α) και διαπιστώνεται ότι μέρος της ανακρίβειας της δήλωσης οφείλεται στην προαναφερθείσα παράβαση της μη έκδοσης του φορολογικού στοιχείου.
Προκειμένου να μη σωρευθούν τα πρόστιμα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 58 Α, αφαιρείται το πρόστιμο της παραγράφου 1 ως εξής.
ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση των διατάξεων της παραγράφου Α’ (τροποποίηση διατάξεων ν. δ 356/1974 – ΚΕΔΕ) του τρίτου άρθρου του κεφαλαίου Β’ του νόμου 4254/2014 (ΦΕΚ 85 Α’/7-4- 2014)
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις της παραγράφου Α’ (τροποποίηση διατάξεων ν.δ 356/1974- ΚΕΔΕ) του τρίτου άρθρου του κεφαλαίου Β’ του νόμου 4254/2014 «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 85 Α77-4-2014), με τις οποίες
α) προστέθηκαν νέα εδάφια στο άρθρο 9 του ΚΕΔΕ με τα οποία αυξήθηκε το όριο οφειλών για την είσπραξη των οποίων δεν λαμβάνονται τα αναγκαστικά μέτρα (κατάσχεση ακινήτων και κατάσχεση κινητών στα χέρια του οφειλέτη),
β) προστέθηκαν νέα εδάφια στο άρθρο 30Α του ΚΕΔΕ με τα οποία καθορίστηκε ελάχιστο ποσό οφειλής για επιβολή κατάσχεσης στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και ελάχιστο ποσό απόδοσης από τα πιστωτικά ιδρύματα σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης στα χέρια τους ως τρίτων,
γ) αντικαταστάθηκαν τα δύο τελευταία εδάφια και προστέθηκε και νέα παράγραφος στο άρθρο 31 του ΚΕΔΕ με τα οποία:
ί) αυξήθηκε το όριο του ακατάσχετου ποσού μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών βοηθημάτων των οφειλετών του Δημοσίου από χίλια (1.000) ευρώ σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και
ίί) θεσπίσθηκε το ακατάσχετο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ στις καταθέσεις φυσικών προσώπων σε πιστωτικά ιδρύματα για ένα μοναδικό ατομικό ή κοινό λογαριασμό και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.
και δ) προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ με το οποίο επιμηκύνθηκε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης τρίτου όταν πρόκειται για πιστωτικά ιδρύματα από οκτώ (8) ημερολογιακές ημέρες σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες, για ενημέρωση και ενιαία εφαρμογή αυτών. Ειδικότερα:
1) Αυξάνεται από τριακόσια (300) ευρώ που ισχύει σήμερα σε πεντακόσια (500) ευρώ, το ποσό της οφειλής για το οποίο δεν λαμβάνονται αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και συγκεκριμένα: δεν επιβάλλεται κατάσχεση ακινήτων καθώς και κατάσχεση κινητών στα χέρια του οφειλέτη, κατά των οφειλετών που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές από κάθε αιτία, πλην του μέτρου της κατάσχεσης στα χέρια τρίτων.
Διευκρινίζεται ότι για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των ληξιπροθέσμων χρεών του οφειλέτη από κάθε αιτία (για την καταβολή των οποίων ευθύνεται ως πρωτοφειλέτης, συνυπόχρεος, εγγυητής κλπ.) και όχι μεμονωμένες οφειλές αυτού. Στο ανωτέρω ποσό δεν περιλαμβάνονται οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, οι τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής ή και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ, καθώς και των άρθρων 53 και 57 ν. 4174/2013.
Αναγκαστικά μέτρα που έχουν επιβληθεί μέχρι και 6/4/2014, (προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών) για ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά το χρόνο επιβολής τους, μικρότερες του ανωτέρω ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ, αίρονται μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση από τον οφειλέτη.
2) Προστίθενται νέα εδάφια στο τέλος του άρθρου 30 Α (κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων) του ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ) σύμφωνα με τα οποία:
Α) δεν επιβάλλεται κατάσχεση στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων με τη διαδικασία του άρθρου αυτού (έντυπη διαδικασία) για απαιτήσεις (κεφάλαιο και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής) μικρότερες των πενήντα (50) ευρώ και στην περίπτωση που επιβληθεί αυτή
α) δεν υποβάλλεται από το πιστωτικό ίδρυμα η δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ και β) τυχόν υφιστάμενο ποσό δεν αποδίδεται από το πιστωτικό ίδρυμα στην Υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση.
Β) εάν επιβληθεί κατάσχεση για συνολικό ποσό (κεφάλαιο και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής) μεγαλύτερο των πενήντα (50) ευρώ και το προς απόδοση ποσό από το πιστωτικό ίδρυμα στην Υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ, τότε αυτό δεν αποδίδεται εντός της προθεσμίας του παρόντος άρθρου, δηλαδή εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, αλλά σε χρόνο κατά τον οποίο το προς απόδοση ποσό θα είναι μεγαλύτερο του παραπάνω ορίου.
Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω δεν ισχύουν για κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων που επιβάλλονται με τη διαδικασία του άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ (κοινοποίηση κατασχετηρίων με ηλεκτρονικά μέσα).
3) Αντικαθίστανται τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν ως εξής:
Δεν χωρεί κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως, αφαιρουμένων των υποχρεωτικών εισφορών είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/4 αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο οφειλέτης του Δημοσίου λαμβάνει σύνταξη ή μισθό ή ασφαλιστικό βοήθημα από δύο ή περισσότερους φορείς, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό αυτών και επιτρέπεται η κατάσχεση του ¼ αυτών, όμως το εναπομένον ποσό από το σύνολο τους να μην είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Στο κατασχετήριο πρέπει να προσδιορίζεται το ακριβές ποσό που κατάσχεται (όχι ποσοστό), ώστε να εφαρμόζεται ο περιορισμός που τίθεται από το νόμο, ήτοι το συνολικό ποσό που απομένει στον οφειλέτη να μην είναι μικρότερο του ανωτέρου ορίου.
Οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί μέχρι και 6/4/2014, (προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών) και εμπίπτουν στο κατά τα ανωτέρω ακατάσχετο ποσό, αίρονται ή περιορίζονται κατά περίπτωση μετά από αίτηση του οφειλέτη, στην οποία επισυνάπτονται τα απαραίτητα στοιχεία από τα οποία προκύπτει το συνολικό ύψος των αποδοχών ή των συντάξεων.
Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω διάταξη δεν ισχύει αυτοδίκαια, δεδομένου, ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η υποβολή αίτησης του οφειλέτη και δεν έχει αναδρομική ισχύ, καθόσον κατά το τέταρτο άρθρο του τρίτου κεφαλαίου του ως άνω νόμου, η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων αρχίζει από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ήτοι από 7 Απριλίου 2014 και ως εκ τούτου τα ποσά που έχουν παρακρατηθεί μέχρι την υποβολή της αίτησης και την παραλαβή από τον τρίτο (ασφαλιστικό Ταμείο κλπ.) της εντολής της Δ.Ο.Υ για υλοποίηση του περιορισμού ή άρσης της κατάσχεσης δεν επιστρέφονται.
4) Προστίθεται παράγραφος 2 στο άρθρο 31 ΚΕΔΕ σύμφωνα με την οποία θεσπίζεται ακατάσχετο ποσό κατάθεσης σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα.
Ειδικότερα θεσπίζεται το ακατάσχετο καταθέσεων για ένα και μοναδικό ατομικό ή κοινό λογαριασμό σε πιστωτικά ιδρύματα για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα μέχρι το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η υποβολή ηλεκτρονικής δήλωσης στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης, με την οποία γνωστοποιείται από το φυσικό πρόσωπο ένας μοναδικός λογαριασμός. Στην περίπτωση που υπάρχει λογαριασμός περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων γνωστοποιείται αποκλειστικά και μόνο ο λογαριασμός αυτός.
Ο τρόπος υποβολής και πιστοποίησης του χρόνου της παραλαβής και τα στοιχεία της υποβαλλόμενης δήλωσης καθώς και ο τρόπος ενημέρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων από τη Φορολογική Διοίκηση για την ανωτέρω υποβαλλόμενη δήλωση και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Τέλος οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη νόμου με τις ανωτέρω διατάξεις, δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 982 ΚΠολΔ, η οποία δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις κατά ΚΕΔΕ κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, αφού αφενός μεν η παρούσα ρύθμιση είναι ειδικότερη εκείνης και την αποκλείει, αφετέρου δε διότι η παρούσα ρύθμιση παρέχει μεγαλύτερη και διαρκή προστασία στον οφειλέτη, μέχρι του πιο πάνω ορίου, και όχι χρονικά περιορισμένη, όπως στην περίπτωση του άρθρου 982 ΚΠολΔ. (βλέπε εισηγητική έκθεση)
5) προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 32 (δήλωση τρίτου) ΚΕΔΕ σύμφωνα με το οποίο ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος γίνεται εντός οκτώ εργασίμων ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου σε αντιδιαστολή με τις λοιπές δηλώσεις τρίτων οι οποίες γίνονται εντός οκτώ ημερολογιακών ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.
ΠΟΛ.1106/2016 Κοινοποίηση της με αριθμό 89/2015 γνωμοδότησης Ν.Σ.Κ, αναφορικά με απαλλαγή οφειλών από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για λόγους ανωτέρας βίας, κατ’ άρθ. 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.
ΠΟΛ 1106/2016 ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση της με αριθμό 89/2015 γνωμοδότησης Ν.Σ.Κ, αναφορικά με απαλλαγή οφειλών από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για λόγους ανωτέρας βίας, κατ’ άρθ. 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.
Σας κοινοποιούμε την με αριθμό 89/2015 Γνωμοδότηση του Α’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έγινε δεκτή από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, για να λάβετε γνώση και να ενεργείτε σύμφωνα με αυτή. Η γνωμοδότηση αυτή αναφέρεται στη δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε
α. βεβαιωμένων οφειλών που έχουν βεβαιωθεί («ταμειακά») έως την 31η.12.2013, ώστε να απαλλαγούν από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για λόγους ανωτέρας βίας, και
β. της μη γνώσης οφειλής (ως λόγου ανωτέρας βίας). Ειδικότερα έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
Α) είναι δυνατή η χορήγηση απαλλαγής, κατά τις διατάξεις του αρθ. 6 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει από 01.01.2014, για οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων μέχρι και την 31-12-2013, από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον συνέτρεξε κατά την κρίση της Διοίκησης, λόγος ανωτέρας βίας.
Β) η έλλειψη γνώσης της οφειλής που οφείλεται καθαρά σε υποκειμενική συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου ή του οφειλέτη (παράδειγμα, μη αποστολή της ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη ή ελάχιστη, έστω, αμέλεια αυτού), δεν συνιστά λόγο για την απαλλαγή της από τους τόκους και το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.. Αντιθέτως, η μη γνώση της οφειλής, συνιστά λόγο απαλλαγής κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον οφείλεται σε ανυπαίτιο, έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο δεν ήταν δυνατό να προληφθεί ή να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ανωτέρα βία), εξαιτίας του οποίου δεν πληρώθηκε εμπρόθεσμα η οφειλή. Επομένως, εφόσον ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη εμπρόθεσμη πληρωμή της οφειλής έχει ως αιτία την έλλειψη της γνώσης της, η οποία οφείλεται σε περιστατικό ανωτέρας βίας, επιτρέπεται η χορήγηση της ως άνω απαλλαγής.
Ο Γενικός Γραμματέας Γεώργιος Πιτσιλής
Ακριβές αντίγραφο Ο Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης