ΠΟΛ.1043/2017 Οδηγίες συμπλήρωσης έντυπου Ε3 (Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα) και Κατάστασης Φορολογικής Αναμόρφωσης φορολογικού έτους 2016

Αθήνα, 22/3/2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ: Α’, Β’

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας: 101 84
Πληροφορίες:Στ.Πίνη- Ι.Μπάρλας-Θ.Σαφαρής Β.Γιοβά-Μ.Χαπίδης
Τηλέφωνο:210 3375314-8
Fax: 210 3375001
E-mail:[email protected]
Url: www.aade.gr

ΠOΛ 1043/2017

ΘΕΜΑ: Οδηγίες συμπλήρωσης έντυπου Ε3 (Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα) και Κατάστασης Φορολογικής Αναμόρφωσης φορολογικού έτους 2016.

Α) ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (Ε3)

Για το έντυπο Ε3 του φορολογικού έτους 2016, δίδονται οι ακόλουθες οδηγίες και επισημάνσεις για την ορθή συμπλήρωσή του:

1. Ο κωδικός 019, στην πρώτη σελίδα, που αφορά κατηγορία βιβλίων και ο κωδικός 705 που αφορά τον Κωδικό Αριθμό Κύριας Δραστηριότητας, συμπληρώνονται με βάση τα αρχεία του μητρώου της Υπηρεσίας.

Ο κωδικός 598, επίσης στη πρώτη σελίδα, αφορά τους ασκούντες αγροτική δραστηριότητα και μη υπαγόμενους σε καθεστώς Φ.Π.Α. δηλαδή, τους μη υπαγόμενους ούτε στο κανονικό ούτε στο ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α. Τα πρόσωπα αυτά δηλώνουν εισόδημα από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκύκλιος) το οποίο μεταφέρεται από τον κωδ.347 του πίνακα Ζ’ στους ανάλογους κωδικούς της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1). Σ’ αυτή την περίπτωση δεν συμπληρώνεται ο Κ.Α.Δ.

Περαιτέρω επισημαίνεται ότι με βάση την ΠΟΛ.1157/26.11.2008 εγκύκλιο, η αντιστοίχηση των Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα έτος περίπου από την ισχύ της απόφασης. Η αντιστοίχιση των Κ.Α.Δ. γίνεται ηλεκτρονικά από την ιστοσελίδα www.gsis.gr «Υπηρεσίες προς Επιχειρήσεις» και από την επιλογή «Δήλωση Αλλαγής Κ.Α.Δ.»

2. ΚΟΣΤΟΣ ΠΩΛΗΘΕΝΤΩΝ

Ως προς τον προσδιορισμό του κόστους πωληθέντων φορολογικού έτους 2016, ισχύουν τα ακόλουθα:

Οι επιχειρήσεις ως απογραφή έναρξης του φορολογικού έτους 2016, λαμβάνουν τα δεδομένα πραγματικής απογραφής, εφόσον διενήργησαν προαιρετικά ή υποχρεωτικά απογραφή και σε διαφορετική περίπτωση μη διενέργειας απογραφής, μηδενικό αρχικό απόθεμα. Σαν απογραφή τέλους φορολογικού έτους 2016, λαμβάνουν την πραγματική απογραφή σε περίπτωση προαιρετικής ή υποχρεωτικής απογραφής και μηδενικό τελικό απόθεμα όταν δεν έχουν προβεί σε απογραφή.

Δηλαδή, αν για το φορολογικό έτος 2016, η επιχείρηση δεν είναι υπόχρεη σε σύνταξη απογραφής και δεν έχει προβεί σε προαιρετική απογραφή βάσει των διατάξεων του ν. 4308/2014, το κόστος πωληθέντων προσδιορίζεται μόνο από τις αγορές, με μηδενικό απόθεμα τέλους και τυχόν απόθεμα αρχής, εφόσον υπήρχε. Τέλος, αν η επιχείρηση στο τέλος του φορολογικού έτους 2016, υποχρεούται σε σύνταξη απογραφής ή προαιρετικά συντάξει απογραφή, λαμβάνει τα δεδομένα αυτά, ενώ ως αρχικό απόθεμα φορολογικού έτους 2016, θεωρείται μηδενικό μόνο αν δεν έχει διενεργηθεί πραγματική απογραφή το προηγούμενο φορολογικό έτος.

3. ΠΙΝΑΚΑΣ Ε’: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΣΠΡΑΧΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΕΝΟΙΚΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΛΗΘΗΚΑΝ – ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΤΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ

Όσον αφορά στον τρόπο δήλωσης των αγροτικών επιδοτήσεων και αποζημιώσεων στον Πίνακα Ε’, σας γνωρίζουμε τα κατωτέρω:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 112 (Μέρος Β, παράγραφος 3) του ν. 4387/2016, που αντικαθιστά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013, ειδικά, για τους ασκούντες ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, στον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα περιλαμβάνονται εκ των άμεσων ενισχύσεων του Πυλώνα I της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, όπως αυτές ορίζονται, μόνο η βασική ενίσχυση καθώς και, κατά το ποσό που υπερβαίνουν τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, οι πράσινες και συνδεδεμένες ενισχύσεις. Οι αγροτικές αποζημιώσεις στο σύνολό τους δεν περιλαμβάνονται στον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι βεβαιώσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ για τις επιδοτήσεις που αφορούν στο έτος 2016 θα φέρουν ακριβή χαρακτηρισμό για τον ορθό φορολογικό χειρισμό τους.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η βασική ενίσχυση φορολογείται από το πρώτο ευρώ ενώ οι πράσινες και οι συνδεδεμένες φορολογούνται μόνο κατά το μέρος που, αθροιζόμενες, υπερβαίνουν τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ. Ωστόσο κάθε περίπτωση αγροτικής επιδότησης/ενίσχυσης φέρει υποχρέωση αναγραφής στην πρώτη σελίδα του εντύπου Ε3, αρχικά, για πληροφοριακούς σκοπούς (Πίνακας Ε’, κωδικοί 901, 902, 903, 907, 908, 910, 911, 912, 913 και 914). Το ποσό της βασικής ενίσχυσης (κωδ.901) από το πρώτο ευρώ καθώς και το άθροισμα των πράσινων (κωδ.902) και συνδεδεμένων ενισχύσεων (κωδ.903) για το μέρος άνω των 12.000 ευρώ, μεταφέρεται στη δεύτερη σελίδα του εντύπου για να προσμετρηθούν στη διαμόρφωση του κέρδους από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (Πίνακας ΣΤ’ κωδικός 644). Σημειώνεται ότι οι τρεις αυτές κατηγορίες αποτελούν εισοδηματικές ενισχύσεις ενώ όλες οι περιπτώσεις των επενδυτικών επιδοτήσεων (κωδικοί 907, 910 και 913) καθώς και οι λοιπές περιπτώσεις των εισοδηματικών ενισχύσεων (κωδικοί 908, 911 και 914) δεν λαμβάνονται υπόψη στον προσδιορισμό του κέρδους από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (σχετικό το 175019/01.12.2016 έγγραφο του ΟΠΕΚΕΠΕ).

Οι υπόλοιπες κατηγορίες των εισοδηματικών αγροτικών επιδοτήσεων (λοιπές περιπτώσεις επιδοτήσεων/ενισχύσεων, κωδικοί 908, 911 και 914) καθώς και το μέρος των πρασίνων και συνδεδεμένων που δεν λήφθηκε υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (αθροιζόμενες δηλαδή μέχρι τις 12.000 ευρώ), δύνανται να καλύπτουν τεκμήρια, κατ’ εφαρμογή της ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκυκλίου. Για αυτό τον λόγο, τα ποσά αυτά, αναγράφονται στους κωδ. 659/660 του Εντύπου Ε1 της δήλωσης φόρου εισοδήματος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για τα ποσά των επενδυτικών ενισχύσεων/επιδοτήσεων (κωδικοί 907, 910 και 913) τα οποία συμπληρώνονται για πληροφοριακούς λόγους. Η κατηγορία της πρόωρης συνταξιοδότησης (κωδικός 912), αν και δεν προσμετράται στον προσδιορισμό του κέρδους, αντιμετωπίζεται φορολογικά όπως οι εισοδηματικές ενισχύσεις/επιδοτήσεις, δύναται δηλαδή να καλύπτει τεκμήρια και ως εκ τούτου αναγράφεται στους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1. Κατ’ ανάλογη εφαρμογή με όσα ισχύουν για την επιχειρηματική δραστηριότητα γενικά, οι αγροτικές αποζημιώσεις (κωδικός 909) δεν δύνανται να καλύπτουν τεκμήριο (σχετ. η ΠΟΛ.1116/10.6.2015).

Ωστόσο δεν αλλάζουν οι φορολογικές υποχρεώσεις των αγροτικών επιδοτήσεων, όπου αυτές υπάρχουν, όσον αφορά στο χρόνο που αυτές βαρύνουν. Συγκεκριμένα, και κατ’ εφαρμογή της ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκυκλίου, οι αγροτικές επιδοτήσεις αντιμετωπίζονται φορολογικά στο έτος που αφορούν. Συνεπώς, οι επιδοτήσεις που αφορούν στα έτη 2015 και προηγούμενα θα ακολουθούν τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν φορολογικά με το εκάστοτε φορολογικό πλαίσιο (σχετική και η ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκύκλιος).

4. ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΤ’: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΜΕ ΑΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΩΝ / ΜΗ ΥΠΟΧΡΕΩΝ ΣΕ ΤΗΡΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ

Επισημαίνεται ότι προστέθηκε νέος κωδικός 275 στον Πίνακα ΣΤ’, στο τέλος του υποπίνακα γ’, ο οποίος συμπληρώνεται από όσους διενεργούν πωλήσεις για λογαριασμό (κατ’εντολή) τρίτων. Ο κωδικός προστέθηκε για πληροφοριακούς – στατιστικούς λόγους και δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα. Εδώ συμπληρώνονται τα ποσά από τις πωλήσεις που διενεργήθηκαν για λογαριασμό τρίτων.

Επιπλέον, προστέθηκαν στον Πίνακα ΣΤ , στον υποπίνακα ζ , νέοι κωδικοί 572, 573, 574 και 575. Στους κωδικούς αυτούς θα αναγράφονται τα έσοδα που απαλλάσσονται από τον φόρο. Τα έσοδα αυτά έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της επιχείρησης και έχουν συμπεριληφθεί στις αντίστοιχες στήλες εσόδων του πίνακα ΣΤ’ και συνεπώς πρέπει να αφαιρεθούν από τα κέρδη που προσδιορίστηκαν λογιστικά προκειμένου να μην φορολογηθούν. Επισημαίνεται ότι η συμπλήρωση των εν λόγω κωδικών πραγματοποιείται μόνο από τις ατομικές επιχειρήσεις.

5. ΠΙΝΑΚΑΣ Ζ’: ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΚΕΡΔΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΑΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

Τα φυσικά πρόσωπα με απλογραφικά βιβλία, μετά τον προσδιορισμό του λογιστικού αποτελέσματος στον υποπίνακα ζ’ του πίνακα ΣΤ’ του εντύπου Ε3, αναμορφώνουν τα κέρδη τους, κατά περίπτωση, στον Πίνακα Ζ’ (κωδικοί 319, 318, 312, 382, 324, 325, 342, 317, 320, 321, 592, 313) και το τελικό φορολογητέο αποτέλεσμα των κωδικοί 346, 347 και 348 κατά περίπτωση, μεταφέρεται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1).

Επισημαίνεται ότι ο κωδ. 319 του Πίνακα Ζ’, συμπληρώνεται για τελευταία χρονιά και αφορά στους συγγραφείς, μουσουργούς και καλλιτέχνες ζωγράφους ή γλύπτες ή χαράκτες για τους οποίους βάσει των διατάξεων της παρ.7 του άρθρου 48 του ν.2238/1994 το καθαρό τους εισόδημα κατανέμεται για να φορολογηθεί μέχρις ότου «εξαντληθεί» η ισχύς της διάταξης, δηλαδή φορολογηθεί και το τελευταίο τέταρτο του εισοδήματος στο αντίστοιχο φορολογικό έτος. Ο κωδικός αυτός λειτουργεί συνδυαστικά με τον κωδ.593 στην 1η σελίδα του εντύπου Ε3.

Ο κωδικός 325 του Πίνακα Ζ’ «μείον αξία πώλησης οχήματος Δ.Χ (άρθρο 10 του ν. 2579/1998)» αφορά στην περίπτωση της μεταβίβασης με επαχθή αιτία, με εφάπαξ καταβολή πάγιου ποσού φόρου πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2579/1998. Ο πωλητής θα καταβάλει μόνο τον τεκμαρτώς προσδιοριζόμενο φόρο της παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 του ν.2579/1998. Αναγράφεται η αξία του τιμολογίου πώλησης η οποία έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της επιχείρησης, προκειμένου να αφαιρεθεί από τα λογιστικά κέρδη της επιχείρησης που θα μεταφερθούν στη δήλωση Ε1, καθόσον με την καταβολή του τεκμαρτού φόρου (ο τεκμαρτός φόρος υπολογίζεται με βάση τις θέσεις του λεωφορείου και τα έτη κυκλοφορίας) υπάρχει εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης του πωλητή (ΠΟΛ.1128/15.6.2015 εγκύκλιος). Σε αυτή την περίπτωση το ποσό του τιμολογίου πώλησης θα καταχωρηθεί στους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1 προκειμένου να επιβληθεί η ειδική εισφορά αλληλεγγύης.

Προστέθηκε στον παραπάνω πίνακα νέος κωδ. 317: «μείον αξία πώλησης οχήματος Ι.Χ (άρθρα 4 και 5 του ν.δ. 1146/1972)», ο οποίος συμπληρώνεται με το ποσό του τιμολογίου πώλησης προκειμένου να αφαιρεθεί από τα δηλωθέντα έσοδα. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν επιθυμεί να φορολογηθεί με τις γενικές διατάξεις, συμψηφιζόμενου του φόρου που έχει ήδη καταβληθεί βάσει αυτοτελούς φορολόγησης, αλλά θέλει να φορολογηθεί με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης. Η αξία του τιμολογίου πώλησης συμπληρώνεται τέλος, στους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1 προκειμένου να επιβληθεί η εισφορά αλληλεγγύης.

Επίσης, προστέθηκαν νέοι κωδικοί 320 και 321, στους οποίους θα μεταφέρονται οι προσωρινές διαφορές μεταξύ φορολογικής και λογιστικής βάσης (θετικές και αρνητικές) από τον Πίνακα Κ’ όπου έχουν καταχωρηθεί αναλυτικά. Οι θετικές διαφορές του κωδικού 797 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 320 και θα προστίθενται στα λογιστικά κέρδη ενώ οι αρνητικές διαφορές του κωδικού 798 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 321 και θα αφαιρούνται από τα καθαρά κέρδη που έχουν προσδιοριστεί λογιστικά. Το τελικό αποτέλεσμα θα διαμορφώνει τα φορολογητέα καθαρά αποτελέσματα από επιχειρηματική δραστηριότητα (κωδ. 346).

Επισημαίνεται ότι για περιπτώσεις που δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ φορολογικής και λογιστικής βάσης και δεν έχει συμπληρωθεί ο πίνακας Κ’, οι ανωτέρω κωδικοί 320 και 321 δεν χρησιμοποιούνται.

6. ΠΙΝΑΚΑΣ Θ’: ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΔΙΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

Περαιτέρω, όσον αφορά στους νέους κωδικούς που προστέθηκαν στον Πίνακα Θ’, στον υποπίνακα ζ’ και αφορούν αποκλειστικά σε ατομικές επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Στους κωδικούς 489 και 490, θα μεταφέρονται οι προσωρινές διαφορές μεταξύ φορολογικής και λογιστικής βάσης από τον Πίνακα Κ’ όπου έχουν καταχωρηθεί αναλυτικά. Οι θετικές διαφορές του κωδικού 797 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 489 και θα προστίθενται στα λογιστικά κέρδη ενώ οι αρνητικές διαφορές του κωδικού 798 του Πίνακα Κ’ θα μεταφέρονται στον κωδικό 490 και θα αφαιρούνται από τα καθαρά κέρδη που έχουν προσδιοριστεί λογιστικά. Το τελικό αποτέλεσμα θα μεταφέρεται στον κωδικό 481 (καθαρά κέρδη που φορολογούνται), αφού συμπεριληφθεί το ποσό του κωδικού 196 που αφορά στη φορολογική αναμόρφωση και στο τέλος θα μεταφερθεί στους αντίστοιχους κωδικούς της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1).

Τέλος, λόγω της αυτοτελούς φορολόγησης του αγροτικού εισοδήματος, προστέθηκε νέος κωδικός 198 «Καθαρό αγροτικό εισόδημα ατομικής επιχείρησης με διπλογραφικά βιβλία», στον οποίο συμπληρώνεται το καθαρό κέρδος από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, όταν αυτό αποκτάται από ατομική επιχείρηση η οποία τηρεί διπλογραφικά βιβλία (το ποσό του έχει ήδη συμπεριληφθεί στον κωδικό 481).

7. ΠΙΝΑΚΑΣ Ι’: ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΘΑΡΩΝ ΚΕΡΔΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Σχετικά με τον προσδιορισμό καθαρών κερδών των οικοδομικών επιχειρήσεων, για τις οποίες μέχρι 31.12.2013 ίσχυαν οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2238/1994, υπενθυμίζουμε τα εξής:

Ι) Με βάση τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 του ν.4172/2013, οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα των οικοδομικών επιχειρήσεων, εφαρμόζονται για ακίνητα των οποίων η άδεια κατασκευής έχει εκδοθεί από την 1.1.2006 και μετά. Δηλαδή, για πωλήσεις οικοδομών από 1.1.2014 (ισχύς ν.4172/2013) και μετά, οι επιχειρήσεις ανέγερσης και πώλησης οικοδομών, εξάγουν λογιστικό αποτέλεσμα όταν η οικοδομική άδεια έχει εκδοθεί από 1.1.2006 και μετά, ενώ για πωληθέντα ακίνητα με ημερομηνία έκδοσης της άδειας μέχρι 31.12.2005, εφαρμόζονται οι προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2238/1994.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για οικοδομές που σύμφωνα με την παράγραφο 2 της 1024543/1717/389/Α0014/ΠΟΛ.1038/9.3.2006 Απόφασης, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), εφόσον είχαν καταθέσει πλήρη φάκελο στην πολεοδομία για την έκδοση ή την αναθεώρηση της άδειας και είχε υπογραφεί προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο κατασκευής μέχρι την 25.11.2005, έστω και αν η άδεια οικοδομής εκδόθηκε μετά την 1.1.2006. Οι ανωτέρω οικοδομές εξακολουθούν να φορολογούνται με τον τεκμαρτό προσδιορισμό του άρθρου 34 του ν.2238/1994, καθόσον για αυτές δεν υπήρχε υποχρέωση προσδιορισμού του κόστους ανέγερσης κατά οικοδομή και δεν απαιτείται συλλογή των στοιχείων κόστους (δαπάνες ανέγερσης για κάθε οικοδομή).

II) Για πωλήσεις ακινήτων από 1.1.2014 (ισχύς ν.4172/2013) και μετά, των οποίων η άδεια οικοδομής εκδόθηκε από 1.1.2006 και μετά, για να εξαχθεί ορθό λογιστικό αποτέλεσμα, σύμφωνα και με την ΠΟΛ.1097/28.4.2015 εγκύκλιο, λαμβάνονται υπόψη οι καταχωρηθείσες δαπάνες που αφορούν τα πωληθέντα ακίνητα, έστω και αν αυτές πραγματοποιήθηκαν και καταχωρήθηκαν σε προηγούμενο φορολογικό έτος, δηλαδή στο έτος ή στα έτη κατασκευής. Ειδικότερα, για τις οικοδομές που πωλήθηκαν εντός του φορολογικού έτους 2016, οι δαπάνες ανέγερσης (κόστος), που πραγματοποιήθηκαν από την έκδοση της άδειας και μέχρι την πώλησή τους, ανεξάρτητα εάν αυτές πραγματοποιήθηκαν πριν ή μετά την 31.12.2013, λαμβάνονται υπόψη στον προσδιορισμό του αποτελέσματος του φορολογικού έτους 2016. Επισημαίνεται ότι δαπάνες που έχουν ήδη συμπεριληφθεί κατά τον υπολογισμό του αποτελέσματος των προηγούμενων φορολογικών ετών (2014 και 2015), δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη και κατά τον υπολογισμό του αποτελέσματος του φορολογικού έτους 2016, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν υπόψη δύο φορές.

III) Για τις οικοδομικές επιχειρήσεις ανέγερσης και πώλησης οικοδομών που προσδιορίζουν τα κέρδη τους λογιστικά με βάση τις διατάξεις του ν.4172/2013, είτε υποχρεούνται σε σύνταξη απογραφής, είτε συντάσσουν προαιρετικά απογραφή, είτε υπολογίζουν κόστος πωληθέντων χωρίς αρχικό και τελικό απόθεμα έτους (μη υπόχρεοι σε απογραφή), αρχικά το κόστος ανέγερσης από 1.1.2014 (έναρξη λογιστικού προσδιορισμού), όπως αυτό προκύπτει από το βιβλίο κοστολογίου οικοδομής, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του αποτελέσματος (κέρδος/ζημία) διαμέσου του υπολογισμού του κόστους πωληθέντων. Ωστόσο, το αποτέλεσμα κάθε φορολογικού έτους (κέρδος ή ζημία) προκύπτει από την αντιστοίχιση του πραγματοποιηθέντος κόστους ανέγερσης του τμήματος της οικοδομής που έχει ανεγερθεί μέχρι και το τέλος του έτους και πωληθεί μέσα σ’ αυτό.

Το μικτό (λογιστικό) αποτέλεσμα του φορολογικού έτους προσδιορίζεται από το τμήμα που αναλογεί στο πραγματοποιούμενο μέχρι το τέλος του ίδιου έτους αντίστοιχο κόστος ανέγερσης του πωληθέντος κτιρίου ή τμήματός του. Το κόστος ανέγερσης που αφορά οικοδομές που τελικώς δεν θα πωληθούν μέσα στο κρινόμενο φορολογικό έτος, δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα αυτού. Ειδικότερα, το κόστος ανέγερσης-κατασκευής αυτών (μη πωληθέντων), που παρακολουθείται ως «παραγωγή σε εξέλιξη», δεν θα συμπεριληφθεί στον υπολογισμό του κόστους πωληθέντων και κατά συνέπεια δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα του φορολογικού έτους που πραγματοποιήθηκε, αλλά θα ληφθεί υπόψη μεταγενέστερα, στο έτος της πώλησης της οικοδομής. Επιπλέον, για τον προσδιορισμό του κόστους πωληθέντων θα ληφθούν υπόψη τα αποθέματα αρχής και τέλους του υπόψη φορολογικού έτους, με αποτίμηση των ημιτελών καθώς και αποπερατωμένων κτισμάτων ή μηδενικά αποθέματα κατά περίπτωση.

Με την πιο πάνω διαδικασία προσδιορισμού του αποτελέσματος, θα υπάρξει τελικώς, με τη σταδιακή πώληση ολόκληρης της οικοδομής, πλήρης αντιστοίχιση – συσχέτιση του συνολικού κόστους ανέγερσης της οικοδομής με το συνολικό έσοδο. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν τηρούνται απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία. Επίσης, τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό αποτελέσματος οικοδομικής επιχείρησης από την πώληση ημιτελών οικοδομών, όπου το κόστος αποπεράτωσης βαρύνει τον αγοραστή.

IV) Σε περίπτωση που το κόστος ανέγερσης κτισμάτων που πραγματοποιήθηκε μέχρι 31.12.2013 έχει συμπεριληφθεί στο κόστος πωληθέντων φορολογικού έτους 2014 και 2015, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη και κατά την πώληση κτισμάτων, προκειμένου το κόστος ανέγερσης να μην ληφθεί υπόψη δύο φορές στον υπολογισμό του αποτελέσματος (κέρδος/ ζημιά).

V) Το «έσοδο» που αποκτούν οι οικοδομικές επιχειρήσεις από πώληση ακινήτων (προσύμφωνο, σύνταξη οριστικού συμβολαίου) πριν την αποπεράτωσή τους θα καταχωρηθεί στο έτος που αυτό καθίσταται δεδουλευμένο, δηλαδή στο έτος ολοκλήρωσης και παράδοσης του ακινήτου προκειμένου να αντιστοιχηθεί με το πραγματοποιούμενο κόστος.

Επισημαίνεται, ότι ως έσοδο από την πώληση ακινήτων προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων αποτελεσμάτων λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό αντίτιμο που αναγράφεται στη σύμβαση μεταβίβασης και όχι η αντικειμενική αξία αυτών (ΔΕΑΦ Β 1083058 ΕΞ 2015/18.6.2015 έγγραφό μας).

Τέλος, το κέρδος από την πώληση αγροτεμαχίου ή οικοπέδου, είτε θεωρηθεί «πάγιο» είτε «πρώτη ύλη» για την οικοδομική επιχείρηση, φορολογείται λογιστικά ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα (σχετ. ΔΕΑΦ Α 1142289 ΕΞ 2016/29.9.2016 έγγραφο).

8. ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι ατομικές επιχειρήσεις (φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα), καθώς και τα πρόσωπα της περ. β’ του άρθρου 45 του ν.4172/2013 (Ο.Ε., Ε.Ε., κ.λπ.) και της περ. στ’ του ίδιου άρθρου και νόμου (κοινοπραξίες) στα οποία δεν συμμετέχει νομικό πρόσωπο της παρ.1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994 (πρώην Κ.Φ.Ε.), όταν αποκτούν εισόδημα από τεχνικά έργα μετά την 1.1.2014, προσδιορίζουν το εισόδημα αυτό σε κάθε περίπτωση λογιστικά, ανεξάρτητα της ημερομηνίας υπογραφής της σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2238/1994 έχουν πάψει να ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1.1.2014 και μετά και περαιτέρω για τις τεχνικές επιχειρήσεις δεν υφίσταται μεταβατική διάταξη, όπως για τις οικοδομικές επιχειρήσεις (άρθρο 72 ν.4172/2013).

Στις περιπτώσεις αυτές, κατ’ ανάλογη εφαρμογή όσων εφαρμόζονται για τις οικοδομικές επιχειρήσεις, οι δαπάνες που αφορούν εισοδήματα από τεχνικά έργα τα οποία θα φορολογηθούν από 1.1.2014 και μετά, και καταχωρήθηκαν σε προγενέστερα έτη, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εξαγωγή του λογιστικού αποτελέσματος.

9. ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΕΣ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ

Τα νομικά πρόσωπα με απλογραφικά βιβλία δεν συμπληρώνουν τον πίνακα Ζ’ καθόσον η αναμόρφωση των φορολογητέων κερδών τους γίνεται στο έντυπο Ν. Ως εκ τούτου, μετά τη συμπλήρωση των κωδικών 551, 555, 559 και 563 του υποπίνακα ζ’ του πίνακα ΣΤ’ μεταφέρουν το αποτέλεσμά τους (κωδικός 563) στο έντυπο Ν για τυχόν φορολογική αναμόρφωση (δαπάνες μη εκπιπτόμενες, απαλλασσόμενα μερίσματα, κ.λ.π) και φορολόγηση στο έντυπο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων. Ο κωδικοί 567, 575 και 571 επίσης δεν συμπληρώνονται από τα νομικά πρόσωπα.

Τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα (περιπτ.γ’ άρθρου 45), σε περίπτωση που έχουν εισόδημα μόνο από κεφάλαιο και υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, δεν αναγράφουν ποσά στο έντυπο Ε3. Στην περίπτωση αυτή εφόσον συμπληρώνουν την κατάσταση φορολογικής αναμόρφωσης (κατάσταση αποδοθέντων και οφειλόμενων φόρων εισοδήματος και έμμεσων φόρων) θα οριστικοποιούν το έντυπο Ε3 χωρίς να αναγράφουν ποσά. Αντίθετα, όταν τα ίδια νομικά πρόσωπα έχουν εισόδημα από επιχειρηματικές συναλλαγές, τότε υποχρεούνται και στη συμπλήρωση του εντύπου Ε3.

Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες με διπλογραφικά βιβλία συμπληρώνουν τους πίνακες Η’ και Θ’, με βάση την σχετική περιγραφή που αναγράφεται στους κατ’ είδους κωδικούς προκειμένου να προκύψει το αποτέλεσμα χρήσης (ΚΑ 479) το οποίο μεταφέρεται στο έντυπο Ν για φορολογική αναμόρφωση και φορολόγηση στο έντυπο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων.

Επομένως, ο κωδικός 196 (Συνολικό ποσό κατάστασης φορολογικής αναμόρφωσης) δεν συμπληρώνεται από τα νομικά πρόσωπα με διπλογραφικά βιβλία.

10. ΠΙΝΑΚΑΣ Κ’: ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ – ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

Στον πίνακα Κ’ καταχωρούνται οι προσωρινές διαφορές μεταξύ λογιστικής αξίας, για τις επιχειρήσεις που τηρούν τα βιβλία τους με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π) ή τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ε.Λ.Π.) και φορολογικής αξίας όπως αυτές προκύπτουν με βάση τις διατάξεις του ν.4172/2013.

Ειδικότερα, στη στήλη «Λογιστική Βάση» καταχωρείται η συνολική λογιστική αξία των αντίστοιχων λογαριασμών της περιγραφόμενης κατηγορίας (π.χ. ενσώματα πάγια, προβλέψεις κ.ο.κ) όπως προκύπτει από τα τηρούμενα βιβλία (Δ.Λ.Π. ή Ε.Λ.Π) της επιχείρησης στην οποία υφίστανται διαφορές από την αντίστοιχη αξία που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του ν.4172/2013 και η οποία καταχωρείται στην στήλη «Φορολογική Βάση».

Στην συνέχεια, στη στήλη «Διαφορές» και ειδικότερα στους κωδικούς 787, 795, υπολογίζονται από το σύστημα οι διαφορές (θετικές-αρνητικές) για τους λογαριασμούς εσόδων με βάση τα δεδομένα που αναγράφονται στους κωδικούς 771 και 779, ενώ στους κωδικούς 788, 796, υπολογίζονται οι αντίστοιχες διαφορές για τους λογαριασμούς εξόδων με βάση τα δεδομένα που αναγράφονται στους κωδικούς 772 και 780, προκειμένου στη συνέχεια να μεταφερθεί το σύνολο των διαφορών (θετικών-αρνητικών) από τους κωδικούς 797 και 798 στους αντίστοιχους κωδικούς 118 και 119 του εντύπου Ν. Τέλος, στους αντίστοιχους κωδικούς 781, 789, 782, 790, 783, 791, 784,792, 785, 793, 786 και 794 δεν υπολογίζονται διαφορές με βάση τα δεδομένα της λογιστικής-φορολογικής βάσης καθόσον οι διαφορές αυτές αφορούν λογαριασμούς ενεργητικού-παθητικού, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των φορολογικών αποτελεσμάτων του τρέχοντος φορολογικού έτους στο έντυπο Ν.

Β) ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Στον Πίνακα της Φορολογικής Αναμόρφωσης ενσωματώθηκε και η περίπτωση ιδ’ του άρθρου 23 του ΚΦΕ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 72 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α’ 240/22-12-2016) και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 22/12/2016 και μετά, σύμφωνα με το άρθρο 129 του ίδιου νόμου. Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έχει πραγματοποιηθεί με τη χρήση ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής ή μέσω παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, δεν εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα και συνεπώς πρέπει να περιλαμβάνονται στη φορολογική αναμόρφωση.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Ο.Α.Ε.Δ. αρ. πρωτ.: 22574/ 2017 Ανοιχτή πρόσκληση για υποβολή αιτήσεων στο «Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων και γενικά εργοδοτών για την απασχόληση 10.000 δικαιούχων «Επιταγής επαν’ενταξης στην αγορά εργασίας»

Ημερ. 23/03/2017
Αρ. Πρωτ. : 22574

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΟΑΕΔ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Ταχ. Δ/νση: Εθν. Αντίστασης 8,
Τ.Κ. 16610, ΑΛΙΜΟΣ
ΤΗΛ. 210 9989146, 9989116, 9989114,
9989129, 9989212

ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΣΤΟ “ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ 10.000 ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ «ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»”

Η Διοικήτρια του Ο.Α.Ε.Δ. λαμβάνοντας υπόψη α) το άρθρο 25 του Ν.4144/2013 (ΦΕΚ Α’ 88) που αντικατέστησε το άρθρο 2 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ Α’ 258), β) το άρθρο 29 του Ν. 1262/1982 (ΦΕΚ Α’ 70), και γ) τη με αριθμό 2983/64/8.11.2016 απόφαση του Δ.Σ. του Οργανισμού (ΦΕΚ 391/Β’/10-02-2017), καλεί τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ.,Κοι.Σ.Π.Ε και γενικά εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που απασχολούν έως δέκα (10) θέσεις που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση και ασκούν τακτικά οικονομική δραστηριότητα σε όλη τη χώρα και επιθυμούν να συμμετάσχουν στο «Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων και γενικά εργοδοτών για την απασχόληση 10.000 δικαιούχων «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» να υποβάλλουν αιτήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τις 27-03-2017 και ώρα 10η πρωινή στο διαδικτυακό τόπο του ΟΑΕΔ www.oaed.gr, στο πεδίο καταχώρησης ηλεκτρονικών αιτήσεων.

Σκοπός του προγράμματος είναι η επανένταξη στην αγορά εργασίας 10.000 δικαιούχων «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» με την επιχορήγηση επιχειρήσεων για την απασχόληση, σε νέες θέσεις εργασίας οι οποίες είναι πρόσθετες εκείνων που τυχόν δημιουργούνται στο πλαίσιο επενδυτικού σχεδίου ενταγμένου σε άλλο καθεστώς ενισχύσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Αντικείμενο προγράμματος- Στόχος του προγράμματος

Το πρόγραμμα απευθύνεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, Κοιν.Σ.Επ, Κοι.Σ.Π.Ε. και γενικά εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που απασχολούν έως δέκα (10) θέσεις που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση και ασκούν τακτικά οικονομική δραστηριότητα σε όλη τη χώρα και προσλαμβάνουν δικαιούχους «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας», προκειμένου να επανενταχθούν ταχύτερα στην αγορά εργασίας με πλήρες ωράριο .

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει υποχρεωτικά δύο (2) στάδια.

1) Το α’ στάδιο του προγράμματος διαρκεί όσο και το χρονικό διάστημα το οποίο υπολείπεται του δικαιούχου «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» μέχρι τη λήξη της διάρκειας τακτικής επιδότησης. Το διάστημα που υπολείπεται στον δικαιούχο «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» πρέπει να είναι τουλάχιστον το 50% της αρχικής εγκριθείσας επιδότησης ή της επιδότησης λόγω συνέχισης.

Η εγκριθείσα επιδότηση (είτε αρχική είτε λόγω συνέχισης) πρέπει να είναι τουλάχιστον πεντάμηνης διάρκειας .

Για τους δικαιούχους επιδόματος μακροχρόνιων ανέργων πρέπει να υπολείπεται τουλάχιστον 2 μήνες επιδότηση όπως αυτή ορίζεται στην «επιταγή επανένταξης στην αγορά εργασίας».

2) Το β’ στάδιο αφορά στο υπολειπόμενο χρονικό διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση των 12 μηνών για αμιγή απασχόληση .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Πλαίσιο ένταξης – χρηματοδότηση – επιλέξιμες περιοχές

1. Για το α’ στάδιο του προγράμματος δεν προκαλείται επιπλέον δαπάνη, επειδή ο ΚΑΕ 2493 του Ο.Α.Ε.Δ. τροφοδοτείται από τον ΚΑΕ 0651 του Ο.Α.Ε.Δ. στον οποίο έχει προβλεφθεί σχετική πίστωση. Όσον αφορά στο επιπλέον ποσό για τους μακροχρόνια ανέργους δικαιούχους της επιταγής επανένταξης, προκαλείται δαπάνη ύψους 6.000.000 ευρώ, η οποία θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493), στον οποίο έχει προβλεφθεί ανάλογη πίστωση.

2. Για το β’ στάδιο του προγράμματος, θα προκληθεί δαπάνη ύψους 25.000.000 ευρώ και θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493), στον οποίο έχει προβλεφθεί ανάλογη πίστωση.

Ι. Α’ στάδιο

Για το επιπλέον ποσό, που αφορά στους μακροχρόνια ανέργους, δικαιούχους της επιταγής επανένταξης, θα προκληθεί δαπάνη ύψους 6.000.000 ευρώ η οποία θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493) και κατανέμεται σε ετήσια βάση ως εξής :

Για το 2017: 2.000.000
Για το 2018: 3.000.000
Για το 2019:1.000.000

ΙΙ. B’ στάδιο

Θα προκληθεί δαπάνη ύψους 26.000.000 ευρώ η οποία θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493) και κατανέμεται σε ετήσια βάση ως εξής :

Για το 2017 :2.000.000
Για το 2018:8.000.000
Για το 2019:6.000.000
Για το 2020:5.000.000
Για το 2021:5.000.000

3. Οι ενισχύσεις που προβλέπονται στην παρούσα ΚΥΑ χορηγούνται βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis). Η ενίσχυση που θα λάβει μια επιχείρηση βάσει της παρούσας ΚΥΑ, αθροιζόμενη με οποιαδήποτε άλλη de minimis ενίσχυση έχει λάβει ή θα λάβει η επιχείρηση, δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών. Το συνολικό ποσό ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγείται σε μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα των οδικών μεταφορών δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ρόλος του ΟΑΕΔ – Δικαιούχοι των πράξεων

Σύμφωνα α) με τον Ν. 2956/2001 (ΦΕΚ Α’ 258), μεταξύ των σκοπών του ΟΑΕΔ είναι η ενίσχυση, διευκόλυνση της ένταξης και διατήρηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας στην αγορά εργασίας β) το άρθρο 29 του Ν. 1262/82 για την παροχή κινήτρων ενίσχυσης της Οικονομικής και περιφερειακής ανάπτυξης της χώρας και τροποποίηση συναφών διατάξεων και σύμφωνα γ) με την παρ.4 του δεύτερου άρθρου του Ν.3845 (ΦΕΚ 65/Α/6-5-2010) “κάθε επιδοτούμενος άνεργος λόγω τακτικής ή μακροχρόνιας ανεργίας, δικαιούται «επιταγή επανένταξης στην αγορά εργασίας» δ) με την παρ.1 του άρθρου 9 του ν.4075/2012 “Ο προσλαμβανόμενος ή τοποθετούμενος ασφαλίζεται στο ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, καθώς και σε όλους τους κλάδους και λογαριασμούς του ΟΑΕΔ .Αν απολυθεί πριν από το χρόνο λήξης του δικαιώματος επιδότησης ,ο άνεργος λαμβάνει το επίδομα ανεργίας για το υπόλοιπο διάστημα ,εφόσον δεν επανατοποθετηθεί ή προσληφθεί, ε) ο δικαιούχος «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» σύμφωνα με το αρθρ. 70 του ν. 4430/31.10.2016 ( ΦΕΚ 205 Α/31-10-2016) εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.3986/2011(ΦΕΚ Α’152) για όσο χρόνο αυτός απασχολείται δυνάμει της ως άνω επιταγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Δικαιούχοι, ωφελούμενοι και προϋποθέσεις συμμετοχής
4.1. Δικαιούχοι- Επιχειρήσεις

Δικαιούχοι είναι όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, Κοιν.Σ.Επ., Κοι.Σ.Π.Ε. και γενικά εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που απασχολούν έως δέκα (10) άτομα που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση και ασκούν τακτικά οικονομική δραστηριότητα σε όλη τη χώρα.
Για να ενταχθεί μία επιχείρηση στο πρόγραμμα θα πρέπει ο αριθμός των μηνιαίων μονάδων εργασίας ,δηλαδή ο αριθμός των εργαζομένων που έχουν εργαστεί κατά τον τελευταίο μήνα (ημερολογιακά) υποβολής της αίτησης , να μην υπερβαίνει τις δέκα (10) μονάδες .

Παράδειγμα : μία επιχείρηση που έχει υποβάλλει ηλεκτρονική αίτηση στις 07/05/2017 ,θα υπολογίσουμε τον αριθμό των μηνιαίων μονάδων από 07/04/2017 έως και 07/05/2017.

Για τον υπολογισμό των Μηνιαίων Μονάδων Εργασίας και τη δυνατότητα υπαγωγής μιας επιχείρησης στο πρόγραμμα, σας παραπέμπουμε στον πίνακα υπολογισμού στο τέλος της δημόσιας πρόσκλησης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη μίας επιχείρησης στο πρόγραμμα είναι να μην έχει προβεί σε μείωση του προσωπικού της κατά τη διάρκεια του τριμήνου πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης χρηματοδότησης (ημερολογιακά).

Ως μείωση προσωπικού κατά το τρίμηνο που προηγείται της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης χρηματοδότησης θεωρείται :

Α. η καταγγελία της σύμβασης εργασίας,
Β. η αλλαγή του καθεστώτος απασχόλησης από πλήρη σε μερική ή σε εκ περιτροπής απασχόληση όπως επίσης και
Γ. η εθελουσία έξοδος που γίνεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, μέσω προγραμμάτων παροχής οικονομικών κυρίως κινήτρων εθελούσιας εξόδου.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιχείρηση προκειμένου να ενταχθεί στο πρόγραμμα πρέπει να καλύψει τη μείωση έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συμμετοχής στο πρόγραμμα. Σε περίπτωση που η επιχείρηση έχει προβεί σε μείωση του προσωπικού της αλλά έχει προβεί σε προγενέστερη νέα πρόσληψη υπαλλήλου, μέσα στον ίδιο μήνα που έχει λάβει χώρα η μείωση, μπορούν να ενταχθεί στο πρόγραμμα.

Η ανωτέρω δέσμευση ισχύει και για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι την ημερομηνία ένταξης της επιχείρησης στο πρόγραμμα.

Δεν θεωρείται μείωση προσωπικού κατά το τρίμηνο που προηγείται της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης :

Α. η καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω συνταξιοδότησης,

Β. η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου (πριν τη λήξη της) που οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά στον εργαζόμενο (μήνυση για αξιόποινη πράξη),

Γ. η λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου, Δ. η οικειοθελής αποχώρηση, Ε. η φυλάκιση και ο θάνατος. Για όλα τα παραπάνω, οι επιχειρήσεις οφείλουν να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά.

Οι ανωτέρω προϋποθέσεις ισχύουν και για επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν μετά από μεταβίβαση ή αλλαγή νομικής μορφής ή διάλυση και επαναλειτουργία στον ίδιο ή σε άλλο χώρο με το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας.

Δεν εντάσσονται:

1. Όλες οι επιχειρήσεις, φορείς, υπηρεσίες και οργανισμοί που διέπονται, όσον αφορά την πρόσληψη του προσωπικού τους, από τις διατάξεις του Ν. 2190/94 (ΦΕΚ 28/Α/03.03.1994) και του Ν. 3812 (ΦΕΚ 234/Α/28.12.2009).

2. Τα υποκαταστήματα ή τα γραφεία που έχουν την έδρα τους σε χώρα που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι δεν είναι εφικτός ο έλεγχος σώρευσης των ενισχύσεων.

3. Εξωχώριες εταιρείες όπως και επιχειρήσεις που στην εταιρική τους σύνθεση συμμετέχουν εξωχώριες εταιρείες διότι δεν είναι εφικτός ο έλεγχος σώρευσης των ενισχύσεων.

4. Τα ΚΤΕΛ, ΚΤΕΛ ΑΕ και οι ιδιοκτήτες ή και οι συνιδιοκτήτες ενταγμένων σε αυτά.

5. Οι σύλλογοι και τα σωματεία που δεν ασκούν τακτικά οικονομική δραστηριότητα.

6. Όταν το αντικείμενο εργασιών μίας επιχείρησης είναι σύνθετο και το ένα από τα αντικείμενα εξαιρείται του προγράμματος. Στις περιπτώσεις που το αντικείμενο εργασιών που εξαιρείται αναφέρεται μεταξύ των σκοπών όπως ορίζονται από το καταστατικό της επιχείρησης και δεν ορίζεται στην έναρξη δραστηριότητας στην Δ.Ο.Υ., η επιχείρηση μπορεί να υποβάλει ηλεκτρονική αίτηση συμμετοχής στο πρόγραμμα, εφόσον συνυποβάλει υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα αναφέρει ότι δεν πρόκειται να ασκήσει κατά τη διάρκεια του προγράμματος το εξαιρούμενο αντικείμενο εργασιών. Στις περιπτώσεις που το αντικείμενο εργασιών αναφέρεται στην έναρξη δραστηριότητας στη Δ.Ο.Υ., η επιχείρηση για να ενταχθεί θα πρέπει να προβεί σε μεταβολή εργασιών στη Δ.Ο.Υ. πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης χρηματοδότησης ως προς το εξαιρούμενο αντικείμενο και να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα αναφέρει ότι δεν πρόκειται να ασκήσει κατά τη διάρκεια του προγράμματος το εξαιρούμενο αντικείμενο εργασιών.

7. Επιχειρήσεις εις βάρος των οποίων εκκρεμεί ανάκτηση προηγούμενων κρατικών ενισχύσεων.

8. Οι επιχειρήσεις που δημιουργηθήκαν μετά από μεταβίβαση ή αλλαγή νομικής μορφής ή διάλυση ή/και επαναλειτουργία ή δημιουργία νέας επιχείρησης ή εκμίσθωση από τους ίδιους εταίρους στον ίδιο ή σε άλλο χώρο με το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας διότι δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός και ο στόχος του προγράμματος για την προώθηση της απασχόλησης με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις οι επιχειρήσεις εντάσσονται για τον επιπλέον αριθμό θέσεων που είχε η προηγούμενη επιχείρηση.

9. i. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς, στους οποίους δεν εφαρμόζεται ο Καν. 1407/2013 (άρθρο 1).
ii. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της αλιείας (στην πρωτογενή αλιεία και στην υδατοκαλλιέργεια ),
iii. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων (φυτικών και ζωικών).
iv. Τα νυχτερινά κέντρα.
v. Οι επιχειρήσεις προώθησης προϊόντων και παροχής υπηρεσιών μέσω τηλεφώνου (telemarketing).
vi. Οι εποχικές επιχειρήσεις για την πρόσληψη επιχορηγούμενων ως εποχικό προσωπικό τους .
vii. Οι συστεγαζόμενες επιχειρήσεις ή οι επιχειρήσεις οι οποίες στον χώρο που θα απασχοληθούν το επιχορηγούμενο άτομο (έδρα ή υποκατάστημα ) συστεγάζονται με άλλη επιχείρηση.
viii. Οι επιχειρήσεις που η έδρα είναι η οικία του εργοδότη (π.χ. ασφαλιστές, λογιστές, πολιτικοί μηχανικοί, εμπορικοί αντιπρόσωποι κλπ) εκτός των επιχειρήσεων που λόγω της φύσης της δραστηριότητάς τους απασχολούν το προσωπικό εκτός του χώρου της έδρας τους (υπηρεσίες εκμετάλλευσης φορτηγών, υπηρεσίες εκμετάλλευσης ταξί, υδραυλικοί ,ηλεκτρολόγοι ) .
Όταν το αντικείμενο εργασιών μιας επιχείρησης είναι σύνθετο και το ένα από τα αντικείμενα εξαιρείται του προγράμματος ,σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις 9i έως 9viii, η επιχείρηση για να ενταχθεί θα πρέπει να υποβάλει Υπεύθυνη Δήλωση στην οποία θα αναφέρει ότι το επιχορηγούμενο άτομο δεν πρόκειται να απασχοληθεί στο εξαιρούμενο αντικείμενο εργασιών των περιπτώσεων 9i έως 9viii.

4.2. Ωφελούμενοι- Άνεργοι

Α. Άνεργοι δικαιούχοι «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» για τους οποίους υπολείπεται τουλάχιστον το 50% της επιδότησης τακτικής ανεργίας (αρχικής ή συνέχισης ).
Η εγκριθείσα επιδότηση (είτε αρχική είτε λόγω συνέχισης) πρέπει να είναι τουλάχιστον πεντάμηνης διάρκειας .

Β. Μακροχρόνια άνεργοι δικαιούχοι «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» για τους οποίους υπολείπεται τουλάχιστον 2 μήνες επιδότηση.

Επισημαίνεται ότι οι άνεργοι θα πρέπει να είναι δικαιούχοι της «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» κατά την ημέρα της υπόδειξης .

Οι ωφελούμενοι άνεργοι και των δύο ανωτέρω κατηγοριών κατά την υπόδειξή τους από τα αρμόδια ΚΠΑ2 οφείλουν να έχουν συμπληρώσει το τυποποιημένο έντυπο εξατομικευμένης προσέγγισης και να έχουν συμφωνήσει σε ατομικό σχέδιο δράσης.
Δεν είναι δυνατή η υπόδειξη ανέργων σε επιχειρήσεις :

1. Για άτομα που κατά το τελευταίο 12μηνο, πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης χρηματοδότησης για ένταξη στο πρόγραμμα από την επιχείρηση:

Α. είχαν απασχοληθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην ίδια επιχείρηση ή σε επιχειρήσεις που συνιστούν με την αιτούσα ενιαία επιχείρηση ή σε επιχειρήσεις που μεταβιβάστηκαν ή αλλάζουν νομική μορφή ή διαλύονται και επαναλειτουργούν στον ίδιο ή σε άλλο χώρο με το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας από τους ίδιους ή άλλους εργοδότες ή εταίρους .

Β. είχαν απασχοληθεί με την ίδια ή άλλη ειδικότητα στον ίδιο χώρο σε άλλο εργοδότη με όμοια δραστηριότητα (κύρια ή/και δευτερεύουσα).

Γ. είχαν απασχοληθεί σε επιχείρηση όπου ο εταίρος ή ο εργοδότης έχει ή είχε οποιαδήποτε μετοχική ή εταιρική σχέση με την ενταχθείσα επιχείρηση.

Δ. είχαν απασχοληθεί σε επιχείρηση συζύγου ή σε συγγενή α’ βαθμού εξ αίματος ή εξ’ αγχιστείας με τον εργοδότη.

2. για εργαζόμενους που απασχολούνται αποκλειστικά, από την 22η ώρα βραδινή (έναρξη ωραρίου) έως και την 6η πρωϊνή (λήξη ωραρίου).

3. για άτομα που:

Α. είναι εταίροι σε Ο.Ε., Ε.Ε, Ε.Π.Ε και στις Ι.Κ.Ε Β. είναι μέλη των Δ.Σ. στις Α.Ε.
Γ. είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποι ή οι διαχειριστές των επιχειρήσεων
Δ. είναι μέλη σε συνεταιρισμούς (πλην των μελών των ΚοινΣεπ)
Ε. τοποθετούνται αναγκαστικά με τις διατάξεις του Ν.2643/98.
ΣΤ. θα προσληφθούν στο πλαίσιο ένταξης της επιχείρησης σε οποιοδήποτε άλλο καθεστώς ενίσχυσης για την κάλυψη σχετικών συμβατικών της υποχρεώσεων, π.χ. επενδυτικό σχέδιο, το οποίο επίσης επιχορηγεί το μισθολογικό ή/και το μη μισθολογικό κόστος για τα άτομα αυτά,
Ζ. θα προσληφθούν από τους δικαιούχους εργοδότες, προκειμένου να διαθέσουν τις υπηρεσίες τους σε άλλον εργοδότη (δευτερογενής ή έμμεσος εργοδότης).
Η. θα απασχοληθούν με μίσθωση – σύμβαση έργου ή έμμισθη εντολή.

Οι άνεργοι δεν υποβάλλουν οι ίδιοι αίτηση, αλλά υποδεικνύονται με συστατικό σημείωμα ΜΟΝΟ από την αρμόδια Υπηρεσία (ΚΠΑ2) όπου ανήκει η έδρα ή το υποκατάστημα που θα απασχοληθούν, σύμφωνα με τις ζητούμενες ειδικότητες, όπως έχουν δηλωθεί κατά την υποβολή της αίτησης χρηματοδότησης από τις επιχειρήσεις, σύμφωνα με τις επιλογές των ανέργων που έχουν καταγραφεί στα Ατομικά Σχέδια Δράσης κατά τη διαδικασία της εξατομικευμένης προσέγγισης και σύμφωνα με τη διαδικασία που θα περιγράφεται στη παρούσας Δημόσιας Πρόσκλησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ

5.1. Διάρκεια επιχορήγησης

Η διάρκεια επιχορήγησης του προγράμματος ορίζεται υποχρεωτικά στους 12 μήνες για απασχόληση και συμπεριλαμβάνει δύο στάδια:
i) Το πρώτο (α’) στάδιο περιλαμβάνει, το χρονικό διάστημα που υπολείπεται από την πρόσληψη του δικαιούχου «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» στην επιχείρηση μέχρι και τη λήξη της διάρκειας επιδότησης όπως αυτό ορίζεται στην επιταγή επανένταξης (μέχρι 12 μήνες ).
ii) Το δεύτερο (β’) στάδιο περιλαμβάνει το χρονικό διάστημα που υπολείπεται από τη λήξη του α’ σταδίου και μέχρι να συμπληρωθούν οι 12 μήνες .
Ως βάση υπολογισμού για τη συμπλήρωση των 12 μηνών λαμβάνεται η ημερομηνία πρόσληψης .
Μετά τη λήξη της επιχορήγησης ακολουθούν τρεις (3) μήνες δέσμευσης (χωρίς επιχορήγηση).

5.2. Ποσό επιχορήγησης

i) Α’ στάδιο

Ως μηνιαίο ποσό επιχορήγησης για πλήρη απασχόληση και ασφάλιση 25 ημερών ορίζεται το μηνιαίο ποσό που αναγράφεται στην «επιταγή επανένταξης στην αγορά εργασίας» του δικαιούχου όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά. Στην περίπτωση αλλαγής της οικογενειακής κατάστασης του ωφελούμενου ,το ανωτέρω ποσό δεν αναπροσαρμόζεται. Ισχύει το ποσό που δικαιούται κατά την προηγούμενη της ημερομηνίας πρόσληψης . Για τους επιχορηγούμενους δικαιούχους της «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» λόγω μακροχρόνιας ανεργίας ορίζεται το επίδομα μακροχρονίων ανέργων και επιπλέον ημερήσιο ποσό επιχορήγησης οκτώ (8) ευρώ .

Στο ποσό επιχορήγησης της επιταγής επανένταξης συμπεριλαμβάνονται και τα ποσά των Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα ή η αναλογία καθενός εξ αυτών που αντιστοιχεί στον εργοδότη .
ii) Β’ στάδιο

Ως ποσό επιχορήγησης για το β’ στάδιο του προγράμματος ορίζεται το ποσό των 360,00 ευρώ για κάθε μήνα πλήρους απασχόλησης και μέχρι 25 ημερομίσθια το μήνα ,για επιχορηγούμενους δικαιούχους της «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» λόγω τακτικής ή μακροχρόνιας ανεργίας ή και για κοινούς ανέργους (στην περίπτωση αντικατάστασης (β’ στάδιο).
Για κάθε ημέρα απασχόλησης λιγότερη των 25 ημερών το ανωτέρω μηνιαίο ποσό επιχορήγησης μειώνεται κατά 1/25.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ

6.1. Μετά την δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος οι επιχειρήσεις που διαθέτουν κωδικούς πρόσβασης στο πληροφοριακό σύστημα του ΟΑΕΔ και επιθυμούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα, εφόσον υπάρχουν κενές θέσεις, υποβάλλουν ηλεκτρονικά αίτηση υπαγωγής – εντολή κενής θέσης – υπεύθυνη δήλωση, η οποία είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα του Οργανισμού (www.oaed.gr) . Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης είναι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να είναι Πιστοποιημένος χρήστης στις Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες του ΟΑΕΔ (εφόσον έχει παραλάβει κλειδάριθμο από το ΚΠΑ2 της περιοχής της) και διαθέτει κωδικούς πρόσβασης (Ονομασία Χρήστη και Συνθηματικό).

Η επιχείρηση που ενδιαφέρεται να απασχολήσει επιδοτούμενο προσωπικό σε υποκατάστημα της, θα υποβάλλει την ηλεκτρονικής αίτηση-υπαγωγής στο ΚΠΑ αρμοδιότητας του υποκαταστήματος .

Κατά τη διαδικασία, όμως, αναζήτησης ανέργων, όπως αυτή περιγράφεται παρακάτω, εφόσον ο άνεργος που θα προσληφθεί πρόκειται να απασχοληθεί σε υποκατάστημα της επιχείρησης, η δυνατότητα αναζήτησης ανέργου παρέχεται μόνο στο υποκατάστημα και πραγματοποιείται με τον κλειδάριθμο του υποκαταστήματος (Ονομασία Χρήστη και Συνθηματικό).

Τα υποκαταστήματα ή γραφεία που έχουν την έδρα τους σε χώρα μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποβάλλουν την ηλεκτρονική αίτηση στο ΚΠΑ2 στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει το υποκατάστημα ή γραφείο.

6.2. Στην περίπτωση που οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν είναι πιστοποιημένοι χρήστες στις Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες του ΟΑΕΔ εγγεγραμμένοι χρήστες στο Πληροφορικό Σύστημα (portal) του Οργανισμού θα πρέπει να επισκεφτούν την Υπηρεσία του ΟΑΕΔ (ΚΠΑ2) στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η έδρα ή το υποκατάστημα, της επιχείρησης που θα προσληφθεί ο ωφελούμενος και να προσκομίσουν τα κάτωθι δικαιολογητικά για την παραλαβή κλειδαρίθμου προκειμένου στη συνέχεια να υποβάλλουν ηλεκτρονική αίτηση για την υπαγωγή στο ανωτέρω πρόγραμμα:

1. Οι ατομικές επιχειρήσεις την Βεβαίωση έναρξης επιτηδεύματος.

2. Τα νομικά πρόσωπα πρόσφατο καταστατικό της επιχείρησης από όπου θα προκύπτει η μετοχική ή/και εταιρική σύνθεσή της καθώς και το ΑΦΜ της επιχείρησης.
Η ανωτέρω διαδικασία μπορεί να διενεργηθεί από νόμιμα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
Εάν η επιχείρηση διατηρεί υποκαταστήματα τότε κατά την έκδοση του κλειδαρίθμου θα πρέπει να δηλώνονται και να καταχωρίζονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία (δ/νση, τηλ., email, ΑΦΜ κλπ) κάθε υποκαταστήματός της.

6.3. Στην ηλεκτρονική αίτηση εμπεριέχεται και η εντολή κενής θέσης, η οποία καταγράφεται στο Πληροφοριακό Σύστημα του Οργανισμού και στην οποία οι επιχειρήσεις προσδιορίζουν την ειδικότητα των ανέργων που επιθυμούν να προσλάβουν, στα πλαίσια του προγράμματος.
Η διαδικασία της αντικατάστασης του επιχορηγούμενου ατόμου, κατά τη διάρκεια του προγράμματος, γίνεται με κλειδάριθμο και η «εντολή κενής θέσης για αντικατάσταση» δύναται να υποβληθεί και ηλεκτρονικά. Εάν η επιχείρηση επιθυμεί μπορεί να υποβάλλει εντολή κενής θέσης και στους εργασιακούς συμβούλους του ΚΠΑ αρμοδιότητας του οποίου ανήκει η έδρα ή το υποκατάστημα όπου θα απασχοληθεί ο ωφελούμενος.

6.4. Επίσης στην ηλεκτρονική αίτηση, η επιχείρηση πρέπει να αναφέρει υποχρεωτικά, τον νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης και μόνο τα -τυχόν- νομικά πρόσωπα που είναι εταίροι ή μέτοχοι της επιχείρησης από 20% και άνω, ανεξαρτήτως εάν τα νομικά πρόσωπα της επιχείρησης είναι μέτοχοι ή εταίροι εντός ή εκτός της Ελληνικής επικράτειας, προκειμένου να γίνει η σώρευση των κρατικών ενισχύσεων.

6.5. Η ηλεκτρονική αίτηση της επιχείρησης επέχει θέση Υπεύθυνης Δήλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν.1599/1986 όσον αφορά στα στοιχεία που περιλαμβάνονται και αναφέρονται σε αυτήν. Η επιχείρηση φέρει την ευθύνη της πλήρους και ορθής συμπλήρωσης της ηλεκτρονικής της αίτησης. Ειδικότερα, υποχρεούται να συμπληρώσει τα σχετικά πεδία της ηλεκτρονικής αίτησης με τα στοιχεία που θα οριστούν στην οικεία πρόσκληση. Η ανακρίβεια των στοιχείων που δηλώνονται από την επιχείρηση στην ηλεκτρονική αίτηση επισύρει τον αποκλεισμό της από τη διαδικασία. Η αίτηση συμμετοχής συνιστά εξουσιοδότηση προς τον ΟΑΕΔ για τη χρήση και επεξεργασία των στοιχείων της από τα Πληροφοριακά Συστήματα (Π.Σ.) του ΟΑΕΔ, του ΕΡΓΑΝΗ (ΠΣ ΣΕΠΕ – ΟΑΕΔ- ΕΦΚΑ) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, της ΓΓΠΣ και του ΕΦΚΑ.
Σε περίπτωση που μια επιχείρηση ή ένα υποκατάστημα επιχείρησης έχει υποβάλει αίτηση και θελήσει να την τροποποιήσει/διορθώσει, πριν την έκδοση εγκριτικής απόφασης τότε μπορεί να υποβάλει ηλεκτρονικά νέα αίτηση, η οποία θα ισχύει εφεξής, ακυρώνοντας κάθε προηγούμενη.
Η ως άνω διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί όσες φορές χρειαστεί μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποβολής της αίτησης χρηματοδότησης η επιχείρηση λαμβάνει αποδεικτικό με αριθμ.Πρωτ. και ημερομηνία υποβολής.
Επισημαίνεται ότι η επιχείρηση μπορεί να αιτηθεί και να επιδοτηθεί για περισσότερες από μία θέσεις , με την επιφύλαξη της παρ.3 του κεφαλαίου 2 της παρούσας.
Κεφάλαιο 7 Διαδικασία αξιολόγησης και έγκρισης
7.1 Διαδικασία αξιολόγησης
Μετά την υποβολής των ηλεκτρονικών αιτήσεων χρηματοδότησης το Γραφείο Απασχόλησης της αρμόδιας Υπηρεσίας προβαίνει εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών στην αξιολόγησή τους αναφορικά με την πληρότητα ή μη των όρων και προϋποθέσεων ένταξης στο ανωτέρω πρόγραμμα.
Αρμόδιο όργανο για την έγκριση της αξιολόγησης και την ένταξη ή μη των δικαιούχων επιχειρήσεων είναι ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Υπηρεσίας, μετά από εισήγηση του Γραφείου Απασχόλησης .
Η αξιολόγηση των αιτήσεων χρηματοδότησης των δυνητικά δικαιούχων είναι άμεση και λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υποβολής τους, η πληρότητα των στοιχείων που δηλώθηκαν. Η αξιολόγηση των αιτήσεων χρηματοδότησης ανατίθεται από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας ΟΑΕΔ σε υπαλλήλους του Γραφείου Απασχόλησης οι οποίοι εξετάζουν την τυχόν ύπαρξη αποκλίσεων ανάμεσα στα στοιχεία της υποβαλλόμενης αίτησης και στα στοιχεία που εξήχθησαν καθώς και την τήρηση των όρων και προϋποθέσεων της παρούσας (έλεγχος είδους επιχειρηματικής δραστηριότητας, μείωση προσωπικού, έλεγχος σώρευσης και τήρησης κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων). Επίσης προβαίνουν, εφόσον απαιτείται, στον έλεγχο των αναφερόμενων στην ηλεκτρονική αίτηση της επιχείρησης από τα Πληροφοριακά Συστήματα (Π.Σ.) του ΟΑΕΔ, του ΕΡΓΑΝΗ (ΠΣ ΣΕΠΕ – ΟΑΕΔ- ΕΦΚΑ) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, της Γ.Γ.Π.Σ., του ΕΦΚΑ και του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (όσον αφορά στις περιπτώσεις των πολιτών τρίτων χωρών και των ομογενών).
Το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ελέγχεται από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας του Γραφείου Απασχόλησης (ΚΠΑ 2) ο οποίος εκδίδει τη σχετική απόφαση (απόφαση ένταξης ή απορριπτική απόφαση).
Στη συνέχεια το αρμόδιο Γραφείο Απασχόλησης ενημερώνει τον δικαιούχο.
7.2 Έγκριση
Η απόφαση ένταξης της επιχείρησης προσδιορίζει τον ακριβή αριθμό των ατόμων ,για τα οποία δικαιούται να επιχορηγηθεί η επιχείρηση.
Οι επιχειρήσεις – εργοδότες έχουν τη δυνατότητα αναζήτησης ανέργων της ομάδας στόχου (όπως ορίζεται στο άρθρο 4.2. της παρούσας) και σύμφωνα με την υποβληθείσα αίτηση χρηματοδότησης – εντολή κενής θέσης – Υπεύθυνη Δήλωση μέσω των Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών του ΟΑΕΔ με κωδικούς πρόσβασης (Ονομασία Χρήστη και Συνθηματικό). Συγκεκριμένα, παρέχεται η δυνατότητα στις ενταγμένες επιχειρήσεις – εργοδότες μιας νέας διαδικασίας αναζήτησης ανέργων, μέσω των Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών του ΟΑΕΔ με στόχο την άμεση και καλύτερη σύζευξη της προσφοράς και ζήτησης εργασίας. Κατά τη διαδικασία αναζήτησης ανέργων, εφόσον ο άνεργος προσληφθεί σε υποκατάστημα της επιχείρησης, η δυνατότητα αναζήτησης ανέργου παρέχεται μόνο στο υποκατάστημα και πραγματοποιείται με κωδικούς πρόσβασης του υποκαταστήματος (Ονομασία Χρήστη και Συνθηματικό).
Σύμφωνα με τη νέα διαδικασία, η ενταγμένη (δικαιούχος) επιχείρηση- εργοδότης, εντός δέκα (10)ημερών από την κοινοποίηση της εγκριτικής απόφασης, δύναται να ενεργοποιήσει μ έσω των Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών του ΟΑΕΔ τη δυνατότητα αναζήτησης ανέργων επιλέγοντας το πεδίο «Ενεργοποίηση της αναζήτησης Ανέργων». Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ο Οργανισμός θα παρέχει στους δικαιούχους εργοδότες – επιχειρήσεις πρόσβαση στα στοιχεία του Βιογραφικού Σημειώματος των εγγεγραμμένων στο μητρώο του ,ανέργων, μ ε βάση την ειδικότητά τους, την εργασιακή εμπειρία, το επίπεδο εκπαίδευσης, τις δεξιότητες του ανέργου και την , περιοχή στην οποία διαμένουν. Επισημαίνεται ότι η λίστα των ανέργων /ωφελούμενων του προγράμματος ισχύει μόνο για τη τρέχουσα ημερομηνία αναζήτησης ,διότι η αναζήτηση των στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα αποτελεί μία δυναμική διαδικασία και τροποποιείται καθημερινά . Συνεπώς , ο εργοδότης – επιχείρηση εντοπίζει τους υποψηφίους που πληρούν τα κριτήρια και τις απαιτήσεις της θέσης εργασίας, που, προσφέρει και προεπιλέγει μέχρι 10 υποψηφίους από οποιαδήποτε Περιφερειακή Ενότητα της χώρας. Στη συνέχεια ενημερώνει την αρμόδια Υπηρεσία ΚΠΑ2 σχετικά με τη λίστα των Βιογραφικών Σημειωμάτων [μέχρι δέκα (10) Βιογραφικά Σημειώματα] που έχει προεπιλέξει .Οι αρμόδιες Υπηρεσίες Κ.Π.Α.2 αφού λάβουν τη σχετική λίστα με τα Βιογραφικά Σημειώματα προβαίνουν κατά, προτεραιότητα στην υπόδειξη των ανέργων στους οποίους αντιστοιχούν τα εν λόγω Βιογραφικά Σημειώματα μ έσω συστατικού σημειώματος προκειμένου να ολοκληρωθεί η νέα διαδικασία σύζευξης , προσφοράς και ζήτησης εργασίας. Η υπηρεσία προκειμένου να προβεί στις υποδείξεις από τη λίστα θα πρέπει να επανεξετάσει αν οι άνεργοι /ωφελούμενοι είναι δικαιούχοι της επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας ,όπως περιγράφεται στην παρ.4.2. Στη συνέχεια, οι επιχειρήσεις – εργοδότες καλούνται να ενημερώσουν το Πληροφοριακό Σύστημα (βλέπε τις σχετικές οθόνες των Οδηγιών που έχουν αναρτηθεί) μ ε το αποτέλεσμα της επιλογής τους «Καταγραφή πρόσληψης μ ε βάσει την υπόδειξη» εφόσον επιλέξουν να προσλάβουν τον άνεργο είτε με «Ενημέρωση για την απόρριψη της υπόδειξης» στις περιπτώσεις που δεν επιθυμούν να προβούν στην πρόσληψή του.
Στην περίπτωση που η δικαιούχος επιχείρηση – εργοδότης ολοκληρώσει τη διαδικασία των συνεντεύξεων χωρίς να προβεί σε πρόσληψη και εφόσον συνεχίζει να επιθυμεί την κάλυψη της θέσης για την οποία έχει αιτηθεί, μετά από συνεννόηση μ ε την αρμόδια Υπηρεσία Κ.Π.Α2. ο αρμόδιος «διαχειριστής» (εργασιακός σύμβουλος) , που ελέγχει την διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, δύναται να υποδείξει ανέργους, σύμφωνα μ ε την διαδικασία , που , περιγράφεται στην παρακάτω , παράγραφο.
Ο αρμόδιος «διαχειριστής» (εργασιακός σύμβουλος), θα ελέγχει την διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που έχουν καθορισθεί για τις θέσεις απασχόλησης που ζητά η επιχείρηση, ενημερώνοντας σχετικά τον Προϊστάμενο και δυνητικά όλους τους υπόλοιπους εργασιακούς συμβούλους της Υπηρεσίας.

Με στόχο τη σύζευξη προσφοράς και ζήτησης εργασίας, η υπόδειξη των ανέργων στις δικαιούχους επιχειρήσεις θα διενεργείται από τους εργασιακούς συμβούλους των Υπηρεσιών (Κ.Π.Α.2) μέσω συστατικού σημειώματος και σύμφωνα με:

Α) τη διαδικασία εγγραφής των δικαιούχων της επιταγής επανένταξης στο σύστημα προσφοράς – ζήτησης εργασίας,
Β) την αίτηση – υπεύθυνη δήλωση – εντολή κενής θέσης εργασίας από τη δικαιούχο επιχείρηση και
Γ) τη διαδικασία της εξατομικευμένης προσέγγισης βάσει των προτάσεων που εμπεριέχονται στα ατομικά σχέδια δράσης των προς υπόδειξη ανέργων.

Εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης ένταξης στο πρόγραμμα, η επιχείρηση προβαίνει σε πρόσληψη του ατόμου.
Προκειμένου να απεικονιστεί ορθά στο πληροφοριακό σύστημα του ΟΑΕΔ η πρόσληψη του ωφελούμενου η επιχείρηση πρέπει υποχρεωτικά να προβεί στην παρακάτω διαδικασία με την εξής σειρά :

Α) Εισέρχεται στο πληροφοριακό σύστημα του ΟΑΕΔ (e-services) με τους κωδικούς της ( κλειδάριθμό) και επιλέγοντας από τους υποδειχθέντες αυτόν που θα προσλάβει , καταχωρεί την ημερομηνία πρόσληψης του (βλέπε οθόνες στο παράρτημα).
Β) Η επιχείρηση προβαίνει στην ηλεκτρονική αναγγελία πρόσληψης των υποδειχθέντων μέσω του συστήματος Π Σ ΕΡΓΑΝΗ (ΣΕΠΕ-ΟΑΕΔ-ΕΦΚΑ).

Είναι δυνατή η επιμήκυνση της ως άνω προθεσμίας για την αναγγελία πρόσληψης κατά τριάντα (30) ημέρες μετά από αίτηση του εργοδότη και ύστερα από απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας .
Η ίδια διαδικασία θα πρέπει να ακολουθηθεί και σε περίπτωση τυχόν αντικατάστασης.
Σε περίπτωση αποχώρησης του επιχορηγούμενου (β’ στάδιο )κατά τη διάρκεια του προγράμματος, η επιχείρηση δύναται να τον αντικαταστήσει κατόπιν υπόδειξης ανέργου από την αρμόδια Υπηρεσία. Η επιχείρηση προβαίνει σε νέα ηλεκτρονική αναγγελία πρόσληψης μέσω του συστήματος ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ (ΣΕΠΕ-ΟΑΕΔ-ΕΦΚΑ).
Για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή, υλοποίηση και παρακολούθηση του προγράμματος, θα γίνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο του ΚΠΑ2 ταυτοποίηση των αναγγελιών πρόσληψης της επιχείρησης στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ και των συστατικών σημειωμάτων με τις εγκριθείσες θέσεις .
Ύστερα από τη λήξη της προθεσμίας για την πρόσληψη, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Υπηρεσίας του ΚΠΑ2 προβαίνει στην έκδοση απόφασης i) ολικής ανάκλησης της εγκριτικής απόφασης, στην περίπτωση που η επιχείρηση δεν κάλυψε το σύνολο των αιτηθεισών θέσεων ή ii) τροποποίησης προϋπολογισμού λόγω μερικής ανάκλησης θέσεων στην περίπτωση που η επιχείρηση κάλυψε μέρος των αιτηθεισών θέσεων.
Σε περίπτωση που οι θέσεις, που έχει αιτηθεί η επιχείρηση, δεν καλυφθούν εντός της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται άκυρες και ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ανάκληση της εγκριτικής απόφασης υπαγωγής.
Επίσης στην περίπτωση που η επιχείρηση προβεί στην πρόσληψη ανέργων, οι οποίοι δεν έχουν υποδειχθεί με συστατικό σημείωμα από την Υπηρεσία (Κ.Π.Α.2) τότε οι προσλήψεις θεωρούνται άκυρες και ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ανάκληση της εγκριτικής απόφασης υπαγωγής.
Ο υπεύθυνος διαχειριστής του συστήματος ενημερώνει υποχρεωτικά το ηλεκτρονικό σύστημα των αιτήσεων και για τις περιπτώσεις της απόρριψης μιας αίτησης, της απενεργοποίησης της και της μερικής ή ολικής ανάκλησης αντίστοιχα.
7.3 Επίλυση διαφορών -διαδικασία ενστάσεων
Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των δικαιούχων και των Υπηρεσιών Απασχόλησης του ΟΑΕΔ, επιλύεται με απόφαση της Επιτροπής Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών (Απόφαση Δ.Σ.: 635/8-3-2016 – ΦΕΚ 1708/Β/15-6-2016 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει). Όλες οι ενστάσεις θα υποβάλλονται , εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση των σχετικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από το κάθε φορά αρμόδιο γραφείο της Υπηρεσίας ΚΠΑ2. Οι ενστάσεις δύναται να υποβληθούν και ηλεκτρονικά.
Όλες οι υποβαλλόμενες ενστάσεις με τα τυχόν προσκομισθέντα δικαιολογητικά εξετάζονται από τον Προϊστάμενο και τον κάθε φορά υπάλληλο του Γραφείου Απασχόλησης του ΚΠΑ2. Μετά τον σχετικό έλεγχο γίνεται εισήγηση η οποία αποστέλλεται στο αρμόδιο τμήμα της αντίστοιχης Περιφερειακής Διεύθυνσης του Οργανισμού το οποίο θα θέσει το αίτημα της επιχείρησης υπόψη της Επιτροπής Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών Οι αποφάσεις επί των ενστάσεων, οι οποίες θα είναι επαρκώς τεκμηριωμένες και θα αναφέρουν αναλυτικά τις διατάξεις και τους όρους του προγράμματος που παραβιάστηκαν εκδίδονται από την Επιτροπή Εκδίκασης ενδικοφανών Προσφυγών και κοινοποιούνται στους προσφεύγοντες.

Κεφάλαιο 8
Διαδικασία υλοποίησης -Παρακολούθηση Πράξεων
8.1. Εξόφληση δαπανών υλοποίησης

Α) Υποβολή αίτησης για καταβολή ενίσχυσης
Εντός δύο μηνών από τη λήξη κάθε τριμήνου απασχόλησης, η επιχείρηση υποβάλλει την αίτηση με τα σχετικά δικαιολογητικά, για καταβολή της επιχορήγησης, στο Γραφείο Απασχόλησης του αρμόδιου ΚΠΑ2 όπου ανήκει η έδρα ή το υποκατάστημα που απασχολείται ο επιχορηγούμενος υπάλληλος.

Β) Δικαιολογητικά
Τα δικαιολογητικά τα οποία οφείλει να υποβάλλει είναι τα εξής :

1. Έντυπη Κατάσταση (έντυπο Β) η οποία θα περιλαμβάνει τις τρέχουσες μισθολογικές καταστάσεις με την ανάλυση των εργοδοτικών εισφορών ως εξής:

α. Το ονοματεπώνυμο των επιχορηγουμένων βάσει του προγράμματος, β. Α.Μ. ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ-ΕΚΑΜ) επιχορηγουμένων, γ. Την ημερομηνία πρόσληψης τους,
δ. Την ημερομηνία γέννησής τους,
ε. Τα ημερομίσθια που πραγματοποιήθηκαν κατά μήνα,
στ. Το συνολικό μηνιαίο ακαθάριστο ποσό που δικαιούται ο εργαζόμενος, το οποίο δε θα είναι κατώτερο του προβλεπόμενου από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίες (Σ.Σ.Ε.),
ζ. Στήλη της υπεύθυνης δήλωσης με τις υπογραφές των επιχορηγουμένων ότι απασχολήθηκαν και πληρώθηκαν το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται η επιχορήγηση

2. Αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις (Α.Π.Δ.), του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης (έδρα και τυχόν υποκαταστήματα), οι οποίες μπορούν να υποβληθούν και σε ηλεκτρονική μορφή, συνοδευόμενες με υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα δηλώνεται ότι τα στοιχεία που εμπεριέχονται είναι αληθή.

3. Παραστατικά καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για το αιτούμενο χρονικό διάστημα. Στις περιπτώσεις που η επιχείρηση έχει προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της προς το ΕΦΚΑ ή τα επικουρικά ταμεία εκτός ΕΦΚΑ για να είναι δυνατή η καταβολή της επιχορήγησης θα πρέπει η ρύθμιση να έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα (δηλαδή εντός δύο μηνών από τη λήξη κάθε τριμήνου απασχόλησης) και στην απόφαση ρύθμισης να συμπεριλαμβάνεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητά να επιχορηγηθεί η επιχείρηση και εφόσον οι δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται κανονικά. Σε περίπτωση που η ρύθμιση δεν τηρείται, η αξίωση για καταβολή της επιχορήγησης θα απορρίπτεται, με την έκδοση απόφασης παραγραφής από τον Προϊστάμενο του ΚΠΑ2.
Εάν η Υπηρεσία κρίνει ότι τα παραπάνω στοιχεία χρήζουν περαιτέρω έρευνας, ενδείκνυται να τα διασταυρώσει και με την αρμόδια Υπηρεσία του ΕΦΚΑ ή της επικουρικής ασφάλισης.

4. Αντίγραφο κατάστασης προσωπικού και ωρών εργασίας που έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά στο σύστημα ΕΦΚΑ – Σ.ΕΠ.Ε. -ΟΑΕΔ (Έντυπο Ε4 – ετήσιος πίνακας κατάστασης προσωπικού) καθώς και το Ενιαίο Έντυπο Ε3 της πρόσληψης του επιχορηγούμενου (Ε3 Αναγγελία Πρόσληψης και Ε4 Συμπληρωματικός Πίνακας Προσωπικού Νέας Πρόσληψης). Τα ανωτέρω έντυπα θα αναζητούνται αυτόματα από την αρμόδια Υπηρεσία του ΟΑΕΔ (ΚΠΑ2), στο Πληροφοριακό Σύστημα (ΠΣ ΣΕΠΕ – ΟΑΕΔ- ΕΦΚΑ) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Τα ανωτέρω δικαιολογητικά δύναται να υποβληθούν και με ηλεκτρονικό τρόπο όπως η Δημόσια Πρόσκληση ορίσει .
Οι δικαιούχοι εργοδότες υποχρεούνται να υποβάλλουν τα ως άνω δικαιολογητικά εκτός της έντυπης κατάστασης (έντυπο Β’) και κατά το χρονικό διάστημα δέσμευσης του προγράμματος.

8.2 Παρακολούθηση Πράξεων -Επαληθεύσεις -Πιστοποιήσεις

Σκοπός της παρακολούθησης των πράξεων είναι η επιβεβαίωση της υλοποίησης του συγκεκριμένου φυσικού και οικονομικού αντικειμένου των πράξεων, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και τους όρους υλοποίησης όπως έχουν οριστεί στην απόφαση χρηματοδότησης.

Η παρακολούθηση των πράξεων των δικαιούχων γίνεται μέσω επαληθεύσεων. Κάθε αίτημα καταβολής ενίσχυσης ενεργοποιεί τις διαδικασίες επαλήθευσης – πιστοποίησης. Το αίτημα για καταβολή της ενίσχυσης υποβάλλεται από τον δικαιούχο και συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά όπως αναφέρονται αναλυτικά στο άρθρο 8.1Β της παρούσας. Οι επαληθεύσεις μπορεί να είναι επιτόπιες ή και διοικητικές.

8.2.1 Διενέργεια Επιτόπιας Επαλήθευσης φυσικού και οικονομικού αντικειμένου

Οι επιτόπιες επαληθεύσεις πραγματοποιούνται από υπαλλήλους του ΟΑΕΔ στην έδρα ή στο υποκατάστημα της επιχείρησης όπου θα απασχοληθεί ο επιχορηγούμενος υπάλληλος σε οποιαδήποτε στάδιο υλοποίησης του προγράμματος.
Επιτόπιες επαληθεύσεις πραγματοποιούνται και για το δεσμευόμενο ,μη επιχορηγούμενο προσωπικό της επιχείρησης .
Για τις επαληθεύσεις λαμβάνονται υπόψη το ισχύον εθνικό και κοινοτικό ,νομικό, θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο, η Δημόσια Πρόσκληση και το υποβληθέν αίτημα για καταβολή της ενίσχυσης.

Μετά το πέρας της επαλήθευσης συντάσσεται η Έκθεση Επαλήθευσης της Πράξης και ενημερώνεται σχετικά ο δικαιούχος έχοντας τη δυνατότητα υποβολής αντιρρήσεων επί των αποτελεσμάτων της έκθεσης εντός προβλεπόμενων προθεσμιών. Συγκεκριμένα :

1. Ύστερα από την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης για καταβολή της ενίσχυσης με τα σχετικά δικαιολογητικά , και εντός δύο (2) μηνών πραγματοποιείται επιτόπια επαλήθευση φυσικού και οικονομικού αντικειμένου (επιτόπιοι έλεγχοι). Η ανάθεση γίνεται με απόφαση από τα αρμόδια Τμήματα Διοικητικών Υπηρεσιών των οικείων Περιφερειακών Διευθύνσεων, σύμφωνα με τη με αριθμ. 1952/39/15-07-2016 απόφαση του Δ.Σ. σε ελεγκτές, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επιχείρηση τηρεί τους όρους του προγράμματος, (λειτουργία της επιχείρησης, απασχόληση του επιχορηγούμενου και μη προσωπικού κλπ.) και θα ελέγχονται τα εξής :

Α. Αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις (Α.Π.Δ.), οι οποίες μπορούν να υποβληθούν και σε ηλεκτρονική μορφή, συνοδευόμενες με υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα δηλώνεται ότι τα στοιχεία που εμπεριέχονται είναι αληθή.

Β. Παραστατικά καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για το αιτούμενο χρονικό διάστημα. Στις περιπτώσεις που η επιχείρηση έχει προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της προς το ΕΦΚΑ ή τα επικουρικά ταμεία εκτός ΕΦΚΑ, για να είναι δυνατή η καταβολή της επιχορήγησης θα πρέπει η ρύθμιση να προσκομισθεί στους ελεγκτές που διενεργούν τον επιτόπιο έλεγχο και στην απόφαση ρύθμισης να συμπεριλαμβάνεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητά να επιχορηγηθεί η επιχείρηση και εφόσον οι δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται κανονικά. Εάν οι ελεγκτές κρίνουν ότι τα παραπάνω στοιχεία χρήζουν περαιτέρω έρευνας, ενδείκνυται να τα διασταυρώσουν και με την αρμόδια Υπηρεσία του ΕΦΚΑ ή του οικείου ασφαλιστικού φορέα κύριας ή και επικουρικής ασφάλισης.

Γ. Αντίγραφο κατάστασης προσωπικού και ωρών εργασίας που έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά στο σύστημα ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ (Έντυπο Ε4 – ετήσιος πίνακας κατάστασης προσωπικού) καθώς και το Ενιαίο Έντυπο Ε3 της πρόσληψης του επιχορηγούμενου (Ε3 Αναγγελία Πρόσληψης και Ε4 Συμπληρωματικός Πίνακας Προσωπικού Νέας Πρόσληψης). Τα ανωτέρω έντυπα θα αναζητούνται αυτόματα από την αρμόδια Υπηρεσία του ΟΑΕΔ (ΚΠΑ2), στο Πληροφοριακό Σύστημα ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ (ΣΕΠΕ-ΟΑΕΔ-ΕΦΚΑ) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Δ. Αντίγραφο της Έντυπης Κατάστασης (Έντυπο Β) που υπέβαλε στο ΚΠΑ2 για την πιστοποίηση του οικονομικού αντικειμένου.

2. Ειδικότερα, στην πρώτη επιτόπια επαλήθευση θα ελέγχονται και τα αναφερόμενα στην ηλεκτρονική αίτηση χρηματοδότησης. Σε περίπτωση που κατά την επαλήθευση διαπιστώνεται παρατυπία αυτή αναφέρεται στη σχετική έκθεση επαλήθευσης που συμπληρώνεται από τους ελεγκτές με κατάλληλη τεκμηρίωση και αναφορά των διατάξεων που παραβιάστηκαν. Ο δικαιούχος δύναται να υποβάλλει τις αντιρρήσεις του, εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την παραλαβή από αυτόν της έκθεσης Επαλήθευσης. Σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν υποβάλλει εμπρόθεσμα τις αντιρρήσεις της ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Υπηρεσίας ΚΠΑ2 θα εκδίδει απόφαση απένταξης του προγράμματος η οποία θα κοινοποιείται με σχετική επιστολή στην επιχείρηση.
Σε περίπτωση που απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, προκειμένου να ληφθεί απόφαση για το βάσιμο ή μη των αντιρρήσεων που υποβλήθηκαν, δύναται να διενεργείται άμεσα συμπληρωματική επιτόπια επαλήθευση από το ίδιο όργανο που διενήργησε την αρχική επαλήθευση. Μετά την εξέταση των αντιρρήσεων ή την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας υποβολής των, η Έκθεση οριστικοποιείται.

3. Κατά τους επόμενους επιτόπιους ελέγχους, εφόσον διαπιστωθεί παράβαση των όρων και προϋποθέσεων του προγράμματος ακολουθείται η ανωτέρω διαδικασία με την έκδοση σχετικής απόφασης (ανάκληση, διακοπή με αναζήτηση, παραγραφή κλπ).

8.2.2 Διοικητική Επαλήθευση

Μετά τη διενέργεια της επιτόπιας επαλήθευσης το Γραφείο απασχόλησης προβαίνει σε διοικητική εξέταση των στοιχείων που έχουν υποβληθεί με το αίτημα του δικαιούχου. Σε περίπτωση που υπάρχει διαφορά μεταξύ του πορίσματος της επιτόπιας επαλήθευσης και της διοικητικής επαλήθευσης συντάσσεται έκθεση διοικητικής επαλήθευσης για την οποία ενημερώνεται η επιχείρηση προκειμένου να εκφράσει τις αντιρρήσεις της εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση αυτής. Στη συνέχεια ο προϊστάμενος της αρμόδιας Υπηρεσίας προβαίνει στην έκδοση σχετικής απόφασης.

Οι αναφερόμενοι έλεγχοι πραγματοποιούνται τόσο πριν όσο και μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης για την καταβολή της ενίσχυσης εφόσον κρίνεται απαραίτητο και οπωσδήποτε μέσα στο χρονικό διάστημα αναφοράς ( 15μηνο διάστημα προγράμματος).
Η επιχείρηση οφείλει να τηρεί κατάσταση του συνολικού προσωπικού επιχορηγούμενου και μη, η οποία θα αναζητείται από τους ελεγκτές.

Οι επαληθεύσεις του προγράμματος θα διενεργούνται από υπαλλήλους του ΟΑΕΔ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Κοινή Υπουργική Απόφαση υπ’ αριθμ. 2/82850/0022/2013 (ΦΕΚ487/9-10-2013) όπως ισχύει.

Το άρθρο 29 Διοικητική συνδρομή Ο.Α.Ε.Δ. – Προστασία ελεγκτών Ο.Α.Ε.Δ. του Ν.4144/2013 ορίζει ότι : 1. Οι πάσης φύσεως διοικητικές αρχές, οι δικαστικές υπηρεσίες, οι δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και οι υπηρεσίες της τοπικής αυτοδιοίκησης υποχρεούνται να παρέχουν κάθε αιτούμενη συνδρομή ιδιαίτερα με την παροχή στον Ο.Α.Ε.Δ. μηχανογραφικών στοιχείων και πληροφοριών για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρμοδιοτήτων του. 2. Κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούν υπάλληλοι του Ο.Α.Ε.Δ. η ελεγκτική διαδικασία δεν παρακωλύεται από τους ελεγχόμενους. Ενδεχόμενη παρακώληση δύναται να αποτελέσει λόγο απένταξής τους από το πρόγραμμα ή διακοπής της παροχής προς αυτούς. Οι ελεγκτές του Ο.Α.Ε.Δ. δεν διώκονται και δεν ενάγονται για γνώμη που διατύπωσαν ή πράξη που διενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».

8.3. Καταβολή ενίσχυσης

Το Γραφείο Απασχόλησης της αρμόδιας Υπηρεσίας (Κ.Π.Α.2), ύστερα από την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης και των δικαιολογητικών για την καταβολή της επιχορήγησης και εφόσον μετά τον σχετικό διοικητικό έλεγχο διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του πορίσματος της έκθεσης επιτόπιας επαλήθευσης και του διοικητικού ελέγχου προβαίνει στην έκδοση σχετικής εγκριτικής απόφασης για την καταβολή της ενίσχυσης.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραγραφή της αξίωσης για συγκεκριμένο ποσό επιχορήγησης λόγω εκπρόθεσμης υποβολής των δικαιολογητικών πέραν της προθεσμίας των δύο μηνών από τη λήξη κάθε τριμήνου απασχόλησης, τότε ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Υπηρεσίας (ΚΠΑ2) με απόφασή του θα προβαίνει στη μη καταβολή του συγκεκριμένου ποσού.
Είναι δυνατή η επιμήκυνση της ως άνω προθεσμίας κατά τριάντα (30) ημέρες, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης στην υπηρεσία και έκδοση σχετικής απόφασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας (ΚΠΑ2) του ΟΑΕΔ.
Η ενίσχυση που αφορά το τελευταίο τρίμηνο απασχόλησης καταβάλλεται στην επιχείρηση, αφού κατατεθούν και ελεγχτούν και τα δικαιολογητικά που αφορούν την περίοδο δέσμευσης .

Κεφάλαιο 9 Υποχρεώσεις δικαιούχων – Κυρώσεις

9.1 Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να διατηρήσουν το δεσμευόμενο προσωπικό (επιχορηγούμενες και υφιστάμενες, κατά την ημερομηνία υποβολής της ηλεκτρονικής αίτησης υπαγωγής, θέσεις εργασίας) με το ίδιο καθεστώς απασχόλησης καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος.
Κατά το α’ στάδιο του προγράμματος δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση του επιχορηγούμενου δικαιούχου της «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας».
Σε περίπτωση μείωσης του επιχορηγούμενου προσωπικού κατά το α’ στάδιο του προγράμματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του κεφαλαίου 10. της παρούσας και δεν θα καταβάλλεται κανένα ποσό επιχορήγησης .
Κατά το β’ στάδιο του προγράμματος είναι δυνατή η αντικατάσταση του επιχορηγούμενου ακόμα και με κοινό άνεργο (μη δικαιούχο επιταγής επανένταξης)
Σε περίπτωση που η επιχείρηση μειώσει το προσωπικό της (επιχορηγούμενες μόνο για το β’ στάδιο και υφιστάμενες, κατά την ημερομηνία υποβολής της ηλεκτρονικής αίτησης υπαγωγής, θέσεις εργασίας) οφείλει να το αντικαταστήσει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, για να είναι δυνατή η συνέχιση του προγράμματος . Σε περίπτωση αντικατάστασης του επιχορηγούμενου (β’ στάδιο) ακολουθείται η ίδια διαδικασία που περιγράφεται στην παρ.7.2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης του επιχορηγούμενου ατόμου, η επιχείρηση δύναται με την κατάθεση εντολής κενής θέσης να ζητήσει αλλαγή της ειδικότητας, εφόσον το ΚΠΑ2 μπορεί
να υποδείξει άνεργο με τη νέα ειδικότητα. Σε διαφορετική περίπτωση (έλλειψη ανέργου με τη νέα ειδικότητα) η επιχείρηση οφείλει να προσλάβει άτομα με την ειδικότητα του αρχικά επιχορηγούμενου.
Το ανωτέρω ισχύει και όταν κατά τη διάρκεια υλοποίησης του προγράμματος η επιχείρηση επιθυμεί την αλλαγή της ειδικότητας του επιχορηγούμενου υπαλλήλου. Ως μείωση προσωπικού όσον αφορά στο επιχορηγούμενο και δεσμευόμενο προσωπικό θεωρείται :

Α. η καταγγελία της σύμβασης εργασίας,

Β. η αλλαγή του καθεστώτος απασχόλησης από πλήρη σε μερική ή σε εκ περιτροπής
απασχόληση όπως επίσης και

Γ. η εθελουσία έξοδος που γίνεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, μέσω προγραμμάτων
παροχής οικονομικών κυρίως κινήτρων εθελούσιας εξόδου. Σε περίπτωση μη αντικατάστασης του προσωπικού το πρόγραμμα θα διακόπτεται κατά τόσες θέσεις εργασίας όσες μειώθηκε το προσωπικό , θα εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.9.2 της παρούσας και δεν θα καταβάλλεται κανένα ποσό επιχορήγησης.

Σε περίπτωση μη αντικατάστασης (επιχορηγούμενου ή μη) λόγω έλλειψης ειδικότητας ή κατηγορίας (που θα διαπιστώνεται από την Υπηρεσία) θα διακόπτεται η επιχορήγηση μόνο για τη θέση αυτή, χωρίς άλλες επιπτώσεις για τον εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή η επιχείρηση υποχρεούται να διατηρήσει το δεσμευόμενο (μη επιχορηγούμενο προσωπικό της) καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος (χρονικό διάστημα επιχορήγησης και δέσμευσης). Επίσης σε περίπτωση στράτευσης, ασθένειας, ανυπαίτιου κωλύματος (π.χ. κυοφορίας- λοχείας), ειδικής άδειας προστασίας της μητρότητας που αφορά είτε στο επιχορηγούμενο ατόμου είτε και στο δεσμευόμενο μη επιχορηγούμενο προσωπικό, δεν απαιτείται αντικατάσταση, αφού η σχέση εργασίας δεν διακόπτεται, υπό τον όρο ότι η επιχείρηση θα προσκομίσει στην αρμόδια Υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Στην περίπτωση που υπάρξει μείωση προσωπικού (επιχορηγούμενου ή μη) εντός του μήνα που προηγείται της ημερομηνίας ολοκλήρωσης του προγράμματος, η επιχείρηση υποχρεούται μέχρι τη λήξη του να προβεί σε αντικατάσταση.
Οι επιχειρήσεις δεν δεσμεύονται για τα άτομα που τυχόν προσλάβουν στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υποβολής της ηλεκτρονικής αίτησης μέχρι την έκδοση εγκριτικής απόφασης. Η επιχείρηση μπορεί να προβεί σε αντικατάσταση του δεσμευόμενου μη επιχορηγούμενου προσωπικού που μείωσε και με άλλον εργαζόμενο που προσέλαβε μετά την αίτηση για ένταξη στο πρόγραμμα (και ανήκει στο μη δεσμευόμενο προσωπικό της) έχοντας σε κάθε περίπτωση το ίδιο καθεστώς απασχόλησης δεδομένου ότι ο αριθμός του προσωπικού δέσμευσης παραμένει σταθερός.

Δεν θεωρείται μείωση προσωπικού τόσο για το επιχορηγούμενο όσο και για το δεσμευόμενο προσωπικό εφόσον προσκομίζονται τα απαραίτητα δικαιολογητικά η κενή θέση που οφείλεται σε :

1. καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω συνταξιοδότησης,
2. καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου που οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά στον εργαζόμενο
3. η λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου
4. οικειοθελή αποχώρηση
5. φυλάκιση και θάνατο.

Σε περίπτωση αποχώρησης επιχορηγούμενου ατόμου για καθένα από τους ανωτέρω λόγους, κατά τη διάρκεια του προγράμματος, η επιχείρηση υποχρεούται να διατηρήσει το δεσμευόμενο μη επιχορηγούμενο προσωπικό μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος (χρονικό διάστημα επιχορήγησης και δέσμευσης ).

Οι αποδοχές και η ασφάλιση των εργαζομένων καθορίζονται από την κείμενη εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία.
Είναι δυνατόν ,επιχορηγούμενος και μη, να πραγματοποιήσει κάτω των 25 ημερομισθίων στην περίπτωση που ο λόγος απουσίας αφορά στο πρόσωπο του εργαζόμενου, επιχορηγούμενου και μη.

Οι επιχορηγούμενοι κατά τη διάρκεια του προγράμματος δεν ασκούν άλλο ελευθέριο ή άλλο επάγγελμα. Σε διαφορετική περίπτωση διακόπτεται η επιχορήγηση της επιχείρησης για το συγκεκριμένο άτομο και υποδεικνύεται άλλο άτομο, που πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο πρόγραμμα.

Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να διατηρήσουν το δεσμευόμενο (επιχορηγούμενες και υφιστάμενες, κατά την ημερομηνία υποβολής της ηλεκτρονικής αίτησης υπαγωγής, θέσεις εργασίας) προσωπικό με το ίδιο καθεστώς απασχόλησης καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος.
Δεν μπορούν να επανενταχθούν επιχειρήσεις οι οποίες δεν ολοκλήρωσαν το παρόν πρόγραμμα λόγω οικειοθελούς αποχώρησης του επιχορηγούμενου ατόμου στο ίδιο ή σε επόμενα προγράμματα μέχρι και τη λήξη και της δέσμευσης του προγράμματος.

Κεφάλαιο 10 Διακοπή -Δημοσιονομική Διόρθωση

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση όρου ή όρων ή προϋποθέσεων ,μετά από οποιαδήποτε καταβολή ποσού της επιχορήγησης στην επιχείρηση οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ.7 του ν.1262/1982 (ΦΕΚ 70/Α’ 16.6.1982) ,όπως ισχύει ,για την απόδοση στον ΟΑΕΔ , εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 121 και 123 του ν.4270/2014 (ΦΕΚ 143/Α’) και του άρθρου 91 παρ. 1 εδ. 1ο του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974), όπως ισχύει.

Κεφάλαιο 11
Διατάξεις για τους ωφελούμενους – δικαιούχους της επιταγής επανένταξης

Το χρονικό διάστημα απασχόλησης που αφορά στο α’ στάδιο, συμψηφίζεται με το αντίστοιχο διάστημα τακτικής επιδότησης ανεργίας που θα λάμβανε ως επιδοτούμενος ο δικαιούχος της «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας».
Μετά την αναγγελία της πρόσληψης του δικαιούχου «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» από τον εργοδότη, η αρμόδια Υπηρεσία του ΟΑΕΔ, θα προβαίνει κανονικά σε «αναστολή» της τακτικής επιδότησης ανεργίας ή του επιδόματος μακροχρονίως ανέργων του ασφαλισμένου λόγω ανάληψης εργασίας με βάση τις ισχύουσες περί επιδότησης ανεργίας διατάξεις. Σε περίπτωση ανάληψης εργασίας ο μακροχρόνια άνεργος ,δικαιούχος της «επιταγής επανένταξης» δεν έχει δικαίωμα συνέχισης του επιδόματος .
Τα ημερήσια επιδόματα του χρονικού διαστήματος του (α) σταδίου δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του αριθμού ημερησίων επιδομάτων ανεργίας που ένας άνεργος δικαιούται να επιδοτηθεί τα τελευταία τέσσερα έτη πριν την έναρξη της επιδότησης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 70 του ν.4430/2016.
Σε περίπτωση που ο δικαιούχος της «επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας» προσκομίσει καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη στον οποίο προσλήφθηκε μέσω του προγράμματος, πριν τη λήξη αυτού, θα έχει δικαίωμα συνέχισης εφόσον απομένει υπόλοιπο μετά το συμψηφισμό του χρονικού διαστήματος απασχόλησής του με το αντίστοιχο διάστημα τακτικής επιδότησης ανεργίας.
Κατά τα λοιπά ,ισχύουν οι διατάξεις του ν.δ.2961/54, όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα , που εφαρμόζονται για την τακτική επιδότηση λόγω ανεργίας .

Κεφάλαιο 12
Επιμήκυνση Προγράμματος

Είναι δυνατή η παράταση-επιμήκυνση του χρόνου επιχορήγησης, μόνο κατά το β’ στάδιο του προγράμματος, κατά τριάντα (30) το πολύ ημέρες με ισόχρονη δέσμευση της επιχείρησης, για μη απόλυση προσωπικού, σε περίπτωση: α) δικαιολογημένης ασθένειας εργαζόμενου β) άδειας άνευ αποδοχών που χορηγείται μετά από αίτηση του εργαζομένου Η παράταση-επιμήκυνση γίνεται μετά από αίτηση της επιχείρησης και απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας (ΚΠΑ2) του ΟΑΕΔ. Επίσης σε περίπτωση αντικατάστασης επιχορηγούμενου μισθωτού (κατά το β’ στάδιο ) μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών είναι δυνατή η παράταση-επιμήκυνση του χρόνου επιχορήγησης του εργοδότη κατά τριάντα (30) ημέρες για κάθε άτομο που αντικαταστάθηκε, μετά από αίτηση του εργοδότη , με την προϋπόθεση να υποβληθεί πριν την ολοκλήρωση του προγράμματος και απόφαση του αρμόδιου Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας του (ΚΠΑ2).

Κεφάλαιο 13 Πληροφόρηση

Η πρόσκληση της Δράσης θα δημοσιευτεί στο Πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ και θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα ΟΑΕΔ. Επίσης συντάσσεται Δελτίο Τύπου, το οποίο αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα του ΟΑΕΔ στο διαδίκτυο (www.oaed.gr) και αποστέλλεται μέσω του Γραφείου Τύπου του ΟΑΕΔ στον ημερήσιο τύπο.

Στο πλαίσιο της έρευνας/αξιολόγησης του προγράμματος, οι δικαιούχοι και οι ωφελούμενοι πρέπει να παρέχουν τη συγκατάθεση τους για την περαιτέρω επεξεργασία (από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας) των προσωπικών δεδομένων τους, συμπεριλαμβανομένων και των ευαίσθητων, που τηρούνται για τις ανάγκες υλοποίησης του προγράμματος, για το σκοπό εξαγωγής στατιστικών δεδομένων στο πλαίσιο της διενέργειας ερευνών και της εκπόνησης μελετών για την αξιολόγηση του προγράμματος. Παράλληλα θα πρέπει να τηρούνται οι απαιτήσεις του ν.2472/1997 και τα όσα ορίζονται από τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, προκειμένου αφενός να τηρούνται οι απαιτήσεις της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αφετέρου να είναι δυνατή η επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων .

Όλοι οι φορείς της πράξης αποτελούν ουσιαστικούς συντελεστές διάχυσης της πληροφόρησης στα κοινά-στόχος που απευθύνονται και, υπό την έννοια αυτή, δύνανται να χρησιμοποιούν, ορθολογικά, κάθε πρόσφορο μέσο επικοινωνίας που θα συμβάλλει στη διαφάνεια και στη διάχυση λεπτομερών πληροφοριών.

Κεφάλαιο 14 Τελικές διατάξεις

1. Η προθεσμία υποβολής των ηλεκτρονικών αιτήσεων για υπαγωγή στο πρόγραμμα, όπως η Δημόσια Πρόσκληση ορίσει, λήγει αυτόματα μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος αιτήσεων, ύστερα από την κάλυψη των κατανεμηθεισών θέσεων . Μετά την αυτόματη λήξη της προθεσμίας συνεχίζεται η υποβολή των αιτήσεων για αριθμό θέσεων που αντιστοιχεί μέχρι το 20% των αρχικά κατανεμηθεισών θέσεων. Στην περίπτωση αυτή οι θέσεις παραμένουν σε στάδιο αναμονής και ικανοποιούνται με βάση την ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων, εφόσον δημιουργηθούν κενές θέσεις.

2. Το Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται με απόφαση του να αναστείλει , παρατείνει και να λήξει την προθεσμία υποβολής των ηλεκτρονικών αιτήσεων χρηματοδότησης για ένταξη στο πρόγραμμα, σε περίπτωση μη κάλυψης των θέσεων που είχαν αρχικά προκηρυχθεί.

3. Περαιτέρω λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος, εξειδικεύονται μ ε αποφάσεις του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ.
Η ΔΙΟΙΚΗΤΡΙΑ
Μ . ΚΑΡΑΜΕΣΙΝΗ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθ. Πρωτ. 58455/15.3.2017 Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένου σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων η επιχειρήσεων.

Αθήνα 15.03.2017
Αριθ. Πρωτ; 58455

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΣΩΜΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΙΔΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ

Ταχ. Δ/νση: Δραγατσανίου 8 101 10 – ΑΘΗΝΑ
Τηλέφωνο: 2131516500
e-mail: [email protected]

Θέμα: Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένου σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων η επιχειρήσεων.

Δεδομένου ότι πολλές περιφερειακές Υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων του Σ.ΕΠ.Ε. έχουν γίνει αποδέκτες αναφορών ή καταγγελιών σχετικά με καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περιπτώσεις μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, όπως αυτά καθορίζονται από το Π.Δ. 178/2002, προκειμένου να υπάρξει ενιαίος τρόπος αντιμετώπισης του εν λόγω ζητήματος, εφιστούμε την προσοχή στα ακόλουθα:

Κατά την έννοια του ΠΔ/τος 178/2002, ως μεταβίβαση επιχείρησης θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.

Δεν επηρεάζει καθόλου ο διαφορετικός τίτλος, η μορφή ή ο μετασχηματισμός του νομικού προσώπου που γίνεται με την διάλυση του «μεταβιβάζοντος» και την σύσταση του «διαδόχου». Το αυτό ισχύει έστω και αν ο νέος εργοδότης (διάδοχος) χρησιμοποιεί νέα γραφεία, νέες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό όταν μάλιστα έχει συμφωνηθεί με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ότι θα συνεχισθούν με αυτόν οι συμβάσεις του προσωπικού, το οποίο, είτε στο σύνολό του είτε μερικώς, έχει τοποθετηθεί στις ίδιες θέσεις. Δεν απαιτείται δηλαδή να υπάρχει νομικός δεσμός μεταξύ του «μεταβιβάζοντος» και του «διαδόχου».
Αρκεί το πραγματικό γεγονός της συνέχισης της αυτής επιχείρησης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει το στοιχείο της ταυτότητος της συνεχιζόμενης επιχείρησης με την οποία συνδέεται ο εργαζόμενος. Η διατήρηση της ταυτότητας της μονάδας καθορίζεται κυρίως από στοιχεία όπως η ομοιότητα των δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση, η μεταβίβαση ή μη της φήμης και της πελατείας, η μεταβίβαση μέρους ή του συνόλου των υλικών ή άυλων στοιχείων της παλαιός επιχείρησης στο διάδοχο φορέα κατά το χρόνο της μεταβίβασης κλπ.

Στο πεδίο εφαρμογής του Διατάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.2, εμπίπτουν:
α) συμβάσεις εργασίας ή εργασιακές σχέσεις ανεξαρτήτως του αριθμού των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν ή θα πραγματοποιηθούν,
β) εργασιακές σχέσεις που διέπονται από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ και
γ) πρόσκαιρες εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ.

Στην περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης κατά το Π.Δ. 178/2002, ο διάδοχος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ενεργές συμβάσεις του παλαιού (μεταβιβάζοντος) εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχείρησης, δεδομένου ότι οι ανωτέρω υποχρεώσεις θεωρούνται ως αναπόσπαστο μέρος της επιχειρήσεως και βαρύνουν και τον νέο εργοδότη. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο μεταβιβάζων εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλέγγυος και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο φυσικά που αναλαμβάνει ο διάδοχος (βλ.άρθρο 4),

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του προεδρικού Διατάγματος, τόσο ο μεταβιβάζων όσο και ο διάδοχος εργοδότης έχουν υποχρεώση να πληροφορούν τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους που θίγονται από τη μεταβίβαση, για ορισμένα βασικά σημεία που αφορούν τους επιμέρους όρους και συνθήκες αυτής. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, ο εργοδότης υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, εγκαίρως, συγχρόνως και εκ των προτέρων όλους τους εργαζομένους.

Κατόπιν των ανωτέρω, έχοντας υπόψη τις διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 98/50/ΕΚ, του Π.Δ. 178/2002, τη διαμορφωθείσα νομολογία των Δικαστηρίων Δ.Ε.Κ. και Αρείου Πάγου (Οι 60/14, C-688/13, C-453/12, C-458/05, C-478/03, C-74/97, C-127/96, 0229/96, ΑΠ 77/2016, ΑΠ 318/1998) καθώς και την άποψη της θεωρίας, επισημαίνονται τα εξής:

Οι διατάξεις του ΠΔ/τος 178/2002 συνιστούν κανόνες υποχρεωτικής εφαρμογής (δημόσιας τάξης) οι οποίοι ισχύουν ανεξάρτητα από την θέληση των εμπλεκόμενων μερών. Συνεπώς, είναι απολύτως άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού περί μη εφαρμογής των προστατευτικών αυτών διατάξεων, καθώς και κάθε συμφωνία με άλλο αντικείμενο, η οποία όμως τείνει ή άγει στο ίδιο αποτέλεσμα. Δεν μπορούν δηλαδή, ακόμη και αν συναινούν από κοινού, να αποφασίσουν πως κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης δεν θα περιέλθουν στο διάδοχο οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμβάσεις του παλαιού εργοδότη και συνεπώς να στερηθούν οι εργαζόμενοι της προστασίας και γενικά των κεκτημένων δικαιωμάτων τους.

Όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις του ΠΔ/τος 178/2002 αποβλέπουν στο πραγματικό γεγονός της συνέχισης της αυτής επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας από το νέο εργοδότη. Ουδόλως δε επηρεάζει το γεγονός της συνέχισης τυχόν προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης από τον παλιό εργοδότη και επαναλειτουργία της κατόπιν σύντομου χρονικού διαστήματος, από το διάδοχο. Δεν είναι δυνατόν, εξάλλου, να μην εφαρμοστούν οι προστατευτικές διατάξεις του ΠΔ/τος 178/2002, σε περιπτώσεις που ο παλαιός εργοδότης παύει μεν για σύντομο χρονικό διάστημα την οικονομική και επιχειρηματική του δραστηριότητα, αλλά από το σύνολο των ενεργειών του προκύπτει σαφώς πρόθεση να εξακολουθήσει τον επιχειρηματικό του στόχο.

Οι Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων του Σ.ΕΠ.Ε. καλούνται να εφαρμόσουν κατά τρόπο ομοιόμορφο το προεκτεθέν ρυθμιστικό πλαίσιο και να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να επιτελέσουν όσο το δυνατό αποτελεσματικότερα την αποστολή τους, με βασικό πάντα γνώμονα την προστασία και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Ο ΕΙΔΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1023/2017 Παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών άνευ ανταλλάγματος από υποκείμενους στο φόρο στο πλαίσιο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης

ΠΟΛ 1023/2017

(ΦΕΚ Β’ 943/21-03-2017)

Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις ακόλουθες διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000, ΦΕΚ Α’ 248/7.11.2000), όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 73 του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’ 51/3-4-2016):
α. των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 7,
β. της παραγράφου 2 του άρθρου 9 καθώς και την παράγραφο 5 του άρθρου 73 του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’51/3-4-2016).

2. Την απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών ΥΠΟΙΚ 0010218 ΕΞ 2016/14.11.2016 (ΦΕΚ Β’ 3696/ 15.11.2016) “Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Υφυπουργό Οικονομικών Αικατερίνη Παπανάτσιου”.

3. Την ανάγκη ορισμού της διαδικασίας και των προϋποθέσεων για την ομαλή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν την απαλλαγή από την καταβολή ΦΠΑ των υποκειμένων στο φόρο που διαθέτουν αγαθά και υπηρεσίες άνευ ανταλλάγματος για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης.

4. Ότι, από την απόφαση αυτή, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία για τη μη καταβολή ΦΠΑ από τους υποκειμένους στο φόρο που παραδίδουν αγαθά και παρέχουν υπηρεσίες άνευ ανταλλάγματος για την αντιμετώπιση αναγκών που έχουν προκύψει λόγω της προσφυγικής κρίσης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β) της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), όπως θεσπίστηκαν με το άρθρο 73 του ν. 4375/2016, ως ακολούθως:

Άρθρο 1

1. Για την εφαρμογή της παρούσας, νοούνται ως:
α. «Δωρητές», επιχειρήσεις υποκείμενες στο ΦΠΑ, που παραδίδουν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες άνευ ανταλλάγματος για την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων.
β. «Αποδέκτες» των αγαθών και των υπηρεσιών, τα κατονομαζόμενα πρόσωπα του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κώδικα ΦΠΑ (Δημόσιο, ΝΠΔΔ κ.λπ.) που διαθέτουν περαιτέρω τα εν λόγω αγαθά και τις υπηρεσίες για την κάλυψη των αναγκών των προσφύγων.

2. Αναγκαίες προϋποθέσεις είναι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που διατίθενται άνευ ανταλλάγματος να προορίζονται για την κάλυψη αναγκών των προσφύγων που εισρέουν και φιλοξενούνται στη χώρα μας.

3. Μεταξύ του δωρητή και του αποδέκτη συντάσσεται, το αργότερο έως την παράδοση των αγαθών ή την ολοκλήρωση της παροχής των υπηρεσιών, πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής των αγαθών ή παροχής/λήψης των υπηρεσιών, αντίστοιχα.

4. Το ανωτέρω πρωτόκολλο θα πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την περιγραφή του είδους και της ποσότητας των αγαθών που διατίθενται και του είδους και ενδεχομένως της διάρκειας των υπηρεσιών που παρέχονται, την ημερομηνία πραγματοποίησης της δωρεάν διάθεσης τους, τα πλήρη στοιχεία του δωρητή και του αποδέκτη των αγαθών και υπηρεσιών, όπως επωνυμία, ταχ. διεύθυνση, τηλέφωνο επικοινωνίας, και την ημερομηνία υπογραφής.

5. Το πρωτόκολλο αυτό αποτελεί αποδεικτικό πραγματοποίησης της δωρεάν διάθεσης των αγαθών ή των υπηρεσιών, συντάσσεται εις τριπλούν και υπογράφεται και στα τρία αντίτυπα από τον δωρητή και τον αποδέκτη. Το ένα αντίτυπο διατηρεί ο δωρητής, ένα αντίτυπο παραδίδεται στον αποδέκτη και το τρίτο αποστέλλεται άμεσα στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Στην περίπτωση που αποδέκτες είναι το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής ή το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας το πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής αγαθών ή παροχής/λήψης των υπηρεσιών συντάσσεται εις διπλούν.

6. Οι δωρητές και οι αποδέκτες των αγαθών και υπηρεσιών οφείλουν να διαφυλάττουν το αντίγραφο του πρωτοκόλλου παράδοσης /παραλαβής αγαθών ή παροχής/λήψης υπηρεσιών για όσο χρόνο προβλέπεται από τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ν. 4308/2014) η διαφύλαξη λογιστικών αρχείων. Επίσης, οι αποδέκτες οφείλουν να τηρούν κατάσταση, στην οποία θα καταχωρούν τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο (ημερομηνία) που έλαβε χώρα η περαιτέρω διάθεση στους πρόσφυγες των αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και την ποσότητα και το είδος των αγαθών και το είδος και την ενδεχόμενη διάρκεια των υπηρεσιών που διατέθηκαν.

Άρθρο 2
Μεταβατικές διατάξεις -Έναρξη ισχύος

Η απόφαση αυτή εφαρμόζεται για πράξεις που πραγματοποιούνται από 01.12.2015 και εφεξής.

Πρόσωπα που πριν από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας, ενήργησαν ως δωρητές κατά την έννοια του άρθρου 1 της παρούσας, οφείλουν εντός 60 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας, να γνωστοποιήσουν υπό μορφή κατάστασης, στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας τις σχετικές συναλλαγές κατά είδος αγαθού ή υπηρεσίας, ποσότητας, ημερ/νίας και στοιχείων δωρητή και αποδέκτη. Πέραν τούτου δεν έχουν άλλη υποχρέωση.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 10 Φεβρουαρίου 2017

Η Υφυπουργός
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1026/2017 Τροποποίηση της απόφασης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ. 1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β) «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει

ΠΟΛ 1026/2017

(ΦΕΚ Β’ 943/21-03-2017)

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 14 του ν. 4174/2013, όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ν. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α/31.12.2013).

2. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (Α’ 94) και ειδικότερα των άρθρων 1, 2, 13, 14, 17 και 41, όπως ισχύουν.

3. Την ΠΥΣ 1/20.1.2016 «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ ΥΟΔΔ/18).

4. Την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β/31.1.2014), όπως ισχύει.

5. Την ανάγκη διενέργειας διασταυρωτικών ελέγχων, για την πάταξη της φοροδιαφυγής.

6. Την ανάγκη παροχής πρόσθετου χρόνου για τη διευκόλυνση των φορολογούμενων ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσης υποβολής καταστάσεων φορολογικών στοιχείων του ημερολογιακού έτους 2016, δεδομένων των πρακτικών προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εφαρμογή της υποχρέωσης αυτής και του όγκου εργασίας που απαιτείται, σε συνδυασμό με τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις, καθώς και το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή δε συνδέεται με την καταβολή φόρου.

7. Ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Τροποποιούμε την απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β’) «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει, ως ακολούθως:

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά για το ημερολογιακό έτος 2016, οι καταστάσεις των ανωτέρω περιπτώσεων α’, β’ και γ’ υποβάλλονται μέχρι και 31/03/2017».

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 21 Φεβρουαρίου 2017

Ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1042/2017 Επιβολή Φόρου Συγκέντρωσης Κεφαλαίου σε πράξεις μετατροπής ατομικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιουχικές εταιρείες

Αθήνα, 20/3/2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΦΟΡ.
ΤΜΗΜΑ Β’ ΤΕΛΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΦΟΡ.

Ταχ. Δ/νση :Σίνα 2- 4
Ταχ. Κώδικας :106 72 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες :Ν. Ζωγραφάκης
Τηλέφωνο :210-3642922
Fax:210-3645413

ΠΟΛ 1042/2017

ΘΕΜΑ : Επιβολή Φόρου Συγκέντρωσης Κεφαλαίου σε πράξεις μετατροπής ατομικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιουχικές εταιρείες.

Με αφορμή ερωτήματα που τέθηκαν στην Υπηρεσία μας αναφορικά με την επιβολή ή μη φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου στις περιπτώσεις μετατροπής ατομικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιουχικές εταιρείες, μετά την κατάργηση, από 7.4.2014, της επιβολής ΦΣΚ στις πράξεις σύστασης προσώπων υποκείμενων στο φόρο αυτό, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1676/1986 (Α’ 204) ορίζεται ότι επιβάλλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου σε συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα, μεταξύ άλλων και σε εμπορικές εταιρίες.

2. Στις διατάξεις του άρθρου 18 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπονται οι πράξεις επί των οποίων επιβάλλεται ο φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου, μεταξύ των οποίων και η σύσταση των προσώπων του προαναφερθέντος άρθρου 17.

3. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της Υποπαραγράφου ΣΤ.22 της Παραγράφου 22 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 (Α’ 85) ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (7.4.2014), δεν επιβάλλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων κατά τα άρθρα 17 επ. του ν.1676/1986 κατά τη σύσταση των υποκειμένων στο φόρο αυτόν. Η εξαίρεση αυτή καταλαμβάνει, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, όλες τις πράξεις σύστασης, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου, και δεν περιορίζεται μόνο στις πράξεις σύστασης που ρητώς αναφέρονται στην περίπτωση 1.α. του άρθρου αυτού.

4. Στις φορολογητέες πράξεις του άρθρου 18 του ν. 1676/1986, εκτός από τις πράξεις σύστασης προσώπων υποκείμενων στο φόρον αυτό της παραγράφου 1α, έχουν συμπεριληφθεί με την παράγραφο 1β του ιδίου άρθρου και οι περιπτώσεις μετατροπής προσώπων μη-υποκείμενων σε πρόσωπα υποκείμενα στο φόρο αυτό, στην οποία εμπίπτει η περίπτωση μετατροπής ατομικής επιχείρησης σε κεφαλαιουχική εταιρεία.

5. Όπως γίνεται δεκτό από τη θεωρία του εμπορικού δικαίου, κατά τη «μετατροπή» της ατομικής επιχείρησης σε κεφαλαιουχική εταιρεία γίνεται εισφορά εις είδος του ενεργητικού και παθητικού της ατομικής επιχείρησης σε νεοϊδρυόμενο νομικό πρόσωπο.

6. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίζεται ότι κατά τη «μετατροπή» ατομικής επιχείρησης σε κεφαλαιουχική εταιρία δεν επιβάλλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου κατ’ εφαρμογή των οριζομένων στις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4254/2014 από τον χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, διότι η μετατροπή εν προκειμένω διενεργείται με σύσταση εταιρείας και όχι με μεταβολή του νομικού τύπου υφιστάμενης εταιρείας.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1041/2017 Κοινοποίηση των διατάξεων του ογδόου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ. 87Α’/23-07-2015), με το οποίο τροποποιήθηκε το όγδοο βιβλίο (Αναγκαστική Εκτέλεση, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985)

Αθήνα, 20.3.2017

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ Β , Ε

Ταχ. Δ/νση :Πανεπιστημίου 20
Ταχ. Κώδικας :106 72, Αθήνα
Πληροφορίες:Α.Μαυρομάτη, Μ. Πρινιωτάκη Δ.Κούλου
Τηλέφωνο:210 3636872 210 3614280 210 3635679
Fax:2103635077
E-Mail:
Url:www.aade.gr

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ

ΠΟΛ 1041/2017

Θέμα: Κοινοποίηση των διατάξεων του ογδόου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ. 87Α’/23-07-2015), με το οποίο τροποποιήθηκε το όγδοο βιβλίο (Αναγκαστική Εκτέλεση, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985).

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του ογδόου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ. 87Α’/23 – 07-2015), με το οποίο τροποποιήθηκε το όγδοο βιβλίο (Αναγκαστική Εκτέλεση, Κεφάλαια 1-9, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), για ενημέρωσή σας. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου οι κοινοποιούμενες διατάξεις εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση με την οποία αρχίζει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ διενεργείται μετά την 1.1.2016. Πριν από την παράθεση των τροποποιήσεων που επιφέρει ο ανωτέρω νόμος στο δίκαιο της (κοινής) αναγκαστικής εκτέλεσης, υπενθυμίζεται η διάταξη του άρθρου 89 του ν.δ. 356/1974- Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) στο πεδίο εφαρμογής της είσπραξης των δημοσίων εσόδων σύμφωνα με την οποία «οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος […]». Για το λόγο αυτό για δική σας διευκόλυνση, μετά την παράθεση των σημαντικότερων μεταβολών που επήλθαν με τις κοινοποιούμενες διατάξεις στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τον ΚΠολΔ και πριν ακόμη τη συναφή νομολογία που θα διαμορφωθεί, επιχειρείται αναφορά και των συναφών εξαιρετικών διατάξεων εφαρμοστέων στο δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης κατά τον ΚΕΔΕ. Τέλος, ως προς τη δομή της εγκυκλίου στο πρώτο μέρος αναφέρονται οι σημαντικότερες μεταβολές γενικά, στο δεύτερο μέρος επιχειρείται ανάλυση των κυριότερων τροποποιήσεων κατά θέμα και στο τρίτο μέρος αυτής γίνεται κατ’ άρθρο ανάλυση των κυριότερων τροποποιήσεων.

(Α) ΓΕΝΙΚΑ

Οι κυριότερες μεταβολές που επήλθαν με τις νέες διατάξεις στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης και δυνατόν να σχετίζονται με το δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης και τις απορρέουσες από αυτό διαδικασίες είσπραξης απαιτήσεων του Δημοσίου, είναι συνοπτικά οι ακόλουθες:

Α.1.Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία του πλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα, όπως:
• υιοθέτηση συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος,
• κατάργηση περίληψης κατασχετήριας έκθεσης επί κινητών και ακινήτων και θέσπισης αντ’ αυτής του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης,
• πρόσθετες επιδόσεις αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κινητών και ακινήτων και τήρηση νέων προθεσμιών για τη διενέργεια αυτών,
• υποχρεωτικό πλέον στοιχείο της κατασχετήριας έκθεσης καθώς και του αποσπάσματος αυτής είναι και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) των υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση,
• διαδικτυακή δημοσίευση (ενημέρωση) μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή.

Α.2.Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού, αναπλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα, όπως :
• πρόβλεψη διαφορετικού τρόπου πλειοδοσίας (αναβάθμιση γραπτών προσφορών),
• τροποποίηση χρονικού διαστήματος απαγόρευσης διενέργειας πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού από 1 έως 31 Αυγούστου (με εξαίρεση τον πλειστηριασμό πλοίων και αεροσκαφών ή πραγμάτων που πρόκειται να υποστούν φθορά,
• πρόβλεψη περί έντοκης κατάθεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του εκπλειστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και θεσμοθέτηση αυτής ως ακατάσχετης κλπ,
• διαδικτυακή δημοσίευση (ενημέρωση) μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων της περίληψης πράξης αναπλειστηριασμού ή της δήλωσης επίσπευσης / συνέχισης πλειστηριασμού από τον ίδιο ή άλλο δανειστή, με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Α.3.Νέος τρόπος προσδιορισμού της αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων και καθορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς βάσει της εμπορικής αξίας αυτών,

Α.4.Σύντμηση προθεσμίας άσκησης αναγγελίας δανειστών το αργότερο (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό,

Α.5.Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις για την κατάταξη απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών καθώς και ως προς την είσπραξη / επιστροφή εκπλειστηριάσματος καταταγέντων δανειστών.

(Β) ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία του πλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα (1)

Β.1.1.Ως προς τις πρόσθετες απαιτούμενες επιδόσεις και τις προθεσμίες επίδοσης του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης ορίζονται :

-επί κινητών και ακινήτων, το διάστημα των πέντε (5) ημερών (αντί οκτώ [8] όπως ίσχυε) από την περάτωση της κατάσχεσης ως ανώτατο χρονικό όριο, εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στον καθ’ ου η εκτέλεση, όταν αυτός δεν έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση και είναι απών μόλις περατωθεί η κατάσχεση ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου της κατάσχεσης. Η παράλειψη της διατύπωσης αυτής επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης (βλ. παρ. 1 των άρθρων 955 και 995 του ΚΠολΔ).

-επί κινητών, το διάστημα των πέντε (5) ημερών από την περάτωση της κατάσχεσης (αντί οκτώ [8] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου (αντί του Ειρηνοδίκη όπως ίσχυε) του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση. Η παράλειψη της διατύπωσης αυτής επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης (βλ παρ. 1 του άρθρου 955 του ΚΠολΔ).

-επί ακινήτων, το διάστημα των πέντε (5) ημερών από την περάτωση της κατάσχεσης (αντί οκτώ [8] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στον τρίτο κύριο ή νομέα και στον οφειλέτη για την περίπτωση που η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου και σε ενυπόθηκο κτήμα, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα (βλ. παρ. 1 και 3 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)

-επί ακινήτων, το διάστημα των πέντε (5) ημερών από την περάτωση της κατάσχεσης (αντί οκτώ [8] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης και στο Υποθηκοφυλακείο – Κτηματολόγιο (κτηματολογικό γραφείο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο. Η παράλειψη της διατύπωσης αυτής επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης (βλ. παρ. 2 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)

-επί πλοίων, το διάστημα των τριών (3) ημερών από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση (αντί δύο [2] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στο λιμενάρχη του λιμανιού όπου έγινε η κατάσχεση, στον πλοίαρχο και στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (βλ. παρ. 2 του άρθρου 1011 του ΚΠολΔ)

> ΚΕΔΕ

Εξαιρετικά για τις επιδόσεις που διενεργεί το Δημόσιο στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης ισχύουν τα εξής:

-Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης κινητών παραδίδεται άμεσα με την κατάσχεση στον τυχόν παρόντα οφειλέτη 1 επιδίδεται σε αυτόν εντός τεσσάρων (4) ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης, εφόσον αυτός ήταν απών, προθεσμία η οποία παρεκτείνεται για οκτώ (8) ημέρες για αυτούς που κατοικούν εκτός της περιφέρειας του Πρωτοδικείου του τόπου της κατασχέσεως. Αντίστοιχα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 20, το πρόγραμμα πλειστηριασμού κινητών κοινοποιείται στον οφειλέτη τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

-Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 10 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης κινητών επιδίδεται εντός οκτώ (8) ημερών από την κατάσχεση στον Ειρηνοδίκη του τόπου της κατάσχεσης.

-Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου επιδίδεται στον οφειλέτη εντός τριών (3) ημερών από το πέρας της κατάσχεσης, προθεσμία η οποία παρεκτείνεται για οκτώ (8) ημέρες για αυτούς που κατοικούν εκτός της περιφέρειας του Πρωτοδικείου του τόπου της κατασχέσεως. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 6 του άρθρου 41, το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτου κοινοποιείται και στον οφειλέτη είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

– Με την παράγραφο 4 του άρθρου 36 του ΚΕΔΕ, η έκθεση κατάσχεσης ακινήτου υπογράφεται και από τον τρίτο κύριο εφόσον είναι παρών. Όπως έχει γίνει δεκτό με τη γνωμοδότηση 712/1993 ΝΣΚ που κοινοποιήθηκε με την ΠΟΛ 1022/1994, οι κοινοποιήσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στη διοικητική εκτέλεση, καθόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις αυτής.

-Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 39 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου ή πλοίου επιδίδεται αμελλητί στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή στον τηρούντα το νηολόγιο.
Επισημαίνεται πάντως ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου επιδίδεται στο Κτηματολόγιο (κτηματολογικό γραφείο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο στις περιπτώσεις που λειτουργεί κτηματολόγιο, για λόγους μάλιστα δημοσίου συμφέροντος η ανωτέρω επίδοση θα πρέπει να διενεργείται εντός του διαστήματος των πέντε (5) ημερών από την κατάσχεση (βλ. παρ. 2 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)

– Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 των άρθρων 48 και 49 προβλέπονται αντίστοιχα ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης πλοίου επιδίδεται και προς τον λιμενάρχη του λιμένος όπου έγινε η κατάσχεση του πλοίου εντός δύο (2) ημερών από την ημέρα την οποία έγινε η κατάσχεση, ενώ το πρόγραμμα πλειστηριασμού πλοίου επιδίδεται και προς τον πλοίαρχο, τον λιμενάρχη του λιμένος όπου κατασχέθηκε το πλοίο και προς το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο.

Β.1.2.Ως προς το χρόνο κατάθεσης των απαιτούμενων εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, συντέμνονται οι προθεσμίες και ειδικότερα ορίζεται :
-επί κινητών, το διάστημα των οκτώ (8) ημερών (αντί δέκα [10] όπως ίσχυε) από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης (βλ. παρ. 2 του άρθρου 955 του ΚΠολΔ)
-επί ακινήτων, το διάστημα των δέκα (10) ημερών (αντί δεκαπέντε [15] όπως ίσχυε από την κατάσχεση (βλ. παρ. 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)

> ΚΕΔΕ

Εξαιρετικά, με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 21, της παραγράφου 1 του άρθρου 43 και της παραγράφου 2 των άρθρων 49 και 52 προβλέπεται ότι επί πλειστηριασμού κινητών, ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών, η αποστολή των σχετικών εγγράφων του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού γίνεται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διεξαγωγή αυτού.

Β.1.3.Ως υποχρεωτικό στοιχείο της κατασχετήριας έκθεσης καθώς και του αποσπάσματος αυτής είναι πλέον και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) των υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση (βλ. παρ. 2 του άρθρου 954 σε συνδυασμό με το άρθρο 117, παρ. 2 του άρθρου 955 και παρ. 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)

Β.1.4. Θεσπίζεται συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης: συγκεκριμένα, η ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται υποχρεωτικά στην κατασχετήρια έκθεση επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή (βλ. περίπτωση (ε) της παραγράφου 2 του άρθρου 954 και παράγραφο 2 του άρθρου 993 του ΚΠολΔ)

> ΚΕΔΕ

Εξαιρετικά ως προς το χρόνο διενέργειας πλειστηριασμού κατά τη διοικητική εκτέλεση ισχύουν τα εξής:
– Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 προβλέπεται ότι δύναται να εκδοθεί πρόγραμμα πλειστηριασμού κινητών μετά την παρέλευση τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάσχεση.
-Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 41 προβλέπεται ότι εκδίδεται πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτων μετά την παρέλευση σαράντα (40) ημερών και το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την κατάσχεση και ορίζεται ημερομηνία πλειστηριασμού το αργότερο σε πέντε (5) μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του προγράμματος. Εάν ο πλειστηριασμός δεν διενεργηθεί την ορισθείσα με το πρόγραμμα ημέρα, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. εκδίδει νέο πρόγραμμα το αργότερο εντός έτους από την ημέρα που έπαυσε η αναστολή και ορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού κατά τα ανωτέρω. Οι ανωτέρω προθεσμίες δεν τηρούνται, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, που αναφέρεται σε αιτιολογημένη έκθεση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σε κάθε περίπτωση η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού μετά την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού (ΠΟΛ.1055/12.5.2010).

Β.1.5.Αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη, μπορεί να είναι και κινητό πράγμα, το οποίο έχει ήδη κατασχεθεί και βρίσκεται στα χέρια του μεσεγγυούχου κατά την έννοια του άρθρου 956 παρ. 1 ΚΠολΔ.

> ΚΕΔΕ

Ήδη η ανωτέρω διαδικασία προβλέπεται για το Δημόσιο κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 15, σύμφωνα με το οποίο το Δημόσιο δύναται να επιβάλλει κατάσχεση κινητών πραγμάτων στα χέρια του οφειλέτη, τα οποία έχουν παραδοθεί ήδη σε μεσεγγυούχο ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης.

Β.1.6.Καταργείται η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης επί κινητών και ακινήτων (βλ. κατάργηση άρθρων 960 και 999 του ΚΠολΔ αντίστοιχα) και αντ’ αυτής θεσπίζεται το απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης, το οποίο εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή (βλ. εδάφιο β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 955 και εδάφιο β’ της παρ. 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ).

Β.1.7.Καθιερώνεται διαδικτυακή δημοσίευση (ενημέρωση) μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (deltio.tnomik.gr) στις περιπτώσεις των άρθρων 955 και 995 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία, το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης κινητών και ακινήτων αναρτάται επί ποινή ακυρότητας στην ανωτέρω ιστοσελίδα (δημοσιεύσεων πλειστηριασμών) με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή εντός δέκα (10) ή δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάσχεση των κινητών ή ακινήτων αντίστοιχα (βλ. εδάφιο β’ της παραγράφου 2 των άρθρων 955 και εδάφιο β’ της παραγράφου 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων, και μετά την κατάργηση των άρθρων 960 και 999 του ΚΠολΔ και το κατ’ εξουσιοδότηση, δυνάμει της παραγράφου 11 των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εκδοθέν π.δ. 67/17-9-2015 ΦΕΚ Α’, περί της διαδικασίας ηλεκτρονικής δημοσίευσης αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης και περιλήψεων πράξεων και δηλώσεων στην ανωτέρω ιστοσελίδα, καταργείται η πρόβλεψη περί δημοσίευσης σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στον τόπο του πλειστηριασμού.

> ΚΕΔΕ

Εξαιρετικά ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς ισχύουν τα εξής:

-Με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 20 η περίληψη προγράμματος πλειστηριασμού κινητών δύναται να δημοσιευθεί […] σε εφημερίδα που εκδίδεται στη Κοινοτική ή Δημοτική περιφέρεια του τόπου πλειστηριασμού ή στην πρωτεύουσα του Νομού. -Με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 7 του άρθρου 41 προβλέπεται ότι περίληψη του προγράμματος πλειστηριασμού ακινήτων δημοσιεύεται σε εφημερίδα που εκδίδεται στη Κοινοτική ή Δημοτική περιφέρεια όπου κείται το ακίνητο και αν δεν εκδίδεται εκεί, σε εφημερίδα της πρωτεύουσας της επαρχίας ή του νομού. Αν δεν εκδίδεται εφημερίδα ούτε στην πρωτεύουσα της επαρχίας ή του Νομού δεν απαιτείται δημοσίευση. Επιπροσθέτως, προβλέπεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής δημοσίευσης των περιλήψεων των προγραμμάτων πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων και σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα του Διαδικτύου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της δυνατότητας ηλεκτρονικής δημοσίευσης των περιλήψεων προγραμμάτων πλειστηριασμού που επισπεύδονται από το Δημόσιο (ΠΟΛ.1210/22.9.2014).
Ιδιαιτέρως επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 , κάθε τρίτος που επισπεύδει πλειστηριασμό, υποχρεούται, επί ποινή ακυρότητος αυτού, να κοινοποιήσει στον Προϊστάμενο της Δ. Ο.Υ της περιφερείας της κατοικίας και ασκήσεως του επαγγέλματος του οφειλέτου, με δικαστικό επιμελητή, αντίγραφο του προγράμματος πλειστηριασμού/αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης δέκα ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, προκειμένου περί κινητών, είκοσι δε ημέρες προκειμένου περί ακινήτων.

Β.1.8.Προβλέπεται επίδοση αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές (αντί της επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης όπως ίσχυε) καθώς και επίδοση αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κινητών στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο (βλ. παρ. 3 του άρθρου 995 και το γ’ εδάφιο του άρθρου 955 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίστοιχα).

> ΚΕΔΕ

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτου κοινοποιείται και προς τον τρίτο κύριο, εάν από τα βιβλία μεταγραφών προκύπτει τέτοιος (βλ. και παράγραφο 4 του άρθρου 36 του ΚΕΔΕ και παράγραφο 3 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ ως προς την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου στον τρίτο κύριο ή νομέα όπως αναλύεται ανωτέρω στην περίπτωση 1.1. περί ΚΕΔΕ).

Β.1.9.Καταργούνται κατηγορίες ακατασχέτων του άρθρου 953 παρ. 3 του ΚΠολΔ
Κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου καταργούνται κατηγορίες ακατάσχετων με αποτέλεσμα να εξαιρούνται πλέον από την κατάσχεση τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, και προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία τους.

> ΚΕΔΕ

Ήδη το άρθρο 17 του ΚΕΔΕ αναφέρεται σε ακατάσχετα κινητά πράγματα.

Β.1.10.Υιοθετείται και στο δίκαιο της (κοινής) αναγκαστικής εκτέλεσης το σύστημα των πολλαπλών κατασχέσεων και ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα ισχύουσες ρυθμίσεις, επιτρέπεται η δυνατότητα επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος (βλ. παρ. 2 του άρθρου 958 και παρ. 5 του άρθρου 997 του ΚΠολΔ).

> ΚΕΔΕ

Ήδη το σύστημα των πολλαπλών κατασχέσεων προβλέπεται και για το Δημόσιο κατά το δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 12 (για τα κινητά) και 36 παρ.5 (για τα ακίνητα). Στην περίπτωση αυτή οι εκτελεστικές διαδικασίες βαίνουν παράλληλα και η πρώτη κατακύρωση που θα επιτευχθεί είτε στο πλαίσιο της αναγκαστικής είτε στα πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης ή άλλης διαδικασίας, ματαιώνει τη συνέχιση της διαδικασίας, η οποία με τον τρόπο αυτό καθίσταται ανενεργός.

Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού, αναπλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα (2)

Β.2.1.Θεσπίζεται διαφορετικός τρόπος πλειοδοσίας (αναβάθμιση γραπτών προσφορών). Ειδικότερα ο πλειστηριασμός γίνεται μόνο με γραπτές σφραγισμένες προσφορές, ενώ οι προφορικές προσφορές υποβάλλονται μόνο αν οι γραπτές προσφορές είναι ίσες (βλ. παρ. 1, 4 και 5 του άρθρου 959 και παρ. 1 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ).

Β.2.2.Μειώνεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν μπορεί να διεξαχθεί πλειστηριασμός ή αναπλειστηριασμός, από 1 έως 31 Αυγούστου (αντί από 1 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου όπως ίσχυε), εκτός αν πρόκειται για πράγματα που μπορεί να υποστούν φθορά, καθώς και όταν πρόκειται για πλειστηριασμό πλοίων ή αεροσκαφών (βλ. παρ. 7 του άρθρου 959, παρ. 5 του άρθρου 965 και παρ. 2 και 3 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ).

Β.2.3.Προβλέπεται η κατάθεση από κάθε πλειοδότη εγγυοδοσίας ίσης με το 30% (αντί του 100 % αυτής που ίσχυε) της τιμής της πρώτης προσφοράς (βλ. εδάφιο δ’, παρ. 1 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ).

Β.2.4.Παρέχεται πλέον η δυνατότητα στον υπερθεματιστή να καταβάλει το εκπλειστηρίασμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα (αντί αποκλειστικά μετρητών που ίσχυε) (βλ. εδάφιο α’ της παρ. 3 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ)

> ΚΕΔΕ

Ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς

– Εφαρμόζονταν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 17 ν. 3756/2009 (σχετική ΠΟΛ.1055/16.4.2009) σύμφωνα με τις οποίες:
«Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 959, του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 965 και των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3714/2008, αντίστοιχα, εφαρμόζονται αναλόγως και στους πλειστηριασμούς οι οποίοι διενεργούνται σύμφωνα με το ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ)».
Με τον παρόντα νόμο (ν. 4335/2015), τα ανωτέρω θέματα ρυθμίζουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 959, του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου
965 και των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 998. Συνεπώς, οι διατάξεις του ΚΕΔΕ και ειδικότερα των άρθρων 21 (προκειμένου περί κινητών) και 42 (προκειμένου περί ακινήτων) που αναφέρονται στον τόπο, χρόνο και διαδικασία πλειστηριασμού αυτών, τροποποιήθηκαν κατά το μέρος αυτών που ρυθμίζεται διαφορετικά με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την έκδοση των σχετικών προγραμμάτων πλειστηριασμού.

-Η απαγόρευση διενέργειας πλειστηριασμών κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου ισχύει και για τους διενεργούμενους κατά τον ΚΕΔΕ πλειστηριασμούς (Γνωμ ΝΣΚ 594/74, ΓνωμΝΣΚ 483/95, ΠΟΛ.1216/11.8.1995).

Β.2.5.Προβλέπεται η έντοκη κατάθεση από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του εκπλειστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με τους τόκους να προσαυξάνουν το εκπλειστηρίασμα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του (βλ. παρ. 4 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ)

Β.2.6.Καταργείται η δημόσια κήρυξη που προβλεπόταν στις καταργηθείσες διατάξεις των άρθρων 963 και 1001 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Β.2.7.Στο πλαίσιο διαδικτυακής (δημοσίευσης) ενημέρωσης μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (deltio.tnomik.gr) καθιερώνεται, επιμελεία του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ανάρτηση:

-στην περίπτωση αναπλειστηριασμού λόγω μη καταβολής του εκπλειστηριάσματος, της περίληψης της πράξης του αναπλειστηριασμού (η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνει το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης) (βλ. εδάφιο θ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ)

-στην περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού λόγω ματαίωσης του αρχικού, της γνωστοποίησης της δήλωσης συνέχισης και της ημέρας του πλειστηριασμού (βλ. εδάφιο γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 973 του ΚΠολΔ)

-στην περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού από άλλον δανειστή, της γνωστοποίησης της δήλωσης επίσπευσης από τον άλλο δανειστή με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού (βλ. εδάφιο δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 973 του ΚΠολΔ).

> ΚΕΔΕ

Ως προς την καθιέρωση της διαδικτυακής ενημέρωσης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων στην περίπτωση πλειστηριασμού, αναπλειστηριασμού λόγω μη καταβολής του εκπλειστηριάσματος, επίσπευσης πλειστηριασμού λόγω ματαίωσης του αρχικού από τον ίδιο δανειστή ή μετά από δήλωση επίσπευσης από άλλο τρίτο δανειστή, υπενθυμίζεται η υποχρέωση, επί ποινή ακυρότητας, παντός τρίτου που επισπεύδει πλειστηριασμό να κοινοποιήσει κατ’ άρθρο 54 στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ της περιφερείας της κατοικίας και ασκήσεως του επαγγέλματος του οφειλέτου, με δικαστικό επιμελητή, αντίγραφο του προγράμματος πλειστηριασμού/αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης δέκα (10) ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, προκειμένου περί κινητών, είκοσι (20) δε ημέρες προκειμένου περί ακινήτων.

Τρόπος προσδιορισμού της αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων και τιμή πρώτης προσφοράς σύμφωνα με την εμπορική αξία αυτών (3)

Τα κατασχεμένα ακίνητα πλέον εκτιμώνται με βάση την εμπορική αξία αυτών κατά το χρόνο της κατάσχεσης κατ’ άρθρο 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ορίζεται και ως τιμή πρώτης προσφοράς κατ’ άρθρο 995 παρ. 1 εδάφιο δ’ ΚΠολΔ. Πριν την εν λόγω τροποποίηση ίσχυε η κατ’ εκτίμηση αξία από το δικαστικό επιμελητή ή τον προσληφθέντα πραγματογνώμονα, η οποία δεν υπολειπόταν της αντικειμενικής αξίας όπου ίσχυε και ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς γινόταν στα 2/3 της εκτιμηθείσας αξίας ή στην αντικειμενική αξία αντίστοιχα κατ’ άρθρο 993 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 954, περίπτωση γ’.
Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 12 των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 εκδόθηκε το π.δ. 59/2016, με το οποίο καθορίστηκε ο τρόπος προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθώς και το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτής.

ΚΕΔΕ

Εξαιρετικά:

Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 36 και των παραγράφων 2, 3 και 6 του άρθρου 39 ορίζονται αντίστοιχα, ο προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων κατ’ εκτίμηση του κατασχόντα ή του πραγματογνώμονα εάν η εκτίμηση αυτών απαιτεί ειδικές γνώσεις και ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς στο μισό της εκτιμηθείσας αξίας ή μέχρι και τα 4/5 αυτής ανάλογα με το ύψος οφειλής και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις αυτές. Ειδικότερα δε για τα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχή, όπου ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης, η τιμή πρώτης προσφοράς, δεν μπορεί να υπολείπεται της αξίας αυτής, όπως ισχύει κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης ή κατά το χρόνο έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού αντίστοιχα.

Σύντμηση προθεσμίας άσκησης αναγγελίας δανειστών (4)

Επήλθε σύντμηση της προθεσμίας για τις αναγγελίες δανειστών με επίδοση τους στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το αργότερο πέντε (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό (αντί της 15ήμερης προθεσμίας μετά τον πλειστηριασμό όπως ίσχυε) ενώ μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση κατ’ άρθρο 972 παρ.1 περ. β’ ΚΠολΔ.
Με τις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 3 του ν. 1653/1986, ορίστηκε ότι «3. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 972 αντικαθίσταται ως εξής: “Η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο σε 15 ημέρες από τον πλειστηριασμό”» και ότι «5.Οι διατάξεις [..] του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 972 του ΚΠολΔ [..] εφαρμόζονται και στους πλειστηριασμούς οι οποίοι διενεργούνται σύμφωνα με το ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.)». Μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 972 ΚΠολΔ, με το όγδοο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 με το οποίο η προθεσμία της αναγγελίας περιορίστηκε στο πενθήμερο πριν από τον πλειστηριασμό, κατά ερμηνευτική προσέγγιση θ διάταξη του άρθρου 3 παρ. 5 του ν. 1653/1986 δεν κατέστη ανενεργός και είναι εφαρμοστέα ως προς την παραπομπή στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 972 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015. Ως εκ τούτου θα πρέπει και η αναγγελία του Δημοσίου να επιδίδεται το αργότερο πέντε ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Ιδιαιτέρως επισημαίνεται ότι στο έντυπο της αναγγελίας η αρμόδια Δ.Ο.Υ. πρέπει κάθε φορά να μνημονεύει όλα τα γενικά (και τυχόν ειδικά π.χ υποθήκες) προνόμια με τα οποία εξοπλίζονται οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις του Δημοσίου (βλ. ΠΟΛ.1115/23.5.2013), ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή κατάταξη αυτών και να περιορίζονται οι περιπτώσεις ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης ή διανομής.

Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις : (Α) για την κατάταξη των απαιτήσεων αναγγελθέντων δανειστών (Β) για την είσπραξη / επιστροφή εκπλειστηριάσματος καταταγέντων δανειστών (5)

(Α) Επαναρρυθμίζεται η σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, κατ’ άρθρο 975 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των δανειστών. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η κατάταξη των ανωτέρω απαιτήσεων, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που τις επιβαρύνουν, στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου αυτού, καθώς και των λοιπών απαιτήσεων του Δημοσίου με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που τις επιβαρύνουν στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων, ανεξαρτήτως του ληξιπροθέσμου ή μη αυτών (αντί των προβλέψεων της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 περί προνομιακής κατάταξης των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων από Φ.Π.Α. στη δεύτερη τάξη των γενικών προνομίων και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ, των λοιπών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων και της σύμμετρης κατάταξης των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του). Περαιτέρω, προβλέπεται πλέον, σε περίπτωση συρροής μη προνομιούχων απαιτήσεων με προνομιούχες ή/και ενέγγυες απαιτήσεις, η ικανοποίηση των πρώτων έως ορισμένο ποσοστό του πλειστηριάσματος (10% ή 30%, κατά περίπτωση), σύμφωνα με το άρθρο 977 ΚΠολΔ (βλ. στη συνέχεια ανάλυση των άρθρων 975 έως 978 ΚΠολΔ)

ΚΕΔΕ

Από τα ανωτέρω προκύπτει σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.

(Β) Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 980, προβλέπεται η δυνατότητα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με ανακοπή, εφόσον, όμως, προσκομίσουν ισόποση εγγυητική επιστολή «σε πρώτη ζήτηση» τράπεζας που είναι νόμιμα εγκαταστημένη στην Ελλάδα (αντί της δικαστικής απόφασης που απαιτούνταν κατά το προϊσχύον δίκαιο). Περαιτέρω, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει τελεσίδικα η ανακοπή κατά του καταταγέντος δανειστή, αυτός υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
Κατόπιν των ανωτέρω νομοθετικών μεταβολών, σε περίπτωση μεταρρύθμισης πίνακα κατάταξης υπέρ του Δημοσίου λόγω ευδοκίμησης (τελεσίδικα) ανακοπής που άσκησε το Δημόσιο κατά της κατάταξης δανειστή, ο οποίος είχε εισπράξει κατά τα ανωτέρω το ποσό για το οποίο είχε καταταγεί, το ποσό αυτό αποδίδεται πλέον στο Δημόσιο εντόκως μετά και την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε αντίθεση με τα μέχρι τώρα ισχύοντα περί ταμειακής βεβαίωσης σε βάρος του αποβληθέντα δανειστή (βλ. ΠΟΛ.1115/23.5.2013, ΓνωμΝΣΚ 195/1993 που κοινοποιήθηκε με την 1049682/2982-24/0016/6-5-1993 εγκύκλιό μας).

(Γ) ΚΑΤ’ΑΡΘΡΟ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΠολΔ

Α. Κεφάλαιο Πρώτο: Γενικές διατάξεις
ΚΠολΔ -άρθρο 933 [Ανακοπές του άρθρου 933 και προθεσμία έκδοσης απόφασης]

Με τη νέα διάταξη του άρθρου 933 ορίζεται ότι αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η κλήτευση για τη συζήτηση της ανακοπής γίνεται προ είκοσι (20) ημερών από τη συζήτηση. Ως απώτερος χρόνος για την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής ορίζεται το χρονικό διάστημα των εξήντα (60) ημερών από τη συζήτηση αυτής (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).

Β. Κεφάλαιο Τρίτο : Κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη

1. ΚΠολΔ -άρθρο 953 [Κατάσχεση κινητών. Ακατάσχετα και τροποποιήσεις αυτών]
Με τις νέες διατάξεις διευκρινίζεται ότι αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη μπορεί να είναι και κινητό πράγμα, το οποίο έχει ήδη κατασχεθεί και βρίσκεται στα χέρια του μεσεγγυούχου, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 956 ΚΠολΔ (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015). Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, καταργούνται κατηγορίες ακατάσχετων με αποτέλεσμα να εξαιρούνται από την κατάσχεση πλέον τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, και προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία τους (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 17 του ΚΕΔΕ περί ακατάσχετων.

2. ΚΠολΔ-άρθρο 954 [Χρόνος διενέργειας πλειστηριασμού. Διαδικτυακή δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής για τη διόρθωση έκθεσης κατάσχεσης]
Με τις τροποποιηθείσες παραγράφους 2 και 4 προβλέπεται ότι η ημέρα του πλειστηριασμού, η οποία εμπεριέχεται στην κατασχετήρια έκθεση, ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή. Με τις προγενέστερες διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 959 οριζόταν ότι ο πλειστηριασμός κινητών δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Η ανακοπή για τη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης (ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή της πρώτης προσφοράς) είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού (από πέντε (5) που ίσχυε). Η απόφαση επί της ανακοπής πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00′ το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας (αντί της προηγούμενης ημέρας που ίσχυε) και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων – Τομέας Ασφάλισης Νομικών (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 993 οι διατάξεις 2 έως 4 του άρθρου 954 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται αναλογικά και για την κατάσχεση ακινήτων. Με τις προγενέστερες διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ οριζόταν ότι ο πλειστηριασμός ακινήτων δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν σαράντα (40) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης.

3. ΚΠολΔ -άρθρο 955 [Επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης και διαδικτυακή δημοσίευση αυτής. Υποχρέωση αναγραφής ΑΦΜ ]
Με τη διάταξη του άρθρου 955, όπως τροποποιείται, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της προδικασίας πλειστηριασμού κινητών πραγμάτων. Η προθεσμία για την επίδοση της έκθεσης κατάσχεσης, σε περίπτωση απουσίας του καθ’ ου ή αδυναμίας άμεσης κατάρτισης αντιγράφου κατά το χρόνο περάτωσής της, περιορίζεται σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση (αντί των οκτώ (8) ημερών, όπως ίσχυε) όταν η έδρα του καθ’ ου είναι εκτός της περιφέρειας του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση. Μέσα στην ίδια πενθήμερη προθεσμία η κατασχετήρια έκθεση επιδίδεται στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου, ενώ μέσα σε οκτώ (8) ημέρες γίνονται οι καταθέσεις των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Λόγω της κατάργησης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης του άρθρου 960 και της προβλεπόμενης σε αυτό δημοσίευσης σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας, για την κάλυψη της ανάγκης δημοσιότητας του πλειστηριασμού, απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης (το οποίο περιλαμβάνει τα στοιχεία που κατά το ισχύον καθεστώς περιέχει η [καταργηθείσα] περίληψη καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου των υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση) εκδίδεται και αναρτάται από τον δικαστικό επιμελητή σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμού του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων. Το απόσπασμα αυτό, εντός της ίδιας προθεσμίας επιδίδεται στον ενεχυρούχο δανειστή εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015 και π.δ 67/17-9-2016 (ΦΕΚ Α’, αρ. φύλλου 110).
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.7).

4. ΚΠολΔ-άρθρα 958 [Νέο σύστημα πολλαπλών κατασχέσεων κινητών]
Σύμφωνα με την αντικατασταθείσα παράγραφο 2 του άρθρου 958 προβλέπεται πλέον η δυνατότητα επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων από περισσότερους δανειστές του ιδίου οφειλέτη επί του ιδίου κινητού πράγματος. Με τις σχετικές διατάξεις ορίζεται ότι κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργείται ξεχωριστά και δεν επηρεάζει η μια την άλλη. Αναφορικά με τα έξοδα εκτέλεσης δεν επιτρέπεται η αναζήτηση εξόδων που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σχετικό το άρθρο 12 του ΚΕΔΕ περί του συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων επί κινητών για το Δημόσιο (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.10)

5. ΚΠολΔ-άρθρο 959 [Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία πλειστηριασμού κινητών. Νέο χρονικό διάστημα απαγόρευσης διενέργειας πλειστηριασμού]
Σύμφωνα με την τροποποιηθείσα παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, στο α’ εδάφιο ορίζεται ότι ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων. Ο πλειστηριασμός γίνεται με την υποβολή γραπτών και ενσφράγιστων προσφορών και στη συνέχεια διαδοχικών προφορικών προσφορών κατά την παρ. 4. Οι υποψήφιοι πλειοδότες οφείλουν με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, να διορίσουν αντίκλητο στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου του πλειστηριασμού, στον οποίο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις που αφορούν την εκτέλεση. Οι προσφορές κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου υποβάλλονται την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα του πλειστηριασμού κατά τις ώρες 10 (από 9 που ίσχυε) το πρωί έως 2 το απόγευμα, με σύνταξη σχετικής πράξης είτε την ημέρα του πλειστηριασμού στον τόπο του από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, οπότε καταχωρίζονται στην έκθεση του πλειστηριασμού. Η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι γραπτή. Αν οι περισσότερες αυτές προσφορές είναι ίσες, τότε η διαδικασία συνεχίζεται με την υποβολή προφορικών προσφορών προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Περαιτέρω, προστέθηκε νέα παράγραφος 7, σύμφωνα με την οποία ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1η έως την 31η Αυγούστου (αντί από 1 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου όπως ίσχυε), εκτός εάν πρόκειται για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά καθώς και όταν πρόκειται για πλειστηριασμό πλοίων ή αεροσκαφών.
> Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ, οι διατάξεις της παραγράφου 1 εδάφια β’ και δ’ του άρθρου 959 του ΚΠολΔ καθώς και των παραγράφων 2 έως 5 του ιδίου άρθρου εφαρμόζονται αναλογικά και στον πλειστηριασμό ακινήτων (βλ. στη συνέχεια ανάλυση των ανωτέρω άρθρων).
> Σχετική σημείωση ανωτέρω μετά την περίπτωση Β.2.4. περί ΚΕΔΕ για τον τόπο, το χρόνο και τη διαδικασία πλειστηριασμού ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς.

6. ΚΠολΔ-άρθρο 960 [ Κατάργηση περίληψης κατασχετήριας έκθεσης κινητών]
Το άρθρο 960 για την κατάσχεση κινητών καταργείται καθώς με τη νέα διαδικασία της εκτέλεσης δεν υφίσταται πλέον ανάγκη για σύνταξη περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και κοινοποίηση αυτής (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση 1.6). Αντίστοιχα για την κατάσχεση ακινήτων βλ. στη συνέχεια κατάργηση του άρθρου 999 του ΚΠολΔ.

7. ΚΠολΔ-άρθρο 963 [Κατάργηση δημόσιας κήρυξης επί πλειστηριασμού κινητών]
Καταργείται η κήρυξη από κήρυκα στον τόπο του πλειστηριασμού (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.1 ν. 4335/2015).

8. ΚΠολΔ-άρθρο965 [Κατακύρωση. Μη καταβολή εκπλειστηριάσματος. Αναπλειστηριασμός. Ακατάσχετο εκπλειστηριάσματος]
Στη διάταξη του άρθρου 965 επιφέρονται τροποποιήσεις σε επιμέρους ζητήματα της διαδικασίας. Ειδικότερα:
α) Σύμφωνα με το εδάφιο δ’ της πρώτης παραγράφου όπως αυτό τροποποιήθηκε η εγγυοδοσία του πλειοδότη περιορίζεται στο τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγυοδοσίας, θα διενεργηθεί αναπλειστηριασμός για το υπόλοιπο της τιμής της πρώτης προσφοράς
β) Κατά την παράγραφο 3 το εκπλειστηρίασμα μπορεί να καταβληθεί πλέον και με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα και όχι έκδοσης του υπερθεματιστή γ) Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου αυτού και από την έναρξη ισχύος της, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό να καταθέσει εντόκως το εκπλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και οι τόκοι προσαυξάνουν το εκπλειστηρίασμα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 1003, οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως 7 του άρθρου 965 εφαρμόζονται αναλόγως και επί πλειστηριασμού ακινήτων.

9. ΚΠολΔ-άρθρο 972 [ Αναγγελία. Διατυπώσεις και σύντμηση προθεσμίας]
Στην τροποποιηθείσα παρ.1 περ. β’ του άρθρου 972 ορίζεται ότι η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο πέντε (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό (αντί δέκα πέντε (15) ημέρες που ίσχυε μετά τον πλειστηριασμό) και μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).

10. ΚΠολΔ-άρθρο 973 [Δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού]
Στη διάταξη του άρθρου αυτού επέρχονται τροποποιήσεις για επιμέρους λεπτομέρειες για την περίπτωση εκείνη που ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί και επισπεύδεται πάλι με δήλωση. Ειδικότερα:
α) Στην τροποποιηθείσα παράγραφο 1 ορίζεται ότι σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός δεν έγινε για οποιονδήποτε λόγο την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών (3) ημερών μεριμνά ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων.
β) Στα τροποποιηθέντα εδάφια β’, γ’ και ε’ της παραγράφου 3 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που ένας δανειστής, διαφορετικός από τον επισπεύδοντα, θέλει να συνεχίσει τον πλειστηριασμό και έχει επιβάλει και ο ίδιος κατάσχεση, τότε η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης, η οποία συντάσσεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών μεριμνά για την ανάρτηση της γνωστοποίησης της δήλωσης καθώς και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων.
γ) Στη νέα παράγραφο 6 προβλέπεται ότι εάν για οποιονδήποτε λόγο προκύψουν αντιρρήσεις που αφορούν στο κύρος της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, αυτές ασκούνται
με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, αρχομένης από την ημέρα ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της ανακοπής.
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.7). Επιπροσθέτως βλ. και περίπτωση Β.2.7.

11.ΚΠολΔ -άρθρο 975 [Επανακαθορισμός κατάταξης απαιτήσεων του Δημοσίου στα γενικά προνόμια] σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 του ΚΠολΔ.
Μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού επαναρρυθμίζεται η ικανοποίηση των απαιτήσεων του Δημοσίου και ειδικότερα :
• οι απαιτήσεις από φόρο προστιθέμενης αξίας, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους (ληξιπρόθεσμες και μη), με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που τις επιβαρύνουν, κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων μαζί με τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου αυτού (αντί των προβλέψεων της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 περί προνομιακής κατάταξης των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων από Φ.Π.Α. στη δεύτερη τάξη των γενικών προνομίων και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ, των λοιπών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από παρακρατούμενους φόρους, στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων και της σύμμετρης κατάταξης των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του).
• οι απαιτήσεις (ληξιπρόθεσμες και μη) του Δημοσίου από κάθε άλλη (πλην των προαναφερομένων) αιτία, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές, κατατάσσονται στην πέμπτη σειρά των γενικών προνομίων (αντί των ήδη προαναφερθεισών διατάξεων του πρώτου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974, σύμφωνα με τις οποίες όλες οι ληξιπρόθεσμες μέχρι την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού απαιτήσεις του Δημοσίου από κάθε αιτία κατατάσσονται στην πέμπτη σειρά των γενικών προνομίων, ενώ οι μη ληξιπρόθεσμες από κάθε αιτία απαιτήσεις του κατατάσσονται συμμέτρως).
Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις περί κατάταξης του ΚΠολΔ (άρθρα 975 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 ΚΠολΔ) εφαρμόζονται και σε περίπτωση πτώχευσης, μόνο εφόσον σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη διενεργείται -κατ’ εξαίρεση- ατομική αναγκαστική εκτέλεση (από ενέγγυο πιστωτή βάσει του άρθρου 26 του Πτωχευτικού Κώδικα [ΠτΚ], σε συνδυασμό με το άρθρο 147, παρ. 1 αυτού). Αντίθετα, σε περίπτωση πτωχευτικής εκκαθάρισης που διενεργείται από το σύνδικο της πτώχευσης, έχουν εφαρμογή οι (παρομοίου, αλλά όχι ταυτόσημου περιεχομένου) διατάξεις των άρθρων 154 επ. του ΠτΚ (βλ. σχετική ΠΟΛ.1066/1.6.2016). Όπως προκύπτει από τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, οι σχετικές νέες διατάξεις του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος πτωχευτικής περιουσίας, εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται, δηλαδή η σχετική πτωχευτική απόφαση εκδίδεται, από 1/1/2016.
> Σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.

12. ΚΠολΔ-άρθρο 977 [Επανακαθορισμός κατάταξης Δημοσίου απαιτήσεων με γενικά και ειδικά προνόμια και μη προνομιούχων απαιτήσεων]σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 του ΚΠολΔ.
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 977 προβλέπεται για πρώτη φορά η ικανοποίηση από το εκπλειστηρίασμα και των μη προνομιούχων απαιτήσεων (σε ποσοστό δέκα τοις εκατό [10%] ή και τριάντα τοις εκατό [30%] του ποσού του εκπλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, κατά περίπτωση). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, σκοπός των νέων διατάξεων είναι να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του εκπλειστηριάσματος. Ειδικότερα, με τις ως άνω διατάξεις επέρχονται οι ακόλουθες κυριότερες νομοθετικές μεταβολές :
Σε περίπτωση συρροής γενικών και ειδικών προνομίων (των άρθρων 975 και 976 ΚΠολΔ) καθώς και μη προνομιούχων απαιτήσεων, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 (ειδικά προνόμια) ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 (γενικά προνόμια) έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του εκπλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Σε περίπτωση συρροής μόνο απαιτήσεων του άρθρου 975 (γενικά προνόμια) και μη προνομιούχων απαιτήσεων, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται σε ποσοστό έως το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού του εκπλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, ενώ οι μη προνομιούχες ικανοποιούνται στο υπόλοιπο ποσοστό συμμέτρως. Τέλος, σε περίπτωση συρροής απαιτήσεων του άρθρου 976 (ειδικά προνόμια) και μη προνομιούχων απαιτήσεων, οι πρώτες ικανοποιούνται έως το ενενήντα τοις εκατό (90%) και οι δεύτερες έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του εκπλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Κατά τα λοιπά βλ. άρθρο 977, όπως ισχύει.
> Σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.

13. ΚΠολΔ-άρθρο 978 [Τυχαία κατάταξη]σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 του ΚΠολΔ.
Στην παράγραφο 1 προστίθεται εδάφιο στο οποίο ορίζεται ότι με την προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής «σε πρώτη ζήτηση» τράπεζας που είναι νόμιμα εγκαταστημένη στην Ελλάδα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται πλέον να ικανοποιήσει τον δανειστή, η απαίτηση του οποίου κατατάχθηκε τυχαία. Σε περίπτωση που δεν πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η τυχαία κατάταξη, ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το ποσό που εισέπραξε. Τέλος, για τις τυχαίως καταταγείσες απαιτήσεις, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πως κατανέμεται το ποσό της απαίτησης, με την προσθήκη πλέον των αναλογούντων τόκων, αν αυτές παύσουν να υφίστανται (ματαιωθούν).
> Σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.

14.ΚΠολΔ-άρθρο 980 [Διανομή εκπλειστηριάσματος]
Αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 980 και παρέχεται πλέον η δυνατότητα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με ανακοπή υπό την προϋπόθεση προσκόμισης ισόποσης εγγυητικής επιστολής «σε πρώτη ζήτηση» τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα αντί της δικαστικής απόφασης που απαιτούνταν κατά το προϊσχύον δίκαιο. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 58 του ΚΕΔΕ περί ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης (ΠΟΛ.1115/23.5.2013)

Δ. Κεφάλαιο Τέταρτο : Κατάσχεση στα χέρια τρίτου

1. ΚΠολΔ -άρθρο 983 [Προϋποθέσεις άρσης απορρήτου τραπεζικών καταθέσεων και άυλων μετοχών ]
Προστίθεται παράγραφος 5 σύμφωνα με την οποία «Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.» (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.3 Ν. 4335/2015). Με την αναφερόμενη ως άνω προσθήκη, εντάσσεται το περιεχόμενο της σχετικής ρύθμισης του άρθρου 24 του ν. 2915/2001 στον ΚΠολΔ, χωρίς όμως να καταργείται η διάταξη αυτή.
> Το ανωτέρω άρθρο 24 του ν. 2915/2001 ήδη εφαρμοζόταν και για τις κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 30, 30Α και 30 Β του ΚΕΔΕ.

2. ΚΠολΔ- άρθρο 985 [Υποχρέωση δήλωσης πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου περί ακατάσχετης απαίτησης]
Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται πλέον ρητά ότι, όταν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος τούτο πρέπει να δηλώσει, αν υφίσταται στα χέρια του ακατάσχετη απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 982 παράγραφος 2 στοιχ. γ’ και δ’ [(γ)απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης κ.τ.λ. , καθώς και απαιτήσεις για
συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, (δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών κ.τ.λ.) (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015)]
> Σχετικές οι διατάξεις των άρθρων 30Α, 30Β και 32 του ΚΕΔΕ για τη δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος

Ε. Κεφάλαιο Πέμπτο : Κατάσχεση ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών του οφειλέτη

1. ΚΠολΔ-άρθρο 993 [Προσδιορισμός της αξίας του ακινήτου σύμφωνα με την εμπορική του αξία]
Με τη νέα ρύθμιση που εισάγεται ορίζεται ότι για την εκτίμηση της αξίας του κατασχεθέντος ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης από τον δικαστικό επιμελητή – ο οποίος για το σκοπό αυτό υποχρεούται πλέον να προσλάβει πιστοποιημένο εκτιμητή – αντί της εκτιμηθείσας αξίας από τον δικαστικό επιμελητή -ή τον προσληφθέντα πραγματογνώμονα – η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας κατά το προϊσχύον δίκαιο (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 και άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 12 ν. 4335/2015).
Σχετικό το υπ’ αρ. π.δ. 59/2016 (ΦΕΚ Α’/27.5.2016) το οποίο καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και καθορίζει το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας.
> Σχετικές οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 36 και των παραγράφων 2, 3 και 6 του άρθρου 39 του ΚΕΔΕ όπως εκτίθενται ανωτέρω στην περίπτωση Β.3. (Τρόπος προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων και τιμή πρώτης προσφοράς)

2. ΚΠολΔ-άρθρο 995 [Επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου- πλοίου- αεροσκάφους]
Στη διάταξη αυτή επιφέρονται τροποποιήσεις αναφορικά με τις επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης σε περίπτωση κατάσχεσης ακινήτου. Έτσι, η προθεσμία για την επίδοση της έκθεσης κατάσχεσης, σε περίπτωση απουσίας του καθ’ ου ή αδυναμίας άμεσης κατάρτισης αντιγράφου κατά το χρόνο περάτωσής της, περιορίζεται σε πέντε ( 5) ημέρες από την κατάσχεση όταν η έδρα του καθ’ ου είναι εκτός της περιφέρειας του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση. Ως τιμή πρώτης προσφοράς ορίζεται η εμπορική αξία του ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Περαιτέρω, μέσα στην ίδια προθεσμία των πέντε (5) ημερών από την κατάσχεση γίνεται η επίδοση στο υποθηκοφυλακείο, Κτηματολόγιο ή νηολόγιο κ.τ.λ., ενώ μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση γίνονται οι καταθέσεις των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες γίνεται η δημοσίευση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης που περιλαμβάνει και τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) του υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Τέλος, με τις νέες διατάξεις ο δικαστικός επιμελητής καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφο σημείωμα στο οποίο καθορίζονται ημέρες και ώρες επίσκεψης από υποψήφιους πλειοδότες του ακινήτου που κατασχέθηκε, το αργότερο επτά (7) ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η επίσκεψη πραγματοποιείται με τη συνοδεία του δικαστικού επιμελητή. Το σημείωμα συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση που συντάσσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το περιεχόμενό του δημοσιεύεται μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 4 στην ανωτέρω ιστοσελίδα. (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015)
> Σχετικό το υπ’ αρ. π.δ. 59/2016 το οποίο καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και καθορίζει το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας.
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.7).

3. ΚΠολΔ-άρθρο 997 [Συνέπειες της κατάσχεσης ως προς την εκμίσθωση του κατασχεθέντος ακινήτου. Νέο σύστημα πολλαπλών κατασχέσεων ακινήτων]
Με τις νέες διατάξεις, μετά την κατάσχεση του ακινήτου, η εκμίσθωσή του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός (αντί τριών (3) μηνών που ίσχυε) από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες (αντί εξάμηνου που ίσχυε) και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παράγραφος 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή. Όπως και στα κινητά, δυνατή είναι πλέον και η πολλαπλή κατάσχεση ακίνητου (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 Ν.4335/2015)
> Σχετική η παράγραφος 5 του άρθρου 36 του ΚΕΔΕ περί του συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων επί ακινήτων για το Δημόσιο (βλ. ανωτέρω περίπτωση Β.1.10)

4. ΚΠολΔ-άρθρο 998 [Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία πλειστηριασμού ακινήτων. Νέο χρονικό διάστημα απαγόρευσης διενέργειας πλειστηριασμού.]
Σύμφωνα με την τροποποιηθείσα παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, οι διατάξεις της παραγράφου 1 εδάφιο β’ και δ’ του άρθρου 959, καθώς και των παραγράφων 2 έως 5 του ίδιου άρθρου (κύρια διαδικασία πλειστηριασμού κινητών) εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμού ακινήτων (βλ. ανωτέρω περίπτωση Β.5). Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 6, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, το δικαστήριο του άρθρου 933, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί πλέον να επιτρέψει να πουληθεί ελεύθερα το ακίνητο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού με τίμημα το οποίο ορίζεται από το δικαστήριο, το αργότερο δέκα (10) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό με ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος. Αν η πώληση δεν πραγματοποιηθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο, ο πλειστηριασμός διεξάγεται κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Τέλος, κατά την τροποποιηθείσα παράγραφο 2, περιορίζεται ο χρόνος απαγόρευσης του πλειστηριασμού στο διάστημα από 1 Αυγούστου έως 31 Αυγούστου (αντί από 1 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου όπως ίσχυε). Η ανωτέρω απαγόρευση δεν ισχύει όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 Ν. 4335/2015).
> Σχετική σημείωση ανωτέρω μετά την περίπτωση Β.2.4. περί ΚΕΔΕ για τον τόπο, το χρόνο και τη διαδικασία πλειστηριασμού ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς.

5. ΚΠολΔ-άρθρο 1000 [Αναστολή πλειστηριασμού ]
Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 1000, αντικαθίσταται η προθεσμία κατάθεσης αίτησης για αναστολή διενέργειας του πλειστηριασμού από τον οφειλέτη και ειδικότερα ορίζεται διάστημα δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργασίμων ημερών (αντί πέντε (5) όπως ίσχυε) πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού εντός του οποίου κατατίθεται η ανωτέρω αίτηση επί ποινή απαραδέκτου. Περαιτέρω στο πλαίσιο χορήγησης της αναστολής, καταργήθηκε πλέον η δυνατότητα του δικαστηρίου να ορίσει σε εξαιρετικές περιπτώσεις ως καταβλητέο, ποσό μικρότερο του ενός τετάρτου (τουλάχιστον) του οφειλόμενου στον επισπεύδοντα κεφαλαίου. Η απόφαση για την αναστολή εκδίδεται πλέον έως τις 12:00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού και γνωστοποιείται αυθημερόν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ορίζεται ρητά ότι η καταβολή γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την 10.00 πρωινή της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και αν αυτή δεν γίνει ο πλειστηριασμός διεξάγεται κανονικά. Τέλος, καταργήθηκε η δυνατότητα χορήγησης δεύτερης αναστολής για έκτακτους λόγους στην περίπτωση που με την αρχική αναστολή δεν είχε εξαντληθεί το εξάμηνο και όχι πάνω από το όριο των έξι (6) μηνών συνολικά από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού.

6. ΚΠολΔ -άρθρο 1001 [Κατάργηση δημόσιας κήρυξης επί πλειστηριασμού ακινήτων]
Καταργείται η κήρυξη από κήρυκα στον τόπο του πλειστηριασμού.

7. ΚΠολΔ-άρθρο 1009 [Τύχη επαγγελματικής μίσθωσης μετά την κατακύρωση ]
Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 1009 ρυθμίζονται λεπτομέρειες αναφορικά με το δικαίωμα του υπερθεματιστή να καταγγείλει τη μίσθωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου που ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης.

8. ΚΠολΔ-άρθρο 1011 [Χρόνος επίδοσης αντιγράφου κατασχετήριας έκθεσης πλοίου]
Με τη μερική τροποποίηση του άρθρου 1011 σχετικά με τη διαδικασία κατάσχεσης πλοίου, προβλέπεται το διάστημα των τριών (3) ημερών από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση (αντί δύο [2] όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό πρόσωπα.
> Σχετικές οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39 καθώς και των άρθρων 48 και 49 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περιπτώσεις Β.1.1. και Β.1.2.)

9. ΚΠολΔ-άρθρο 1011 Α [ Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία πλειστηριασμού πλοίου ]
Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 1011 Α εισάγονται ειδικές διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζονται λεπτομέρειες για τους πλειστηριασμούς πλοίων και αεροπλάνων, κατ’ απόκλιση από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του πλειστηριασμού κινητών/ακινήτων λόγω της φύσης του αντικειμένου της εκτέλεσης.
Ειδικότερα :
α) ως ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού πλοίου ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση,
β) ορίζονται ειδικές προθεσμίες για την άσκηση ανακοπής των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 934 και της παραγράφου 4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ, καθώς και για την υποβολή αίτησης αναστολής του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης πλοίου. Η απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12:00 το μεσημέρι της Δευτέρας πριν από τον πλειστηριασμό,
γ) ορίζεται ως νέα ημέρα του πλειστηριασμού η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής της παραγράφου 4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ και η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά τη λήξη της χορηγηθείσας αναστολής του άρθρου 1000 ΚΠολΔ,
δ) εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν έγινε ο πλειστηριασμός του πλοίου κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται σύμφωνα με το άρθρο 973 ΚΠολΔ και νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών μετά τη δήλωση συνεχίσεως.

(Δ) ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Σύμφωνα με το άρθρο ένα άρθρο ένατο του νόμου αυτού, οι μεταβατικές και άλλες διατάξεις που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση είναι οι αριθμ. 3, 5, 11 έως 16.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Κ.Υ.Α. αριθμ. οικ. 6660/137/ 2017 Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων για τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη χειμερινή περίοδο

Αριθμ. οικ. 6660/137

(ΦΕΚ Β’ 878/16-03-2017)

ΟΙ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΕΣ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1545/1985 «Εθνικό Σύστημα Προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις» (Α’ 91), όπως ισχύει.

2. Τις διατάξεις του ν. 2956/2001 «Αναδιάρθρωση του ΟΑΕΔ και άλλες διατάξεις» (Α’ 258) και ιδίως του άρθρου 2, όπως ισχύει.

3. Τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3833/2010 «Προστασία της Εθνικής Οικονομίας – επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α’ 40), όπως ισχύει.

4. Τις διατάξεις του ν. 4144/2013 «Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας» (Α’ 88) και ιδίως το άρθρο 29.

5. Τις διατάξεις του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) – δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α’ 143).

6. Τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4320/2015 «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις» (Α’ 29).

7. Τα άρθρα 107, 108 και 109 (πρώην 87, 88 και 89 της Συνθήκης Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), περί κρατικών ενισχύσεων.

8. Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής της 18.12.2013 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L352/24.12.2013).

9. Τις διατάξεις του ν.δ. 2961/1954 «Περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας» (Α’ 197), όπως ισχύει.

10. Τις διατάξεις του β.δ. 405/1971 «Περί οργανώσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας των υπηρεσιών του ΟΑΕΔ» (Α’ 123), όπως ισχύει.

11. Τις διατάξεις του π.δ. 186/1992 «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων» (Α’ 84), όπως ισχύει.

12. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα» (Α’ 98).

13. Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 11 του π.δ. 113/2010 «Ανάληψη υποχρεώσεων από τους διατάκτες» (Α’ 194).

14. Τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 «Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών» (Α’ 178).

15. Τις διατάξεις του π.δ. 113/2014 «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας» (Α’ 180).

16. Τις διατάξεις του π.δ. 73/23-9-2015 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α’116).

17. Τις διατάξεις της με αριθμ. Υ 29/8-10-2015 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Χουλιαράκη» (Β’ 2168).

18. Τις διατάξεις της υπ. αριθμ. Υ 56/21-10-2015 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Αναπληρώτρια Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ουρανία Αντωνοπούλου (Β’ 2281).

19. Τις διατάξεις της υπ. αριθμ. οικ. 43452/633/ 22-12-2014 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «Διατήρηση θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη χειμερινή περίοδο βάσει των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 1545 (Α’ 91)» (Β’ 3637) και τη διόρθωση σφάλματος που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 102Β/2015.

20. Τη με αριθμ. 3177/29-11-2016 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ (αριθμ. συνεδρ. 68/29-11-2016) που μας υποβλήθηκε με το υπ’ αριθμ. 94621/01-12-2016 έγγραφό του.

21. Τη με αριθμ. 55774/2051/15-12-2016 απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης περί έγκρισης ανάληψης υποχρέωσης (ΑΔΑ: 6ΕΞ746501Ω-ΑΞΠ).

22. Τη με αριθμ. οικ. 60832/2255/28-12-2016 εισήγηση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

23. Τη με αριθμ. 95825/06-12-2016 Βεβαίωση της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του ΟΑΕΔ.

24. Το υπ’ αριθμ. οικ. 56803/91/7-12-2016 έγγραφο της Αποκεντρωμένης Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

25. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας προκαλείται συνολική δαπάνη ύψους 5.000.000,00 ευρώ περίπου, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493) και κατανέμεται σε ετήσια βάση ως εξής: 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2017, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2018, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2019, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2020, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2021.

26. Την με αριθμ.147/24-01-2017 απόφαση δέσμευσης της πίστωσης (ΑΔΑ :Ψ3ΠΘ4691Ω2-0Β8),

αποφασίζουμε:

Την κατάρτιση προγράμματος επιχορήγησης ξενοδοχειακών επιχειρήσεων για τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη χειμερινή περίοδο, ως εξής:

Άρθρο 1
Αντικείμενο προγράμματος – Στόχος του προγράμματος

Σκοπός του προγράμματος είναι η διατήρηση των θέσεων εργασίας στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που λειτουργούν εποχικά, κατά τη χειμερινή περίοδο και συγκεκριμένα από την 1η Νοεμβρίου έως την 28η/29η Φεβρουαρίου εκάστου έτους.

Άρθρο 2
Πλαίσιο ένταξης – Χρηματοδότηση

1. Το πρόγραμμα υλοποιείται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 1545/1985 (Α’ 91), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 του ν. 4430/2016 (Α’ 205) και ισχύει.

2. Προκαλείται πολυετής δαπάνη συνολικού ύψους 5.000.000,00 ευρώ περίπου, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493) και κατανέμεται σε ετήσια βάση ως εξής: 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2017, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2018, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2019, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2020, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2021.

3. Οι ενισχύσεις που προβλέπονται χορηγούνται βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis). H ενίσχυση που λαμβάνει μια επιχείρηση βάσει της απόφασης αυτής, αθροιζόμενη με οποιαδήποτε άλλη de minimis ενίσχυση έχει λάβει ή θα λάβει η επιχείρηση, δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών. Ο σχετικός έλεγχος διενεργείται μέσω της υποβολής υπεύθυνης δήλωσης εκ μέρους της δικαιούχου επιχείρησης στην οποία θα αναφέρεται οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση ήσσονος σημασίας έλαβε η οικεία επιχείρηση βάσει του παραπάνω κανονισμού ή άλλων κανονισμών για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη και κατά το τρέχον οικονομικό έτος, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 6 του Καν. 1407/2013.
Ως ημερομηνία λήψης της συνολικής ενίσχυσης νοείται η ημερομηνία της εγκριτικής απόφασης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Καν. 1407/2013.
Αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση η οποία υποβάλλει ηλεκτρονική αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα είναι «ενιαία» τότε στον ως άνω έλεγχο της σώρευσης αθροίζονται και οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που έχουν λάβει οι ενιαίες με την αιτούσα επιχειρήσεις.
Στην «ενιαία επιχείρηση» περιλαμβάνονται, όλες οι επιχειρήσεις που έχουν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες σχέσεις μεταξύ τους:
α) μια επιχείρηση κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων άλλης επιχείρησης,
β) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του καταστατικού άλλης επιχείρησης,
γ) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να ασκήσει κυριαρχική επιρροή σε άλλη επιχείρηση βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με αυτήν ή δυνάμει ρήτρας του καταστατικού της αυτής της τελευταίας και
δ) μια επιχείρηση που είναι μέτοχος ή εταίρος άλλης επιχείρησης ελέγχει μόνη της, βάσει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους μετόχους ή εταίρους της εν λόγω επιχείρησης, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων αυτής της επιχείρησης.
Οι επιχειρήσεις που έχουν οποιαδήποτε από τις σχέσεις που αναφέρονται στα ανωτέρω στοιχεία α έως δ με μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις θεωρούνται επίσης ενιαία επιχείρηση.

Άρθρο 3
Δικαιούχοι και προϋποθέσεις συμμετοχής – Εξαιρέσεις

1. Στο πρόγραμμα διατήρησης θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές μονάδες μπορούν να υπαχθούν οι κάθε μορφής ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, εφόσον πληρούν σωρευτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) Λειτουργούν εκτός της Διοικητικής Περιφέρειας Αττικής (πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων) και του Πολεοδομικού συγκροτήματος της πόλεως Θεσσαλονίκης.
β) Έχουν άδεια λειτουργίας του Ε.Ο.Τ. σε ισχύ, και
γ) Είναι εποχιακές, είχαν διακόψει τη συνεχόμενη λειτουργία τους τουλάχιστον για δύο έτη, κατά την προηγούμενη πενταετία του έτους της έναρξης του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, και συγκεκριμένα την χρονική περίοδο από 1η Νοεμβρίου μέχρι 28η /29η Φεβρουαρίου, εκτός εάν μετείχαν σε ένα τουλάχιστον από τα προηγούμενα προγράμματα διατήρησης θέσεων εργασίας για τη χειμερινή περίοδο ή είναι νέες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (άρχισαν δηλαδή να λειτουργούν από την 1η Ιανουαρίου του έτους που προηγείται αυτού της έναρξης του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης), οπότε θα πρέπει να διέκοψαν την συνεχόμενη λειτουργία τους κατά το προηγούμενο έτος πριν την 1η Νοεμβρίου.
Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που άρχισαν να λειτουργούν από την 1η Νοεμβρίου του έτους που προηγείται αυτού της έναρξης του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης και μετά, δεν επιχορηγούνται.
δ) Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι για τους οποίους θα ζητήσουν να επιχορηγηθούν, να δικαιούνται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.

2. Στο πρόγραμμα δεν μπορούν να υπαχθούν:
α) Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις για το προσωπικό τους, το οποίο πριν την 1η Νοεμβρίου του έτους για το οποίο μπορούν να επιχορηγηθούν, είχε συνεχόμενη δωδεκάμηνη απασχόληση, στην ίδια ή και σε άλλη ξενοδοχειακή μονάδα ή επιχείρηση.
β) Εξωχώριες εταιρείες όπως και επιχειρήσεις, που στην εταιρική τους σύνθεση συμμετέχουν εξωχώριες εταιρείες.
γ) Επιχειρήσεις εις βάρος των οποίων εκκρεμεί ανάκτηση προηγούμενων κρατικών ενισχύσεων. Είναι δυνατή η υπαγωγή των επιχειρήσεων για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση διακοπής με αναζήτηση αναλογούντος ποσού ή απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης, εφόσον προσκομίσουν ταμειακό παραστατικό πληρωμής δικαιούχου, από το οποίο προκύπτει ότι έχουν εξοφλήσει ή εξακολουθούν και καταβάλλουν τις τυχόν δόσεις.

Άρθρο 4
Ωφελούμενοι

Ωφελούμενοι είναι οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, οι οποίοι δικαιούνται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.

Άρθρο 5
Διαδικασία Υπαγωγής

1. Η ενδιαφερόμενη ξενοδοχειακή επιχείρηση οφείλει να υποβάλει εντός 60 ημερών από τη δημοσίευση της σχετικής Δημόσιας Πρόσκλησης, η οποία αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του ΟΑΕΔ (www.oaed.gr), αίτηση υπαγωγής (η οποία είναι επίσης αναρτημένη στον διαδικτυακό τόπο του Οργανισμού) προς το ΚΠΑ2, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση.
Στην αίτηση αναφέρει τα βασικά στοιχεία της ξενοδοχειακής επιχείρησης (επωνυμία, διεύθυνση, τηλέφωνο, νόμιμο εκπρόσωπο, μετοχική σύνθεση κτλ) και της ξενοδοχειακής μονάδας για την οποία ζητάει επιχορήγηση, την ημερομηνία που άρχισε να λειτουργεί η μονάδα, τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούσε κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους για το οποίο αιτείται να επιχορηγηθεί, τη χρονική διάρκεια της επιμήκυνσης των εργασιών της και τον αριθμό των εργαζομένων που θα απασχολήσει κατά τη διάρκεια της επιμήκυνσης.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης είναι η ενδιαφερόμενη ξενοδοχειακή επιχείρηση να είναι εγγεγραμμένος χρήστης στο πληροφοριακό σύστημα (portal) του ΟΑΕΔ και να διαθέτει κωδικούς πρόσβασης σε αυτό (Ονομασία Χρήστη και Συνθηματικό).
Στην περίπτωση που μια ξενοδοχειακή επιχείρηση (π.χ. Ανώνυμη Εταιρεία) διατηρεί σε λειτουργία περισσότερες ξενοδοχειακές μονάδες, πρέπει να υποβάλει ξεχωριστά αίτηση υπαγωγής για κάθε μία ξενοδοχειακή μονάδα που αιτείται να επιχορηγηθεί και να την αποστείλει στην Υπηρεσία (ΚΠΑ2), στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η κάθε ξενοδοχειακή μονάδα.
Στην περίπτωση που η επιχείρηση επιθυμεί να ενταχθεί για τα υποκαταστήματα / ξενοδοχειακές μονάδες της, τότε οι κωδικοί πρόσβασης που θα χρησιμοποιήσει κατά την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης για την πρόσληψη επιχορηγούμενων ανέργων σε αυτά, είναι ο κλειδάριθμος του υποκαταστήματος ή της ξενοδοχειακής μονάδας της επιχείρησης.
Αν οι ενδιαφερόμενες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δεν είναι εγγεγραμμένοι χρήστες στο Πληροφοριακό Σύστημα (portal) του Οργανισμού, πρέπει να επισκεφτούν την Υπηρεσία του ΟΑΕΔ (ΚΠΑ2) στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα και να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση κλειδαρίθμου προκειμένου στη συνέχεια να υποβάλουν ηλεκτρονική αίτηση για την υπαγωγή στο ανωτέρω πρόγραμμα. Η ανωτέρω διαδικασία μπορεί να διενεργηθεί από νόμιμα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
Εφόσον η επιχείρηση διατηρεί υποκαταστήματα, τότε κατά την έκδοση του κλειδάριθμου πρέπει να δηλώνονται και να καταχωρούνται όλα τα απαραίτητα στοιχεία (δ/νση, τηλ., email, ΑΦΜ επιχείρησης κλπ) κάθε υποκαταστήματός της και να συσχετίζονται με το αρμόδιο ΚΠΑ2.
Η ηλεκτρονική αίτηση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.1599/1986, όσον αφορά στα στοιχεία που περιλαμβάνονται και αναφέρονται σε αυτήν. Η ανακρίβεια των στοιχείων που δηλώνονται στην ηλεκτρονική αίτηση επισύρει τις προβλεπόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις. Η επιχείρηση φέρει την ευθύνη της πλήρους και ορθής συμπλήρωσης της ηλεκτρονικής της αίτησης.

2. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας (ΚΠΑ2), μετά τον απαραίτητο διοικητικό ή/και επιτόπιο έλεγχο (επιτόπια επαλήθευση) προβαίνει στην έκδοση της εγκριτικής απόφασης, για το σύνολο των ατόμων που αιτείται να επιχορηγηθεί η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή ξενοδοχειακή μονάδα στην οποία προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των ατόμων για τα οποία δικαιούται να επιχορηγηθεί η επιχείρηση, στο πλαίσιο του καθεστώτος ενίσχυσης ήσσονος σημασίας (de minimis).
Στη συνέχεια το αρμόδιο ΚΠΑ2 καλεί την επιχείρηση μέσω αποδεδειγμένης πρόσκλησης – κοινοποίησης (ηλεκτρονικής ή έγγραφης), να προσέλθει για να παραλάβει την εγκριτική απόφαση.
Σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν προσέλθει εντός (30) ημερών από την ημερομηνία ενημέρωσής της, τότε ο Προϊστάμενος του ΚΠΑ2 προβαίνει στην έκδοση απόφασης ανάκλησης.

Άρθρο 6
Χρονικό διάστημα επιμήκυνσης

Το χρονικό διάστημα λειτουργίας της επιχείρησης και διατήρησης των θέσεων εργασίας για το οποίο μπορούν να επιχορηγηθούν οι διατηρούμενες θέσεις ορίζεται από την 1η Νοεμβρίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες και σε καμία περίπτωση πέραν της 28ης /29ης Φεβρουαρίου.

Άρθρο 7
Ποσό επιχορήγησης και όροι του προγράμματος

1. Οι ημέρες επιχορήγησης της ξενοδοχειακής επιχείρησης δεν μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό των ημερήσιων επιδομάτων ανεργίας που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος επιμήκυνσης της λειτουργίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης και αφαιρούνται από την τακτική επιδότηση της ανεργίας που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος. Το ποσό της επιχορήγησης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης είναι ίσο με το ημερήσιο επίδομα ανεργίας, που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος για κάθε ημέρα ασφάλισής του, με ανώτερο όριο τις 25 ημέρες ανά μήνα και τις 100 ημέρες για όλο το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης. Στην περίπτωση που ο επιχορηγούμενος εργαζόμενος (ωφελούμενος) πραγματοποιήσει περισσότερες από 25 ημέρες ασφάλισης σε ένα μήνα της επιμήκυνσης, καταχωρούνται στη σχετική αναλυτική κατάσταση των εργαζομένων μόνο 25 για το μήνα αυτό, χωρίς οι υπόλοιπες να καταχωρηθούν στον ίδιο ή στον επόμενο μήνα. Αν ο εργαζόμενος δεν έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο για την επιδότηση της ανεργίας του, αριθμό ημερομισθίων, κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, τότε ο δικαιούχος (ξενοδοχειακή επιχείρηση) δεν μπορεί να επιχορηγηθεί στο πλαίσιο του παρόντος προγράμματος για τον συγκεκριμένο υπάλληλο.

2. Ο ξενοδοχοϋπάλληλος, μετά τη λήξη της επιμήκυνσης και αφού σταματήσει να απασχολείται στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, δύναται να λάβει τα ημερήσια επιδόματα ανεργίας που δικαιούνταν κατά την έναρξη της επιμήκυνσης μειωμένα κατά τις ημέρες ασφάλισης που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα επιμήκυνσης της λειτουργίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης. Η επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιχορήγηση της επιχείρησης, η οποία μπορεί να επιχορηγηθεί και στην περίπτωση που ο ξενοδοχοϋπάλληλος δεν ασκήσει για οποιοδήποτε λόγο, μετά τη λήξη της επιμήκυνσης, το δικαίωμα που είχε για επιδότηση κατά την έναρξή της.

3. Η δικαιούχος ξενοδοχειακή επιχείρηση, κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης, μπορεί να προβεί σε αντικατάσταση του εργαζόμενου, που είτε δεν θα αποδεχθεί να συνεχίσει να απασχοληθεί σε αυτήν ή θα σταματήσει για οποιοδήποτε λόγο την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης, με άνεργο ξενοδοχοϋπάλληλο άλλης ξενοδοχειακής μονάδας της ίδιας ξενοδοχειακής επιχείρησης ή από άλλη ξενοδοχειακή επιχείρηση και να επιχορηγηθεί για αυτόν, εφόσον όμως ο άνεργος ξενοδοχοϋπάλληλος είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών επιδότησης κατά το χρονικό διάστημα έναρξης της επιμήκυνσης.

4. Η αρμόδια Υπηρεσία (ΚΠΑ2) διενεργεί, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, επιτόπιο και διοικητικό έλεγχο λειτουργίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης των εργασιών της και συντάσσει σχετική έκθεση ελέγχου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι, δεν πληρούνται οι όροι του προγράμματος προβαίνει σε απόφαση ανάκλησης της υπαγωγής.

Άρθρο 8
Διαδικασία για την καταβολή της επιχορήγησης

1. Υποβολή αίτησης για καταβολή της επιχορήγησης
Η επιχορηγούμενη δικαιούχος ξενοδοχειακή επιχείρηση υποβάλλει εντός 60 ημερών μετά τη λήξη του τελευταίου μήνα της επιμήκυνσης στο ΚΠΑ2 του ΟΑΕΔ που ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα, την αίτηση καταβολής επιχορήγησης, επισυνάπτοντας τα εξής δικαιολογητικά:
α) Αναλυτική κατάσταση των -εποχικών- ξενοδοχοϋπαλλήλων που απασχόλησαν, με τον αριθμό των ημερών ασφάλισης για καθένα τους, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.
Πιο συγκεκριμένα η κατάσταση – πίνακας αποτελείται από 9 στήλες, οι οποίες είναι οι εξής: 1η στήλη: αύξων αριθμός 2η στήλη: Επώνυμο ξενοδοχοϋπαλλήλου 3η στήλη: Όνομα ξενοδοχοϋπαλλήλου 4η στήλη: Αριθμός μητρώου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ 5η στήλη (συμπληρώνεται από την Υπηρεσία): Ημέρες ασφάλισης κατά το τελευταίο (πριν από το χρονικό διάστημα έναρξης της επιμήκυνσης) 12μηνο, 14μηνο ή διετία.
6η στήλη (συμπληρώνεται από την Υπηρεσία): Ημέρες τακτικής επιδότησης ανεργίας που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.
7η στήλη (συμπληρώνεται από την Υπηρεσία): Ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης (ημέρες επιχορήγησης της ξενοδοχειακής επιχείρησης) 8η στήλη: -τυχόν- Παρατηρήσεις. 9η στήλη : στήλη της υπεύθυνης δήλωσης με τις υπογραφές των εποχικών ξενοδοχοϋπαλλήλων ότι απασχολήθηκαν και πληρώθηκαν το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται η επιχορήγηση ή παραστατικά σύμφωνα με τα οποία θα αποδεικνύεται η πληρωμή αυτών. Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν οι υπογραφές των εργαζομένων, είναι δυνατόν να υποβληθούν τα παραστατικά πληρωμής των εργαζομένων (υπογεγραμμένες μισθοδοτικές καταστάσεις, αντίγραφα λογαριασμών μισθοδοσίας κ.λπ.).
β) Αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις (Α.Π.Δ.), οι οποίες μπορούν να υποβληθούν και σε ηλεκτρονική μορφή, συνοδευμένες με υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δηλώνεται ότι τα στοιχεία που εμπεριέχονται είναι αληθή.
γ) Γραμμάτια είσπραξης ή βεβαίωση απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών για το επιχορηγούμενο προσωπικό στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης.
– Αντίγραφα των γραμματίων κατάθεσης (αν η καταβολή έγινε σε Τράπεζα) ή των προσωρινών γραμματίων είσπραξης (αν η καταβολή έγινε π.χ. σε Υποκ/μα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που αντιστοιχούν στις μηνιαίες εισφορές, τις οποίες είναι υποχρεωμένος ο εργοδότης να καταβάλει για τους μήνες που αναφέρονται στη χρονική περίοδο της επιμήκυνσης).
– Σε περίπτωση που επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τους εναλλακτικούς τρόπους συναλλαγής για την απόδοση των ασφαλιστικών τους εισφορών (π.χ. Internet Banking, Phone Banking) τότε πρέπει να προσκομίσουν αντίγραφο συναλλαγής πληρωμής όπου αναγράφεται η ένδειξη «ΑΜΕΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ- ΕΤΑΜ», «ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΗ», «ΚΑΤΑΧΩΡΗΘΗΚΕ» και Υπεύθυνη δήλωση ότι τα αναγραφόμενα είναι ακριβή και αληθή.
Στις περιπτώσεις που η επιχείρηση έχει προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή τους οικείους ασφαλιστικούς φορείς, για να είναι δυνατή η καταβολή της επιχορήγησης πρέπει η ρύθμιση να έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός 60 ημερών από τη λήξη του τελευταίου μήνα της επιμήκυνσης και στην απόφαση ρύθμισης να συμπεριλαμβάνεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητά να επιχορηγηθεί η επιχείρηση και εφόσον οι δόσεις καταβάλλονται κανονικά. Σε περίπτωση που η ρύθμιση δεν είναι ενήμερη, η αξίωση για καταβολή της επιχορήγησης απορρίπτεται, με την έκδοση απόφασης παραγραφής από τον Προϊστάμενο του ΚΠΑ2.
Εάν η Υπηρεσία κρίνει ότι τα παραπάνω στοιχεία χρήζουν περαιτέρω έρευνας, ενδείκνυται να τα διασταυρώσει και με την αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή του οικείου ασφαλιστικού φορέα κύριας ή και επικουρικής ασφάλισης.
δ) Αντίγραφο κατάστασης προσωπικού και ωρών εργασίας που έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά στο σύστημα ΙΚΑ- Σ.ΕΠ.Ε. – ΟΑΕΔ (Έντυπο Ε4 – ετήσιος πίνακας κατάστασης προσωπικού) καθώς και το τυχόν Ενιαίο Έντυπο Ε3 της πρόσληψης του επιδοτούμενου (Ε3 Αναγγελία Πρόσληψης και Ε4 Συμπληρωματικός Πίνακας Προσωπικού Νέας Πρόσληψης). Τα ανωτέρω έντυπα αναζητούνται αυτόματα από την αρμόδια Υπηρεσία του ΟΑΕΔ (ΚΠΑ2), στο Πληροφοριακό Σύστημα (ΠΣ ΣΕΠΕ – ΟΑΕΔ- ΙΚΑ/ΕΤΑΜ) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Ο δικαιούχος (ξενοδοχειακή επιχείρηση) υποβάλλει στο κατά τόπο αρμόδιο για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου γραφείο ασφάλισης του ΚΠΑ2 την ανωτέρω αναλυτική κατάσταση των εργαζομένων με συμπληρωμένες τις στήλες 1η έως 4η μαζί με τη «βεβαίωση εργοδότη» ή με τα ασφαλιστικά βιβλιάρια των εργαζομένων της τελευταίας διετίας. Ο αρμόδιος υπάλληλος του ΚΠΑ2 συμπληρώνει τις στήλες 5η έως 6η βάσει της «βεβαίωσης εργοδότη» ή των ασφαλιστικών βιβλιαρίων, στα οποία σημειώνει το χρονικό διάστημα που έχει αιτηθεί για να επιχορηγηθεί η ξενοδοχειακή επιχείρηση λόγω επιμήκυνσης και κατόπιν τα επιστρέφει στον δικαιούχο (ξενοδοχειακή επιχείρηση).
Κατόπιν το γραφείο ασφάλισης, αφού έχει ελέγξει ποιοι ξενοδοχοϋπάλληλοι δικαιούνται επιδότηση τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη της επιμήκυνσης, διαβιβάζει άμεσα τη συμπληρωμένη κατάσταση των εργαζομένων στο αρμόδιο για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης γραφείο απασχόλησης του ΚΠΑ2. Το γραφείο απασχόλησης που είναι αρμόδιο για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης συμπληρώνει την 7η στήλη, βάσει της «βεβαίωσης εργοδότη» με τις ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης την οποία προσκομίζει ο δικαιούχος (ξενοδοχειακή επιχείρηση).
Σε περίπτωση που ένας ξενοδοχοϋπάλληλος δεν δικαιούται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, η εποχική ξενοδοχειακή επιχείρηση (δικαιούχος) δεν μπορεί να επιχορηγηθεί για τον συγκεκριμένο ξενοδοχοϋπάλληλο. Επίσης στην περίπτωση που κανένας από τους ξενοδοχοϋπαλλήλους, για τους οποίους η ξενοδοχειακή επιχείρηση έχει αιτηθεί την επιχορήγηση, δεν δικαιούται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, τότε η ξενοδοχειακή επιχείρηση δεν μπορεί να επιχορηγηθεί στα πλαίσιο του παρόντος προγράμματος.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της αίτησης ή και των απαραίτητων δικαιολογητικών για καταβολή της επιχορήγησης, που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, πέραν της προθεσμίας των 60 ημερών από τη λήξη του τελευταίου μήνα της επιμήκυνσης, τότε η αξίωση για καταβολή της επιχορήγησης, θα παραγράφεται μετά από σχετική απόφαση του Προϊσταμένου του ΚΠΑ2.
Είναι δυνατή η επιμήκυνση της ως άνω προθεσμίας κατά εξήντα (60) ημέρες, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης και απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας.

2. Καταβολή της επιχορήγησης
Η Υπηρεσία (ΚΠΑ2), στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα, ύστερα από το σχετικό έλεγχο των ημερών ασφάλισης του επιχορηγούμενου προσωπικού μέσω του ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, συμπληρώνει την κατάσταση των εργαζομένων υπολογίζοντας και το ποσό της επιχορήγησης.
Η Υπηρεσία (ΚΠΑ2), στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα, ύστερα από το σχετικό έλεγχο των δικαιολογητικών (διοικητικός έλεγχος) και αφού διαπιστώσει ότι πληρούνται οι όροι και προϋποθέσεις του προγράμματος, προβαίνει στην έκδοση σχετικής εγκριτικής απόφασης για την καταβολή της ενίσχυσης.
Σε περίπτωση που ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης δεν ανταποκριθεί και δεν προσέλθει στην Υπηρεσία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (3 μήνες) τότε το ποσό παραγράφεται μετά από σχετική απόφαση του Προϊσταμένου του ΚΠΑ2.

Άρθρο 9
Επιδότηση ανεργίας ξενοδοχοϋπαλλήλου

Το γραφείο ασφάλισης του ΚΠΑ2 που είναι αρμόδιο για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου, εξετάζει με βάση την προαναφερθείσα σημείωση στη «βεβαίωση εργοδότη» του ξενοδοχοϋπαλλήλου, αν απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης και σε καταφατική περίπτωση του καταβαλλει τα επιδόματα ανεργίας σύμφωνα με τον παραπάνω υπολογισμό (ημερήσια επιδόματα που θα δικαιούνταν κατά την έναρξη της επιμήκυνσης μειωμένα κατά τον αριθμό των ημερών εργασίας/ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν σε αυτήν και για τα οποία δικαιούται να επιχορηγηθεί η δικαιούχος ξενοδοχειακή επιχείρηση). Επιπλέον γνωστοποιεί τη σχετική απόφαση στο αρμόδιο για την επιχορήγηση της επιχείρησης γραφείο απασχόλησης, που τη διατηρεί στο φάκελο της επιχορήγησης της, αφού σημειώσει τον αριθμό της στην κατάσταση εργαζομένων.
Αν δεν υπάρχει σημείωση του αρμόδιου για την επιχορήγηση της επιχείρησης γραφείου απασχόλησης επάνω στις «βεβαιώσεις εργοδότη» σχετική με την αίτηση της για επιχορήγηση, πρέπει το αρμόδιο για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου γραφείο ασφάλισης, πριν εκδώσει απόφαση, να επικοινωνήσει με το αρμόδιο για την επιχορήγηση της επιχείρησης γραφείο απασχόλησης, για να εξακριβώσει αν αυτός έχει ζητήσει επιδότηση. Στη συνέχεια εκδίδει, με σχετική αναφορά της επικοινωνίας αυτής, την απόφαση για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου, την οποία γνωστοποιεί και στο αρμόδιο για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης γραφείο απασχόλησης.
Η γνωστοποίηση εξασφαλίζει τη βεβαιότητα ότι δεν θα καταβληθούν δύο επιχορηγήσεις/επιδοτήσεις (στην επιχείρηση και στον ξενοδοχοϋπάλληλο αντίστοιχα) για τις ίδιες ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης.
Το αρμόδιο γραφείο απασχόλησης για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης, οφείλει να διατηρεί φάκελο με τα στοιχεία της επιχορήγησης, όπως φωτοτυπία της «βεβαίωσης εργοδότη» των ξενοδοχοϋπαλλήλων με τις ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης, αποφάσεις σχετικά με την επιδότηση των εργαζομένων, υπεύθυνες δηλώσεις των δικαιούχων (ξενοδοχειακών επιχειρήσεων), από όπου προκύπτει ότι η ξενοδοχειακή επιχείρηση μπορεί να επιχορηγηθεί για τις ημέρες ασφάλισης που έχουν καταχωρηθεί στην 7η στήλη και ότι για αυτές δεν επιδοτήθηκαν οι εργαζόμενοι.

Άρθρο 10
Διακοπή -Δημοσιονομική Διόρθωση

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση όρου ή όρων ή προϋποθέσεων, μετά από οποιαδήποτε καταβολή ποσού της επιχορήγησης στην επιχείρηση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ.7 του ν.1262/1982, όπως ισχύει, των άρθρων 121 και 123 του ν.4270/2014 (ΦΕΚ 143/Α’) και του άρθρου 91 παρ. 1 εδ. 1ο του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974), όπως ισχύει.

Άρθρο 11
Επίλυση διαφορών -Διαδικασία Ενστάσεων

Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των δικαιούχων και των Υπηρεσιών Απασχόλησης του ΟΑΕΔ, επιλύεται με απόφαση της Επιτροπής Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών (Απόφαση Δ.Σ.: 635/8.3.2016 – ΦΕΚ 1708/Β/15-6-2016 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει).
Οι ενστάσεις υποβάλλονται, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση των σχετικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από το κάθε φορά αρμόδιο γραφείο της Υπηρεσίας.
Οι υποβαλλόμενες ενστάσεις με τα τυχόν προσκομισθέντα δικαιολογητικά εξετάζονται από τον Προϊστάμενο και τον κάθε φορά υπάλληλο του ΚΠΑ2. Μετά τον σχετικό έλεγχο γίνεται εισήγηση, η οποία αποστέλλεται στο αρμόδιο τμήμα της αντίστοιχης Περιφερειακής Διεύθυνσης του Οργανισμού, το οποίο θέτει το αίτημα της επιχείρησης υπόψη της Επιτροπής Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών.
Οι αποφάσεις επί των ενστάσεων, οι οποίες είναι επαρκώς τεκμηριωμένες και αναφέρουν αναλυτικά τις διατάξεις και τους όρους του προγράμματος που παραβιάστηκαν εκδίδονται από την Επιτροπή Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών μέσα σε τρεις (3) μήνες από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της ένστασης και κοινοποιούνται στους προσφεύγοντες.

Άρθρο 12
Τελικές διατάξεις

Λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος, εξειδικεύονται περαιτέρω στη Δημόσια Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση, η οποία εκδίδεται κάθε έτος και αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του ΟΑΕΔ (www.oaed.gr).
Εκκρεμείς αιτήσεις καταβολής επιχορήγησης για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών, στο πλαίσιο του «Προγράμματος επιχορήγησης εποχικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων για τη διατήρηση θέσεων εργασίας κατά τη χειμερινή περίοδο» σύμφωνα με την με αριθμ. 43452/633/22-12-2014 κοινή υπουργική απόφαση, ικανοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 8 της παρούσας.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 9 Φεβρουαρίου 2017

Οι Αναπληρωτές Υπουργοί

Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

Οικονομικών
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Εγκύκλιος Ε.Φ.Κ.Α. αρ. 15/ 2017 Αναπροσαρμογή ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου σύνταξης μισθωτών από 01/01/2017 έως 1/1/2020 κατ’ εφαρμογή του αρθρ. 38 του Ν. 4387/16

Αθήνα 16 / 3/2017
Αριθμ. Πρωτ. 43

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ και ΕΛΕΓΧΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Ταχ. Δ/νση: Σατωβριάνδου 18
Τ.Κ. 104 32 ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Τηλεφώνου : 210 5215000 : 1555
e-mail: [email protected] [email protected]

ΘΕΜΑ: «Αναπροσαρμογή ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου σύνταξης μισθωτών από 01/01/2017 έως 1/1/2020 κατ’ εφαρμογή του αρθρ. 38 του Ν. 4387/16 »

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 ,4 και 5 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ 85 / 12-5-2016 τ. Α’) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού -συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις » σχετικά με την αναπροσαρμογή ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης μισθωτών, και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την εφαρμογή τους:

1. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΛΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων , με την επιφύλαξη της παραγράφου 17 του άρθρου 39 του νόμου αυτού, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών.

Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 38 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι, τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων ως ανωτέρω ποσοστών ασφαλιστικών εισφορών κλάδου κύριας σύνταξης αναπροσαρμόζονται ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1/1/2017 και εφεξής ώστε από 1/1/2020 να διαμορφωθούν στο ποσοστό που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο (δηλ. 13,33% για τον εργοδότη και 6,67% για τον ασφαλισμένο).

2. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ – ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 38 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι:
«5. Δεν αναπροσαρμόζονται και παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.4387/2016 οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων που εμπίπτουν στις κατηγορίες που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας της υποπαραγράφου Ε3 της παρ. Ε του άρθρου 2 του Ν.4336/2015, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Φ11321/οικ.47523/1570 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β’2311) καθώς και των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του Ν.3863/2010 (Α’115),όπως ισχύει, καθώς και όσοι για την απασχόλησή τους δεν υπάγονταν στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αλλά υπάγονταν είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε εκτός αυτού και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος. Στο ίδιο ύψος παραμένουν και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.»

Κατόπιν τούτου, διευκρινίζεται ότι, δεν αναπροσαρμόζονται αλλά παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου οι ασφαλιστικές εισφορές ( ασφαλισμένου και εργοδότη) των κατηγοριών που αναφέρονται κατωτέρω ως εξής:

Α. Πρόσωπα που, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ,υπάγονται στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ) είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε, εκτός αυτού, και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος (π.χ. φοιτητές και σπουδαστές ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΙΕΚ , μεταπτυχιακοί φοιτητές κλπ. που πραγματοποιούν την πρακτική τους άσκηση που θεσμοθετημένα προβλέπεται από τα προγράμματα σπουδών τους για τη λήψη του πτυχίου τους, πρόσωπα που συμμετέχουν σε προγράμματα κοινωνικής επανένταξης του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων / ΚΕΘΕΑ, κρατούμενοι εργαζόμενοι φυλακών κ.ά .) .

Β. Κατηγορίες εργαζομένων που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας του Ν.4336/2015, ήτοι:
I. Απασχολούμενοι οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση του Νέου Πίνακα Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων ( Φ.10221/οικ.26816/929/30- 11-2011 Υ.Α. (ΦΕΚ 2778/τ.Β72-12-2011), ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του β’ εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/51, όπως ισχύει.
II. Απασχολούμενοι σε υπόγειες στοές μεταλλείων- λιγνιτωρυχείων και σε υποθαλάσσιες στοές, οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 20 του Ν.997/79 και της παρ. 2 του άρθρου 48 του Ν.2084/1992, όπως ισχύουν.
III.    Απασχολούμενοι στην επιφάνεια μεταλλείων – λιγνιτωρυχείων , οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν.2335/95 , όπως ισχύουν.
IV.    Ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του τέταρτου εδαφίου , παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν.825/1978 όπως ισχύει ( 35ετία με βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα).
V. Απασχολούμενοι σε βαριές οικοδομικές ή τεχνικές εργασίες, οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Ν.1543/1985 όπως ισχύουν.
VI. Απασχολούμενοι ως προσωπικό ΟΤΑ σε υπηρεσίες υγιεινής – καθαριότητας , οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν.1694/87 , όπως ισχύουν.
VII. Οι υπαγόμενοι στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα της τ. Διεύθυνσης Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ και οι απασχολούμενοι σε ορυχεία, σταθμούς παραγωγής και δίκτυα , οι οποίοι ασφαλίζονται στον τομέα ΤΑΠ ΔΕΗ του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
VIII. Οι ναυτικοί, που ασφαλίζονται και συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 14 του Π.Δ. 913/1978.
IX. Οι ασφαλισμένοι για πρώτη φορά από 1/1/1993 που υπάγονται στις διατάξεις του νέου Πίνακα Β.Α.Ε. , σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 24 του Ν.2084/92.
X. Οι ασφαλισμένοι για πρώτη φορά από 1/1/1993 που εργάζονται σε υπόγειες στοές μεταλλείων- λιγνιτωρυχείων, εναέριες ή υποθαλάσσιες εργασίες, καθώς και σε ορυχεία, σταθμούς παραγωγής και δίκτυα προκειμένου για τους ασφαλισμένους του ΤΑΠ- ΔΕΗ.
XI. Οι ασφαλισμένοι για πρώτη φορά από 1/1/1993 οι οποίοι απασχολούνται σε οικοδομικές ή τεχνικές εργασίες καθώς και το προσωπικό ΟΤΑ που απασχολείται σε υπηρεσίες υγιεινής – καθαριότητας και ασφαλίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 , άρθρου 24 του Ν.2084/92.

3. ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΚΛΑΔΟΥ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 38, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (ενότητα 1), για την αναπροσαρμογή τυχόν υψηλότερων ή χαμηλότερων των οριζομένων στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου ποσοστών ασφαλιστικών εισφορών κλάδου κύριας σύνταξης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Φ11321/οικ.45947/1757/19-12-2016 Απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ 4458/τ.Β’/30-12- 2016).

Κατόπιν τούτου, από 1/1/2017 τα ποσοστά των ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης για τους ασφαλισμένους και τους εργοδότες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω αναφερόμενης Υπουργικής Απόφασης, τα οποία απεικονίζονται στην ΑΠΔ με τους παρακάτω Κωδικούς Πακέτου Κάλυψης (ΚΠΚ) αντίστοιχα , αναπροσαρμόζονται ως εξής :

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

4. ΒΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ – ΑΝΩΤΑΤΟ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ

1. ΠΡΟΙΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Σύμφωνα με το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο του Ν.4093/12 (ΦΕΚ 222/12-11-2012 τ.Α’) προβλέφθηκε μεν εναρμόνιση του ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών «παλαιών» και «νέων» ασφαλισμένων, δεν ήταν όμως για όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες ενιαίο, δεδομένου ότι, είχαν διατηρηθεί σε ισχύ καταστατικές ή γενικές διατάξεις σε ορισμένους φορείς, οι οποίες είτε προέβλεπαν υψηλότερο όριο είτε δεν προέβλεπαν την ύπαρξη ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών, με αποτέλεσμα η εισφορά κλάδου σύνταξης στους φορείς αυτούς να υπολογίζεται στο σύνολο των αποδοχών, οι οποίες ήταν πολύ υψηλότερες από το ανωτέρω αναφερόμενο εναρμονισμένο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών.

2. ΙΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Με τις διατάξεις του Ν.4387/2016, θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών καθώς και ενιαίο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για όλους τους μισθωτούς «παλαιούς» και «νέους» που
εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α.

Κατά συνέπεια και για τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες ασφαλισμένων ισχύει από 1/1/2017 το ανώτατο και κατώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών όπως αναφέρεται κατωτέρω.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α και β του νόμου αυτού ,ορίζεται ότι το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού, και σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

Με τις διατάξεις της παρ. 3 της υπ. ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222) ορίστηκε ότι ,ο κατώτατος βασικός μισθός άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών ανέρχεται στο ποσό των 586,08 ευρώ.

Συνεπώς το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών ανέρχεται στο ποσό των 5.860,80 ευρώ και ισχύει από 1-1-2017.

Το εν λόγω ανώτατο όριο εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά όμως μόνο στην εισφορά ασφαλισμένου.

Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν.4445/2016 (ΦΕΚ 236/τ.Α’/19-12-2016) με τις οποίες προστίθεται περίπτωση γ’ στην παρ.2 του άρθρου 38 του Ν.4387/2016 , θεσπίζεται ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους , η οποία καθορίζεται με βάση το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

Κατά συνέπεια , η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού των εισφορών ανέρχεται στο ποσό των 586,08 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι εφόσον ο μισθωτός είναι έως 25 ετών η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών της κατηγορίας αυτής με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους είναι η προβλεπόμενη με της διατάξεις της παρ.3( περ.β’) της υποπαρ. ΙΑ. 11 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α’) , ήτοι 510,95 ευρώ.

Εννοείται, επίσης, ότι εφόσον η απασχόληση δεν είναι πλήρης , οι εισφορές υπολογίζονται επί των πάσης φύσεως καταβαλλομένων αποδοχών , έστω και αν αυτές υπολείπονται της ανωτέρω κατά περίπτωση ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού εισφορών.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΦΚΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΠΑΚΑΛΕΞΗΣ

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΑΠ 130/2017 Φοροδιαφυγή – έκδοση πλαστών τιμολογίων – Ηπιότερος νόμος – Μετατροπή ποινής κάθειρξης μέχρι πέντε χρόνια σε χρηματική

ΑΠ 130/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Περίληψη

Φοροδιαφυγή – Έκδοση πλαστών τιμολογίων

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών τιμολογίων, απαιτείται αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή, νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων.
Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. (ΑΠ 224/2016). Η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β’ , που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 “Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ, καθ’ ο μέρος ορίζει, ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) ….. και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, ως επιεικέστερη της προϊσχύσασας διάταξη, τυγχάνει, κατά το άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ., εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, όπου η συνολική αξία των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και ανέρχεται σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), αφού για την σε βαθμό κακουργήματος τιμώρηση της πράξεως απαιτεί ήδη το ποσό των 200.000 ευρώ, αντί του μικροτέρου εκείνου των 150.000 ευρώ, που απαιτούσε η προϊσχύσασα διάταξη και επί πλέον απειλεί ποινή μικρότερη, κατά το ανώτατο όριό της (κάθειρξη έως δέκα ετών), από εκείνη της παλαιάς ρυθμίσεως, που απειλούσε κάθειρξη έως είκοσι έτη (άρθρα 52 παρ. 2 και 3 του ΠΚ). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 224/2016). Για την ύπαρξη της, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ (ανερχόμενη σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν ενώπιόν του επ’ ακροατηρίου.

Ηπιότερος νόμος

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων. Η τελευταία νέα αυτή ρύθμιση είναι επικεικεστέρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, της προϊσχύσασας του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997, αφού πλέον ή έκδοση ή η αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων απορροφάται (φαινομενικώς κατ’ ιδέαν) από την πράξη της φοροδιαφυγής και δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Πλέον τούτων, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση, που μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, το δικαστήριο, εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΟλΑΠ 3/1995). Ως ηπιότερος νόμος κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος (ΑΠ 39/2015).
Μετατροπή ποινής 5ετής κάθειρξης σε Χρηματική

Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής : “1. … Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων…3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών”.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλακίσεως όσο και η ποινή καθείρξεως. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση “περιοριστική της ελευθερίας ποινή”, και όχι ο όρος “φυλάκιση”, αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης. Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού, οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής καθείρξεως πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση “στερητική της ελευθερίας ποινή” και αναφέροντας ρητά τον όρο “πενταετής κάθειρξη”.

Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή καθείρξεως πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή καθείρξεως, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών (ΑΠ 454/2016). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, συνισταμένη στην απόρριψη του αιτήματός του για μετατροπή της ποινής καθείρξεως πέντε (5) ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 23), ο αναιρεσείων μετά την απαγγελία της ανωτέρω ποινής υπέβαλε δια της συνηγόρου του σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως μη νόμιμο με την αιτιολογία, ότι για την μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ, που ορίζουν για μετατροπή ποινών φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη και όχι για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε (5) ετών. Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή. Επομένως, το άνω Πενταμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012, εσφαλμένως ερμηνεύοντας αυτήν και συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) ετών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.-.

ΑΠ 130/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Γ., κατοίκου … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούτα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 127/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. …2015 από 13-11-2015 αίτηση του Ι. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 127/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) …, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ βιβλίο την 3-11-2015, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ.

Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997 “Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις”, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40 παρ.1 Ν. 3220/2004 και 2 παρ. 2 Ν. 3943/2011, καταλαμβάνει δε την παρούσα υπόθεση, ως εκ του κατά την 11-10-2011 χρόνου τελέσεως της επιδίκου πράξεως, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

Ειδικά, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) “με κάθειρξη”, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου (19 ν. 2523/1997, όπως διαμορφώθηκε και ισχύει), το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου ενώ κατά την παρ 3, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό κατά την παρ. 4 είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.

Εξ άλλου, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής – Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ, με το δε άρθρο 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται πλέον στην παρ. 5 του άρθρου τούτου 66, τα εξής:
Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.

Από την σύγκριση των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών τιμολογίων, απαιτείται αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή, νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. (ΑΠ 224/2016). Η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β’ , που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 “Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ, καθ’ ο μέρος ορίζει, ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) ….. και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, ως επιεικέστερη της προϊσχύσασας διάταξη, τυγχάνει, κατά το άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ., εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, όπου η συνολική αξία των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και ανέρχεται σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), αφού για την σε βαθμό κακουργήματος τιμώρηση της πράξεως απαιτεί ήδη το ποσό των 200.000 ευρώ, αντί του μικροτέρου εκείνου των 150.000 ευρώ, που απαιτούσε η προϊσχύσασα διάταξη και επί πλέον απειλεί ποινή μικρότερη, κατά το ανώτατο όριό της (κάθειρξη έως δέκα ετών), από εκείνη της παλαιάς ρυθμίσεως, που απειλούσε κάθειρξη έως είκοσι έτη (άρθρα 52 παρ. 2 και 3 του ΠΚ). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 224/2016). Για την ύπαρξη της, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ (ανερχόμενη σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν ενώπιόν του επ’ ακροατηρίου.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την απαιτούμενη κατά το μέρος αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, το δικαστήριο να προβεί στην αναφορά των στοιχείων και του περιεχομένων των αναγνωσθέντων εγγράφων και στην αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου από τα ανωτέρω χωριστά, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους, ούτε να διαλάβει τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, όπως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ότι έπρεπε να κάνει το δικαστήριο, προκειμένου να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την παραδοχή, ότι “τα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία τα αποδέχθηκε στην κατοχή του με δόλο γνωρίζοντας ότι είναι εικονικά καθόσον το περιεχόμενό τους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού δεν είχαν θεωρηθεί νομίμως, ενώ ουδέποτε η επιχείρηση “… ΕΠΕ” πραγματοποίησε της αναφερόμενες σε αυτά εργασίες, αφού δεν είχε την απαιτούμενη υποδομή, ενώ τυγχάνει ανύπαρκτη επαγγελματικά”. Επομένως, η σχετική αιτίαση, που προβάλλει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων και, υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουσα την ανέλεγκτη περί τούτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.- Εξ άλλου, φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 Π.Κ., υπάρχει, όταν οι περισσότερες πράξεις, οι οποίες διώκονται, δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μεν αποτελεί κατά νόμο συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής, είτε, τέλος, διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης, από την οποία και απορροφάται (ΑΠ 388/2016).

Περαιτέρω, όπως προαναφέρεται, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής – Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το αρθρ. 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και ειδικότερα για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται στις παρ. 1 έως και 5 του αρθρ. 66 του αρθρ. 8 ν. 4337/2015, τα εξής: “1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν. 2. Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου. 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. 5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.”.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων.
Η τελευταία νέα αυτή ρύθμιση είναι επικεικεστέρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, της προϊσχύσασας του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997, αφού πλέον ή έκδοση ή η αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων απορροφάται (φαινομενικώς κατ’ ιδέαν) από την πράξη της φοροδιαφυγής και δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Πλέον τούτων, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση, που μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, το δικαστήριο, εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΟλΑΠ 3/1995).
Ως ηπιότερος νόμος κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος (ΑΠ 39/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή, ότι τα επίδικα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του του προαναφερομένου άρθρου 66 Ν. 4174/2013 (αντίστοιχες των προϊσχυσασών παραβάσεων των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997).
Συνεπώς, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ότι, αφού με την υπ’ αριθμ. 898/2015 απόφασή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …, που σημειωτέον δεν επικαλείται ότι έχει καταστεί αμετάκλητη, ουδέ προκύπτει ότι προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ζητήθηκε η αποδεικτική της αξιοποίηση, κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, διότι ζήτησε, έλαβε και κατεχώρησε στα βιβλία του τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια, το αδίκημα της αποδοχής των αυτών εικονικών και πλαστών τιμολογίων, για το οποίο κατεδικάσθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν στοιχειοθετείται και ως εκ τούτου πρέπει, κατ’ εφαρμογή της, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θέση σε ισχύ της ως άνω επιεικέστερης διατάξεως του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. γ’ του Ν. 4174/2013, και των άρθρων 511 εδ. γ’ και 514 εδ. γ’ του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η απόφαση να κηρυχθεί αθώος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί προκειμένου να τύχει εφαρμογής η τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και να υπάρχει περί τούτου σχετική παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, μετά από την εκτίμηση των πραγμάτων.

Όπως ήδη προαναφέρεται, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως (ΑΠ 931/2007). Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β, γ, δ και ε, που συνίστανται στο “α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή”, β) “το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, “δ) το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και “ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του”. Ειδικότερα, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της εννόμου τάξεως και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά (ΑΠ 1090/2015).
Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτών κατά την έννοια του εδ. β’ της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 ΠΚ), απαιτείται ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρος και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο του απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια, αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 2365/2008 ΤΝΠ Νόμος). Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 453/2016). Περαιτέρω, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1192/2016), η μετά τη σύλληψή του υπαιτίου ομολογία της πράξεώς του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 951/2012 ΤΝΠ Νόμος). Εξ άλλου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης. Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού, η καλή και συνήθης συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 69/2013 ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δια του οποίου ο τελευταίος παρίστατο, υπέβαλε εγγράφως και ανάπτυξε προφορικώς πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τους εξής, επί λέξει, αυτοτελείς ισχυρισμούς – αιτήματα αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων: “Ο κατηγορούμενος µε τους παρόντες ισχυρισμούς του προβάλει το αίτημα – ισχυρισμό του για την αναγνώριση στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων και ειδικότερα:
l) Στην πράξη της δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια, αντίθετα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί ότι η αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση (η οποία φέρεται να εξέδωσε εικονικά τιμολόγια] ήταν µια νόμιμη επιχείρηση καθόσον είχε μιλήσει προσωπικά µε τον εκπρόσωπό της, είχε νόμιμη έδρα και υφιστάμενο Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, που ήταν τα βασικό. στοιχεία για την ανάθεση σε αυτήν υπεργολαβίας στα έργα που εκτέλεσε. Πέραν τούτου, δεν υπέπεσε στην αντίληψη του κατηγορούμενου η πιθανότητα αποδοχής εικονικών τιμολογίων καθώς είχε συνάψει µε την αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης υπεργολαβίας, τα οποία μάλιστα κατατέθηκαν νόμιμα στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως προέβλεπε η ισχύουσα φορολογική νομοθεσία, τα οποία θα έπρεπε η αρμόδια φορολογική αρχή να ελέγξει και στην περίπτωση που είχε αμφιβολίες να προστατεύσει τον φορολογούμενό της (κατηγορούμενο), καθώς τα στοιχεία που φέρει σήμερα η Αρχή για την απόδειξη εκδόσεως εικονικών τιμολογίων, ήταν σε θέση να γνωρίζει μόνον αυτή και είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει τέτοια πιθανότητα στον κατηγορούμενο ώστε να τον προστατεύσει. Αντίθετα, όχι μόνον δεν του γνωστοποίησε την πιθανότητα να συμβάλλεται µε µια επιχείρηση που υποπίπτει σε φορολογικά αδικήματα τέτοιου µμεγέθους, αλλά παρέλαβε τα συμφωνητικά και μετά από έτη διαπίστωσε τέτοιες πράξεις, ενώ μόνον αυτή θα μπορούσε (λόγω του απορρήτου των φορολογικών στοιχείων και υποθέσεων) να τον προστατεύσει. Επομένως ο κατηγορούμενος, θεωρώντας ότι πρόκειται για µια νόμιμα λειτουργούσα επιχείρηση (εκδότρια), συμβλήθηκε νόμιμα, απαίτησε και υπογράφηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά τα οποία αποδείκνυαν τις μεταξύ τους συναλλαγές, από τις εργασίες που έγιναν πραγματικά – καθώς μπορούν να ελεγχθούν τα έργα που έλαβαν χώρα (δημόσια έργα), ακόμη και σήμερα – κατέβαλε το τίμημα των τιμολογίων, στον φερόμενο ως εκπρόσωπό της και καταχώρησε όλα τα άνω τιμολόγια στα επίσημα φορολογικά βιβλία του. Τα παραπάνω, συνιστούν πράξεις τις οποίες ενεργεί ο κάθε μέσος συνετός άνθρωπος που πιστεύει ότι συμβάλλεται νόμιμα και αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί -µε βεβαιότητα- ότι είναι απολύτως σύννομες οι συναλλαγές του µε την αντισυμβαλλόμενή του επιχείρηση. Αποτέλεσμα των διαπιστώσεων περί εικονικών τιμολογίων, που οδήγησε στο συμπέρασμα αυτό την αρμόδια φορολογική αρχή είναι το γεγονός ότι ο Μ. αρνήθηκε οποιαδήποτε συναλλαγή µε τον κατηγορούμενο και τους άλλους επιχειρηματίες, ενώ ουσιαστικά έγιναν οι εργασίες και εισέπραξε τα χρήματα γι’ αυτές, δεδομένου ότι δεν τήρησε τη νόμιμη διαδικασία δηλαδή την δήλωση των εισοδημάτων από αυτές τις αιτίες και την πληρωμή του ΦΠΑ που είχε εισπράξει από τους αντισυμβαλλόμενους, προκειμένου να απεκδυθεί των ευθυνών τους, συνεπεία δε αυτών ήταν να οδηγείται τόσο ο παρών κατηγορούμενος όσο και άλλοι που συναλλάχθηκαν µε αυτόν, στην πεποίθηση ότι δεν πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές και ότι τα τιμολόγια είναι εικονικά, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο για πραγματικές συναλλαγές και πραγματικά τιμολόγια, µε αποτέλεσμα την ηθική, επαγγελματική και οικονομική του καταστροφή.
2) Όπως μάλιστα προκύπτει, από την προσκομιζόμενη, από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. …/2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ …), κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, παρά το γεγονός ότι δεν ενήργησε µε δόλο, να άρει ή έστω να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, αιτούμενος την διαιτητική επίλυση των διαφορών των σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο.
3) Τόσον από την εν λόγω υπόθεση όσο και μετά από αυτήν δεν απασχόλησε τις Αρχές ή τα Δικαστήρια και ζούσε και συνέχισε να ζει έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του καθώς δεν είναι άτομο που ρέπει προς την εγκληματικότητα.
4) Εξάλλου συμβιώνει, εδώ και τουλάχιστον 25 έτη µε την σύντροφό του Σ. Κ., µε την οποία απέκτησε µια κόρη την Γ. Π., ηλικίας σήμερα δώδεκα (12) ετών (όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο µε αρ.πρωτ…. 19-9-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου … και η οποία γεννήθηκε την 18-11-2001 (σχ.προσκ.αντίγρ. της αρ…. /2001 Ληξιαρχικής Πράξης Γέννησης του Δήμου …), την οποία οικογένειά του φροντίζει συνεχώς και αδιάλειπτα, ασχολείται τακτικά µε την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του, καθώς δεν υπάρχουν άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό πέραν του ιδίου και της συντρόφου του.
5) Πέραν τούτου.. δεν είναι επικίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, ούτε επιρρεπής σε εγκληματικές συμπεριφορές και ούτε επικίνδυνος για την τέλεση άλλων αξιόποινων συμπεριφορών. Είναι έντιμος οικογενειάρχης, αγαπητός στον κοινωνικό του κύκλο και ποτέ δεν έδωσε την παραμικρή αφορμή. Υπέστην δε, από την όλη υπόθεση πολύ µμεγάλη επαγγελματική, οικογενειακή και ατομική καταστροφή και αρκετά προβλήματα υγείας όπως μόνιμες κεφαλαλγίες, ημικρανίες κ.λπ. Επομένως προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από τα παραπάνω ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις και πρέπει να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 γ’ , δ’ και ε ‘ του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά και ιδίως στοιχεία της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από ταπεινά αίτια και μετά την πράξη του έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει (ή να μειώσει) τις συνέπειες της πράξεώς του µε την υποβολή αιτήσεως προς τον Υπ. Οικονομικών-ΣΦΔ για διαιτητική επίλυση της διαφοράς ενώ η επικαλούμενη από αυτόν μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, έλαβε χώρα σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης (ΑΠ 1003 j 2003 Ποιν. Λογ.2003Ι 1097).
Επικουρικά δε από τον χρόνο εκδόσεως της σχετικής διατάξεως της κας Ανακρίτριας … αφενός κατέβαλε εμπρόθεσμα την τασσόμενη εγγύηση αφετέρου τήρησε κατά γράμμα τους περιοριστικούς όρους που του τέθηκαν χωρίς καμία μέχρι και σήμερα παρέκκλιση. Επομένως, ενόψει αυτών, πρέπει το Δικαστήριό Σας να κάνει δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. γ, δ και ε του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τα πιο πάνω ελαφρυντικά, ότι, δηλαδή, αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια παράλληλα έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του καθώς δε συμπεριφέρθηκε από τον χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, καλά μέχρι και σήμερα και µε τις παραδοχές αυτές να οδηγηθεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.”. Το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατά πλειοψηφία τους ανωτέρω περί ελαφρυντικών αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: “Στην προκειμένη περίπτωση οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, β, γ, δ και ε πρέπει να απορριφθούν για τους εξής λόγους:
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πριν από την τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων επέδειξε θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α, τέτοια δε συμπεριφορά δεν αποτελεί το γεγονός ότι συμβιώνει με τη σύντροφο του Σ. Κ. με την οποία απέκτησε μια κόρη ηλικίας σήμερα 12 ετών, ότι φροντίζει την οικογένεια του συνεχώς και αδιαλείπτως, ότι ασχολείται τακτικά με την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του και ότι δεν υπάρχουν άλλα άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στις προαναφερόμενες πράξεις του για τις οποίες κρίθηκε ένοχος από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο εν λόγω ισχυρισμός του συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία (άρνηση), όμως, δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ 2 γ ΠΚ το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε χωρίς την αναφορά πραγματικών περιστατικών, που να αποδεικνύουν τη συνδρομή της. Περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και ότι επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μόνη δε η αποδειχθείσα υποβολή εκ μέρους του αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς δεν μαρτυρεί ειλικρινή μετάνοια του ούτε προσπάθεια να άρει τις συνέπειες των πράξεων του. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ούτε στο Δικαστήριο έτσι ώστε τουλάχιστον από την απολογία του σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία να διαγνωσθεί εάν η επικαλούμενη εκ μέρους του μεταμέλεια υπήρξε ειλικρινής. Τέλος, ως προς την τελευταία ελαφρυντική περίσταση, ήτοι αυτή της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα. Πέραν τούτου δεν αποδείχθηκε ότι η μη επιλήψιμη συμπεριφορά του μετά την τέλεση της προαναφερόμενης πράξης είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης αυτού, αντίθετα μάλιστα εκτιμάται ότι αυτή ( η μη επιλήψιμη συμπεριφορά) είναι αποτέλεσμα της αναμενόμενης δικαστικής κρίσεως ώστε να μπορεί ευπροσώπως να υποστηρίξει αίτημα αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αυτής της ελαφρυντικής περίστασης.”.
Με αυτά που, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, σχετικά με την απορριπτική του αιτήματος του αναιρεσείοντα να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β’ του ΠΚ (την οποίαν εκ προδήλου παραδρομής ο αναιρεσείων παραθέτει ότι στηρίζεται στο εδ. γ’ αντί του ορθού εδ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ) την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία δεν προέκυπτε ότι ωθήθηκε αυτός στην πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τέλεσε την πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία, όμως, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Καθ’ όσον αφορά τον επίσης εκ των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος εκείνο για την αναγνώριση του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α’ του ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενό του δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού, κατά την ως άνω σχετική νομική σκέψη, μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του μέχρι την τέλεση της πράξεως και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά του, με την δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επί πλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, τα οποία και εν προκειμένω ο κατηγορούμενος αυτός δεν επικαλέσθηκε. Επίσης, υπό μόνον το εκτεθέν σχετικώς περιεχόμενό του, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του (αναιρεσείοντος) για την αναγνώριση και της συνδρομής του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ ελαφρυντικού της ειλικρινούς εμπράκτου μετανοίας του, αφού δεν συνδυαζόταν με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία να δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινώς και όχι προσχηματικώς να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, μη αρκούσης της επικλήσεως και μόνον ότι υπέβαλε την από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. …/2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ …), προς διαιτητική επίλυση των διαφορών σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς την περαιτέρω επίκληση της τύχης της αιτήσεως αυτής και επίσης χωρίς την επίκληση καταβολής κάποιου ποσού εκ των οφειλομένων. Τέλος, υπό το εκτεθέν περιεχόμενό του επίσης δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη του, αφού προς στοιχειοθέτησή του, πέραν της επικλήσεως καλής και συνήθους συμπεριφοράς του, εργασίας του, ομαλής οικογενειακής του ζωής, ελλείψεως παραβατικότητας, και συμμορφώσεώς του στην, μετά την απολογία στο ανακριτή εκδοθείσα από το τελευταίο διάταξη, με την οποίαν του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της καταβολής εγγυήσεως, δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της, κατά την ελεύθερη και όχι την εξαναγκαζόμενη από τις περιστάσεις αναμονής της δίκης, βούλησή του, αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρά την τοιαύτη αοριστία τους με την ανωτέρω για εκάστη των αορίστων αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων το δικαστήριο, καίτοι δεν ήταν υποχρεωμένο, διέλαβε την προαναφερόμενη στο σκεπτικό σχετική επαρκή αιτιολογία της απορριπτικής κρίσεώς του.

Επομένως απορρίπτοντας τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς του ως άνω αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως εκ τούτου τα αντίθετα, που υποστηρίζει με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-
Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής : “1. … Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων…3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών”.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλακίσεως όσο και η ποινή καθείρξεως. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση “περιοριστική της ελευθερίας ποινή”, και όχι ο όρος “φυλάκιση”, αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης. Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού, οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής καθείρξεως πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση “στερητική της ελευθερίας ποινή” και αναφέροντας ρητά τον όρο “πενταετής κάθειρξη”.

Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή καθείρξεως πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή καθείρξεως, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών (ΑΠ 454/2016). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, συνισταμένη στην απόρριψη του αιτήματός του για μετατροπή της ποινής καθείρξεως πέντε (5) ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 23), ο αναιρεσείων μετά την απαγγελία της ανωτέρω ποινής υπέβαλε δια της συνηγόρου του σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως μη νόμιμο με την αιτιολογία, ότι για την μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ, που ορίζουν για μετατροπή ποινών φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη και όχι για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε (5) ετών. Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή.
Επομένως, το άνω Πενταμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012, εσφαλμένως ερμηνεύοντας αυτήν και συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) ετών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.-.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μόνο ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα μετατροπής της ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 127/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Λάρισας, ως προς τη διάταξή της που απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για μετατροπή της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως, που επιβλήθηκε σε βάρος του.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ποινής.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner