ΠΡΟΣ: Τη Βουλή των Ελλήνων
Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου
Τμήμα Ερωτήσεων
ΚΟΙΝ: Βουλευτή κ. Χ. Μπουκώρο
Δια της Βουλής των Ελλήνων
Σε απάντηση ερώτησης που κατέθεσε ο Βουλευτής κ. Χ. Μπουκώρος, σας γνωρίζουμε ότι:
Η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά των νομών Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου, Κυκλάδων και στα νησιά του Αιγαίου Θάσο, Σαμοθράκη, Βόρειες Σποράδες και Σκύρο ήταν προαπαιτούμενο μέτρο, μεταξύ άλλων, προκειμένου οι ελληνικές αρχές να συνάψουν συμφωνία με τους θεσμούς.
Με τον ν.4334/2015, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει μέχρι σήμερα, ορίστηκε ότι οι μειώσεις των συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά θα καταργηθούν σταδιακώς ως ακολούθως: «Από 1.10.2015 στην πρώτη ομάδα νησιών, από 1.6.2016 στη δεύτερη ομάδα νησιών και από 1.1.2017 στα υπόλοιπα νησιά».
Στο πλαίσιο αυτό, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών διευκρινίστηκε ότι από την 1η Οκτωβρίου 2015 η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ θα εφαρμοστεί αρχικά στα νησιά του Αιγαίου: Θήρα, Μύκονο, Νάξο, Πάρο, Ρόδο και Σκιάθο.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 52 του ν.4389/2016 ορίστηκε ότι για τα νησιά Σύρο, Θάσο, Άνδρο, Τήνο, Κάρπαθο, Μήλο, Σκύρο, Αλόννησο, Κέα, Αντίπαρο και Σίφνο οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ δεν θα ισχύουν από 1.6.2016. Ως εκ τούτου, ο μειωμένος συντελεστής διατηρείται μέχρι το τέλος του 2016 στη νήσο Σκόπελο και σε νησιά των ανατολικών συνόρων της χώρας που πλήττονται από την προσφυγική κρίση.
Επίσης, με το άρθρο 118 του ν.4446/2016 ορίστηκε ότι για τα νησιά των νομών Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου πλην της Ρόδου και της Καρπάθου, τα οποία πλήττονται από την προσφυγική κρίση, οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ διατηρούνται μέχρι τις 31-12- 2017.
Τέλος, σας γνωρίζουμε ότι προκειμένου να προστατευτούν οι οικονομικά αδύναμοι κάτοικοι των νησιωτικών περιοχών, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών εργάζονται με σκοπό να θεσπιστούν τα κατάλληλα και στοχευμένα μέτρα ως αντιστάθμισμα των αρνητικών συνεπειών της κατάργησης των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ.
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ
ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 9 του αρ. 39 του ν. 4387/2016
Σας γνωρίζουμε ότι με την παρ. 9 του αρ. 39 του ν. 4387/2016, ρυθμίζεται η ασφάλιση των προσώπων της παρ. 1 του ίδιου άρθρου που αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά).
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:
1. Πρόσωπα που εντάσσονται στη ρύθμιση
Σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 39 του ν.4387/2016, για τα πρόσωπα που έχουν ιδιότητα ή ασκούν δραστηριότητα βάσει της οποίας θα υπάγονταν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ ή/και του ΕΤΑΑ, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις αυτών, όπως ίσχυαν πριν την ένταξή τους στον ΕΦΚΑ, το συνολικό ποσό εισφοράς κύριας σύνταξης, ο τρόπος υπολογισμού, καθώς και ο υπόχρεος καταβολής της εισφοράς προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 38 του συγκεκριμένου νόμου, εφόσον το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά).
2. Ποσοστά εισφορών
Ειδικότερα, εφόσον το εισόδημα προέρχεται από την άσκηση διαρκούς -και όχι ευκαιριακής- επαγγελματικής δραστηριότητας, και μόνο από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά), προκύπτει ουσιαστικά αποκλειστικότητα ως προς το/τα πρόσωπο/α που αποδέχεται/ονται τις σχετικές υπηρεσίες Επομένως, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου. Αντίστοιχα κατανέμονται οι εισφορές υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ, σε όσες κατηγορίες ασφαλισμένων υφίσταται υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των κλάδων αυτών (δηλαδή επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ) λόγω της ιδιότητάς τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή αυτοαπασχολούμενοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία και σε κάθε περίπτωση οι εισπραττόμενες εισφορές καταβάλλονται στους αρμόδιους κατά περίπτωση φορείς στους οποίους και έχει υπαχθεί ο ασφαλισμένος.
3. Ανώτατη -κατώτατη βάση υπολογισμού εισφορών
Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τις περιπτώσεις που υπάγονται στην οικεία ρύθμιση ελέγχεται σε συνάρτηση με τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ των μερών.
Πιο συγκεκριμένα, για όσους έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 39 με ετήσια διάρκεια σύμβασης, κατά τα ως άνω, ισχύει το ετήσιο ανώτατο όριο των 70.320 ευρώ, συνεπώς οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται στο συνολικό ποσό του δελτίου παροχής υπηρεσιών (ΔΠΥ), ακόμα και αν αυτό υπερβαίνει ανά μήνα το ποσό των 5.860,8 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται υπέρβαση του ανωτάτου ετησίου ορίου.
Σε περιπτώσεις συμβάσεων με διάρκεια μικρότερη του έτους, καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στην κατανομή της συμφωνημένης αμοιβής ανά μήνα ενώ και το ανώτατο όριο λαμβάνεται υπόψη σε μηνιαία βάση (5.860,80 ευρώ). Στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό του/των ΔΠΥ που εκδίδεται/ονται μηνιαίως από ασφαλισμένο που υπάγεται στη ρύθμιση της παρ.9 του άρθρου 39, υπολείπεται της ελάχιστης βάσης υπολογισμού εισφορών, ο εν λόγω ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει τις εισφορές που υπολείπονται του ελάχιστου ποσού κατά το χρόνο της ετήσιας εκκαθάρισης της ασφαλιστικής υποχρέωσης, οπότε και θα οριστικοποιούνται οι αναλογούσες σε αυτόν ασφαλιστικές εισφορές.
4. Υποβολή Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης (ΑΠΔ)
Προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η εμπρόθεσμη καταβολή των εισφορών, όσο και η ενημέρωση των υπόχρεων καταβολής, ο ασφαλισμένος που αιτείται την υπαγωγή του στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39 οφείλει να αναγράφει στο ΔΠΥ που εκδίδει στον αντισυμβαλλόμενό του, ότι υπάγεται στην εν λόγω ρύθμιση. Αντίστοιχα, και μέχρι το τέλος εκάστου ημερολογιακού μήνα, ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να υποβάλει για τον ασφαλισμένο που υπάγεται στην ανωτέρω ρύθμιση ΑΠΔ, προβαίνοντας σε κατανομή της συμφωνηθείσας αμοιβής ανά μήνα, με βάση τη διάρκεια της σύμβασης. Με την υποβολή της ΑΠΔ αυτής ενεργοποιείται αυτομάτως η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών σύμφωνα με τα παραπάνω.
Στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποβάλει ΑΠΔ, προκειμένου ο παρέχων σε αυτόν υπηρεσίες ασφαλισμένος να υπαχθεί στην οικεία ρύθμιση, ο εν λόγω ασφαλισμένος οφείλει να υποβάλει στον ΕΦΚΑ υπεύθυνη δήλωση περί πλήρωσης των νόμιμων προϋποθέσεων, όπως αυτές περιγράφονται ως άνω, δηλώνοντας ταυτόχρονα το ΑΦΜ του/των αντισυμβαλλομένου/ων του και προσκομίζοντας τυχόν άλλα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσής του. Στη συνέχεια, ενημερώνεται/ονται ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι αυτού περί της υποχρέωσης υποβολής ΑΠΔ και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, για το χρονικό διάστημα από την υποβολή της δήλωσης και εντεύθεν. Εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος αμφισβητεί το περιεχόμενο της δήλωσης του ασφαλισμένου, υποβάλλει αντιρρήσεις ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του ΕΦΚΑ, ενώ μέχρι την επίλυση της σχετικής διαφοράς από τα όργανα αυτά, ο ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει τις εισφορές που αντιστοιχούν στο ποσοστό του εργαζόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 38, ήτοι ποσοστό 6,67% για τον Κλάδο Κύριας Σύνταξης και ποσοστό 2,55% για την υγειονομική περίθαλψη.
5. Εκκαθάριση και συμψηφισμός εισφορών
Οι ασφαλισμένοι οι οποίοι αρχικά υπήχθησαν στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39, πληρούντες τις νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά στη συνέχεια τις απώλεσαν (επειδή, για παράδειγμα, παρείχαν υπηρεσίες σε περισσότερους αντισυμβαλλομένους είτε επειδή δεν είχαν κανέναν αντισυμβαλλόμενο), για το διάστημα που ακολουθεί την έκπτωση από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω παραγράφου, καταβάλλουν εισφορές ως μη μισθωτοί.
Έτσι, εάν στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους παρασχεθεί υπηρεσία και σε τρίτο αντισυμβαλλόμενο, ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει τούτο στον ΕΦΚΑ, με σχετική αίτηση-δήλωση, ώστε να επέλθει η σχετική μεταβολή στο μητρώο και να ενημερωθεί/ούν ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι προκειμένου να απαλλαγεί/ούν από την ανωτέρω υποχρέωση. Όπως και για κάθε άλλη κατηγορία ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, στο τέλος εκάστου έτους θα πραγματοποιείται εκκαθάριση και συμψηφισμός μεταξύ των καταβληθεισών κατά τους ανωτέρω μήνες εισφορών και των οφειλόμενων εισφορών, με βάση το πραγματικό εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας (όπως αυτό προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος).
6. Τελικές διευκρινίσεις επί προσώπων που υπάγονται ή μη στη ρύθμιση και επί της έννοιας του αντισυμβαλλόμενου.
Επισημαίνεται ότι για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, εφαρμόζεται η περ. στ’ της παρ. 3 του άρθρου 38 (εγκύκλιος Υπουργείου Φ.80000/οικ. 61689/2215/30.12.2016, ΑΔΑ:7Χ78465Θ1Ω-1Λ3) .
Στην κοινοποιούμενη διάταξη δεν υπάγονται οι εταίροι και συνεργάτες δικηγορικών εταιριών, οι οποίοι καταβάλλουν εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτοί).
Επίσης, η κοινοποιούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ασφαλισμένων που προσφέρουν υπηρεσίες υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, και οι οποίοι υπάγονται ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 38 ως μισθωτοί. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και οι ασφαλισμένοι που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες σε έναν εργοδότη, λαμβάνοντας μέρος των αποδοχών τους ως μισθωτοί και μέρος αυτών μέσω ΔΠΥ, οπότε για το σύνολο των αποδοχών θα καταβάλλονται εισφορές με βάση το άρθρο 38.
Στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που απασχολούνται σε έναν εργοδότη ως μισθωτοί και προσφέρουν υπηρεσίες σε άλλο/άλλους και μέχρι 2 αντισυμβαλλόμενους μέσω ΔΠΥ, εφαρμόζονται για τις παρεχόμενες με ΔΠΥ υπηρεσίες οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39.
Τέλος, ως αντισυμβαλλόμενος υπό την έννοια του παρόντος, λογίζονται και ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή άσκησης αυτής. Η κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται στον κοινό οικονομικό σκοπό που επιδιώκεται από τον αντισυμβαλλόμενο μέσω των κάθε είδους νομικής μορφής δραστηριοτήτων και συνιστά απόρροια των κατά περίπτωση πραγματικών στοιχείων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τέτοια τεκμήρια προκύπτουν όταν διαφορετικές επιχειρήσεις ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, λειτουργούν στον ίδιο χώρο, με τον ίδιο μηχανολογικό εξοπλισμό, απασχολούν από κοινού το ίδιο προσωπικό, είτε τα στοιχεία αυτά συντρέχουν σωρευτικά είτε όχι.
7. Παραδείγματα
α. Μηχανικός παρέχει υπηρεσίες σε μία τεχνική εταιρία και σε μία τράπεζα για διάστημα 10 μηνών. Για αυτές τις δύο δραστηριότητες εκδίδει δελτίο παροχής υπηρεσιών, 20.000 ευρώ και 10.000 ευρώ αντιστοίχως. Από τη διάρκεια και τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ευκαιριακής μορφής, αλλά αντιθέτως απαιτούν διαρκή απασχόληση. Ως εκ τούτου, ο ως άνω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Συνεπώς, για κάθε μία από τις ως άνω δραστηριότητες υπολογίζονται εισφορές ως εξής: Για την πρώτη, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 2.000 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου (τεχνικής εταιρίας). Για τη δεύτερη, το αντίστοιχο ποσό της μηνιαίας αμοιβής ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, στο οποίο και θα υπολογιστούν εισφορές κατά όμοιο τρόπο. Είναι ευνόητο ότι κατά τον ίδιο τρόπο επιμερίζονται οι εισφορές για τον κλάδο περίθαλψης, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής.
β. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση ετήσιας διάρκειας, και αμοιβή ύψους 80.000 ευρώ, για την οποία εκδίδει τρία ΔΠΥ. Η εν λόγω κλινική αποτελεί τον μόνο αντισυμβαλλόμενο του συγκεκριμένου ασφαλισμένου-ιατρού, επομένως αυτός υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Ανεξαρτήτως του αριθμού των ΔΠΥ στις οποίες επιμερίζεται η συμφωνηθείσα αμοιβή, καταβάλλονται εισφορές με βάση το ανώτατο ετήσιο όριο των 70.320 ευρώ, με δεδομένο ότι η οικεία σύμβαση είναι ετήσιας διάρκειας. Αν η ως άνω σύμβαση ήταν διάρκειας 10 μηνών, τότε η συμφωνηθείσα αμοιβή θα αντιστοιχούσε σε 8.000 ευρώ/μήνα, συνεπώς οι εισφορές θα υπολογίζονται επί της ανώτατης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των 5.860,8 ευρώ. Στην τελευταία περίπτωση, και με δεδομένο ότι δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, ο εν λόγω ασφαλισμένος θα καταβάλει κανονικά εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός) για τους υπόλοιπους δύο μήνες του έτους.
γ. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση διάρκειας 10 μηνών για την οποία εκδίδει ΔΠΥ αξίας 5.000 ευρώ. Με δεδομένο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 500 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές αντιστοίχως κατανεμημένες σε βάρος του ασφαλισμένου και σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου κατά τα ως άνω αναφερθέντα. Επιπροσθέτως, για το ποσό που υπολείπεται της ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των αυτοαπασχολουμένων (586,08- 500=86,08 ευρώ), ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός).
δ. Λογιστής εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία και παρέχει παράλληλα διαρκείς υπηρεσίες σε άλλη εταιρία αμειβόμενος με ΔΠΥ. Ο εν λόγω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Επομένως, για τις αποδοχές του από τη μισθωτή εργασία υπολογίζονται εισφορές με βάση το άρθρο 38, για το δε εισόδημά του από την διαρκή παροχή υπηρεσιών σε άλλη εταιρία-αμειβόμενη με ΔΠΥ, καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 παρ. 9.
ε . Ο ίδιος ως άνω ασφαλισμένος που εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία, λαμβάνει και επιπλέον αποδοχές από την ίδια εταιρία με ΔΠΥ. Στην περίπτωση αυτή για το σύνολο του εισοδήματος από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 38. Συνεπώς, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές μισθωτού και, επομένως, η εταιρία καταβάλει τις εισφορές εργοδότη που αντιστοιχούν στο σύνολο του εισοδήματος (αποδοχές από μισθωτή εργασία και εισόδημα από ΔΠΥ).
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Θέμα: Παροχή οδηγιών για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων της ΠΟΛ 1163/2016 (Β’3779/23-11-2016) Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε.
Για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων της ΠΟΛ.1163/15.11.2016 Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. «Διακοπή εργασιών φορολογουμένων (φυσικών, νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων) βάσει του πραγματικού χρόνου παύσης των εργασιών τους», παρέχουμε τις παρακάτω οδηγίες και διευκρινίσεις:
1. Φορολογούμενοι (φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες) που δε διαθέτουν αποθέματα, πάγια ή εμπορεύσιμα και δεν έχουν – εφόσον πρόκειται για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για τα οποία προβλέπεται εκ του νόμου στάδιο εκκαθάρισης – χρηματικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις και σκοπεύουν να προβούν σε παύση των εργασιών τους με ημερομηνία διακοπής προγενέστερη της ημερομηνίας δημοσίευσης της ως άνω Απόφασης (ημερομηνία διακοπής μέχρι και 22-11-2016) θα υποβάλουν στον αρμόδιο υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ., στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησής τους, τη δήλωση διακοπής εργασιών (έντυπο Μ4) εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία του πραγματικού χρόνου παύσης των εργασιών τους.
Εξαιρετικά, τα φυσικά πρόσωπα που δε διαθέτουν αποθέματα, πάγια ή εμπορεύσιμα θα προβαίνουν στη διακοπή των εργασιών τους με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις της ΠΟΛ.1163/15.11.2016 Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. και στις περιπτώσεις που η ημερομηνία διακοπής τους είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας δημοσίευσης της ανωτέρω απόφασης.
Μετά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 74 του ν. 4443/2016 (Α’232/9-12-2016), τα υπόχρεα εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, που σκοπεύουν να προβούν στην παύση των εργασιών τους με ημερομηνία διακοπής προγενέστερη της ημερομηνίας δημοσίευσης της ΠΟΛ.1163/15.11.2016 Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε., ανεξάρτητα αν έχουν εγγραφεί ή μη στο ΓΕ.ΜΗ., θα υποβάλουν τη δήλωση διακοπής εργασιών χωρίς την προσκόμιση σχετικού δικαιολογητικού ( αποδεικτικού λύσης) από την αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ.
Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που εξαιρούνται της εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. και το έγγραφο σύστασής τους καταχωρείται σε άλλο Μητρώο ή Βιβλίο εκτός Γ.Ε.ΜΗ. όπως σωματείο, αγροτικός συνεταιρισμός, αστική εταιρεία που δεν επιδιώκει οικονομικό σκοπό, κοινοπραξία που δεν ασκεί εμπορική δραστηριότητα, κ.λπ. θα συνυποβάλουν με τη δήλωση διακοπής εργασιών το έγγραφο λύσης τους νομίμως δημοσιευμένο, χωρίς η ημερομηνία δημοσίευσης της λύσης να είναι δεσμευτική για τη διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Στην περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης διακοπής εργασιών επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 2 περ. α’ του άρθρου 54 του ν. 4174/2013 σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που έχουν δοθεί με την ΠΟΛ.1252/20.11.2015 (ΑΔΑ: 6ΩΝΥΗ-6ΩΗ) εγκύκλιο.
Εξαιρετικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν.4446/2016 (Α’ 240) δεν επιβάλλεται πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής στις δηλώσεις διακοπής εργασιών που υποβάλλονται από 22-12-2016 μέχρι και 31-5-2017, εφόσον η προθεσμία για την υποβολή τους είχε λήξει μέχρι τις 30-9-2016.
2. Περαιτέρω, με την υποβολή της δήλωσης διακοπής εργασιών στη Δ.Ο.Υ., ελέγχεται πρωτίστως από τον αρμόδιο υπάλληλο εάν έχει καταχωρηθεί στο Υποσύστημα Μητρώου TAXIS σε χρόνο μεταγενέστερο της αιτηθείσας ημερομηνίας διακοπής εργασιών, μεταβολή ως προς τα στοιχεία άσκησης της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.
Στην περίπτωση που οι φορολογούμενοι έχουν υποβάλει δήλωση μεταβολής εργασιών ως προς τα στοιχεία της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας στη Δ.Ο.Υ. όπως αλλαγή επωνυμίας, έδρας, Κ.Α.Δ. (με εξαίρεση την απλή αντιστοίχιση Κ.Α.Δ., για το οποίο βλ. παρακάτω παρ.3), μελών/εταίρων, διαχειριστών, μελών Δ.Σ., νομίμων εκπροσώπων, καθεστώτων Φ.Π.Α., ενδοκοινοτικών συναλλαγών κ.λπ. με ημερομηνία μεταβολής μεταγενέστερη της αιτηθείσας ημερομηνίας διακοπής, η ημερομηνία διακοπής της επιχείρησης δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας μεταβολής της τελευταίας καταχωρηθείσας δήλωσης μεταβολής εργασιών.
Και τούτο διότι οι φορολογούμενοι, ως ενεργές επιχειρήσεις, ενημέρωσαν, ως όφειλαν, τη Φορολογική Διοίκηση με τις μεταβολές που είχαν επέλθει στην επιχείρησή τους, τη συγκεκριμένη χρονικά ημερομηνία, με βάση το ισχύον κάθε φορά νομοθετικό πλαίσιο. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή επρόκειτο για μη ενεργές επιχειρήσεις, έπρεπε να προβούν στη διακοπή των εργασιών τους.
Εξαιρετικά, στην περίπτωση που φορολογούμενος – φυσικό πρόσωπο – που χρησιμοποιεί την κατοικία του ως έδρα, έχει υποβάλει δήλωση μεταβολής για αλλαγή κατοικίας – έδρας (λόγω μετακόμισης) στη Δ.Ο.Υ., η υποβολή της δήλωσης αυτής δεν επηρεάζει την ημερομηνία διακοπής βάσει πραγματικού χρόνου, εφόσον διαπιστώνεται η μη συνέχιση άσκησης της δραστηριότητας με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις της ΠΟΛ.1163/15.11.2016 Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε.
Τα φυσικά πρόσωπα που έχουν υποβάλει δήλωση μεταβολής στη Δ.Ο.Υ. για αλλαγή στοιχείων όπως η διεύθυνση κατοικίας, ο αριθμός δελτίου ταυτότητας ή άλλα προσωπικά στοιχεία, μπορούν να προβούν στη διακοπή των εργασιών της επιχείρησής τους με βάση τον πραγματικό χρόνο παύσης των εργασιών της εφόσον πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις που ορίζονται με την ΠΟΛ.1163/15.11.2016 Απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε.
Ως εκ τούτου για τις παραπάνω περιπτώσεις από την αρμόδια υπηρεσία για την καταχώρηση της Δήλωσης Διακοπής Εργασιών, θα γίνεται προηγουμένως οίκοθεν μεταβολή της ημερομηνίας των συγκεκριμένων δηλώσεων όπου η εν λόγω ημερομηνία μεταβολής θα αντικαθίσταται με την αιτούμενη ημερομηνία ‘Διακοπής Εργασιών με βάση τον πραγματικό χρόνο’. Η διαδικασία αυτή θα ολοκληρώνεται με την καταχώρηση της παρατήρησης : ‘Μεταβολή ημερομηνίας δήλωσης λόγω Διακοπής Εργασιών βάσει πραγματικού χρόνου (ΠΟΛ : 1163/2016 , ΠΟΛ : αριθμός που θα λάβει η παρούσα).
Ειδικά για την περίπτωση που η μεταβολή αφορά σε ‘Μεταγραφή σε άλλη Δ.Ο.Υ.’ η καταχώρηση της Δήλωσης Διακοπής Εργασιών ολοκληρώνεται σε συνεργασία με την κεντρική υποστήριξη.
3. Με την 1117989/2301/ΔΜ/ΠΟΛ.1157/26.11.2008 εγκύκλιο, η οποία εκδόθηκε για την ορθή εφαρμογή της 1100330/1954/ΔΜ/ΠΟΛ.1133/6.10.2008 (Β’2149) Α.Υ.Ο.Ο. «Καθορισμός Νέας Εθνικής Ονοματολογίας Οικονομικών Δραστηριοτήτων (Κ.Α.Δ. 2008)», ορίζεται ότι, φορολογούμενοι που θα υποβάλλουν δήλωση διακοπής εργασιών με ημερομηνία μετά την 1-12-2008 (ημερομηνία έναρξης ισχύος της Απόφασης – Κ.Α.Δ. 2008) και δεν έχουν προβεί στην αντιστοίχιση των Κ.Α.Δ. οφείλουν πριν την υποβολή της δήλωσης διακοπής εργασιών στη Δ.Ο.Υ. να προβούν στην αντιστοίχιση αυτών.
Φορολογούμενοι που θα υποβάλουν δήλωση διακοπής εργασιών με ημερομηνία προγενέστερη της 1-12-2008 δεν έχουν υποχρέωση αντιστοίχισης.
Σε κάθε περίπτωση η αντιστοίχιση των Κ.Α.Δ. δεν επηρεάζει την ημερομηνία διακοπής βάσει πραγματικού χρόνου.
Κατά συνέπεια για τις περιπτώσεις που έχει καταχωρηθεί δήλωση μεταβολής στο Μητρώο αποκλειστικά για την αντιστοίχηση των Κ.Α.Δ. σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την ημερομηνία της αιτούμενης Διακοπής Εργασιών με βάση τον πραγματικό χρόνο, από την αρμόδια υπηρεσία για την καταχώρηση της δήλωσης διακοπής εργασιών, θα γίνεται προηγουμένως οίκοθεν μεταβολή της ημερομηνίας Αντιστοίχησης των Κ.Α.Δ. όπου θα αντικαθίσταται με την αιτούμενη ημερομηνία ‘Διακοπής Εργασιών με βάση τον πραγματικό χρόνο’. Η διαδικασία αυτή θα ολοκληρώνεται με την καταχώρηση της παρατήρησης : ‘Μεταβολή ημερομηνίας αντιστοίχησης Κ.Α.Δ. λόγω Διακοπής Εργασιών βάσει πραγματικού χρόνου (ΠΟΛ : 1163/2016, ΠΟΛ : αριθμός που θα λάβει η παρούσα).
Στις περιπτώσεις που έχουν επέλθει μεταβολές στα στοιχεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας των φορολογουμένων όπως αλλαγή μελών, εταίρων, διαχειριστών, υποχρεωτική αλλαγή καθεστώτων Φ.Π.Α. κ.λπ. χωρίς να έχουν υποβληθεί οι σχετικές δηλώσεις στη Δ.Ο.Υ., οι φορολογούμενοι οφείλουν πριν την υποβολή της δήλωσης διακοπής εργασιών τους, να υποβάλουν τις σχετικές δηλώσεις σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
Διευκρινίζεται ότι, τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που πρόκειται να δηλώσουν μεταβολές ως προς τα στοιχεία της επιχείρησής τους με ημερομηνία μεταβολής προγενέστερη της ημερομηνίας δημοσίευσης της Απόφασης (μέχρι 22-11-2016) αφού δηλώσουν τις εν λόγω μεταβολές, μπορούν να προβούν στη διακοπή εργασιών με βάση τον πραγματικό χρόνο παύσης των εργασιών τους εφόσον πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις που ορίζονται με την ΠΟΛ.1163/15.11.2016 Απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε.
Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που πρόκειται να δηλώσουν μεταβολές ως προς τα στοιχεία της επιχείρησής τους με ημερομηνία μεταβολής μεταγενέστερη της ημερομηνίας δημοσίευσης της Απόφασης (από 23-11-2016), αφού δηλώσουν τις εν λόγω μεταβολές, μπορούν να προβούν στη διακοπή των εργασιών τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ΠΟΛ.1006/31.12.2013 Απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. όπως ισχύει και τις οδηγίες που έχουν δοθεί με την ΠΟΛ.1045/10.2.2015 εγκύκλιο συνυποβάλλοντας με τη δήλωση διακοπής εργασιών τα, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά, όπως ανακοίνωση διαγραφής από Γ.Ε.ΜΗ., έγγραφο λύσης τους νομίμως καταχωρημένο ή ισολογισμό λήξης εκκαθάρισης νομίμως δημοσιευμένο.
4. Επισημαίνεται ότι για φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, η επαλήθευση περί μη ύπαρξης επαγγελματικού οχήματος ιδιωτικής χρήσεως, πρέπει να αφορά την ημερομηνία μέχρι την προσέλευση στη Δ.Ο.Υ. για τη διακοπή χωρίς να κωλύεται η διακοπή βάσει του πραγματικού χρόνου παύσης των εργασιών τους.
Αυτονόητο είναι ότι λοιπές υποχρεώσεις, όπως η καταβολή τελών κυκλοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν έως την κατάθεση των πινακίδων ή την οριστική διαγραφή του οχήματος κ.λπ.
5. Επισημαίνεται ότι για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που προβαίνουν σε παύση των εργασιών τους με ημερομηνία διακοπής προγενέστερη της ημερομηνίας δημοσίευσης της ΠΟΛ.1163/15.11.2016 Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. (ήτοι, ημερομηνία διακοπής μέχρι και 22-11-2016), ως ημερομηνία λήξης της εκκαθάρισης ή διάλυσης, κατά περίπτωση, για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 68 του ν.4172/2013, λογίζεται η ημερομηνία του πραγματικού χρόνου παύσης εργασιών.
Διευκρινίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, για τη διακοπή των εργασιών των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, θα πρέπει να έχουν υποβληθεί όλες οι φορολογικές δηλώσεις των φορολογικών ετών μέχρι και τον πραγματικό χρόνο της παύσης εργασιών.
Επίσης τονίζεται ότι κατά τη δηλούμενη ημερομηνία παύσης εργασιών δεν θα πρέπει να υπάρχουν ακίνητα (συνυποβάλλεται δε σχετική υπεύθυνη δήλωση κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 1 της ΠΟΛ.1163/15.11.2016), δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπάρχει δυνατότητα υποβολής (τροποποιητικών) δηλώσεων ή χορήγησης πιστοποιητικών ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα έτη μετά τη διακοπή. Για το λόγο αυτό ελέγχεται αν μετά τη δηλούμενη ημερομηνία παύσης εργασιών υπάρχουν δηλώσεις ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξεις διοικητικού προσδιορισμού του φόρου.
Επισημαίνεται ότι στον έλεγχο αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται οι δηλώσεις νομικών προσώπων Φ.Α.Π. ετών 2010 -2013 και Ε.Τ.Α.Κ. ετών 2008 – 2009, οι οποίες υποβάλλονταν χειρόγραφα.
6. Χρειάζεται επίσης να σημειωθεί ότι η ημερομηνία διακοπής εργασιών επιχείρησης, είτε η διακοπή έγινε κατόπιν έκθεσης ελέγχου της Δ.Ο.Υ. είτε λόγω λύσης του καταστατικού των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που έχει νομίμως δημοσιευθεί, σύμφωνα με το ισχύον κάθε φορά νομοθετικό πλαίσιο, είναι μία και μοναδική (καταληκτική), δεν τροποποιείται και οι φορολογούμενοι δεν δύνανται να την αντικαταστήσουν με άλλη προγενέστερη.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Εγκύκλιος Ε.Φ.Κ.Α. αρ. 4/2017 Ασφάλιση στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) – κατ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4387/2016 -Μελών Εταιριών ή Συνεταιρισμών και Μελών Διοικητικού Συμβουλίου Ανωνύμων Εταιριών ή Αγροτικών Συνεταιρισμών, για τις αμοιβές που λαμβάνουν, είτε στα πλαίσια εξαρτημένης εργασίας, είτε με την ιδιότητα του μέλους Δ.Σ.
Αθήνα 2/2/2017
Α.Π. : 19
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Κ Ε Ν Τ Ρ Ι Κ Η Υ Π Η Ρ Ε Σ Ι Α
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ και ΕΛΕΓΧΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
ΘΕΜΑ : «Ασφάλιση στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) – κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4387/2016 -Μελών Εταιριών ή Συνεταιρισμών και Μελών Διοικητικού Συμβουλίου Ανωνύμων Εταιριών ή Αγροτικών Συνεταιρισμών, για τις αμοιβές που λαμβάνουν, είτε στα πλαίσια εξαρτημένης εργασίας, είτε με την ιδιότητα του μέλους Δ.Σ.»
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 38, 41, 51, 53 και 97 του ν.4387/2016 (Φ.Ε.Κ.85/τ.Α’/12-5-2016) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις», όπως ισχύουν και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την εφαρμογή τους:
1. ΣΥΣΤΑΣΗ Ε.Φ.Κ.Α. – ΕΝΑΡΞΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ – ΕΝΤΑΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ Ε.Φ.Κ.Α. ( Άρθρα 51 και 53 ν.4387/2016)
Όπως είναι γνωστό, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν.4387/2016 προβλέπεται η σύσταση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) ως Ν.Π.Δ.Δ. το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με έναρξη λειτουργίας του την 1/1/2017.
Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 53 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ο Ε.Φ.Κ.Α αποτελείται από ένα (1) κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, στον οποίο εντάσσονται αυτοδίκαια, Φορείς, Κλάδοι, Τομείς και Λογαριασμοί.
Με τις διατάξεις της παρ.3, στοιχ. γ, δ και ε, του άρθρου 38, του ν.4387/2016, ορίζονται τα ακόλουθα:
«3. Καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67% για τον εργαζόμενο και 13,33% για τον εργοδότη για τις ακόλουθες, ιδίως, κατηγορίες ασφαλισμένων, διατηρούμενης σε ισχύ του τεκμηρίου της ρύθμισης του άρθρου 2 παρ.1 του α. ν.1846/1951:
γ. Ο διευθυντής, γενικός διευθυντής, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι, διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών εφόσον συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας για τις εισπραττόμενες αμοιβές, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζόμενων επί του συνολικού ποσού των αμοιβών.
δ. Τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζόμενων επί της αμοιβής κατ’ αποκοπή.
ε. Τα μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών εφόσον λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζόμενων επί της αμοιβής.
Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις υπηρεσίες τους περιοδικά έναντι παροχής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ».
Συνεπώς, από 1/1/2017 συνεχίζουν να έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για τα πρόσωπα που ως διευθυντές, γενικοί διευθυντές, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι, διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως προς το νομικό πρόσωπο της εταιρείας ή του συνεταιρισμού με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ, εντάσσονται ως νέα κατηγορία ασφαλισμένων – εισφερόντων στον ΕΦΚΑ τα μέλη Δ.Σ. Ανωνύμων Εταιριών και Αγροτικών Συνεταιρισμών για τις αμοιβές που λαμβάνουν με την ιδιότητα του μέλους Δ.Σ., οι οποίες δεν σχετίζονται με σύναψη σχέσης εξαρτημένης εργασίας.
Οι ασφαλιστικές εισφορές για την νέα κατηγορία υπαγόμενων προσώπων (αμοιβές Μελών Δ.Σ.) υπολογίζονται για τους κλάδους κύριας σύνταξης, ασθένειας σε είδος και χρήμα και επικουρική κάλυψη, όχι όμως για τους οι συνεισπραττόμενους κλάδους του Ο.Α.Ε.Δ. – Ο.Ε.Κ. – Ο.Ε.Ε. που σχετίζονται με την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Οι δε ασφαλιστικές εισφορές κάθε φορά υπολογίζονται επί της όποιας μορφής αμοιβής λαμβάνουν λόγω ιδιότητος.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ
Α.
ΠΑΡΕΧΟΝΤΕΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Διευθυντές, γενικοί διευθυντές, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι, διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών, οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία.
Β.
ΑΜΟΙΒΕΣ ΜΕΛΩΝ Δ.Σ.
Μέλη Δ.Σ. Ανωνύμων Εταιριών, εφόσον λαμβάνουν αμοιβή.
Μέλη Δ.Σ. Αγροτικών Συνεταιρισμών, εφόσον λαμβάνουν αμοιβή.
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΛΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣΜε τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν.4387/2016 το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης εργοδότη – ασφαλισμένου για την κατηγορία των υπαγόμενων προσώπων, διαμορφώνεται από 1/1/2017 σε ποσοστό 20% συνολικά, αναλυόμενο σε 13,33% εισφορά εργοδότη και 6,67% εισφορά ασφαλισμένου , αντίστοιχα.
ΕΙΣΦΟΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ
ΕΙΣΦΟΡΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ
ΣΥΝΟΛΟ
6,67% από 1/1/2017
13,33% από 1/1/2017
20,00% από 1/1/2017
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣΣύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 4387/2016, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.4425/2016 (185/Α730-9-16) ορίζεται ότι:
«1. Από 1/1/2017 η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης των μισθωτών και λοιπών κατηγοριών που υπάγονται στον ΕΟΠΥΥ , των οποίων οι ασφαλιστικές εισφορές κλάδου σύνταξης υπολογίζονται κατά τα προβλεπόμενα του παρόντος νόμου, ορίζεται σε ποσοστό 7,10%, επί των πάσης φύσεως αποδοχών και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος, εκ του οποίου 2,15% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 4,30% βαρύνει τον εργοδότη και ποσοστό 0,65% για παροχές σε χρήμα, εκ του οποίου 0,40% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 0,25% βαρύνει τον εργοδότη.».
Κατά συνέπεια, για τις ανωτέρω κατηγορίες ασφαλισμένων, θα διενεργούνται, από 1/1/2017 και εφεξής, κρατήσεις υπέρ υγειονομικής περίθαλψης, επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων , θανάτου και βαριάς αναπηρίας, σύμφωνα με ποσοστά που αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα :
«1. Από 1/6/2016 και μέχρι τις 31/5/2019, το ποσό της μηνιαίας εισφοράς για την επικουρική ασφάλιση στο Ε.Τ.Ε.Α., όλων των μισθωτών, ασφαλισμένων πριν και μετά την 1/1/1993, υπολογίζεται σε ποσοστό 3,5% για τον ασφαλισμένο και 3,5% για τον εργοδότη επί των ασφαλιστέων αποδοχών του εργαζομένου, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 38. Από 1/6/2019 και μέχρι την 31/5/2022, το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στο Ε.Τ.Ε.Α. όλων των μισθωτών, ασφαλισμένων πριν και μετά την 1/1/1993, υπολογίζεται σε ποσοστό 3,25% για τον ασφαλισμένο και 3,25% για τον εργοδότη επί των ασφαλιστέων αποδοχών του εργαζομένου, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 38. Μετά το πέρας της εξαετίας, το ποσοστό της μηνιαίας εισφοράς επανέρχεται στο ύψος που ίσχυε κατά τις 31/12/2015».
«Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε. Τ.Α.Μ.».
Συνεπώς, από 1/1/2017 εισφορές υπέρ επικουρικής κάλυψης θα παρακρατηθούν τόσο για τα πρόσωπα που συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας (διευθυντές, γενικοί διευθυντές, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι, διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών) όσο και για τα λοιπά πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. ή Αγροτικών Συνεταιρισμών επί των κατ’ αποκοπή αμοιβών που λαμβάνουν.
ΕΙΣΦΟΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ
ΕΙΣΦΟΡΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ
ΣΥΝΟΛΟ
3,5 % Από 1/1/2017 Μέχρι 31/5/2019
3,5 % Από 1/1/2017 Μέχρι 31/5/2019
7% Από 1/1/2017 Μέχρι 31/5/2019
3,25 % Από 1/6/2019
3,25 % Από 1/6/2019
6,5% Από 1/6/2019
Μέχρι 31/5/2022
Μέχρι 31/5/2022
Μέχρι 31/5/2022
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΥΠΕΡ Ο.Α.Ε.Δ., Ο.Ε.Κ. και Ο.Ε.Ε.
Ως γνωστόν, οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση των συνεισπραττόμενων από το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. κλάδων ΑΝΕΡΓΙΑΣ (Ο.Α.Ε.Δ. – Λ.Α.Ε.Κ. Ο.Α.Ε.Δ. – Λ.ΠΕ.ΑΕ) Ο.Ε.Κ. (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ) και Ο.Ε.Ε. (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ).
Συνεπώς, από 1/1/2017 συνεχίζουν να έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα, για τα πρόσωπα που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ενώ για τις νέες κατηγορίες υπαγόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. προσώπων δεν θα υπολογίζονται εισφορές υπέρ συνεισπραττόμενων κλάδων επειδή οι υπό κρίση αμοιβές δεν απορρέουν από σύναψη σχέσης εξαρτημένης εργασίας.
Τα ποσοστά ασφάλισης των συνεισπραττόμενων κλάδων έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν ως ακολούθως:
ΚΛΑΔΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΠΟΣΟΣΤΑ
ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΣ
ΕΡΓΟΔΟΤΟΤΗΣ
ΣΥΝΟΛΟ
ΑΝΕΡΓΙΑ Ο.Α.Ε.Δ
1,83%
3,17%
5%
Λ.Α.Ε.Κ Ο.Α.Ε.Δ.
0,10%
0,36%
0,46%
Λ.Π.Ε.Α.Ε.
0%
0,15%
0,15%
ΣΥΝΟΛΟ
1,93%
3,68%
5,61%
Ο.Ε.Κ. (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ)
1%
0%
1%
Ο.Ε.Ε (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ)
0,35%
0%
0,35%
ΣΥΝΟΛΟ
3,28%
3,68%
6,96%
ΒΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ – ΑΝΩΤΑΤΟ και ΚΑΤΩΤΕΡΟ ΟΡΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ
6.1. ΒΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 α και β του άρθρου 38 του ν. 4387/2016, σχετικά με τη βάση υπολογισμού των εισφορών και το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών των φορέων Κύριας Ασφάλισης που από 1/1/2017 εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., (σχετ. η με αριθμ. 34/2016 εγκύκλιος τ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας.
Ως βάση υπολογισμού των εισφορών ορίζονται οι πάσης φύσεως αποδοχές με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας.
6.2. ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ
Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των ασφαλισμένων και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού, και σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Με τις διατάξεις της παρ. 3 της υπ. ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ 222) ορίστηκε ότι, ο κατώτατος βασικός μισθός άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών ανέρχεται στο ποσό των 586,08 ευρώ.
Συνεπώς, το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των ασφαλισμένων και των εργοδοτών ανέρχεται στο ποσό των 5.860,80 ευρώ και ισχύει από 1-12017.
Το εν λόγω ανώτατο όριο εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής, όσον αφορά όμως μόνο στην εισφορά ασφαλισμένου.
«γ. Η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς μισθωτών με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους, καθορίζεται με βάση το ποσό που αντιστοιχεί στο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.».
Συνεπώς το κατώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών επί πλήρους απασχόλησης για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών που από 1/1/2017 εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. ανέρχεται στο ποσό των 586,08 ευρώ και ισχύει από 1-1-2017.
Στις περιπτώσεις που ο μισθωτός είναι έως 25 ετών η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών της κατηγορίας αυτής με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους είναι η προβλεπόμενη με τις διατάξεις της παρ.3 (περ.β’) της υποπαρ.ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 (Α’222) ήτοι 510,95 ευρώ.
Επισημαίνεται, επίσης, ότι εφόσον η απασχόληση δεν είναι πλήρης, οι εισφορές υπολογίζονται επί των πάσης φύσεως καταβαλλόμενων αποδοχών, έστω κι αν αυτές υπολείπονται της ανωτέρω κατά περίπτωση ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού εισφορών.
Υπενθυμίζουμε ότι η συμφωνία εργαζόμενου – εργοδότη για μερική απασχόληση για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, δηλαδή για απασχόληση μικρότερης διάρκειας από την πλήρη, πρέπει να προκύπτει από σχετική σύμβαση εργασίας. Η συμφωνία αυτή, εργαζόμενου και εργοδότη, εφόσον μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασία με πλήρη απασχόληση.
7. ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Η απεικόνιση των ασφαλιστικών στοιχείων των μελών Δ.Σ. Ανωνύμων Εταιριών και Αγροτικών Συνεταιρισμών, που από 01/01/2017 εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., θα περιλαμβάνεται στις αναλυτικές εγγραφές της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης (Α.Π.Δ.) που υποβάλλει ο εργοδότης στο Ο.Π.Σ. τ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ..
Οι ήδη απογεγραμμένοι εργοδότες στο τ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., θα συμπεριλάβουν τους απασχολούμενους στην Α.Π.Δ. που υποβάλλουν και για το υπόλοιπο απασχολούμενο προσωπικό.
Οι εργοδότες που θα απασχολήσουν προσωπικό πρώτη φορά και δεν έχουν απογραφεί ως εργοδότες του τ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., θα πρέπει να απογραφούν στο Μητρώο Εργοδοτών – Εισφερόντων του Ε.Φ.Κ.Α. (τ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τη συνήθη διαδικασία, στο αρμόδιο Υποκατάστημα τ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. της έδρας του εργοδότη για να του αποδοθεί Αριθμός Μητρώου Εργοδότη – Εισφερόντων.
Για την απεικόνιση των στοιχείων απασχολούμενων στις αναλυτικές εγγραφές της Α.Π.Δ., προϋπόθεση είναι η ύπαρξη του Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.) του απασχολούμενου με τα στοιχεία ταυτότητας (ΕΠΙΘΕΤΟ – ΟΝΟΜΑ – ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΕΡΑ – ΟΝΟΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ – ΗΜ/ΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ – Α.Φ.Μ. κλπ.).
Οι ημερομηνίες υποβολής των ΑΠΔ αναφέρονται σε Γενικά Έγγραφα που εκδίδονται για κάθε έτος. Για το έτος 2017 οδηγίες έχουν δοθεί με το υπ. αριθμ. Ε40/879/19.12.2016 Γ.Ε. της τ. Διεύθυνσης Ασφάλισης – Εσόδων Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ..
Εκτός των ανωτέρω στοιχείων θα πρέπει επιπροσθέτως να καταχωρούνται ανά κατηγορία ασφαλισμένων – εισφερόντων τα εξής:
Α’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
• Για την κατηγορία των «Διευθυντών, γενικών διευθυντών, εντεταλμένων, διευθυνόντων ή συμπραττόντων συμβούλων, διοικητών εταιριών ή συνεταιρισμών που συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας» θα ακολουθείται η συνήθης διαδικασία για την απεικόνιση των ασφαλιστικών στοιχείων αναλόγως Κωδικού Δραστηριότητας της επιχείρησης και αντίστοιχου Κωδικού Ειδικότητας που αποδίδουν Κωδικό Πακέτου Κάλυψης (Κ.Π.Κ.):101 το οποίο αντιστοιχεί σε πλήρη ασφαλιστική κάλυψη των κλάδων σύνταξης, ασθένειας, επικουρικό και των συνεισπραττόμενων κλάδων Ο.Α.Ε.Δ. – Ο.Ε.Κ. – Ο.Ε.Ε..
Ως γνωστό, τα ποσοστά ασφάλισης που αφορούν τον Κ.Π.Κ.:101 έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν ως ακολούθως :
Κ.Π.Κ.
ΕΡΓΟΔΟΤΗ
ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ
ΣΥΝΟΛΟ
101
25,06%
16%
41,06%
Β’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
• Για την καταχώρηση της νέας κατηγορίας «Μέλη Δ.Σ. Ανωνύμων Εταιριών και Αγροτικών Συνεταιρισμών για τις εφάπαξ αμοιβές που λαμβάνουν» θα χρησιμοποιούνται:
Κωδικός Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) «0620» με λεκτική περιγραφή «Μέλη Δ.Σ. Ανωνύμων Εταιριών και Αγροτικών Συνεταιρισμών εφόσον λαμβάνουν αμοιβή» και Κωδικός Ειδικότητας «000401» με λεκτική περιγραφή «Μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και Αγροτικών Συνεταιρισμών, εφόσον λαμβάνουν αμοιβή» οι οποίοι αποδίδουν για την ασφαλιστική κάλυψη Κωδικό Πακέτου Κάλυψης (Κ.Π.Κ.) «071» με λεκτική περιγραφή «Μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και Αγροτικών Συνεταιρισμών, εφόσον λαμβάνουν αμοιβή» και τα παρακάτω ποσοστά ασφαλίστρων:
ΚΑΔ
ΚΩΔ.ΕΙΔ.
Κ.Π.Κ.
ΕΡΓΟΔ.
ΑΣΦ/ΝΟΥ
ΣΥΝΟΛΟ
620
401
71
21,38%
12,72%
34,10%
Στο πεδίο Τύπος Αποδοχών θα χρησιμοποιείται ο Κωδικός Τύπου Αποδοχών : 94 – «εφάπαξ αμοιβές», ο οποίος δεν επιδέχεται καταχώρησης ημερών ασφάλισης.
Σε κάθε περίπτωση στον ανωτέρω τύπο αποδοχών θα δηλώνονται οι αποδοχές που προκύπτουν ως διαφορά μεταξύ ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών και τακτικών αποδοχών υπαλληλικής σχέσης.
Εάν η αμοιβή κατ’ αποκοπή καταβάλλεται άπαξ κατ’ έτος, αυτή διαιρείται δια 12, κατανέμεται σε έκαστο μήνα του έτους και καταβάλλονται οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές (εφόσον είναι ασφαλιστέες).
Εάν η αμοιβή καταβάλλεται τμηματικά ή υπό μορφή προκαταβολής (όποτε αυτή καταβάλλεται) θα υπολογίζονται και οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές στο καταβαλλόμενο ποσό.
Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις οι αμοιβές θα δηλώνονται με την κανονική Α.Π.Δ. του μήνα καταβολής τους, ενώ το ποσό της τελικής εκκαθάρισης θα δηλώνεται με την μισθολογική περίοδο του μήνα Δεκεμβρίου και θα επανυπολογίζονται οι εισφορές για όλη την περίοδο που αφορούν.
Στις εν λόγω περιπτώσεις στις αναλυτικές εγγραφές στα πεδία 34 «Από Ημερομηνία Απασχόλησης» και 35 «Έως Ημερομηνία Απασχόλησης» θα πρέπει να δηλώνεται η αντίστοιχη μισθολογική περίοδος (μήνας, τρίμηνο, έτος, κ.λ.π.) στην οποία αναλογούν οι ασφαλιστικές αποδοχές – εισφορές.
Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα της καταβολής των κατ’ αποκοπή αμοιβών / έναντι αμοιβών (προκαταβολών) με χρήση της Ταυτότητας Πληρωμής Τρεχουσών Εισφορών (Τ.Π.Τ.Ε.) (σχετ. Γ.Ε. : Ε40/907/14.12.2015, Ε40/535/28.7.2015 και E40/433/10.6.2016 της τ. Διεύθυνσης Ασφάλισης – Εσόδων Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.).
Στο πεδίο Ημέρες Ασφάλισης δεν θα γίνεται καταχώρηση, ενώ, ο υπολογισμός των ημερών ασφάλισης θα προκύπτει μετά από έλεγχο του αρμόδιου Υποκαταστήματος της έδρας του εργοδότη.
Ως ημέρες ασφάλισης θα λογίζονται οι πραγματικές ημέρες απασχόλησης – συμμετοχής στο Δ.Σ., όπως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά ή τα σχετικά παραστατικά που πρέπει να προσκομίζονται στο αρμόδιο για τον έλεγχο Υποκατάστημα. Διευκρινίζεται ότι αμοιβή ή έναντι αμοιβής και ημέρες ασφάλισης αναφέρονται στο μήνα απασχόλησης – συμμετοχής στο Δ.Σ..
Επιπλέον, σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο συνδέεται και με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ίδιο εργοδότη η καταχώρηση στην Α.Π.Δ. θα γίνεται με διαφορετικές εγγραφές σύμφωνα με τα ανωτέρω. Εάν το σύνολο των τακτικών του αποδοχών εξαρτημένης εργασίας υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών των 5.860,80 ευρώ, τότε δεν θα δηλώνονται οι αμοιβές λόγω της ιδιότητος του μέλους Δ.Σ..
Επισημαίνουμε ότι τα πρόσωπα της Β’ κατηγορίας (Αμοιβές Μελών Δ.Σ. λόγω ιδιότητας) δεν θα δηλώνονται στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (Πρόσληψη, Πίνακα Προσωπικού κτλ.) της Επιθεώρησης Εργασίας.
Τέλος, συνημμένα της παρούσας, για διευκόλυνσή σας παραθέτουμε:
– ΠΙΝΑΚΕΣ με το σύνολο των εισφορών – επιμεριζόμενων σε αναλογία ασφαλισμένου και εργοδότη και ανά κλάδο ασφάλισης – ανά κατηγορία, και
– ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ σχετικά με την απεικόνιση στην Α.Π.Δ. του Ε.Φ.Κ.Α. των αμοιβών λόγω ιδιότητας των μελών Δ.Σ. σε σχέση με την τήρηση του ανωτάτου ορίου μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών.
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Θέμα: Στατιστικά κατώφλια έτους 2017 για την υποβολή δήλωσης Intrastat.
Σχετικά με το ανωτέρω θέμα σας γνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με το αριθ. πρωτ. 353/Γ4-21 έγγραφο της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής προς την Υπηρεσία μας, τα στατιστικά κατώφλια που ισχύουν από 1.1.2017 έως 31.12.2017, πάνω από τα οποία οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση Intrastat, διαμορφώνονται ως εξής:
α) Εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000€) για τις αφίξεις και
β) Ενενήντα χιλιάδες ευρώ (90.000€) για τις αποστολές.
Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το ανωτέρω έγγραφο, υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης Intrastat για ενδοκοινοτικές συναλλαγές αγαθών που πραγματοποιούνται το έτος 2017 εφόσον, κατά το έτος 2016 οι συνολικές συναλλαγές (αφίξεων ή αποστολών) υπερέβησαν τα ανωτέρω στατιστικά κατώφλια του έτους 2017, ή στην περίπτωση κατά την οποία οι συνολικές συναλλαγές ενδοκοινοτικών αφίξεων και αποστολών αγαθών που πραγματοποιούνται κατά το έτος 2017 υπερβούν τα κατώφλια αυτά.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Αριθ. πρωτ.: ΔΕΑΦ Β 1015698 ΕΞ 2017 Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972 κατά τη μεταβίβαση ευρεθέντος αυτοκινήτου οχήματος σε ασφαλιστική εταιρεία για το οποίο έχει προηγουμένως καταβληθεί αποζημίωση λόγω κλοπής
Αθήνα, 31 Ιανουαρίου 2017
Αριθ. Πρωτ.:ΔΕΑΦ Β 1015698 ΕΞ 2017
Ταχ. Δ/νση:Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας:101 84 Αθήνα
Πληροφορίες:Ε. Πλάνη – Β. Τουζένη
Τηλέφωνο:210 – 3375312
Fax:210 – 3375001
E-Mail:[email protected]
Url: www.aade.gr
ΘΕΜΑ: «Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972 κατά τη μεταβίβαση ευρεθέντος αυτοκινήτου οχήματος σε ασφαλιστική εταιρεία για το οποίο έχει προηγουμένως καταβληθεί αποζημίωση λόγω κλοπής»
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, όπου για την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταβίβασης δικαιώματος κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας, απαιτείται εκ του νόμου να λαμβάνεται υπόψη ή να αναγράφεται σε αυτό η αξία του οχήματος ως εμπορεύματος, αυτή υπολογίζεται ως το πηλίκο των προς καταβολή τελών χαρτοσήμου του οχήματος που ορίζονται με βάση τις διατάξεις αυτού του προεδρικού διατάγματος δια του συντελεστή δέκα οκτώ χιλιοστά της μονάδος (0,018). Με τον ίδιο τρόπο υπολογίζεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος, η αξία του οχήματος ως εμπορεύματος, εκτός αν προκύπτει μεγαλύτερη με βάση το συμβόλαιο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, οπότε και λαμβάνεται υπόψη αυτή. Η αξία του οχήματος ως εμπορεύματος που εξευρίσκεται κατά τα ανωτέρω φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) υποβάλλοντας για το σκοπό σχετική δήλωση από τον πωλητή στον Οικονομικό Έφορο αυτού πριν τη σύντάξη της πράξης μεταβίβασης. Ο αναλογών φόρος καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις η πρώτη εκ των οποίων καταβάλλεται με την υποβολή της δήλωσης. Η αξία αύτη δύναται να υπαχθεί σε φόρο εισοδήματος βάσει των γενικών διατάξεων περί φορολογίας εισοδημάτων, εφόσον συμπεριληφθεί στα λοιπά εισοδήματα του φορολογουμένου στην υποβαλλομένη από αυτόν δήλωση φορολογίας εισοδήματος, του οικείου οικονομικού έτους, διαφορετικά θεωρείται ότι με αυτή την αυτοτελή φορολόγηση εξαντλείται η φορολογική του υποχρέωση. Στην περίπτωση αυτή ο βεβαιωθείς ή καταβληθείς φόρος εισοδήματος που προέκυψε από την αυτοτελή φορολόγηση της αξίας του μεταβιβασθέντος οχήματος ως εμπορεύματος, συμψηφίζεται με τον οφειλόμενο βάσει της δήλωσης φόρο κατά την εκκαθάριση αυτής από τον Οικονομικό Έφορο, το δε τυχόν επιπλέον βεβαιωθέν, κατά τα ανωτέρω, ποσό φόρου εκπίπτεται ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση. Εξαιρείται από την αυτοτελή φορολογία η ωφέλεια, η οποία προκύπτει από τη μεταβίβαση αγροτικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε φυσικό πρόσωπο που ασκεί γεωργική επιχείρηση. Σ’ αυτή την περίπτωση η οικεία δήλωση μεταβίβασης του οχήματος υποβάλλεται χωρίς την καταβολή φόρου εισοδήματος.
2. Από την κατά τα ανωτέρω αυτοτελή φορολογία εξαιρείται, επίσης, η ωφέλεια που προκύπτει από τη μεταβίβαση οχήματος που ανήκει σε επιχείρηση που τηρεί βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992) από 1η Ιανουαρίου 2004 και μετά (παρ. 12 άρθρου 30 ν.3220/2004).
3. Επιπλέον, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν.2238/1994, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τον ν.4172/2013, οριζόταν ότι ως ακαθάριστο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις λαμβάνεται το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων από τις κάθε είδους εμπορικές συναλλαγές αυτών, και περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν.4172/2013, οι οποίες ισχύουν για φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, ορίζεται ότι όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
4. Όπως έχει γίνει δεκτό από τη Διοίκηση, ασφαλιστική αποζημίωση που εισπράττεται για εμπορεύματα που κλάπηκαν αντικαθιστά το τίμημα πώλησης των κλαπέντων και συνεπώς ο λογιστικός χειρισμός δε διαφοροποιείται από εκείνον των πωλήσεων. Επομένως, τα έσοδα από ασφαλιστική αποζημίωση για κλοπή εμπορευμάτων θεωρούνται έσοδα από πώληση αγαθών ως αντισταθμίζοντα τα διαφυγόντα έσοδα από την πώληση των απολεσθέντων εμπορευμάτων. (σχετική και η 114/ΕΛ/ΛΓ1839/1992 γνωμάτευση του Ε.ΣΥ.Λ).
5. Εξάλλου, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2496/1997, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με την παρ. 7 του άρθρου 278 του ν.4364/2016, ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του συμβαλλόμενού της (λήπτη της ασφάλισης) ή του τρίτου, έναντι ασφαλίστρου, α) είτε να καταβάλει παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, σε είδος, όταν επέλθει εκείνο το περιστατικό εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 4 και στο άρθρο 5 περιπτώσεις α’, β’, γ’ και δ’ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), β) είτε να εκτελέσει τις εργασίες του άρθρου 5 περιπτώσεις ε’ ως και θ’ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ.
6. Από στοιχεία που έχουν περιέλθει σε γνώση της υπηρεσίας μας προκύπτει ότι σε περίπτωση κλοπής ασφαλισμένου αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας, η οφειλόμενη αποζημίωση καταβάλλεται από τις ασφαλιστικές εταιρείες μετά την παρέλευση ενός ελάχιστου αριθμού ημερών. Συχνά τα κλαπέντα οχήματα τελικά ευρίσκονται, ακόμα και μετά την παρέλευση πολλών ετών από την επέλευση του γεγονότος της κλοπής, με αποτέλεσμα να παραχωρείται η κυριότητα τους στην ασφαλιστική εταιρεία. Επιπλέον, πολλά ασφαλιστήρια συμβόλαια παρέχουν στον λήπτη της ασφάλισης και ιδιοκτήτη του οχήματος τη δυνατότητα να κρατήσει το ευρεθέν αυτοκίνητο επιστρέφοντας την καταβληθείσα αποζημίωση στην ασφαλιστική εταιρεία.
7. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.δ.1146/1972 εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση μεταβίβασης δικαιώματος κυριότητας ή έτερου εμπραγμάτου δικαιώματος επί αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας με επαχθή αιτία, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής τους κατά τη μεταβίβαση σε ασφαλιστική εταιρεία της κυριότητας επί κλαπέντος αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέτας, το οποίο τελικά ευρέθη μετά την καταβολή του ασφαλίσματος (ασφαλιστική αποζημίωση) στον ιδιοκτήτη του ως λήπτη της ασφάλισης, ελλείψει του στοιχείου της αντιπαροχής. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, δεν προκύπτει υπεραξία για να υπαχθεί σε αυτοτελή φορολόγηση, καθόσον το ασφάλισμα καταβάλεται από την ασφαλιστική εταιρεία έναντι των ασφαλίστρων που είχε καταβάλει κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης και όχι ως αντιπαροχή για την αγορά του αυτοκινήτου οχήματος ή της μοτοσυκλέτας.
Ατομική γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ αριθ. 344/2016 Πεδίο εφαρμογής της έννοιας των «εκκρεμών περιπτώσεων» της διάταξης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 104 του ν. 4387/2016
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Περίληψις ερωτήματος: Αν αι αναγραφόμενοι στο ερώτημα περιπτώσεις επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. εισφορών υπάγονται στο πεδίον εφαρμογής της ερμηνευομένης διατάξεως (του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 104 του ν. 4387/2016).
Ερώτημα
Α. Με το ανωτέρω έγγραφο ερωτάται αν, κατά την έννοιαν της ερμηνευομένης διατάξεως, εκκρεμείς κατά την έναρξιν ισχύος της περιπτώσεις «θεωρούνται όλες αυτές οι περιπτώσεις επιστροφής των εισφορών, που η αίτηση επιστροφής υπεβλήθη μεν μετά την ημερομηνία ισχύος του νόμου (δηλ. μετά την 12/5/2016) ή δεν έχει ακόμα υποβληθεί, η αξίωση όμως προς επιστροφή εισφορών που αχρεωστήτως κατεβλήθησαν είχε ήδη γεννηθεί πριν την 12/5/2016 με αποτέλεσμα την ύπαρξη πιστωτικού υπολοίπου στην καρτέλλα του εργοδότη είτε ως αποτέλεσμα ελέγχου δηλωθέντων καταβληθέντων (ΕΔΚ), είτε μετά από ουσιαστικό έλεγχο για οποιαδήποτε αιτία, δελτία μεταβολής στοιχείων ασφαλισμένου με μετατροπή ή / και ακύρωση χρόνου ασφάλισης (ΑΚΜΕΤ) κ.λπ.» ή «θεωρούνται οι περιπτώσεις επιστροφής των εισφορών, που η σχετική αίτηση υπεβλήθη πριν την ημερομηνία ισχύος του νόμου (δηλ. πριν την 12/5/2016) και δεν έχει ξεκινήσει ή δεν έχει ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη διαδικασία είτε γιατί βρίσκεται στο στάδιο ελέγχου, είτε στο στάδιο έκδοσης της απόφασης ή στο στάδιο πριν την έγκριση της σχετικής απόφασης από το αρμόδιο όργανο αλλά και για οποιοδήποτε άλλο λόγο.».
Νομοθετικό πλαίσιο
Β. Αστικός κώδικας (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Άρθρο 2. «Ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφ’ όσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά.».
Γ. Αν.ν. 1846/1951 (Α’ 179). Άρθρον 27, παρ. 7 [ως η παράγραφος αυτή, αναριθμηθείσα (από παράγραφον 8) δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 56 του ν. 2676/1999 (Α’ 1), αντικατεστάθη με το άρθρον 104 του ν. 4387/2016 (Α’ 85)]. «Εισφορές που έχουν εισπραχθεί αχρεώστητα, επιστρέφονται άτοκα στους δικαιούχους μετά από αίτησή τους. Επιστρέφονται μόνο μετά από συμψηφισμό, είτε με επόμενες οφειλόμενες καταβολές βάσει δηλώσεων ΑΠΔ, εντός έτους, είτε με απόσβεση οφειλής τους, καταρχήν προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για οποιονδήποτε λόγο, και στη συνέχεια για οφειλή τους προς άλλους ασφαλιστικούς φορείς και φορολογικές αρχές. Διατάξεις που προβλέπουν την επιστροφή εντόκως εισφορών που καταβάλλονται αχρεώστητα, παύουν να ισχύουν. Κατ’ εξαίρεση επιστρέφονται εντόκως, έπειτα από αμετάκλητη απόφαση και ακύρωση των πράξεων καταλογισμού, με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο που καθορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, (βάσει του άρθρου 46 του Ν. 3863/2010), όπως αυτό ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσης της απόφασης επιστροφής. Οι εισφορές που εισπράττονται και συνεισπράττονται αχρεώστητα από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, υπέρ κλάδων ασθενείας και για λογαριασμό τρίτων φορέων, δεν επιστρέφονται. Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς περιπτώσεις κατά την έναρξη ισχύος του νόμου.».
Ερμηνεία των διατάξεων – πόρισμα
Δ. Σύμφωνα με την παράγραφον 7 του άρθρου 27 του αν.ν. 1846/1951, ως ίσχυε προ τής κατά τα ρηθέντα αντικαταστάσεώς της, οι εισφορές που κατεβάλλοντο στο Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. αχρεωστήτως, είτε (κυρίως) από εργοδότες, είτε από ασφαλισμένους, επεστρέφοντο σε αυτούς από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. εντόκως προς 5%, άνευ ελέγχου προς διαπίστωσιν τυχόν υπαιτιότητος του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. για το αχρεώστητο της καταβολής (πλείονα περί της επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. εισφορών κατά την προϊσχύσασαν ρύθμισιν εις Λαναράν, «Η Ασφάλιση στο ΙΚΑ» έκδοση 2015 σελ. 405, 406). Το ιδιαιτέρως υψηλόν εις την παρούσαν οικονομικήν συγκυρίαν επιτόκιον (5%) εθεσπίσθη όταν το ύψος των τραπεζικών επιτοκίων εκυμαίνετο άνω του 23%. Παρατηρείται όμως σήμερον ότι εργοδότες, ίσως εκ παραδρομής, καταβάλλουν εισφορές κατά πολύ υψηλότερες των αναγραφομένων εις τις υποβαλλόμενες εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. μηνιαίες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις, ενώ το εν λόγω υψηλό επιτόκιο πιθανόν να οδηγή σε διάπραξη παραβάσεων, διά τον εντοπισμόν των οποίων διενηργήθη έλεγχος εις το μηχανογραφικόν αρχείον του ωλοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος (Ο.Π.Σ.) του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. με τις εξής διαπιστώσεις: Εργοδότες καταβάλλουν επανειλημμένως εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. ασφαλιστικές εισφορές κατά πολύ μεγαλύτερες από τις περιεχόμενες στις ανωτέρω μηνιαίες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις των και εν συνεχεία αιτούνται την έντοκον επιστροφήν των. Διεπιστώθη ότι έχουν επιστραφή τόκοι μέχρι και του ποσού των 150.000,00 ευρώ καθώς και ποσά σε εργολάβους, εντόκως, εξ αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών δΓ απασχοληθέντες εις εκτέλεσιν δημοσίων έργων. Εξ αυτών γεννάται το ερώτημα περί του αν δηλούνται στην αρμοδία δημοσία οικονομική υπηρεσία τα επιστρεφόμενα ποσά εισφορών και τόκων. Αι εκτιθέμεναι στην οικείαν αιτιολογικήν έκθεσιν ως άνω διαπιστώσεις ωδήγησαν εις την ανωτέρω αντικατάστασιν της παραγράφου 7 του άρθρου 27 του αν. ν. 1846/1951.
Ε. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ. κάθε νέος νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλ. δεν εφαρμόζεται σε γεγονότα και νομικές πράξεις προγενέστερες της ισχύος του. Με τη διάταξη αυτή εκφράζεται η γενικωτέρα αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητος των νόμων η οποία αποβλέπει στην κατά το δυνατόν επίτευξη βεβαιότητος των δικαιωμάτων, ασφαλείας των συναλλαγών και σταθερότητος δικαίου. Όμως η αρχή της μη αναδρομικότητος δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και δεν έχει ηυξημένη τυπική δύναμη. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ’ αρχήν να προσδώση στον νόμο αναδρομική δύναμη, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων [π.χ. το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, την αρχή της ισότητος (Α.Π. 366/1986: «νόμος»)]. Στον νόμον είναι δυνατόν να δοθή αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (εμμέσως), όταν δηλ. από την έννοια και τον σκοπό του συνάγεται η νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμισθούν και παρωχημένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα το οποίον απαγορεύει τον αναδρομικό ποινικό νόμο (άρθρον 7, παρ. 1), τον ψευδοερμηνευτικό νόμο (άρθρον 77, παρ. 2) και τον αναδρομικό φορολογικό νόμο πέραν του προηγουμένου της επιβολής οικονομικού έτους (άρθρον 78, παρ. 2). Από την απόλυτη συνταγματική απαγόρευση αναδρομικότητος αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν επιτρέπεται όμως να υπερβή τα όρια των άρθρων 4 και 17 του Συντάγματος. Από τα ειρημένα προκύπτει ότι με την αναδρομικήν ισχύ νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθή με προγενέστερο νόμο (ΑΠ 391/1985: «νόμος») μόνον εφ’ όσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται εκ λόγων γενικωτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Η νομοθετική εξουσία δύναται με νέους κανόνες να ρυθμίζη έννομες σχέσεις και δικαιώματα που απεκτήθησαν δυνάμει προϊσχυσάντων νόμων ή να προσδίδη σε προϋφιστάμενα πραγματικά περιστατικά έννομες συνέπειες τις οποίες αυτά δεν είχαν κατά το προϊσχύσαν δίκαιον (Ε.Α. 5537/1989: «νόμος») ή να διατάσση ακόμη και κατάργηση δικών σχετικών με τέτοιες έννομες σχέσεις και δικαιώματα. Τέτοια ρύθμιση δεν είναι αντισυνταγματική, εκτός αν δεν έχει γενικόν χαρακτήρα ή συνεπάγεται αφαίρεση της ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωσιν οπότε και αντίκειται στις συνταγματικώς κατωχυρωμένες αρχές της ισότητος και της προστασίας της ιδιοκτησίας. Αν ο νέος νόμος δεν ορίζει άλλως, δεν καταλαμβάνει τις τελεσιδίκως κριθείσες διαφορές. Η αναδρομική ισχύς ενός νόμου διακρίνεται σε γνησία και μη γνησία ανάλογα με την έκταση του ρυθμιστικού πεδίου του. Γνησία αναδρομή υφίσταται όταν ο νόμος ορίζει ή ότι θα εφαρμόζεται και σε δικαιοπραξίες που είχαν καταρτισθή ή και σε γεγονότα ή σχέσεις που υπήρξαν προ της ενάρξεως ισχύος του και επηρεάζει ακόμη και την ισχύ των ή ότι ρυθμίζει και έννομες συνέπειες από δικαιοπραξίες, γεγονότα ή σχέσεις που είχαν επέλθει συμφώνως προς τον παλαιό νόμο. Η διάταξη του άρθρου 2 του Α.Κ. αναφέρεται στη γνησία αναδρομή. Μη γνησία αναδρομή υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει έννομα αποτελέσματα και έννομες συνέπειες που αναπτύσσονται μετά την έναρξιν εφαρμογής του αλλά πηγάζουν έστω και από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις ή γεγονότα που προϋφίσταντο του νέου νόμου, χωρίς όμως να θίγη έννομες συνέπειες που έχουν ήδη επέλθει. Η μη γνησία αναδρομή δεν είναι στην πραγματικότητα αναδρομή: Εμπεδώνει την ενότητα του δικαίου και διά τούτο οι συνταγματικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της αναδρομικότητος δεν ισχύουν δι’ αυτήν. Το ότι ο νόμος δεν έχει κατ’ αρχήν αναδρομικήν ενέργεια δεν σημαίνει ότι δεν δύναται να ρυθμίζη έννομες σχέσεις του παρελθόντος, διότι είναι δυνατό να καταλαμβάνη και σχέσεις οι οποίες εδημιουργήθησαν εις το παρελθόν και εξακολουθούν να λειτουργούν. Το αν οι υφιστάμενες έννομες σχέσεις υπάγονται στο νέο νομοθετικό καθεστώς ή εξακολουθούν να διέπωνται από το παλαιόν αποτελεί ζήτημα ερμηνείας των νόμων. Κατ’ αρχήν ισχύει ο κανών του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων. Κατ’ εξαίρεσιν όμως ο νέος νόμος δύναται, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, να ανατρέψη τα δικαιώματα που απεκτήθησαν βάσει του προηγουμένου καθεστώτος και να υπαγάγη τις υφιστάμενες σχέσεις στο νέο καθεστώς. Συνήθως ο νεώτερος νόμος ρυθμίζει με μεταβατικές διατάξεις το χρονικόν ση μείον ενάρξεως και την έκτασιν ισχύος του (περί των εκτεθέντων Απ. Γεωργιάδης «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου» τρίτη έκδοση σελ. 30, 31 και 32 με περαιτέρω παραπομπάς και παραδείγματα, Παπαντωνίου «Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου» τρίτη έκδοση σελ. 27, Σπυριδάκης «Γενικές Αρχές» 1985 σελ. 16).
ΣΤ. Τόσο στη διοικητική διαδικασία όσο και στη διοικητική (καθώς και στην πολιτική και στην ποινική) δικονομία χρησιμοποιείται ο όρος «υπόθεση». Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ως «υπόθεση» νοείται κάθε ζήτημα που δημιουργείται μετά από αίτηση του διοικουμένου ή αυτεπαγγέλτως από τη διοικητική αρχή εν σχέσει προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων των διοικητικών οργάνων. Στη διοικητική δικονομία ο όρος «υπόθεση» συμπίπτει εννοιολογικώς με τον αφηρημένον όρο «διοικητική διαφορά», όταν χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας ή της αρμοδιότητος των διοικητικών δικαστηρίων. Κατά γενικώτερη δικονομική έννοια, ευρύτερη του όρου «διαφορά», με τον όρο «υπόθεση» νοείται κάθε περίπτωση που ρυθμίζεται από κανόνες δικαίου για την οποία έχει δικαιοδοσία ένα δικαστήριο. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις ως υπόθεση νοείται η συγκεκριμένη διοικητική διαφορά, η οποία αποτελεί το αντικείμενο ωρισμένης δίκης που εκκρεμεί σε ένα διοικητικό δικαστήριο (Σπηλιωτόπουλος «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» 14η έκδοσις αριθμ. 408). Επομένως εις την ερμηνευομένην διάταξιν η οποία είναι κατά την διατύπωσίν της αδιάστικτος και ανεξαίρετος (πρβλ. Ν.Υ.Δ. 659/1987: Ε.Ναυτ.Δ. 1989.368), ο όρος «εκκρεμείς περιπτώσεις» αναφέρεται στις εκκρεμείς υποθέσεις τόσον κατά την δικονομίαν των δικαστηρίων όσον και κατά την διοικητικήν διαδικασίαν, αφού «η διοικητική διαδικασία αντιστοιχεί, μπορεί να πεί κανείς, προς την δικονομίαν των δικαστηρίων» (Τάχος «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο» τρίτη έκδοση σελ. 366). Εκκρεμείς εις την θεσπιζομένην υπό της εμηνευομένης διατάξεως διοικητικήν διαδικασίαν είναι, κατά την έννοιαν της ερμηνευομένης διατάξεως, όλες οι περιπτώσεις οι οποίες εδημιουργήθησαν μετά από αίτηση διοικουμένου ή αυτεπαγγέλτως από διοικητικήν αρχήν εν σχέσει προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων των διοικητικών οργάνων και επί των οποίων μέχρις ενάρξεως ισχύος της ερμηνευομένης διατάξεως δεν είχον εκδοθή οριστικαί διοικητικαί πράξεις περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών ή περί συμψηφισμού αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών (πρβλ. ΣτΕ 2927/2013: «νόμος») και ανεξαρτήτως του σταδίου της διοικητικής διαδικασίας ή του λόγου της μη ολοκληρώσεως της διοικητικής διαδικασίας έως 12-5-2016 [ειρήσθω εν παρόδω ότι οι πράξεις των οργάνων ,του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. που εκδίδονται επί αιτήσεων επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών και οι παραλείψεις των προς απάντησιν επί τοιαύτης αιτήσεως προσβάλλονται κατ’ αρχήν ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού πρωτοδικείου διά προσφυγής κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 (Α’ 268) ασκουμένης υπό του θιγομένου εξ αυτής προσώπου (πρβλ. ΣτΕ 2927/2013 όπ. αν., με παραπομπάς)]. Συνεπώς η ερμηνευομένη διάταξις καταλαμβάνει και τας κατά την έναρξιν ισχύος της εκκρεμείς περιπτώσεις εις τας οποίας α) η σχετική αίτησις υπεβλήθη προ της ενάρξεως ισχύος του νόμου και β) μέχρις ενάρξεως ισχύος της διατάξεως αυτής δεν είχον επιστραφή, ούτε είχον συμψηφισθή αι αχρεωστήτως καταβληθείσαι εισφοραί, είτε διότι δεν είχεν αρχίσει ή δεν είχεν ολοκληρωθή η προβλεπομένη διαδικασία είτε γιατί ευρίσκεται στο στάδιον ελέγχου, ή στο στάδιον εκδόσεως της αποφάσεως (διοικητικής πράξεως) ή στο στάδιο πριν από την έγκριση της σχετικής αποφάσεως από το αρμόδιο όργανο αλλά και για οιονδήποτε άλλον λόγον. Περαιτέρω, αφού στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ως «υπόθεση» νοείται κάθε ζήτημα που δημιουργείται και αυτεπαγγέλτως από τη διοικητική αρχή εν σχέσει προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων των διοικητικών οργάνων, πρέπει να γίνη δεκτόν ότι η ερμηνευομένη διάταξις, ως γνησία αναδρομική, καταλαμβάνει και ρυθμίζει και έννομες συνέπειες από γεγονότα που είχαν επέλθει συμφώνως προς τον παλαιό νόμο, ήτοι όλες τις περιπτώσεις επιστροφής των εισφορών, που η αίτησις επιστροφής των υπεβλήθη μεν μετά την χρονοημερομηνίαν ενάρξεως ισχύος του νόμου ή δεν έχει ακόμη υποβληθή (πρβλ. Ολ ΣτΕ 248/2008 & ΣτΕ 249/2008, ΣτΕ 7/2015, ΣτΕ 1274/2002, ΣτΕ 3547/2000, ΣτΕ 208/1999), η αξίωσις όμως προς επιστροφήν εισφορών, που αχρεωστήτως κατεβλήθησαν, είχεν ήδη γεννηθή προ της 12ης/5ου/2016, με αποτέλεσμα την ύπαρξιν πιστωτικού υπολοίπου στην καρτέλλα του εργοδότη είτε ως αποτέλεσμα ελέγχου δηλωθέντων καταβληθέντων (ΕΔΚ), είτε μετά από ουσιαστικόν έλεγχο για οιανδήποτε αιτίαν.
Απάντησις
Εν όψει τούτων, όλες οι αναγραφόμενες εις το ερώτημα περιπτώσεις επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών υπάγονται στο πεδίον εφαρμογής της διατάξεως του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 104 του ν. 4387/2016.-
Ο Πάρεδρος του Ν.Σ.Κ.
Αντώνης Παπαγεωργίου
ΠΟΛ.1014/2017 Εφαρμογή ή μη των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.), «περί της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής», σε περιπτώσεις αμφισβήτησης πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης που αφορούν τέλη κυκλοφορίας
ΑΘΗΝΑ, 26 Ιανουαρίου 2017
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΕΜΕΣΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ ΤΕΛΩΝ και ΕΙΔ. ΦΟΡΟΛΟΓΙΩΝ
Θέμα: Εφαρμογή ή μη των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.), «περί της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής», σε περιπτώσεις αμφισβήτησης πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης που αφορούν τέλη κυκλοφορίας.
Με αφορμή σχετικά ερωτήματα που υποβάλλονται στην Υπηρεσία μας, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 2 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) καθώς και στο Παράρτημα του ΚΦΔ ορίζονται τα δημόσια έσοδα για τα οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εν λόγω Κώδικα. Τα τέλη κυκλοφορίας αφενός δεν κατονομάζονται ρητώς στο άρθρο 2, αφετέρου δεν περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του Κώδικα και επομένως δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του.
Περαιτέρω, όπως διευκρινίστηκε με την Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ 1002/2013 (άρθρο 1 παρ. 1),ο υπόχρεος που, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 63 Κ.Φ.Δ., αμφισβητεί πράξεις, ρητές ή σιωπηρές, που εκδίδονται ή συντελούνται από 1/1/2014 και εφεξής σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα οφείλει, πριν από την προσφυγή του στη Διοικητική Δικαιοσύνη, να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.
Κατόπιν των ανωτέρω, οποιεσδήποτε πράξεις εκδίδονται από τη Φορολογική Διοίκηση σε βάρος φορολογουμένων αναφορικά με τέλη κυκλοφορίας δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 63 ΚΦΔ και επομένως προσβάλλονται απευθείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής των άρθρων 63 επ. του ν.2719/1999 (Κ.Δ.Δ.).
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Ατομική γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ αριθ. 344/2016 Πεδίο εφαρμογής της έννοιας των «εκκρεμών περιπτώσεων» της διάταξης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 104 του ν. 4387/2016
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Περίληψις ερωτήματος: Αν αι αναγραφόμενοι στο ερώτημα περιπτώσεις επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. εισφορών υπάγονται στο πεδίον εφαρμογής της ερμηνευομένης διατάξεως (του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 104 του ν. 4387/2016).
Ερώτημα
Α. Με το ανωτέρω έγγραφο ερωτάται αν, κατά την έννοιαν της ερμηνευομένης διατάξεως, εκκρεμείς κατά την έναρξιν ισχύος της περιπτώσεις «θεωρούνται όλες αυτές οι περιπτώσεις επιστροφής των εισφορών, που η αίτηση επιστροφής υπεβλήθη μεν μετά την ημερομηνία ισχύος του νόμου (δηλ. μετά την 12/5/2016) ή δεν έχει ακόμα υποβληθεί, η αξίωση όμως προς επιστροφή εισφορών που αχρεωστήτως κατεβλήθησαν είχε ήδη γεννηθεί πριν την 12/5/2016 με αποτέλεσμα την ύπαρξη πιστωτικού υπολοίπου στην καρτέλλα του εργοδότη είτε ως αποτέλεσμα ελέγχου δηλωθέντων καταβληθέντων (ΕΔΚ), είτε μετά από ουσιαστικό έλεγχο για οποιαδήποτε αιτία, δελτία μεταβολής στοιχείων ασφαλισμένου με μετατροπή ή / και ακύρωση χρόνου ασφάλισης (ΑΚΜΕΤ) κ.λπ.» ή «θεωρούνται οι περιπτώσεις επιστροφής των εισφορών, που η σχετική αίτηση υπεβλήθη πριν την ημερομηνία ισχύος του νόμου (δηλ. πριν την 12/5/2016) και δεν έχει ξεκινήσει ή δεν έχει ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη διαδικασία είτε γιατί βρίσκεται στο στάδιο ελέγχου, είτε στο στάδιο έκδοσης της απόφασης ή στο στάδιο πριν την έγκριση της σχετικής απόφασης από το αρμόδιο όργανο αλλά και για οποιοδήποτε άλλο λόγο.».
Νομοθετικό πλαίσιο
Β. Αστικός κώδικας (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Άρθρο 2. «Ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφ’ όσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά.».
Γ. Αν.ν. 1846/1951 (Α’ 179). Άρθρον 27, παρ. 7 [ως η παράγραφος αυτή, αναριθμηθείσα (από παράγραφον 8) δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 56 του ν. 2676/1999 (Α’ 1), αντικατεστάθη με το άρθρον 104 του ν. 4387/2016 (Α’ 85)]. «Εισφορές που έχουν εισπραχθεί αχρεώστητα, επιστρέφονται άτοκα στους δικαιούχους μετά από αίτησή τους. Επιστρέφονται μόνο μετά από συμψηφισμό, είτε με επόμενες οφειλόμενες καταβολές βάσει δηλώσεων ΑΠΔ, εντός έτους, είτε με απόσβεση οφειλής τους, καταρχήν προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για οποιονδήποτε λόγο, και στη συνέχεια για οφειλή τους προς άλλους ασφαλιστικούς φορείς και φορολογικές αρχές. Διατάξεις που προβλέπουν την επιστροφή εντόκως εισφορών που καταβάλλονται αχρεώστητα, παύουν να ισχύουν. Κατ’ εξαίρεση επιστρέφονται εντόκως, έπειτα από αμετάκλητη απόφαση και ακύρωση των πράξεων καταλογισμού, με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο που καθορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, (βάσει του άρθρου 46 του Ν. 3863/2010), όπως αυτό ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσης της απόφασης επιστροφής. Οι εισφορές που εισπράττονται και συνεισπράττονται αχρεώστητα από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, υπέρ κλάδων ασθενείας και για λογαριασμό τρίτων φορέων, δεν επιστρέφονται. Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς περιπτώσεις κατά την έναρξη ισχύος του νόμου.».
Ερμηνεία των διατάξεων – πόρισμα
Δ. Σύμφωνα με την παράγραφον 7 του άρθρου 27 του αν.ν. 1846/1951, ως ίσχυε προ τής κατά τα ρηθέντα αντικαταστάσεώς της, οι εισφορές που κατεβάλλοντο στο Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. αχρεωστήτως, είτε (κυρίως) από εργοδότες, είτε από ασφαλισμένους, επεστρέφοντο σε αυτούς από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. εντόκως προς 5%, άνευ ελέγχου προς διαπίστωσιν τυχόν υπαιτιότητος του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. για το αχρεώστητο της καταβολής (πλείονα περί της επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. εισφορών κατά την προϊσχύσασαν ρύθμισιν εις Λαναράν, «Η Ασφάλιση στο ΙΚΑ» έκδοση 2015 σελ. 405, 406). Το ιδιαιτέρως υψηλόν εις την παρούσαν οικονομικήν συγκυρίαν επιτόκιον (5%) εθεσπίσθη όταν το ύψος των τραπεζικών επιτοκίων εκυμαίνετο άνω του 23%. Παρατηρείται όμως σήμερον ότι εργοδότες, ίσως εκ παραδρομής, καταβάλλουν εισφορές κατά πολύ υψηλότερες των αναγραφομένων εις τις υποβαλλόμενες εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. μηνιαίες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις, ενώ το εν λόγω υψηλό επιτόκιο πιθανόν να οδηγή σε διάπραξη παραβάσεων, διά τον εντοπισμόν των οποίων διενηργήθη έλεγχος εις το μηχανογραφικόν αρχείον του ωλοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος (Ο.Π.Σ.) του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. με τις εξής διαπιστώσεις: Εργοδότες καταβάλλουν επανειλημμένως εις το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. ασφαλιστικές εισφορές κατά πολύ μεγαλύτερες από τις περιεχόμενες στις ανωτέρω μηνιαίες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις των και εν συνεχεία αιτούνται την έντοκον επιστροφήν των. Διεπιστώθη ότι έχουν επιστραφή τόκοι μέχρι και του ποσού των 150.000,00 ευρώ καθώς και ποσά σε εργολάβους, εντόκως, εξ αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών δΓ απασχοληθέντες εις εκτέλεσιν δημοσίων έργων. Εξ αυτών γεννάται το ερώτημα περί του αν δηλούνται στην αρμοδία δημοσία οικονομική υπηρεσία τα επιστρεφόμενα ποσά εισφορών και τόκων. Αι εκτιθέμεναι στην οικείαν αιτιολογικήν έκθεσιν ως άνω διαπιστώσεις ωδήγησαν εις την ανωτέρω αντικατάστασιν της παραγράφου 7 του άρθρου 27 του αν. ν. 1846/1951.
Ε. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ. κάθε νέος νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλ. δεν εφαρμόζεται σε γεγονότα και νομικές πράξεις προγενέστερες της ισχύος του. Με τη διάταξη αυτή εκφράζεται η γενικωτέρα αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητος των νόμων η οποία αποβλέπει στην κατά το δυνατόν επίτευξη βεβαιότητος των δικαιωμάτων, ασφαλείας των συναλλαγών και σταθερότητος δικαίου. Όμως η αρχή της μη αναδρομικότητος δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και δεν έχει ηυξημένη τυπική δύναμη. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ’ αρχήν να προσδώση στον νόμο αναδρομική δύναμη, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων [π.χ. το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, την αρχή της ισότητος (Α.Π. 366/1986: «νόμος»)]. Στον νόμον είναι δυνατόν να δοθή αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (εμμέσως), όταν δηλ. από την έννοια και τον σκοπό του συνάγεται η νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμισθούν και παρωχημένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα το οποίον απαγορεύει τον αναδρομικό ποινικό νόμο (άρθρον 7, παρ. 1), τον ψευδοερμηνευτικό νόμο (άρθρον 77, παρ. 2) και τον αναδρομικό φορολογικό νόμο πέραν του προηγουμένου της επιβολής οικονομικού έτους (άρθρον 78, παρ. 2). Από την απόλυτη συνταγματική απαγόρευση αναδρομικότητος αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν επιτρέπεται όμως να υπερβή τα όρια των άρθρων 4 και 17 του Συντάγματος. Από τα ειρημένα προκύπτει ότι με την αναδρομικήν ισχύ νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθή με προγενέστερο νόμο (ΑΠ 391/1985: «νόμος») μόνον εφ’ όσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται εκ λόγων γενικωτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Η νομοθετική εξουσία δύναται με νέους κανόνες να ρυθμίζη έννομες σχέσεις και δικαιώματα που απεκτήθησαν δυνάμει προϊσχυσάντων νόμων ή να προσδίδη σε προϋφιστάμενα πραγματικά περιστατικά έννομες συνέπειες τις οποίες αυτά δεν είχαν κατά το προϊσχύσαν δίκαιον (Ε.Α. 5537/1989: «νόμος») ή να διατάσση ακόμη και κατάργηση δικών σχετικών με τέτοιες έννομες σχέσεις και δικαιώματα. Τέτοια ρύθμιση δεν είναι αντισυνταγματική, εκτός αν δεν έχει γενικόν χαρακτήρα ή συνεπάγεται αφαίρεση της ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωσιν οπότε και αντίκειται στις συνταγματικώς κατωχυρωμένες αρχές της ισότητος και της προστασίας της ιδιοκτησίας. Αν ο νέος νόμος δεν ορίζει άλλως, δεν καταλαμβάνει τις τελεσιδίκως κριθείσες διαφορές. Η αναδρομική ισχύς ενός νόμου διακρίνεται σε γνησία και μη γνησία ανάλογα με την έκταση του ρυθμιστικού πεδίου του. Γνησία αναδρομή υφίσταται όταν ο νόμος ορίζει ή ότι θα εφαρμόζεται και σε δικαιοπραξίες που είχαν καταρτισθή ή και σε γεγονότα ή σχέσεις που υπήρξαν προ της ενάρξεως ισχύος του και επηρεάζει ακόμη και την ισχύ των ή ότι ρυθμίζει και έννομες συνέπειες από δικαιοπραξίες, γεγονότα ή σχέσεις που είχαν επέλθει συμφώνως προς τον παλαιό νόμο. Η διάταξη του άρθρου 2 του Α.Κ. αναφέρεται στη γνησία αναδρομή. Μη γνησία αναδρομή υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει έννομα αποτελέσματα και έννομες συνέπειες που αναπτύσσονται μετά την έναρξιν εφαρμογής του αλλά πηγάζουν έστω και από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις ή γεγονότα που προϋφίσταντο του νέου νόμου, χωρίς όμως να θίγη έννομες συνέπειες που έχουν ήδη επέλθει. Η μη γνησία αναδρομή δεν είναι στην πραγματικότητα αναδρομή: Εμπεδώνει την ενότητα του δικαίου και διά τούτο οι συνταγματικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της αναδρομικότητος δεν ισχύουν δι’ αυτήν. Το ότι ο νόμος δεν έχει κατ’ αρχήν αναδρομικήν ενέργεια δεν σημαίνει ότι δεν δύναται να ρυθμίζη έννομες σχέσεις του παρελθόντος, διότι είναι δυνατό να καταλαμβάνη και σχέσεις οι οποίες εδημιουργήθησαν εις το παρελθόν και εξακολουθούν να λειτουργούν. Το αν οι υφιστάμενες έννομες σχέσεις υπάγονται στο νέο νομοθετικό καθεστώς ή εξακολουθούν να διέπωνται από το παλαιόν αποτελεί ζήτημα ερμηνείας των νόμων. Κατ’ αρχήν ισχύει ο κανών του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων. Κατ’ εξαίρεσιν όμως ο νέος νόμος δύναται, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, να ανατρέψη τα δικαιώματα που απεκτήθησαν βάσει του προηγουμένου καθεστώτος και να υπαγάγη τις υφιστάμενες σχέσεις στο νέο καθεστώς. Συνήθως ο νεώτερος νόμος ρυθμίζει με μεταβατικές διατάξεις το χρονικόν ση μείον ενάρξεως και την έκτασιν ισχύος του (περί των εκτεθέντων Απ. Γεωργιάδης «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου» τρίτη έκδοση σελ. 30, 31 και 32 με περαιτέρω παραπομπάς και παραδείγματα, Παπαντωνίου «Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου» τρίτη έκδοση σελ. 27, Σπυριδάκης «Γενικές Αρχές» 1985 σελ. 16).
ΣΤ. Τόσο στη διοικητική διαδικασία όσο και στη διοικητική (καθώς και στην πολιτική και στην ποινική) δικονομία χρησιμοποιείται ο όρος «υπόθεση». Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ως «υπόθεση» νοείται κάθε ζήτημα που δημιουργείται μετά από αίτηση του διοικουμένου ή αυτεπαγγέλτως από τη διοικητική αρχή εν σχέσει προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων των διοικητικών οργάνων. Στη διοικητική δικονομία ο όρος «υπόθεση» συμπίπτει εννοιολογικώς με τον αφηρημένον όρο «διοικητική διαφορά», όταν χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας ή της αρμοδιότητος των διοικητικών δικαστηρίων. Κατά γενικώτερη δικονομική έννοια, ευρύτερη του όρου «διαφορά», με τον όρο «υπόθεση» νοείται κάθε περίπτωση που ρυθμίζεται από κανόνες δικαίου για την οποία έχει δικαιοδοσία ένα δικαστήριο. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις ως υπόθεση νοείται η συγκεκριμένη διοικητική διαφορά, η οποία αποτελεί το αντικείμενο ωρισμένης δίκης που εκκρεμεί σε ένα διοικητικό δικαστήριο (Σπηλιωτόπουλος «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» 14η έκδοσις αριθμ. 408). Επομένως εις την ερμηνευομένην διάταξιν η οποία είναι κατά την διατύπωσίν της αδιάστικτος και ανεξαίρετος (πρβλ. Ν.Υ.Δ. 659/1987: Ε.Ναυτ.Δ. 1989.368), ο όρος «εκκρεμείς περιπτώσεις» αναφέρεται στις εκκρεμείς υποθέσεις τόσον κατά την δικονομίαν των δικαστηρίων όσον και κατά την διοικητικήν διαδικασίαν, αφού «η διοικητική διαδικασία αντιστοιχεί, μπορεί να πεί κανείς, προς την δικονομίαν των δικαστηρίων» (Τάχος «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο» τρίτη έκδοση σελ. 366). Εκκρεμείς εις την θεσπιζομένην υπό της εμηνευομένης διατάξεως διοικητικήν διαδικασίαν είναι, κατά την έννοιαν της ερμηνευομένης διατάξεως, όλες οι περιπτώσεις οι οποίες εδημιουργήθησαν μετά από αίτηση διοικουμένου ή αυτεπαγγέλτως από διοικητικήν αρχήν εν σχέσει προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων των διοικητικών οργάνων και επί των οποίων μέχρις ενάρξεως ισχύος της ερμηνευομένης διατάξεως δεν είχον εκδοθή οριστικαί διοικητικαί πράξεις περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών ή περί συμψηφισμού αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών (πρβλ. ΣτΕ 2927/2013: «νόμος») και ανεξαρτήτως του σταδίου της διοικητικής διαδικασίας ή του λόγου της μη ολοκληρώσεως της διοικητικής διαδικασίας έως 12-5-2016 [ειρήσθω εν παρόδω ότι οι πράξεις των οργάνων ,του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. που εκδίδονται επί αιτήσεων επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών και οι παραλείψεις των προς απάντησιν επί τοιαύτης αιτήσεως προσβάλλονται κατ’ αρχήν ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού πρωτοδικείου διά προσφυγής κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 (Α’ 268) ασκουμένης υπό του θιγομένου εξ αυτής προσώπου (πρβλ. ΣτΕ 2927/2013 όπ. αν., με παραπομπάς)]. Συνεπώς η ερμηνευομένη διάταξις καταλαμβάνει και τας κατά την έναρξιν ισχύος της εκκρεμείς περιπτώσεις εις τας οποίας α) η σχετική αίτησις υπεβλήθη προ της ενάρξεως ισχύος του νόμου και β) μέχρις ενάρξεως ισχύος της διατάξεως αυτής δεν είχον επιστραφή, ούτε είχον συμψηφισθή αι αχρεωστήτως καταβληθείσαι εισφοραί, είτε διότι δεν είχεν αρχίσει ή δεν είχεν ολοκληρωθή η προβλεπομένη διαδικασία είτε γιατί ευρίσκεται στο στάδιον ελέγχου, ή στο στάδιον εκδόσεως της αποφάσεως (διοικητικής πράξεως) ή στο στάδιο πριν από την έγκριση της σχετικής αποφάσεως από το αρμόδιο όργανο αλλά και για οιονδήποτε άλλον λόγον. Περαιτέρω, αφού στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ως «υπόθεση» νοείται κάθε ζήτημα που δημιουργείται και αυτεπαγγέλτως από τη διοικητική αρχή εν σχέσει προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων των διοικητικών οργάνων, πρέπει να γίνη δεκτόν ότι η ερμηνευομένη διάταξις, ως γνησία αναδρομική, καταλαμβάνει και ρυθμίζει και έννομες συνέπειες από γεγονότα που είχαν επέλθει συμφώνως προς τον παλαιό νόμο, ήτοι όλες τις περιπτώσεις επιστροφής των εισφορών, που η αίτησις επιστροφής των υπεβλήθη μεν μετά την χρονοημερομηνίαν ενάρξεως ισχύος του νόμου ή δεν έχει ακόμη υποβληθή (πρβλ. Ολ ΣτΕ 248/2008 & ΣτΕ 249/2008, ΣτΕ 7/2015, ΣτΕ 1274/2002, ΣτΕ 3547/2000, ΣτΕ 208/1999), η αξίωσις όμως προς επιστροφήν εισφορών, που αχρεωστήτως κατεβλήθησαν, είχεν ήδη γεννηθή προ της 12ης/5ου/2016, με αποτέλεσμα την ύπαρξιν πιστωτικού υπολοίπου στην καρτέλλα του εργοδότη είτε ως αποτέλεσμα ελέγχου δηλωθέντων καταβληθέντων (ΕΔΚ), είτε μετά από ουσιαστικόν έλεγχο για οιανδήποτε αιτίαν.
Απάντησις
Εν όψει τούτων, όλες οι αναγραφόμενες εις το ερώτημα περιπτώσεις επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών υπάγονται στο πεδίον εφαρμογής της διατάξεως του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 104 του ν. 4387/2016.-
Ο Πάρεδρος του Ν.Σ.Κ.
Αντώνης Παπαγεωργίου
ΠΟΛ.1002/2017 Συμπλήρωση της ΠΟΛ 1004/2015 απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. περί του πιστοποιητικού του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013
ΠΟΛ 1002/2017
(ΦΕΚ Β’ 114/24-01-2017)
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 (Α’ 170) και ειδικότερα, τις διατάξεις της παραγράφου 7 αυτού, με τις οποίες εξουσιοδοτείται ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων να καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο (πληροφορίες και στοιχεία) του πιστοποιητικού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), τη διαδικασία χορήγησής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
2. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (Α’ 94) και ειδικότερα των άρθρων 1, 2, 13, 14, 17 και 41, όπως ισχύουν.
3. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α’), όπως ισχύει, περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 και της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.
4. Την αριθ. 1/20.01.2016 (ΦΕΚ 18/τ. Υ.Ο.Δ.Δ./20.01.2016) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.
5. Την αριθ. Δ6Α 1036682 ΕΞ 2014/25.2.2014 (Β’ 478 και 558) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής «Με εντολή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων» σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης», όπως ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.
6. Τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 10 και 13 του ν. 4223/2013 (Α’ 287).
7. Τις διατάξεις του άρθρου 48 του νόμου 3842/2010 (Α’ 58).
8. Τις ΠΟΛ.1004/2.1.2015, ΠΟΛ.1015/14.1.2015 και ΠΟΛ.1114/5.6.2015 (Β’ 2, 245 και 1093 αντίστοιχα) αποφάσεις Γ.Γ.Δ.Ε.
9. Το γεγονός ότι με την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη στον Κρατικό Προϋπολογισμό,
αποφασίζουμε:
1. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 1 της ΠΟΛ.1004/2.1.2015 απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε., όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση vii ως ακολούθως:
«vii. Πιστοποιητικό το οποίο χορηγείται σε έκτακτες περιπτώσεις, όταν υπάρχει πλήρης αδυναμία του μηχανογραφικού συστήματος για ηλεκτρονική έκδοση αυτού, ύστερα από απόφαση της Διεύθυνσης Εφαρμογής Φορολογίας Κεφαλαίου.
2. Μετά το άρθρο 5 της ΠΟΛ.1004/2.1.2015 απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε., όπως ισχύει, προστίθεται άρθρο 6 ως εξής και το άρθρο 6 αναριθμείται σε 7.
«Άρθρο 6
Χορήγηση πιστοποιητικού μετά από έλεγχο Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει συντεθεί ή υποβληθεί δήλωση Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.) ή Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) για το σύνολο της ακίνητης περιουσίας ή για μέρος αυτής, αλλά έχει εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για τις ανωτέρω φορολογίες, αρμόδιος για τη χορήγηση πιστοποιητικού για ακίνητο ή εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, το οποίο περιλαμβάνεται στην οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, είναι ο προϊστάμενος που είναι αρμόδιος για την έκδοση αυτής, μετά από αίτηση του φορολογουμένου.
Η αυτή διαδικασία εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα στοιχεία του ακινήτου, κατόπιν ελέγχου, διαφοροποιούνται των δηλωθέντων.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ακίνητο έχει συμπεριληφθεί σε δηλώσεις – πράξεις προσδιορισμού Φ.Α.Π. ή ΕΝ.Φ.Ι.Α. για ορισμένα έτη, για τα έτη αυτά ακολουθείται η οριζόμενη στα άρθρα 1 έως και 5 διαδικασία της παρούσας. Η αυτή διαδικασία ακολουθείται και στην περίπτωση κατά την οποία έχει εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου χωρίς μεταβολή του δηλωθέντος ακινήτου για το οποίο ζητείται το πιστοποιητικό.
Ο τύπος και το περιεχόμενο της αίτησης καθώς και του πιστοποιητικού έχει ως το συνημμένο υπόδειγμα 6. Η αίτηση υποβάλλεται σε δύο (2) αντίτυπα, εκ των οποίων το πρώτο χορηγείται συμπληρωμένο στο φορολογούμενο ως πιστοποιητικό.
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 διαδικασία για τη χορήγηση πιστοποιητικού σε ειδικές περιπτώσεις εφαρμόζεται ανάλογα και στις ανωτέρω περιπτώσεις.
Ειδικά για τη χορήγηση πιστοποιητικού της παραγράφου 4 του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 απαιτείται η υποβολή αίτησης από το φορολογούμενο σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα 7. Ο τύπος και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού έχουν ως το συνημμένο υπόδειγμα 8.
3. Η περίπτωση 1 του άρθρου 7 αναδιατυπώνεται ως ακολούθως:
«1. Στην παρούσα επισυνάπτονται οκτώ (8) υποδείγματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής.»