Αριθ. πρωτ.: Φ. 80000/οικ. 48653/1865/ 2016 Γνωστοποίηση διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 4387/2016 (ΦΕΚ 85, Α’) και παροχή οδηγιών σχετικά με το ανώτατο όριο καταβολής της σύνταξης

Αθήνα 30 /11 /2016
Α.Π. Φ.80000/οικ. 48653/ 1865

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Δ/νση Οικονομικής Εποπτείας και Επιθεώρησης ΝΠ
Πληροφορίες: Παν. Νιάρχος
Τηλ: 310 – 33 68 273
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΟΙΝ/ΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Δ/νση Κύριας Ασφ/σης Μισθωτών και Ασθένειας
Πληροφορίες: κ. Α. Καραμπλιάνη
Τηλ. 2131516799
Δ/νση Κύριας Ασφ/σης Αυτοαπασχολουμένων και Αγροτών
Πληροφορίες: Ε. Ράπτη
Τηλ. : 210 33 68 109
Δ/νση Πρόσθετης Ασφάλισης
Πληροφορίες: Α. Παπανικολοπούλου
Τηλ: 213 1616 774
Ταχ. Δ/νση : Σταδίου 29, 101 10 Αθήνα

ΘΕΜΑ: «Γνωστοποίηση διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 4387/2016 (ΦΕΚ 85, Α’) και παροχή οδηγιών σχετικά με το ανώτατο όριο καταβολής της σύνταξης»

Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 85, τεύχος Α’/12.5.2016 δημοσιεύτηκε ο νόμος 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού- συνταξιοδοτικού συστήματος-Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις».

Με το άρθρο 13 του ανωτέρω νόμου θεσπίζεται ανώτατο όριο καταβολής της σύνταξης. Στο πλαίσιο αυτό, για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων από τις υπηρεσίες σας αλλά και την πληροφόρηση των ενδιαφερομένων, επισημαίνουμε τα ακόλουθα:

Α. ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Οι καταβαλλόμενες/καταβλητέες κατά την 12/5/2016 κύριες και επικουρικές συντάξεις καθώς και σε όσες εφαρμόζονται ως προς τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης οι προγενέστερες του ν. 4387/2016 διατάξεις, οι οποίες από 1.1.2017 θα χορηγούνται από τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ.

Β. ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Μέχρι την 31.12.2018, το καταβαλλόμενο ποσό κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης των προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 4387/2016, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 2.000€. Η καταβολή του ποσού που υπερβαίνει τα 2.000€, αναστέλλεται μέχρι και την 31-12-2018.

Γ. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΣΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

1.α. Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ως καταβαλλόμενο ποσό ατομικής μηνιαίας κύριας σύνταξης λαμβάνεται υπόψη το ακαθάριστο ποσό της ατομικής μηνιαίας κύριας σύνταξης συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως προσαυξήσεων (επίδομα τέκνων, συζύγου), επιδόματος απόλυτης αναπηρίας, εξωιδρυματικού επιδόματος, ειδικής προσαύξησης ΤΣΜΕΔΕ, προσαύξησης μονοσυνταξιούχων ΤΣΑΥ , αφαιρουμένων των μειώσεων-κρατήσεων με βάση τις διατάξεις:
– ν. 4024/2011 ( άρθρο 2 παρ. 1 και 2,),
– ν. 4051/2012 ( άρθρο 6 παρ. 1,)
– ΥΑ 476/28.2.2012 (ΦΕΚ 499,Β)
– ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 περ. 1 και παρ. Β Υποπαρ. Β3 περ. α
β. Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ως καταβαλλόμενο ποσό ατομικής μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λαμβάνεται υπόψη το ακαθάριστο ποσό της ατομικής μηνιαίας επικουρικής σύνταξης συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως προσαυξήσεων (επίδομα τέκνων, συζύγου), επιδόματος απόλυτης αναπηρίας, αφαιρουμένων των μειώσεων-κρατήσεων με βάση τις διατάξεις:
– ν. 4024/2011 ( άρθρο 2 παρ. 3 και 4),
– ν. 4051/2012 ( άρθρο 6 παρ. 2-5)
– ν. 4052/2012(άρθρο 42, παρ. 1)
– ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 περ. 1 )

2.α. Επί του ποσού των 2.000,00€, που προκύπτει σύμφωνα με τα ανωτέρω (προαναφερόμενη ενότητα Β), υπολογίζεται η κράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) υπέρ ΑΚΑΓΕ που αντιστοιχεί στο ποσό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν.3863/2010,όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 10 του άρ. 44 του ν.3986/2011 καθώς και η κράτηση της παρ. 11 του άρθρου 44 του ν.3986/2011.
β. Το ποσό της κράτησης για υγειονομική περίθαλψη, ανεξαρτήτως φορέα υγειονομικής περίθαλψης, υπολογίζεται επί του εναπομείναντος ποσού, που προκύπτει μετά την αφαίρεση από το ποσό των 2.000€ των κρατήσεων της ανωτέρω παραγράφου 2α της παρούσας ενότητας.

3. Το καθαρό προ φόρου ποσό σύνταξης που προκύπτει σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν μπορεί να υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό που καταβαλλόταν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Έστω συνταξιούχος, άνω των 60 ετών, του οποίου η κύρια σύνταξη , όπως ορίζεται στην ενότητα Γ.1.α., ανέρχεται σε 2.465,67 € (της οποίας το καθαρό προ φόρου ποσόν ισούται με 1.913,24 € ). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ποσό αυτής της ατομικής μηνιαίας κύριας σύνταξής του περιορίζεται σε 2.000 €. Στο ποσό των 2.000 € εφαρμόζονται οι κρατήσεις για Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (6%*2000 = 120 €), η εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης [(2000- 120)*6% = 112,80 €]. Το καθαρό προ φόρου ποσό ανέρχεται, τελικά, σε 2000-120-112,80 = 1767,20 € (μικρότερο των 1.913,24€) .

Σε συνταξιούχο που πριν την εφαρμογή του μέτρου, η κύρια σύνταξη, όπως ορίζεται στην ενότητα Γ.Ι.α., ανέρχεται σε 2.015,80 € ( της οποίας το καθαρό προ φόρου ποσόν ισούται με 1.644,06 €), το καθαρό προ φόρου ποσόν μετά την εφαρμογή του μέτρου (1.767,20 €) υπερβαίνει το καθαρό προ φόρου ποσόν πριν την εφαρμογή του μέτρου (1.644,06 €) και συνεπώς, ο συνταξιούχος θα συνεχίσει να λαμβάνει ως σύνταξη το ποσό πριν την εφαρμογή του μέτρου, δηλ. 1.644,06 €.

Δ. ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

Στις περιπτώσεις που συνταξιούχος δικαιούται δύο ή περισσότερες συντάξεις από οποιαδήποτε αιτία από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένης της ειδικής προσαύξησης που χορηγεί το ΤΣΜΕΔΕ, προσαύξησης μονοσυνταξιούχων ΤΣΑΥ, της προσυνταξιοδοτικής παροχής που καταβάλλεται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), καθώς και των λοιπών παροχών του ΕΤΑΤ, το άθροισμα του καθαρού ποσού δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Ως καθαρό ποσό εννοείται:
α) Στις περιπτώσεις που η σύνταξη έχει περιοριστεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ενότητα Γ της παρούσας εγκυκλίου , ως καθαρό ποσό εννοείται αυτό που προκύπτει κατόπιν της εφαρμογής της ενότητας Γ.
β) Στις περιπτώσεις που η σύνταξη δεν έχει περιοριστεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ενότητα Γ της παρούσας εγκυκλίου, ως καθαρό ποσό ορίζεται το ακαθάριστο ποσό της/των ατομικής/ών μηνιαίας κύριας και επικουρικής σύνταξης/ων συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω τέκνων και συζύγου, της ειδικής προσαύξησης ΤΣΜΕΔΕ, της προσαύξησης μονοσυνταξιούχων ΤΣΑΥ και της προσυνταξιοδοτικής παροχής που καταβάλλεται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑ (τ.ΕΤΕΑΜ), αφαιρουμένων των μειώσεων-κρατήσεων με βάση τις διατάξεις:
– ν. 3863/2010 (άρθρο 38) όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 10 του άρ. 44 του ν.3986/2011
– ν. 3986/2011 (άρθρο 44 παρ. 11, 12 και 13)
– ν. 4024/2011 ( άρθρο 2 παρ. 1,2, 3 και 4),
– ν. 4051/2012 ( άρθρο 6 παρ. 1 και 2-5)
– ΥΑ 476/28.2.2012 (ΦΕΚ 499,Β)
– ν. 4052/2012(άρθρο 42, παρ. 1)
– ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 περ. 1 και παρ. Β Υποπαρ. Β3 περ.α)
– των κρατήσεων για υγειονομική περίθαλψη
γ) Διευκρινίζεται , τέλος, ότι στον υπολογισμό του ανωτέρω ανώτατου καθαρού ποσού καταβολής αθροίσματος συντάξεων (ήτοι 3.000 ευρώ) που αφορά στα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα (επιδόματα που χορηγούνται από τη Γενική Διεύθυνση Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) και επιδόματα αναπηρίας (επίδομα απόλυτης αναπηρίας και εξωιδρυματικό επίδομα).

Ε. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΣΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

Α. Για τον υπολογισμό του ποσού των 3.000€ (ανώτατο όριο αθροίσματος συντάξεων) λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα του καθαρού ποσού της κάθε μίας εκ των συντάξεων που καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερόμενη ενότητα «Γ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΣΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΗΣ» (περιπτώσεις 1α και 1β) και Δ. Επομένως, ο έλεγχος για την υπέρβαση του ανωτάτου ορίου κύριας και επικουρικής μηνιαίας σύνταξης των 2.000€ προηγείται του ελέγχου για την υπέρβαση του ανωτάτου ορίου συντάξεων των 3.000€.

Η καταβολή του καθαρού ποσού που υπερβαίνει τα 3.000€, αναστέλλεται μέχρι και την 31-12-2018. Το ποσό της μείωσης που προκύπτει λόγω της κατά τα ανωτέρω αναστολής επιμερίζεται ανάλογα σε κάθε σύνταξη.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:

Έστω συνταξιούχος που λαμβάνει δύο συντάξεις: η 1η ανέρχεται ( μετά τις μειώσεις της ενότητας Γ) στο καθαρό ποσό προ φόρου των 1.767,20 ευρώ και η δεύτερη σύνταξη ανέρχεται στο καθαρό ποσό προ φόρου των 1.350 €.

Στην περίπτωση αυτή το άθροισμα του καθαρού ποσού (προ φόρου) των δύο καταβαλλομένων συντάξεων ανέρχεται σε 3.117,20 € (1.767,20€ + 1.350€). Το ποσό αυτό υπερβαίνει το ανώτατο όριο των συντάξεων (3.000€) κατά 117,20€. Επομένως, το σύνολο του καθαρού ποσού προ φόρου των δύο συντάξεων θα περιορισθεί στο ποσό των 3.000€, με αναλογικό επιμερισμό του ποσού των 117,2€ σε αυτές. Έτσι η πρώτη σύνταξη θα μειωθεί κατά 66,44€, και η δεύτερη κατά 50,76 €.

ΣΤ. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΟΥ Ν. 4387/2016

1. Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή από 01-06-2016. Τα υπερβάλλοντα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί παρακρατούνται βάσει των προβλέψεων της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 8 του ν.2084/1992, όπως ισχύει. Η διαφορά μεταξύ των καταβαλλόμενων προ της εφαρμογής των διατάξεων συντάξεων και του ποσού των συντάξεων που προκύπτει από την εφαρμογή των ανωτέρω, αποτελεί έσοδο των οικείων ασφαλιστικών φορέων.

2. Από 1-1-2019 επαναχορηγείται το ποσό κάθε σύνταξης, η καταβολή του οποίου είχε ανασταλεί σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και το νέο ύψος των συντάξεων, όπως θα προκύψει μετά την αναπροσαρμογή αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 , 33, 73Α και 96 του ν. 4387/2016.
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝ.ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Κ.Υ.Α. αριθ. Β/7/οικ. 49566/ 2797/ 2016 Τροποποίηση της υπ’ αριθ. Β/7/35889/2582/16-10-2014 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «Προϋποθέσεις και διαδικασία συμψηφισμού επιστροφών Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και Φόρου Εισοδήματος με οφειλές στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης» (Β΄ 2795)

Αριθ. Β/7/οικ.49566/2797

(ΦΕΚ Β’ 3853/30-11-2016)

ΟΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της περίπτωσης 2, της Υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ, του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 (Α΄ 85).

2. Τις διατάξεις του Ν. 4174/2013 (Α΄ 170), «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις», όπως ισχύουν.

3. Τις διατάξεις του Ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90), «Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων», όπως ισχύει.

4. Τις διατάξεις άρθρου 27 του Ν. 4320/2015 (Α΄ 29) «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις».

5. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).

6. Τις διατάξεις του Π.δ. 113/2014 (Α΄ 180) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας», όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν σήμερα.

7. Τις διατάξεις του Π.Δ. 125/2016 (Α΄ 210) «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

8. Την υπ’ αριθ. οικ. 54051/Δ9.14200/22-11-2016 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄3801) σχετικά με τροποποίηση της υπ’ αριθ. οικ. 44549/Δ9.12193 από 8-10-2015 απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αναστάσιο Πετρόπουλο» (Β΄ 2169).

9. Την υπ’ αριθ. ΥΠΟΓΚ 0010218 ΕΞ 2016/14.11.2016 απόφαση του Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Υφυπουργό Οικονομικών Αικατερίνη Παπανάτσιου» (Β΄ 3696).

10. Τις διατάξεις του άρθρου 101, του Ν. 4172/2013 (Α΄ 167) που αφορά την ίδρυση στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών (Κ.Ε.Α.Ο.).

11. Την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1140/8.12.2006 (Β΄ 1862) «Δικαιολογητικά εξόφλησης τίτλων πληρωμής ή επιστροφής – εξόφληση με εντολή μεταφοράς – ρυθμίσεις θεμάτων εξόφλησης τίτλων πληρωμής ή επιστροφής» όπως ισχύει.

12. Την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1274/27.12.2013 (Β΄ 3398).

13. Την ανάγκη βελτίωσης της διαδικασίας επιστροφής φόρων από το Δημόσιο και συμψηφισμού με οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.

14. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

α) Τροποποιείται η υπ’ αριθ. Β/7/35889/2582/16.10.2014 (Β΄ 2795) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «Προϋποθέσεις και διαδικασία συμψηφισμού επιστροφών Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και Φόρου Εισοδήματος με οφειλές στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης», ως εξής:

β) Στο άρθρο 5, προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

5. Τα αποδιδόμενα ποσά από τους συμψηφισμούς που διενεργούνται κατά τις διατάξεις της παρούσας, για τους πολιτιστικούς οργανισμούς με μορφή Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα, που έχουν ιδρυθεί με το Ν. 2273/1994 (Α΄ 233), δύναται να καλύπτουν τρέχουσες εισφορές και δόσεις ρύθμισης.

β) Κατά τα λοιπά ισχύει η υπ’ αριθ. Β/7/35889/2582/16.10.2014 (Β΄ 2795) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 28 Νοεμβρίου 2016

Οι Υφυπουργοί

Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΑΝΑΣΤ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Οικονομικών
ΑΙΚΑΤ. ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. αρ. 282/2016 Αρμοδιότητα έκδοσης Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης (ΑΦΕΚ), σε περίπτωση ακύρωσης, με δικαστική απόφαση, ταμειακής βεβαίωσης καταλογιστικής πράξης του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας – Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός Γνωμοδότησης 282/2016

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Ε’ ΤΜΗΜΑ

Συνεδρίαση της 15ης Νοεμβρίου 2016

Σύνθεση:

Πρόεδρος: Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ
Μέλη: Κωνσταντίνος Γεωργάκης, Βασιλική Πανταζή, Δημήτριος Αναστασόπουλος, Ελένη Σβολοπούλου, Δημήτριος Μακαρονίδης, Σταύρος Σπυρόπουλος, Βασίλειος Καραγεώργος, Νομικοί Σύμβουλοι Ν.Σ.Κ
Εισηγήτρια: Μαρία Μπασδέκη, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ
Αριθμός Ερωτήματος: Το με ΕΜΠ 49/26-02-2016 Γραφείο Υπουργού Υγείας
Ερώτημα: Λαμβάνοντας υπόψη τον νόμο, σε περίπτωση που δυνάμει πράξεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ακυρώνεται πράξη ταμειακής βεβαίωσης αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), η οποία εκδόθηκε επί τη βάσει χρηματικού καταλόγου και πράξης καταλογισμού ελεγκτικής αρχής (εν προκειμένω του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας) ποία είναι η αρμόδια αρχή για την έκδοση του Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης (Α.Φ.ΕΚ), που προβλέπεται από το πδ 16/1989

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ε’ Τμήμα) γνωμοδότησε ως εξής:

Ιστορικό

1. Σύμφωνα με το διδόμενο ιστορικό και τα στοιχεία που προκύπτουν από τα συνοδευτικά έγγραφα, με την με αρ πρωτ ΕΜΠ οικ721/5-5-2011 πράξη των Επιθεωρητών του Τομέα Διοικητικού- Οικονομικού Ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ) καταλογίσθηκε στην υπάλληλο του ΨΝΑ Αττικής Τ.Χ ποσό 9.396,12 € το οποίο αποτελεί έλλειμμα από μη πραγματοποίηση εξόδων- εκδρομών των ενοίκων του Οικοτροφείου «…» συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων προσαυξήσεων. Το έλλειμμα καταλογίστηκε στην ως άνω ως δημόσιο υπόλογο ΝΠΔΔ, με βάση το με αρ πρωτ ΕΜΠ 1294/29-12-2010 Πόρισμα των ως άνω Επιθεωρητών, προϊόν διενεργηθέντος ελέγχου και διενεργηθείσας ΕΔΕ, από το οποίο προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα Απριλίου 2005 έως Ιούλιο 2007, που υπηρετούσε στο εν λόγω Οικοτροφείο ως υπεύθυνη στην προαναφερομένη δομή βεβαιώθηκαν ποσά για εξόδους – εκδρομές των ενοίκων, που από όλα τα προσκομισθέντα στοιχεία που αναφέρονται αναλυτικά στο ως άνω πόρισμα, δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκαν. Στη συνέχεια αυθημέρον η πράξη καταλογισμού διαβιβάσθηκε στην ΔΟΥ Ιλίου και στο ΨΝΑ, για τις δικές τους νόμιμες ενέργειες, ειδικότερα δε από την ΔΟΥ ζητείτο να προβεί στην άμεση βεβαίωση του καταλογισθέντος ποσού και στις δέουσες ενέργειες για την είσπραξη του ανωτέρω ποσού, σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες και την απόδοσή του υπέρ του ΨΝΑ Αττικής. Με το με αρ.πρωτ 6402/13-5-2011 έγγραφο της, η ΔΟΥ Ιλίου διαβίβασε τον 722 χρηματικό κατάλογο στην Κ’ ΔΟΥ Αθηνών, λόγω αρμοδιότητας της. Στη συνέχεια η Κ’ΔΟΥ Αθηνών βεβαίωσε την παραλαβή του ως άνω χρηματικού καταλόγου και την καταχώρησή του στο βιβλίο βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων της ΔΟΥ με αριθ. 2962/22-6-2011 για το ποσό των 9.396,12 ευρώ εκδίδοντας τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης. Κατά της με αριθ. 2962/22-6-2011 ταμειακής βεβαίωσης η καθ’ ής υπάλληλος Τ.Χ άσκησε ανακοπή ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. To IV τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την 0140/2013 απόφασή του ακύρωσε την ταμειακή βεβαίωση ως νομικώς πλημμελή, με το σκεπτικό ότι κατά το χρόνο πραγματοποίησής της δεν υπήρχε ενεργός νόμιμος τίτλος, επειδή «δεν αποδείχθηκε ούτε το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλομένη ταμειακή βεβαίωση στηρίχθηκε σε προγενέστερη της έκδοσής της απόφασης καταλογισμού του δι’ αυτής βεβαιωθέντος σε βάρος της ανακόπτουσας χρηματικού ποσού.» Η ΔΟΥ αν και είχε προβεί στη δημιουργία ΑΦΕΚ (Α/Α 1/18-4-2013) σε εκτέλεση της 0140/2013 απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επαναβεβαίωσε τον καταλογισμό θεωρώντας ότι διεγράφη από λάθος, και αναβίωσε την αρχική βεβαίωση.

2. Μετά από σχετική αίτηση από την ενδιαφερόμενη υπάλληλο ο Γενικός Επιθεωρητής ΣΕΥΥΠ έδωσε εντολή σε Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ να προβεί στις ενέργειες «που απορρέουν από την πιο πάνω απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και την έκδοση του Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης». Το ΣΕΥΥΠ δεν προχώρησε στην έκδοση ΑΦΕΚ διατυπώνοντας την άποψη ότι δεν απαιτείται η επέμβαση της υπηρεσίας του, υπό την έννοια της έκδοσης ΑΦΕΚ, επειδή με την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν τροποποιήθηκε η πράξη καταλογισμού του ΣΕΥΥΠ, ούτε εξετάσθηκε η νομιμότητά της επικαλούμενο τις Γνμδ ΝΣΚ 43/2007, ΝΣΚ 399/2009. Ακολούθησε αλληλογραφία ΔΟΥ – ΣΕΥΥΠ με την ΔΟΥ να υποστηρίζει την άποψη ότι το ΣΕΥΥΠ πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και το νομοθετικό πλαίσιο των άρθρων 98 και 99 Π.Δ. 16/1989, επικαλούμενο τη Γνμδ ΝΣΚ 370/2001 και το ΣΕΥΥΠ να εμμένει στην άποψή του ότι στην περίπτωση που ακυρώνεται η ταμειακή βεβαίωση χωρίς μεταβολή της καταλογιστικής πράξης η οικεία ΔΟΥ είναι αρμόδια για την σύνταξη του ΑΦΕΚ, επικαλούμενο τις Γνμδ ΝΣΚ 261/1999 και ΝΣΚ 22/2015. Από την πλευρά της η Φορολογική Διοίκηση υποστηρίζει ότι αν δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 98 Π.Δ. 16/1989 (έσοδα που έχουν βεβαιωθεί με βάση καταλογιστικές αποφάσεις …. Οικονομ Επιθεωρητών .. και έκδοση και αποστολή στην αρμοδία ΔΟΥ τροποποιητικής απόφασης της αρχικής καταλογιστικής απόφασης από τον οικονομικό επιθεωρητή) το ΑΦΕΚ εκδίδεται από την αρχή που έχει συντάξει τον τίτλο είσπραξης. Το ΣΕΥΥΠ εμμένει ότι δεν δύναται να τροποποιήσει την αρχική καταλογιστική απόφαση αφού αυτή δεν εθίγη από την δικαστική απόφαση. Κατόπιν των ανωτέρω υποβλήθηκε το ως άνω ερώτημα

Νομοθετικό πλαίσιο

3. Σύμφωνα με το άρθρο 3 ν.2920/2001 «Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) και άλλες διατάξεις». (Α’ 131/27.6.2001) «1. Το Σ.Ε.Υ.Υ.Π. διαρθρώνεται στους εξής τομείς:… β) Τομέας Διοικητικού – Οικονομικού Ελέγχου. 2. … 3. Στην αρμοδιότητα του Τομέα Διοικητικού – Οικονομικού Ελέγχου ανήκει, ιδίως: … ε) Ο έλεγχος της διαχείρισης των υπόλογων διαχειριστών χρημάτων και υλικών στ) Ο καταλογισμός, με αιτιολογημένη απόφαση, των ελλειμμάτων, τα οποία διαπιστώνονται από τους ελέγχους, σε βάρος των υπεύθυνων υπολόγων, υπαλλήλων του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και των υπαγόμενων σε αυτό κρατικών νομικών προσώπων δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 56 του Ν. 2362/1995 “περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ 247 Α’).»

2. Στις διατάξεις του άρθρου 56 ν.2362/1995, που ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, αλλά και τις ταυτόσημου περιεχομένου ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 152 ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας …Δημόσιο Λογιστικό (Α 143), ορίζεται ότι «… 3. Το έλλειμμα που παρουσιάζουν οι δημόσιοι υπόλογοι, …, καταλογίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση από τους διαπιστώσαντες αυτό οικείους διατάκτες και επιθεωρητές. … 12. Οι καταλογιζόμενοι κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού μπορούν να προσβάλουν την καταλογιστική πράξη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν γι’ αυτό…»

3. Το π.δ. 774/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (Α’ 189) ορίζει στο άρθρο 15 ότι: «Το Ελεγκτικόν Συνέδριον: 1. … 2. … 13. Δικάζει τας κατά τας κειμένας διατάξεις υπαχθείσας εις την αρμοδιότητα αυτού εφέσεις κατά καταλογιστικών αποφάσεων εκδιδομένων παρά των Υπουργών ή των επί τούτω εντεταλμένων συλλογικών ή μη οργάνων της διοικήσεως, επί διαχειρίσεως υλικού ή χρηματικού του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εν γένει…». Και στο άρθρο 30 § 4, όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο διάστημα, μετά την αναδρομική κατάργηση της διάταξης του άρθρου 67 § 8 του ν. 3842/2010 (Α’ 58) με το άρθρο 109 του ν. 4055/2012 (Α’51) και πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 68 § 1 του ν. 4055/2012, ότι: «Αι κατά την παράγραφον 13 του άρθρου 15 εφέσεις ασκούνται εντός εξαμήνου προθεσμίας, αρχομένης από της εις τον ενδιαφερόμενον κοινοποιήσεως της καταλογιστικής αποφάσεως».

4. Το άρθρο 49 του π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α’ 304), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει ενόσω δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 71 του ν. 4129/2013 προεδρικό διάταγμα, με το οποίο θα ρυθμίζονται γενικά ζητήματα δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ορίζει ότι «1. Διό της εφέσεως η υπόθεσις μεταβιβάζεται εις το αρμόδιον Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς μεν το νόμω βάσιμον της πράξεως ή αποφάσεως κατά το σύνολον, ως προς δε το ουσία βάσιμον της πράξεως ή αποφάσεως κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια. 2. Το δικαστήριον την νομικώς πλημμελή πράξιν, ακυροί, εν όλω ή εν μέρει, ή μεταρρυθμίζει αναλόγως, επιφυλασσομένης της διατάξεως της επομένης παραγράφου. Την ουσιαστικώς εσφαλμένην πράξιν ακυροί ή μεταρρυθμίζει εντός των εν τη εφέσει ορίων, κρίνον περαιτέρω επί της ουσίας της υποθέσεως. …, στο δε άρθρο 51 του ιδίου προεδρικού διατάγματος ορίζεται ότι «η ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της πράξεως ή αποφάσεως εκτός εάν άλλως ειδικώς ορίζεται υπό του νόμου. Επί τη αιτήσει του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου δύναται να διαταχθή η αναστολή δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου πριν ή τούτο αποφανθή, επί της εφέσεως …».

5. Εξάλλου στο άρθρο 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά το χρόνο της ταμειακής βεβαίωσης, ορίζεται ότι: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, …, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου … 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται, β) …» Ήδη από 1-1-2014 η ως άνω διάταξη μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 2 του άρθρου 7 τον ν.4224/2013 / (Α’288), έχει ως εξής : «1. .., η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και των λοιπών οργάνων που ορίζονται με ειδικές διατάξεις … 2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. … νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) … 3. Η είσπραξη … πραγματοποιείται από τη Φορολογική Διοίκηση μετά την καταχώριση των στοιχείων του νόμιμου τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, είτε κατόπιν αποστολής στη Φορολογική Διοίκηση χρηματικού καταλόγου από την αρχή που απέκτησε το νόμιμο τίτλο είτε με βάση μόνο το νόμιμο τίτλο, εφόσον αυτός έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη Φορολογική Διοίκηση. Ο χρηματικός κατάλογος περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου και των τυχόν συνυττοχρεων ευθυνόμενων τρίτων. …».

6. Στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999) και ειδικότερα στο άρθρο 217 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου … β) …», στο άρθρο 224 ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. …4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχο του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. …» και στο άρθρο 225 «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης πράξης προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. …»

7. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 137 ν. 4270/2014 (Α 143) ταυτόσημου περιεχομένου με την παρ. 4 του άρθρου 87 ν.2362/1995 ορίζεται ότι «4. Σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε είτε του νόμιμου τίτλου γενικά της απαίτησης του Δημοσίου είτε της νομιμότητας της βεβαίωσης αυτής με στενή έννοια είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη απαίτησης του Δημοσίου (διοικητικής εκτέλεσης), η προβλεπόμενη παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου προς βεβαίωση (με ευρεία έννοια) ή προς είσπραξη της βεβαιωμένης απαίτησής του αναστέλλεται μέχρι την έκδοση επί της δικαστικής αυτής διένεξης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και δεν συμπληρώνεται σε κάθε περίπτωση πριν από την πάροδο ενός (1) έτους από την, με επιμέλεια των αντιδίκων του Δημοσίου, κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ. Ο. Υ. ή του Τελωνείου και τον Υπουργό Οικονομικών της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης.». Στην περ.γ’ της παρ. 2 του άρθρου 183 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «γ. Οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Δ’ ισχύουν για απαιτήσεις του Δημοσίου που βεβαιώνονται προς είσπραξη μετά την 1.1.2015, καθώς και για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή. …»

8. Στο άρθρο 10 του ν. 1160/1981 (Α’ 147) προβλέπεται ότι: «…. 8. Εν περιπτώσει απαγγελίας δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως της ακυρότητας ατομικής ειδοποιήσεως ή πράξεως διοικητικής εκτέλεσης δια λόγους αναγόμενους εις τον νόμιμον τίτλον, το δικαίωμα του Δημοσίου ή ετέρου προσώπου, ούτινος τα έσοδα εισπράττονται δια των Δημοσίων Ταμείων, προς έκδοσιν νέας ή κοινοποίησιν πράξεως προσδιορισμού της σχετικής φορολογικής υποχρεώσεως εν τη αμέσω ή εμμέσω φορολογία, ή έτερας οιασδήποτε υποχρεώσεως εν ουδεμία περιπτώσει θεωρείται ότι απεσβέσθη λόγω παραγραφής προς της παρελεύσεως έτους από της δια δικαστικού επιμελητή κοινοποιήσεως εις τον αρμόδιον Δημόσιον Ταμείον της ως άνω τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως. 9. Επιφυλασσομένης της ισχύος της προηγούμενης παραγράφου, βεβαιούμενα έσοδα εις τα Δημόσια Ταμεία, περί ων η εν αυτή αναφερομένη ακυρότης, διαγράφονται υπό της βεβαιωσάσης ταύτα Αρχής βάσει της καθ’ οιονδήποτε τρόπον περιελευσομένης εις ταύτην ως άνω τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, ότε προβαίνει αυτής εις τας κατά νόμον ενεργείας προς απόκτησιν νομίμου τίτλου….11. Αξίωσις επιστροφής καταβληθέντος τμήματος όλου οφειλής προ της κατά τα παραγράφου 9 (…) διαγραφής ασκείται μετά την γένεσιν νέου νομίμου τίτλου βεβαιώσεως. … .13. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευμένης δια της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται παν σχετικών προς την εφαρμογήν των παραγράφων 8, 9, 10, 11 και 12 του παρόντος άρθρου». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η 35426/Δ-Ε/1398/19-3-1982 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 153),

9. Περαιτέρω στο άρθρο 97 του Π.Δ. 16/1989 (Κανονισμός λειτουργίας ΔΟΥ) (Α’6) ορίζεται ότι «Στο γραφείο επιστροφών και διαγραφών ανήκουν οι πιο κάτω αρμοδιότητες: 1- Η ενέργεια κατά περίπτωση για τη σύνταξη των Ατομικών Φύλλων έκπτωσης της Δ.Ο. Υ., με βάση τη σχετική απόφαση του προϊσταμένου αυτής ή του εκκαθαριστικού σημειώματος του αρμοδίου τμήματος και η ενέργεια για την εκκαθάριση αυτών, καθώς και εκείνων που στέλνονται στη Δ. Ο. Υ. από άλλες Δ. Ο. Υ. ή αρμόδιες υπηρεσίες. 2.- Η τήρηση και κατάρτιση, α. Του βιβλίου επιστρεφομένων και διαγραφομένων εσόδων με τα σχετικά παραστατικά στοιχεία, β. … 3 – Η μέριμνα: α. Για την έγκαιρη σύνταξη και εκκαθάριση των ατομικών φύλλων έκπτωσης εσόδων, για την κατά περίπτωση διαγραφή ή επιστροφή των σχετικών ποσών. β. … » Στο άρθρο 98 του ίδιου ως άνω Κανονισμού Λειτουργίας ΔΟΥ ορίζεται « 1 .-Η έκπτωση των εσόδων που έχουν βεβαιωθεί γίνεται με ατομικά φύλλα έκπτωσης (Α.Φ.ΕΚ.) τα οποία εκδίδονται σε τέσσερα αντίτυπα, με βάση διάταξη νόμου, εκκαθαριστικού σημειώματος ή φύλλου ελέγχου ή απόφαση των αρμοδίων καθ’ ύλη Τμημάτων των Δ.Ο.Υ. απόφασης αρμόδιου Δικαστηρίου, επιτροπής ή άλλης διοικητικής αρχής, από τα γραφεία επιστροφών ή άλλης διοικητικής αρχής, από τα γραφεία επιστροφών και διαγραφών των Δ.Ο.Υ. ή τις λοιπές διοικητικές αρχές που συνέταξαν τους τίτλους είσπραξης των εσόδων που εκπίπτονται…. 4.- Σε περίπτωση έκπτωσης εσόδων που βεβαιώθηκαν με βάση καταλογιστικές αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Οικ. Επιθεωρητών και Στρατιωτικών Αρχών, η έκπτωση γίνεται με τροποποιητική της καταλογιστικής απόφασης και Α. Φ.ΕΚ. που εκδίδεται από το γραφείο επιστροφών και διαγραφών της Δ.Ο.Υ., στην οποία έχει βεβαιωθεί το σχετικό έσοδο. …» και στο άρθρο 99 του ιδίου κανονισμού ορίζεται ότι «1- Τα ατομικά φύλλα έκπτωσης εκδίδονται κατά περίπτωση από τα Τμήματα της Δ.Ο.Υ. ή το Γραφείο Επιστροφών – Διαγραφών ή από τις Αρχές που έχουν εκδόσει τον τίτλο είσπραξης, με το οποίο βεβαιώθηκε το σχετικό ποσό ή από το Κέντρο Πληροφορικής. …»

Ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων

Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις, ερμηνευόμενες αυτοτελώς και σε συνδυασμό, συνάγονται τα ακόλουθα:

10. Κατά της διοικητικής πράξης του αρμοδίου επιθεωρητή με την οποία καταλογίζεται σε δημόσιο υπόλογο ποσό που διαπιστώθηκε ως έλλειμμα ασκείται έφεση, η οποία επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο της καταλογιστικής πράξης κατά το νόμο και την ουσία, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσμίας που εκκινεί με την κοινοποίηση της (IV τμ ΕΣ 2354/2012). Η πρόβλεψη του ενδίκου βοηθήματος της έφεσης, έχει ως συνέπεια ότι με την κατ’ άρθρο 217 ΚΔΔ ανακοπή κατά της ταμειακής βεβαίωσης του καταλογισθέντος ποσού δεν επιτρέπεται να προβληθούν λόγοι, με τους οποίους αμφισβητείται κατ’ ουσίαν η ύπαρξη της καταλογιστικής πράξης. Ενόψει των δικονομικών ρυθμίσεων των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 49 και 51 του πδ 1225/1981 και των άρθρων 224 παρ. 4 ΚΔΔ ερμηνευομένων σε συνδυασμό προς το άρθρο 20 παρ. 1 Σ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, γίνεται δεκτό ότι δεν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος ποσού, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο εισπράξεως της προερχομένης από την ανωτέρω αιτία οφειλής, μη υφισταμένου συνεπώς σταδίου ενάρξεως αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί στον υπόχρεο η οικεία καταλογιστική πράξη (ΣτΕ 3529/2009, απόφ IV Τμ ΕΣ 2960, 2286, 1385/2014 κ.α.) ή εάν δεν έχει προηγηθεί επίδοση ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή αποδεδειγμένα πλήρης γνώση της καταλογιστικής πράξης από τον καταλογιζόμενο (βλ. απόφ. IV Τμ. ΕΣ 1937/2015, 2957/2014). Μετά ωστόσο την κοινοποίηση της πράξης αυτής, νομίμως χωρεί η ταμειακή βεβαίωση της απαίτησης, ακόμη και όταν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης έφεσης ή εκκρεμεί έφεση κατά του καταλογισμού- με εξαίρεση, βεβαίως, την περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση ενεργήθηκε μετά την έκδοση απόφασης του Τμήματος, με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της καταλογιστικής πράξης – χωρίς τούτο να αντιβαίνει σε καμία υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη. (απόφ IV τμ ΕΣ 2960/2014, 1533/2010).

11. Μετά την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, με την οποία ακυρώνεται η ταμειακή βεβαίωση λόγω έλλειψης νομιμότητας του νόμιμου τίτλου, το Δημόσιο ή άλλο πρόσωπο, του οποίου τα έσοδα εισπράττονται δια των δημοσίων ταμείων, έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ.4 του άρθρου 137 ν.4270/2014, (όμοιας ρύθμισης με αυτή της παρ.4 του άρθρου 87 ν.2362/1994), των παρ. 9-13 του ν.1160/1981 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας 35426/Δ-Ε/1398/19-3-1982 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την απόκτηση (νέου) νομίμου τίτλου, υπό τον όρο βέβαια, ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις γι’ αυτό σε συνδυασμό με τους λόγους της δικαστικής απόφασης για τους οποίους κρίθηκε ανίσχυρος ο νόμιμος τίτλος. Το ειδικότερο περιεχόμενο και το εύρος των ενεργειών της Διοίκησης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελλομένης ακύρωσης, δηλαδή από το είδος και τη φύση της πράξης που ακυρώθηκε, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις επί των ζητημάτων που εξέτασε και αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της ακυρωτικής απόφασης του, δημιουργώντας δεδικασμένο ως προς αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε συμμόρφωση προς τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ακυρώνει την ταμειακή βεβαίωση λόγω έλλειψης ή ακυρότητας του νομίμου τίτλου της, η επαναβεβαίωση θα χωρήσει και πρέπει να χωρήσει χωρίς τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες του νομίμου τίτλου, με επανάληψη της προβλεπομένης διαδικασίας, από της κριθείσης μη νόμιμης πράξης και εφεξής. (Γνμδ ΝΣΚ 370/2001, ΝΣΚ 530/2002)

12. Γίνεται δεκτό ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 9-13 του ν. 1160/1981, που προβλέπουν τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία και το χρόνο της διαγραφής και επαναβεβαιώσεως των απαιτήσεων, σε περίπτωση δικαστικής αμφισβητήσεως, είτε του νομίμου τίτλου γενικά της απαιτήσεως του Δημοσίου, είτε της νομιμότητας της βεβαιώσεως αυτής εν στενή εννοία, είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξεως της διοικητικής εκτελέσεως, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999) στις διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 216-230 ΚΔΔ, διότι αφενός δεν καταργήθηκαν ρητά από τον Κώδικα αυτό, αφετέρου δε ρυθμίζουν ειδικά θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις διατάξεις του ίδιου Κώδικα. (Γνμδ ΝΣΚ 370/2001). Η παραπομπή δε της παρ.9 του άρθρου 10 του ν. 1160/1980 στη διάταξη της παρ.8 του ίδιου άρθρου, που προβλέπει την αναστολή της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επαναβεβαίωση των απαιτήσεών του υπό ευρεία έννοια, πρέπει να θεωρηθεί ότι γίνεται στο άρθρο 87 παρ. 4 του ν.2362/1995, (Γνμδ ΝΣΚ 22/2015). Μετά την θέση σε ισχύ του νεότερου Δημόσιου Λογιστικού με τον ν. 4270/2014, η παραπομπή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι γίνεται στην διάταξη του άρθρου 137 παρ.4 του ν.4270/2014, που επαναλαμβάνει αυτολεξεί την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 87 παρ. 4 του ν.2362/1995.

13. Περαιτέρω από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η έκπτωση εσόδων, που έχουν βεβαιωθεί στις αρμόδιες ΔΟΥ, πραγματοποιείται με την σύνταξη ατομικού φύλου έκπτωσης (ΑΦΕΚ), μεταξύ άλλων, και σε συμμόρφωση με δικαστική απόφαση. Το ΑΦΕΚ εκδίδεται από τις κατά περίπτωση διοικητικές αρχές, που συνέταξαν τον τίτλο είσπραξης του εσόδου που εκπίπτεται. Κατ’ εξαίρεση, οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται ρητά η σύνταξη του ΑΦΕΚ από τη Φορολογική Διοίκηση (οικεία ΔΟΥ), είναι οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 98 του Π.Δ. 16/1989. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή στις περιπτώσεις έκπτωσης εσόδων, που βεβαιώθηκαν με βάση καταλογιστικές αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Οικονομικών Επιθεωρητών και Στρατιωτικών Αρχών, η έκπτωση γίνεται από το γραφείο επιστροφών και διαγραφών της ΔΟΥ στην οποία έχει βεβαιωθεί κατά τα ανωτέρω το σχετικό έσοδο, μετά από τροποποίηση της καταλογιστικής απόφασης.

14. Όταν η επαναβεβαίωση των απαιτήσεων και η διαγραφή των ταμειακά βεβαιωθέντων εσόδων γίνεται σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση, οι ενέργειες της Διοίκησης, προσδιορίζονται κατά περίπτωση από τις κρίσεις επί των ζητημάτων που εξέτασε το Δικαστήριο. Συνεπώς βεβαιωμένα έσοδα στα δημόσια ταμεία διαγράφονται από την βεβαιούσα Αρχή, εφόσον, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 87 παρ. 4 ν.2362/1995 και ήδη 137 παρ. 4 ν.4270/2014, η δια της δικαστικής αποφάσεως απαγγελία ακυρότητας πράξης της διοικητικής εκτέλεσης έγινε για λόγους αναγόμενους στην νομιμότητα του τίτλου. (Γνμδ ΝΣΚ 530/2002). Ενώ στην περίπτωση που δεν πλήττεται η εν ευρεία εννοία βεβαίωση του ποσού, αλλά η πλημμέλεια, που οδήγησε σε ακύρωση της διοικητικής εκτέλεσης, ανάγεται στην διαδικασία της ταμειακής βεβαίωσης από την Φορολογική Διοίκηση, η διαγραφή ενεργείται από την οικεία ΔΟΥ, χωρίς να απαιτείται η έκδοση ΑΦΕΚ από την βεβαιώσασα (εν ευρεία εννοία) το έσοδο αρχή (Γνμδ ΝΣΚ 399/2009).

15. Συναφώς στις εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ.4 του άρθρου 98 του πδ 16/1989, που η διαγραφή του εσόδου γίνεται με ΑΦΕΚ που εκδίδεται από την ΔΟΥ, αν η διαγραφή γίνεται σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση, θα πρέπει να ερευνηθεί για ποιους λόγους έγινε η ακύρωση, ώστε να διακριβωθεί, εάν πρέπει να προηγηθεί, σε συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση και εντός των ορίων του δεδικασμένου, ενέργεια της Αρχής που έκανε τον καταλογισμό. Είναι σαφές δε ότι όταν το απαγγείλαν την ακύρωση δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ερευνήσει κατ’ ουσία την καταλογιστική πράξη η απαγγελθείσα με την δικαστική απόφαση ακύρωση δεν αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης και η διαγραφή του εσόδου γίνεται με ΑΦΕΚ που εκδίδεται από την ΔΟΥ, χωρίς να εκδίδεται τροποποιητική της καταλογιστικής απόφασης. Αντιθέτως, εάν οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες της ταμειακής βεβαίωσης, ανάγονται σε πλημμέλειες που εμφιλοχώρησαν κατά την συγκρότηση του νομίμου τίτλου, πριν περιέλθει στη Φορολογική Διοίκηση, όπως στην περίπτωση της μη κοινοποίησης ή μη έγκυρης κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης, η ελεγκτική Αρχή, που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη, θα πρέπει να κοινοποιήσει την καταλογιστική πράξη και πριν προχωρήσει στην σύνταξη νέου χρηματικού καταλόγου προς απόκτηση νομίμου (πλέον) τίτλου, να ανακαλέσει τον προηγούμενο χρηματικό κατάλογο με βάση τον οποίο είχε γίνει η ακυρωθείσα ταμειακή βεβαίωση, προκειμένου η Φορολογική Διοίκηση να εκδόσει ΑΦΕΚ προς διαγραφή του εσόδου.

16. Στην κρινομένη περίπτωση προέκυψε ότι δεν υπάρχει αποδεικτικό κοινοποίησης της με αρ. πρωτ ΕΜΠ ΟΙΚ 721/5-5-2011 απόφασης καταλογισμού, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος της ανακοπής της υπαλλήλου XT ότι ουδέποτε εκδόθηκε ή της κοινοποιήθηκε πράξη καταλογισμού να κριθεί βάσιμος και να ακυρωθεί με την 0140/2013 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου η επακολουθήσασα ταμειακή βεβαίωση της Κ’ ΔΟΥ, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε ενεργός νόμιμος τίτλος, χωρίς να διαλαμβάνονται στην δικαστική απόφαση, κρίσεις για την ουσιαστική βασιμότητα της καταλογιστικής πράξης. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αρχή η αρμόδια για τον καταλογισμό, εν προκειμένω το ΣΕΥΥΠ, οφείλει να επαναβεβαιώσει το καταλογισθέν ποσό, χωρίς να εκδώσει νέα καταλογιστική πράξη, επαναλαμβάνοντας την διαδικασία της βεβαίωσης- εν ευρεία εννοία, ήτοι κοινοποιώντας την καταλογιστική πράξη στην υπάλληλο XT, ώστε στην συνέχεια να προχωρήσει στη σύνταξη νέου χρηματικού καταλόγου. Όσον αφορά την έκδοση του ΑΦΕΚ, επειδή το ποσό που βεβαιώθηκε έχει καταλογιστεί από το ΣΕΥΥΠ, το οποίο είναι ελεγκτική αρχή ασκούσα αρμοδιότητες Οικονομικού Επιθεωρητή, αρμόδια να το εκδώσει είναι η οικεία ΔΟΥ. Της εκδόσεως του ΑΦΕΚ θα πρέπει να προηγηθεί ανάκληση από το ΣΕΥΥΠ του χρηματικού καταλόγου με βάση τον οποίο είχε γίνει η ακυρωθείσα ταμειακή βεβαίωση.

Απάντηση

17. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, επί του τεθέντος ερωτήματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ε’ Τμήμα), γνωμοδοτεί, ομοφώνως, ως εξής: Στην περίπτωση που με δικαστική απόφαση ακυρώνεται πράξη ταμειακής βεβαίωσης αρμοδίας ΔΟΥ, η οποία είχε εκδοθεί επί τη βάση χρηματικού καταλόγου και πράξη καταλογισμού ελεγκτικής αρχής (εν προκειμένω του ΣΕΥΥΠ), για λόγους που ανάγονται σε μη ύπαρξη ενεργού νόμιμου τίτλου, λόγω μη κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης, αρμόδια να εκδόσει το ΑΦΕΚ είναι κατ’ άρθρο 98 παρ. 4 του Π.Δ. 16/1989 η ΔΟΥ, στην οποία έχει βεβαιωθεί το σχετικό έσοδο, χωρίς να απαιτείται τροποποιητική του καταλογισμού πράξη, υπό την προϋπόθεση ότι θα προηγηθεί από το ΣΕΥΥΠ (το οποίο οφείλει να επαναβεβαιώσει την καταλογισθείσα απαίτηση, κοινοποιώντας την καταλογιστική πράξη, πριν προχωρήσει στην σύνταξη νέου χρηματικού καταλόγου) η ανάκληση του προηγούμενου -ελαττωματικού- χρηματικού καταλόγου, με βάση τον οποίο είχε γίνει η ακυρωθείσα ταμειακή βεβαίωση.
ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ

Αθήνα, 18-11-2016

Ο Πρόεδρος του Τμήματος
Μεταξία Ανδροβιτσανέα
Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.

Η Εισηγήτρια
Μαρία Μπασδέκη
Πάρεδρος ΝΣΚ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθ. ΔΔΘΤΟΚ A 1151455 ΕΞ 2016 Διαδικασία, όροι και προϋποθέσεις καθορισμού της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 3 καν. 952/2013

ΔΔΘΤΟΚ A 1151455 ΕΞ 2016

(ΦΕΚ Β’ 3836/30-11-2016)

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως ισχύει, και ιδίως των άρθρων 69-76,

2. Τις διατάξεις του Εκτελεστικού καν. (ΕΕ) αριθ. 2447/2015 της Επιτροπής (L343/29.12.2015), όπως ισχύει, και ιδίως των άρθρων 127- 146,

3. Τις διατάξεις του Ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (ΦΕΚ Α’ 265/22.11.2001), όπως ισχύει, και ιδίως του άρθρου 180,

4. Τις διατάξεις του Π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α ’98/22.04.2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα»,

5. Την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (ΦΕΚ 130/Β/ 28.01.2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε με την αριθ. Δ6Α 1196756 ΕΞ 2013/23.12.2013 Α.Υ.Ο (ΦΕΚ 3317/Β/27.12.2013),

6. Την αριθ. Δ6Α 1058824 ΕΞ 2014/8.4.2014 (Β’ 865, 1079 και 1846) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών «Ανακαθορισμός της εσωτερικής διάρθρωσης και των αρμοδιοτήτων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και μετονομασία ορισμένων από αυτές», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει,

7. Την πράξη αριθ. 1 του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γεν. Γραμματέα της Γεν. Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ τ. Υ.Ο.Δ.Δ αριθ. 18/20.01.2016),

8. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη για τον κρατικό προϋπολογισμό,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής – προϋποθέσεις

1. Η παρούσα Απόφαση εφαρμόζεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων σύμφωνα με τη λεγόμενη «εφεδρική μέθοδο» της παρ. 3 του άρθρου 74 του καν. 952/2013 (Ενωσιακός Τελωνειακός Κώδικας), εφόσον η εν λόγω αξία δεν μπορεί να καθοριστεί με βάση τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας με βάση το άρθρο 70 ή με βάση τις εναλλακτικές μεθόδους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 74 του καν. 952/2013.

2. Κατ’ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου αυτού, η δασμολογητέα αξία με βάση την παρούσα απόφαση καθορίζεται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε., με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις διατάξεις της Συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου καθώς και του άρθρου VII της εν λόγω Συμφωνίας, και με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 144 καν. (ΕΕ) 2447/2015 (Διατάξεις Εφαρμογής καν. 952/2013).

Άρθρο 2
Αρμόδια Αρχή

1. Ως αρμόδια αρχή για την εξέταση των προϋποθέσεων εφαρμογής της παρούσας Απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 1, ορίζεται η Τελωνειακή Περιφέρεια στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας εμπίπτει το τελωνείο στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή του εμπορεύματος για το οποίο εκκρεμεί ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας.

2. Η εξέταση των εν λόγω προϋποθέσεων γίνεται με βάση τα στοιχεία του φακέλου της εισαγωγής που αποστέλλεται από το αρμόδιο τελωνείο, και κατόπιν σχετικής έρευνας εκ μέρους της Τελωνειακής Περιφέρειας για τον καθορισμό της κατάλληλης μεθόδου προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας του εμπορεύματος σύμφωνα με τα άρθρα 70 και 74 παρ. 1 και 2 του καν. 952/2013.

3. Εφόσον διαπιστωθεί από την Τελωνειακή Περιφέρεια ότι δεν είναι δυνατός ο καθορισμός της αξίας με έναν από τους τρόπους που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Περιφέρειας προχωρά στη σύσταση και συγκρότηση της επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 3 της παρούσας.

Άρθρο 3
Σύσταση, συγκρότηση και λειτουργία επιτροπών

1. Οι Τελωνειακές Περιφέρειες ορίζονται ως αρμόδιες αρχές για τη σύσταση επιτροπών καθορισμού της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 3 καν. 952/13.

2. Η σύσταση των επιτροπών της παρ. 1 γίνεται με απόφαση του Προϊσταμένου κάθε Τελωνειακής Περιφέρειας.

3. Η επιτροπή συγκροτείται από έναν υπάλληλο της Τελωνειακής Περιφέρειας με βαθμό ΠΕ/Α που υπηρετεί στο αρμόδιο Τμήμα για θέματα Δασμοφορολογητέας Αξίας, ως Πρόεδρο, και μέλη:
– Δύο (2) Τελωνειακούς υπαλλήλους ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Γ’ που υπηρετούν σε τελωνεία εισαγωγής εντός της χωρικής αρμοδιότητας της Τελωνειακής Περιφέρειας, με τριετή τουλάχιστον εμπειρία σε θέματα προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων,
– Έναν χημικό υπάλληλο που υπηρετεί στο Γενικό Χημείο του Κράτους,
– Έναν υπάλληλο συναρμόδιας υπηρεσίας ή εξειδικευμένου φορέα του Δημοσίου ή μη και άλλου Οργανισμού ή Ινστιτούτου Έρευνας πιστοποιημένου για την ειδικότητα που απαιτείται για το εμπόρευμα που εξετάζεται ή ελλείψει αυτού άλλης παρεμφερούς ειδικότητας κλπ., όταν η συμμετοχή του οποίου κρίνεται απαραίτητη για τη φύση της έρευνας σχετικά με τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας λόγω της φύσης του εμπορεύματος.

4. Ο Πρόεδρος της επιτροπής καθώς και ο αναπληρωτής του, ορίζεται από τον Προϊστάμενο της Τελωνειακής Περιφέρειας. Τα μέλη των επιτροπών καθώς και οι αναπληρωτές τους, ορίζονται από τις υπηρεσίες τους ύστερα από σχετική έγγραφη ειδοποίηση της Τελωνειακής Περιφέρειας. Ο ορισμός των μελών γνωστοποιείται στην Τελωνειακή Περιφέρεια για την οριστική συγκρότηση της Επιτροπής.

5. Τα μέλη της Επιτροπής επιλαμβάνονται της έρευνας για τη διαμόρφωση της δασμολογητέας αξίας του εμπορεύματος, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της. Οι επιτροπές καθορίζουν, χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορη μέθοδο και ύστερα από διεξοδικό έλεγχο όλων των διαθέσιμων στοιχείων, καθώς και με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 144 καν. 2447/2015, τη δασμολογητέα αξία του εμπορεύματος σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 3 καν. 952/2013.

6. Η επιτροπή, για την ομαλή εκτέλεση του έργου της, μπορεί να ζητά κάθε επιπλέον στοιχείο σχετικά με τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας του εμπορεύματος από τον ενδιαφερόμενο εισαγωγέα, εφόσον κριθεί σκόπιμο.

7. Η επιτροπή συνεδριάζει εντός του ωραρίου εργασίας, στις εγκαταστάσεις της αρμόδιας Τελωνειακής Περιφέρειας.

8. α) Για τα αποτελέσματα των επιτροπών όσον αφορά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας του εμπορεύματος, συντάσσεται πρακτικό, το πρωτότυπο του οποίου φυλάσσεται στην Τελωνειακή Περιφέρεια. Αντίγραφο του πρακτικού αποστέλλεται στη Δ/νση ΔΘΤΟΚ, Τμήμα Α.
β) Στο πρακτικό της επιτροπής θα πρέπει να αναφέρεται μεταξύ άλλων ο λόγος για τον οποίο κρίνεται αναγκαίος ο καθορισμός της αξίας με βάση το άρθρο 74 παρ. 3, δηλαδή ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκαν οι λοιπές μέθοδοι προσδιορισμού της αξίας σύμφωνα με τα άρθρα 70 και 74 παρ. 1 και 2 του καν. 952/2013 (π.χ. έλλειψη ή απόρριψη τιμολογίου, έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου προσδιορισμού αξίας λόγω μεγάλης παλαιότητας του εμπορεύματος, έλλειψη στοιχείων σχετικά με πανομοιότυπα ή ομοειδή εμπορεύματα, έλλειψη στοιχείων σχετικά με την τιμή μονάδας ή την κατασκευαζόμενη αξία, κλπ.). Επιπλέον, θα πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία με βάση τα οποία η επιτροπή κατέληξε στον τελικό προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας για το συγκεκριμένο εμπόρευμα, με βάση το άρθρο 14 παρ. 3 καν. 952/2013.

7. Κατά της διαμόρφωσης της δασμολογητέας αξίας από το τελωνείο εισαγωγής, με βάση την απόφαση της επιτροπής του άρθρου 3, υπάρχει δυνατότητα προσφυγής του ενδιαφερόμενου στις Επιτροπές Τελωνειακών Αμφισβητήσεων (Π.Ε.Τ.Α. -Α.Ε.Τ.Α.), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 4
Έναρξη ισχύος

1. Η παρούσα απόφαση ισχύει από την ημερομηνία της δημοσίευσης της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

2. Κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στην παρούσα απόφαση παύει να ισχύει.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 17 Οκτωβρίου 2016

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Εγκύκλιος Ι.Κ.Α. αρ. 43/29.11.2016 Ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και εργοδοτών υπέρ Ε.Τ.Ε.Α., από 1-1-2017

Αθήνα, 29/11/2016
Αριθμ. Πρωτ. T01/652/38

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
Δ Ι Ο Ι Κ Η Σ Η
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ – ΕΣΟΔΩΝ
ΤΜΗΜΑ : ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Ταχ. Διεύθυνση : Αγ. Κων/νου 8
10241 – Αθήνα
Πληροφορίες : Ε. Καραμουσουλή
Αριθ. Τηλεφώνου : 210 52 15 237
FAX: 210 52 23 228
e – mail: [email protected]

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΡ. : 43

ΘΕΜΑ : «Ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και εργοδοτών υπέρ Ε.Τ.Ε.Α., από 1-1-2017»

ΣΧΕΤ. : α) Η με αρ. πρωτ. Φ80020/οικ.43434/Δ15.734/7.11.2016 Εγκύκλιος της Γ.Γ.Κ.Α.
β) Το με αρ. πρωτ. 175199/18.11.2016 έγγραφο Ε.Τ.Ε.Α. και
γ) Η 22/16 Εγκύκλιος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ

Σας διαβιβάζουμε προς ενημέρωση και εφαρμογή το με αριθμ. πρωτ. 175199/18.11.2016 έγγραφο του Ε.Τ.Ε.Α., σχετικά με το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και εργοδοτών υπέρ Ε.Τ.Ε.Α., από 1-1-2017.

Όσον αφορά την βάση υπολογισμού των καταβαλλόμενων ασφαλιστικών εισφορών των Αυτοαπασχολούμενων του Ε.Τ.Ε.Α. και των μισθωτών του Δημοσίου, οι οποίοι από 1-1-2017 υπάγονται για κύρια σύνταξη στον ΕΦΚΑ, θα ακολουθήσουν νεότερες οδηγίες, μετά την έκδοση διευκρινιστικών εγκυκλίων για: α) το άρθρο 39 του 4387/2016 από την αρμόδια Διεύθυνση της Γ.Γ.Κ.Α. (εισφορές αυτοαπασχολούμενων στον ΕΦΚΑ και βάση υπολογισμού τους) και β) το άρθρο 5 του ιδίου νόμου (εισφορές προς τον ΕΦΚΑ και βάση υπολογισμού τους) από την Γ.Γ.Κ.Α. και το Γ.Λ.Κ.

Για περαιτέρω διευκρινήσεις και οδηγίες, λόγω αρμοδιότητας, θα απευθύνεστε στις αρμόδιες Υπηρεσίες του Ε.Τ.Ε.Α. (Φιλελλήνων 13-15, Αθήνα).

Η ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΙΩΑΝΝΑ ΓΑΤΗ – ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1179/2016 Φορολογικά θέματα ΚΤΕΛ ΑΕ των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν.2963/2001

Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ: Α’-Β’

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας: 101 84 Αθήνα
Πληροφορίες : Β. Δασουράς, Φ. Φανάρα
Τηλέφωνο: 210.3375311
Fax: 210. 3375001
e-mail: [email protected]
ΠΟΛ 1179/2016
ΘΕΜΑ: Φορολογικά θέματα ΚΤΕΛ ΑΕ των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν.2963/2001.
Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. δ’ του άρθρου 2 του ν.4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), στον όρο «νομική οντότητα» περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι κοινωνίες αστικού δικαίου.

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της περ. ε’ του άρθρου 45 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων υπόκεινται, μεταξύ άλλων, οι κοινωνίες αστικού δικαίου. Επίσης, με την παρ.2 του άρθρου 47 του νόμου αυτού ορίζεται, ότι όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

3. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι, κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση
όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες:
α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,
β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση,
γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.

4. Με το αριθ. ΔΕΑΦΑ 1064780 ΕΞ 2015/11.5.2015 έγγραφό μας έγινε δεκτό ότι οι αμοιβές μελών και διαχειριστών ΕΠΕ, καθώς και οι αμοιβές εκπροσώπων και εταίρων ΟΕ και ΕΕ για τις υπηρεσίες που παρέχουν με βάση την ιδιότητά τους αυτή προς τις υπόψη εταιρείες, εξομοιώνονται με τις αμοιβές διευθυντών ή μελών Δ.Σ. εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας. Κατά συνέπεια, αυτές χαρακτηρίζονται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία και φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013. Οι εν λόγω εργασίες αποτελούν παρεπόμενη εργασιακή σχέση, η οποία υφίσταται μεταξύ του εταίρου που παρέχει υπηρεσίες διαχειρίσεως ή/και εκπροσωπήσεως της εταιρείας, ως όργανό της έμμισθο ή άμισθο (διοικητής της), και της εταιρείας. Οι εν λόγω αμοιβές είναι απαραίτητες για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της εταιρείας και εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της προσωπικής ή αστικής εταιρείας.

Περαιτέρω, με την ΠΟΛ.1113/2.6.2015 εγκύκλιό μας διευκρινίστηκε ότι οι αμοιβές φυσικού προσώπου μέλους προσωπικής ή αστικής εταιρείας το οποίο δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και λαμβάνει αμοιβές για υπηρεσίες που απορρέουν από τη συμμετοχή του στην εταιρεία δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της προσωπικής ή αστικής εταιρείας.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι ως άνω αμοιβές προκύπτουν από την προσωπική εργασία των εταίρων αυτών ως εταιρική εισφορά τους προς την εταιρεία βάσει του εμπορικού νόμου (άρθρο 741 ΑΚ), η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας (παροχή υπηρεσίας σύμφωνα με τις εντολές και τον έλεγχο του εργοδότη, αναφορικά με τον τρόπο, χρόνο και τον τόπο παροχής αυτής, που είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο) (σχετ. ΠΟΛ.1139/30.6.2015 εγκύκλιός μας)

5. Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 1 του ν.2963/2001 ορίζεται, ότι με τον όρο «ΚΤΕΛ» νοείται το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Κοινό Ταμείο Είσπραξης Λεωφορείων», που συστάθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ.102/1973.

Ειδικότερα, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν.2963/2001, οι υφιστάμενες ΚΤΕΛ ΑΕ έχουν προκύψει από τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρείες με δύο τρόπους:
α. Με μεταφορά στην ΚΤΕΛ ΑΕ της κυριότητας των λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων των οικείων ΚΤΕΛ. Μέτοχοι των ανωνύμων εταιρειών μπορούν να γίνουν όλοι οι μέτοχοι των ΚΤΕΛ που μετατρέπεται σε Α.Ε., εφόσον εισφέρουν την κυριότητα των λεωφορείων τους, η δε συμμετοχή στο κεφάλαιο γίνεται σύμφωνα και αναλογικά με την αξία των εισφερομένων στοιχείων.
β. Με ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης μεταφοράς προσώπων, από κοινού, εκ μέρους των φυσικών ή νομικών προσώπων που έχουν στην κυριότητά τους λεωφορεία που είναι ενταγμένα στα ΚΤΕΛ, καθώς και αυτών που προέρχονται από αντικατάσταση. Μέτοχοι των ανωνύμων εταιρειών μπορούν να γίνουν όλοι οι μέτοχοι του μετατραπέντος ΚΤΕΛ, εφόσον συμμετάσχουν στην ανάληψη του κεφαλαίου με καταβολή σε χρήμα, σύμφωνα και αναλογικά με τη συμμετοχή που είχαν στο μετατρεπόμενο ΚΤΕΛ. Τα λεωφορεία φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι ενταγμένα στο ΚΤΕΛ, καθώς και αυτά που θα προέρχονται από αντικατάσταση αυτών, εκμισθώνονται στην ΑΕ. Η σύμβαση μίσθωσης είναι ορισμένου χρόνου, και η διάρκειά της λήγει ταυτόχρονα με τη λήξη ανάθεσης έργου της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.2963/2001. Οι συμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες μέτοχοι εκμισθωτές υποχρεούνται έναντι προκαθορισμένης χιλιομετρικής αποζημίωσης, να παρέχουν το όχημα με τον οδηγό του σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας που καθορίζει η συμβαλλόμενη ΚΤΕΛ ΑΕ. Τον ιδιοκτήτη μέτοχο εκμισθωτή βαρύνουν οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού, που αυτός προσλαμβάνει, η συντήρηση και φύλαξη του οχήματος.

6. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με την περίπτωση α) τα λεωφορεία ανήκουν πλέον στην κυριότητα της ΚΤΕΛ ΑΕ, η οποία είναι και εργοδότης όλου του προσωπικού της. Για τη φορολόγηση των ΚΤΕΛ ΑΕ εφαρμογή θα έχουν οι γενικές διατάξεις του ν.4172/2013, με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν.2963/2001.

Στην περίπτωση β) τα φυσικά πρόσωπα (λεωφορειούχοι Δ.Χ. με κυριότητα 100%) ή νομικά πρόσωπα (άλλα ΚΤΕΛ, κοινωνίες συνιδιοκτησίας λεωφορείων Δ.Χ.) συνεχίζουν να είναι κύριοι των λεωφορείων Δ.Χ. και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ΚΤΕΛ ΑΕ. Στην περίπτωση αυτή προβλέπεται το δικαίωμα των μετόχων του ΚΤΕΛ να εκμισθώνουν και η υποχρέωση της οικείας ΚΤΕΛ ΑΕ να μισθώνει τα λεωφορεία των φυσικών ή νομικών προσώπων που ήταν ενταγμένα στο ΚΤΕΛ με σύμβαση μίσθωσης. Επιπλέον, οι συμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα (λεωφορειούχοι Δ.Χ. με κυριότητα 100%) ή νομικά πρόσωπα (άλλα ΚΤΕΛ, κοινωνίες συνιδιοκτησίας λεωφορείων Δ.Χ.), παρέχουν το όχημά τους με τον οδηγό του, τον οποίο αυτοί προσλαμβάνουν και προκειμένου για την εξαγωγή του φορολογητέου εισοδήματός τους λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού, η συντήρηση και η φύλαξη του οχήματος, κ.λπ.

7. Με την παρ.6 του άρθρου 3 της υπ’αριθμ. Β-οικ.60195/5172/13/19.11.2013 (ΦΕΚ Β’ 3067/03/12/2013) απόφασης του Υφυπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (αντικατάσταση της υπ’αριθμ.0ικ.Β-1189/37/08.01.2003) με την οποία καθορίστηκαν οι βασικοί όροι ανάληψης υποχρέωσης μεταφοράς προσώπων με λεωφορεία ενταγμένα στις ΚΤΕΛ ΑΕ ορίζεται, ότι το υπόλοιπο που απομένει, όταν από το σύνολο των ακαθάριστων εισπράξεων (εισιτήρια, αποσκευές, εκδρομές, κ.λπ.) αφαιρεθούν τα ποσά που κατανομάζονται με τις ίδιες διατάξεις (αποδοχές, φόροι, τέλη, έξοδα διοικήσεως, καύσιμα, δαπάνες συντήρησης, αποσβέσεις, κ.λπ.), αποτελεί τη συνολική αποζημίωση των ιδιοκτητών – μετόχων της ΚΤΕΛ ΑΕ για την εκτέλεση της μεταφοράς προσώπων με τα λεωφορεία τους.

8. Κατόπιν όλων όσων αναφέρθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι προκειμένου για τις περιπτώσεις ΚΤΕΛ που λειτουργούν με τη μορφή ΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ.2 του άρθρου 3 του ν.2963/2001 (μετατροπή σε ΚΤΕΛ ΑΕ όταν οι μέτοχοι κρατούν την κυριότητα των λεωφορείων), τα μισθώματα (χιλιομετρική αποζημίωση) αποδίδονται στους ιδιοκτήτες μετόχους εκμισθωτές (φυσικά πρόσωπα ή συνιδιοκτησία φυσικών προσώπων – κοινωνία ή νομικά πρόσωπα) με βάση την ανωτέρω εκκαθάριση τα οποία φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα στο όνομα των ιδιοκτητών. Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν προκύπτει φορολογητέο εισόδημα για τις ΚΤΕΛ ΑΕ (στον Κ.Α. 016 καταχωρείται μηδενικό ποσό), καθόσον το προκύπτον αποτέλεσμά τους με βάση την υπ’αριθμ. Β-οικ.60195/5172/13/19.11.2013 (ΦΕΚ Β’ 3067/03/12/2013) απόφαση του Υφυπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων αποδίδεται στους ιδιοκτήτες (λεωφορειούχοι Δ.Χ. με κυριότητα 100% ή νομικά πρόσωπα δηλαδή άλλα ΚΤΕΛ, κοινωνίες συνιδιοκτησίας λεωφορείων Δ.Χ., κ.λπ.), ωστόσο υφίσταται υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

9. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 785 ΑΚ ορίζεται, ότι κοινωνία κατ’ ιδανικά μέρη υφίσταται όταν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η διοίκηση του κοινού πράγματος ανήκει σε όλους τους κοινωνούς με ομόφωνη απόφαση (άρθρο 788 ΑΚ).

Η βασική διαφορά μεταξύ σύμβασης κοινωνίας, σε περίπτωση που ο γενεσιουργός λόγος της κοινωνίας είναι η σύμβαση, και της σύμβασης εταιρείας με την έννοια του άρθρου 741 ΑΚ, είναι ότι από την κοινωνία λείπει το χαρακτηριστικό της «κοινότητας» του εταιρικού σκοπού που διέπει την εταιρεία, ήτοι η συμμετοχή των μελών στο αποτέλεσμα της συνεργασίας τους (στο οικονομικό αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε δια του επιδιωκόμενου σκοπού, είτε από θετική είτε από αρνητική άποψη – συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες).

10. Στις περιπτώσεις ΚΤΕΛ που λειτουργούν με τη μορφή ΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ.2 του άρθρου 3 του ν.2963/2001 (μετατροπή σε ΚΤΕΛ ΑΕ όταν οι μέτοχοι κρατούν την κυριότητα των λεωφορείων) δεν αποκλείεται η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των συνιδιοκτητών κάποιου λεωφορείου (κοινωνία) όταν ένας εξ’αυτών αναλαμβάνει την οδήγηση του λεωφορείου. Στην περίπτωση αυτή συνάπτεται ειδική συμφωνία με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες η οποία πρέπει να είναι σαφής, ρητή και αδιαμφισβήτητη χωρίς αυτή να συνάγεται μόνο από το απλό γεγονός της οδήγησης του λεωφορείου από ένα συνιδιοκτήτη (α.π. 224/67, 1024/90, Εφ. Πατρών 945/87 Π.ΑΘ.5630/59). Επισημαίνεται ότι ο οδηγός πρέπει να κατέχει την ανάλογη άδεια οδήγησης και ιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας.

Ειδικότερα, με την υπ’αριθμ. 4115/1983 απόφαση του ΣτΕ έχει κριθεί ότι η εν γένει παροχή υπηρεσιών οδηγού, έστω και ιδιοκτήτη λεωφορείου, που έχει ενταχθεί σε ΚΤΕΛ, έχει το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, καθόσον την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δεν την έχει ο ιδιοκτήτης του, που είναι μόνο ο εκμισθωτής του αυτοκινήτου, αλλά το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ. Περαιτέρω, με την αριθμ. 106/2006 γνωμοδότηση του Δ’ Τμήματος του ΝΣΚ έχει κριθεί ότι οι τακτικοί οδηγοί των ΚΤΕΛ ΑΕ ή των ΚΤΕΛ καθώς και οι οδηγοί – ιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων στα ως άνω νομικά πρόσωπα, ανήκουν στο προσωπικό τους (αριθμ. 191/2006 γνωμοδότηση του Δ’ τμήματος του ΝΣΚ).

11. Μετά από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και προκειμένου για περιπτώσεις ΚΤΕΛ που λειτουργούν με τη μορφή ΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ.2 του άρθρου 3 του ν.2963/2001, και δεδομένου ότι οι υπηρεσίες που παρέχει οδηγός – συνιδιοκτήτης (μέλος της κοινωνίας εκμετάλλευσης λεωφορείου) του λεωφορείου δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της εταιρικής του εισφοράς, όπως συμβαίνει με τη σύμβαση εταιρείας με την έννοια του άρθρου 741 ΑΚ, προκύπτει ότι οι αμοιβές που αυτός λαμβάνει για τις υπόψη υπηρεσίες θεωρούνται εισόδημα από μισθωτή εργασία. Περαιτέρω και δεδομένου ότι η κοινωνία αποτελεί πλέον υποκείμενο του φόρου εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 και 45 του ν.4172/2013, οι υπόψη αμοιβές εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της κοινωνίας εκμετάλλευσης λεωφορείων με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του ν.4172/2013 (αριθμ. πρωτ. Δ12Α1053453 ΕΞ2014/24.03.2014).

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση αμοιβών που λαμβάνουν διαχειριστές, εκπρόσωποι ή διευθυντές της κοινωνίας, δηλαδή οι αμοιβές αυτές εκπίπτουν ως εισόδημα από μισθωτή εργασία με βάση τα αναφερόμενα στο αριθ. ΔΕΑΦΑ 1064780 ΕΞ 2015/11.5.2015 έγγραφό μας.

Τέλος, σημειώνεται ότι σε περίπτωση που οι εν λόγω οδηγοί – συνιδιοκτήτες ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα (ατομική επιχείρηση), οι ασφαλιστικές εισφορές υπέρ ΟΑΕΕ που καταβάλλουν οι ίδιοι θα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα της ατομικής τους επιχείρησης.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΔΕΔ Αθήνας αποφ. 462/10.11.2016 Απόρριψη αιτήματος αναστολής καταβολής του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) αμφισβητούμενων ποσών

Καλλιθέα, 10/11/2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΤΜΗΜΑ Β1 ΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ

Ταχ. Δ/νση : Αριστογείτονος 19
Ταχ. Κωδ. : 17671, Καλλιθέα
Τηλ. : 213 1604 513
FAX : 213 1604 567

Αριθμός απόφασης: 462

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις :

α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α΄ 170).

β. Του Π.Δ. 111/2014 (ΦΕΚ Α΄ 178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών».

γ. Του άρθρου 6 της αριθ. Δ6Α 1058824 ΕΞ 2014/8.4.2014 (ΦΕΚ Β΄ 865, 1079 και 1846) Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών «Ανακαθορισμός της εσωτερικής διάρθρωσης και των αρμοδιοτήτων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και μετονομασία ορισμένων από αυτές», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

δ. Της ΠΟΛ 1002/31.12.2013 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ Β΄ 55/16-01-2014).

2. Την ΠΟΛ.1069/4.3.2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

3. Την Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 2016/30.8.2016 (ΦΕΚ Β΄ 2759/1.9.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών «Παροχή εξουσιοδότησης υπογραφής».

4. Την από ………….και με αριθμό πρωτοκόλλου ………………, κατατεθείσα στη Δ.Ο.Υ. ……………….., ενδικοφανή προσφυγή …………… ……………, με Α.Φ.Μ. …………, με την οποία συνυποβάλλεται αίτημα αναστολής καταβολής του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικά αμφισβητούμενου ποσού α) της αριθμ. ……….. πράξης επιβολής προστίμου του . Κ.Β.Σ

β) της με αρ. ………… οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ γ) της με αρ. ……. οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού εισοδήματος δ) της με αρ…………. πράξης οριστικού προσδιορισμού προστίμου ΦΠΑ ε) της με αρ. ………… πράξης οριστικού προσδιορισμού προστίμου Φ.Π.Α. και στ) και της με αρ. ……… οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος της Δ.Ο.Υ. ………., με τα συνημμένα αυτής.

5. Την Έκθεση Απόψεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. …………

6. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Β1 Νομικής Υποστήριξης, όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.

Με την από ……….. και με αριθμό πρωτοκόλλου …………. αίτησή της, που υποβάλλεται δια του πατρός της ……………….., δυνάμει του με αρ. ……………πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Περιστερίου ……………….., από το οποίο προκύπτει δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας αυτού η οδός …………………, όπως αυτή προσυπογράφεται από τον διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο …………….., η ………………., με Α.Φ.Μ. ……………., φερόμενη ως κάτοικος Αυστραλίας οδός ……………………, ζητά την αναστολή καταβολής ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού των ανωτέρω πράξεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ……………….., συνολικού ποσού ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 128.913,85 ευρώ (257.827,71 Χ 50%).

Επί της κρινόμενης αίτησης, και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων του αιτήματος αναστολής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:

Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013: «Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%)».

Επειδή, όπως προβλέπεται στην παρ. 4 του ιδίου ανωτέρω άρθρου και νόμου: «Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παράγραφο 3. Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης δύναται να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, μέχρι την έκδοση της απόφασής της, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Διοίκηση, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου».

Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 της ΠΟΛ 1002/31-12-2013 (ΦΕΚ 55/16.01.2014, Τεύχος Β’) Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων: «Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ήδη καταβληθεί το υπόλοιπο ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός αν υποβληθεί γι΄ αυτό και γίνει αποδεκτό αίτημα αναστολής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εφόσον δηλαδή υποβληθεί από τον υπόχρεο, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής του καταβλητέου ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει την πληρωμή του εν λόγω ποσοστού μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Η αναστολή αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής, άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της. Το αίτημα αναστολής υποβάλλεται με το έγγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής ή αυτοτελώς με ιδιαίτερο έγγραφο που κατατίθεται την ίδια ημέρα με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής. Με την υποβολή της αιτήσεως αναστολής και μέχρι την έκδοση απόφασης επ’ αυτής άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της, η υποχρέωση καταβολής του αμφισβητούμενου ποσού αναστέλλεται. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου».

Επειδή, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του ιδίου ανωτέρω άρθρου 2 της ιδίας ΠΟΛ: «Με την αίτηση αναστολής υποβάλλονται στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και τα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος και απαραιτήτως υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματά του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής.
Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνονται επιπλέον και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων αυτού κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής.
Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, όπως ορίζεται στο άρθ. 3 του Κ.Φ.Δ. (Ν. 4174/2013) και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Για τα ακίνητα δηλώνεται και η αντικειμενική αξία αυτών.[…].

3. Αίτηση αναστολής για την οποία δεν προσκομίζονται τα προαναφερθέντα στοιχεία απορρίπτεται.»

Επειδή, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1069/4.3.2014, παράγραφος Γ΄: «….2. Εφόσον υποβληθεί από τον υπόχρεο, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής του καταβλητέου ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει την πληρωμή του εν λόγω ποσοστού μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. …….
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών προκειμένου να εκτιμήσει την ανεπανόρθωτη βλάβη του υπόχρεου, λαμβάνει υπόψη της του ισχυρισμούς αυτού, τα συνυποβαλλόμενα στοιχεία και ιδίως την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1002/31.12.2013, καθώς και κάθε άλλο πρόσφορο για την περίπτωση αυτή στοιχείο. …….».

Επειδή από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η Υπηρεσία μας δύναται να αναστείλει την καταβολή του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικά αμφισβητούμενου ποσού, οπότε, σε θετική περίπτωση, η αναστολή επενεργεί για το σύνολο αυτού.

Επειδή, κατά πάγια νομολογία, η οικονομική ζημία που προκαλείται από την εκτέλεση διοικητικής πράξης δεν συνιστά καταρχήν βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, ικανή να δικαιολογήσει την αποδοχή αίτησης αναστολής εκτέλεσης της πράξης, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι έχει τέτοια έκταση ώστε να προκαλείται ο οικονομικός κλονισμός της επιχείρησης του αιτούντος ή η στέρηση των μέσων βιοπορισμού του (Επ. Αν. ΣτΕ 45/2010, ΣτΕ 1041/2009, ΣτΕ 732/2007, 463, 698, ΣτΕ 707/2006, 181, ΣτΕ 661/2001, ΣτΕ 208/2000). Ως «ανεπανόρθωτη» δε βλάβη νοείται όχι μόνον η κατά κυριολεξία μη αναστρέψιμη, αλλά και εκείνη, της οποίας η αποκατάσταση, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές και λοιπές συνθήκες, είναι για τον διάδικο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί πράγματι να την επιτύχει (Επ.Αν. ΣτΕ 496/2011).

Επειδή, στην υπό εξέταση υπόθεση, η αιτούσα την αναστολή ισχυρίζεται ότι η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη παραταύτα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης.

Επειδή οι ως άνω προσβαλλόμενες με την ενδικοφανή προσφυγή πράξεις επεδόθησαν στην αιτούσα στην δηλωθείσα στην φορολογική αρχή διεύθυνση της επαγγελματικής της έδρας επί της οδού ……………, στις ………… ενώ η αιτούσα κατέθεσε την ενδικοφανή προσφυγή της μετά της παρούσας αίτησης αναστολής στις …………., ήτοι μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 30 ημερών από την επίδοση των ως άνω πράξεων, κατ’αρχάς, η ενδικοφανής προσφυγή και το σε αυτή διαλαμβανόμενο αίτημα αναστολής θα μπορούσε να θεωρηθεί κατ’αρθ.63 παρ.1 και 3 Ν.4174/2013 ότι εκπροθέσμως έχουν ασκηθεί. Ο δε ισχυρισμός της αιτούσας ότι η αρμόδιο Φορολογική αρχή γνώριζε ότι η ίδια είχε μετοικήσει στην Αυστραλία από τον Οκτώβριο 2010, καθώς και ότι η επιχείρησή της έχει περιέλθει σε αδράνεια προβάλλεται αβασίμως. Σύμφωνα με την έκθεση απόψεων του Προϊσταμένου της Δ. Ο.Υ. …………., καθώς και όπως προκύπτει από το TAXIS, δεν έχει γίνει διακοπή της ατομικής της επιχείρησης ούτε δήλωση αλλαγής έδρας αυτής επί της οδού ……………, ενώ συγχρόνως υφίσταται υποκατάστημα της αιτούσας στη ………….και η ίδια διατηρεί δυο φορτηγά οχήματα των οποίων τα τέλη κυκλοφορίας έχουν πληρωθεί κανονικά μέχρι και το 2015. Επίσης στο ίδιο έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ……………, επισημαίνεται ότι εκτός της επαγγελματικής έδρας, η θυροκόλληση έλαβε χώρα και στην διεύθυνση κατοικίας της αιτούσας, επί της οδού …………………..

Δεδομένου όμως ότι όλες οι επιδόσεις από την φορολογική αρχή προς την ατομική επιχείρηση της ……………… (των προσκλήσεων, του σημειώματος διαπιστώσεων και των προσωπικών αλλά και οριστικών πράξεων) έγιναν με θυροκόλληση κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας –χωρίς την βεβαιότητα ότι υπάρχει λειτουργούσα επιχείρηση ή ένοικος στις φερόμενες διευθύνσεις έδρας της επιχείρησης και κατοικίας της προσφεύγουσας .

Επειδή μόνο από φωτοαντίγραφα διαβατηρίου και τη σχετική θεώρηση βίζας από το αεροδρόμιο του Σύδνεϋ στις ……………..και την σύνταξη το αμέσως προηγούμενο διάστημα(……………..) του με αρ. …………… πληρεξουσίου, δεν προκύπτει ότι αυτή έκτοτε και διαρκώς είναι κάτοικος Αυστραλίας.

Επειδή έχει αφενός παρέλθει πενταετία από την σύνταξη της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης και αφετέρου δεν είναι γνωστή στην φορολογική αρχή η ανάκλησή της, αλλά αυτή πρέπει να γίνει δεκτή στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης.

Επειδή ο διά της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης πληρεξούσιος ……………….. που υπογράφει ως αντίκλητος της αιτούσας μαζί με τον διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο το υπό κρίση δικόγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής δεν έχει δηλώσει σε αυτό διεύθυνση κατοικίας

Επειδή, όμως, σε κάθε περίπτωση, η παρούσα αίτηση αναστολής είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού η αιτούσα δεν συνυπέβαλε υπεύθυνη δήλωση για τα έσοδα ή εισοδήματα της ιδίας και του συζύγου της από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον οικονομικό έτος και για την περιουσιακή τους κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής, όπως ορίζει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 της ΠΟΛ. 1002/2013 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. Επιπλέον, δεν δηλώνονται τυχόν περιουσιακά στοιχεία της, και ειδικότερα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και συναφή τραπεζικά προϊόντα, επενδύσεις σε κινητές αξίες, δάνεια και δωρεές, μετοχές, μερίδια, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, όπως ορίζεται στην περ. δ του άρθρου 3 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013) και εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

Επειδή, για τους ανωτέρω λόγους, πρέπει η εν λόγω αίτηση να απορριφθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.3 του αρθ. 63 Ν.4174/2013 και τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 2, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου της ΠΟΛ 1002/2013 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

Κατόπιν των ανωτέρω,

Αποφασίζουμε

την απόρριψη του αιτήματος αναστολής καταβολής, της …………., με Α.Φ.Μ. ………….., του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού α) της με αριθμ. 289/2016 πράξης επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ β) της με αρ. …………. οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ γ) της με αρ. ………… οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού εισοδήματος δ) της με αρ…………… πράξης οριστικού προσδιορισμού προστίμου ΦΠΑ ε) της με αρ. …………. πράξης οριστικού προσδιορισμού προστίμου Φ.Π.Α. και στ) της με αρ. ………….. οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος της Δ.Ο.Υ. …………..

Ακριβές Αντίγραφο
Η Υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικής Υποστήριξης

Με την εντολή του Προϊσταμένου της Δ/νσης Επίλυσης Διαφορών
Ο Προϊστάμενος της Υποδ/νσης Νομικών Θεμάτων
Γεώργιος Γιαννακούλιας

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΣτΕ 2333/2016 Ακύρωση της τιμής ζώνης ψυχικού της υπ αριθμ. ΠΟΛ.1093/29.4.2013 και καθορισμός τιμής από 1.3.2007 έως 17.3.2011 στη Β’ ζώνη Ψυχικού η τιμή (4.100 ευρώ). Τιμή η οποία ορίζεται στην 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών

ΣτΕ 2333/2016
Ακύρωση της τιμής ζώνης ψυχικού της υπ αριθμ. ΠΟΛ.1093/29.4.2013 και καθορισμός τιμής από 1.3.2007 έως 17.3.2011 στη Β’ ζώνη Ψυχικού η τιμή (4.100 ευρώ). Τιμή η οποία ορίζεται στην 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών

TO ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β’
Περίληψη
Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 7δ παρ. 1 του Συντάγματος, η φορολογούμενη ύλη, όπως η περιουσία, δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική. Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 θεσπίστηκε αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού, δηλαδή στην ελάχιστη εύλογη αξία αγοραπωλησίας που θα συμφωνούσαν δύο καλά ενημερωμένοι και επιμελείς συναλλασσόμενοι, που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους.
Η αξία αυτή ανάγεται μεν σε μια υποθετική/δυνητική συναλλαγή, αλλά αφορά στην πραγματική αξία του ακινήτου στην αγορά, η οποία επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα υπόκειται σε φόρο (επί της περιουσίας). Συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για προσδιορισμό (αρχικό ή με αναπροσαρμογή) των τιμών εκκίνησης υπό τον όρο ότι ο τρόπος καθορισμού τους εγγυάται επαρκώς ότι η φορολογούμενη αξία της ακίνητης περιουσίας είναι πραγματική και όχι πλασματική. Ειδικότερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων υπό το φως των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να διενεργείται με βάση ενιαία (για το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), διαφανή, αρκούντως ορισμένη, πρόσφορη και οικονομετρικά άρτια μεθοδολογία, ώστε να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυα ορθού καθορισμού της φορολογούμενης αξίας των ακινήτων τους και να τηρείται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα το ίσο μέτρο (γνωμοδοτικής και αποφασιστικής) κρίσης. Η τοιαύτη ειδική μέθοδος, πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την κοινώς γνωστή, αλλά και σημειούμενη στις σχετικές ετήσιες εκθέσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, παρατεταμένη και σταδιακά εντεινόμενη ύφεση της αγοράς ακινήτων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με νέους φόρους, από το 2010 και μετά.
Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ενόψει των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη και της μεθοδολογίας που εφαρμόσθηκε για την εκτίμησή τους, στη σχετική εισήγηση της αρμόδιας Επιτροπής του προαναφερόμενου άρθρου, στην οποία στηρίχθηκε ο Υπουργός Οικονομικών κατά την άσκηση της κανονιστικής του αρμοδιότητας (βλ. σημείο 13 του προοιμίου της επίδικης απόφασής του).
Ειδικότερα, με το εισαγωγικό δικόγραφο και δικόγραφα προσθέτων λόγων, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι τα στοιχεία (περί μεταβιβάσεων ακινήτων και τραπεζικών εκτιμήσεων) επί των οποίων ερείδεται η επίδικη κανονιστική ρύθμιση είναι ελλιπή και μη αντιπροσωπευτικά, καθώς και ότι πάσχει η μεθοδολογία εκτίμησής τους.
Ενόψει και του ότι οι αιτούντες διατυπώνουν συγκεκριμένα επιχειρήματα και αντίστοιχες αιτιάσεις προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού (όπως, ιδίως, ότι μη νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψη αγγελίες πωλήσεων ακινήτων καθώς και μεγάλος αριθμός συναλλαγών με αξία ίση ή παραπλήσια της αντικειμενικής, ότι μη νομίμως ελήφθησαν υπόψη στοιχεία μεταβιβάσεων μεταγενέστερα της 1.3.2007, καθώς και ότι χρησιμοποιήθηκε επισφαλής μέθοδος αναγωγής των στοιχείων στην τιμή εκκίνησης του αντικειμενικού συστήματος), ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως προβάλλεται κατά τρόπο αρκούντως ορισμένο, σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται το Δημόσιο.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός (ανεξαρτήτως της ειδικότερης επιχειρηματολογίας στην οποία ερείδεται) κρίνεται βάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και την οικεία εισήγηση της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 ουδόλως προκύπτει ότι ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης στην επίμαχη ζώνη διενεργήθηκε με βάση ειδική μέθοδο, σύμφωνη με τα γενόμενα ερμηνευτικούς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, για τον παραπάνω λόγο, και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως.
Επειδή, η ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικράτειας κανονιστικής ρύθμισης περί καθορισμού της τιμής του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ακινήτων σε ορισμένη ζώνη δεν συνεπάγεται εφαρμογή της προϊσχύσασας κανονιστικής ρύθμισης περί της τιμής εκκίνησης στην επίμαχη ζώνη, αλλά δημιουργεί, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε νέο, νόμιμο καθορισμό της τιμής εκκίνησης των ακινήτων για την εν λόγω ζώνη.
Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για την τρίτη διαδοχική ακύρωση από το Δικαστήριο της επίδικης ρύθμισης περί της τιμής εκκίνησης στη Β ζώνη Ψυχικού, πράγμα που υποδηλώνει διαρκή αδυναμία της Διοίκησης να καθορίσει νομίμως στο ποσό των 5.150 ευρώ την τιμή της εν λόγω ζώνης, για το επίμαχο χρονικό διάστημα, που, άλλωστε, ανάγεται σε παρωχημένο χρόνο, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να στερείται πλέον (κατά χρόνον) αρμοδιότητας κανονιστικής ρύθμισης του ζητήματος.
Τούτων έπεται ότι συντρέχουν εξαιρετικές συνθήκες, που επιβάλλουν απόκλιση από τον ανωτέρω κανόνα, στην κρινόμενη περίπτωση. Ενόψει τούτου και της αρχής της ασφάλειας δικαίου, που επιτάσσει να μην μείνει αρρύθμιστο το ζήτημα και λαμβανομένου υπόψη ότι οι αιτούντες δέχονται ότι θα ήταν εύλογη η τιμή ζώνης, εάν κυμαινόταν στο ύψος που προέβλεπε η κανονιστική πράξη του έτους 2005, η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς την παρούσα ακυρωτική απόφαση, οφείλει να θεωρήσει ότι, για το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά η επίδικη υπουργική απόφαση (1.3.2007 μέχρι 17.3.2011), ισχύει στη Β ζώνη Ψυχικού η τιμή (4.100 ευρώ) που ορίζει, για τη ζώνη αυτή, η 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 1982).

—————–
ΣτΕ 2333/2016
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Ε. Νίκα, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, I. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο I. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β’ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 5 Ιουλίου 2013 αίτηση: των : 1. ………………, κατοίκου Παλαιού Ψυχικού Αττικής …………….., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Σωτήρη Χριστοδούλου (Α.Μ. 8783), που τον διόρισε στο ακροατήριο και 2. Σωματείου με την επωνυμία «Ένωση Ιδιοκτητών Ψυχικού», που εδρεύει στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής …………….., το οποίο παρέστη με τον ως άνω δικηγόρο Σωτήρη Χριστοδούλου, που τον διόρισε στο ακροατήριο ……………, εξουσιοδοτούμενος προς τούτο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1093/29.4.2013 (ΦΕΚ Β’ 1068/29.4.2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου I. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο και η οποία συμπληρώθηκε με τρία δικόγραφα προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1093/29.4.2013 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Ανακαθορισμός της τιμής ζώνης του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των μεταβιβαζομένων με οποιαδήποτε αιτία ακινήτων που βρίσκονται στη Β Ζώνη της Δημοτικής Κοινότητας Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού της Περιφερειακής Ενότητας Βορείου Τομέα Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής» (Β’ 1068/29.4.2013).
Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση επανακαθορίστηκε σε 5.150 ευρώ η τιμή εκκίνησης των ακινήτων στην ανωτέρω ζώνη, «[…] για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της 1020564/487/00ΤΥ/Δ/27.2.2007 (ΠΟΛ.1034/27.2.2007) απόφασης (1/3/2007) μέχρι την έναρξη ισχύος της ΠΟΛ.1040/1.3.2011 απόφασης (17/3/2011)». Η επίδικη πράξη εκδόθηκε κατόπιν των υπ’ αριθμ. ΣτΕ 2107/2009 και ΣτΕ 3626/2010 αποφάσεων του Σύμβουλίου της Επικράτειας (και στο πλαίσιο της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις εν λόγω αποφάσεις), με τις οποίες ακυρώθηκε η κανονιστική ρύθμιση περί της τιμής εκκίνησης στην επίμαχη Β ζώνη Ψυχικού, όπως αυτή είχε τεθεί, αντίστοιχα, με την 1020564/487/00ΤΥ/Δ7 27.2.2007 (ΠΟΛ.1034/27.2.2007)απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 269) και την 1088318/2449/00ΤΥ/Δ/16.9.2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 2003).

2. Επειδή, η αίτηση αυτή φέρεται προς ανασυζήτηση, ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Β’ Τμήματος του Δικαστηρίου, λόγω σπουδαιότητας, κατόπιν της από 26.5.2016 πράξης της Προέδρου του, με την οποία ορίστηκε εκ νέου Εισηγητής και δικάσιμος της υπόθεσης, λόγω αδυναμίας ολοκλήρωσης της διάσκεψης μέχρι και την 30.6.2015, ημέρα αποχώρησης από την υπηρεσία του Αντιπροέδρου Φ. Αρναούτογλου, ο οποίος είχε προεδρεύσει στη συνεδρίαση της 6.5.2015, κατά την οποία συζητήθηκε αρχικά η υπόθεση.

3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως (τη Δευτέρα, 8.7.2013), λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ 68481/19.6.2013 έγγραφο του Προϊσταμένου του Α4 Τμήματος της Διεύθυνσης Προγραμματισμού Παραγωγής του Εθνικού Τυπογραφείου, η ημερομηνία πραγματικής κυκλοφορίας του Φ.Ε.Κ. στο οποίο δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν η 8.5.2013, ενώ παράλληλα δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι κάποιος από τους αιτούντες έλαβε κυρωμένο φωτοαντίγραφο του θεωρημένου και εγκεκριμένου δοκιμίου του εν λόγω Φ.Ε.Κ. σε χρόνο προγενέστερο της ως άνω ημερομηνίας πραγματικής κυκλοφορίας του, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 3469/2006 (πρβλ. ΣτΕ 2018/2012 επταμ., ΣτΕ 2107/2009 κ.ά.).

4. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α’ 43), όπως η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1473/1984 (Α’ 127) και 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990 (Α’ 43 και διορθ. σφαλμ. Α’ 51) και η παράγραφος 2 με τα άρθρα 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989 (Α’ 2) και 14 παρ. 11 του ν. 1882/1990, ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαβαίνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ’ είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσής τους θα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών. Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο, ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών. 2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται: α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους σε πίνακες και η συσχέτισή τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες, β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρηυ. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής, ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή νια ορισμένη κατηγορία τούτων. […]».
Στο άρθρο 1 (παρ. 1 και 2) της υπ’ αριθμ. 1067780/82/Γ0013/9.6.1994 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (Β’ 549), η ζώνη και η τιμή ζώνης (ή τιμή εκκίνησης) ορίζονται ως εξής: «1. Ζώνη γενικά θεωρείται ένα τμήμα πόλης ή χωριού, το οποίο, σύμφωνα με τους πίνακες τιμών, έχει ενιαία τιμή (ΤΖ). Οι ζώνες διακρίνονται σε α) Κυκλικές ζώνες. Είναι οι ζώνες που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα μιας πόλης ή ενός χωριού […]
β) Γραμμικές ζώνες (ΓΖ). Γραμμικές είναι οι ζώνες που αναπτύσσονται κατά μήκος της μίας ή και των δύο πλευρών ενός δρόμου ή ενός τμήματος δρόμου, παράλληλα προς τον άξονα αυτού. […] 2. Τιμή ζώνης ή τιμή εκκίνησης (ΤΖ). Είναι η ενιαία τιμή αφετηρίας, την οποία έχει κάθε ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη ζώνη αυτή. Η τιμή ζώνης (ΤΖ) αναφέρεται στη συνολική αξία κτίσματος και οικοπέδου που αναλογεί σε ένα τετραγωνικό μέτρο (μ2) επιφάνειας καινούριας κατοικίας ή διαμερίσματος στον Α’ όροφο της οικοδομής με πρόσοψη σε ένα μόνο δρόμο.».
Εξάλλου, οι νομοθετικές διατάξεις περί επιβολής φόρων στην ακίνητη περιουσία, κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα ισχύος της επίδικης υπουργικής απόφασης, παραπέμπουν στο κατά άρθρο 41 του ν. 1249/1982 αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων εντός των περιοχών όπου ισχύει το σύστημα αυτό [βλ. άρθρο 24 του ν. 2130/1993 (Α’ 62), άρθρα 5 και 7 του ν. 3634/2008 (Α’ 9), άρθρα 27, 31 και 32 του ν. 3842/2010 (Α’ 58)].

5. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, η 1122435/3634/ΟΟΤΥ/Δ/2005 (ΠΟΛ.1158/30.12.2005) απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (ΕΓ 1982), με την οποία η τιμή εκκίνησης των ακινήτων στην επίμαχη ζώνη (Β ζώνη Ψυχικού) ορίστηκε σε 4.100 ευρώ και, στη συνέχεια, η 1020564/487/00ΤΥ/Δ/27.2.2007 (ΠΟΛ.1034/27.2.2007) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία η τιμή εκκίνησης για την ίδια ζώνη καθορίστηκε σε 5.150 ευρώ.
Η τελευταία αυτή κανονιστική ρύθμιση ακυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΣτΕ 2107/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, με την αιτιολογία ότι
«[…] ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών στην ως άνω ζώνη Β’ του Παλαιού Ψυχικού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε κατόπιν εκτιμήσεως στοιχείων που δικαιολογούν αυτόν, ώστε να προκύπτει το δικαιολογητικό έρεισμα της επίμαχης ρυθμίσεως και να δύναται να ελεγχθεί αν εκδόθηκε εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που κατά την έννοιά τους επιτάσσουν τον καθορισμό τιμών κατά ζώνες ανταποκρινόμενες στην πραγματική αγοραία αξία των οικείων ακινήτων, πολλώ δε μάλλον που […] από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ούτε η τήρηση του επιβαλλόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 1 του Ν. 1249/1982 τύπου της εισήγησης των οικείων επιτροπών […]».
Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η 1088318/2449/00ΤΥ/Δ/16.9.2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία η τιμή εκκίνησης για την επίδικη ζώνη ορίστηκε εκ νέου σε 5.150 ευρώ.
Η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση ακυρώθηκε με την ΣτΕ 3626/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, διότι δεν προέκυπτε «[…] ότι εχώρησε,όπως απητείτο σύμφωνα με την ΣτΕ 2107/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, […] κατόπιν εκτιμήσεως συγκεκριμένων στοιχείων, ανταποκρινομένων χρονικώς στον καθορισμό τιμών κατά ζώνες με βάση την πραγματική αγοραία αξία των οικείων ακινήτων, αλλά, όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλομένη, στηρίχθηκε σε στοιχεία αναγόμενα στο έτος 2005, τα οποία, ως εκ τούτου, στοιχούν σε πλασματική, και όχι στην πραγματική αγοραία, αξία των οικείων ακινήτων, με περαιτέρω συνέπεια να μην προκύπτει το δικαιολογητικό έρεισμα της εν λόγω ρυθμίσεως […]».
Περαιτέρω, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, στο προοίμιο της οποίας γίνεται επίκληση και της υποχρέωσης συμμόρφωσης προς τις προαναφερόμενες (ΣτΕ 2107/2009 και ΣτΕ 3626/2010) ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας.

6. Επειδή, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), «Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών […]».
Περαιτέρω, στο άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι «1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και τη σύννομη άσκηση της διοικητικής λειτουργίας. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αϊτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ Ολομ. 2855-56/1985, Ολομ. ΣτΕ 3317/2014, ΣτΕ 4041/2013, ΣτΕ 1039/2014, ΣτΕ 2077/2014 κ.ά.), με σκοπό την προστασία των σχετικών ελευθεριών ή δικαιωμάτων του, μέσω της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1256/2006 επταμ.).
Ειδικότερα, σε υπόθεση όπως η παρούσα, ο αϊτών την ακύρωση κανονιστικής διοικητικής πράξης καθορισμού των τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ακινήτων, κατ’ επίκληση δικαιώματος (πλήρους ή ψιλής) κυριότητας ή επικαρπίας επί ορισμένου ακινήτου σε περιοχή στην οποία ισχύει το αντικειμενικό σύστημα στηρίζει, κατ’ ουσίαν, το έννομο συμφέρον του στην ιδιότητά του ως υπόχρεου για τους (κατ’ αρχήν υπολογιζόμενους βάσει των αντικειμενικών αξιών) φόρους που προβλέπονται στα άρθρα 24 του ν. 2130/1993 (τέλος ακίνητης περιουσίας/Τ.Α.Π.), και 5 επ. του ν, 3634/2008 (ενιαίο τέλος ακινήτων/Ε.Τ.ΑΚ.) ή 27 επ. του ν. 3842/2010 (φόρος ακίνητης περιουσίας/Φ.Α.Π.) (πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ., ΣτΕ 2017/2012 επταμ., ΣτΕ 2021/2012 επταμ.).
Δεδομένου δε ότι, κατά τις εν λόγω νομοθετικές διατάξεις, οι προβλεπόμενοι με αυτές φόροι βαρύνουν το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή την επικαρπία του ακινήτου κατά την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους φορολογίας, εκείνος που επιδιώκει την ακύρωση από το Δικαστήριο της κανονιστικής ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην περιοχή όπου κείται το ακίνητο επί του οποίου επικαλείται κυριότητα ή επικαρπία, προκειμένου να θεμελιώσει επαρκώς το έννομο συμφέρον του για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, δεν αρκεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι είχε σε κάποιο χρονικό σημείο στο παρελθόν κυριότητα ή επικαρπία επί του ακινήτου, αλλά οφείλει να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να καταθέσει νομίμως στο Δικαστήριο, κατά τα εκτιθέμενα σε επόμενη σκέψη, πρόσφορα και επίκαιρα στοιχεία, αναγόμενα στο οικείο έτος (ή στα οικεία έτη) φορολογίας, με βάση τα οποία να τεκμηριώνεται επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, ότι αυτός έχει το προβαλλόμενο εμπράγματο δικαίωμα και, κατ’ ακολουθίαν, την ιδιότητα του βαρυνόμενου με Τ.Α.Π., Ε.Τ.ΑΚ. ή/και Φ.Α.Π., κατά τον κρίσιμο χρόνο γένεσης της αντίστοιχης φορολογικής οφειλής, το ύψος της οποίας επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση (πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ.).

7. Επειδή, εν προκειμένω, ο πρώτος των αιτούντων ασκεί την υπό κρίση αίτηση κατ’ επίκληση της ιδιότητάς του ως ιδιοκτήτη ακινήτου στη Β ζώνη Ψυχικού. Η εν λόγω προβαλλόμενη ιδιότητα του ιδιοκτήτη ακινήτου εντός της επίδικης ζώνης (και, περαιτέρω, του βαρυνόμενου με τους προαναφερόμενους φόρους) είναι κατ’ αρχήν ικανή να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του πρώτου αιτούντος για ακύρωση της κανονιστικής πράξης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης στη ζώνη στην οποία κείται η ιδιοκτησία του, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικός δεκτά παραπάνω.

8. Επειδή, εξάλλου, σε περίπτωση, όπως η επίδικη, στην οποία η προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης σε ορισμένη ζώνη ισχύει μόνο για παρελθόν, ήτοι για χρονικό διάστημα προηγούμενο της δημοσίευσής της, ως εκδιδόμενη στο πλαίσιο της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε προγενέστερη κανονιστική ρύθμιση περί της τιμής εκκίνησης για την ίδια ζώνη, οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 45 (παρ. 1) και 47 (παρ. 1) του π.δ. 18/1989, ερμηνευόμενες σύμφωνα με τα άρθρα 20 (παρ. 1) και 95 (παρ. 1 και 5) του Συντάγματος, έχουν την έννοια ότι τέτοια πράξη προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση ακυρώσεως από τον βαρυνόμενο με φόρο επί της ακίνητης περιουσίας του στην επίμαχη ζώνη, μολονότι η πράξη αυτή αφορά στο παρελθόν και η χρονική ισχύς της δεν φθάνει στο χρόνο άσκησης της αίτησης ακύρωσής της (πρβλ. εμμέσως ΣτΕ 3833/2014 επταμ., ΣτΕ 1582/2015, ΣτΕ 3335/2015), η δε αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη και ασύμβατη με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις εξαίρεσή της από τον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικράτειας.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του καθ’ ού Δημοσίου ότι η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη, κατά τα άρθρα 45 (παρ. 1) και 47 (παρ. 1) του π.δ. 18/1989, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ίσχυε κατά το χρόνο άσκησής της.

9. Επειδή, το π.δ. 18/1989 ορίζει, επιπλέον, στο εδάφιο β’ του άρθρου 33, ότι
«Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσαχθεί προαποδεικτικώς.», στο εδάφιο α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 25, ότι «Υπομνήματα των όιαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.» και, στο άρθρο 40, ότι «Κατά τα λοιπά […] εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας […]», σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 εδαφ. β’ του οποίου «Μαζί με τις προτάσεις, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και […] όλα τα αποδεικτικά […] έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.»
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο ασκών αίτηση ακυρώσεως οφείλει, επί ποινή απαράδεκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο, συγκεκριμένα δε, με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση (ώστε, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, να χορηγείται και στον αντίδικο επαρκής δυνατότητα ελέγχου και αντίκρουσης), τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ιδιότητα (λ.χ. του κυρίου ακινήτου) στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του, εφόσον βέβαια η ιδιότητα αυτή δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.
Συναφώς, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από το άρθρο 20 του εσωτερικού Κανονισμού του Συμβουλίου της Επικράτειας (απόφαση 19/2013 της Ολομέλειας σε συμβούλιο, B’ ΣτΕ 2462/2013), περί της πρωτοκόλλησης των δικογράφων και άλλων εγγράφων, όπως αιτήσεων, που κατατίθενται στο Δικαστήριο, αφενός διότι πρόκειται για διάταξη αφορώσα σε ενέργεια του Δικαστηρίου (πρωτοκόλληση εγγράφων που του υποβάλλονται) και όχι στις οικονομικές υποχρεώσεις των διαδίκων και, αφετέρου, διότι η κατά τα ανωτέρω τεκμηρίωση από τον αιτούντα της ιδιότητας στην οποία θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, διέπεται από τη δικονομία περί του Συμβουλίου της Επικράτειας (π.δ. 18/1989) και δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με τις σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις των άρθρων 71 (παρ. 1) του π.δ. 18/1989 και 82 (παρ. Α περ. 9) του ν. 1756/1988.
Εξάλλου, ο διάδικος πρέπει να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, η δε επίκληση και προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων με υπόμνημα είναι απαράδεκτη, αν το υπόμνημα υπογράφεται όχι από δικηγόρο αλλά από τον διάδικο ή αν δεν κατατεθεί σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 (παρ. 1, 2 και 4) του ν. 4194/2013 (βλ. ΣτΕ 1898/2016 επταμ.).

10. Επειδή, προκειμένου να αποδείξει το έννομο συμφέρον του, ο πρώτος των αιτούντων (α) προσκόμισε και επικαλέσθηκε, με υπόμνημα κατατεθέν την 13.1.2015, αντίγραφο αποδεικτικού υποβολής, το έτος 2008, δήλωσης στο κτηματολόγιο (ν. 2308/1995) περί δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου στο Ψυχικό, (β) προσκόμισε, με το ίδιο ως άνω υπόμνημα (χωρίς να τα επικαλεσθεί), αντίγραφα λογαριασμών της Δ.Ε.Η., που εκδόθηκαν, αντίστοιχα, την 4.12.2007 και την 8.2.2011, στο όνομά του, σε σχέση με ακίνητο στην ίδια διεύθυνση στο Ψυχικό στην οποία αναφέρεται η ως άνω δήλωση και από τα οποία προκύπτει η επιβάρυνσή του με Τ.Α.Π., (γ) προσκόμισε και επικαλέσθηκε, με υπόμνημα που κατατέθηκε την 4.10.2016, αντίγραφο περίληψης μεταγραφής (το έτος 1987) συμβολαίου γονικής παροχής εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητο στην ίδια διεύθυνση στο Ψυχικό.
Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, τα ανωτέσω στοιχεία β και προσκομισθηκαν απαραοεκτως, τα μεν αντίγραφα των λογαριασμών της Δ.Ε.Η. διότι δεν έγινε επίκλησή τους και, δη, κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, στο οικείο υπόμνημα, το δε αντίγραφο της περίληψης μεταγραφής συμβολαίου, διότι προσκομίσθηκε με υπόμνημα που δεν υποβλήθηκε έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της 5.10.2016 και ως προς το οποίο δεν κατατέθηκε γραμμάτιο καταβολής των αναλογουσών εισφορών.
Εξάλλου, το προαναφερόμενο στοιχείο α (δήλωση στο κτηματολόγιο), αυτοτελώς ορώμενο, δεν είναι ικανό να τεκμηριώσει επαρκώς την προβαλλόμενη ιδιότητα του πρώτου αιτούντος ως ιδιοκτήτη ακινήτου στη Β ζώνη Ψυχικού και βαρυνόμενου με φόρους επί της ακίνητης περιουσίας, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά η προσβαλλόμενη πράξη, Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται από τον πρώτο αιτούντα.
Ωστόσο, ενόψει του ότι ο αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος του για παροχή ένδικης προστασίας, ο οποίος ανάγεται στην τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος του, δενι προέκυπτε με σαφήνεια από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο, το οποίο, αφενός, έχει ανεχθεί στην πράξη την κατάθεση από το διάδικο στοιχείων για το έννομο συμφέρον του χωρίς δικόγραφο (αλλά με απλή αίτηση ή εγχείρισή τους στον εισηγητή δικαστή, πριν από την ημέρα της συζήτησης) και, αφετέρου, έχει δεχθεί ότι μπορούν να υποβληθούν τέτοια στοιχεία το αργότερο μέχρι την προτεραία της συζήτησης, η μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων β και γ και, περαιτέρω, η απόρριψη, για το λόγο αυτό, της παρούσας αίτησης ως απαράδεκτης, ως προς τον πρώτο των αιτούντων, δεν θα ήταν συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1898/2016 επταμ.). Εξάλλου, τα προαναφερόμενα στοιχεία α, β και γ, συνολικώς ορώμενα, κρίνονται πρόσφορα και επαρκή για την τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος του για προσβολή της επίμαχης κανονιστικής πράξης.

11. Επειδή, το αιτούν σωματείο με την επωνυμία «Ένωση Ιδιοκτητών Ψυχικού» ασκεί το ένδικο βοήθημα κατ’ επίκληση των καταστατικών σκοπών του που αφορούν στην «[…] προστασία των συμφερόντων των μελών από αυθαίρετες ή παράνομες ενέργειες της Διοίκησης, […] σε […] φορολογικά και εν γένει στα σχετικά με την ιδιοκτησία θέματα» και στην «[…] εκπροσώπηση αυτών έναντι […] των Δικαστηρίων […] σε σχέση με τους ανωτέρω σκοπούς». Προς απόδειξη των ανωτέρω σκοπών, το αιτούν σωματείο προσκόμισε και επικαλέσθηκε παραδεκτώς, με υπόμνημα που υποβλήθηκε την 13.1.2015, αντίγραφο του καταστατικού του. Εξάλλου, με βάση τους ανωτέρω σκοπούς του, οι οποίοι πράγματι προβλέπονται στο άρθρο 2 του προσκομισθέντος καταστατικού του και ενόψει του ότι, σύμφωνα με το ίδιο καταστατικό (άρθρο 4), τακτικά μέλη του είναι τα πρόσωπα «[…] που έχουν πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή επικαρπία ακινήτων στη Β ζώνη κατά το σύστημα προσδιορισμού αντικειμενικών αξιών Ψυχικού», το αιτούν σωματείο | θεμελιώνει έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας αίτησης (πρβλ. ΣτΕ 2018/2012 επταμ.).
12. Επειδή, οι δύο αιτούντες ομοδικούν παραδεκτώς. Εξάλλου, η υπό κρίση αίτηση ασκείται παραδεκτώς και κατά τα λοιπά.
13. Επειδή, οι εκδιδόμενες βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 υπουργικές αποφάσεις περί καθορισμού των τιμών εκκίνησης, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, ως κανονιστικές πράξεις, ελέγχονται από την άποψη της τήρησης των όρων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της (βλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2020/2012 επταμ.).
Εξάλλου, η τήρηση ή μη από τη Διοίκηση των όρων που θέτουν οι ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις ή που συνάγονται από αυτές (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 652/2016 – ΣτΕ 656/2016, ΣτΕ 4170/2011) μπορεί να προκύπτει είτε από την ίδια την προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη είτε από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία συγκαταλέγονται, ιδίως, οι προπαρασκευαστικές της έκδοσής της πράξεις (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 652/2016 – ΣτΕ 656/2016, ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2020/2012 επταμ. κ.ά.).

14. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 7δ παρ. 1 του Συντάγματος, η φορολογούμενη ύλη, όπως η περιουσία, δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική (βλ. λ.χ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 29/2014, Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, Ολομ. ΣτΕ 2563/2015, Ολομ. ΣτΕ 2564/2015, ΣτΕ 884/2016 επταμ.). Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 θεσπίστηκε αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014), δηλαδή στην ελάχιστη εύλογη αξία αγοραπωλησίας που θα συμφωνούσαν δύο καλά ενημερωμένοι και επιμελείς συναλλασσόμενοι, που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους.
Η αξία αυτή ανάγεται μεν σε μια υποθετική/δυνητική συναλλαγή, αλλά αφορά στην πραγματική αξία του ακινήτου στην αγορά, η οποία επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα υπόκειται σε φόρο (επί της περιουσίας). Συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για προσδιορισμό (αρχικό ή με αναπροσαρμογή) των τιμών εκκίνησης υπό τον όρο ότι ο τρόπος καθορισμού τους εγγυάται επαρκώς ότι η φορολογούμενη αξία της ακίνητης περιουσίας είναι πραγματική και όχι πλασματική (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, ΣτΕ 3833/2014 επταμ.). Ειδικότερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων υπό το φως των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να διενεργείται με βάση ενιαία (για το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), διαφανή, αρκούντως ορισμένη, πρόσφορη και οικονομετρικά άρτια μεθοδολογία (πρβλ. ΣτΕ 3335/2015, ΣτΕ 1582/2015), ώστε να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυα ορθού καθορισμού της φορολογούμενης αξίας των ακινήτων τους και να τηρείται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα το ίσο μέτρο (γνωμοδοτικής και αποφασιστικής) κρίσης. Η τοιαύτη ειδική μέθοδος, πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την κοινώς γνωστή (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, σκέψη 11), αλλά και σημειούμενη στις σχετικές ετήσιες εκθέσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας (βλ. λ.χ. σελ. 63 της έκθεσης για το 2011), παρατεταμένη και σταδιακά εντεινόμενη ύφεση της αγοράς ακινήτων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με νέους φόρους, από το 2010 και μετά.

15. Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ενόψει των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη και της μεθοδολογίας που εφαρμόσθηκε για την εκτίμησή τους, στη σχετική εισήγηση της αρμόδιας Επιτροπής του προαναφερόμενου άρθρου, στην οποία στηρίχθηκε ο Υπουργός Οικονομικών κατά την άσκηση της κανονιστικής του αρμοδιότητας (βλ. σημείο 13 του προοιμίου της επίδικης απόφασής του).
Ειδικότερα, με το εισαγωγικό δικόγραφο και δικόγραφα προσθέτων λόγων, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι τα στοιχεία (περί μεταβιβάσεων ακινήτων και τραπεζικών εκτιμήσεων) επί των οποίων ερείδεται η επίδικη κανονιστική ρύθμιση είναι ελλιπή και μη αντιπροσωπευτικά, καθώς και ότι πάσχει η μεθοδολογία εκτίμησής τους.
Ενόψει και του ότι οι αιτούντες διατυπώνουν συγκεκριμένα επιχειρήματα και αντίστοιχες αιτιάσεις προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού (όπως, ιδίως, ότι μη νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψη αγγελίες πωλήσεων ακινήτων καθώς και μεγάλος αριθμός συναλλαγών με αξία ίση ή παραπλήσια της αντικειμενικής, ότι μη νομίμως ελήφθησαν υπόψη στοιχεία μεταβιβάσεων μεταγενέστερα της 1.3.2007, καθώς και ότι χρησιμοποιήθηκε επισφαλής μέθοδος αναγωγής των στοιχείων στην τιμή εκκίνησης του αντικειμενικού συστήματος), ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως προβάλλεται κατά τρόπο αρκούντως ορισμένο, σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται το Δημόσιο.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός (ανεξαρτήτως της ειδικότερης επιχειρηματολογίας στην οποία ερείδεται) κρίνεται βάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και την οικεία εισήγηση της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 ουδόλως προκύπτει ότι ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης στην επίμαχη ζώνη διενεργήθηκε με βάση ειδική μέθοδο, σύμφωνη με τα γενόμενα ερμηνευτικούς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, για τον παραπάνω λόγο, και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως.

16. Επειδή, η ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικράτειας κανονιστικής ρύθμισης περί καθορισμού της τιμής του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ακινήτων σε ορισμένη ζώνη δεν συνεπάγεται εφαρμογή της προϊσχύσασας κανονιστικής ρύθμισης περί της τιμής εκκίνησης στην επίμαχη ζώνη, αλλά δημιουργεί, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε νέο, νόμιμο καθορισμό της τιμής εκκίνησης των ακινήτων για την εν λόγω ζώνη.
Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για την τρίτη διαδοχική ακύρωση από το Δικαστήριο της επίδικης ρύθμισης περί της τιμής εκκίνησης στη Β ζώνη Ψυχικού, πράγμα που υποδηλώνει διαρκή αδυναμία της Διοίκησης να καθορίσει νομίμως στο ποσό των 5.150 ευρώ την τιμή της εν λόγω ζώνης, για το επίμαχο χρονικό διάστημα, που, άλλωστε, ανάγεται σε παρωχημένο χρόνο, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να στερείται πλέον (κατά χρόνον) αρμοδιότητας κανονιστικής ρύθμισης του ζητήματος.
Τούτων έπεται ότι συντρέχουν εξαιρετικές συνθήκες, που επιβάλλουν απόκλιση από τον ανωτέρω κανόνα, στην κρινόμενη περίπτωση. Ενόψει τούτου και της αρχής της ασφάλειας δικαίου, που επιτάσσει να μην μείνει αρρύθμιστο το ζήτημα και λαμβανομένου υπόψη ότι οι αιτούντες δέχονται ότι θα ήταν εύλογη η τιμή ζώνης, εάν κυμαινόταν στο ύψος που προέβλεπε η κανονιστική πράξη του έτους 2005, η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς την παρούσα ακυρωτική απόφαση, οφείλει να θεωρήσει ότι, για το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά η επίδικη υπουργική απόφαση (1.3.2007 μέχρι 17.3.2011), ισχύει στη Β ζώνη Ψυχικού η τιμή (4.100 ευρώ) που ορίζει, για τη ζώνη αυτή, η 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 (ΠΟΛ.1158/30.12.2005)απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 1982).

Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό, την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1093/29.4.2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β’ 1068), η Διοίκηση υποχρεούται να θεωρήσει ότι, για το χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορά η εν λόγω απόφαση (1.3.2007 έως 17.3.2011), ισχύει στη Β’ ζώνη Ψυχικού η τιμή (4.100 ευρώ), που ορίζει, για τη ζώνη αυτή, η 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 1982).
Διατάσσει την απόδοση του παράβολου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, η οποία ανέρχεται ρε χίλια τριακόσια ογδόντα (1.380) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2016
Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος Ο Γραμματέας του Β’ Τμήματος και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2016.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΣτΕ 2334/2016 Ακύρωση της απόφασης ΠΟΛ.1009/18.1.2016 κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Γ ζώνης (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης- Ψυχικού. Οριζεί ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας απόφασης την 8.6.2016

ΣτΕ 2334/2016
Ακύρωση της απόφασης ΠΟΛ.1009/18.1.2016 κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Γ ζώνης (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης- Ψυχικού. Οριζεί ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας απόφασης την 8.6.2016.
TO ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β’

Περίληψη
15. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, η φορολογούμενη ύλη, όπως η περιουσία, ‘ δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική.
Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 θεσπίστηκε αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014), δηλαδή στην ελάχιστη εύλογη αξία αγοραπωλησίας που θα συμφωνούσαν δύο καλά ενημερωμένοι και επιμελείς συναλλασσόμενοι, που ό’εν έχουν σχέση μεταξύ τους.
Η αξία αυτή ανάγεται μεν σε μια υποθετική/δυνητική συναλλαγή, αλλά αφορά στη πραγματική αξία του ακινήτου στην αγορά, η οποία επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα υπόκειται σε φόρο (επί της περιουσίας). Συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για προσδιορισμό (αρχικό ή με αναπροσαρμογή) των τιμών εκκίνησης υπό τον όρο ότι ο τρόπος καθορισμού τους εγγυάται επαρκώς ότι η φορολογούμενη αξία της ακίνητης περιουσίας είναι πραγματική και όχι πλασματική
Ειδικότερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων υπό το φως των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να διενεργείται με βάση ενιαία (για το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), διαφανή, αρκούντως ορισμένη, πρόσφορη και οικονομετρικά άρτια μεθοδολογία ώστε να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυα ορθού καθορισμού της φορολογούμενης αξίας των ακινήτων τους και να τηρείται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα το ίσο μέτρο (γνωμοδοτικής και αποφασιστικής) κρίσης.
Η τοιαύτη ειδική μέθοδος, η υιοθέτηση της οποίας προβλέπεται, άλλωστε, στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής που περιλαμβάνεται στην από 14.05.2014 επιστολή προθέσεων της Ελληνικής Πολιτείας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (βλ. σελ. 9 της επιστολής αυτής, που είναι δημοσιευμένη στον ιστοχώρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), πρέπει, ιδίως, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την κοινώς γνωστή αλλά και σημειούμενη στις σχετικές ετήσιες εκθέσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, παρατεταμένη και σταδιακά εντεινόμενη ύφεση της αγοράς ακινήτων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με νέους φόρους, από το 2010 και μετά.
Εξάλλου, κατά την κοινή πείρα, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου είναι η τοποθεσία του. Συνεπώς, ο κανονιστικός ορισμός των αντικειμενικών αξιών πρέπει, κατά την έννοια των προεκτεθεισών εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων ενόψει των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, να γίνεται κατά ζώνες (πρβλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 επταμ.), που παρουσιάζουν τέτοια ομοιογενή χαρακτηριστικά όσον αφορά την αγορά των ακινήτων, ώστε να δικαιολογείται ο καθορισμός της ίδιας αντικειμενικής (κατά προσέγγιση πραγματικής αγοραίας ανά τ.μ.) αξίας για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων εκάστης ζώνης.
Δεδομένου ότι, κατά την κοινή πείρα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τοποθεσίας του ακινήτου, ως παράγοντας προσδιοριστικός της αγοραίας αξίας του, μεταβάλλονται κατ’ αρχήν ουσιωδώς όχι μόνο ανά Δήμο αλλά και ανάλογα με την ειδικότερη θέση του ακινήτου εντός της εδαφικής περιφέρειας του οικείου Δήμου, ο ως άνω ορισμός πρέπει, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, να γίνεται τουλάχιστον σε επίπεδο δημοτικής ενότητας ή κοινότητας δήμου, κατόπιν συνεκτίμησης (διενεργούμενης κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης ειδικής μεθόδου) συγκεκριμένων, περιλαμβανόμενων στο διοικητικό φάκελο, πρόσφορων και επίκαιρων στοιχείων για την πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων στη σχετική ζώνη ή, σε περίπτωση αιτιολογημένης διαπίστωσης της ανυπαρξίας τέτοιων στοιχείων, με συνεκτίμηση ανάλογων υφιστάμενων στοιχείων για τις όμορες/γειτονικές ζώνες ή για άλλες ζώνες που κρίνονται αιτιολογημένα ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες όσον αφορά την αγορά ακινήτων.
Μεταξύ των στοιχείων που (πρέπει να) λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό, τόσο κατά την ένταξη το πρώτον ορισμένης περιοχής στο σύστημα αντικειμενικών αξιών όσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και σε περίπτωση αναπροσαρμογής των προκαθορισμένων αλλά πλέον ανεπίκαιρων (λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου από τον τελευταίο προσδιορισμό) τιμών εκκίνησης, είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 261 παρ. 4 του ν. 3852/2010 (απλή) γνώμη του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο έχει, κατά τεκμήριο, γνώση των τοπικών (χωροταξικών, πολεοδομικών, συγκοινωνιακών και λοιπών) συνθηκών που επηρεάζουν την αγορά των ακινήτων εντός της διοικητικής του περιφέρειας και δυνατότητα διατύπωσης αιτιολογημένης άποψης επί του ζητήματος. Ειδικότερα, οι επιτροπές του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 οφείλουν, κατ’ αρχήν, να εκφέρουν εξατομικευμένη κρίση για καθεμία από τις ζώνες για τις οποίες εισηγούνται, παραθέτοντας τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία λαμβάνουν υπόψη τους σχετικά με κάθε ζώνη, προς στήριξη του αντίστοιχου σκέλους της πρότασής τους ενώ μπορούν επιτρεπτώς να προβούν σε ενιαία κρίση για περισσότερες ζώνες, μόνον εφόσον οι ζώνες αυτές βρίσκονται στην ίδια δημοτική ενότητα ή κοινότητα ορισμένου δήμου και προκύπτει αιτιολογημένα ότι τελούν υπό παρόμοιες συνθήκες, όσον αφορά την αγοραία αξία των ακινήτων τους. Επομένως, η πρόταση ή/και ο κανονιστικός καθορισμός των τιμών εκκίνησης δεν χωρεί νομίμως, αν γίνεται (κατά παραγνώριση των προαναφερόμενων, συναγόμενων απο το άρθρο 41 του ν. 1249/1982, ορών) συλλήβδην για όλε τις ζώνες ορισμένης Περιφέρειας ή του συνόλου της επικράτειας, κατά γενική επίκληση και εκτίμηση στοιχείων αναγόμενων σε διάφορες περιοχές και δίχως συγκεκριμένη μεθοδολογία, που να έχει τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά.
Ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης της Γ ζώνης (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης έγινε στο πλαίσιο συλλήβδην προσδιορισμού των τιμών εκκίνησης για τις ζώνες του συνόλου της επικράτειας, αναλόγως της τιμής που είχαν πριν από την επίδικη αναπροσαρμογή, βάσει εισήγησης της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, η οποία πρότεινε οριζόντιες ποσοστιαίες μεταβολές ανά ομάδα τιμών ζώνης γενικά των ακινήτων της Περιφέρειας Αττικής, χωρίς να εκφέρει εξατομικευμένη κρίση για τις επιμέρους ζώνες της, ειδικότερα, δε, για την επίδικη Γ ζώνη Φιλοθέης, με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων που έλαβε υπόψη της σχετικά με τη ζώνη αυτή, και χωρίς να προκύπτει η εφαρμογή (από την επιτροπή και, περαιτέρω, από τον Υπουργό) ορισμένης, οικονομετρικά άρτιας μεθοδολογίας προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 1, 2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 13 και 14 και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο καθορίστηκε η τιμή εκκίνησης για τη Γ ζώνη (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού.
Επειδή, η ισχύς της ακυρούμενης κανονιστικής ρύθμισης άρχισε την 21.5.2015 (βλ. παρ. 5 της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης) και, επομένως, η ακύρωσή της αναδρομικά, από το χρονικό αυτό σημείο, θα είχε ως συνέπεια τη μη εφαρμογή της για τον υπολογισμό των φόρων (Τ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α.) που οφείλονται για το 2016 ως προς τα ακίνητα της επίδικης Γ ζώνης Φιλοθέης και, περαιτέρω, την εφαρμογή, για το ίδιο φορολογικό έτος, της νέας ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην επίμαχη περιοχή, που υποχρεούται η Διοίκηση να θεσπίσει , τηρώντας τους όρους των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, όπως ερμηνεύθηκαν στη σκέψη 15.
Ωστόσο, η εκπλήρωση από τη Διοίκηση της υποχρέωσης αυτής, η οποία είναι άδηλο εάν θα καταλήξει στη θέσπιση τιμής ζώνης διαφορετικής από την ακυρωθείσα (όπως άδηλη παρίσταται και η τυχόν διαφορά που θα προκύψει), απαιτεί ικανό χρόνο, κατά τον οποίο εγείρεται ο κίνδυνος αδυναμίας νόμιμης επιβολής και είσπραξης των σχετικών φόρων, ιδίως, δε, του ΕΝ.Φ.Ι.Α., λόγω του κενού που δημιουργείται στο οικείο κανονιστικό πλαίσιο.
Εξάλλου, ενόψει του σκεπτικού της παρούσας απόφασης, της φύσης της διαπιστωθείσας πλημμέλειας της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης, της προσβολής με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας διαφόρων άλλων ρυθμίσεων της παραγράφου 2α της επίδικης υπουργικής απόφασης, κατ’ επίκληση λόγου ακυρώσεως παρόμοιου με εκείνου που έγινε δεκτός στη σκέψη 18, και της δυνατότητας παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων περί τιμών ζώνης της ίδιας απόφασης, επ’ ευκαιρία ένδικων προσφυγών κατά ατομικών πράξεων καταλογισμού φόρου, παρόμοιος κίνδυνος ανακύπτει γενικότερα, όσον αφορά τους φόρους επί της ακίνητης περιουσίας.
Η επέλευση του ανωτέρω κινδύνου μπορεί να παραβλάψει ουσιωδώς την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού και να προκαλέσει νέες, σοβαρές δημοσιονομικές αβεβαιότητες, η δε αποτελεσματική αποτροπή του εν λόγω κινδύνου, χάριν των απαιτήσεων της αξιόπιστου προγραμματισμού των οικονομικών της χώρας και της δημοσιονομικής τάξης της, συνδέεται με την εφαρμογή της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης για τον υπολογισμό του Τ.Α.Π. και του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του έτους 2016, η οποία προϋποθέτει την ισχύ της κατά την 1.1.2016 [κρίσιμος χρόνος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 (παρ. 3) του ν. 2130/1993 και των άρθρων 1 (παρ. 1 και 4) και 4 (περ. Α παρ. 1 εδαφ. α) του ν. 4223/2013, αντίστοιχα], Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, κατά τη στάθμιση των συμφερόντων των όιαόίκων, αποδίδει μείζονα βαρύτητα στο επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, που καθίσταται ακόμα εντονότερο υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, αποτροπής του κινδύνου ουσιώδους διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους για το έτος (φορολογίας) .2016, και, συνακόλουθα, κρίνει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, ότι η ακύρωση της επίδικης ρύθμισης της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης πρέπει να μην αναδράμει στο χρόνο έναρξης ισχύος της (21.5.2015), αλλά στις 8.6.2016, χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο.
Ακυρώνει, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό, την υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β’ 48/20.1.2016), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Γ ζώνης (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης- Ψυχικού. Οριζεί ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας απόφασης την 8.6.2016.

——————
ΣτΕ 2334/2016
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Κ. Νικολάου, Π. Τσούκας, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη,
I. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 16 Μαρτίου 2016 αίτηση: των :……………………………., οι οποίοι παρέστησαν με την ως άνω δικηγόρο Ιωάννα Χατζοπούλου, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι και τις 1/ Ιουνίου 2016 για τη νομιμοποίησή της και 17……………….., ο οποίος με δήλωση στο ακροατήριο της πληρεξούσιας του δικηγόρου Ιωάννας Χατζοπούλου, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τους: 1) Χριστίνα Διβάνη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 2) Πολύχρονη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 (ΦΕΚ Β’ 48/20.1.2016) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την δικηγόρο των αιτούντων που παρέστησαν, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο και η οποία έχει εισαχθεί στην επταμελή σύνθεση του ΕΓ Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας, με την από 20.4.2016 πράξη της Προέδρου του, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με θέμα «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων, που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλης της Χώρας» (ΕΓ 48/20.1.2016), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε, χωρίς να μεταβληθεί, η τιμή εκκίνησης των ακινήτων με τιμή ζώνης 4.350 ευρώ.
2. Επειδή, με το από 7.6.2016 υπόμνημα των αιτούντων, η επωνυμία της απούσας υπ’ αριθμ. 14, η οποία αναγράφεται στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης ως «…………………………..», διορθώθηκε σε «………..».

3. Επειδή, ο δέκατος έβδομος των αιτούντων (Αθανάσιος Παπαδόπουλος) παραιτήθηκε από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, με γραπτή δήλωση της υπογράφουσας το δικόγραφο δικηγόρου την 8.6.2016. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), η δίκη πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη, ως προς τον ανωτέρω αιτούντα.

4. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης υπογράφεται από την Ιωάννα Χατζοπούλου, ως πληρεξούσια δικηγόρο των αιτούντων, η οποία και παρέστη γι’ αυτούς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ωστόσο, οι αιτούντες υπ’ αριθμ. 3, 6, 12, 15 και 16 δεν νομιμοποίησαν την προαναφερόμενη δικηγόρο με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989, όπως το άρθρο αυτό ισχύει. Ειδικότερα, ο έκτος των αιτούντων (Σωκράτης Γουρλής) παρέσχε στην ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ενεργώντας όχι στο όνομά του και για λογαριασμό του αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος ορισμένης εταιρείας, η οποία όμως δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αιτούντων. Συνεπώς, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθ’ ό μέρος ασκείται από τους προαναφερόμενους πέντε αιτούντες.

5. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α’ 43), όπως η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1473/1984 (Α’ 127) και 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990 (Α’ 43 και διορθ. σφαλμ. Α’ 51) και η παράγραφος 2 με τα άρθρα 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989 (Α’ 2) και 14 παρ. 11 του ν. 1882/1990, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαμβάνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ’ είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα.
Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα.
Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσής τους θα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και ; άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών.
Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο, ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο : 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών. 2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται: α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους ! σε πίνακες και η συσχέτισή τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες, β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των I διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής, ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία τούτων. […]».
Στο άρθρο 1 (παρ. 1 και 2) της υπ’ αριθμ. 1067780/82/Γ0013/9.6.1994 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (Β’ 549), στην οποία παραπέμπει και η παράγραφος 3 της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης, η ζώνη και η τιμή ζώνης (ή τιμή εκκίνησης) ορίζονται ως εξής:
«1. Ζώνη γενικά θεωρείται ένα τμήμα πόλης ή χωριού, το οποίο, σύμφωνα με τους πίνακες τιμών, έχει ενιαία τιμή (ΤΖ).
Οι ζώνες διακρίνονται σε α) Κυκλικές ζώνες.
Είναι οι ζώνες που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα μιας πόλης ή ενός χωριού […]
β) Γραμμικές ζώνες (ΓΖ).
Γραμμικές είναι οι ζώνες που αναπτύσσονται κατά μήκος της μίας ή και των δύο πλευρών ενός δρόμου ή ενός τμήματος δρόμου, παράλληλα προς τον άξονα αυτού. […]
2. Τιμή ζώνης ή τιμή εκκίνησης (ΤΖ). Είναι η ενιαία τιμή αφετηρίας, την οποία έχει κάθε ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη ζώνη αυτή.
Η τιμή ζώνης (ΤΖ) αναφέρεται στη συνολική αξία κτίσματος και οικοπέδου που αναλογεί σε ένα τετραγωνικό μέτρο (μ2) επιφάνειας καινούριας κατοικίας ή διαμερίσματος στον Α’ όροφο της οικοδομής με πρόσοψη σε ένα μόνο δρόμο.»

Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 261 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) προβλέφθηκε ότι «Για την έκδοση των αποφάσεων του τρίτου εδαφίου, της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 του Υπουργού Οικονομικών για τον καθορισμό των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, λαμβάνονται υπόψη, εκτός των εισηγήσεων των Επιτροπών του συγκεκριμένου άρθρου και γνώμη του δημοτικού συμβουλίου του δήμου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα.»
Εξάλλου, οι φόροι που επιβάλλονται στην ακίνητη περιουσία παραπέμπουν στο κατά άρθρο 41 του ν. 1249/1982 αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων εντός των περιοχών όπου ισχύει το σύστημα αυτό [άρθρο 24 παρ. 6 ν. 2130/1993 (Α’ 62), άρθρο 4 ν. 4223/2013 (Α’ 287)].

6. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 παρ. 2 του ν. 1249/1982 εκδόθηκε σειρά προεδρικών διαταγμάτων και, ακολούθως, μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής με το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989. υπουργικών αποφάσεων, βάσει των οποίων ορίστηκε η έναρξη ισχύος του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας και καθορίστηκαν ο: τιμές εκκίνησης κατά ζώνες, καθώς και οι συντελεστές αυξομείωσης των τιμών. Από το έτος 1993 και εφεξής εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ν. 1249/1982, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990, υπουργικές αποφάσεις αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών στις περιοχές όπου ίσχυε το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού.
Μετά την αναπροσαρμογή του έτους 2005 που έγινε με την 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (ΕΓ 1982), οι αντικειμενικές αξίες αναπροσαρμόστηκαν (για τελευταία φορά, έως την έκδοση της προσβαλλομένης) με την 1020564/487/00ΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων που βρίσκονται σε | περιοχές εντός σχεδίου όλων των περιφερειών της χώρας» (ΕΓ 269), με ισχύ από 1,3.2007, εκτός από τις τιμές εκκίνησης για τις ζώνες της δημοτικής κοινότητας Ψυχικού του δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού, οι οποίες, κατόπιν και σχετικών ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικράτειας, καθορίστηκαν με μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και η ΠΟΛ.1093/29.4.2013 (Β’ 1068), περί ανακαθορισμού της τιμής της Β ζώνης της εν λόγω δημοτικής κοινότητας.
Εξάλλου, με την 1175023/3752/00ΤΥ/Δ/ ΠΟΛ.1200/28.12.2010 (Β’ 2038) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εντάχθηκαν το πρώτον στο αντικειμενικό σύστημα ορισμένες περιοχές, εντός 4.489 οικισμών της χώρας και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης με ισχύ από 1.1.2011.

7. Επειδή, με την επίδικη υπουργική απόφαση εχώρησε (με ισχύ από 21.5.2015) αναπροσαρμογή των τιμών ζώνης και των συντελεστών εμπορικότητας των ακινήτων που είχαν καθοριστεί με τις προαναφερόμενες υπ’ αριθμ. 1020564/487/00ΤΥ/Δ/2007, 1175023/3752/ ΟΟΤΥ/Δ/ (ΠΟΛ.1200/28.12.2010) και ΠΟΛ.1093/29.4.2013 υπουργικές αποφάσεις. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, στην παράγραφο 2α, τον πίνακα «Τιμές Ζώνης (Τ.Ζ.)», με 93 επιμέρους ρυθμίσεις, καθεμία από τις οποίες ορίζει τη νέα τιμή ζώνης, αναλόγως (δηλαδή, σε συνδυασμό) με το ποια ήταν η τιμή ζώνης πριν από την αναπροσαρμογή (λ.χ. όπου η τιμή ζώνης πριν από την αναπροσαρμογή ήταν 1.500 ευρώ, ορίζεται πλέον σε 1.250 ευρώ, ενώ όπου ήταν 4.350 ευρώ, παραμένει αμετάβλητη στο ίδιο ύψος).

8. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) ορίζεται: «1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως j απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και τη σύννομη άσκηση της διοικητικής λειτουργίας.
Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αϊτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ Ολομ. 2855-56/1985. Ολομ. ΣτΕ 3317/2014, ΣτΕ 4041/2013, ΣτΕ 1039/2014, ΣτΕ 2077/2014 κ.ά.), με σκοπό την προστασία των σχετικών ελευθεριών ή δικαιωμάτων του, μέσω της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1256/2006 επταμ.). Ειδικότερα, ο αϊτών την ακύρωση κανονιστικής διοικητικής πράξης καθορισμού των τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσοιορισμου της αξίας ακινήτων, κατ’ επίκληση δικαιώματος (πλήρους ή ψιλής) κυριότητας ή επικαρπίας επί ορισμένου ακινήτου σε περιοχή στην οποία ισχύει το αντικειμενικό σύστημα στηρίζει, κατ’ ουσίαν, το έννομο συμφέρον του στην ιδιότητά του ως υπόχρεου για τους (κατ’ αρχήν υπολογιζόμενους βάσει των αντικειμενικών αξιών) φόρους που προβλέπονται στα άρθρα 24 του ν. 2130/1993 (Α’ 62) ή/και 1 επ. του ν. 4223/2013 (Α’ 287) [πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ., ΣτΕ 2017/2012 επταμ., ΣτΕ 2021/2012 επταμ.]. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ο φορολογούμενος ασκεί με έννομο συμφέρον την αίτησή του μόνο κατά της κανονιστικής ρύθμισης που αφορά στη ζώνη εντός της οποίας κείται το ακίνητό του, όχι και ως προς τις τυχόν περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη πράξη κανονιστικές ρυθμίσεις για άλλες ζώνες (βλ. ΣτΕ 3622/2013 επταμ., 2017-2018/2012 επταμ., ΣτΕ 2021/2012 επταμ., 230/2002 επταμ.), δεδομένου ότι το απλό ενδεχόμενο να αποκτήσει (συνεπεία αγοράς, δωρεάς, γονικής παροχής ή κληρονομιάς) εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων σε άλλες ζώνες και, συνακόλουθα, την ιδιότητα του βαρυνόμενου με φόρους για τη μεταβίβαση ή/και την ιδιοκτησία ή επικαρπία των ακινήτων αυτών δεν είναι αρκετό να θεμελιώσει ενεστώς και προσωπικό έννομο συμφέρον του για ένδικη αμφισβήτηση των οικείων κανονιστικών ρυθμίσεων, που δεν τον αφορούν (πρβλ. ΣτΕ 1437/2013 επταμ., ΣτΕ 3362/2011, ΣτΕ 329/2011 επταμ., ΣτΕ 4557/2009, ΣτΕ 338/2004, ΣτΕ 3716/2003, ΣτΕ 2680/2002, ΣτΕ 2484/2000 επταμ., ΣτΕ 560/2000, ΣτΕ 2972/1989).
Κατ’ ακολουθίαν, σε περίπτωση, όπως η επίδικη, προσδιορισμού των τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, σε εντός σχεδίου περιοχές, με μία υπουργική απόφαση, η οποία αναλύεται σε χιλιάδες επιμέρους κανονιστικές ρυθμίσεις τιμών ζώνης (σύμφωνα με το από 23.9.2015 έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Συμβούλιο της Επικράτειας, όπως το περιεχόμενό του εκτίθεται στην απόφαση ΣτΕ 4446/2015 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, η αναπροσαρμογή αφορά σε 10.232 ζώνες τιμών), εκείνος που ζητά την ακύρωση της απόφασης κατ’ επίκληση της ιδιότητάς του ως κυρίου ορισμένου ακινήτου σε περιοχή στην οποία ισχύει το αντικειμενικό σύστημα και, περαιτέρω, ως υπόχρεου για τους κατ’ αρχήν υπολογιζόμενους βάσει των αντικειμενικών αξιών προαναφερόμενους φόρους (τέλος ακίνητης περιουσίας/Τ.Α.Π. και Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων/ΕΝ.Φ.Ι.Α.), ασκεί με έννομο συμφέρον την αίτησή του μόνο κατά της κανονιστικής ρύθμισης που αφορά στη ζώνη εντός της οποίας κείται το ακίνητό του, την οποία και υποχρεούται να προσδιορίζει κατά τρόπο αρκούντως ειδικό και σαφή στο δικόγραφο της αίτησής του, άλλως αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, λόγω παράλειψης καθορισμού του βλαπτικού για τον αιτούντα σκέλους της προσβαλλόμενης πράξης (πρβλ. ΣτΕ 2097/2013, ΣτΕ 2097/2010 επταμ., ΣτΕ 1088/1988 επταμ.).
Δεδομένου δε ότι κατά το νόμο (άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 2130/1993 και άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 4223/2013), το τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) και ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) βαρύνουν το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή την επικαρπία του ακινήτου κατά την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους φορολογίας, εκείνος που επιδιώκει την ακύρωση από το Δικαστήριο της κανονιστικής ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην περιοχή όπου κείται το ακίνητο επί του οποίου επικαλείται κυριότητα ή επικαρπία, προκειμένου να θεμελιώσει επαρκώς το έννομο συμφέρον του για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, δεν αρκεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι είχε σε κάποιο χρονικό σημείο στο παρελθόν κυριότητα ή επικαρπία επί του ακινήτου (λ.χ. συμβόλαιο κτήσης του εμπράγματος δικαιώματος και πιστοποιητικό μεταγραφής του στο υποθηκοφυλάκειο ή δήλωση του δικαιώματος στο κτηματολόγιο ή πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. παρελθόντος έτους), αλλά οφείλει να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να καταθέσει νομίμως στο Δικαστήριο, κατά τα εκτιθέμενα σε επόμενη σκέψη, πρόσφορα και επίκαιρα στοιχεία (όπως, ιδίως, κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, πιστοποιητικά του υποθηκοφύλακα περί μεταγραφής και ιδιοκτησίας ή αντίγραφο/εκτύπωση της δήλωσης Ε9 ή της διοικητικής πράξης επιβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α.), αναγόμενα στο οικείο έτος φορολογίας, με βάση τα οποία να τεκμηριώνεται επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, ότι αυτός έχει το προβαλλόμενο εμπράγματο δικαίωμα και, κατ’ ακολουθίαν, την ιδιότητα του βαρυνόμενου με Τ.Α.Π. ή/και ΕΝ.Φ.Ι.Α., κατά τον κρίσιμο χρόνο γένεσης της αντίστοιχης φορολογικής οφειλής, το ύψος της οποίας επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση (πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ.).

9. Επειδή, εν προκειμένω, καθένας από τους αιτούντες ασκεί την υπό κρίση αίτηση κατ’ επίκληση της ιδιότητάς του ως ιδιοκτήτη ακινήτου στην Γ ζώνη (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης- Ψυχικού. Εξάλλου, η εν λόγω ζώνη είχε τιμή εκκίνησης 4.350 ευρώ, πριν από την αναπροσαρμογή που διενεργήθηκε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση. Ενόψει τούτων και των προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως, η υπό κρίση αίτηση βάλλει, κατά τρόπο αρκούντως ειδικό και σαφή, κατά της ρύθμισης της παραγράφου 2α της επίδικης υπουργικής απόφασης [δηλαδή του πίνακα «Τιμές Ζώνης (Τ.Ζ.)»] με την οποία ορίστηκε (σε 4.350 ευρώ), χωρίς να μεταβληθεί, η τιμή εκκίνησης για την προαναφερόμενη ζώνη.
10. Επειδή, η ως άνω προβαλλόμενη ιδιότητα του ιδιοκτήτη ακινήτου εντός της επίδικης ζώνης (και, περαιτέρω, του βαρυνόμενου με τους φόρους που προβλέπονται στα άρθρα 24 του ν. 2130/1993 ή/και 1 επ. του ν. 4223/2013) είναι κατ’ αρχήν ικανή να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον των αιτούντων για ακύρωση της κανονιστικής πράξης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης στη ζώνη στην οποία κείτα η ιδιοκτησία τους, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 8.
Και ναι μεν το καθ’ ού Δημόσιο ισχυρίζεται ότι οι αιτούντες στερούνται εννόμου συμφέροντος, διότι, εάν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμού τιμής ζώνης, θα ισχύει η προηγούμενη, η οποία ορίζει την ίδια τιμή ζώνης, με συνέπεια να μην ωφελούνται οι αιτούντες από το ακυρωτικό αποτέλεσμα, αλλά ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι, ενόψει και των κριθέντων με τις αποφάσεις ΣτΕ 4003/2014 και ΣτΕ 4446/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, τυχόν ακύρωση της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης δεν θα σήμαινε εφαρμογή για τους αιτούντες της προϊσχύσασας κανονιστικής ρύθμισης περί της τιμής εκκίνησης στην επίμαχη ζώνη, αλλά θα δημιουργούσε υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε νέο, νόμιμο (και επίκαιρο) καθορισμό της τιμής εκκίνησης των ακινήτων για την εν λόγω ζώνη, η οποία ενδέχεται να είναι χαμηλότερη της οριζόμενης με την επίδικη πράξη.

11. Επειδή, το π.δ. 18/1989 ορίζει, επιπλέον, στο εδάφιο β’ του άρθρου 33, ότι «Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσαχθεί προαποδεικτικώς.», στο εδάφιο α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 25, ότι «Υπομνήματα των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.» και, στο άρθρο 40, ότι «Κατά τα λοιπά […] εφαρμόζονται αναλόγως οι | διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας […]», σύμφωνα με το άρθρο j 237 παρ. 1 εδαφ. β’ του οποίου «Μαζί με τις προτάσεις, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και […] όλα τα αποδεικτικά […] έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.» Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο ασκών αίτηση ακυρώσεως οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο, συγκεκριμένα δε, με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση (ώστε, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, να χορηγείται και στον αντίδικο επαρκής δυνατότητα ελέγχου και αντίκρουσης), τα στοιχεία που αποόεικνύουν την ιδιότητα (λ.χ. του κυρίου ακινήτου) στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4312/2015, ΣτΕ 4731/2012, ΣτΕ 1393/2003, ΣτΕ 3802/2000 επταμ., Ολομ. 3452/1998, καθώς και ΑΠ 1404/1996, ΑΠ 1229/2002 κ.ά.), εφόσον βέβαια η ιδιότητα αυτή δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Συναφώς, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από το άρθρο 20 του εσωτερικού Κανονισμού _ ! ) του συμβουλίου της Επικράτειας (απόφαση 19/2013 της Ολομέλειας σε συμβούλιο, Β’ ΣτΕ 2462/2013), περί της πρωτοκόλλησης των δικογράφων και άλλων εγγράφων, όπως αιτήσεων, που κατατίθενται στο Δικαστήριο, αφενός διότι πρόκειται για διάταξη αφορώσα σε ενέργεια του Δικαστηρίου (πρωτοκόλληση εγγράφων που του υποβάλλονται) και όχι στις δικονομικές υποχρεώσεις των όιαόίκων και, αφετέρου, διότι η κατά τα ανωτέρω τεκμηρίωση από τον αιτούντα της ιδιότητας στην οποία θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, διέπεται από τη δικονομία περί του Συμβουλίου της Επικράτειας (π.δ. 18/1989) και δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με τις σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις των άρθρων 71 (παρ. 1) του π.δ. 18/1989 και 82 (παρ. Α περ. 9) του ν. 1756/1988. Εξάλλου, ο διάδικος πρέπει να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο (πρβλ. ΑΠ Ολομ. 9/2000, ΑΠ 1808/2005, ΑΠ 658/2011 κ.ά.), η δε επίκληση και προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων με υπόμνημα είναι απαράοεκτη, αν το υπόμνημα υπογράφεται όχι από δικηγόρο αλλά από τον διάδικο (βλ. λ.χ. ΣτΕ 1222/2016, ΣτΕ 3063/2013) ή αν δεν κατατεθεί σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 (παρ. 1, 2 και 4) του ν. 4194/2013 (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 1858/2015).
12. Επειδή, προκειμένου να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους, οι αιτούντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, με το από 7.6.2016 υπόμνημά τους, ορισμένα στοιχεία.’ Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, τα στοιχεία αυτά προσκομίσθηκαν απαραδέκτως, διότι (α) το ως άνω υπόμνημα δεν υποβλήθηκε έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση και (β) δεν κατατέθηκε σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται και από τους λοιπούς αιτούντες (πέραν εκείνων που δεν νομιμοποίησαν πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τα κριθέντα στη σκέψη 4). Ωστόσο, ενόψει του ότι ο αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος τους για παροχή ένδικης προστασίας, ο οποίος ανάγεται στην τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος τους, δεν προέκυπτε με σαφήνεια από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο, το οποίο, αφενός, έχει ανεχθεί στην πράξη την κατάθεση τέτοιων στοιχείων από το διάδικο, χωρίς δικόγραφο (αλλά με απλή εγχείρισή τους στον εισηγητή δικαστή, πριν από την ημέρα της συζήτησης), και, αφετέρου, έχει δεχθεί ότι μπορούν να υποβληθούν τέτοια στοιχεία το αργότερο μέχρι την προτεραία της συζήτησης (βλ. ΣτΕ 3335/2015, ΣτΕ 3051/2015, ΣτΕ 3833/2014 επταμ., ΣτΕ 1878/2014, ΣτΕ 1039/2014, ΣτΕ 4961/2012), η μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων (και, περαιτέρω, η απόρριψη, για το λόγο αυτό, της παρούσας αίτησης ως απαράδεκτης, ως προς τους αιτούντες υπ! αριθμ. 1, 2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 13 και 14) δεν θα ήταν συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 3705/2015, ΣτΕ 2131/2015, Ολομ. ΣτΕ 1619/2012. ΣτΕ 2436/2012 επταμ., ΕΑ 737/2012 πενταμ.).
Εξάλλου, τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν σε σχέση με καθέναν από τους αιτούντες υπ! αριθμ. υπ: αριθμ. 1, 2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 13 και 14 (κτηματολογικά φύλλα των ακινήτων τους, έκδοσης Ιουνίου 2016) είναι πρόσφορα και επαρκή για την τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος τους, για προσβολή της περιεχόμενης στην επίδικη πράξη κανονιστικής ρύθμισης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης στην Γ ζώνη Φιλοθέης.
13. Επειδή, οι προαναφερόμενοι αιτούντες-(οπ! αριθμ. 1, 2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 13 και 14) ομοδικούν παραδεκτώς, καθώς βάλλουν με κοινό έννομο συμφέρον κατά του σκέλους της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης στην Γ ζώνη (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού.
14. Επειδή, οι εκδιδόμενες βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 υπουργικές αποφάσεις περί καθορισμού των τιμών εκκίνησης, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, ως κανονιστικές πράξεις, ελέγχονται από την άποψη της τήρησης των όρων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της (βλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2020/2012 επταμ.).
Εξάλλου, η τήρηση ή μη από τη Διοίκηση των όρων που θέτουν οι ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις ή που συνάγονται από αυτές (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 652/2016 – ΣτΕ 656/2016, 4170/2011) μπορεί να προκύπτει είτε από την ίδια την προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη είτε από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία συγκαταλέγονται, ιδίως, οι προπαρασκευαστικές της έκδοσής της πράξεις (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 652/2016 – ΣτΕ 656/2016, ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2020/2012 επταμ. κ.ά.).
15. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, η φορολογούμενη ύλη, όπως η περιουσία, ‘ δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική (βλ. λ.χ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 29/2014, Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, Ολομ. ΣτΕ 2563/2015, Ολομ. ΣτΕ 2564/2015, ΣτΕ 884/2016 επταμ.).
Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 θεσπίστηκε αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014), δηλαδή στην ελάχιστη εύλογη αξία αγοραπωλησίας που θα συμφωνούσαν δύο καλά ενημερωμένοι και επιμελείς συναλλασσόμενοι, που ό’εν έχουν σχέση μεταξύ τους.
Η αξία αυτή ανάγεται μεν σε μια υποθετική/δυνητική συναλλαγή, αλλά αφορά στη πραγματική αξία του ακινήτου στην αγορά, η οποία επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα υπόκειται σε φόρο (επί της περιουσίας). Συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για προσδιορισμό (αρχικό ή με αναπροσαρμογή) των τιμών εκκίνησης υπό τον όρο ότι ο τρόπος καθορισμού τους εγγυάται επαρκώς ότι η φορολογούμενη αξία της ακίνητης περιουσίας είναι πραγματική και όχι πλασματική (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, ΣτΕ 3833/2014 επταμ.).
Ειδικότερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων υπό το φως των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να διενεργείται με βάση ενιαία (για το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), διαφανή, αρκούντως ορισμένη, πρόσφορη και οικονομετρικά άρτια μεθοδολογία (πρβλ. ΣτΕ ΣτΕ 3335/2015, ΣτΕ 1582/2015), ώστε να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυα ορθού καθορισμού της φορολογούμενης αξίας των ακινήτων τους και να τηρείται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα το ίσο μέτρο (γνωμοδοτικής και αποφασιστικής) κρίσης.
Η τοιαύτη ειδική μέθοδος, η υιοθέτηση της οποίας προβλέπεται, άλλωστε, στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής που περιλαμβάνεται στην από 14.05.2014 επιστολή προθέσεων της Ελληνικής Πολιτείας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (βλ. σελ. 9 της επιστολής αυτής, που είναι δημοσιευμένη στον ιστοχώρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), πρέπει, ιδίως, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την κοινώς γνωστή (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, σκέψη 11) αλλά και σημειούμενη στις σχετικές ετήσιες εκθέσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας (βλ. σελ. 63 της έκθεσης για το 2011, σελ. 70 της έκθεσης για το 2012, σελ. 69-71 της έκθεσης για το 2013, σελ. 92-93 της έκθεσης για το 2014, σελ. 99 της έκθεσης για το 2015 – οι εκθέσεις αυτές είναι δημοσιευμένες στον ιστοχώρο της Τράπεζας της Ελλάδας), παρατεταμένη και σταδιακά εντεινόμενη ύφεση της αγοράς ακινήτων, συνεπεία τηζ οικονομικής κρίσης και της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με νέους φόρους, από το 2010 και μετά. Πράγματι, η εν λόγω ύφεση ναι μεν δημιουργεί μη ομαλές συνθήκες στην αγορά ακινήτων, που ενδέχεται σε διάφορες περιοχές να χαρακτηρίζονται από ελαχιστοποίηση του αγοραστικού ενδιαφέροντος και, συνακόλουθα, της πιθανότητας διάθεσης των προσφερόμενων ακινήτων και κίνησης της σχετικής αγοράς, αλλά το στοιχείο τούτο δεν σημαίνει αδυναμία προσδιορισμού κατά προσέγγιση της πραγματικής αγοραίας αξίας των ακινήτων, όπως υποστηρίζει το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά παράγοντα ληπτέο υπόψη στο πλαίσιο της προαναφερόμενης μεθόδου (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, σκέψη 12).
Εξάλλου, κατά την κοινή πείρα, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου είναι η τοποθεσία του. Συνεπώς, ο κανονιστικός ορισμός των αντικειμενικών αξιών πρέπει, κατά την έννοια των προεκτεθεισών εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων ενόψει των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, να γίνεται κατά ζώνες (πρβλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 επταμ.), που παρουσιάζουν τέτοια ομοιογενή χαρακτηριστικά όσον αφορά την αγορά των ακινήτων, ώστε να δικαιολογείται ο καθορισμός της ίδιας αντικειμενικής (κατά προσέγγιση πραγματικής αγοραίας ανά τ.μ.) αξίας για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων εκάστης ζώνης. Δεδομένου ότι, κατά την κοινή πείρα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τοποθεσίας του ακινήτου, ως παράγοντας προσδιοριστικός της αγοραίας αξίας του, μεταβάλλονται κατ’ αρχήν ουσιωδώς όχι μόνο ανά Δήμο αλλά και ανάλογα με την ειδικότερη θέση του ακινήτου εντός της εδαφικής περιφέρειας του οικείου Δήμου, ο ως άνω ορισμός πρέπει, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, να γίνεται τουλάχιστον σε επίπεδο δημοτικής ενότητας ή κοινότητας δήμου, κατόπιν συνεκτίμησης (διενεργούμενης κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης ειδικής μεθόδου) συγκεκριμένων, περιλαμβανόμενων στο διοικητικό φάκελο, πρόσφορων και επίκαιρων στοιχείων για την πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων στη σχετική ζώνη (πρβλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2010/2012 επταμ.) ή, σε περίπτωση αιτιολογημένης διαπίστωσης της ανυπαρξίας τέτοιων στοιχείων, με συνεκτίμηση ανάλογων υφιστάμενων στοιχείων για τις όμορες/γειτονικές ζώνες (πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ.) ή για άλλες ζώνες που κρίνονται αιτιολογημένα ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες όσον αφορά την αγορά ακινήτων.
Μεταξύ των στοιχείων που (πρέπει να) λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό, τόσο κατά την ένταξη το πρώτον ορισμένης περιοχής στο σύστημα αντικειμενικών αξιών όσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και σε περίπτωση αναπροσαρμογής των προκαθορισμένων αλλά πλέον ανεπίκαιρων (λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου από τον τελευταίο προσδιορισμό) τιμών εκκίνησης, είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 261 παρ. 4 του ν. 3852/2010 (απλή) γνώμη του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο έχει, κατά τεκμήριο, γνώση των τοπικών (χωροταξικών, πολεοδομικών, συγκοινωνιακών και λοιπών) συνθηκών που επηρεάζουν την αγορά των ακινήτων εντός της διοικητικής του περιφέρειας και δυνατότητα διατύπωσης αιτιολογημένης άποψης επί του ζητήματος. Ειδικότερα, οι επιτροπές του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 οφείλουν, κατ’ αρχήν, να εκφέρουν εξατομικευμένη κρίση για καθεμία από τις ζώνες για τις οποίες εισηγούνται, παραθέτοντας τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία λαμβάνουν υπόψη τους σχετικά με κάθε ζώνη, προς στήριξη του αντίστοιχου σκέλους της πρότασής τους (πρβλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 επταμ., ΣτΕ 3626/2010 επταμ.). ενώ μπορούν επιτρεπτώς να προβούν σε ενιαία κρίση για περισσότερες ζώνες, μόνον εφόσον οι ζώνες αυτές βρίσκονται στην ίδια δημοτική ενότητα ή κοινότητα ορισμένου δήμου και προκύπτει αιτιολογημένα ότι τελούν υπό παρόμοιες συνθήκες, όσον αφορά την αγοραία αξία των ακινήτων τους. Επομένως, η πρόταση ή/και ο κανονιστικός καθορισμός των τιμών εκκίνησης δεν χωρεί νομίμως, αν γίνεται (κατά παραγνώριση των προαναφερόμενων, συναγόμενων απο το άρθρο 41 του ν. 1249/1982, ορών) συλλήβδην για όλε τις ζώνες’ορισμένης Περιφέρειας ή του συνόλου της επικράτειας, κατά γενική επίκληση και εκτίμηση στοιχείων αναγόμενων σε διάφορες περιοχές και δίχως συγκεκριμένη μεθοδολογία, που να έχει τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά.
16. Επειδή, με την ΣτΕ 4003/2014 (εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική) απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας κρίθηκε ότι η Διοίκηση είχε παραλείψει παρανόμως να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση πράξης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, έκρινε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3α και 3β του π.δ. 18/1989, ότι έπρεπε, αντί να ακυρώσει την εν λόγω παράλειψη της Διοίκησης αναδρομικά από τη συντέλεσή της, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να χορηγήσει στη Διοίκηση προθεσμία έξι μηνών, προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Ακολούθως και δεδομένου ότι δεν εκδόθηκε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, από τη Διοίκηση απόφαση περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, η Ολομέλεια, με την ΣτΕ 4446/2015 απόφασή της, ακύρωσε την ως άνω παράλειψη της Διοίκησης και, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, όρισε την 21.5.2015 ως χρονικό σημείο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος και της ουσιαστικής ισχύος της πράξης που έπρεπε να εκδώσει η Διοίκηση. Κατόπιν τούτων, με τις 2/74979/0004/26.11.2015, 2/74978/0004/26.11.2015, 2/74977/0004/26.11.2015 και 2/74975/0004/26.11.2015 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ τ. ΥΟΔΔ 868/27.11.2015) συγκροτήθηκαν οι επιτροπές του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 και ορίστηκαν τα μέλη εκάστης επιτροπής, αντιστοίχως, για τις φορολογικές περιφέρειες Γιατρών, Θεσσαλονίκης, Πειραιώς και Αθηνών, οι οποίες είχαν συσταθεί με το άρθρο 23 της Δ6Α 1058824 ΕΞ 2014/8.4.2014 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΕΓ 865). Ειδικότερα, με τις ανωτέρω από 26.11.2015 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίστηκε μεταξύ άλλων, ως μέλος της επιτροπής για κάθε φορολογική περιφέρεια ένας εκπρόσωπος καθεμιάς των Περιφερειών (ΟΤΑ β’ βαθμού) που εντάσσονται στις προαναφερθείσες φορολογικές περιφέρειες, κατά χωρική αρμοδιότητα αυτών.
Η επιτροπή για τη φορολογική περιφέρεια των Αθηνών, η οποία περιλαμβάνει και την Περιφέρεια Αττικής, συνέταξε την από 16.12.2015 εισήγηση, στην οποία διατυπώνεται ννώμη για την αναπροσαρμογή και των τιμών ζώνης στην Περιφέρεια Αττικής (χωρίς τον Πειραιά), όπου βρίσκεται ο Δήμος Φιλοθέης-Ψυχικού και η επίμαχη Γ ζώνη (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης.
Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω εισήγηση περιλαμβάνεται πίνακας μεταβολής των τιμών ζώνης (ΤΖ) στην Περιφέρεια Αττικής, στον οποίο γίνεται ομαδοποίηση των τιμών των ζωνών της εν λόγω Περιφέρειας, με βάση τις τότε ισχύουσες τιμές (από 600 έως και 8.800 ευρώ), σε εννέα κατηγορίες (ΤΖ < 600, 650 < ΤΖ < 1.000, 1.050 < ΤΖ < 1.500, 1.550 < ΤΖ 2.000, 2.050 < ΤΖ < 2.500 ευρώ, 2.550 < ΤΖ < 3.000, 3.050 < ΤΖ < 3.500, 3.550 < ΤΖ < 4.000, ΤΖ > 4.050 ευρώ) και προτείνεται ποσοστό οριζόντιας μεταβολής για καθεμία από τις κατηγορίες αυτές (σταθερό/χωρίς μεταβολή για την πρώτη κατηγορία, μείωση 5% για τη δεύτερη κατηγορία, μείωση 15% για την τρίτη κατηγορία, μείωση από 18% έως 20% για την τέταρτη και την πέμπτη κατηγορία, μείωση από 15% έως 18% για την έκτη κατηγορία, μείωση από 10% έως 11% για την έβδομη κατηγορία, μείωση από 1% έως 10% για την όγδοη κατηγορία και μείωση από 0% έως 1% για την ένατη κατηγορία, αντίστοιχα).
Στο προοίμιο της παραπάνω εισήγησης αναφέρεται ότι η επιτροπή έλαβε υπόψη τα εξής στοιχεία:
α) το 9261/22.05.2015 έγγραφο του Τ.Ε.Ε. για τη μέση τιμή κατασκευής για κατοικίες-όιαμερίσματα χαμηλού κόστους που ανέρχεται σε 750 ευρώ/τ.μ.,
β) τον πίνακα ετήσιας εξέλιξης Δεικτών Τιμών Κατασκευής Νέων Κτιρίων Κατοικιών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, σύμφωνα με τον οποίο ο δείκτης συνολικού κόστους κατασκευής κατοικιών, παρά τη μείωση που σημείωσε τα τελευταία έτη, εμφανίζεται το έτος 2014 μεγαλύτερος από εκείνον του έτους 2005 και συνεπώς το κόστος κατασκευής κατοικιών το έτος 2014 είναι μεγαλύτερο από αυτόν του έτους 2005,
γ) στοιχεία που συγκέντρωσε στη βάση δεδομένων της η Τράπεζα της Ελλάδας από τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας για εκτιμήσεις οικιστικών ακινήτων (κατοικίες εντός σχεδίου), για τις ετήσιες μεταβολές του δείκτη της ιστορικής χρονοσειράς κατοικιών (2005-2014),
δ) στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας που αφορούν αγοραίες αξίες επαγγελματικών ακινήτων (καταστήματα), από τα οποία προκύπτουν οι «Δείκτες Επαγγελματικών Ακινήτων» για τα έτη 2010 έως 2013, τα οποία αφορούν αγοραίες αξίες και βασίζονται σε στοιχεία εκτιμήσεων και όχι αντικειμενικές αξίες,
ε) στοιχεία μισθωμάτων από μισθωτήρια που έχουν δηλωθεί στο έντυπο Ε2 των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος σε συνδυασμό με τα περιγραφικά στοιχεία ακινήτων που περιέχονται στο έντυπο Ε9, στ) στοιχεία που συνέλεξαν οι Δ.Ο.Υ. από το αρχείο μεταβιβάσεων ακινήτων για το χρονικό διάστημα από 02.01.2014 έως 28.02.2015,
ζ) τις εισηγήσεις των μελών της επιτροπής και η) τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών των τελευταίων ετών. Στο ΔΤΥΒ 0008680 ΕΞ 2016/26.5.2016 έγγραφο του Β’ Τμήματος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Οικονομικών προς το Δικαστήριο σημειώνεται οτι τα προαναφερομενα στοιχεία που ελαβε υποψη της η επιτροπή οεν περιλαμβάνονται στην εισήγησή της ούτε επισυνάπτονται σε αυτήν, αλλά είχαν περιέλθει στην εν λόγω υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία είχε συγκεντρώσει τα στοιχεία αυτά στο πλαίσιο της ενημέρωσής της σχετικά με την πορεία των αξιών των ακινήτων και τα είχε καταγράψει σε συγκεντρωτικούς πίνακες.
Με το ίδιο έγγραφο, η παραπάνω υπηρεσία απέστειλε στο Δικαστήριο τα ως άνω στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: (α) στοιχεία μισθωμάτων ακινήτων, που συγκεντρώθηκαν μέσω των εντύπων Ε2 και Ε9, χρήσεων 2012 και 2013, προερχόμενα από την Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Γ.Γ.Δ.Ε.,
ταξινομημένα ανά νομό, δήμο, ζώνη, συντελεστή εμπορικότητας (β) σημείωμα σχετικά με την μεθοδολογία συλλογής και συσχετισμού των παραπάνω στοιχείων, (γ) συγκεντρωτικός πίνακας των μεταβολών των μισθωμάτων κατοικιών και επαγγελματικών στεγών για όλη την επικράτεια, (δ) πίνακες με στοιχεία μεταβιβάσεων ακινήτων από το αρχείο μεταβιβάσεων των Δ.Ο.Υ. όλης της επικράτειας, για την περίοδο από 02.01.2014 έως 28.02.2015. στις οποίες το δηλωθέν τίμημα ήταν διαφορετικό από την αντικειμενική αξία του ακινήτου, (ε) πίνακας ομαδοποίησης των παραπάνω στοιχείων μεταβιβάσεων ακινήτων ανά νομό και Δ.Ο.Υ. και (στ) συγκεντρωτικός πίνακας με τα μέσα ποσοστά απόκλισης ανάμεσα στο δηλωθέν τίμημα και την αντικειμενική αξία ανά διοικητική περιφέρεια, σε όλη την επικράτεια.
Περαιτέρω, με το ίδιο έγγραφο η εν λόγω υπηρεσία απέστειλε στο Δικαστήριο και άλλα στοιχεία, που έθεσε υπόψη του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης [πίνακα συγκεντρωτικής παρουσίασης των προτάσεων αναπροσαρμογής των δεκατεσσάρων (14) εισηγήσεων των επιτροπών του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 ανά ομάδα τιμών ζώνης (ΤΖ < 600, 650 < ΤΖ < 1.000, 1.050 < ΤΖ < 1.500, 1.550 < ΤΖ 2.0, 2.050 < ΤΖ < 2.500, 2.550 < ΤΖ < 3.000, 3.050 < ΤΖ < 3.500, 3.550 < ΤΖ < 4.000, ΤΖ > 4.050 ευρώ), πίνακα των 33 ζωνών όλης της χώρας με τιμή ζώνης (πριν από την αναπροσαρμογή που έγινε με την προσβαλλόμενη πράξη) από 4.000 ευρώ/τ.μ. και άνω, πίνακα στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδας σχετικά με τους μέσους όρους ανά ταχυδρομικό κωδικό 58.166 εκτιμήσεων έτους 2007 και 8.537 εκτιμήσεων έτους 2014, για οικιστικά ακίνητα εντός σχεδίου, σε 334 ταχυδρομικούς κωδικούς της χώρας, πίνακα σύγκρισης μεταξύ, αφενός, των παραπάνω εκτιμήσεων της Τράπεζας της Ελλάδας, κατόπιν ομαδοποίησής τους και εξαγωγής από αυτών μέσων όρων και, αφετέρου, των μέσων όρων των αντικειμενικών τιμών ζώνης, ανά νομό και ανά ταχυδρομικό κωδικό και συγκριτικό πίνακα των προαναφερθέντων στοιχείων ανά περιφέρεια και νομό], αλλά τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από τον Υπουργό για τον καθορισμό του κανονιστικού περιεχομένου της επίδικης απόφασής του, καθόσον δεν αναφέρονται στο προοίμιό της ως ληφθέντα υπόψη από αυτόν.

17. Επειδή, τα ως άνω στοιχεία που μνημονεύονται στο προοίμιο της από 16.12.2015 εισήγησης της επιτροπής της φορολογικής περιφέρειας Αθηνών και τα οποία είχαν συγκεντρωθεί από την κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών αφορούν γενικά στις περιοχές της χώρας.
Επιπλέον, η επιτροπή έλαβε υπόψη τα εν λόγω στοιχεία κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να προκύπτει ο τρόπος με τον οποίο τα επεξεργάστηκε και τα εκτίμησε, προς στήριξη της πρότασής της, η οποία αφορούσε στις τιμές ζώνης γενικά στην Περιφέρεια Αττικής, χωρίς διατύπωση εξατομικευμένης κρίσης για τις επιμέρους ζώνες της (συμπεριλαμβανομένης της επίδικης Γ ζώνης Φιλοθέης), με παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με καθεμία ζώνη.
Η πρόταση αυτή διατυπώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, μέσω πίνακα στον οποίο γίνεται ομαδοποίηση των τιμών των ζωνών της εν λόγω Περιφέρειας και προτείνεται ποσοστό μεταβολής συνολικά για τις τιμές ζώνης καθεμίας των (εννέα) ομάδων.
Ανάλογο περιεχόμενο έχουν και οι άλλες εισηγήσεις των επιτροπών του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (για τις υπόλοιπες Περιφέρειες της χώρας), οι οποίες περιέχουν πίνακες με αντίστοιχες I ομάδες τιμών ζώνης (ΤΖ < 600, 650 < ΤΖ < 1.000, 1.050 < ΤΖ < 1.500, 1.550 < ΤΖ 2.000, 2.050 < ΤΖ < 2.500, 2.550 < ΤΖ < 3.000. 3.050 < ΤΖ < 1 3.500, 3.550 < ΤΖ 4.000, ΤΖ > 4.050 ευρώ) και πρόταση ποσοστιαίας μεταβολής των τιμών κάθε ομάδας.
Οι εισηγήσεις αυτές ελήφθησαν υπόψη από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη συλλήβδην σε οριζόντια αναπροσαρμογή των τιμών ζώνης στο σύνολο της επικράτειας, ορίζοντας τη νέα τιμή αναλόγως με το ποια ήταν η τιμή ζώνης πριν από την αναπροσαρμογή. Ειδικότερα, όσον αφορά στην επίδικη ζώνη, η τιμή της παρέμεινε αμετάβλητη (στα 4.350 ευρώ).
18. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης για την Γ ζώνη (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού έγινε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 (παρ. 1 και 2) του ν. 1249/1982, διότι δεν προκύπτει ότι εχώρησε βάσει ειδικών κριτηρίων και κατ’ εκτίμηση συγκεκριμένων στοιχείων περί της αγοραίας αξίας των ακινήτων στην επίμαχη ζώνη, που να δικαιολογούν την επίδικη κανονιστική ρύθμιση. Το καθ’ ού Δημόσιο ισχυρίζεται ότι ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος, διότι οι αιτούντες δεν προβάλλουν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη από τη Διοίκηση και από τα οποία να προκύπτει ότι η όποια μείωση των αντικειμενικών αξιών, λόγω της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών, έπληξε την επίμαχη περιοχή, για ειδικούς λόγους.
Ο ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως διότι για το παραδεκτό του ως άνω λόγου, με τον οποίο προβάλλεται, κατά τρόπο αρκούντως ορισμένο, παράβαση των όρων της οικείας νομοθετικής εξουσιοδότησης και, συνεπώς, της θεμελιώδους αρχής της νομιμότητας της κανονιστικής δράσης της Διοίκησης, δεν απαιτείται και επίκληση από τους αιτούντες τέτοιων στοιχείων. Περαιτέρω, ο λόγος κρίνεται βάσιμος, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 15 και εκτέθηκαν στις σκέψεις 16 και 17, διότι ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης της Γ ζώνης (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης έγινε στο πλαίσιο συλλήβδην προσδιορισμού των τιμών εκκίνησης για τις ζώνες του συνόλου της επικράτειας, αναλόγως της τιμής που είχαν πριν από την επίόικη αναπροσαρμογή, βάσει εισήγησης της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, η οποία πρότεινε οριζόντιες ποσοστιαίες μεταβολές ανά ομάδα τιμών ζώνης γενικά των ακινήτων της Περιφέρειας Αττικής, χωρίς να εκφέρει εξατομικευμένη κρίση για τις επιμέρους ζώνες της, ειδικότερα, δε, για την επίδικη Γ ζώνη Φιλοθέης, με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων που έλαβε υπόψη της σχετικά με τη ζώνη αυτή, και χωρίς να προκύπτει η εφαρμογή (από την επιτροπή και, περαιτέρω, από τον Υπουργό) ορισμένης, οικονομετρικά άρτιας μεθοδολογίας προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 1, 2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 13 και 14 και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο καθορίστηκε η τιμή εκκίνησης για τη Γ ζώνη (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού.
19. Επειδή, στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α’ του Συντάγματος ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικράτειας ανήκει η ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α’ 147) προστέθηκε παράγραφος 3β στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, η οποία ορίζει τα εξής: «Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης.» Η διάταξη αυτή αποδίδει, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τη μνημονευθείσα συνταγματική διάταξη (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, ΣτΕ 4446/2015).
20. Επειδή, η ισχύς της ακυρούμενης κανονιστικής ρύθμισης άρχισε την 21.5.2015 (βλ. παρ. 5 της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης) και, επομένως, η ακύρωσή της αναδρομικά, από το χρονικό αυτό σημείο, θα είχε ως συνέπεια τη μη εφαρμογή της για τον υπολογισμό των φόρων (Τ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α.) που οφείλονται για το 2016 ως προς τα ακίνητα της επίδικης Γ ζώνης Φιλοθέης και, περαιτέρω, την εφαρμογή, για το ίδιο φορολογικό έτος, της νέας ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην επίμαχη περιοχή, που υποχρεούται η Διοίκηση να θεσπίσει (βλ. ανωτέρω σκέψη 10), τηρώντας τους όρους των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, όπως ερμηνεύθηκαν στη σκέψη 15.
Ωστόσο, η εκπλήρωση από τη Διοίκηση της υποχρέωσης αυτής, η οποία είναι άδηλο εάν θα καταλήξει στη θέσπιση τιμής ζώνης διαφορετικής από την ακυρωθείσα (όπως άδηλη παρίσταται και η τυχόν διαφορά που θα προκύψει), απαιτεί ικανό χρόνο, κατά τον οποίο εγείρεται ο κίνδυνος αδυναμίας νόμιμης επιβολής και είσπραξης των σχετικών φόρων, ιδίως, δε, του ΕΝ.Φ.Ι.Α., λόγω του κενού που δημιουργείται στο οικείο κανονιστικό πλαίσιο.
Εξάλλου, ενόψει του σκεπτικού της παρούσας απόφασης, της φύσης της διαπιστωθείσας πλημμέλειας της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης, της προσβολής με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας διαφόρων άλλων ρυθμίσεων της παραγράφου 2α της επίδικης υπουργικής απόφασης, κατ’ επίκληση λόγου ακυρώσεως παρόμοιου με εκείνου που έγινε δεκτός στη σκέψη 18, και της δυνατότητας παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων περί τιμών ζώνης της ίδιας απόφασης, επ’ ευκαιρία ένδικων προσφυγών κατά ατομικών πράξεων καταλογισμού φόρου, παρόμοιος κίνδυνος ανακύπτει γενικότερα, όσον αφορά τους φόρους επί της ακίνητης περιουσίας.
Η επέλευση του ανωτέρω κινδύνου μπορεί να παραβλάψει ουσιωδώς την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού και να προκαλέσει νέες, σοβαρές δημοσιονομικές αβεβαιότητες, η δε αποτελεσματική αποτροπή του εν λόγω κινδύνου, χάριν των απαιτήσεων της αξιόπιστου προγραμματισμού των οικονομικών της χώρας και της δημοσιονομικής τάξης της, συνδέεται με την εφαρμογή της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης για τον υπολογισμό του Τ.Α.Π. και του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του έτους 2016, η οποία προϋποθέτει την ισχύ της κατά την 1.1.2016 [κρίσιμος χρόνος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 (παρ. 3) του ν. 2130/1993 και των άρθρων 1 (παρ. 1 και 4) και 4 (περ. Α παρ. 1 εδαφ. α) του ν. 4223/2013, αντίστοιχα], Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, κατά τη στάθμιση των συμφερόντων των όιαόίκων, αποδίδει μείζονα βαρύτητα στο επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, που καθίσταται ακόμα εντονότερο υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, αποτροπής του κινδύνου ουσιώδους διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους για το έτος (φορολογίας) .2016, και, συνακόλουθα, κρίνει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, ότι η ακύρωση της επίδικης ρύθμισης της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης πρέπει να μην αναδράμει στο χρόνο έναρξης ισχύος της (21.5.2015), αλλά στις 8.6.2016, χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο
(πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4446/2015, Ολομ. ΣτΕ 4741/2014, Bundesverfassungsgericht Γερμανίας 23.6.2015 1 BvL 13, 14/11, σκέψεις 89-91, 17.12.2014 BvL 21/12, σκέψεις 286-292, 07.11.2006 BvL 10/02, σκέψη 203, 22.06.1995 2BvL 37/91, σκέψη 80, 25.09.1982 BvL 5, 8, 14/91, σκέψεις 101-110 και Conseil Constitutionnel Γαλλίας 20.6.2014 2014-404 QPC, σκέψη 13, 14.6.2013 2013-323 QPC, σκέψεις 10-12).
Διά ταύτα Καταργεί τη δίκη ως προς τον αιτούντα υπ: αριθμ. 17.Απορρίπτει την αίτηση κατά το μέρος της που έχει ασκηθεί από τους αιτούντες υπ αριθμ. 3, 6, 12, 15 και 16, στους οποίους επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, ύψους τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από τους αιτούντες υπ! αριθμ. 1,2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 13 και 14.
Ακυρώνει, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό, την υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β’ 48/20.1.2016), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Γ ζώνης (της δημοτικής κοινότητας) Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης- Ψυχικού. Οριζεί ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας απόφασης την 8.6.2016.
Διατάσσει την απόδοση του παράβολου στους αιτούντες υπ’ αριθμ. 1,2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 13 και 14 και επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη τους, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 και 28 Ιουνίου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2016.
Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος
Ε. Σάρπ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΣτΕ 2335/2016 Ακύρωση ΠΟΛ.1009/18.1.2016, κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της ζώνης Ν. Βουτζά (Β ζώνης του πρώην Δήμου Ραφήνας) Αττικής.Ορίζει ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας απόφασης την 8.6.2016.

ΣτΕ 2335/2016

Ακύρωση ΠΟΛ.1009/18.1.2016, κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της ζώνης Ν. Βουτζά (Β ζώνης του πρώην Δήμου Ραφήνας) Αττικής.Ορίζει ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας απόφασης την 8.6.2016.

Περίληψη
Ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης της επίδικης ζώνης έγινε στο πλαίσιο συλλήβδην προσδιορισμού των τιμών εκκίνησης για τις ζώνες του συνόλου της επικράτειας, αναλόγως της τιμής που είχαν πριν από την επίδικη αναπροσαρμογή, βάσει εισήγησης της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, η οποία πρότεινε οριζόντιες ποσοστιαίες μεταβολές ανά ομάδα τιμών ζώνης γενικά των ακινήτων της Περιφέρειας Αττικής, χωρίς να εκφέρει εξατομικευμένη κρίση για τις επιμέρους ζώνες της, ειδικότερα, δε, για την επίδικη ζώνη του Ν. Βουτζά, με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων που έλαβε υπόψη της σχετικά με τη ζώνη αυτή, και χωρίς να προκύπτει η εφαρμογή (από την επιτροπή και, περαιτέρω, από τον Υπουργό) ορισμένης, οικονομετρικά άρτιας μεθοδολογίας προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 1, 4, 6, 35 και 36 και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο καθορίστηκε η τιμή εκκίνησης για τη ζώνη του Ν. Βουτζά (Β ζώνη του πρώην Δήμου Ραφήνας) Αττικής.

Επειδή, η ισχύς της ακυρούμενης κανονιστικής ρύθμισης άρχισε την 21.5.2015 (βλ. παρ. 5 της προσβαλλόμενης .υπουργικής απόφασης) και, επομένως, η ακύρωσή της αναδρομικά, από το χρονικό αυτό σημείο, θα είχε ως συνέπεια τη μη εφαρμογή της για τον υπολογισμό των φόρων (Τ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α.) που οφείλονται για το 2016 ως προς τα ακίνητα της επίδικης ζώνης και, περαιτέρω την εφαρμογή, για το ίδιο φορολογικό έτος, της νέας ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην επίμαχη περιοχή, που υποχρεούται η Διοίκηση να θεσπίσει, τηρώντας τους όρους των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, όπως ερμηνεύθηκαν στη σκέψη 13.
Ωστόσο, η εκπλήρωση από τη Διοίκηση της υποχρέωσης αυτής, η οποία είναι άδηλο εάν θα καταλήξει στη θέσπιση τιμής ζώνης διαφορετικής από την ακυρωθείσα (όπως άδηλη παρίσταται και η τυχόν διαφορά που θα προκύψει), απαιτεί ικανό χρόνο, κατά τον οποίο εγείρεται ο κίνδυνος αδυναμίας νόμιμης επιβολής και είσπραξης των σχετικών φόρων, ιδίως, δε, του ΕΝ.Φ.Ι.Α., λόγω του κενού που δημιουργείται στο οικείο κανονιστικό πλαίσιο.
Εξάλλου, ενόψει του σκεπτικού της παρούσας απόφασης, της φύσης της διαπιστωθείσας πλημμέλειας της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης, της προσβολής με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας διαφόρων άλλων ρυθμίσεων της παραγράφου 2α της επίδικης υπουργικής απόφασης, κατ’ επίκληση λόγου ακυρώσεως παρόμοιου με εκείνου που έγινε δεκτός στη σκέψη 16, και της δυνατότητας παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων περί τιμών ζώνης της ίδιας απόφασης, επ’ ευκαιρία ένδικων προσφυγών κατά ατομικών πράξεων καταλογισμού I φόρου, παρόμοιος κίνδυνος ανακύπτει γενικότερα, όσον αφορά τους φόρους επί της ακίνητης περιουσίας.

Η επέλευση του ανωτέρω κινδύνου μπορεί να παραβλάψει ουσιωδώς την εκτέλεση του κρατικού | προϋπολογισμού και να προκαλέσει νέες, σοβαρές δημοσιονομικές αβεβαιότητες, η δε αποτελεσματική αποτροπή του εν λόγω κινδύνου, νάοιν των απαιτήσεων της αξιόπιστου ποονοαυυατισυού των οικονομικών της χώρας και της δημοσιονομικής τάξης της, συνδέεται με την εφαρμογή της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης για τον υπολογισμό του Τ.Α.Π. και του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του έτους 2016, η οποία προϋποθέτει την ισχύ της κατά την 1.1.2016 [κρίσιμος χρόνος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 (παρ. 3) του ν. 2130/1983 και των άρθρων 1 (παρ. 1 και 4) και 4 (περ. Α παρ. 1 εδαφ. α) του ν. 4223/2013, αντίστοιχα]. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, κατά τη στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποδίδει μείζονα βαρύτητα στο επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, που καθίσταται ακόμα εντονότερο υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, αποτροπής του κινδύνου ουσιώδους διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους για το έτος (φορολογίας) 2016, και, συνακόλουθα, κρίνει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, ότι η ακύρωση της επίδικης ρύθμισης της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης πρέπει να μην αναδράμει στο χρόνο έναρξης ισχύος της (21.5.2015), αλλά στις 8.6.2016, χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο.
TO ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β’

ΣτΕ 2335/2016

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Κ. Νικολάου, Π. Τσούκας, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, ί. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 21 Μαρτίου 2016 αίτηση: των :………………………….., οι οποίοι παρέστησαν με τον ως άνω δικηγόρο Πέτρο Πανταζόπουλο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τους: 1) Χριστίνα Διβάνη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 2) Πολύχρονη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 (ΦΕΚ Β’ 48/20.1.2016) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου I. Δημητρακόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον δικηγόρο των αιτούντων που παρέστησαν, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο και η οποία έχει εισαχθεί στην επταμελή σύνθεση του Β’ Τμήματος, λόγω σπουδαιότητος, με την από 20.4.2016 πράξη της Προέδρου του, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με θέμα «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων, που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλης της Χώρας» (Β’ 48/20.1.2016), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων στο Ν. Βουτζά Αττικής (Β ζώνη του πρώην Δήμου Ραφήνας Αττικής).

2. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης υπογράφεται από τον Πέτρο Πανταζόπουλο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων, ο οποίος και παρέστη γι’ αυτούς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ωστόσο, οι αιτούντες υπ’ αριθμ. 9, 26, 28, 32, 42, 48 και 96 δεν νομιμοποίησαν τον προαναφερόμενο δικηγόρο με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), όπως το άρθρο αυτό ισχύει. Συνεπώς, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθ’ ό μέρος ασκείται από τους ανωτέρω αιτούντες.
3. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α’ 43), όπως η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1473/1984 (Α’ 127) και 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990 (Α’ 43 και διορθ. σφαλμ. A’ 51) και η παράγραφος 2 με τα άρθρα 24 παρ. 8 του ν. 1 828/1989 (Α’ 2) και 14 παρ. 11 του ν. 1882/1990, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαβαίνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ’ είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, τα πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα.
Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσής τους θα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών.
Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο, ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών. 2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται: α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους σε πίνακες και η συσχέτισή τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες, β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής, ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία τούτων. […]». Στο άρθρο 1 (παρ. 1 και 2) της υπ’ αριθμ. 1067780/82/Γ0013/9.6.1994 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (ΕΓ I 549), στην οποία παραπέμπει και η παράγραφος 3 της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης, η ζώνη και η τιμή ζώνης (ή τιμή εκκίνησης) ορίζονται ως εξής: «1. Ζώνη γενικά θεωρείται ένα τμήμα πόλης ή χωριού, το οποίο, σύμφωνα με τους πίνακες τιμών, έχει ενιαία τιμή (ΤΖ). Οι ζώνες όιακρίνονται σε α) Κυκλικές ζώνες. Είναι οι ζώνες που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα μιας πόλης ή ενός χωριού […] β) Γραμμικές ζώνες (ΓΖ). Γραμμικές είναι οι ζώνες που αναπτύσσονται κατά μήκος της μίας ή και των δύο πλευρών ενός δρόμου ή ενός τμήματος δρόμου, παράλληλα προς τον άξονα αυτού. […] 2. Τιμή ζώνης ή τιμή εκκίνησης (ΤΖ). Είναι η ενιαία τιμή αφετηρίας, την οποία έχει κάθε ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη ζώνη αυτή. Η τιμή ζώνης (ΤΖ) αναφέρεται στη συνολική αξία κτίσματος και οικοπέδου που αναλογεί σε ένα τετραγωνικό μέτρο (μ2) επιφάνειας καινούριας κατοικίας ή διαμερίσματος στον Α’ όροφο της οικοδομής με πρόσοψη σε ένα μόνο δρόμο.». Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 261 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) προβλέφθηκε οτι «Για την εκοοση των αποφάσεων του τρίτου εοαφιου, της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 του Υπουργού Οικονομικών για τον καθορισμό των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, λαμβάνονται υπόψη, εκτός των εισηγήσεων των Επιτροπών του συγκεκριμένου άρθρου και γνώμη του δημοτικού συμβουλίου του δήμου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα.». Εξάλλου, οι φόροι που επιβάλλονται στην ακίνητη περιουσία παραπέμπουν στο κατά άρθρο 41 του ν. 1249/1982 αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων εντός των περιοχών όπου ισχύει το σύστημα αυτό [άρθρο 24 παρ. 6 ν. 2130/1993 (Α’ 62), άρθρο 4 ν. 4223/2013 (Α’ 287)].
4. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 παρ. 2 του ν. 1249/1982 εκδόθηκε σειρά προεδρικών διαταγμάτων και, ακολούθως, μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής με το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989, υπουργικών αποφάσεων, βάσει των οποίων ορίστηκε η έναρξη ισχύος του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης κατά ζώνες, καθώς και οι συντελεστές αυξομείωσης των τιμών. Από το έτος 1993 και εφεξής εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ν. 1249/1982, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990, υπουργικές αποφάσεις αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών στις περιοχές όπου ίσχυε το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού. Μετά την αναπροσαρμογή του έτους 2005 που’έγινε με την 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 1982), οι αντικειμενικές αξίες αναπροσαρμόστηκαν (για τελευταία φορά, έως την έκδοση της προσβαλλομένης) με την 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 ΠΟΛ.1200/28.12.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλων των περιφερειών της χώρας» (Β’ 269), με ισχύ από 1.3.2007, εκτός από τις τιμές εκκίνησης για τις ζώνες της δημοτικής κοινότητας Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού, οι οποίες, κατόπιν και σχετικών ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικράτειας, καθορίστηκαν με μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και η ΠΟΛ.1093/29.4.2013 (Β’ 1068), περί ανακαθορισμού της τιμής της Β ζώνης της εν λόγω δημοτικής κοινότητας. Εξάλλου, με την 1175023/3752/00ΤΥ/Δ/ ΠΟΛ.1200/28.12.2010 (Β’ 2038) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εντάχθηκαν το πρώτον στο αντικειμενικό σύστημα ορισμένες περιοχές, εντός 4.489 οικισμών της χώρας και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης με ισχύ από 1.1.2011.
:
5. Επειδή, με την επίδικη υπουργική απόφαση εχώρησε (με ισχύ από 21.5.2015) αναπροσαρμογή των τιμών ζώνης και των συντελεστών εμπορικότητας των ακινήτων που είχαν καθοριστεί με τις προαναφερόμενες υπ’ αριθμ. 102Ο564/487/Ο0ΤΥ/Δ/2ΟΟ7, 1175023/3752/ 00ΤΥ/Δ/ ΠΟΛ.1200/28.12.2010 και ΠΟΛ.1093/29.4.2013 υπουργικές αποφάσεις. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, στην παράγραφο 2α, τον πίνακα «Τιμές Ζώνης (Τ.Ζ.)», με 93 επιμέρους ρυθμίσεις, καθεμία από τις οποίες ορίζει τη νέα τιμή ζώνης, αναλόγως (δηλαδή, σε συνδυασμό) με το ποια ήταν η τιμή ζώνης πριν από την αναπροσαρμογή (λ.χ. όπου η τιμή ζώνης πριν από την αναπροσαρμογή ήταν 2.500 ευρώ, όπως στην επίδικη ζώνη, που καλύπτει την έκταση του Συνεταιρισμού “Ν. Βουτζάς”, ορίζεται πλέον σε 2.050 ευρώ).

6. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) ορίζεται: «1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και τη σύννομη άσκηση της διοικητικής λειτουργίας. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας σε αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αϊτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ Ολομ. 2855-56/1985, Ολομ. ΣτΕ 3317/2014, ΣτΕ 4041/2013, ΣτΕ 1039/2014, ΣτΕ 2077/2014 κ.ά.), με σκοπό την προστασία των σχετικών ελευθεριών ή δικαιωμάτων του, μέσω της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1256/2006 επταμ.).
Ειδικότερα, ο αϊτών την ακύρωση κανονιστικής διοικητικής πράξης καθορισμού των τιμών του συστήματος ‘ αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ακινήτων, κατ’ επίκληση δικαιώματος (πλήρους ή ψιλής) κυριότητας ή επικαρπίας επί ορισμένου ! ακινήτου σε περιοχή στην οποία ισχύει το αντικειμενικό σύστημα στηρίζει, κατ’ ουσίαν, το έννομο συμφέρον του στην ιδιότητά του ως υπόχρεου για τους (κατ’ αρχήν υπολογιζόμενους βάσει των αντικειμενικών αξιών) φόρους που προβλέπονται στα άρθρα 24 του ν. 2130/1993 (Α’ 62) ή/και 1 επ. του ν. 4223/2013 (Α’ 287) [πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ., ΣτΕ 2017/2012 επταμ., ΣτΕ 2021/2012 επταμ.].
Δεδομένου δε ότι κατά το νόμο (άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 2130/1993 και άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 4223/2013), το τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) και ο Ενιαίος Φόρος ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) βαρύνουν το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή την επικαρπία του ακινήτου κατά την 1η Ιανουάριου του οικείου έτους φορολογίας, εκείνος που επιδιώκει την ακύρωση από το Δικαστήριο της κανονιστικής ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην περιοχή όπου κείται το ακίνητο επί του οποίου επικαλείται κυριότητα ή επικαρπία, προκειμένου να θεμελιώσει επαρκώς το έννομο συμφέρον του για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, δεν αρκεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι είχε σε κάποιο χρονικό σημείο στο παρελθόν κυριότητα ή επικαρπία επί του ακινήτου (λ.χ. συμβόλαιο κτήσης του εμπράγματος δικαιώματος και πιστοποιητικό μεταγραφής του στο υποθηκοφυλακείο ή δήλωση του δικαιώματος στο κτηματολόγιο ή πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. παρελθόντος έτους), αλλά οφείλει να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να καταθέσει νομίμως στο Δικαστήριο, κατά τα εκτιθέμενα σε επόμενη σκέψη, πρόσφορα και επίκαιρα στοιχεία (όπως, ιδίως, κτηματολονικό φύλλο του ακινήτου, πιστοποιητικά του υποθηκοφύλακα περί μεταγραφής και ιδιοκτησίας ή αντίγραφο/εκτύπωση της δήλωσης Ε9 ή της διοικητικής πράξης επιβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α.), αναγόμενα στο οικείο έτος φορολογίας, με βάση τα οποία να τεκμηριώνεται επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, ότι αυτός έχει το , προβαλλόμενο εμπράγματο δικαίωμα και, κατ’ ακολουθίαν, την ιδιότητα I του βαρυνόμενου με Τ.Α.Π. ή/και ΕΝ.Φ.Ι.Α., κατά τον κρίσιμο χρόνο γένεσης της αντίστοιχης φορολογικής οφειλής, το ύψος της οποίας επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση (πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ.)•

7. Επειδή, εν προκειμένω, καθένας από τους αιτούντες ασκεί την υπό κρίση αίτηση κατ’ επίκληση της ιδιότητας του έχοντος εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητας ή επικαρπίας) επί ακινήτου στη ζώνη του Η. Βουτζά (Β ζώνη του πρώην Δήμου Ραφήνας Αττικής).
Η ως άνω προβαλλόμενη ιδιότητα (και, περαιτέρω, η ιδιότητα του βαρυνόμενου με τους φόρους που προβλέπονται στα άρθρα 24 του ν. 2130/1993 ή/και 1 επ. του ν. 4223/2013) είναι κατ’ αρχήν ικανή να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον των αιτούντων για ακύρωση της κανονιστικής πράξης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης στη ζώνη στην οποία κείται το ακίνητό τους, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 6. Και ναι μεν το καθ’ ού Δημόσιο ισχυρίζεται ότι οι αιτούντες στερούνται εννόμου συμφέροντος, διότι, εάν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμού τιμής ζώνης, θα ισχύει η προηγούμενη, η οποία ορίζει υψηλότερη τιμή ζώνης, με συνέπεια να μην ωφελούνται οι αιτούντες από το ακυρωτικό αποτέλεσμα, αλλά ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι, ενόψει και των κριθέντων με τις αποφάσεις ΣτΕ 4003/2014 και ΣτΕ 4446/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, τυχόν ! ακύρωση της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης δεν θα σήμαινε εφαρμογή για τους αιτούντες της προϊσχύσασας κανονιστικής ρύθμισης περί της τιμής εκκίνησης στην επίμαχη ζώνη, αλλά θα δημιουργούσε υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε νέο, νόμιμο (και επίκαιρο) καθορισμό της τιμής εκκίνησης των ακινήτων για την εν λόγω ζώνη, η οποία ενδέχεται να είναι χαμηλότερη της οριζόμενης με την επίδικη πράξη.

8. Επειδή, το π.δ. 18/1989 ορίζει, επιπλέον, στο εδάφιο β’ του άρθρου 33, ότι «Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσαχθεί προαποδεικτικώς.», στο εδάφιο α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 25, ότι «Υπομνήματα των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.» και, στο άρθρο 40, ότι «Κατά τα λοιπά […] εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας […]», σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 εδαφ. β’ του οποίου «Μαζί με τις προτάσεις, οι οιάδικοι πρέπει να καταθέσουν καί […] όλα τα αποδεικτικά […] έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.»
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο ασκών αίτηση ακυρώσεως οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο, συγκεκριμένα δε, με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση (ώστε, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, να χορηγείται και στον αντίδικο επαρκής δυνατότητα ελέγχου και αντίκρουσης), τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ιδιότητα (λ.χ. του κυρίου ακινήτου) στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4312/2015, ΣτΕ 4731/2012, ΣτΕ 1393/2003, ΣτΕ 3802/2000 επταμ., Ολομ. 3452/1998, καθώς και ΑΠ 1404/1996, ΑΠ 1229/2002 κ.ά.), εφόσον βέβαια η ιδιότητα αυτή δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.
Συναφώς, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από το άρθρο 20 του εσωτερικού Κανονισμού του Συμβουλίου της Επικράτειας (απόφαση 19/2013 της Ολομέλειας σε συμβούλιο, Β’ ΣτΕ 2462/2013), περί της πρωτοκόλλησης των δικογράφων και άλλων εγγράφων, όπως αιτήσεων, που κατατίθενται στο Δικαστήριο, αφενός διότι πρόκειται για διάταξη αφορώσα σε ενέργεια του Δικαστηρίου (πρωτοκόλληση εγγράφων που του υποβάλλονται) και όχι στις δικονομικές υποχρεώσεις των διαδίκων και, αφετέρου, διότι η κατά τα ανωτέρω τεκμηρίωση από τον αιτούντα της ιδιότητας στην οποία θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, διέπεται από τη δικονομία περί του Συμβουλίου της Επικράτειας (π.δ. 18/1989) και δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με τις σχετικές εξουσιοόοτικές διατάξεις των άρθρων 71 (παρ. 1) του π.δ. 18/1989 και 82 | (παρ. Α περ. 9) του ν. 1756/1988. Εξάλλου, ο διάδικος πρέπει να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο ειδικό και | ορισμένο (πρβλ. ΑΠ Ολομ. 9/2000, ΑΠ 1808/2005, ΑΠ 658/2011 κ.ά.).
9. Επειδή, προκειμένου να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους, οι αιτούντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, με το από 7.6.2016 j υπόμνημά τους, διάφορα στοιχεία. Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, τα στοιχεία αυτά προσκομίσθηκαν απαραδέκτως, διότι (α) το ως άνω υπόμνημα δεν υποβλήθηκε έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση και (β) η επίκληση των προσκομισθέντων στοιχείων με το ανωτέρω υπόμνημα δεν γίνεται κατά τρόπο ειδικό και | ορισμένο, αλλά με γενική και αόριστη αναφορά σε προσαγόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να. απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται και από τους λοιπούς αιτούντες (πέραν εκείνων που δεν νομιμοποίησαν πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τα κριθέντα στη σκέψη 2).
Ωστόσο, ενόψει του ότι ο 1 αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος τους για παροχή ένδικης προστασίας, ο οποίος ανάγεται στην τεκμηρίωση του εννομου συμφέροντος τους, δεν προέκυπτε με σαφήνεια από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο, το οποίο, αφενός, έχει ανεχθεί στην πράξη την κατάθεση τέτοιων [ στοιχείων από το διάδικο, χωρίς δικόγραφο (αλλά με απλή εγχείρισή τους στον εισηγητή δικαστή, πριν από την ημέρα της συζήτησης), και, αφετέρου, έχει δεχθεί ότι μπορούν να υποβληθούν τέτοια στοιχεία το αργότερο μέχρι την προτεραία της συζήτησης (βλ. ΣτΕ 3335/2015, ΣτΕ 3051/2015, ΣτΕ 3833/2014 επταμ.,ΣτΕ 1878/2014, ΣτΕ 1039/2014, ΣτΕ 4961/2012), η μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων (και, περαιτέρω, η απόρριψη, για το λόγο αυτό, της παρούσας αίτησης ως απαράδεκτης, ως προς τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 1 έως 8, 10 έως 25, 27, 29 έως 31, 33 έως 41, 43 έως 47, 49 έως 95 και 9/ έως 102) δεν θα ήταν συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 3705/2015, ΣτΕ 2131/2015. Ολομ. ΣτΕ 1619/2012, ΣτΕ 2436/2012 επταμ., ΕΑ 737/2012 ττενταμ.).

10, Επειδή, οι αιτούντες υπ’ αριθμ. 22, 68, 82 και 93 δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε στοιχείο για την τεκμηρίωση της προβαλλόμενης ιδιότητάς τους ως εχόντων εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων στη ζώνη του Ν. Βουτζά. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ασκούμενη απαραόέισως, δίχως έννομο συμφέρον, από τους τέσσερεις προαναφερόμενους αιτούντες. Εξάλλου, τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν σε σχέση με καθέναν από τους αιτούντες υπ1 αριθμ. 1, 4, 6, 35 και 36 (αντίγραφο συμβολαίου/’τίτλου ιδιοκτησίας σε συνδυασμό με εκτύπωση ηλεκτρονικής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης Ε9, Ιουνίου 2016) είναι πρόσφορα και επαρκή για την τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος τους, για προσβολή της περιεχόμενης στην επίδικη πράξη κανονιστικής ρύθμισης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης στη ζώνη του Ν. Βουτζά.
Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για τους υπόλοιπους 86 αιτούντες (υπ! αριθμ. 2, 3, 5, 7, 8, 10 έως 21, 23 έως 25, 27, 29 έως 31, 33, 34, 37 έως 41, 43 έως 47. 49 έως 67, 69 έως 81, 83 έως 92, 94, 95 και 97 έως 102), ως προς τους οποίους υποβλήθηκαν αντίγραφα συμβολαίων και πιστοποιητικών μεταγραφής, δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς ή κληρονομητηρίου, αποσπασμάτων κτηματολογικού πίνακα ανάρτησης έτους 2011 ή 2012, δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης Ε9 έτους 2014 ή προγενέστερου και/ή πράξης διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2014, στοιχεία ανεπαρκή για την τεκμηρίωση της ιδιότητάς τους ως βαρυνόμενων με ΤΛ.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α. κατά τον κρίσιμο χρόνο (2016), στον οποίο εφαρμόζεται η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση για τον υπολογισμό των φόρων αυτών. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται από τους προαναφερόμενους 86 αιτούντες. Και ναι μεν ο αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος τους για παροχή ένδικης προστασίας, ο οποίος ανάγεται στην τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος τους, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν προέκυπτε με σαφήνεια από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο, το οποίο έχει δεχθεί, σε παρόμοιες περιπτώσεις προσβολής κανονιστικής πράξης προσδιορισμού των τιμών ζώνης, ότι προκύπτει η ιδιότητα του κυρίου ή επικαρπωτή – βαρυνόμενου και, συνακόλουθα, το έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος από τίτλους ιδιοκτησίας, όπως συμβόλαια αγοράς ή γονικής παροχής (βλ. ΣτΕ 2017/2012 – ΣτΕ 2020/2012 επταμ.), αλλά το στοιχείο αυτό δεν δικαιολογεί, εν προκειμένω, την παροχή στους ανωτέρω αιτούντες της | δυνατότητας θεραπείας της προαναφερόμενης έλλειψης (με έκδοση, γι’ αυτούς, μη οριστικής απόφασης, που να χορηγεί τέτοια δυνατότητα και να | διατάσσει το χωρισμό του δικογράφου), διότι κάτι τέτοιο θα ήταν αλυσιτελές για τους εν λόγω αιτούντες και ασύμβατο με την αρχή της οικονομίας της δίκης, ενόψει της, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω στη σκέψη 16, ακύρωσης με την παρούσα απόφαση της προσβαλλόμενης κανονιστικής ρύθμισης και δεδομένου ότι η ακύρωση αυτή (όπως, άλλωστε και ο ορισμός του χρονικού σημείου έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος, βλ. κατωτέρω στη σκέψη 18) ισχύει και ενεργεί υπέρ (και έναντι) όλων, συμπεριλαμβανομένου των συγκεκριμένων αιτούντων.
11. Επειδή, οι αιτούντες υπ’ αριθμ. 1, 4. 6, 35 και 36 ομοδικούν παραδεκτώς, καθώς βάλλουν με κοινό έννομο συμφέρον κατά του σκέλους της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης των ακινήτων στη ζώνη του Ν. Βουτζά (Β ζώνη του πρώην Δήμου Ραφήνας).
12. Επειδή, οι εκδιδόμενες βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 υπουργικές αποφάσεις περί καθορισμού των τιμών εκκίνησης, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, ως κανονιστικές πράξεις, ελέγχονται από την άποψη της τήρησης των όρων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της (βλ. ΙτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2020/2012 επταμ.)• Εξάλλου, η τήρηση ή μη από τη Διοίκηση των όρων που θέτουν οι ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις ή που συνάγονται από αυτές (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 652/2016 – ΣτΕ 656/2016, 4170/2011) μπορεί να προκύπτει είτε από την ίδια την προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη είτε από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία συγκαταλέγονται, ιδίως, οι προπαρασκευαστικές της έκδοσής της πράξεις (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 652/2016 – ΣτΕ 656/2016, ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2020/2012 επταμ. κ.ά.).

13. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, η φορολογούμενη ύλη. όπως η περιουσία, δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική (βλ. λ.χ. ΣτΕ Ολομ. 29/2014, Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, Ολομ.ΣτΕ 2563/2015, Ολομ. ΣτΕ 2564/2015, ΣτΕ 884/2016 επταμ.).
Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 θεσπίστηκε αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014), δηλαδή στην ελάχιστη εύλογη αξία αγοραπωλησίας που θα συμφωνούσαν δύο καλά ενημερωμένοι και επιμελείς συναλλασσόμενοι, που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους.
Η αξία αυτή ανάγεται μεν σε μια υποθετική/δυνητική συναλλαγή, αλλά αφορά στη πραγματική αξία του ακινήτου στην αγορά, η οποία επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα υπόκειται σε φόρο (επί της περιουσίας). Συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για προσδιορισμό (αρχικό ή με αναπροσαρμογή) των τιμών εκκίνησης υπό τον όρο ότι ο τρόπος καθορισμού τους εγγυάται επαρκώς ότι η φορολογούμενη αξία της ακίνητης περιουσίας είναι πραγματική και όχι πλασματική (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, ΣτΕ 3833/2014 επταμ.).
Ειδικότερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων υπό το φως των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να διενεργείται με βάση ενιαία (για το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), διαφανή, αρκούντως ορισμένη, πρόσφορη και οικονομετρικά άρτια μεθοδολογία (πρβλ. ΣτΕ ΣτΕ 3335/2015, ΣτΕ 1582/2015), ώστε να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυο ! ορθού καθορισμού της φορολογούμενης αξίας των ακινήτων τους και να τηρείται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα το ίσο μέτρο (γνωμοδοτικής και αποφασιστικής) κρίσης.
Η τοιαύτη ειδική μέθοδος, η υιοθέτηση της οποίας προβλέπεται, άλλωστε, στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής που περιλαμβάνεται στην από 14.05.2014 επιστολή προθέσεων της Ελληνικής Πολιτείας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (βλ. σελ. 9 της επιστολής αυτής, που είναι δημοσιευμένη στον ιστοχώρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), πρέπει, ιδίως, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την κοινώς γνωστή (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, σκέψη 11) αλλά και σημειούμενη στις σχετικές ετήσιες εκθέσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας (βλ. σελ. 63 της έκθεσης νια το 2011, σελ. 70 της έκθεσης για το 2012, σελ. 69-71 της έκθεσης για το 2013, σελ. 92-93 της έκθεσης για το 2014, σελ. 99 της έκθεσης για το 2015 – οι εκθέσεις αυτές είναι δημοσιευμένες στον ιστοχώρο της Τράπεζας της Ελλάδας), παρατεταμένη και σταδιακά εντεινόμενη ύφεση της αγοράς ακινήτων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με νέους φόρους, από το 2010 και μετά.
Πράγματι, η εν λόγω ύφεση ναι μεν δημιουργεί μη ομαλές συνθήκες στην αγορά ακινήτων, που ενδέχεται σε διάφορες περιοχές να χαρακτηρίζονται από ελαχιστοποίηση του αγοραστικού ενδιαφέροντος και, συνακόλουθα, της πιθανότητας διάθεσης των προσφερόμενων ακινήτων και κίνησης της σχετικής αγοράς, αλλά το στοιχείο τούτο δεν σημαίνει αδυναμία προσδιορισμού κατά προσέγγιση της πραγματικής αγοραίας αξίας των ακινήτων, όπως υποστηρίζει το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά παράγοντα ληπτέο υπόψη στο πλαίσιο της προαναφερόμενης μεθόδου (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, σκέψη 12).
Εξάλλου, κατά την κοινή πείρα, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου είναι η τοποθεσία του. Συνεπώς, ο κανονιστικός ορισμός των αντικειμενικών αξιών πρέπει, κατά την έννοια των προεκτεθεισών εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ερμηνευόμενων ενόψει των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, να γίνεται κατά ζώνες (πρβλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 επταμ.), που παρουσιάζουν τέτοια ομοιογενή χαρακτηριστικά όσον αφορά την αγορά των ακινήτων, ώστε να δικαιολογείται ο καθορισμός της ίδιας αντικειμενικής (κατά προσέγγιση πραγματικής αγοραίας ανά τ.μ.) αξίας για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων εκάστης ζώνης.
Δεδομένου ότι, κατά την κοινή πείρα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τοποθεσίας του ακινήτου, ως παράγοντας προσδιοριστικός της αγοραίας αξίας του, μεταβάλλονται κατ’ αρχήν ουσιωδώς όχι μόνο ανά Δήμο αλλά και ανάλογα με την ειδικότερη θέση του ακινήτου εντός της εδαφικής περιφέρειας του οικείου Δήμου, ο ως άνω ορισμός πρέπει, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, να γίνεται τουλάχιστον σε επίπεδο δημοτικής ενότητας ή κοινότητας δήμου, κατόπιν συνεκτίμησης (διενεργούμενης κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης ειδικής μεθόδου) συγκεκριμένων, περιλαμβανόμενων στο διοικητικό φάκελο, πρόσφορων και επίκαιρων στοιχείων για την πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων στη σχετική ζώνη (πρβλ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 – ΣτΕ 2010/2012 επταμ.) ή, σε περίπτωση αιτιολογημένης διαπίστωσης της ανυπαρξίας τέτοιων στοιχείων, με συνεκτίμηση ανάλογων υφιστάμενων στοιχείων για τις όμορες/γειτονικές ζώνες (πρβλ. ΣτΕ 3833/2014 επταμ.) ή για άλλες ζώνες που κρίνονται αιτιολογημένα ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες όσον αφορά την αγορά ακινήτων.
Μεταξύ των στοιχείων που (πρέπει να) λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό, τόσο κατά την ένταξη το πρώτον ορισμένης περιοχής στο σύστημα αντικειμενικών αξιών όσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και σε περίπτωση αναπροσαρμογής των προκαθορι-σμένων αλλά πλέον ανεπίκαιρων (λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου από τον τελευταίο προσδιορισμό) τιμών εκκίνησης, είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 261 παρ. 4 του ν. 3852/2010 (απλή) γνώμη του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο έχει, κατά τεκμήριο, γνώση των τοπικών (χωροταξικών, πολεοδομικών, συγκοινωνιακών και λοιπών) συνθηκών που επηρεάζουν την αγορά των ακινήτων εντός της διοικητικής του περιφέρειας και δυνατότητα διατύπωσης αιτιολογημένης άποψης επί του ζητήματος.
Ειδικότερα, οι επιτροπές του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 οφείλουν, κατ’ αρχήν, να εκφέρουν εξατομικευμένη κρίση για καθεμία από τις ζώνες για τις οποίες εισηγούνται, παραθέτοντας τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία λαμβάνουν υπόψη τους σχετικά με κάθε ζώνη, προς στήριξη του αντίστοιχου σκέλους της πρότασής τους (προβ. ΣτΕ 1024/2013 επταμ., ΣτΕ 2019/2012 επταμ., ΣτΕ 3626/2010 επταμ.), ενώ μπορούν επιτρεπτώς να προβούν σε ενιαία κρίση για περισσότερες ζώνες, μόνον εφόσον οι ζώνες αυτές βρίσκονται στην ίδια δημοτική ενότητα ή κοινότητα ορισμένου δήμου και προκύπτει αιτιολογημένα ότι τελούν υπό παρόμοιες συνθήκες, όσον αφορά την αγοραία αξία των ακινήτων τους. Επομένως, η πρόταση ή/και ο κανονιστικός καθορισμός των τιμών εκκίνησης δεν χωρεί νομίμως, αν γίνεται (κατά παραγνώριση των προαναφερόμενων, συναγόμενων από το άρθρο 41 του ν. 1249/1982, όρων) συλλήβδην για όλες τις ζώνες ορισμένης Περιφέρειας ή του συνόλου της επικράτειας, κατά γενική επίκληση και εκτίμηση στοιχείων αναγόμενων σε διάφορες περιοχές και δίχως συγκεκριμένη μεθοδολογία, που να έχει τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά.

14. Επειδή, με την ΣτΕ 4003/2014 (εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική) απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας κρίθηκε ότι η Διοίκηση είχε παραλείψει παρανόμως να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση πράξης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο, έκρινε, κατ: εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3α και 3β του π.δ. 18/1989, ότι έπρεπε, αντί να ακυρώσει την εν λόγω παράλειψη της Διοίκησης αναδρομικά από τη συντέλεσή της, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να χορηγήσει στη Διοίκηση προθεσμία έξι μηνών, προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια.
Ακολούθως και δεδομένου ότι δεν εκδόθηκε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, από τη Διοίκηση απόφαση περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, η Ολομέλεια, με την ΣτΕ 4446/2015 απόφασή της, ακύρωσε την ως άνω παράλειψη της Διοίκησης και, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, όρισε την 21.5.2015 ως χρονικό σημείο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος και της ουσιαστικής ισχύος της πράξης που έπρεπε να εκδώσει η Διοίκηση.
Κατόπιν τούτων, με τις 2/74979/0004/26.11.2015, 2/74978/0004/ 26.11.2015, 2/74977/0004/26.11.2015 και 2/74975/0004/26.11.2015 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ τ. ΥΟΔΔ 868/27.11.2015) συγκροτήθηκαν οι επιτροπές του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 και ορίστηκαν τα μέλη εκάστης επιτροπής, αντιστοίχως, για τις φορολογικές περιφέρειες Πατρών, Θεσσαλονίκης, Πειραιώς και Αθηνών, οι οποίες είχαν συσταθεί με το άρθρο 23 της Δ6Α 1058824 ΕΞ 2014/8.4.2014 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΕΓ 865).
Ειδικότερα, με τις ανωτέρω από 26.11.2015 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίστηκε μεταξύ άλλων, ως μέλος της επιτροπής για κάθε φορολογική περιφέρεια ένας εκπρόσωπος καθεμιάς των Περιφερειών (ΟΤΑ β’ βαθμού) που εντάσσονται στις προαναφερθείσες φορολογικές περιφέρειες, κατά χωρική αρμοδιότητα αυτών.
Η επιτροπή για τη φορολογική περιφέρεια των Αθηνών, η οποία περιλαμβάνει και την Περιφέρεια Αττικής, συνέταξε την από 16.12.2015 εισήγηση, στην οποία διατυπώνεται γνώμη για την αναπροσαρμογή και των τιμών ζώνης στην Περιφέρεια Αττικής (χωρίς τον Πειραιά), όπου βρίσκεται και η επίμαχη ζώνη του Ν. Βουτζά.
Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω εισήγηση περιλαμβάνεται πίνακας μεταβολής των τιμών ζώνης (ΤΖ) στην Περιφέρεια Αττικής, στον οποίο γίνεται ομαδοποίηση των τιμών των ζωνών της εν λόγω Περιφέρειας, με βάση τις τότε ισχύουσες τιμές (από 600 έως και 8.800 ευρώ), σε εννέα κατηγορίες (ΤΖ ^ 600, 650 < ΤΖ < 1.0, 1.050 < ΤΖ < 1.500, 1.550 < ΤΖ 2.000, 2.050 < ΤΖ < 2.500 ευρώ, 2.550 < ΤΖ < 3.000, 3.050 < ΤΖ < 3.500, 3.550 < ΤΖ < 4.000, ΤΖ > 4.050 ευρώ) και προτείνεται ποσοστό οριζόντιας μεταβολής για καθεμία από τις κατηγορίες αυτές (σταθερό/χωρίς μεταβολή για την πρώτη κατηγορία, μείωση 5% για τη δεύτερη κατηγορία, μείωση 15% για την τρίτη κατηγορία, μείωση από 18% έως 20% για την τέταρτη και την πέμπτη κατηγορία, μείωση από 15% έως 18% για την έκτη κατηγορία, μείωση από 10% έως 11% για την έβδομη κατηγορία, μείωση από 1% έως 10% για την ένατη κατηγορία αντίστοιχα).

Στο’προοίμιο της παραπάνω εισήγησης αναφέρεται ότι η επιτροπή έλαβε υπόψη τα εξής στοιχεία: α) το 9261/22.05.2015 έγγραφο του Τ.Ε.Ε. για τη μέση τιμή κατασκευής για κατοικίες-διαμερίσματα χαμηλού κόστους που ανέρχεται σε 750 ευρώ/τ.μ., β) τον πίνακα ετήσιας εξέλιξης Δεικτών Τιμών Κατασκευής Νέων Κτιρίων Κατοικιών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, σύμφωνα με τον οποίο ο δείκτης συνολικού κόστους κατασκευής κατοικιών, παρά τη μείωση που σημείωσε τα τελευταία έτη, εμφανίζεται το έτος 2014 μεγαλύτερος από εκείνον του έτους 2005 και συνεπώς το κόστος κατασκευής κατοικιών το έτος 2014 είναι μεγαλύτερο από αυτόν του έτους 2005, γ) στοιχεία που συγκέντρωσε στη βάση δεδομένων της η Τράπεζα της Ελλάδας από τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας για εκτιμήσεις οικιστικών ακινήτων (κατοικίες εντός σχεδίου), για τις ετήσιες μεταβολές του δείκτη της ιστορικής χρονοσειράς κατοικιών (2005-2014), δ) στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας που αφορούν αγοραίες αξίες επαγγελματικών ακινήτων (καταστήματα), από τα οποία προκύπτουν οι «Δείκτες Επαγγελματικών Ακινήτων» για τα έτη 2010 έως 2013, τα οποία αφορούν αγοραίες αξίες και βασίζονται σε στοιχεία εκτιμήσεων και όχι αντικειμενικές αξίες, ε) στοιχεία μισθωμάτων από μισθωτήρια που έχουν δηλωθεί στο έντυπο Ε2 των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος σε συνδυασμό με τα περιγραφικά στοιχεία ακινήτων που περιέχονται στο έντυπο Ε9, στ) στοιχεία που συνέλεξαν οι Δ.Ο.Υ. από το αρχείο μεταβιβάσεων ακινήτων για το χρονικό διάστημα από 02.01.2014 έως 28.02.2015, ζ) τις εισηγήσεις των μελών της επιτροπής και η) τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών των τελευταίων ετών. Στο ΔΤΥΒ 0008680 ΕΞ 2016/26.5.2016 έγγραφο του Β’ Τμήματος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Οικονομικών προς το Δικαστήριο σημειώνεται ότι τα προαναφερόμενα στοιχεία που έλαβε υπόψη της η επιτροπή δεν περιλαμβάνονται στην εισήγησή της ούτε επισυνάπτονται σε αυτήν, αλλά είχαν περιέλθεί στην εν λόγω υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία είχε συγκεντρώσει τα στοιχεία αυτά στο πλαίσιο της ενημέρωσής της σχετικά με την πορεία των αξιών των ακινήτων και τα είχε καταγράψει σε συγκεντρωτικούς πίνακες.
Με το ίδιο έγγραφο, η παραπάνω υπηρεσία απέστειλε στο Δικαστήριο τα ως άνω στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: (α) στοιχεία μισθωμάτων ακινήτων, που συγκεντρώθηκαν μέσω των εντύπων Ε2 και Ε9, χρήσεων 2012 και 2013, προερχόμενα από την Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Γ.Γ.Δ.Ε., ταξινομημένα ανά νομό, δήμο, ζώνη, συντελεστή εμπορικότητας, (β) σημείωμα σχετικά με την μεθοδολογία συλλογής και συσχετισμού των παραπάνω στοιχείων, (γ) συγκεντρωτικός πίνακας των μεταβολών των μισθωμάτων κατοικιών και επαγγελματικών στεγών για όλη την επικράτεια, (δ) πίνακες με στοιχεία μεταβιβάσεων ακινήτων από το αρχείο μεταβιβάσεων των Δ.Ο.Υ. όλης της επικράτειας, για την περίοδο από 02.01.2014 έως 28.02.2015, στις οποίες το δηλωθέν τίμημα ήταν διαφορετικό από την αντικειμενική αξία του ακινήτου, (ε) πίνακας ομαδοποίησης των παραπάνω στοιχείων μεταβιβάσεων ακινήτων ανά νομό και Δ.Ο.Υ. και (στ) συγκεντρωτικός πίνακας με τα μέσα ποσοστά απόκλισης ανάμεσα στο δηλωθέν τίμημα και την αντικειμενική αξία ανά διοικητική περιφέρεια, σε όλη την επικράτεια.

Περαιτέρω, με το ίδιο έγγραφο η εν λόγω υπηρεσία απέστειλε στο Δικαστήριο και άλλα στοιχεία, που έθεσε υπόψη του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης [πίνακα συγκεντρωτικής παρουσίασης των προτάσεων αναπροσαρμογής των δεκατεσσάρων (14) εισηγήσεων των επιτροπών του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 ανά ομάδα τιμών ζώνης (ΤΖ < 600, 650 < ΤΖ < 1.000, 1.050 < ΤΖ < 1.500, 1.550 < ΤΖ 2.000, 2.050 < ΤΖ < 2.500. 2.550 < ΤΖ < 3.000, 3.050 < ΤΖ < 3.500, 3.550 < ΤΖ < 4.000, ΤΖ > 4.050 ευρώ), πίνακα των 33 ζωνών όλης της χώρας με τιμή ζώνης (πριν από την αναπροσαρμογή που έγινε με την προσβαλλόμενη πράξη) από 4.000 ευρώ/τ.μ. και άνω, πίνακα στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδας σχετικά με τους μέσους όρους ανά ταχυδρομικό κωδικό 58.166 εκτιμήσεων έτους 2007 και 8.537 εκτιμήσεων έτους 2014, για οικιστικά ακίνητα εντός σχεδίου, σε 334 ταχυδρομικούς κωδικούς της χώρας, πίνακα σύγκρισης μεταξύ, αφενός, των παραπάνω εκτιμήσεων της Τράπεζας της Ελλάδας, κατόπιν ομαδοποίησής τους και εξαγωγής από αυτών μέσων όρων και, αφετέρου, των μέσων όρων των αντικειμενικών τιμών ζώνης, ανά νομό και ανά ταχυδρομικό κωδικό και συγκριτικό πίνακα των προαναφερθέντων στοιχείων ανά περιφέρεια και νομό], αλλά τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από τον Υπουργό για τον καθορισμό του κανονιστικού περιεχομένου της επίδικης απόφασής του, καθόσον δεν αναφέρονται στο προοίμιό της ως ληφθέντα υπόψη από αυτόν.

15. Επειδή, τα ως άνω στοιχεία που μνημονεύονται στο προοίμιο της από 16.12.2015 εισήγησης της επιτροπής της φορολογικής περιφέρειας Αθηνών και τα οποία είχαν συγκεντρωθεί από την κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών αφορούν γενικά στις περιοχές της χώρας. Επιπλέον, η επιτροπή έλαβε υπόψη τα εν λόγω στοιχεία κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να προκύπτει ο τρόπος με τον οποίο τα επεξεργάστηκε και τα εκτίμησε, προς στήριξη της πρότασής της, η οποία αφορούσε στις τιμές ζώνης γενικά στην Περιφέρεια Αττικής, χωρίς
διατύπωση εξατομικευμένης κρίσης για τις επιμέρους ζώνες της (συμπεριλαμβανομένης της επίδικης ζώνης του Ν. Βουτζά), με παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με καθεμία ζώνη. Η πρόταση αυτή διατυπώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, μέσω πίνακα στον οποίο γίνεται ομαδοποίηση των τιμών των ζωνών της εν λόγω Περιφέρειας και προτείνεται ποσοστό μεταβολής συνολικά για τις τιμές ζώνης καθεμίας | των (εννέα) ομάδων. Ανάλογο περιεχόμενο έχουν και οι άλλες εισηγήσεις των επιτροπών του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (για τις υπόλοιπες Περιφέρειες της χώρας), οι οποίες περιέχουν πίνακες με αντίστοιχες ομάδες τιμών ζώνης (ΤΖ < 600, 650 < ΤΖ < 1.000, 1.050 < ΤΖ < 1.500, 1550 < ΤΖ < 2.000, 2.050 < ΤΖ 3.500, 3.550 < ΤΖ < 4.000, ΤΖ > 4.050 ευρώ) και πρόταση ποσοστιαίας μεταβολής των τιμών κάθε ομάδας.
Οι εισηγήσεις αυτές ελήφθησαν υπόψη από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη συλλήβδην σε οριζόντια αναπροσαρμογή των τιμών ζώνης στο σύνολο της επικράτειας, ορίζοντας τη νέα τιμή αναλόγως με το ποια ήταν η τιμή ζώνης πριν από την αναπροσαρμογή. Ειδικότερα, όσον αφορά στην επίδικη ζώνη, η τιμή της μειώθηκε από 2.500 σε 2.050 ευρώ.

16. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης για τη ζώνη του Ν. Βουτζά (Β ζώνη του πρώην Δήμου Ραφήνας) έγινε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 (παρ. 1 και 2) του ν. 1249/1982, διότι δεν προκύπτει ότι εχώρησε κατ’ εκτίμηση συγκεκριμένων στοιχείων περί της αγοραίας αξίας των ακινήτων στην επίμαχη ζώνη, που να δικαιολογούν την επίδικη κανονιστική ρύθμιση.
Το καθ’ ού Δημόσιο ισχυρίζεται ότι ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος, διότι οι αιτούντες δεν προβάλλουν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη από τη Διοίκηση και από τα οποία να προκύπτει ότι η όποια μείωση των αντικειμενικών αξιών, λόγω της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών, έπληξε την εττίμαχη περιοχή, για ειδικούς λόγους.
Ο ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως διότι για το παραδεκτό του ως άνω λόγου, με τον οποίο προβάλλεται, κατά τρόπο αρκούντως ορισμένο, παράβαση των όρων της οικείας νομοθετικής εξουσιοδότησης και, συνεπώς, της θεμελιώδους αρχής της νομιμότητας της κανονιστικής δράσης της Διοίκησης, δεν απαιτείται και επίκληση από τους αιτούντες τέτοιων στοιχείων.
Περαιτέρω, ο λόγος κρίνεται βάσιμος, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 13 και εκτέθηκαν στις σκέψεις 14 και 15, διότι ο καθορισμός της τιμής εκκίνησης της επίδικης ζώνης έγινε στο πλαίσιο συλλήβδην προσδιορισμού των τιμών εκκίνησης για τις ζώνες του συνόλου της επικράτειας, αναλόγως της τιμής που είχαν πριν από την επίδικη αναπροσαρμογή, βάσει εισήγησης της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, η οποία πρότεινε οριζόντιες ποσοστιαίες μεταβολές ανά ομάδα τιμών ζώνης γενικά των ακινήτων της Περιφέρειας Αττικής, χωρίς να εκφέρει εξατομικευμένη κρίση για τις επιμέρους ζώνες της, ειδικότερα, δε, για την επίδικη ζώνη του Ν. Βουτζά, με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων που έλαβε υπόψη της σχετικά με τη ζώνη αυτή, και χωρίς να προκύπτει η εφαρμογή (από την επιτροπή και, περαιτέρω, από τον Υπουργό) ορισμένης, οικονομετρικά άρτιας μεθοδολογίας προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 1, 4, 6, 35 και 36 και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο καθορίστηκε η τιμή εκκίνησης για τη ζώνη του Ν. Βουτζά (Β ζώνη του πρώην Δήμου Ραφήνας) Αττικής.

17. Επειδή, στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α’ του Συντάγματος ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικράτειας ανήκει η ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α’ 147) προστέθηκε παράγραφος 3β στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, η οποία ορίζει τα εξής: «Σε περίπτωση αιτήσεως
ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης.» Η διάταξη αυτή αποδίδει, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τη μνημονευθείσα συνταγματική διάταξη (βλ. ΣτΕ Ολομ. ΣτΕ 4003/2014, ΣτΕ 4446/2015).

18. Επειδή, η ισχύς της ακυρούμενης κανονιστικής ρύθμισης άρχισε την 21.5.2015 (βλ. παρ. 5 της προσβαλλόμενης .υπουργικής απόφασης) και, επομένως, η ακύρωσή της αναδρομικά, από το χρονικό αυτό σημείο, θα είχε ως συνέπεια τη μη εφαρμογή της για τον υπολογισμό των φόρων (Τ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α.) που οφείλονται για το 2016 ως προς τα ακίνητα της επίδικης ζώνης και, περαιτέρω την εφαρμογή, για το ίδιο φορολογικό έτος, της νέας ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην επίμαχη περιοχή, που υποχρεούται η Διοίκηση να θεσπίσει (βλ. ανωτέρω σκέψη 8), τηρώντας τους όρους των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, όπως ερμηνεύθηκαν στη σκέψη 13.
Ωστόσο, η εκπλήρωση από τη Διοίκηση της υποχρέωσης αυτής, η οποία είναι άδηλο εάν θα καταλήξει στη θέσπιση τιμής ζώνης διαφορετικής από την ακυρωθείσα (όπως άδηλη παρίσταται και η τυχόν διαφορά που θα προκύψει), απαιτεί ικανό χρόνο, κατά τον οποίο εγείρεται ο κίνδυνος αδυναμίας νόμιμης επιβολής και είσπραξης των σχετικών φόρων, ιδίως, δε, του ΕΝ.Φ.Ι.Α., λόγω του κενού που δημιουργείται στο οικείο κανονιστικό πλαίσιο.
Εξάλλου, ενόψει του σκεπτικού της παρούσας απόφασης, της φύσης της διαπιστωθείσας πλημμέλειας της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης, της προσβολής με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας διαφόρων άλλων ρυθμίσεων της παραγράφου 2α της επίδικης υπουργικής απόφασης, κατ’ επίκληση λόγου ακυρώσεως παρόμοιου με εκείνου που έγινε δεκτός στη σκέψη 16, και της δυνατότητας παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων περί τιμών ζώνης της ίδιας απόφασης, επ’ ευκαιρία ένδικων προσφυγών κατά ατομικών πράξεων καταλογισμού I φόρου, παρόμοιος κίνδυνος ανακύπτει γενικότερα, όσον αφορά τους φόρους επί της ακίνητης περιουσίας.

Η επέλευση του ανωτέρω κινδύνου μπορεί να παραβλάψει ουσιωδώς την εκτέλεση του κρατικού | προϋπολογισμού και να προκαλέσει νέες, σοβαρές δημοσιονομικές αβεβαιότητες, η δε αποτελεσματική αποτροπή του εν λόγω κινδύνου, χάριν των απαιτήσεων της αξιόπιστου προγραμματισμού των οικονομικών της χώρας και της δημοσιονομικής τάξης της, συνδέεται με την εφαρμογή της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης για τον υπολογισμό του Τ.Α.Π. και του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του έτους 2016, η οποία προϋποθέτει την ισχύ της κατά την 1.1.2016 [κρίσιμος χρόνος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 (παρ. 3) του ν. 2130/1983 και των άρθρων 1 (παρ. 1 και 4) και 4 (περ. Α παρ. 1 εδαφ. α) του ν. 4223/2013, αντίστοιχα]. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, κατά τη στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποδίδει μείζονα βαρύτητα στο επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, που καθίσταται ακόμα εντονότερο υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, αποτροπής του κινδύνου ουσιώδους διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους για το έτος (φορολογίας) 2016, και, συνακόλουθα, κρίνει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, ότι η ακύρωση της επίδικης ρύθμισης της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης πρέπει να μην αναδράμει στο χρόνο έναρξης ισχύος της (21.5.2015), αλλά στις 8.6.2016, χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο.
(πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 4446/2015, Ολομ. 4741/2014, Bundesverfassungsgericht Γερμανίας 23.6.2015 1 BvL 13, 14/11, σκέψεις 89-91, 17.12.2014 BvL 21/12, σκέψεις 286-292, 07.11.2006 BvL 10/02, σκέψη 203, 22.06.1995 2BvL 37/91, σκέψη 80, 25.09.1992 BvL 5, 8, 14/91, σκέψεις 101-110 και Conseil Constitutionnel Γαλλίας 20.6.2014 2014-404 QPC, σκέψη 13, 14.6.2013 2013-323 QPC, σκέψεις 10-12).
Διά ταύτα
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 1,4, 6, 35 και 36.
Απορρίπτει την αίτηση, κατά το μέρος της που έχει ασκηθεί από τους λοιπούς (97) αιτούντες, στους οποίους επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, ύψους τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Ακυρώνει, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό, την υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1009/18.1.2016 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β 48/20.1.2016), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της ζώνης Ν. Βουτζά (Β ζώνης του πρώην Δήμου Ραφήνας) Αττικής.
Ορίζει ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας απόφασης την 8.6.2016.

Διατάσσει την απόδοση του παράβολου στους αιτούντες υπ’ αριθμ.1, 4, 6, 35 και 36 και επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη τους, η ) < οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 και 28 Ιουνίου 2016 και η απόφαση όημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2016.

Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner