ΠΟΛ.1173/2018 Έκδοση στοιχείων λιανικής πώλησης για τις πωλήσεις οίνου ή προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή

ΠΟΛ 1173/2018

Θέμα: «Έκδοση στοιχείων λιανικής πώλησης για τις πωλήσεις οίνου ή προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή.»

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:
α) των παραγράφων 1238 και 11 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, Συναφείς Ρυθμίσεις και Άλλες Διατάξεις», όπως ισχύει,
β) της παραγράφου 8 της ενότητας Ε΄ του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 (Α΄ 281), «Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά», όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 107 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240),
γ) της απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1002/31.12.2014 (Β΄ 3), «Κατηγορίες οντοτήτων που απαλλάσσονται από τη χρησιμοποίηση φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών. Αναγραφή πρόσθετων στοιχείων στα εκδιδόμενα στοιχεία λιανικής πώλησης ορισμένων κατηγοριών υπηρεσιών ή αγαθών. Δήλωση διακοπής λειτουργίας φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού λόγω τεχνικού προβλήματος.»,
δ) του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) και ειδικότερα των παραγράφων 1 και 2(περιπτώσεις δ΄ και θ΄) του άρθρου 2, του άρθρου 7, των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 14 και του άρθρου 41 αυτού,
στ) της αριθμ. Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017/10.3.2017 (Β΄ 968 και 1238) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)», όπως ισχύει.

2. Την αριθμ. 1 της 20.1.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.

3. Την με αριθμ. 39/3/30.11.2017 απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 689 Υ.Ο.Δ.Δ./20.12.2017) «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.».

4. Την ανάγκη διενέργειας διασταυρωτικών ελέγχων στις αγορασθείσες και πωληθείσες ποσότητες οίνου και προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή.

5. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),

αποφασίζουμε:

1. Για τις πωλήσεις οίνου ή προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή σε ιδιώτες, εκδίδονται στοιχεία λιανικής πώλησης στα οποία, εκτός από τις ενδείξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), αναγράφονται υποχρεωτικά η ποσότητα και το είδος των παραδιδόμενων αγαθών.

Η υποχρέωση της παραγράφου αυτής είναι καθολική και καταλαμβάνει τις πωλήσεις των υπόψη αγαθών που πραγματοποιούνται από καταστήματα λιανικής πώλησης, όπως ενδεικτικά κάβες, καταστήματα εστίασης και λοιπά καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων που πραγματοποιούνται λιανικώς από τους αγρότες του κανονικού ή του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α..

2. Τα στοιχεία λιανικής πώλησης οίνου και προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή εκδίδονται υποχρεωτικά με τη χρήση φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού (Φ.Η.Μ.), κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014.

3. Δεν ισχύουν οι απαλλαγές από τη χρήση Φ.Η.Μ. που προβλέπονται με τις διατάξεις της Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1002/31.12.2014 της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 4 και της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 1, για τις υπόψη συναλλαγές.

4. Ειδικά για τις πωλήσεις των υπόψη αγαθών από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., τα σχετικά στοιχεία λιανικής πώλησης δύναται να εκδίδονται χωρίς τη χρήση Φ.Η.Μ..

5. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

6. Η απόφαση ΠΟΛ.1101/2018 (ΦΕΚ Β΄ 2102/8.6.2018) από τη δημοσίευσης της παρούσας παύει να ισχύει.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Άρειος Πάγος 288/2018 Υπερωρία – υπερεργασία – Εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο

Απόφαση 288 / 2018    

(Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 288/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου – Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: V. Q. του S., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Χαριτίδου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1757/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 15-3-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1757/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων μερών κατά της 18/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε στη συνέχεια δεκτή εν μέρει κατ’ ουσίαν και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 31.425,25 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

2. Τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημοσίας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν, όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως. Ειδικότερα: Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26.2.1975, η οποία κυρώθηκε με το ν. 133/1975, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργασίμων ημερών ή το λεγόμενο διαφορετικά πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκε ως χρονικό όριο εργασίας οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της από 29-12-80 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981, κατά τη διαδικασία του ν. 3299/55 “περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών εργατικών διαφορών εργασίας κ.λ.π.”, προκειμένου περί μισθωτών υπαγομένων στο νόμο αυτό, πλην μισθωτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, δύναται να καθιερούται σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας πέντε εργασίμων ημερών, άνευ μειώσεως του κατά περίπτωση ισχύοντος ή εφαρμοζομένου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας. Σε εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως στο σύστημα της πενθήμερης εργασίας υπήχθησαν από 28-10-83 και οι οικοδόμοι σύμφωνα με την υπ` αριθμ. 8/84 ΔΑ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25-6-84 με την ΥΑ 16080/1984. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.3.1984 (ΦΕΚ Β’ , 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του Δ.Δ. Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983 (ΑΠ 314/2017ΑΠ 864/2015). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει μεταξύ άλλων, ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας (εντός του 8/ώρου) κατά τα Σάββατα ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του 5νθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ` αρ. 904 Α.Κ.(ΑΠ 314/2017ΑΠ 864/2015). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι σε εκείνον που παρέσχε την εργασία του κατά τις Κυριακές πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη, εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την Κυριακή χωρίς χορήγηση άλλης ημέρας αναπαύσεως την εβδομάδα που ακολουθεί την Κυριακή, απαγορευμένη από τους πιο πάνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά, πέραν της προσαύξησης 75% επί του νομίμου ημερομισθίου για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή, όπως και στην περίπτωση εργασίας κατά το Σάββατο, ως έκτης ημέρας σε σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ως άνω ημέρες, υπό τις αυτές συνθήκες με τον ακύρως κατ` αυτές εργασθέντα (ΑΠ 314/2017ΑΠ 67/2015, ΑΠ 32/2013).
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1.10.2005): 1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχολήσεως. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο (άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970) διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 1317/2015).
Η στην άνω διάταξη έκφραση, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1.4.2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως εξακολουθεί να είναι το 9ωρο επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως.
Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχολήσεως, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 45 (αντί 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (ΑΠ 314/2017, ΑΠ 1409/2014)
Από την τελευταία αυτή διάταξη, του άρθρου 4 Ν. 2874/2000, σαφώς συνάγεται επίσης ότι η αξίωση αμοιβής της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Δηλαδή, μετά την ισχύ του ανωτέρω νόμου 2874/2000 ο εργαζόμενος για την παράνομη (κατ’ εξαίρεση) υπερωριακή απασχόλησή του δεν έχει πλέον δύο διακριτές αξιώσεις, όπως όριζε το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976, αλλά μία, για την θεμελίωση της οποίας δεν απαιτείται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 314/2017, ΑΠ 206/2009, ΑΠ 196/2008).
Έτσι η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο της ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 314/2017, ΑΠ 53/2015, ΑΠ 526/2013), που είναι το οκτάωρο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1914, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω Ν. 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1914 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 181/2016, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 888/2015). Πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι “ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου”, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ, αδικοπραξία (ΑΠ 518/2017, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1116/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015) Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα : << Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη ο ενάγων την 1-11-2006 από την εναγομένη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στον τομέα των σιδηροδρομικών έργων και αναλαμβάνει την εκτέλεση τεχνικών έργων σε όλη την Ελλάδα, προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης – οικοδόμος στα έργα που η εναγομένη θα εκτελούσε. Κατά την πρόσληψή του ο ενάγων, γνωστοποίησε στα αρμόδια όργανα της εργοδότριας εταιρείας την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση, δηλαδή ότι ήταν έγγαμος με μία ανήλικη και μία ενήλικη θυγατέρα ότι ήταν απόφοιτος Γυμνασίου και ότι ασκούσε το επάγγελμα του οικοδόμου από το 2004, όντας και μέλος του συνδικάτου οικοδόμων Κορίνθου από της ημερομηνίας αυτής. Αρχικά απασχολήθηκε στην τοποθέτηση νέων σιδηροδρομικών γραμμών στη γραμμή Κιάτου – Κορίνθου στο εργοτάξια του Κιάτου. Από 1-9-2007 εργάσθηκε στο εργοτάξια Μενιδίου για τη συντήρηση του εκεί υπάρχοντος σιδηροδρομικού δικτύου. Από 1-12-2007 έως 31-3-2008 εργάσθηκε στα εργοτάξια της εναγομένης στην Τρίπολη και στο Μελιγαλά και από 1-4-2008 έως την 7-5-2009 στα εργοτάξιο της εναγομένης στο σιδηροδρομικό κέντρο Θριασίου Πεδίου στον Ασπρόπυργο. Σε όλα τα εργοτάξια που απασχολήθηκε ο ενάγων παρείχε εργασία από την 7 π.μ. έως την 16.00 μ.μ. δηλαδή απασχολείτο επί 9 ώρες κατά μέσο όρο την ημέρα και 45 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ το νόμιμο εβδομαδιαία ωράριο εργασίας του ήταν 38,75 ώρες την εβδομάδα (Δ.Α.58/1985 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνικών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της χώρας). Πραγματοποιούσε έτσι πρόσθετη εργασία πέραν των 38,75 ώρες και μέχρι την 40 ώρα (ΑΚ 659) και υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως και 21 ώρες το μήνα (ν.3385/2005). Επίσης απασχολείτο επί 2 Σάββατα το μήνα επί 9 επίσης ώρες χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως. Περαιτέρω προκύπτει ότι για την εργασία του αυτή εισέπραττε ως ημερομίσθιο το ποσόν των 32 ευρώ και από 1-1-2008 38 ευρώ…Την 10-9-2008 λόγω ατυχήματος ο ενάγων απείχε από την εργασία του έως 7-1-2009 και ακολούθως από 11-2-2009 έως 7-3-2009. Κατά τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα που εργάσθηκε έως την 7-5-2009 οπότε έπαυσε να εργάζεται λόγω του ότι αναλάμβανε εργασία χρονικά αργότερα από τους άλλους συναδέλφους του. Επομένως με βάση τα ανωτέρω και τις ισχύουσες για τον κλάδο του Κλαδικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της χώρας και συγκεκριμένα τις από 6-6-2006, 21-6-2007, 18-7-2008 και από 14-7-2009 που Ισχύουν αντίστοιχα από 1-1-2006, 1-1-2007, 1-1-2008 και 1-1-2009 και κηρύχθηκαν υποχρεωτικές αντίστοιχα με τις ΥΑ 11893/5-7-2006 (ΦΕΚ 1018 Τ.Β. της 28-7-2006), 13019/4-12-2007 (ΦΕΚ 2355 Τ.Β της 11-12-2007), 69018/3228/6-10-2008 (ΦΕΚ 2137 Τ.Β. της 15-10-2008), και 27699/2250/17-9-2009 (ΦΕΚ 2078 Τ.Β. της 28-9- 2009), το ημερομίσθιο του ενάγοντος κατά την επίδικη χρονική περίοδο ως ανειδίκευτος εργάτης οικοδόμος έγγαμος, απόφοιτος Γυμνασίου και με μία τριετία ανερχόταν από 1-11-2006 στο ποσό των 43,55 ευρώ, από 1-1-2007 στο ποσό των 46,60 ευρώ, από 1-1-2008 στο ποσό των 50,10 και από 1-1-2009 στο ποσό των 55,10 ευρώ, ενώ πλέον των επιδομάτων γάμου 10%, τριετιών 5% και αποφοίτου Γυμνασίου 5% τα νόμιμα ημερομίσθια του ενάγοντος διαμορφώνονται ως εξής: από 1-11-2006 στο ποσό των 50,10 ευρώ, από 1-1-2007 στο ποσό των 55,92 ευρώ, από 1-1-2008 στο ποσό των 60,10 ευρώ και από 1-1-2009 στο ποσό των 66,12 ευρώ. Κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το συμφωνηθέν ημερομίσθιο ποσού 32 ευρώ έως 31-12- 2007 και 1-1-2008 έως την 7-5-2009, οπότε λύθηκε η εργασιακή τους σχέση, 38 ευρώ, ήτοι ημερομίσθια κατώτερα των νομίμων. Επομένως ο ενάγων δικαιούται για τα χρονικά αυτά διαστήματα τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 13.616 ευρώ. Επίσης δικαιούται να λάβει για αμοιβή πρόσθετης εργασίας (ΑΚ 659), ήτοι της πέραν των 38,75 ευρώ και μέχρι των 40 ωρών την εβδομάδα (βλ. στοιχείο ΣΤ αριθ.4 ΣΣΕ των οικοδόμων) το συνολικό ποσό των 1.240 ευρώ (ως προς τον υπολογισμό του οποίου δεν βάλλει η εναγομένη). Για αμοιβή υπερεργασίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, 5 ωρών εβδομαδιαίως και 21,5 ωρών μηνιαίως το συνολικό ποσό των 7.018 ευρώ ως προς τον ειδικότερο υπολογισμό του οποίου επίσης δεν βάλλει η εναγομένη. Για αμοιβή εργασίας δύο Σάββατα το μήνα συνολικά δικαιούται να λάβει 3.026 ευρώ. Ακολούθως προκύπτει ότι ο ενάγων δεν έλαβε τις ετήσιες άδειες αναπαύσεως του, παρά το γεγονός ότι τις ζητούσε προφορικά και δικαιούται να της λάβει και προς τούτο ενοχλούσε επανειλημμένα τους εργοταξιάρχες οι οποίοι δεν επέτρεπαν τη χορήγηση αδειών λόγω των αυξημένων εργασιακών αναγκών. Κατά συνέπεια εφόσον ο ενάγων είχε τις προϋποθέσεις λήψεως αδείας και η εναγομένη αρνείτο την χορήγησή οφείλει να του καταβάλλει τις αποδοχές αδείας ως προσαύξηση 100% πέραν των καταβλητέων καθώς και τις προκύπτουσες χρηματικές διαφορές των επιδομάτων εορτών και αδείας, συνολικού ύψους 6.525,25 ευρώ, ως προς τον ειδικότερο υπολογισμό του οποίου και πάλι δεν βάλλει η εναγομένη. Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι λόγω βλαπτικής μεταβολής της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος διεκόπη η εργασιακή του σχέση με την εργοδότρια εταιρεία. Αντίθετα προκύπτει ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στις 7-5-2009 με δήλωση του ότι θέλει να αποχωρήσει. Ειδικότερα την 10-9-2008 ο ενάγων εργαζόταν στο εργοτάξιο της εναγομένης στον Ασπρόπυργο Αττικής κατά την ώρα της παροχής της εργασίας του συνεπεία εργατικού ατυχήματος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο … όπου διεγνώσθη κάκωση κνήμης και κάταγμα περόνης, κρίθηκε δε ανίκανος προς εργασία έως 7-1-2009 οπότε επανήλθε στην εργασία του, στο εργοτάξιο Ασπροπύργου Αττικής. Εκεί απασχολήθηκε έως την 16-2-2009, οπότε έλαβε νέα αναρρωτική άδεια έως 7-3-2009….Από τα ανωτέρω δεν προέκυψε βούληση της εργοδότριας να εξαναγκάσει τον εργαζόμενό της σε παραίτηση, αντίθετα από τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι μετά το ατύχημα του ανατέθηκαν πιο ελαφριά καθήκοντα και ότι στην εργασία του προσήρχετο αργότερα και συγκεκριμένα, ενώ πριν το ατύχημα ασχολείτο με την τακτοποίηση στρωτήρων, το τρόχισμα των σιδηροτροχιών και άλλες εργασίες, μόλις επανήλθε του ανατέθηκαν καθήκοντα μεταφοράς και τακτοποίησης εργαλείων μετρήσεων και επισήμανσης με σπρέι του άξονα γραμμής. Με δεδομένο δε ότι η εργασία του οικοδόμου είναι Ιδιαίτερα επίπονη και απαιτεί δύναμη και σωματική υγεία για να ανταποκριθεί ο εργαζόμενος, τις οποίες το χρονικό διάστημα εκείνο δεν διέθετε στο βαθμό που απαιτείτο ο ενάγων, συνεπεία του ατυχήματος και της καταπονήσεως του οργανισμού του, πρέπει να σημειωθεί ότι η εργοδότρια εταιρεία δεν επέλεξε να τον απολύσει καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση, ούτε διατύπωσε κάποιο παράπονο για την απόδοση του στην Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά δήλωσε ρητά ότι επιθυμεί να συνεχίσει να τον απασχολεί. Δεν προέκυψε συνεπώς ουδεμία μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως προς το χειρότερο, ούτε μεθόδευση της παραιτήσεώς του ενάγοντα όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος…Ακολούθως και σε σχέση με το επικαλούμενο εργατικό ατύχημα και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Πράγματι την 10-9-2008 ο ενάγων κατά την εργασία του στο σιδηροδρομικό κέντρο Θριασίου Πεδίου στον Ασπρόπυργο στο εργοτάξιο της εναγομένης τεχνικής εταιρείας, υπέστη ατύχημα με συνέπεια να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο όπου διεγνώσθη κάκωση κνήμης και κάταγμα περόνης. Από την κατάθεση του Θ. Χ. υπεύθυνου του έργου στον Ασπρόπυργο Αττικής, προκύπτει ότι ο ενάγων κατά την εκτέλεση της εργασίας του παραπάτησε και χτύπησε το πόδι του στη σιδηροτροχιά. Η δήλωση ατυχήματος η οποία φέρει την υπογραφή του παθόντος και δεν αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο, αναφέρει επί λέξει “Γλίστρησα και έπεσα πάνω σε σίδερα και έπαθα κάταγμα το πόδι μου περόνη”. Η έκθεση έρευνας του τεχνικού Επιθεωρητή Σ. Α. που συνετάγη την 9-2-2009 αναφέρει ότι όπως κατέθεσαν οι 4 μάρτυρες ( 1) Θ. Χ., 2) Κ. D., 3) Τ. X. και 4) Ρ. E. ), που ο επιθεωρητής, εξέτασε κατ, ιδίαν, “ο παθών καθώς περπατούσε πάνω στους στρωτήρες όπου εδράζονται οι σιδηροδρομικές ράγες, παραπάτησε και έπεσε. Κατά την πτώση του το αριστερό πόδι προσέκρουσε σε σταθερό αντικείμενο (στρωτήρα ή μεταλλική ράγα) και υπέστη κάταγμα περόνης”….Με βάση όσα προ αναφέρθηκαν το Δικαστήριο οδηγείται στην πεποίθηση ότι πρόκειται περί τυχαίου γεγονότος για το οποίο δεν βαρύνει την εταιρεία ουδεμία αμέλεια, δεδομένου ότι δεν προέκυψε και παράβαση όρων ασφαλείας που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης ..”. Μετά από αυτά το Εφετείο, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και αντέφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και ερευνώντας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 31.425,25 ευρώ (13.616 + 1.240 + 7.018 + 3.026 + 6.525,25), στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος των 3.026 ευρώ για την προσφερόμενη εργασία του των εννιά ωρών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα τα δύο Σάββατα κάθε μήνα, χωρίς, όμως να γίνει υπολογισμός της ενάτης ώρας εργασίας του κάθε Σαββάτου ως υπερωρίας. Με την κρίση του αυτή το εφετείο, με το να μην υπολογίσει την αμοιβή της ενάτης ώρας εργασίας τα Σάββατα ως υπερωρίας, αλλά ως εργασίας εντός του νόμιμου οκτάωρου, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 435/1976, 6 της από 14.2.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και 4 του ν. 2874/2000. Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 657 ΑΚ, ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωση του για το μισθό, αν ύστερα από 10ήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργασθεί για σπουδαίο λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του και κατά τη διάταξη του άρθρου 658 του ίδιου κώδικα, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο η αξίωση για το μισθό σε περίπτωση εμποδίου, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, αν το εμπόδιο εμφανίστηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως και το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της αποχής του μισθωτού από την εργασία του για σπουδαίο λόγο, όπως είναι η ασθένεια αυτού, ο μισθωτός διατηρεί την αξίωση του προς καταβολή των νομίμων αποδοχών του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, εάν το κώλυμα παροχής εργασίας, λόγω ασθένειας, επήλθε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως, επί μισό δε μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 791/2011). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ και σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι με βάση και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 308/2017, ΑΠ. 875/2013). Ως “αίτηση”, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, (αίτηση δηλ. που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης), με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή, κάθε ένδικο μέσο (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 288/2017, ΑΠ 209/2017), Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, εκτός των άλλων, με την αγωγή του ζήτησε κατά τις διατάξεις των άρθρων 657-658 του ΑΚ την καταβολή των νομίμων αποδοχών του για τα χρονικά διαστήματα από 11-09-2008 έως 11-10-2008 και από 16-02-2009 έως 07-03-2009, λόγω της αποχής του από την εργασία του για σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και ειδικότερα λόγω του σοβαρού τραυματισμού του ποδιού του που συνέβη κατά την εργασία του στην αναιρεσίβλητη την 10-9-2008 (έχοντας ήδη συμπληρώσει πλέον του έτους συνεχή εργασία από τη πρόσληψή του στην αναιρεσίβλητη) και λόγω της ασθένειάς του που ήταν απότοκος του τραυματισμού του, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 9.634 ευρώ. Επί του αιτήματος αυτού το Εφετείο, στο οποίο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ο αναιρεσείων επανέφερε το αίτημα, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ουδέν διέλαβε. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατ` ορθή δε εκτίμηση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
4. Μετά από αυτά πρέπει, κατά παραδοχή των δύο λόγων αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αφορά τις αιτούμενες, από την αναιρεσίβλητη, με την αγωγή αποδοχές υπερωριών τα Σάββατα καθώς και κατά το μέρος της με το οποίο άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα, περί καταβολής αποδοχών κατά τις διατάξεις των άρθρων 657-658 ΑΚ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και πριν την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1757/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τους ως άνω λόγους (από τον αριθμό 1 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ)..

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1175/2018 Μη επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης σε ποσά που χορηγήθηκαν ως έκτακτη παροχή στους δικαστικούς λειτουργούς και αφορούν τα έτη 2003 – 2007

ΠΟΛ 1175/2018

ΘΕΜΑ: Μη επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης σε ποσά που χορηγήθηκαν ως έκτακτη παροχή στους δικαστικούς λειτουργούς και αφορούν τα έτη 2003 – 2007.

Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, επιβάλλεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων, που προέκυψαν κατά τις διαχειριστικές χρήσεις 2010 έως και 2014 και δηλώνονται με τις δηλώσεις των αντίστοιχων οικονομικών ετών 2011-2015, ενώ με το άρθρο 52 του ν. 4305/2014 ορίστηκε ότι η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, επιβάλλεται και στα εισοδήματα που αποκτώνται κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016.

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007 ορίζεται ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται το ύψος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι όροι καταβολής έκτακτης παροχής προς τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους, όλων των βαθμίδων. Η έκτακτη αυτή παροχή θα καταβληθεί τμηματικά σε μια πενταετία και θα υπολογιστεί με βάση μηνιαίο βασικό μισθό των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, ύψους 4.072 ευρώ για το πρώτο και 3.994 ευρώ για τα λοιπά έτη και τους συντελεστές, τις προσαυξήσεις και τα χρονοεπιδόματα των μηνιαίων βασικών μισθών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ανά βαθμό, όπως ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 29 (παρ. 1), 30 (παρ. Α1 και Β), 31, 32 και 33 (παρ. Α1, Β και Γ) του ν. 3205/ 2003. Η παροχή αυτή φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 25%, δεν υπόκειται σε καμία άλλη κράτηση και είναι ανεξάρτητη από το εκάστοτε ισχύον ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών. Η καταβολή της ανωτέρω παροχής ουδεμία αξίωση μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος των ασφαλιστικών οργανισμών επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας.

3. Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007, εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/1601/0022/2008 (Β’149) των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης «Καταβολή έκτακτης παροχής στους δικαστικούς λειτουργούς, στα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμίδων», με την οποία, μεταξύ άλλων, ορίστηκαν οι δόσεις καταβολής της έκτακτης παροχής στους δικαιούχους ως εξής:

Η 1η δόση το βραδύτερο μέχρι 31.1.2008 για τους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 22.2.2008 για τους συνταξιούχους, η 2η την 5.5.2008, η 3η την 1.7.2009, η 4η την 1.7.2010 και τέλος η 5η δόση την 1.7.2011.

Στην συνέχεια με την ΥΑ 2/38031/0022/2010 (Β’898) τροποποιήθηκε η πιο πάνω ΚΥΑ και μετατέθηκε η τέταρτη και πέμπτη δόση ως εξής:
Για τους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς α) Η τέταρτη (4η) δόση την 1.11.2012, β) Η πέμπτη (5η) δόση την 1.11.2013. και για τους συνταξιούχους
α) Η τέταρτη (4η) δόση με την σύνταξη του Νοεμβρίου 2012, β) Η πέμπτη (5η) δόση με τη σύνταξη του Νοεμβρίου 2013.

Κατόπιν, με την υποπαράγραφο Γ.1 εδάφιο 39 του ν. 4093/2012 (Α’ 222), ορίστηκε ότι η καταβολή των δύο τελευταίων δόσεων της έκτακτης παροχής θα πραγματοποιηθεί ως εξής:
α) Η τέταρτη (4η) δόση τον Μάρτιο του 2013, β) Η πέμπτη (5η) δόση τον Μάρτιο του 2014, γ) Η πέμπτη (5η) δόση για τους συνταξιούχους τον Νοέμβριο του 2014.

Εν τέλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4109/2013, η καταβολή των δύο τελευταίων δόσεων της έκτακτης παροχής στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, πραγματοποιήθηκε ως εξής: α) Η τέταρτη (4η) δόση έως την 31η Ιανουαρίου του 2013, β) Η πέμπτη (5η) δόση το Μάρτιο του 2014, γ) Η πέμπτη (5η) δόση για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους θα καταβληθεί το Νοέμβριο του 2014.

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, τελικά τα ποσά καταβλήθηκαν κατά τα έτη 2008, 2009, 2013 και 2014 και περιλήφθηκαν στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων που υποβλήθηκαν τα έτη 2009, 2010, 2014 και 2015.

4. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν. 2238/1994 (προηγούμενος ΚΦΕ), όπως ισχύαν μετά την τροποποίησή τους με την περίπτωση β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 3842/2010 για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2010 και μετά, οριζόταν ότι ειδικά, προκειμένου για αποδοχές και συντάξεις, που καταβάλλονται σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησής τους δύναται να θεωρείται και ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους. Σε περίπτωση επιλογής φορολόγησης κατά το χρόνο είσπραξής τους εφαρμόζονταν οι διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994. Το εδάφιο που αντικαταστάθηκε και συνεπώς ίσχυε κατά τα κρινόμενα έτη 2008 και 2009, είχε ως εξής: «Ειδικά, προκειμένου για αποδοχές και συντάξεις, που καταβάλλονται σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησης τους θεωρείται ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους.»

5. Συνεπώς, όταν άρχισαν να καταβάλλονται αυτά τα εισοδήματα κατά το έτος 2008, όπου ίσχυε η προγενέστερη μορφή του εδαφίου αυτού, έπρεπε να είχαν δηλωθεί στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των ετών που εισπράχθηκαν. Εξάλλου, πρόκειται για αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα που διέπονται από ειδικές διατάξεις, για τα οποία δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994, οι οποίες προέβλεπαν ότι «δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από τις κάθε είδους καθαρές αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές, αποζημιώσεις και συντάξεις που καταβάλλονται αναδρομικά, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, σε μισθωτούς ή συνταξιούχους με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, καθώς και από δεδουλευμένες καθαρές αποδοχές που εισπράττει καθυστερημένα ο δικαιούχος, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, λόγω έκδηλης οικονομικής αδυναμίας του εργοδότη του και εφόσον έγινε επίσχεση της εργασίας από τους μισθωτούς ή αν ο εργοδότης κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης».

6. Επομένως, οι φορολογούμενοι ορθώς ανέγραψαν, ως όφειλαν, τα ποσά των εισπραχθέντων δόσεων, αναγράφοντας ως αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα, στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των ετών που εισπράχθηκαν, παρόλο ότι πρόκειται για εισόδημα που προέκυψε τα έτη 2003 – 2007. Αυτό όμως είχε ως συνέπεια κατά την εκκαθάριση των φορολογικών τους δηλώσεων του οικονομικού έτους 2014 (χρήση 2013) και του φορολογικού έτους 2014 (χρήση 2014), να υπολογιστεί αυτόματα και για αυτά τα ποσά η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, όπως εξάλλου ήταν ρυθμισμένο κατά κανόνα να συμβαίνει στην εφαρμογή εκκαθάρισης των φορολογικών δηλώσεων των ετών εκείνων, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι ειδικές διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007.

7. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. ΣτΕ 295/2017 (Τμ. Β’ – 7μ.) Απόφαση κρίθηκε ότι «…η ως άνω έκτακτη παροχή, η οποία προβλέφθηκε να εξοφληθεί στις προμνημονευθείσες πέντε δόσεις, έχει τον χαρακτήρα αναδρομικών αποδοχών των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση του λειτουργήματός τους. Επομένως, ανεξάρτητα από το πότε εισπράττεται η κάθε δόση, ανάγεται πάντως στο χρονικό διάστημα από 1.1.2003-31.12.2007 (εξ ου άλλωστε και υπολογίζεται με βάση το βασικό μισθό/συνταξιοδοτική κλίμακα καθενός στο χρονικό διάστημα από 1.1.2003-31.12.2007, χορηγείται μόνον κατόπιν υποβολής υπευθύνου δηλώσεως περί παραιτήσεως από κάθε άλλη αξίωση για το εν λόγω διάστημα κ.λπ.) (110, 261/2016 αποφάσεις Ειδικού Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 Συντάγματος). Άλλωστε, ο νομοθέτης δεν όρισε την εν λόγω έκτακτη παροχή της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3620/2007 ως φορολογητέο εισόδημα των χρήσεων κατά τις οποίες εισπράττονται οι παραπάνω δόσεις (πρβλ. ΣτΕ 974, 1783, 4040, 4350/1995, 2605, 5988/1996 κ.ά.). Συνεπώς, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο εισπράχθηκε, δεν πρόκειται, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται στη σκέψη 5, για εισόδημα που προέκυψε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, κατά το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) και δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο και βάση επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που προβλέπεται από αυτήν…».

8. Μετά από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και σε συμμόρφωση με την υπ’ αριθμ. 295/2017 (Τμ. Β’ – 7μ.) απόφαση του ΣτΕ,, σας γνωρίζουμε ότι τα ποσά που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 2013 και 2014 στους δικαστικούς λειτουργούς ως έκτακτη παροχή της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007, τα οποία αφορούν έτη πριν από το έτος έναρξης επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 (έτη 2003 – 2007), δεν υπάγονται σε αυτήν, ακόμη κι αν εισπράχθηκαν και περιλήφθηκαν σε φορολογικές δηλώσεις μεταγενέστερων ετών, στων οποίων τα εισοδήματα είχε αρχίσει να επιβάλλεται η ειδική εισφορά αλληλεγγύης.

9. Τα παραπάνω ισχύουν χωρίς να εξετάζεται η εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής, καθόσον οι φορολογούμενοι δεν ανακαλούν φορολογητέα ύλη. Άλλωστε, με την ΠΟΛ.1114/22.7.2016 εγκύκλιο, με την οποία έγινε αποδεκτή η υπ’ αριθμ. 14/2016 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η τροποποιητική δήλωση του άρθρου 19 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) περιλαμβάνει τόσο τη συμπληρωματική όσο και την ανακλητική δήλωση των άρθρων 62 παρ.1 και 61 παρ.4 του ν.2238/1994 και ότι η προθεσμία για την υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης του άρθρου 19 του ν.4174/2013 εφαρμόζεται μόνο όταν αυτή λειτουργεί ως ανακλητική. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πραγματοποιείται ούτε συμπλήρωση φορολογητέου εισοδήματος, καθόσον δεν αλλάζει κανένα από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις δηλώσεις των φορολογούμενων, το εισόδημά τους παραμένει ίδιο, απλώς επαναυπολογίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση εισφορά για αυτό.

10. Οι φορολογούμενοι που εμπίπτουν στην πιο πάνω περίπτωση, δύνανται να προσέλθουν στις Δ.Ο.Υ., το αργότερο μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2018 και με έγγραφο αίτημά τους να ζητήσουν τη διαγραφή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που υπολογίστηκε πάνω στη πιο πάνω έκτακτη παροχή για τα έτη 2013 και 2014. Η ικανοποίηση του εγγράφου αιτήματος των δικαστικών λειτουργών θα πραγματοποιηθεί με υποβολή τροποποιητικής δήλωσης από τις Δ.Ο.Υ., διαγράφοντας τα συμπληρωμένα ποσά που αφορούν στα συγκεκριμένα εισοδήματα από τους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1 και μεταφέροντάς τα στους κωδικούς 657-658 της δήλωσης, τα ποσά των οποίων δεν προσμετρούνται στον υπολογισμό της εισφοράς. Κατόπιν εκδίδεται από τις Δ.Ο.Υ. νέα πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου (εκκαθαριστικό σημείωμα), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ΚΦΔ, η οποία δεν θα περιλαμβάνει εισφορά για τα εισοδήματα της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007, χωρίς την επιβολή κυρώσεων, εφόσον το αίτημα υποβληθεί μέχρι την πιο πάνω προθεσμία.

11. Το αίτημα πρέπει να συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση με την οποία θα βεβαιώνει ο φορολογούμενος ότι δεν έχει ασκηθεί ενδικοφανής ή δικαστική προσφυγή. Ως προς την αντιμετώπιση εκκρεμών υποθέσεων, ισχύουν τα ακόλουθα:
α) Αν έχει ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή που εκκρεμεί, η Δ.Ο.Υ. ακολουθεί την παραπάνω διαδικασία, εφόσον υποβληθεί από τον φορολογούμενο δήλωση παραίτησης από την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή.
β) Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα δικαστική προσφυγή που εκκρεμεί, η Δ.Ο.Υ. επίσης ακολουθεί την παραπάνω διαδικασία, εφόσον ο φορολογούμενος προσκομίσει δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και από το δικαίωμα της εκκρεμούς δικαστικής προσφυγής του ως προς όλα τα κεφάλαια και αιτήματά της, η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΑΑΔΕ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 61 του ν. 4559/2018 (ΦΕΚ 142/τ. Α’/03-08-2018) «Διατάξεις για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών»

Με την παρούσα σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 61 του ν. 4559/2018 (ΦΕΚ 142/τ. Α’/03-08-2018) «Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιόνιο Πανεπιστήμιο και άλλες διατάξεις» με τον οποίο τροποποιήθηκαν τα άρθρα 2, 9 και 15 του ν. 4469/2017 (ΦΕΚ 62/τ. Α΄/03-5-2017), «Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις».
Για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Η παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 4559/2018 (ΦΕΚ 142/τ. Α’/03-08-2018) τροποποίησε την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 (ΦΕΚ 62/τ. Α΄/03-5-2017) περιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής του νόμου καθώς εφεξής οι αθλητικές ανώνυμες εταιρείες δεν έχουν το δικαίωμα υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.
Συνεπώς, με την τελευταία πρόβλεψη δεν μπορούν να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό:
 Πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών αυτών που λειτουργούν στην Ελλάδα
 Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες, Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων και οι διαχειριστές αυτών
 Ασφαλιστικές εταιρείες
 Αθλητικές ανώνυμες εταιρείες
 Φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν υποβάλλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του Ν.4307/2014 ή του Ν.3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), εκτός εάν υπάρχει έγκυρη παραίτηση τους από τις εν λόγω διαδικασίες μέχρι την ημερομηνία υποβολή της αίτησης στον εξωδικαστικό μηχανισμό ή για τα οποία έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής σε μία από τις ανωτέρω διαδικασίες ή έχει συζητηθεί η αίτηση και εκκρεμεί η έκδοση της δικαστικής απόφασης
 Επιχειρήσεις με διακοπή εργασιών ή νομικά πρόσωπα που βρίσκονται σε διαδικασία λύσης και εκκαθάρισης εκτός εάν γίνει επανέναρξη εργασιών φυσικού προσώπου ή αναβίωση του νομικού προσώπου πριν από την υποβολή της αίτησης
 Φυσικά πρόσωπα ή υπεύθυνοι νομικών προσώπων που έχουν καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για φοροδιαφυγή, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υπεξαίρεση, πλαστογραφία κ.λ.π..
Περαιτέρω, με την τροποποίηση της παρ. 21 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 «Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης» οι ανωτέρω οφειλέτες που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 2 του 3 ν. 4469/2017 όπως τροποποιήθηκε έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση όταν συντρέχουν τα ακόλουθα στο σύνολο τους ή μεμονωμένα:
α) οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές υπολείπονται του ποσού των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000€)
β) πρόκειται για αθλητικές ανώνυμες εταιρείες
γ) οι απαιτήσεις ενός πιστωτή υπερβαίνουν ποσοστό 85% των συνολικών απαιτήσεων κατά του οφειλέτη (διμερείς διαπραγματεύσεις)
δ) αποτελούν φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013), αλλά δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα.

2. ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ
Όπως είναι ήδη γνωστό, οι πιστωτές και ο οφειλέτης μπορούν να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ακολουθώντας συγκεκριμένους υποχρεωτικούς κανόνες. Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 61 του ν.4559/2018 τροποποιήθηκαν οι περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 4469/2017 που αφορούν τον υποχρεωτικό κανόνα της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών και συνοφειλετών στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, βάσει του άρθρου 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Πιο συγκεκριμένα, για την εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες κατάταξης απαιτήσεων πιστωτών, όπως αυτοί ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στη διαδικασία αναδιάρθρωσης οφειλών, ανεξάρτητα από το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης ή επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση. Τυχόν υπερπρονόμια που αναγνωρίζονταν στο Δημόσιο στη βάση προϊσχυουσών διατάξεων δεν λαμβάνονται υπόψη.
Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4559/2017 προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 «Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης» με τo οποίo ορίζεται ότι κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω υποχρεωτικών κανόνων, ο αριθμός και το ύψος των δόσεων καταβολής του ποσού που προσδιορίζεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο καθορίζονται με κριτήριο:
 τη μηνιαία δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη
 τη μέγιστη διάρκεια της ρύθμισης και
 τον υπολογισμό της καθαρής παρούσας αξίας
 Στην περίπτωση που υπάρχουν ιδιώτες πιστωτές, αν η ρύθμιση ως προς τους τελευταίους έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τη μέγιστη διάρκεια της ρύθμισης ως προς το Δημόσιο, δηλαδή δέκα (10) χρόνια όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, τότε οι υποχρεωτικοί κανόνες του άρθρου 9 του ιδίου νόμου εφαρμόζονται αναφορικά με την καθαρή παρούσα αξία των καταβολών που πραγματοποιούνται κατά τη μεγίστη διάρκεια της ρύθμισης ως προς το Δημόσιο.

Σας επισημαίνουμε ότι όλοι οι πιστωτές δεν ακολουθούν την ίδια χρονική περίοδο αποπληρωμής, καθώς η μέγιστη διάρκεια αποπληρωμής για το Δημόσιο ορίζεται σε εκατόν είκοσι (120) δόσεις κατ’ ανώτατο όριο, ενώ οι ιδιώτες πιστωτές είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν μεγαλύτερο ή/και μικρότερο διάστημα αποπληρωμής των οφειλών προς αυτούς.
Με την τροποποίηση του νόμου ο έλεγχος της τήρησης των υποχρεωτικών κανόνων:
i. περί της μη χειροτέρευσης της θέσης όλων των πιστωτών και
ii. της σύμμετρης διανομής σε όλους τους πιστωτές
σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιείται επί της καθαρής παρούσας αξίας των καταβολών της μέγιστης διάρκειας σύμβασης για το Δημόσιο, δηλαδή της πρώτης δεκαετίας ισχύος της σύμβασης.

Συνεπώς, τα ποσά και άλλα ανταλλάγματα που απομένουν προς διανομή μετά την κατά προτεραιότητα διανομή ποσών και άλλων ανταλλαγμάτων, διανέμονται συμμέτρως σε όλους τους πιστωτές κατά το μέρος των εναπομεινασών ανεξόφλητων απαιτήσεων τους και η διαθέσιμη ικανότητα αποπληρωμής επιμερίζεται σε όρους καθαρής παρούσας αξίας συμμέτρως με την ως άνω ανεξόφλητη οφειλή μεταξύ των πιστωτών που συμμετέχουν σε κάθε χρονική περίοδο.

3. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 61 του ν. 4559/2018, οι ανωτέρω τροποποιήσεις των υποχρεωτικών κανόνων της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 έχουν εφαρμογή και στις αιτήσεις που βρίσκονται σε εκκρεμότητα κατά την έναρξη ισχύος του νόμου.

 

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1162/2018 Υποβολή Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου

ΠΟΛ 1162/2018

ΘΕΜΑ: «Υποβολή Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου».

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:
α) της παραγράφου 4 του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 (Α’ 170), περί παροχής πληροφοριών από τρίτους, όπως ισχύουν,
β) του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 (Α 94) και ειδικότερα του άρθρου 7, της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και του άρθρου 41 αυτού, όπως ισχύουν,
γ) της αριθ. Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017 (Β’ 968 και Β’ 1238) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)» όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει.

2. Την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (Β’ 130 και Β’ 372) κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαραγράφου α’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

3. Την αριθ. 1/20.01.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016 και την αριθ. 39/3/30.11.2017 (Υ.Ο.Δ.Δ. 689) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.».

4. Την ΠΟΛ.1013/7.1.2014 (Β’ 32) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει με τις ΠΟΛ.1038/31.1.2014 (Β’ 185), ΠΟΛ.1027/22.1.2015 (Β’ 294) και ΠΟΛ.1028/23.1.2015 (Β’ 294) αποφάσεις Γ.Γ.Δ.Ε.

5. Την ανάγκη βελτίωσης και εναρμόνισης της εφαρμογής για την υποβολή της Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης με τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016 (Α’ 240).

6. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Υπόχρεοι υποβολής «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας»

1. Οι εκμισθωτές ακίνητης περιουσίας υποχρεούνται να δηλώνουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία των αρχικών ή τροποποιητικών μισθώσεων, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την έναρξη της μίσθωσης ή την ημερομηνία που λαμβάνει χώρα η τροποποίησή της, ανεξάρτητα αν πρόκειται για γραπτή ή προφορική συμφωνία. Σε περίπτωση λύσης της μίσθωσης, ο εκμισθωτής δύναται να δηλώνει τη λύση της μίσθωσης μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την λύση. Η δυνατότητα του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται για μισθώσεις που λύνονται μετά την 1.10.2018.

2. Οι εκμισθωτές (κύριος ή επικαρπωτής) εφόσον εκμισθώνουν ακίνητο με δικαίωμα υπεκμίσθωσης για σκοπούς Βραχυχρόνιας Διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016, υποχρεούνται σε υποβολή της «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας».

3. Έγγραφες ή προφορικές συμφωνίες βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτου, που δεν συνάπτονται μέσω ψηφιακών πλατφόρμων, υποβάλλονται ηλεκτρονικά σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας.

4.α. Η «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» στις περιπτώσεις συνιδιοκτησίας υποβάλλεται από έναν εκ των συνιδιοκτητών. Μετά την οριστικοποίηση της υποβολής το αποδεικτικό υποβολής επέχει θέση δήλωσης και για τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Σε περίπτωση μη αποδοχής των στοιχείων της μίσθωσης από κάποιον εκ των συνιδιοκτητών, απαιτείται, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, να επιλεγεί το ειδικό πεδίο μη αποδοχής και να αναγραφούν οι λόγοι μη αποδοχής.
β. Όταν εκμισθώνεται ή υπεκμισθώνεται ακίνητο με δικαίωμα υπεκμίσθωσης για σκοπούς Βραχυχρόνιας Διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016 και υπάρχουν περισσότεροι του ενός ιδιοκτήτες ή υπεκμισθωτές, κατά περίπτωση, η «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» υποβάλλεται από έναν εκ των ιδιοκτητών ή υπεκμισθωτών του ακινήτου, αντίστοιχα. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα εδάφια β’ και γ’ της προηγούμενης περίπτωσης.

Άρθρο 2
Μη υπόχρεοι σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας»

1. Οι εκμισθωτές αγροτικών εκτάσεων δεν υποχρεούνται σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας», εφόσον το μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα (80) ευρώ.

2. Οι Φορείς Κεντρικής Διοίκησης (ή Δημοσίου ή Κράτους), όπως αυτοί ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, δεν υποχρεούνται σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας».

3. Δεν υποχρεούνται σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις που συνάπτονται στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 111 του ν. 4446/2016 οι «Διαχειριστές Ακινήτων Βραχυχρόνιας Μίσθωσης», ανεξαρτήτως εάν έχουν την ιδιότητα του εκμισθωτή, υπεκμισθωτή ή τρίτου που λειτουργεί ως «Διαχειριστής Ακινήτου», σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 1 της ΠΟΛ.1187/2017 (Β’ 4232) απόφασης του Διοικητή Α.Α.Δ.Ε. σχετικά με τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας ακινήτου, εφόσον ένας εκ των συνιδιοκτητών ορίζεται ως «Διαχειριστής Ακινήτου», δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης ούτε οι λοιποί συνιδιοκτήτες.

Άρθρο 3
Διαδικασία υποβολής της «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.)

1. Οι δηλώσεις των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης υποβάλλονται με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτυακής εφαρμογής της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) στο δικτυακό τόπο www.aade.gr.

2. Οι υπόχρεοι που είναι νέοι χρήστες εγγράφονται στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες TAXISnet σύμφωνα με όσα ορίζονται στην με αριθμό ΠΟΛ.1178/7.12.2010 (Β’ 1916) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η διαδικασία αυτή δεν απαιτείται για τους ήδη πιστοποιημένους χρήστες σε οποιαδήποτε εφαρμογή.

3. Ως ημερομηνία υποβολής της δήλωσης θεωρείται η ημερομηνία οριστικής καταχώρησης αυτής στο σύστημα, με αυτόματη απόδοση στον υπόχρεο εκμισθωτή μοναδικού αριθμού καταχώρησης.

4. Για την υποβολή της δήλωσης απαιτείται η συμπλήρωση της οικείας εφαρμογής ηλεκτρονικής υποβολής των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, η οποία υπάρχει στον διαδικτυακό τόπο www.aade.gr.

5. Σε περίπτωση που κατά την καταληκτική ημερομηνία εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης, υπάρχει τεχνική αδυναμία ολοκλήρωσης της υποβολής, τότε ο εκμισθωτής επικοινωνεί με το Κέντρο Εξυπηρέτησης Φορολογουμένων της Διεύθυνσης Υποστήριξης Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών (ΔΥΠΗΛΥ) της Α.Α.Δ.Ε. και καταγράφεται το αίτημα του και τα στοιχεία του, προκειμένου να ολοκληρωθεί η ηλεκτρονική υποβολή έστω και ετεροχρονισμένα. Σε περίπτωση της αποδεδειγμένης ως άνω αδυναμίας ενημερώνεται η αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη μη υπαιτιότητα του φορολογούμενου για την εκπρόθεσμη ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης.

6. Σε όσες περιπτώσεις είναι αδύνατη η ηλεκτρονική υποβολή, κατά τα ανωτέρω, και η δήλωση υποβάλλεται για λογαριασμό του εκμισθωτή, από κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομιάς, εκκαθαριστή κληρονομιάς διορισμένο από το δικαστήριο, εκτελεστή διαθήκης που διορίστηκε από το δικαστήριο ή από τη Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων, σύνδικο πτώχευσης σε περίπτωση πτώχευσης, προσωρινό διαχειριστή σε περίπτωση επιδικίας, μεσεγγυούχο σε περίπτωση μεσεγγύησης, επίτροπο ή κηδεμόνα ή δικαστικό συμπαραστάτη σε περίπτωση που ιδιοκτήτης ακινήτου είναι ανήλικο τέκνο ή άτομο σε δικαστική συμπαράσταση, η υποβολή της δήλωσης γίνεται χειρόγραφα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας του εκμισθωτή με το ειδικό έντυπο δήλωσης όπως το συνημμένο «ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ Ι».
Η ως άνω «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» παραλαμβάνεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και καταχωρείται σε χειρόγραφο βιβλίο.

Άρθρο 4
Υποβαλλόμενα πληροφοριακά στοιχεία μίσθωσης ακίνητης περιουσίας και αποδεικτικό στοιχείο υποβολής

1. Η ηλεκτρονική φόρμα υποβολής των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, περιλαμβάνει τις παρακάτω γενικές κατηγορίες πληροφοριών:
– Στοιχεία εκμισθωτών
– Στοιχεία μισθωτών
Ο ΑΦΜ του μισθωτή, σε περίπτωση φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, φορολογικών κατοίκων Ελλάδας. Σε περίπτωση φυσικών προσώπων φορολογικών κατοίκων αλλοδαπής, ο ΑΦΜ του μισθωτή, εφόσον υφίσταται ή ο αριθμός διαβατηρίου ή ταυτότητας ή οποιοδήποτε άλλο νομιμοποιητικό έγγραφο. Σε περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων φορολογικών κατοίκων αλλοδαπής χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, ο ΑΦΜ του μισθωτή, εφόσον υφίσταται, ή τα πλήρη στοιχεία του (επωνυμία, ταχυδρομική διεύθυνση, χώρα φορολογικής κατοικίας).
– Στοιχεία μίσθωσης
– Στοιχεία ακινήτου
– Στοιχεία Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (Π.Ε.Α).
Η υποβολή της δήλωσης ολοκληρώνεται με την καταχώρηση των αντίστοιχων ανά κατηγορία υποχρεωτικών πληροφοριακών πεδίων.

2. Μετά την οριστικοποίηση υποβολής της δήλωσης, εκτυπώνεται «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ» (ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ II) η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των πληροφοριών που καταχώρησε ο χρήστης και η οποία αποτελεί αποδεικτικό υποβολής των πληροφοριακών στοιχείων της μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, την οποία δύναται να προσκομίζει σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Άρθρο 5
Κυρώσεις

1. Όσοι υποχρεούνται και δεν δηλώνουν τα στοιχεία των μισθώσεων ή τα δηλώνουν εκπρόθεσμα, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 4174/2013.

2. Για τις περιπτώσεις υποβολής εκπρόθεσμης «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας», θα αποστέλλονται από τη Δ.ΗΛΕ.Δ. προς τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. συγκεντρωτικές καταστάσεις με τα στοιχεία των υπόχρεων εκμισθωτών που υπέβαλαν εκπρόθεσμα μέσα στον προηγούμενο μήνα τα πληροφοριακά στοιχεία μίσθωσης ακίνητης περιουσίας. Με βάση τις καταστάσεις αυτές οι Δ.Ο.Υ. θα βεβαιώνουν στον υπόχρεο εκμισθωτή τα προβλεπόμενα πρόστιμα του ν. 4174/2013.
Στις ανωτέρω καταστάσεις δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία των υπόχρεων που υπέβαλαν ετεροχρονισμένα τη «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» λόγω αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας.

3. Δεν επιβάλλονται κυρώσεις και σε όσους εκμισθωτές υποβάλλουν, υποχρεωτικά, εκ νέου «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας», για τις περιπτώσεις που ο υπεκμισθωτής του ακινήτου επιθυμεί την εγγραφή του ακινήτου αυτού στο «Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής».

Άρθρο 6
Λοιποί υπόχρεοι

1. Όσα ανωτέρω αναφέρονται για την υποβολή πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις υπεκμίσθωσης αυτής, περιλαμβανομένης και της υπεκμίσθωσης ακινήτων όπου παραχωρείται το δικαίωμα υπεκμίσθωσης για σκοπούς Βραχυχρόνιας Διαμονής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016.
Επίσης εφαρμόζονται στην περίπτωση παραχώρησης χρήσης ακίνητης περιουσίας (δωρεάν παραχώρηση) με εξαίρεση τα πρόσωπα που απαλλάσσονται του φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του ν. 4172/2013 (Α’ 167).

2. Σε περίπτωση εκμίσθωσης κοινόχρηστων χώρων, η «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» υποβάλλεται από έναν εκ των συνιδιοκτητών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4α του άρθρου 1 της παρούσας.

Άρθρο 7
Ενημέρωση συμβαλλομένων

Με την οριστικοποίηση της υποβολής, τα πρόσωπα που συμβάλλονται στη μίσθωση, θα ενημερώνονται με μήνυμα στα εισερχόμενα μηνύματα του λογαριασμού τους στο TAXISnet, αφού εισέλθουν με τη χρήση των προσωπικών τους κωδικών πρόσβασης στο TAXISnet.
Ο κάθε μισθωτής ανατρέχει στην υποβληθείσα δήλωση και προβαίνει στην ηλεκτρονική αποδοχή ή μη της δήλωσης. Στην περίπτωση μη αποδοχής, συμπληρώνονται οι λόγοι μη αποδοχής σε ειδικό πεδίο.

Άρθρο 8
Έλεγχος Ενημέρωση Δ.Ο.Υ.

Οι Δ.Ο.Υ. ενημερώνονται μέσω της αντίστοιχης εφαρμογής που έχει υλοποιήσει η Δ.ΗΛΕ.Δ. αμέσως μετά την οριστική υποβολή της «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» και έχουν τη δυνατότητα ανάκτησης και εκτύπωσης της υποβληθείσας δήλωσης.

Άρθρο 9
Λοιπά θέματα-Έναρξη ισχύος

1. Με την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργείται η ΠΟΛ.1013/7.1.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

2. Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθμ. ΔΑΠΔΕΠ/Φ.2 /35/οικ.18485/2018 Καθορισμός του χρονικού διαστήματος διενέργειας της αξιολόγησης για την αξιολογική περίοδο του έτους 2017 και των επιμέρους φάσεων αυτής. Καθορισμός της μορφής και του περιεχομένου του ανώνυμου ερωτηματολογίου αξιολόγησης των προϊσταμένων από τους υφισταμένους

Αριθμ. ΔΑΠΔΕΠ/Φ.2 /35/οικ.18485/22-05-2018

(ΦΕΚ Β’ 1882/24-05-2018)

Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:
α. της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν.4369/2016 (Α΄33), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 4533/2018 (Α΄75).
β. της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του ν.4369/2016, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του ν. 4533/2018 (Α΄75).
γ. του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄98).

2. Το π.δ. 125/2016 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α’ 37).

3. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Αντικείμενο

Με την παρούσα απόφαση καθορίζεται:
α. Το χρονικό διάστημα και οι επιμέρους φάσεις διενέργειας της αξιολόγησης για την αξιολογική περίοδο του έτους 2017, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Β΄ του ν. 4369/2016.
β. Η μορφή και το περιεχόμενο του ανώνυμου ερωτηματολογίου αξιολόγησης των προϊσταμένων από τους υφισταμένους σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Β΄ του ν. 4369/2016.

Άρθρο 2
Χρονικό διάστημα και επιμέρους φάσεις διενέργειας της αξιολόγησης για την αξιολογική περίοδο του έτους 2017

α. Ειδικά για την αξιολογική περίοδο του έτους 2017 οι σχετικές με την ηλεκτρονική αξιολόγηση ενέργειες διενεργούνται καταρχήν από 10/5/2018 έως 13/7/2018.
β. Από 10/5/2018 έως 1/6/2018 η οικεία Διεύθυνση Διοικητικού/ Προσωπικού εκτελεί τις απαραίτητες κατά λόγο αρμοδιότητας ενέργειες για την έναρξη της συμπλήρωσης των εκθέσεων αξιολόγησης.
γ. Από 4/6/2018 έως 14/6/2018 ο αξιολογούμενος ολοκληρώνει τη συμπλήρωση της έκθεσης αξιολόγησης κατά το σκέλος που τον αφορά και υποβάλει αυτή αρμοδίως.
δ. Από 15/6/2018 έως 29/6/2018 ο α΄ αξιολογητής ολοκληρώνει τη συμπλήρωση της έκθεσης αξιολόγησης κατά το σκέλος που τον αφορά και υποβάλει αυτή αρμοδίως.
ε. Από 2/7/2018 έως 13/7/2018 ο β΄ αξιολογητής ολοκληρώνει τη συμπλήρωση της έκθεσης αξιολόγησης κατά το σκέλος που τον αφορά και υποβάλει αυτή αρμοδίως.

Άρθρο 3
Καθορισμός της μορφής και του περιεχομένου του ανώνυμου ερωτηματολογίου αξιολόγησης των προϊσταμένων από τους υφισταμένους σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Β΄ του ν. 4369/2016

Η μορφή και το περιεχόμενο του ανώνυμου ερωτηματολογίου αξιολόγησης των προϊσταμένων από τους υφισταμένους καθορίζεται στο έντυπο που προσαρτάται στην παρούσα και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής.

Άρθρο 4
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 22 Μαΐου 2018

Η Υπουργός
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 75/2018 Κατάργηση της ειδικής διάταξης για χορήγηση άδειας στους υπαλλήλους του Δημοσίου που εργάζονται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ υπ’ αριθμόν 75/2018

ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Ε’ Τμήματος

Συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2018

Σύνθεση:
Πρόεδρος: Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ.
Μέλη: Κωνσταντίνος Γεωργάκης, Βασιλική Πανταζή, Δημήτριος Αναστασόπουλος, Ελένη Σβολοπούλου, Δημήτριος Μακαρονίδης, Σταύρος Σπυρόπουλος και Γεώργιος Γρυλωνάκης, Νομικοί Σύμβουλοι.
Εισηγητής: Θεόδωρος Στριλάκος, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.
Αριθμός Ερωτήματος: Το με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΔΑΔ/Φ.53β/608/οικ.44254/22-12-2017 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, Τμήμα Πειθαρχικής Ευθύνης και Δεοντολογίας.
Περίληψη Ερωτήματος: Ερωτάται εάν, μετά την έναρξη ισχύος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, με την οποία καταργήθηκε η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007, η οποία προέβλεπε τη χορήγηση αδείας στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οι οποίοι χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή, πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα και η σχετική διάταξη της με αριθμό 130558/1989 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που κυρώθηκε από τον χρόνο έκδοσής της με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990, που προέβλεπε τη χορήγηση άδειας στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α..

Επί του ως άνω ερωτήματος, το Ε’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, γνωμοδότησε ομόφωνα ως ακολούθως:

ΙΣΤΟΡΙΚΟ:

1. Η Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, Τμήμα Πειθαρχικής Ευθύνης και Δεοντολογίας, με το με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΔΑΔ/Φ.53β/608/οικ.44254/22-12-2017 έγγραφό της, υπέβαλε προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το ακόλουθο ερώτημα:

2. Με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990, κυρώθηκε αναδρομικά από τον χρόνο της έκδοσής της η με αριθμό 130558/12-6-1989 (ΦΕΚ 471 Β’/ 16-6-1989) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με την ΚΥΑ αυτή, θεσπίστηκε, μεταξύ άλλων, και η χορήγηση στους εργαζόμενους στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, μία ημέρα άδειας μετ’ αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου.
Στη συνέχεια, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 (Κώδικας Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.), η άδεια αυτή επεκτάθηκε σε όλους τους υπαλλήλους που χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολούνται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ωρών την ημέρα.

3. Τελικώς, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, καταργήθηκε η προβλεπόμενη από την παράγραφο 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 άδεια, καθώς και κάθε άλλη διάταξη η οποία ρύθμιζε το ίδιο θέμα, για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ..

Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται εάν, μετά την έναρξη ισχύος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, με την οποία καταργήθηκε η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007, πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα και η σχετική διάταξη της με αριθμό 130558/1989 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που κυρώθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990.

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ:

4. Οι ενδιαφέρουσες εν προκειμένω διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ν. 1505/1984, όριζαν τα ακόλουθα:
«Επιδόματα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας.
1…..2……3. Με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί μέσα σε ένα χρόνο από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, έπειτα από γνώμη ειδικής επιτροπής που θα συσταθεί με απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών στην οποία θα συμμετέχουν και δύο (2) εκπρόσωποι της ΑΔΕΔΥ, θα θεσπιστούν άλλα μέτρα προστασίας των εργαζομένων σε ανθυγιεινές ή επικίνδυνες απασχολήσεις ή χώρους, ανεξάρτητα του αν είναι ή όχι δικαιούχοι των επιδομάτων της παρ. 1 του άρθρου αυτού……..».
Τα άρθρα 1 έως και 27 του ν. 1505/1984 καταργήθηκαν αργότερα με τη διάταξη του άρθρου 31 περίπτωση α του ν. 2470/1997 «Ενιαίο Μισθολόγιο προσωπικού Δημ. Διοίκησης».
Η προβλεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις Επιτροπή, όπως προκύπτει από το με αριθμό 12/23-5-1989 Πρακτικό συνεδρίασης αυτής, εξέτασε το θέμα της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας για τους εργαζόμενους στα Κέντρα Πληροφορικής και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι επιβάλλεται να ληφθούν μέτρα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., για τους υπαλλήλους που εργάζονται μπροστά από οθόνες οπτικής απεικόνισης (Ο.Ο.Α.). Ειδικότερα, πρότεινε μεταξύ άλλων και τη χορήγηση δύο διαλειμμάτων διάρκειας 20 λεπτών το καθένα για τους εργαζόμενους κατά πλήρες ωράριο σε Ο.Ο.Α..

5. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, εκδόθηκε η με αριθμό 130558/12-6-1989 (ΦΕΚ 471 / τ.Β’ της 16-6-1989) Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία στη συνέχεια κυρώθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990, οι διατάξεις του οποίου όρισαν τα εξής:
«Άρθρο 21
Κυρώνεται από τότε που εκδόθηκε η αριθ. 130558/12-6-1989 (ΦΕΚ 471/τ.Β’ της 16-6-1989) απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το κείμενο της οποίας έχει ως εξής: «ΚΟΙΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΕΘΝ. ΑΜΥΝΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του Ν. 1558/85 “Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα” (ΦΕΚ 177/Α/85).
2. Την γνώμη της Ειδικής Επιτροπής που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 1505/84. Την ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων για βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.
Αποφασίζουμε:
1. Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ’ αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζόμενου. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να ασκηθεί εντός του συγκεκριμένου διμήνου άλλως χάνεται…………..7………….Η απόφαση αυτή που θα κυρωθεί με νόμο να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.».
6 . Η χορήγηση της άδειας αυτής γενικεύθηκε στη συνέχεια, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 « Κώδικας Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», οι οποίες όριζαν τα ακόλουθα:
«6. Υπάλληλος ο οποίος χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολείται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας δικαιούται μηχανογραφική άδεια, μετά πλήρων αποδοχών, μίας (1) ημέρας ανά δίμηνο. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά μέσα στο δίμηνο το οποίο αφορά. Εφόσον η άδεια αυτή δεν εξαντληθεί στο διάστημα αυτό, δεν μεταφέρεται ούτε καταβάλλεται αποζημίωση στον υπάλληλο.
7. Λοιπές άδειες που προβλέπονται από κείμενες Ειδικές διατάξεις διατηρούνται.».
Τελικά, η παράγραφος 6 του πιο πάνω άρθρου καταργήθηκε και η παράγραφος 7 αυτού αναριθμήθηκε σε 6 με το άρθρο 1 του Ν.4210/2013 (ΦΕΚ Α’ 254/21.11.2013) με το οποίο ορίζεται ότι:
«1. Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) καταργούνται. Κάθε διάταξη που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα με τις ως άνω καταργούμενες διατάξεις και αφορά υπαλλήλους ή λειτουργούς του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού παύει να ισχύει.
2. Η παρ. 7 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) αναριθμείται σε παράγραφο 6.».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ:

7. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που εστάλησαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τις σχετικές απόψεις που διετύπωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Πληροφορικής, συνάγονται τα ακόλουθα:

8. Στο πλαίσιο του προβληματισμού της Διοίκησης, για τη λήψη μέτρων προστασίας των χρηστών, κατά την περίοδο που άρχισαν να χρησιμοποιούνται προσωπικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές στα Κέντρα Πληροφορικής, συνεδρίασε η τότε αρμόδια επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ν. 1505/1984, η οποία, στο από 23-5-1989 πρακτικό συνεδρίασής της, κατέληξε σε δέσμη προτάσεων για μέτρα προστασίας υπαλλήλων που εργάζονταν μπροστά σε οθόνες οπτικής απεικόνισης. Χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για χορήγηση άδειας, προτείνει, μεταξύ άλλων, να χορηγούνται δύο 20λεπτα διαλείμματα ημερησίως στους εργαζόμενους κατά πλήρες ωράριο.
Στη συνέχεια, εκδίδεται η με αριθμό 130558/12-6-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία, αφού έλαβε υπ’ όψιν και τη γνώμη της πιο πάνω Ειδικής Επιτροπής, έλαβε συγκεκριμένα μέτρα για την βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., θεσπίζοντας για πρώτη φορά και την επίμαχη ειδική άδεια.
Όταν, αρκετά χρόνια αργότερα, η χρήση προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει πλέον γενικευθεί στις δημόσιες υπηρεσίες, ο νομοθέτης θεσπίζει για όλους τους υπαλλήλους του Δημόσιου Τομέα, οι οποίοι χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολούνται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας, μηχανογραφική άδεια, η οποία έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την χορηγηθείσα από την με αριθμό 130558/12-6-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση (μία ημέρα άδειας μετ’ αποδοχών ανά δίμηνο και χωρίς δικαίωμα μεταφοράς). Η άδεια αυτή θεσπίζεται με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007). Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3527/2007, η συγκεκριμένη ειδική άδεια μνημονεύεται στην παράγραφο 11, υπό τον τίτλο « Κίνητρα για την εξοικείωση των υπαλλήλων με τις νέες τεχνολογίες».
Απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, το Γ ‘ Τμήμα του Ν.Σ.Κ., με την με αριθμό 401/2007 γνωμοδότησή του (η οποία έχει γίνει αποδεκτή από τον αρμόδιο Υπουργό Εσωτερικών, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.64β/328/29771/20-11-2007 έγγραφο του Υπουργείου αυτού), απεφάνθη ότι η άδεια που προβλέπεται από την παρ. 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., ταυτίζεται εννοιολογικά και προδήλως αποτελεί επέκταση της μηχανογραφικής άδειας, η οποία είχε ήδη χορηγηθεί στους εργαζομένους στα Μηχανογραφικά Κέντρα με την με αριθμό 130558/12-6-1989 Κ.Υ.Α. και επομένως δεν μπορούσε να χορηγηθεί επιπλέον αυτής.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 4210/2013, καταργήθηκαν οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 και ορίστηκε με κατηγορηματικό τρόπο, ότι καταργείται κάθε διάταξη που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα με τις ως άνω διατάξεις και αφορά υπαλλήλους ή λειτουργούς του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Η αιτιολογική έκθεση επί της διατάξεως αυτής ανέφερε τα ακόλουθα: «Καταργείται η «ειδική» άδεια για χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή δικαιούνταν «ειδική» άδεια 6 ημέρες / χρόνο (1 ημέρα / δίμηνο). Πέραν του στρεβλού τρόπου χορήγησής της, η συγκεκριμένη άδεια, αποτελεί και μία αναχρονιστική πρόβλεψη του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα η οποία δεν συνάδει με το σύγχρονο προφίλ της Δημόσιας Διοίκησης όπου οι χρήστες υπολογιστή αποτελούν πλέον τη συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων και δεν αποτελεί ουσιαστικά κίνητρο γνώσης και χρήσης υπολογιστών. Παράλληλα με την εν λόγω πρόβλεψη εξοικονομείται σημαντικός αριθμός ανθρωποωρών και ενισχύεται η παραγωγικότητα στο δημόσιο τομέα.».

9. Εξάλλου, με το ΠΔ 398/1994 «ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 90|270|ΕΟΚ» μεταφέρθηκε, στην ελληνική έννομη τάξη η ως άνω οδηγία, η οποία αποτελεί την πέμπτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ και καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής καταγραφής, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 (αρθ. 1 παρ. 1 της οδηγίας).
Με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ΠΔ 398/1994 ορίζεται, ότι το διάταγμα αυτό καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης, όπως αυτές ορίζονται στο αρθ. 2, ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας, στον οποίο κατατάσσονται, επιπλέον των γενικών διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας που ισχύουν κάθε φορά. Αντίστοιχα, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 της ως άνω οδηγίας ορίζεται ότι η οδηγία αυτή καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής απεικόνισης, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 και ότι οι διατάξεις της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ εφαρμόζονται πλήρως σ” ολόκληρο τον τομέα που αναφέρεται στην παρ. 1 με την επιφύλαξη των δεσμευτικότερων ή/και πιο ειδικών διατάξεων που περιέχει η οδηγία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρθ. 2 αριθ. 3 του διατάγματος και για τους σκοπούς αυτού, νοείται ως (α) οθόνη οπτικής απεικόνισης κάθε αλφαριθμητική ή γραφική οθόνη που αποτελεί τμήμα εξοπλισμού επεξεργασίας, αναπαραγωγής ή οπτικής παρουσίασης στοιχείων ανεξάρτητα από την χρησιμοποιούμενη μέθοδο και (β) εργαζόμενος κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων, ο οποίος χρησιμοποιεί τακτικά και κατά ένα μη αμελητέο τμήμα της κανονικής του εργασίας οθόνη οπτικής απεικόνισης.
Με το άρθρο 7 της Οδηγίας αυτής ορίζεται ως ελάχιστη προδιαγραφή ασφαλείας και υγείας για την εργασία αυτή ότι ο εργοδότης υποχρεούται να σχεδιάζει την δραστηριότητα του εργαζομένου, κατά τρόπο ώστε η καθημερινή εργασία σε οθόνη να διακόπτεται περιοδικά με διαλείμματα ή αλλαγές δραστηριότητας που θα περιορίζουν τον φόρτο εργασίας στην οθόνη. Η πρόβλεψη αυτή της Οδηγίας δεν αφορά σε ημερήσια άδεια, αλλά σε ολιγόλεπτες ενδιάμεσες διακοπές της ημερήσιας εργασίας, οι οποίες μάλιστα προβλέπονται εναλλακτικά, μπορούν δηλαδή να υποκαθίστανται από αντίστοιχες ενδιάμεσες αλλαγές της δραστηριότητας του εργαζομένου σε άλλες, εκτός οθόνης, εργασίες. Αντίστοιχα, με το άρθρο 8 παρ. 1 του ως άνω ΠΔ 398/1994, και για την εφαρμογή της προαναφερθείσης διάταξης του άρθρου 7 της Οδηγίας, ορίζεται ότι « ο εργοδότης υποχρεούται να σχεδιάζει την δραστηριότητα του εργαζομένου κατά τρόπον ώστε η καθημερινή εργασία σε οθόνες οπτικής απεικόνισης να διακόπτεται περιοδικά με διαλείμματα ή αλλαγές δραστηριότητας, που θα περιορίζουν τον φόρτο εργασίας στην οθόνη οπτικής απεικόνισης σύμφωνα με το παράρτημα I του άρθρου 11». Στο άρθρο 4 του παραρτήματος αυτού, (το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος) ορίζεται αναλυτικότερα ότι: « 4.1. Εφόσον δεν είναι εφικτό να οργανώνεται η εργασία με τέτοιο τρόπο ώστε φυσιολογικά να μπορεί ο εργαζόμενος να την εναλλάσσει με άλλες μορφές εργασίας, είναι χρήσιμο να εξασφαλίζονται στον εργαζόμενο διαλείμματα εργασίας ανά δίωρο, ανάλογα με το είδος της εργασίας. Σε καμιά περίπτωση τα διαλείμματα αυτά δεν πρέπει να συσσωρεύονται. 4.2. Ο χρόνος απομάκρυνσης του εργαζομένου από τη θέση εργασίας με οθόνες οπτικής απεικόνισης (είτε για διάλειμμα εργασίας είτε για αλλαγή δραστηριότητας) μπορεί να είναι έως 15 λεπτά ανά δίωρο».
Από τις παραπάνω διατάξεις του ΠΔ 398/1994 και της οδηγίας 90/270/ΕΟΚ, που μεταφέρθηκε με αυτό στην εσωτερική έννομη τάξη, συνάγεται σαφώς, ότι με αυτές προβλέπεται, ως ελάχιστη προδιαγραφή ασφαλείας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης, η διακοπή της εργασίας αυτής είτε με αλλαγή δραστηριότητας του εργαζομένου, και μάλιστα κατά κύριο λόγο και πρωταρχικά, είτε εναλλακτικά, εφόσον δηλ. δεν είναι εφικτή η αλλαγή αυτή, με διαλείμματα, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος απομάκρυνσης του εργαζομένου από την θέση εργασίας με οθόνες οπτικής απεικόνισης μπορεί να είναι έως 15′ ανά δίωρο. Ειδικότερα, τα προβλεπόμενα ως άνω διαλείμματα διαφέρουν κατά την φύση και τον σκοπό τους από την επίμαχη ανά δίμηνο ημερήσια άδεια και επομένως δεν έχουν σχέση με αυτήν, η διαφοροποίηση δε αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι αποκλείεται ρητά η συσσώρευση των διαλειμμάτων αυτών, απαγορεύεται δηλ. ο συνυπολογισμός τους ώστε ν’ αποτελέσουν χρονικά ημερήσια άδεια. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, ως ελάχιστη προδιαγραφή ασφαλείας και υγείας όλων αδιακρίτως των εργαζομένων με οθόνες οπτικής απεικόνισης και προς αντιμετώπιση ειδικά των κινδύνων από την εργασία μπροστά σε τέτοιες οθόνες προβλέπεται μόνον είτε η αλλαγή δραστηριότητας (εργασία εκτός οθόνης) είτε η διακοπή της εργασίας αυτής με διαλείμματα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις ανά δίωρο ημερήσιας εργασίας και μέχρι 15′, και όχι η χορήγηση αδείας μίας ημέρας (με αποδοχές) ανά δίμηνο. Και τούτο διότι το μέτρο αυτό και μόνο θεσπίζεται με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΠΔ 398/1994 για την εφαρμογή των αντιστοίχων ρυθμίσεων της Οδηγίας 90/270/ΕΟΚ που αποτελεί την 5η ειδική οδηγία της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, η οποία συνιστά γενική οδηγία-πλαίσιο, ώστε ούτε από τις διατάξεις της τελευταίας και του ΠΔ 17/1996, που την μετέφερε στην ελληνική έννομη τάξη, μπορεί να συναχθεί η καθιέρωση τέτοιας αδείας, αφού οι σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις αυτής, ως οδηγίας πλαισίου, εξειδικεύθηκαν και περιορίσθηκαν στην καθιέρωση υποχρέωσης αλλαγής δραστηριότητας ή της διακοπής της εργασίας με ολιγόλεπτα διαλείμματα κατά την διάρκεια της ημερήσιας εργασίας (ad hoc Ολομ ΑΠ 31/2009).

10. Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα και συνοψίζοντας αυτά:

Α) Η σαφής, καθολική και κατηγορηματική διατύπωση που επέλεξε ο νομοθέτης για την καταργητική διάταξη του άρθρου 1 του ν. 4210/2013 («Κάθε διάταξη που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα»), φανερώνει την βούλησή του να καταργήσει για τους υπαλλήλους των Μηχανογραφικών Κέντρων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. την ειδική άδεια που είχε θεσπιστεί με την με αριθμό 130558/12-6-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση, ακόμη κι αν γίνει δεκτό, ότι η άδεια αυτή δεν είχε ήδη καταργηθεί πριν την ισχύ του άρθρου 1 του ν. 4210/2013.

Β) Η κατάργηση αυτή δεν αντίκειται στις ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, στις οποίες δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόβλεψη ειδικής άδειας για τους υπαλλήλους που εργάζονται μπροστά σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή. Εξάλλου, καμία τέτοια πρόταση δεν έγινε ούτε με το υπ’ αριθμόν 12/23-5-1989 Πρακτικό συνεδρίασης της Ειδικής Επιτροπής της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ν. 1505/1984, που αφορούσε την λήψη μέτρων προστασίας για τους εργαζόμενους αυτούς. Επομένως, ούτε για τους εμπειρογνώμονες της Ειδικής Επιτροπής, ούτε για τον Εθνικό, ούτε και για τον Κοινοτικό Νομοθέτη, η συγκεκριμένη ειδική άδεια αποτελούσε ενδεδειγμένο μέτρο προστασίας της υγείας των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

11. Κατόπιν των ανωτέρω, η απάντηση του Ε’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους επί του τεθέντος ερωτήματος, είναι ότι, μετά την έναρξη ισχύος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, με την οποία καταργήθηκε η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007, η οποία προέβλεπε τη χορήγηση αδείας στους υπαλλήλους του Δημοσίου, τους χειριζόμενους ηλεκτρονικό υπολογιστή, πρέπει σε κάθε περίπτωση να θεωρείται ως καταργηθείσα και η σχετική διάταξη της με αριθμό 130558/1989 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που κυρώθηκε από τον χρόνο έκδοσής της με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990 και προέβλεπε τη χορήγηση άδειας στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής.

ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ

Αθήνα 7-5-2018

Η Πρόεδρος του Τμήματος
Μεταξία Ανδροβιτσανέα
Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ.

Ο Εισηγητής

Θεόδωρος Στριλάκος
Πάρεδρος του Ν.Σ.Κ.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Υπόθεση C-566/16 Οδηγία 2006/112/ΕΚ – Άρθρα 282 έως 292 – Ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων – Καθεστώς απαλλαγών – Υποχρέωση επιλογής της εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος κατά το ημερολογιακό έτος αναφοράς

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα) της 17ης Μαΐου 2018 «Προδικαστική παραπομπή – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Οδηγία 2006/112/ΕΚ – Άρθρα 282 έως 292 – Ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων – Καθεστώς απαλλαγών – Υποχρέωση επιλογής της εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος κατά το ημερολογιακό έτος αναφοράς»

Στην υπόθεση C‑566/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Nyíregyházi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Nyíregyháza, Ουγγαρία) με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Νοεμβρίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης

Dávid Vámos

κατά

Nemzeti Adó- és Vámhivatal Fellebbviteli Igazgatósága,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça, πρόεδρο τμήματος, E. Levits (εισηγητή), A. Borg Barthet, M. Berger και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Z. Fehér καθώς και από την E. E. Sebestyén,

– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Lozano Palacios καθώς και από τον B. Béres,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Νοεμβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1 H αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1, στο εξής: οδηγία περί ΦΠΑ).

2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Dávid Vámos και της Nemzeti Adó- és Vámhivatal Fellebbviteli Igazgatósága (διευθύνσεως προσφυγών της εθνικής φορολογικής και τελωνειακής αρχής, Ουγγαρία) (στο εξής: διεύθυνση προσφυγών), με αντικείμενο την απόφαση της τελευταίας με την οποία διαπιστώθηκε ότι οφειλόταν φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) εκ μέρους του D. Vámos και επιβλήθηκε σε αυτόν πρόστιμο και τόκοι υπερημερίας.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3 Το άρθρο 9 της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει τα εξής:

«1. Νοείται ως “υποκείμενος στον φόρο” οποιοσδήποτε ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο σκοπό και τα αποτελέσματα της δραστηριότητας αυτής.

Ως “οικονομική δραστηριότητα” θεωρείται κάθε δραστηριότητα του παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες, περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων εξόρυξης, των αγροτικών δραστηριοτήτων καθώς και των δραστηριοτήτων των ελεύθερων επαγγελμάτων. Ως οικονομική δραστηριότητα θεωρείται, επίσης, η εκμετάλλευση ενσώματου ή άυλου αγαθού, με σκοπό ιδίως την άντληση εσόδων διαρκούς χαρακτήρα.

[…]»

4 Το άρθρο 213, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Κάθε υποκείμενος στο φόρο δηλώνει την έναρξη, τη μεταβολή ή την παύση της δραστηριότητάς του ως υποκείμενου στον φόρο.

Τα κράτη μέλη επιτρέπουν και μπορούν να απαιτούν, με τις προϋποθέσεις που ορίζουν, την υποβολή της δήλωσης με ηλεκτρονικά μέσα.»

5 Το άρθρο 214 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποκτούν ατομικό αριθμό φορολογικού μητρώου τα ακόλουθα πρόσωπα:

α) κάθε υποκείμενος στον φόρο, εκτός αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, ο οποίος διενεργεί στο αντίστοιχο έδαφός τους παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών για τις οποίες του παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης, εκτός των παραδόσεων αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών για τις οποίες ο ΦΠΑ οφείλεται αποκλειστικά από τον λήπτη υπηρεσιών ή τον αποκτώντα αγαθά σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 197 και το άρθρο 199·

[…]».

6 Το άρθρο 272 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν τους ακόλουθους υποκείμενους στον φόρο από ορισμένες ή όλες τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια 2 έως 6:

[…]

δ) τους υποκείμενους στον φόρο που επωφελούνται της απαλλαγής για τις μικρές επιχειρήσεις όπως προβλέπεται στα άρθρα 282 έως 292,

[…]».

7 Το άρθρο 273 της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει τα κάτωθι:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν και άλλες υποχρεώσεις που κρίνουν αναγκαίες για τη διασφάλιση της ορθής είσπραξης του ΦΠΑ και την αποφυγή της απάτης, με την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εσωτερικών πράξεων και των πράξεων που πραγματοποιούνται από υποκείμενους στον φόρο μεταξύ κρατών μελών και με την προϋπόθεση ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν οδηγούν, στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, σε διατυπώσεις που συνδέονται με τη διέλευση συνόρων.

Η δυνατότητα που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή επιπλέον υποχρεώσεων τιμολόγησης εκτός από αυτές που καθορίζονται στο κεφάλαιο 3.»

8 Το άρθρο 281 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη, τα οποία συναντούν δυσκολίες σχετικά με την υπαγωγή των μικρών επιχειρήσεων, λόγω της δραστηριότητας ή της δομής τους, στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μπορούν, μέσα στα όρια και με τις προϋποθέσεις που καθορίζουν και έπειτα από διαβούλευση με την επιτροπή ΦΠΑ, να εφαρμόζουν απλουστευμένες διαδικασίες επιβολής και είσπραξης του φόρου, όπως καθεστώτα κατ’ αποκοπή, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν οδηγούν σε μείωση του φόρου.»

9 Το άρθρο 282 της οδηγίας περί ΦΠΑ, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2, με τίτλο «Απαλλαγές ή προοδευτικές μειώσεις», του κεφαλαίου 1 του τίτλου XII («Ειδικά καθεστώτα») αυτής, ορίζει τα εξής:

«Οι απαλλαγές και οι μειώσεις που προβλέπονται στο παρόν τμήμα εφαρμόζονται στις παραδόσεις αγαθών και στις παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται από τις μικρές επιχειρήσεις.»

10 Το άρθρο 287 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη που προσχώρησαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1978 μπορούν να απαλλάσσουν τους υποκείμενους στον φόρο των οποίων ο κύκλος εργασιών είναι το πολύ ίσος με την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα των ακόλουθων ποσών, με βάση το συντελεστή μετατροπής που ίσχυε την ημέρα της προσχώρησής τους στην Κοινότητα:

[…]

12) η Ουγγαρία, 35 000 EUR,

[…]».

11 Το άρθρο 290 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:

«Οι υποκείμενοι στον φόρο, που δικαιούνται την απαλλαγή από τον ΦΠΑ, μπορούν να επιλέξουν είτε το κανονικό καθεστώς εφαρμογής του ΦΠΑ είτε την εφαρμογή των απλοποιημένων ρυθμίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 281. Στην περίπτωση αυτή, τυγχάνουν των προοδευτικών μειώσεων του φόρου, οι οποίες προβλέπονται ενδεχομένως από την εθνική τους νομοθεσία.»

Το ουγγρικό δίκαιο

Ο νόμος περί ΦΠΑ

12 Το άρθρο 2 του az általános forgalmi adóról szóló 2007. évi CXXVII. törvény (νόμου CXXVII του 2007 σχετικά με τον φόρο προστιθέμενης αξίας, στο εξής: νόμος περί ΦΠΑ) προβλέπει τα εξής:

«Βάσει του παρόντος νόμου, υπόκεινται στον [ΦΠΑ]:

(a) οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο –υπό την ιδιότητά του αυτή– εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος της Ουγγαρίας […]».

13 Το άρθρο 187 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«1) Ο υποκείμενος στον φόρο ο οποίος έχει εγκατάσταση στην εθνική επικράτεια με οικονομικό σκοπό ή ο οποίος, ελλείψει τέτοιας εγκαταστάσεως, έχει την κατοικία ή τον συνήθη τόπο διαμονής του στην εθνική επικράτεια, δικαιούται να επιλέξει την προσωπική απαλλαγή κατά τα οριζόμενα στο παρόν κεφάλαιο.

2) Σε περίπτωση ασκήσεως από τον υποκείμενο στον φόρο του δικαιώματος επιλογής που προβλέπεται στην παράγραφο 1, κατά τη διάρκεια της προσωπικής απαλλαγής και υπό την ιδιότητα απαλλασσόμενου προσώπου, ο υποκείμενος στον φόρο

a) δεν υπόκειται σε πληρωμή του φόρου·

b) δεν δικαιούται να εκπέσει τον φόρο εισροών·

c) μπορεί να εκδώσει μόνον τιμολόγιο στο οποίο δεν αναγράφεται ούτε το ποσό του μετακυλιόμενου φόρου ούτε ο συντελεστής που ορίζεται στο άρθρο 83.»

14 Το άρθρο 188, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:

«Δικαίωμα επιλογής προσωπικής απαλλαγής υφίσταται εάν το ποσό της καταβληθείσας ή οφειλόμενης αντιπαροχής για όλες τις παραδόσεις αγαθών ή τις παροχές υπηρεσιών που πραγματοποίησε ο υποκείμενος στον φόρο βάσει του άρθρου 2, στοιχείο a, εκπεφρασμένο σε [ουγγρικά φιορίνια (HUF)] σε ετήσια βάση, δεν υπερβαίνει το μέγιστο ποσοτικό όριο που καθορίζεται στην παράγραφο 2

a) ούτε πραγματικά κατά το ημερολογιακό έτος που προηγείται του ημερολογιακού έτους αναφοράς,

b) ούτε πραγματικά ή βάσει εύλογων προβλέψεων κατά το ημερολογιακό έτος αναφοράς.»

15 Το άρθρο 188, παράγραφος 2, του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012, όριζε ότι το μέγιστο ποσοτικό όριο που παρείχε δικαίωμα προσωπικής απαλλαγής είχε καθοριστεί στο ποσό των 5 000 000 HUF (περίπου 16 040 ευρώ). Από την 1η Ιανουαρίου 2013 το όριο αυτό αυξήθηκε στα 6 000 000 HUF (περίπου 19 250 ευρώ).

Ο κώδικας φορολογικής διαδικασίας

16 Το άρθρο 16 του adózás rendjéről szóló 2003. évi XCII. törvény (νόμου XCII του 2003 περί κώδικα φορολογικής διαδικασίας, στο εξής: κώδικας φορολογικής διαδικασίας) έχει ως εξής:

«1) Μόνον ο υποκείμενος στον φόρο ο οποίος διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου μπορεί να ασκεί υποκείμενη σε φόρο δραστηριότητα, με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στα άρθρα 20 και 21.

2) Ο υποκείμενος στον φόρο ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει υποκείμενη σε φόρο δραστηριότητα οφείλει να δηλώσει στην κρατική φορολογική αρχή την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας προκειμένου να του χορηγηθεί αριθμός φορολογικού μητρώου.»

17 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας ορίζει ότι «ο υποκείμενος στον φόρο οφείλει, εάν η φορολογική υποχρέωση ή η υποκείμενη σε φόρο δραστηριότητά του αντιστοιχούν σε εκείνη ατομικής επιχειρήσεως βάσει του νόμου για τη ρύθμιση της δραστηριότητας ατομικής επιχειρήσεως, να ζητήσει τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου υποβάλλοντας, στην αρμόδια για τις υποθέσεις ατομικών επιχειρήσεων αρχή, δήλωση ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας (δεόντως συμπληρωμένο έντυπο δηλώσεως ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας), εκπληρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την υποχρέωσή του υποβολής στην κρατική φορολογική αρχή δηλώσεως ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας».

18 Το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο c, του κώδικα αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο υποκείμενος στον φόρο προστιθέμενης αξίας δηλώνει κατά τη δήλωση ενάρξεως της υποκείμενης σε φόρο δραστηριότητας ότι επιλέγει την προσωπική απαλλαγή.»

19 Το άρθρο 172, παράγραφος 1, στοιχείο c, του εν λόγω κώδικα ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στην παράγραφο 2, μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή ύψους έως 200 000 [HUF (περίπου 640 ευρώ)], εάν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, και έως 500 000 [HUF (περίπου 1 600 ευρώ)], στην περίπτωση των λοιπών υποκειμένων στον φόρο, εάν δεν εκπληρωθούν η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας (αρχική δήλωση και γνωστοποίηση τροποποιήσεων), η υποχρέωση παροχής δεδομένων ή ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού ή η υποχρέωση υποβολής φορολογικών δηλώσεων.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

20 Μετά από διενέργεια ελέγχου, η ουγγρική φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι, μεταξύ του έτους 2007 και της 22ας Ιανουαρίου 2014, ο D. Vámos είχε πραγματοποιήσει 778 πωλήσεις ηλεκτρονικών ειδών σε δύο ηλεκτρονικές πλατφόρμες, χωρίς να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο υποκειμένων σε ΦΠΑ και χωρίς να έχει δηλώσει εισοδήματα από τις πωλήσεις αυτές και, κατά συνέπεια, του επέβαλε πρόστιμο.

21 Η εν λόγω φορολογική αρχή διαπίστωσε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2012 και της 31ης Δεκεμβρίου 2013, ο D. Vámos είχε ασκήσει δραστηριότητα πωλήσεως της οποίας τα έσοδα δεν υπερέβαιναν το ανώτατο όριο που παρείχε δικαίωμα προσωπικής φορολογικής απαλλαγής, το οποίο καθορίζεται στο άρθρο 188, παράγραφος 2, του νόμου περί ΦΠΑ, και ότι, μεταξύ της 1ης και της 22ας Ιανουαρίου 2014, ο D. Vámos είχε επίσης ασκήσει δραστηριότητα πωλήσεως της οποίας τα έσοδα ήταν αμελητέα.

22 Στις 22 Ιανουαρίου 2014, ο D. Vámos ενεγράφη στο μητρώο των υποκειμένων σε ΦΠΑ και επέλεξε την προσωπική απαλλαγή, ήτοι ένα ουγγρικό καθεστώς απαλλαγής από τον ΦΠΑ για τις μικρές επιχειρήσεις, το οποίο προβλέπεται στα άρθρα 187 επ. του νόμου περί ΦΠΑ.

23 Με χωριστή διαδικασία από εκείνη που οδήγησε στην επιβολή προστίμου σε βάρος του D. Vámos, η ουγγρική φορολογική αρχή προέβη σε εκ των υστέρων έλεγχο των φορολογικών δηλώσεών του αναφορικά με το σύνολο των φόρων και των δημοσιονομικών ενισχύσεων για τα οικονομικά έτη 2012 έως 2014. Κατόπιν του σχετικού ελέγχου, η εν λόγω αρχή διαπίστωσε ότι ο D. Vámos όφειλε ΦΠΑ για το διάστημα μεταξύ του πρώτου τριμήνου του 2012 και του πρώτου τριμήνου του 2014 και, επί τη βάσει της κατά τα ανωτέρω διαπιστωθείσας καθυστερούμενης φορολογικής οφειλής, του επέβαλε νέο φορολογικό πρόστιμο και τόκους υπερημερίας.

24 Ο D. Vámos άσκησε ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της διευθύνσεως προσφυγών, η οποία επικύρωσε την τελευταία αυτή απόφαση. Η διεύθυνση προσφυγών, αφενός, αναφέρθηκε στο άρθρο 187, παράγραφος 1, του νόμου περί ΦΠΑ, βάσει του οποίου ο D. Vámos μπορούσε να επιλέξει την προσωπική απαλλαγή, και, αφετέρου, επισήμανε ότι το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο c, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας παρείχε τη δυνατότητα επιλογής της προσωπικής απαλλαγής μόνο κατά τη δήλωση ενάρξεως των φορολογητέων δραστηριοτήτων και ότι η δυνατότητα αυτή δεν μπορούσε πλέον να ασκηθεί στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη διεύθυνση προσφυγών, δεδομένου ότι ο D. Vámos δεν είχε καταχωρισθεί στο μητρώο της φορολογικής αρχής και επέλεξε την προσωπική απαλλαγή μόλις στις 22 Ιανουαρίου 2014, είχε δικαίωμα να τύχει της προσωπικής απαλλαγής μόνο μετά την ημερομηνία αυτή.

25 Ο D. Vámos άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής της διευθύνσεως προσφυγών ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποστηρίζοντας ότι η άσκηση οικονομικής δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 6 του νόμου περί ΦΠΑ συνεπάγεται μόνον την υπαγωγή στον ΦΠΑ και, συνακόλουθα, υποχρέωση υποβολής δηλώσεως σύμφωνα με το άρθρο 213, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ και το άρθρο 16 του κώδικα φορολογικής διαδικασίας, όχι όμως υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ. Στο μέτρο που τα έσοδα του D. Vámos, όπως αυτά καθορίστηκαν από την ουγγρική φορολογική αρχή, δεν υπερέβαιναν, ούτε για το 2012 ούτε για το 2013, το ανώτατο όριο που παρέχει δικαίωμα προσωπικής απαλλαγής, η ουγγρική φορολογική αρχή δεν έπρεπε να τον θεωρήσει υπόχρεο στην καταβολή ΦΠΑ για τα οικονομικά έτη 2012 και 2013, αλλά αντιθέτως όφειλε να τον ρωτήσει, στο πλαίσιο του εκ των υστέρων ελέγχου, εάν επιθυμούσε να επιλέξει την προσωπική απαλλαγή.

26 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών του Nyíregyháza, Ουγγαρία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η φορολογική αρχή μπορεί να αποκλείσει, επ’ ευκαιρία εκ των υστέρων φορολογικού ελέγχου, το δικαίωμα επιλογής της προσωπικής απαλλαγής, με την αιτιολογία ότι ο υποκείμενος στον φόρο έχει το εν λόγω δικαίωμα μόνον κατά τη δήλωση ενάρξεως της υποκείμενης στον φόρο δραστηριότητάς του;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

27 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση αποκλείουσα την εφαρμογή ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ το οποίο προβλέπει απαλλαγή για τις μικρές επιχειρήσεις –θεσπισθέντος σύμφωνα με τις διατάξεις του τμήματος 2 του κεφαλαίου 1 του τίτλου XII της οδηγίας περί ΦΠΑ– στην περίπτωση υποκειμένου στον φόρο ο οποίος πληροί όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, πλην όμως δεν άσκησε τη δυνατότητα επιλογής της εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος κατά το χρονικό σημείο υποβολής στη φορολογική αρχή δηλώσεως περί ενάρξεως ασκήσεως της οικονομικής δραστηριότητάς του.

28 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι τα άρθρα 282 έως 292 και, ειδικότερα, το άρθρο 287, σημείο 12, της οδηγίας περί ΦΠΑ προβλέπουν τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να χορηγούν στις μικρές επιχειρήσεις απαλλαγή από τον ΦΠΑ.

29 Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι το άρθρο 290 της οδηγίας αυτής προβλέπει τη δυνατότητα για τον υποκείμενο στον φόρο, που δικαιούται να τύχει απαλλαγής από τον ΦΠΑ, να επιλέξει είτε το κανονικό καθεστώς εφαρμογής ΦΠΑ είτε την εφαρμογή των απλοποιημένων ρυθμίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 281 της οδηγίας αυτής.

30 Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το γράμμα των άρθρων 281 και 284 έως 287 της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν και να διατηρούν σε ισχύ τα ειδικά καθεστώτα επιβολής ΦΠΑ, εφόσον τα καθεστώτα αυτά είναι σύμφωνα με το σύστημα του ΦΠΑ. Εξάλλου, η αιτιολογική σκέψη 49 της ίδιας οδηγίας αναφέρει ότι, όσον αφορά τις μικρές επιχειρήσεις, θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να συνεχίζουν να εφαρμόζουν τα ειδικά τους καθεστώτα.

31 Τέλος, το καθεστώς της προσωπικής απαλλαγής, που προβλέπεται από το ουγγρικό δίκαιο, είναι ένα ειδικό καθεστώς που επιτρέπει στις επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο ανώτατο όριο να τύχουν απαλλαγής από τον ΦΠΑ. Αυτό το καθεστώς απαλλαγής που εφαρμόζεται στις μικρές επιχειρήσεις συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 187, παράγραφος 2, του νόμου περί ΦΠΑ, ότι ο υποκείμενος στον φόρο δεν υποχρεούται να καταβάλει ΦΠΑ, δεν έχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών και μπορεί να εκδώσει μόνον τιμολόγιο στο οποίο δεν αναγράφεται ο ΦΠΑ. Στο πλαίσιο των παρατηρήσεών της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ουγγρική Κυβέρνηση επισήμανε ότι η δυνατότητα επιλογής της απαλλαγής από τον φόρο μπορεί να ασκηθεί και μετά την υποβολή δηλώσεως περί ενάρξεως δραστηριότητας, αλλά μπορεί να έχει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον.

32 Εν προκειμένω, ο υποκείμενος στον φόρο είχε ζητήσει να τύχει της προσωπικής απαλλαγής, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι το δικαίωμα επιλογής της απαλλαγής αυτής θα έπρεπε να έχει ασκηθεί κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο επιθυμούσε να τύχει της εν λόγω απαλλαγής.

33 Όσον αφορά την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως περί ενάρξεως ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία ΦΠΑ δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία επιβάλλει σε υποκείμενο στον φόρο υποχρέωση υποβολής δηλώσεως περί ενάρξεως οικονομικής δραστηριότητας, ακόμη και αν τα έσοδα από τη δραστηριότητα αυτή δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που παρέχει δικαίωμα απαλλαγής από τον φόρο για τις μικρές επιχειρήσεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 2015, Balogh, C‑424/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:708, σκέψη 30). Έχει επίσης κρίνει ότι η οδηγία περί ΦΠΑ δεν αντιτίθεται στην επιβολή διοικητικού προστίμου για τη μη τήρηση της υποχρεώσεως υποβολής δηλώσεως από υποκείμενο στον φόρο, υπό τον όρο ότι το πρόστιμο είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 2015, Balogh, C‑424/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:708, σκέψη 37).

34 Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί αν κράτος μέλος δύναται να εξαρτά τη χορήγηση καθεστώτος φορολογικών απαλλαγών από την επιλογή, εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο, ενός τέτοιου καθεστώτος κατά το χρονικό σημείο υποβολής της δηλώσεώς του περί ενάρξεως ασκήσεως δραστηριότητας και αν, ελλείψει τέτοιας επιλογής εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο επ’ ευκαιρία υποβολής της δηλώσεως αυτής, δύναται να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.

35 Επισημαίνεται, αφενός, ότι, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων που αναφέρονται στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, η εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος των μικρών επιχειρήσεων αποτελεί δυνατότητα η οποία παρέχεται στα κράτη μέλη για την οργάνωση του συστήματος φορολογήσεως.

36 Αφετέρου, όπως προκύπτει από το άρθρο 273, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί ΦΠΑ, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν και άλλες υποχρεώσεις που δεν περιλαμβάνονται στην οδηγία αυτή, αλλά τις οποίες κρίνουν αναγκαίες για τη διασφάλιση της ορθής εισπράξεως του ΦΠΑ και για την αποφυγή της απάτης.

37 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κάθε κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να λάβει όλα τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα που είναι πρόσφορα για την είσπραξη ολοκλήρου του ΦΠΑ που οφείλεται στο έδαφός του και για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής (απόφαση της 9ης Ιουλίου 2015, Cabinet Medical Veterinar Dr. Tomoiagă Andrei, C‑144/14, EU:C:2015:452, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

38 Το Δικαστήριο έχει, επίσης, κρίνει ότι η διάταξη του άρθρου 273 της οδηγίας ΦΠΑ, πέραν των ορίων που θέτει, δεν ορίζει ούτε τις προϋποθέσεις ούτε τις υποχρεώσεις τις οποίες δύνανται να επιβάλλουν τα κράτη μέλη και, συνεπώς, παρέχει σε αυτά ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέσα τα οποία είναι κατάλληλα να διασφαλίζουν την είσπραξη ολοκλήρου του ΦΠΑ που οφείλεται στο έδαφός τους και να καταπολεμούν τη φοροδιαφυγή (βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2017, BB construct, C‑534/16, EU:C:2017:820, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

39 Είναι ασφαλώς αληθές ότι, σύμφωνα με το άρθρο 272, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν τους υποκειμένους στον φόρο που επωφελούνται καθεστώτος απαλλαγής για τις μικρές επιχειρήσεις από ορισμένες ή όλες τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια 2 έως 6 του τίτλου XI της ίδιας αυτής οδηγίας. Πρόκειται, ωστόσο, για μια απλή δυνατότητα, γεγονός που σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να απαλλάσσουν τους υποκειμένους στον φόρο από τις υποχρεώσεις αυτές.

40 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως προκύπτει από τα σημεία 34 και 46 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, ότι η απόφαση του Ούγγρου νομοθέτη να θεσπίσει ένα καθεστώς απαλλαγών, εξαρτώντας ταυτόχρονα την εφαρμογή του από ορισμένες διαδικαστικές απαιτήσεις, εμπίπτει στο περιθώριο εκτιμήσεως που η οδηγία περί ΦΠΑ παρέχει στα κράτη μέλη.

41 Εντούτοις, μολονότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την επιλογή των μέτρων που θεσπίζουν για να διασφαλίσουν την ορθή είσπραξη του ΦΠΑ και να αποτρέψουν τη φοροδιαφυγή, οφείλουν, ωστόσο, να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και τις γενικές αρχές του και, ιδίως, την αρχή της αναλογικότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Ιουλίου 2015, Salomie και Oltean, C‑183/14, EU:C:2015:454, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και τις αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και της ασφάλειας δικαίου.

42 Συγκεκριμένα, πρώτον, όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 57 και 58 των προτάσεών του, ότι η απαίτηση καταβολής ΦΠΑ για πραγματοποιηθείσες πωλήσεις δεν συνιστά κύρωση για την παράβαση της υποχρεώσεως δηλώσεως της ενάρξεως δραστηριότητας και επιλογής καθεστώτος απαλλαγής, αλλά είσπραξη του ΦΠΑ που κατέστη απαιτητός με την έναρξη, εκ μέρους επιχειρηματία όπως ο D. Vámos, της οικονομικής του δραστηριότητας.

43 Επιπλέον, με την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, Vermietungsgesellschaft Objekt Kirchberg (C‑269/03, EU:C:2004:512), το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος, το οποίο έκανε χρήση της ευχέρειας να παράσχει στους υποκειμένους στον φόρο το δικαίωμα επιλογής ειδικού καθεστώτος φορολογήσεως, να θεσπίζει ρύθμιση η οποία εξαρτά την πλήρη έκπτωση του ΦΠΑ επί των εισροών από την προηγούμενη έγκριση της φορολογικής αρχής, χωρίς η έγκριση αυτή να έχει αναδρομική ισχύ.

44 Το Δικαστήριο διευκρίνισε, συναφώς, ότι η μη αναδρομικότητα της διαδικασίας εγκρίσεως δεν την καθιστά δυσανάλογα αυστηρή σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑269/03, Vermietungsgesellschaft Objekt Kirchberg, EU:C:2004:512, σκέψη 29).

45 Από τη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, το κανονικό καθεστώς ΦΠΑ καθίσταται εφαρμοστέο σε περίπτωση που ο υποκείμενος στον φόρο δεν επέλεξε το καθεστώς προσωπικής απαλλαγής. Κατά συνέπεια, εθνική νομοθεσία η οποία αρνείται τη χορήγηση απαλλαγής από τον ΦΠΑ σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την ορθή είσπραξη του ΦΠΑ.

46 Δεύτερον, όσον αφορά την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας με την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης εκφράζει, στον τομέα του ΦΠΑ, τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2017, BB construct, C‑534/16, EU:C:2017:820, σκέψη 29), έχει κριθεί ότι τα μέτρα που τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να λαμβάνουν για τη διασφάλιση της ορθής είσπραξης του φόρου και για την αποφυγή της φοροδιαφυγής δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται κατά τρόπον ώστε να διακυβεύεται η ουδετερότητα του ΦΠΑ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, Rusedespred, C‑138/12, EU:C:2013:233, σκέψεις 28 και 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

47 Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παροχή στους υποκειμένους στον φόρο της δυνατότητας να επιλέγουν το καθεστώς απαλλαγής μετά την προβλεπόμενη προθεσμία θα τους παρείχε αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εις βάρος των επιχειρηματιών που έχουν τηρήσει δεόντως τις διαδικαστικές υποχρεώσεις που προβλέπει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία. Πράγματι, οι υποκείμενοι στον φόρο θα μπορούσαν να επιλέξουν εκ των υστέρων και, ως εκ τούτου, έχοντας τη δυνατότητα να στηριχθούν στα συγκεκριμένα αποτελέσματα της δραστηριότητάς τους, το φορολογικό καθεστώς που είναι το πλέον συμφέρον γι’ αυτούς.

48 Πλην όμως, η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη διαφορετική μεταχείριση, από απόψεως ΦΠΑ, των υποκειμένων στον φόρο που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση και, επομένως, σε ανταγωνισμό μεταξύ τους.

49 Κατά συνέπεια, η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας και, γενικότερα, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποκειμένων στον φόρο δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν χορηγεί απαλλαγή από τον ΦΠΑ στους υποκειμένους στον φόρο που παρέλειψαν να επιλέξουν ένα από τα καθεστώτα απαλλαγών κατά το χρονικό σημείο υποβολής της δηλώσεως ενάρξεως της οικονομικής τους δραστηριότητας, έστω και αν το προϊόν της δραστηριότητάς τους δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που παρέχει δικαίωμα απαλλαγής για τις μικρές επιχειρήσεις.

50 Τρίτον, επισημαίνεται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου πρέπει να τηρείται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης αλλά και από τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των εξουσιών που τους παρέχουν οι οδηγίες της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Ιουλίου 2015, Salomie και Oltean, C‑183/14, EU:C:2015:454, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

51 Η αρχή αυτή επιτάσσει να μην μπορεί επ’ αόριστον να τίθεται εν αμφιβόλω η φορολογική κατάσταση του υποκειμένου στον φόρο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Fatorie, C‑424/12, EU:C:2014:50, σκέψη 46).

52 Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι της προσωπικής απαλλαγής από τον φόρο δεν οφείλουν ΦΠΑ και ότι, επομένως, δεν χρειάζεται να τον μετακυλίσουν στους πελάτες τους, ενδέχεται να είναι αναγκαίο οι φορολογικές αρχές να γνωρίζουν εκ των προτέρων τους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι επέλεξαν αυτό το καθεστώς απαλλαγής.

53 Κατά συνέπεια, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία είναι σύμφωνη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

54 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση αποκλείουσα την εφαρμογή ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ το οποίο προβλέπει απαλλαγή για τις μικρές επιχειρήσεις –θεσπισθέντος σύμφωνα με τις διατάξεις του τμήματος 2 του κεφαλαίου 1 του τίτλου XII της οδηγίας περί ΦΠΑ– στην περίπτωση υποκειμένου στον φόρο ο οποίος πληροί όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, πλην όμως δεν άσκησε τη δυνατότητα επιλογής της εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος κατά το χρονικό σημείο υποβολής στη φορολογική αρχή δηλώσεως περί ενάρξεως ασκήσεως της οικονομικής δραστηριότητάς του.

Επί των δικαστικών εξόδων

55 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση αποκλείουσα την εφαρμογή ειδικού καθεστώτος φόρου προστιθέμενης αξίας το οποίο προβλέπει απαλλαγή για τις μικρές επιχειρήσεις –θεσπισθέντος σύμφωνα με τις διατάξεις του τμήματος 2 του κεφαλαίου 1 του τίτλου XII της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας– στην περίπτωση υποκειμένου στον φόρο ο οποίος πληροί όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, πλην όμως δεν άσκησε τη δυνατότητα επιλογής της εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος κατά το χρονικό σημείο υποβολής στη φορολογική αρχή δηλώσεως περί ενάρξεως ασκήσεως της οικονομικής δραστηριότητάς του.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1098/2018 Κοινοποίηση της αριθμ. 30/2017 γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α’ Τακτικής Ολομέλειας) σχετικά με την επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 στους μισθούς και τις εν γένει αποδοχές των υπάλληλων του ΝΑΤΟ

Αθήνα, 23 Μαΐου 2018
ΠΟΛ:1098/23-05-2018

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ά’

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ.: 101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Μ. Φίλιππα
Τηλέφωνο: 210 – 33.75.318
ΦΑΞ: 210 – 33.75.001

ΠΟΛ 1098/2018

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση της αριθμ. 30/2017 γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α’ Τακτικής Ολομέλειας) σχετικά με την επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 στους μισθούς και τις εν γένει αποδοχές των υπάλληλων του ΝΑΤΟ.

Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας κοινοποιούμε την αριθμ. ΝΣΚ 30/2017 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α’ Τακτικής Ολομέλειας), που έγινε αποδεκτή από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με την οποία, οι υπάλληλοι του ΝΑΤΟ, που είναι Έλληνες υπήκοοι ή φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και υπάγονται στις κατηγορίες «διεθνές προσωπικό» του Οργανισμού της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού και «πολιτικό προσωπικό» συμμαχικού Στρατηγείου, δεν υπόκεινται στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 για τους μισθούς και τις εν γένει αποδοχές που λαμβάνουν από το ΝΑΤΟ.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 75/2018 Κατάργηση της ειδικής διάταξης για χορήγηση άδειας στους υπαλλήλους του Δημοσίου που εργάζονται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ υπ’ αριθμόν 75/2018

ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Ε’ Τμήματος

Συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2018

Σύνθεση:
Πρόεδρος: Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ.
Μέλη: Κωνσταντίνος Γεωργάκης, Βασιλική Πανταζή, Δημήτριος Αναστασόπουλος, Ελένη Σβολοπούλου, Δημήτριος Μακαρονίδης, Σταύρος Σπυρόπουλος και Γεώργιος Γρυλωνάκης, Νομικοί Σύμβουλοι.
Εισηγητής: Θεόδωρος Στριλάκος, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.
Αριθμός Ερωτήματος: Το με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΔΑΔ/Φ.53β/608/οικ.44254/22-12-2017 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, Τμήμα Πειθαρχικής Ευθύνης και Δεοντολογίας.
Περίληψη Ερωτήματος: Ερωτάται εάν, μετά την έναρξη ισχύος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, με την οποία καταργήθηκε η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007, η οποία προέβλεπε τη χορήγηση αδείας στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οι οποίοι χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή, πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα και η σχετική διάταξη της με αριθμό 130558/1989 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που κυρώθηκε από τον χρόνο έκδοσής της με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990, που προέβλεπε τη χορήγηση άδειας στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α..

Επί του ως άνω ερωτήματος, το Ε’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, γνωμοδότησε ομόφωνα ως ακολούθως:

ΙΣΤΟΡΙΚΟ:

1. Η Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, Τμήμα Πειθαρχικής Ευθύνης και Δεοντολογίας, με το με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΔΑΔ/Φ.53β/608/οικ.44254/22-12-2017 έγγραφό της, υπέβαλε προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το ακόλουθο ερώτημα:

2. Με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990, κυρώθηκε αναδρομικά από τον χρόνο της έκδοσής της η με αριθμό 130558/12-6-1989 (ΦΕΚ 471 Β’/ 16-6-1989) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με την ΚΥΑ αυτή, θεσπίστηκε, μεταξύ άλλων, και η χορήγηση στους εργαζόμενους στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, μία ημέρα άδειας μετ’ αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου.
Στη συνέχεια, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 (Κώδικας Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.), η άδεια αυτή επεκτάθηκε σε όλους τους υπαλλήλους που χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολούνται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ωρών την ημέρα.

3. Τελικώς, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, καταργήθηκε η προβλεπόμενη από την παράγραφο 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 άδεια, καθώς και κάθε άλλη διάταξη η οποία ρύθμιζε το ίδιο θέμα, για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ..

Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται εάν, μετά την έναρξη ισχύος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, με την οποία καταργήθηκε η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007, πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα και η σχετική διάταξη της με αριθμό 130558/1989 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που κυρώθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990.

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ:

4. Οι ενδιαφέρουσες εν προκειμένω διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ν. 1505/1984, όριζαν τα ακόλουθα:
«Επιδόματα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας.
1…..2……3. Με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί μέσα σε ένα χρόνο από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, έπειτα από γνώμη ειδικής επιτροπής που θα συσταθεί με απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών στην οποία θα συμμετέχουν και δύο (2) εκπρόσωποι της ΑΔΕΔΥ, θα θεσπιστούν άλλα μέτρα προστασίας των εργαζομένων σε ανθυγιεινές ή επικίνδυνες απασχολήσεις ή χώρους, ανεξάρτητα του αν είναι ή όχι δικαιούχοι των επιδομάτων της παρ. 1 του άρθρου αυτού……..».
Τα άρθρα 1 έως και 27 του ν. 1505/1984 καταργήθηκαν αργότερα με τη διάταξη του άρθρου 31 περίπτωση α του ν. 2470/1997 «Ενιαίο Μισθολόγιο προσωπικού Δημ. Διοίκησης».
Η προβλεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις Επιτροπή, όπως προκύπτει από το με αριθμό 12/23-5-1989 Πρακτικό συνεδρίασης αυτής, εξέτασε το θέμα της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας για τους εργαζόμενους στα Κέντρα Πληροφορικής και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι επιβάλλεται να ληφθούν μέτρα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., για τους υπαλλήλους που εργάζονται μπροστά από οθόνες οπτικής απεικόνισης (Ο.Ο.Α.). Ειδικότερα, πρότεινε μεταξύ άλλων και τη χορήγηση δύο διαλειμμάτων διάρκειας 20 λεπτών το καθένα για τους εργαζόμενους κατά πλήρες ωράριο σε Ο.Ο.Α..

5. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, εκδόθηκε η με αριθμό 130558/12-6-1989 (ΦΕΚ 471 / τ.Β’ της 16-6-1989) Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία στη συνέχεια κυρώθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990, οι διατάξεις του οποίου όρισαν τα εξής:
«Άρθρο 21
Κυρώνεται από τότε που εκδόθηκε η αριθ. 130558/12-6-1989 (ΦΕΚ 471/τ.Β’ της 16-6-1989) απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το κείμενο της οποίας έχει ως εξής: «ΚΟΙΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΕΘΝ. ΑΜΥΝΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του Ν. 1558/85 “Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα” (ΦΕΚ 177/Α/85).
2. Την γνώμη της Ειδικής Επιτροπής που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 1505/84. Την ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων για βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.
Αποφασίζουμε:
1. Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ’ αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζόμενου. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να ασκηθεί εντός του συγκεκριμένου διμήνου άλλως χάνεται…………..7………….Η απόφαση αυτή που θα κυρωθεί με νόμο να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.».
6 . Η χορήγηση της άδειας αυτής γενικεύθηκε στη συνέχεια, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 « Κώδικας Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», οι οποίες όριζαν τα ακόλουθα:
«6. Υπάλληλος ο οποίος χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολείται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας δικαιούται μηχανογραφική άδεια, μετά πλήρων αποδοχών, μίας (1) ημέρας ανά δίμηνο. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά μέσα στο δίμηνο το οποίο αφορά. Εφόσον η άδεια αυτή δεν εξαντληθεί στο διάστημα αυτό, δεν μεταφέρεται ούτε καταβάλλεται αποζημίωση στον υπάλληλο.
7. Λοιπές άδειες που προβλέπονται από κείμενες Ειδικές διατάξεις διατηρούνται.».
Τελικά, η παράγραφος 6 του πιο πάνω άρθρου καταργήθηκε και η παράγραφος 7 αυτού αναριθμήθηκε σε 6 με το άρθρο 1 του Ν.4210/2013 (ΦΕΚ Α’ 254/21.11.2013) με το οποίο ορίζεται ότι:
«1. Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) καταργούνται. Κάθε διάταξη που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα με τις ως άνω καταργούμενες διατάξεις και αφορά υπαλλήλους ή λειτουργούς του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού παύει να ισχύει.
2. Η παρ. 7 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) αναριθμείται σε παράγραφο 6.».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ:

7. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που εστάλησαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τις σχετικές απόψεις που διετύπωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Πληροφορικής, συνάγονται τα ακόλουθα:

8. Στο πλαίσιο του προβληματισμού της Διοίκησης, για τη λήψη μέτρων προστασίας των χρηστών, κατά την περίοδο που άρχισαν να χρησιμοποιούνται προσωπικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές στα Κέντρα Πληροφορικής, συνεδρίασε η τότε αρμόδια επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ν. 1505/1984, η οποία, στο από 23-5-1989 πρακτικό συνεδρίασής της, κατέληξε σε δέσμη προτάσεων για μέτρα προστασίας υπαλλήλων που εργάζονταν μπροστά σε οθόνες οπτικής απεικόνισης. Χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για χορήγηση άδειας, προτείνει, μεταξύ άλλων, να χορηγούνται δύο 20λεπτα διαλείμματα ημερησίως στους εργαζόμενους κατά πλήρες ωράριο.
Στη συνέχεια, εκδίδεται η με αριθμό 130558/12-6-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία, αφού έλαβε υπ’ όψιν και τη γνώμη της πιο πάνω Ειδικής Επιτροπής, έλαβε συγκεκριμένα μέτρα για την βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., θεσπίζοντας για πρώτη φορά και την επίμαχη ειδική άδεια.
Όταν, αρκετά χρόνια αργότερα, η χρήση προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει πλέον γενικευθεί στις δημόσιες υπηρεσίες, ο νομοθέτης θεσπίζει για όλους τους υπαλλήλους του Δημόσιου Τομέα, οι οποίοι χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολούνται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας, μηχανογραφική άδεια, η οποία έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την χορηγηθείσα από την με αριθμό 130558/12-6-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση (μία ημέρα άδειας μετ’ αποδοχών ανά δίμηνο και χωρίς δικαίωμα μεταφοράς). Η άδεια αυτή θεσπίζεται με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007). Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3527/2007, η συγκεκριμένη ειδική άδεια μνημονεύεται στην παράγραφο 11, υπό τον τίτλο « Κίνητρα για την εξοικείωση των υπαλλήλων με τις νέες τεχνολογίες».
Απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, το Γ ‘ Τμήμα του Ν.Σ.Κ., με την με αριθμό 401/2007 γνωμοδότησή του (η οποία έχει γίνει αποδεκτή από τον αρμόδιο Υπουργό Εσωτερικών, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.64β/328/29771/20-11-2007 έγγραφο του Υπουργείου αυτού), απεφάνθη ότι η άδεια που προβλέπεται από την παρ. 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., ταυτίζεται εννοιολογικά και προδήλως αποτελεί επέκταση της μηχανογραφικής άδειας, η οποία είχε ήδη χορηγηθεί στους εργαζομένους στα Μηχανογραφικά Κέντρα με την με αριθμό 130558/12-6-1989 Κ.Υ.Α. και επομένως δεν μπορούσε να χορηγηθεί επιπλέον αυτής.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 4210/2013, καταργήθηκαν οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007 και ορίστηκε με κατηγορηματικό τρόπο, ότι καταργείται κάθε διάταξη που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα με τις ως άνω διατάξεις και αφορά υπαλλήλους ή λειτουργούς του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Η αιτιολογική έκθεση επί της διατάξεως αυτής ανέφερε τα ακόλουθα: «Καταργείται η «ειδική» άδεια για χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή δικαιούνταν «ειδική» άδεια 6 ημέρες / χρόνο (1 ημέρα / δίμηνο). Πέραν του στρεβλού τρόπου χορήγησής της, η συγκεκριμένη άδεια, αποτελεί και μία αναχρονιστική πρόβλεψη του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα η οποία δεν συνάδει με το σύγχρονο προφίλ της Δημόσιας Διοίκησης όπου οι χρήστες υπολογιστή αποτελούν πλέον τη συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων και δεν αποτελεί ουσιαστικά κίνητρο γνώσης και χρήσης υπολογιστών. Παράλληλα με την εν λόγω πρόβλεψη εξοικονομείται σημαντικός αριθμός ανθρωποωρών και ενισχύεται η παραγωγικότητα στο δημόσιο τομέα.».

9. Εξάλλου, με το ΠΔ 398/1994 «ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 90|270|ΕΟΚ» μεταφέρθηκε, στην ελληνική έννομη τάξη η ως άνω οδηγία, η οποία αποτελεί την πέμπτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ και καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής καταγραφής, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 (αρθ. 1 παρ. 1 της οδηγίας).
Με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ΠΔ 398/1994 ορίζεται, ότι το διάταγμα αυτό καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης, όπως αυτές ορίζονται στο αρθ. 2, ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας, στον οποίο κατατάσσονται, επιπλέον των γενικών διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας που ισχύουν κάθε φορά. Αντίστοιχα, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 της ως άνω οδηγίας ορίζεται ότι η οδηγία αυτή καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής απεικόνισης, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 και ότι οι διατάξεις της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ εφαρμόζονται πλήρως σ” ολόκληρο τον τομέα που αναφέρεται στην παρ. 1 με την επιφύλαξη των δεσμευτικότερων ή/και πιο ειδικών διατάξεων που περιέχει η οδηγία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρθ. 2 αριθ. 3 του διατάγματος και για τους σκοπούς αυτού, νοείται ως (α) οθόνη οπτικής απεικόνισης κάθε αλφαριθμητική ή γραφική οθόνη που αποτελεί τμήμα εξοπλισμού επεξεργασίας, αναπαραγωγής ή οπτικής παρουσίασης στοιχείων ανεξάρτητα από την χρησιμοποιούμενη μέθοδο και (β) εργαζόμενος κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων, ο οποίος χρησιμοποιεί τακτικά και κατά ένα μη αμελητέο τμήμα της κανονικής του εργασίας οθόνη οπτικής απεικόνισης.
Με το άρθρο 7 της Οδηγίας αυτής ορίζεται ως ελάχιστη προδιαγραφή ασφαλείας και υγείας για την εργασία αυτή ότι ο εργοδότης υποχρεούται να σχεδιάζει την δραστηριότητα του εργαζομένου, κατά τρόπο ώστε η καθημερινή εργασία σε οθόνη να διακόπτεται περιοδικά με διαλείμματα ή αλλαγές δραστηριότητας που θα περιορίζουν τον φόρτο εργασίας στην οθόνη. Η πρόβλεψη αυτή της Οδηγίας δεν αφορά σε ημερήσια άδεια, αλλά σε ολιγόλεπτες ενδιάμεσες διακοπές της ημερήσιας εργασίας, οι οποίες μάλιστα προβλέπονται εναλλακτικά, μπορούν δηλαδή να υποκαθίστανται από αντίστοιχες ενδιάμεσες αλλαγές της δραστηριότητας του εργαζομένου σε άλλες, εκτός οθόνης, εργασίες. Αντίστοιχα, με το άρθρο 8 παρ. 1 του ως άνω ΠΔ 398/1994, και για την εφαρμογή της προαναφερθείσης διάταξης του άρθρου 7 της Οδηγίας, ορίζεται ότι « ο εργοδότης υποχρεούται να σχεδιάζει την δραστηριότητα του εργαζομένου κατά τρόπον ώστε η καθημερινή εργασία σε οθόνες οπτικής απεικόνισης να διακόπτεται περιοδικά με διαλείμματα ή αλλαγές δραστηριότητας, που θα περιορίζουν τον φόρτο εργασίας στην οθόνη οπτικής απεικόνισης σύμφωνα με το παράρτημα I του άρθρου 11». Στο άρθρο 4 του παραρτήματος αυτού, (το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος) ορίζεται αναλυτικότερα ότι: « 4.1. Εφόσον δεν είναι εφικτό να οργανώνεται η εργασία με τέτοιο τρόπο ώστε φυσιολογικά να μπορεί ο εργαζόμενος να την εναλλάσσει με άλλες μορφές εργασίας, είναι χρήσιμο να εξασφαλίζονται στον εργαζόμενο διαλείμματα εργασίας ανά δίωρο, ανάλογα με το είδος της εργασίας. Σε καμιά περίπτωση τα διαλείμματα αυτά δεν πρέπει να συσσωρεύονται. 4.2. Ο χρόνος απομάκρυνσης του εργαζομένου από τη θέση εργασίας με οθόνες οπτικής απεικόνισης (είτε για διάλειμμα εργασίας είτε για αλλαγή δραστηριότητας) μπορεί να είναι έως 15 λεπτά ανά δίωρο».
Από τις παραπάνω διατάξεις του ΠΔ 398/1994 και της οδηγίας 90/270/ΕΟΚ, που μεταφέρθηκε με αυτό στην εσωτερική έννομη τάξη, συνάγεται σαφώς, ότι με αυτές προβλέπεται, ως ελάχιστη προδιαγραφή ασφαλείας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης, η διακοπή της εργασίας αυτής είτε με αλλαγή δραστηριότητας του εργαζομένου, και μάλιστα κατά κύριο λόγο και πρωταρχικά, είτε εναλλακτικά, εφόσον δηλ. δεν είναι εφικτή η αλλαγή αυτή, με διαλείμματα, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος απομάκρυνσης του εργαζομένου από την θέση εργασίας με οθόνες οπτικής απεικόνισης μπορεί να είναι έως 15′ ανά δίωρο. Ειδικότερα, τα προβλεπόμενα ως άνω διαλείμματα διαφέρουν κατά την φύση και τον σκοπό τους από την επίμαχη ανά δίμηνο ημερήσια άδεια και επομένως δεν έχουν σχέση με αυτήν, η διαφοροποίηση δε αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι αποκλείεται ρητά η συσσώρευση των διαλειμμάτων αυτών, απαγορεύεται δηλ. ο συνυπολογισμός τους ώστε ν’ αποτελέσουν χρονικά ημερήσια άδεια. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, ως ελάχιστη προδιαγραφή ασφαλείας και υγείας όλων αδιακρίτως των εργαζομένων με οθόνες οπτικής απεικόνισης και προς αντιμετώπιση ειδικά των κινδύνων από την εργασία μπροστά σε τέτοιες οθόνες προβλέπεται μόνον είτε η αλλαγή δραστηριότητας (εργασία εκτός οθόνης) είτε η διακοπή της εργασίας αυτής με διαλείμματα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις ανά δίωρο ημερήσιας εργασίας και μέχρι 15′, και όχι η χορήγηση αδείας μίας ημέρας (με αποδοχές) ανά δίμηνο. Και τούτο διότι το μέτρο αυτό και μόνο θεσπίζεται με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΠΔ 398/1994 για την εφαρμογή των αντιστοίχων ρυθμίσεων της Οδηγίας 90/270/ΕΟΚ που αποτελεί την 5η ειδική οδηγία της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, η οποία συνιστά γενική οδηγία-πλαίσιο, ώστε ούτε από τις διατάξεις της τελευταίας και του ΠΔ 17/1996, που την μετέφερε στην ελληνική έννομη τάξη, μπορεί να συναχθεί η καθιέρωση τέτοιας αδείας, αφού οι σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις αυτής, ως οδηγίας πλαισίου, εξειδικεύθηκαν και περιορίσθηκαν στην καθιέρωση υποχρέωσης αλλαγής δραστηριότητας ή της διακοπής της εργασίας με ολιγόλεπτα διαλείμματα κατά την διάρκεια της ημερήσιας εργασίας (ad hoc Ολομ ΑΠ 31/2009).

10. Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα και συνοψίζοντας αυτά:

Α) Η σαφής, καθολική και κατηγορηματική διατύπωση που επέλεξε ο νομοθέτης για την καταργητική διάταξη του άρθρου 1 του ν. 4210/2013 («Κάθε διάταξη που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα»), φανερώνει την βούλησή του να καταργήσει για τους υπαλλήλους των Μηχανογραφικών Κέντρων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. την ειδική άδεια που είχε θεσπιστεί με την με αριθμό 130558/12-6-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση, ακόμη κι αν γίνει δεκτό, ότι η άδεια αυτή δεν είχε ήδη καταργηθεί πριν την ισχύ του άρθρου 1 του ν. 4210/2013.

Β) Η κατάργηση αυτή δεν αντίκειται στις ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, στις οποίες δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόβλεψη ειδικής άδειας για τους υπαλλήλους που εργάζονται μπροστά σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή. Εξάλλου, καμία τέτοια πρόταση δεν έγινε ούτε με το υπ’ αριθμόν 12/23-5-1989 Πρακτικό συνεδρίασης της Ειδικής Επιτροπής της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ν. 1505/1984, που αφορούσε την λήψη μέτρων προστασίας για τους εργαζόμενους αυτούς. Επομένως, ούτε για τους εμπειρογνώμονες της Ειδικής Επιτροπής, ούτε για τον Εθνικό, ούτε και για τον Κοινοτικό Νομοθέτη, η συγκεκριμένη ειδική άδεια αποτελούσε ενδεδειγμένο μέτρο προστασίας της υγείας των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

11. Κατόπιν των ανωτέρω, η απάντηση του Ε’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους επί του τεθέντος ερωτήματος, είναι ότι, μετά την έναρξη ισχύος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4210/2013, με την οποία καταργήθηκε η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007, η οποία προέβλεπε τη χορήγηση αδείας στους υπαλλήλους του Δημοσίου, τους χειριζόμενους ηλεκτρονικό υπολογιστή, πρέπει σε κάθε περίπτωση να θεωρείται ως καταργηθείσα και η σχετική διάταξη της με αριθμό 130558/1989 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που κυρώθηκε από τον χρόνο έκδοσής της με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990 και προέβλεπε τη χορήγηση άδειας στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής.

ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ

Αθήνα 7-5-2018

Η Πρόεδρος του Τμήματος
Μεταξία Ανδροβιτσανέα
Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ.

Ο Εισηγητής

Θεόδωρος Στριλάκος
Πάρεδρος του Ν.Σ.Κ.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner