ΠΟΛ.1197/2016 Φορολογική μεταχείριση των δαπανών που καταβάλλονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο ή που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης ιγ’ του άρθρου 23 του ν.4172/2013, όπως ισχύουν

Αθήνα, 22 Δεκεμβρίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Α. ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ Β’, Α’

Ταχ. Δ/νση : Κ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας : 101 84 Αθήνα
Πληροφορίες :
Τηλέφωνο :210 – 3375312
FAX :210 – 3375001
E-Mail:[email protected]

Β. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΕΘΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
ΤΜΗΜΑ Γ’ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ταχ. Δ/νση:Κ. Σερβίας 8
Ταχ. Κώδικας:101 84 Αθήνα
Πληροφορίες:Γ. Καπασάκη
Τηλέφωνο:210 – 3375857
FAX:210 – 3375854
E-Mail:[email protected]

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ

ΠΟΛ 1197/2016
ΘΕΜΑ: «Φορολογική μεταχείριση των δαπανών που καταβάλλονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο ή που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης ιγ’ του άρθρου 23 του ν.4172/2013, όπως ισχύουν.»

Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Με τις διατάξεις της περ. ιγ’ του άρθρου 23 του ν.4172/2013 (ΦΕΚ Α’ 167), οι οποίες έχουν επανέλθει σε ισχύ ως αρχικώς είχαν τεθεί με το ν.4172/2013, καθώς οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν.4321/2015 (ΦΕΚ Α’ 32), με τις οποίες είχε τροποποιηθεί η περ. ιγ’ του άρθρου 23 του ν.4172/2013, καταργήθηκαν από τότε που ίσχυσαν με τις διατάξεις της υποπερ. ζ’ της περ. 11 της υποπαρ. Δ.1. της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α’ 94) (σχετ. η ΠΟΛ.1217/24.9.2015 εγκύκλιος), ορίζεται ότι δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο ή που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του Κ.Φ.Ε., εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή (μαχητό τεκμήριο). Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν αποκλείει την έκπτωση των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος – μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., εφόσον υπάρχει η νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ελλάδας και αυτού του κράτους – μέλους.

2. Επομένως, οι δαπάνες που καταβάλλονται σε φορολογικό κάτοικο κράτους το οποίο, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 65, χαρακτηρίζεται ως κράτος μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς δεν εκπίπτουν κατ’ αρχήν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή, και επιπλέον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 22 και 23.

Αντιθέτως, οι δαπάνες που καταβάλλονται σε φορολογικό κάτοικο κράτους – μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., το οποίο χαρακτηρίζεται με βάση τις ίδιες διατάξεις ως κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς και με το οποίο υπάρχει η νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ελλάδας και αυτού του κράτους – μέλους, κατ’ αρχήν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, εφόσον πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013 για την εκπεσιμότητα των δαπανών. Σε περίπτωση όμως αμφισβήτησης, η αρμόδια ελεγκτική αρχή απευθύνει τεκμηριωμένο αίτημα διοικητικής συνδρομής μέσω της αρμόδιας Δ/νσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Τμήμα Γ’ Διεθνούς Διοικητικής Συνεργασίας και αν από τη διενεργούμενη από τη Φορολογική Διοίκηση ανταλλαγή πληροφοριών αποδεικνύεται ότι οι σχετικές δαπάνες δεν αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή, οι εν λόγω δαπάνες δεν αναγνωρίζονται τελικώς για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των πιο πάνω επιχειρήσεων.

Ως νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών νοούνται οι διατάξεις του άρθρου του σχετικού με την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών των Συμβάσεων για την αποφυγή της Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος (ΣΑΔΦ) σε ισχύ, των διατάξεων της Συμφωνίας Ανταλλαγής Πληροφοριών σχετικά με φορολογικά θέματα μεταξύ Ελλάδας – Γκέρνσεϋ (ν.4240/2014, ΦΕΚ Α’ 47), των διατάξεων της Κοινής Σύμβασης Συμβουλίου της Ευρώπης – ΟΟΣΑ για την αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα (ν.4153/2013, ΦΕΚ Α’ 116), και τέλος των διατάξεων της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (ν.4170/2013, ΦΕΚ Α’ 163) όπως έχει τροποποιηθεί με τον ν.4378/2016 (ΦΕΚ Α’ 55) και ισχύει.

3. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τον φορολογικό έλεγχο ότι οι υπόψη συναλλαγές είναι πραγματικές και συνήθεις και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών, εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό την φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι αυτές πραγματικά έχουν λάβει χώρα και ότι έχουν αποφέρει πραγματικό οικονομικό όφελος στην ελεγχόμενη επιχείρηση που πραγματοποίησε τις σχετικές δαπάνες (αγορές αγαθών, παροχή υπηρεσιών, κ.λπ.).
Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα στοιχεία:
α) – ύπαρξη εμπορικής συμφωνίας ή σύμβασης έργου με την αλλοδαπή εταιρεία, που να ορίζει τους όρους της συναλλαγής (αντικείμενο, διάρκεια, τίμημα, τρόπους πληρωμής και υποχρεώσεις των μελών) η οποία να έχει καταχωρηθεί στην Κατάσταση Συμφωνητικών της παρ. 16 του άρθρου 8 του ν.1882/1990, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται με την αριθμ. 1065606/7222/ΔΕ-Β/18.7.2000 (ΦΕΚ 951 Β731.7.2000) Α.Υ.Ο., όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει,
– καταβολή του τιμήματος αγοράς σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου (τιμολόγια και τραπεζικά εμβάσματα),
– πραγματική μεταφορά και λήψη των αγαθών (CMR, φορτωτικές, τελωνειακά έγγραφα από τα οποία προκύπτει η είσοδος των αγαθών στο εσωτερικό της χώρας) ή την πραγματική παροχή των υπηρεσιών (π.χ. πρωτόκολλο ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου, παραδοτέα έγγραφα).
β) η αλλοδαπή εταιρεία να πραγματοποιεί ουσιαστική επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη, δηλαδή:
– να έχει αποδεδειγμένα φυσική υπόσταση στη χώρα εγκατάστασής της (έδρα ή μόνιμη εγκατάσταση, μόνιμα απασχολούμενο προσωπικό, ενεργό Α.Φ.Μ./VIES εφόσον πρόκειται για φορολογικό κάτοικο άλλου κράτους – μέλους, κ.λπ.). Ισολογισμοί της αλλοδαπής εταιρείας και στοιχεία σχετικά με την οργάνωσή της δεν θεωρούνται από μόνα τους επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, μπορεί ωστόσο να αποτελέσουν ενδείξεις για την υπόσταση των εν λόγω επιχειρήσεων στη χώρα εγκατάστασης τους.
– να φορολογείται στην αλλοδαπή χώρα στην οποία έχει την έδρα της και όχι απλώς να είναι φορολογικός κάτοικος της χώρας αυτής.
γ) η δαπάνη να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013 και να μην αποτελεί μη εκπιπτόμενη επιχειρηματική δαπάνη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 23 του ίδιου νόμου.
Διευκρινίζεται ότι τα αναφερόμενα πιο πάνω είναι ενδεικτικά και όχι περιοριστικά και συνεπώς ο φορολογικός έλεγχος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τυχόν άλλα στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος και τα οποία κρίνονται ικανά να υποστηρίξουν ότι οι υπό εξέταση συναλλαγές είναι πραγματικές και συνήθεις και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών, εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό την φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή.

4. Όσον αφορά στο θέμα του πραγματικού οικονομικού οφέλους που αποφέρει μια συναλλαγή με εταιρεία της αλλοδαπής, αυτό μπορεί να εκτιμηθεί εάν εξετασθούν ενδεικτικά τα ακόλουθα στοιχεία:
α) οι τιμές αγοράς των προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως αυτές προκύπτουν από συγκριτική οικονομική ανάλυση για ομοειδή προϊόντα άλλων επιχειρήσεων, φορολογικών κατοίκων σε συνεργάσιμα κράτη ή κράτη που δεν υπόκεινται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Αν η τιμή των αγοραζόμενων αγαθών ή υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων και των παρεπόμενων εξόδων, π.χ. μεταφορικών, εξόδων ασφάλειας και αποθήκευσης) από τα μη συνεργάσιμα ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτη είναι κατώτερη από τις τιμές των αγαθών ή των υπηρεσιών που παρέχονται από επιχειρήσεις συνεργάσιμων κρατών, τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτυγχάνεται οικονομικό όφελος για την ημεδαπή επιχείρηση. Η ανάλυση αυτή θα μπορούσε να επεκταθεί και στη διερεύνηση άλλων παραγόντων, από τους οποίους αποδεικνύεται ότι η συναλλαγή με τα μη συνεργάσιμα ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτη έχει περισσότερα πλεονεκτήματα από παρόμοιες συναλλαγές με προμηθευτές από άλλες χώρες της ίδιας ή διαφορετικής γεωγραφικής περιοχής (π.χ. χρόνος μεταφοράς των αγαθών, οργάνωση προμηθευτή, κ.λπ.),
β) αγορά προϊόντων ή πρώτων υλών από μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος (π.χ. Μαλαισία, κ.λπ.) λόγω μη παραγωγής τους σε χώρα που θεωρείται συνεργάσιμη ή χωρίς προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Επίσης, λήψη υπηρεσιών από μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος, οι οποίες βάσει των δεδομένων της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών συνήθως παρέχονται από εταιρείες σε τέτοια κράτη (π.χ. υπηρεσίες θαλάσσιας μεταφοράς από ναυτιλιακές εταιρίες του Παναμά),
γ) αν η τιμή αγοράς του προϊόντος (π.χ. καφέ) είναι η ίδια με την τιμή κλεισίματος αυτού σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, τότε η δαπάνη αγοράς του πρέπει να αναγνωρίζεται προς έκπτωση, έστω και αν πραγματοποιείται από επιχείρηση με έδρα σε μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση η αγορά από το υπόψη κράτος δεν συνεπάγεται υπερτιμολόγηση.
Επίσης, ειδικά για τα αεροσκάφη που είναι νηολογημένα σε κράτη μη συνεργάσιμα ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς και μισθώνονται από ημεδαπές αεροπορικές εταιρείες ή υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών εγκατεστημένα στην Ελλάδα, τα μισθώματα αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται ως δαπάνη του μισθωτή (φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας), καθόσον οι εταιρείες από τις οποίες μπορεί κανείς να μισθώσει τέτοια εμπορικά αεροσκάφη είναι περιορισμένες και ανήκουν συνήθως στις κατασκευάστριες και με την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτει μεγάλη διαφοροποίηση σε σχέση με τα μισθώματα που καταβάλλουν άλλες αεροπορικές εταιρείες για τα ίδια τύπου και ηλικίας αεροσκάφη.
Τέλος, επισημαίνεται ότι οι δαπάνες αγοράς αγαθών, λήψης υπηρεσιών, κ.λπ. από εταιρείες με έδρα σε μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος δεν εμπίπτουν στις προαναφερθείσες διατάξεις, όταν καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους στην αλλοδαπή, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται η τήρηση ειδικών φακέλων, προκειμένου για την τεκμηρίωση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών (άρθρο 21 του ν.4174/2013).
Επισημαίνεται ότι τα μη συνεργάσιμα κράτη της παρ. 3 του άρθρου 65 του ν.4172/2013 και τα κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς των παρ. 6 και 7 του ίδιου άρθρου και νόμου καθορίστηκαν, για το φορολογικό έτος 2014, με τις αριθ. ΔΟΣ Γ 1039110 ΕΞ 2014/4.3.2014 (ΦΕΚ Β’ 570) και Δ12 1039188 ΕΞ 2014/4.3.2014 (ΦΕΚ Β’ 570) αποφάσεις του Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομικών, αντίστοιχα, και για το φορολογικό έτος 2015, με τις ΠΟΛ.1279/29.12.2015 (ΦΕΚ Β’ 2905) και ΠΟΛ.1277/29.12.2015 (ΦΕΚ Β’ 2905) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, αντίστοιχα.

5. Οι διατάξεις της περ. ιγ’ του άρθρου 23 του ν.4172/2013 ισχύουν για δαπάνες που αφορούν φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1192/2016 Λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης (άρθρο 49 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ.)

Αθήνα, 20 Δεκεμβρίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ
ΤΜΗΜΑ: Β’

Ταχ. Δ/νση :Πανεπιστημίου 20
Ταχ Κωδ. :106 72-ΑΘΗΝΑ
Τηλέφωνο :210 3635439, 3614280
FAX:210 3635077

ΠΟΛ 1192/2016

ΘΕΜΑ: Λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης (άρθρο 49 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ.)

Α. Έγερση αγωγής διάρρηξης με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) -ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.

1. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 49 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.)-ν. 4174/2013 (ΦΕΚ. 170Α), ως τροποποιήθηκε και ισχύει, παρέχεται η δυνατότητα στη Φορολογική Διοίκηση (βλ. σχετ. και άρθρο 40 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ.) μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) άσκησης της αγωγής διαρρήξεως («παυλιανή αγωγή») με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 939 επ. του Α.Κ. για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση που ο φορολογούμενος προβεί σε κάθε απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 Α.Κ. Σε αυτή την περίπτωση η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση σύμφωνα με τα άρθρα 725 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.).
2. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ.: «οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους».
Με την ανωτέρω διάταξη του Α.Κ. παρέχεται η δυνατότητα στη Φορολογική Διοίκηση άσκησης της αγωγής διάρρηξης όχι μόνο για τα χρέη που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ. αλλά γενικότερα για κάθε χρέος προς το Δημόσιο.
Β. -Δικαστική μεσεγγύηση (άρθρα 725 επ. του Κ.Πολ.Δ.).
Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 49 του Κ.Φ.Δ. παρέχεται επιπροσθέτως η δυνατότητα στη Φορολογική Διοίκηση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της αγωγής διάρρηξης για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, να ζητήσει επιπλέον (μέσω του Ν.Σ.Κ.) ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση αυτών, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων 725 επ. του Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 725 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι:
«το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση……».
Σε κάθε περίπτωση όμως για την ευδοκίμηση του μέτρου της δικαστικής μεσεγγύησης θα πρέπει να υπάρχει ή να πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση ανεπίδεκτη αναβολής ώστε να είναι αναγκαία η άμεση ρύθμιση προκειμένου ν’ αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων (πχ. περαιτέρω εκποίηση του καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου ή επιβάρυνσή του με εμπράγματα βάρη) (ΜΠΑ. 1495/2009, ΜΠΑ. 4953/2011).
Στη δικαστική μεσεγγύηση το αντικείμενο παραδίδεται στον μεσεγγυούχο που θα ορίσει το δικαστήριο ενώ ο καθού (τρίτος) δεν έχει εξουσία διάθεσης αυτού (στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνση του ακινήτου με εμπράγματο δικαίωμα) και, αν πραγματοποιηθεί διάθεση, αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη έναντι του υπερού η δικαστική μεσεγγύηση.
Γ. -Διαδικασία λήψης μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης από τις αρμόδιες για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσίες.
Με την με αριθ. Δ6Α 1036682 ΕΞ 2014/25.2.2014 (ΦΕΚ. 478Β’) Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων έχει δοθεί εξουσιοδότηση υπογραφής στον κατά περίπτωση αρμόδιο για την είσπραξη της οφειλής Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ή Ελεγκτικού Κέντρου ή στον Προϊστάμενο της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης για τη λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης κατά τα ανωτέρω.
Ειδικότερα, οι ενέργειες στις οποίες θα πρέπει ενδεικτικά και κατά περίπτωση να προβαίνουν οι αρμόδιες για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσίες προκειμένου να διαπιστώσουν εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 49 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ. κατά τα ανωτέρω είναι:
• Ο έλεγχος του τελευταίου εκκαθαριστικού σημειώματος δήλωσης ακίνητης περιουσίας, του εκκαθαριστικού σημειώματος δήλωσης φορολογίας εισοδήματος καθώς και του εντύπου Ε2 για τη δήλωση μισθωμάτων ακινήτων, από τα οποία προκύπτει η συνολική περιουσία του ελεγχόμενου.
• Εάν η δηλωθείσα συνολική αξία της περιουσίας δεν επαρκεί για την αποπληρωμή της οφειλής, γίνεται σύγκριση των δηλώσεων Ε9 του οφειλέτη προηγουμένων ετών προκειμένου να εντοπιστούν τυχόν ακίνητα που δεν δηλώνονται πλέον, ελέγχεται επίσης η τυχόν υποβολή από τον οφειλέτη δηλώσεων μεταβίβασης ακινήτων, ερευνώνται τυχόν αναφορές μεταβιβάσεων ακινήτων σε συνταχθείσα έκθεση ελέγχου κ.λπ.
• Εάν από την έρευνα διαπιστωθούν μεταβιβάσεις ακινήτων που παύουν να δηλώνονται και η αρμόδια για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσία δεν έχει στα αρχεία της αντίγραφα των σχετικών συμβολαίων μεταβίβασης ή δεν έχουν υποβληθεί δηλώσεις Ε9, θα πρέπει να ζητήσει από το αρμόδιο υποθηκοφυλακείο/κτηματολογικό γραφείο αντίγραφα μερίδας/κτηματολογικού φύλλου από τα οποία μεταξύ άλλων θα προκύψει και η αιτία μεταβίβασης (επαχθής ή χαριστική) καθώς και ο χρόνος κατάρτισης της συμβολαιογραφικής πράξης προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχει παρέλθει η προθεσμία της πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για άσκηση αγωγής διάρρηξης.
• Θα πρέπει να αναζητούνται επίσης τα στοιχεία εκείνα που θεμελιώνουν τον δόλο του οφειλέτη (π.χ. η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε πριν από την απόκτηση εκτελεστού τίτλου αλλά μετά την κοινοποίηση στον φορολογούμενο εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης για προσκόμιση βιβλίων ή στοιχείων λόγω έναρξης ελέγχου ή σημειώματος διαπιστώσεων αποτελεσμάτων ελέγχου και προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή μετά την απόκτηση εκτελεστού τίτλου δόθηκε Α.Φ.Ε. για μεταβίβαση ακινήτου χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του) καθώς και τη γνώση του τρίτου κατά τη στιγμή της μεταβίβασης σύμφωνα με τα ανωτέρω [μετά από έρευνα στο μητρώο ΤΑΧΚ για ανεύρεση τυχόν συγγενικών ή επαγγελματικών σχέσεων (π.χ. προσωπικές εταιρείες-εταίροι, συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά τον Κ.Φ.Δ., διαχειριστής μονοπρόσωπης Ε.Π.Ε.- Ε.Π.Ε., κλπ) που συνδέουν τον οφειλέτη με τον τρίτο].
– Εφόσον τα στοιχεία υπόνοιας διάπραξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας από οφειλέτη του Δημοσίου είναι επαρκή, θα πρέπει άμεσα να σχηματίζεται φάκελος με όλα τα απαραίτητα έγγραφα, μεταξύ των οποίων ενδεικτικά αναφέρονται: εκτυπώσεις από το ΤΑΧΚ πίνακα χρεών του φορολογουμένου, φακέλων κατάσχεσης, στοιχείων χρέους, εκθέσεις ελέγχου, αντίγραφα μεταβιβαστικών συμβολαίων γονικής παροχής, δωρεάς, κλπ., των οποίων ζητείται η διάρρηξη, αντίγραφα χρηματικών καταλόγων, αντίγραφο μερίδας και πιστοποιητικά κτηματολογικών εγγραφών από υποθηκοφυλακεία/κτηματολόγια με καταχωρήσεις για τα τυχόν βάρη στην ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, έντυπα Ε9, και άλλων φορολογικών ή πληροφοριακών δηλώσεων, ο οποίος (φάκελος) μαζί με σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο, στο οποίο θα αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης καθώς και τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί που θεμελιώνουν τη διάπραξη του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών (δόλος και αφερεγγυότητα κλπ.), θα πρέπει να αποστέλλεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για τις περαιτέρω ενέργειες αρμοδιότητάς της προς υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
– Με δεδομένο επίσης ότι η παραγραφή του δικαιώματος διαρρήξεως για το Δημόσιο αρχίζει από τον χρόνο κατάρτισης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας από τον οφειλέτη και όχι από τον χρόνο μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου για την περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου, εφιστάται ιδιαίτερα η προσοχή στις αρμόδιες υπηρεσίες να εξετάζουν τις δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλονται από φορολογουμένους αρμοδιότητάς τους στα αρμόδια «Τμήματα Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους φορολογουμένους» καθώς και τα αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας (Α.Φ.Ε.) που εκδίδονται για μεταβιβάσεις, για την τυχόν κατάρτιση καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων που προβλέπει ο νόμος (Α.Κ. 939) και τις περαιτέρω άμεσες ενέργειές τους για τη διάρρηξή τους.
– Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που ένα χρέος αμφισβητείται διοικητικά ή δικαστικά ή τελεί σε αναστολή (νόμιμη, δικαστική ή διοικητική), η αρμόδια για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσία οφείλει να προβαίνει στην έρευνα καθώς και σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες σύμφωνα με τα ανωτέρω για τυχόν καταδολιευτικές δικαιοπραξίες οφειλετών του Δημοσίου και στη συνακόλουθη αποστολή του φακέλου στο Ν.Σ.Κ., εφόσον προκύψουν υπόνοιες διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος.

Δ. Υποβολή έγκλησης για την ποινική δίωξη του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών (Π.Κ. 397).

Ι. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.

1. Η καταδολίευση δανειστών αποτελεί και ποινικό αδίκημα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 397 Π.Κ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «1. Ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη.
2. Όμοια τιμωρείται όποιος επιχειρεί κάποια από αυτές τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη.
3. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα:
Α) για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται η ολική ή μερική ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή που επιτυγχάνεται με έναν από τους αναφερόμενους στη διάταξη τρόπους (έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό), δηλαδή: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου (στοιχείου δηλ. που υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση), β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη (ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική)-(Α.Π. 866/2010),
Β) για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται δόλος εκ μέρους του οφειλέτη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ύπαρξης συγκεκριμένης απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαίωσης της ικανοποίησης του δανειστή με την καταδολιευτική απαλλοτρίωση, πράγμα που συμβαίνει όταν το απαλλοτριωθέν αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη ή όταν τα εναπομείναντα στοιχεία μετά την απαλλοτρίωση, τα οποία είναι δεκτικά χρηματικής αποτίμησης και υποκείμενα σε κατάσχεση, δεν επαρκούν για την ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης του δανειστή. Η απαίτηση δε αυτή του δανειστή αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη και δεν απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη ή δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει προηγηθεί η αναγνώριση της απαίτησης του δανειστή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής ή να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, αλλά την ύπαρξη αυτής κρίνει παρεμπιπτόντως το δικαστήριο (Α.Π. 996/2012, Α.Π. 667/2015, Τρ.Πλημ.Λαρ.627/2012).
Η ποινικοποίηση του (πλημμεληματικού χαρακτήρα) αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών στοχεύει στην προστασία της περιουσίας του δανειστή.

2. Παραγραφή αδικήματος: Στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 117 Π.Κ. ορίζεται ρητά ότι: «όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της».
Χρόνος τέλεσης του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών επί μεταβιβάσεως ακινήτου είναι ο χρόνος μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου, αφότου δηλ. το μεταβιβασθέν καθίσταται νομικώς απρόσιτο στην αναγκαστική εκτέλεση και όχι ο χρόνος συντάξεως του, με μόνο το οποίο δεν αποξενώνεται ο οφειλέτης του περιουσιακού του στοιχείου, αφού ο δανειστής έχει τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί από αυτό ολικά ή μερικά με την επιβολή επ’ αυτού αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 502/2013 (ποιν.), ΑΠ 1082/2014 (ποιν.), ΑΠ 667/2015 (ποιν.)).

ΙΙ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΚΛΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ.

Στο άρθρο 2 του ν. 3086/2002 «Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του» (ΦΕΚ. 324α’), ως τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζεται ότι «στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ανήκει η νομική υποστήριξη του Κράτους. Στην υποστήριξη αυτή περιλαμβάνονται, ιδίως: α) η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου, β)….».
Επιπρόσθετα, στην περίπτωση στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ίδιου ως άνω Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. ρητά ορίζεται ότι: «Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. παρέχει τις εντολές για την άσκηση αγωγής, έγκλησης και κάθε άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης ή ενέργειας, καθώς και τις σχετικές με αυτές πληρεξουσιότητες, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή αρχής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής».
Επίσης, στην περίπτωση β’ του άρθρου 3 της αριθμ. ΥΠΟΙΚ 0010218 ΕΞ 2016/14.11.2016 (ΦΕΚ. 3696Β’/15-11-201ό) Απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών με θέμα: «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Υφυπουργό Οικονομικών Αικατερίνη Παπανάτσιου» ορίζεται ότι από τις αρμοδιότητες που ανατίθενται με το άρθρο 1 στην Υφυπουργό Οικονομικών εξαιρείται και παραμένει στον Υπουργό η εκπροσώπηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα της υποβολής έγκλησης για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών δεν έχει μεταβιβαστεί από τον Υπουργό Οικονομικών στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ή περαιτέρω σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης αλλά παραμένει ο ίδιος αρμόδιος ως νόμιμος εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου (σχετ. το με αριθμ. πρωτ. 111393/586093/28-08-2013 έγγραφο της κεντρικής υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ. καθώς και το με αρ. πρωτ. 125/5-03-2014 έγγραφο του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Οικονομικών).
Εφιστάται λοιπόν ιδιαίτερα η προσοχή στις αρμόδιες για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσίες για την άμεση σύσταση του φακέλου της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης κατά τα ανωτέρω λεχθέντα λόγω του σύντομου χρονικού διαστήματος υποβολής της έγκλησης, προκειμένου να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία παροχής σχετικής εντολής από τον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δημοσίου, προς τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την υποβολή έγκλησης για το ποινικό αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών (βλ. σχετ. και άρθρα 46 παρ. 1 και 42 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ), εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, καθώς και για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του Δημοσίου στη δίκη για την προάσπιση των συμφερόντων του. Μετά την έναρξη λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) η αρμοδιότητα ανήκει στον Διοικητή της αντί του Υπουργού Οικονομικών (βλ. και άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 4389/2016-ΦΕΚ. 94Α’ για τη σύσταση της Α.Α.Δ.Ε.).
Ακολουθεί, ως αναπόσπαστο μέρος της παρούσας, εγχειρίδιο με βασική θεωρία, ερμηνεία και νομολογία για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΒΑΣΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ.
– ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΡΡΗΞΕΩΣ.
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, είναι οι ακόλουθες:
1. Απαλλοτρίωση: Στην έννοια της απαλλοτρίωσης εμπεριέχεται:
• κάθε διάθεση ή εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων και των χαριστικών διαθέσεων που γίνονται χάριν ελευθεριότητας, όπως π.χ. η δωρεά και η γονική παροχή (ΑΠ 1815/2012). Υπόκεινται επομένως σε διάρρηξη οι γονικές παροχές ανεξάρτητα από το αν υπερβαίνουν ή όχι το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, άσχετα δηλ. αν αποτελούν δωρεές εν όλω ή εν μέρει δεδομένου μάλιστα ότι οι παροχές αυτές δεν αποτελούν νομική υποχρέωση των γονέων αλλά εκδήλωση ηθικού καθήκοντος (ΕφΑθ 9096/1999).
• Η άφεση χρέους (Α.Κ. 454) και η εκχώρηση απαίτησης (Α.Κ. 455 επ.), ως εκποιητικές δικαιοπραξίες, συνιστούν απαλλοτριώσεις και υπόκεινται σε αγωγή διάρρηξης.
• Η δόση αντί καταβολής (Α.Κ. 940 τρίτο εδάφιο, Α.Κ. 419). Έχει κριθεί νομολογιακά ότι η μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου αντί καταβολής, καθώς θεωρείται νέα σύμβαση, αποτελεί απαλλοτρίωση κατά την έννοια του Α.Κ. 939, υποκείμενη σε αγωγή διάρρηξης.
• Η σύσταση εμπράγματης ασφάλειας (π.χ. υποθήκη) καθώς και η παραχώρηση από τον οφειλέτη προς τον τρίτο προσημείωσης υποθήκης, με την οποία ανατρέπεται η σύμφωνα με το νόμο κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σειρά κατάταξης των δανειστών από μελλοντικά επαπειλούμενο πλειστηριασμό των ακινήτων του οφειλέτη, η μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης (π.χ. άτυπη και εικονική μεταβίβαση επιχείρησης που αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη στη σύζυγό του) καθώς και η παραίτηση του οφειλέτη από την επικαρπία υπέρ του ψιλού κυρίου του ακινήτου έχουν κριθεί από τη νομολογία ότι συνιστούν απαλλοτριώσεις κατά Α.Κ. 939, υποκείμενες σε αγωγή διάρρηξης (βλ. σχετ. Απ. Γεωργιάδη-Μ. Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ-κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος ΙV-Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 850- 852, Α.Π. 667/2015).
• Η απαλλοτρίωση από τον εγγυητή (ο οποίος ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη) που έγινε προς βλάβη του δανειστή του που είναι ο ίδιος με εκείνον του πρωτοφειλέτη, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση του δανειστή, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους του άρθρου 939 επ. του Α.Κ. (Εφ. Αθ. 3998/2007).
• Η αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση, όταν γίνεται με δόλια εκ μέρους του μισθωτή-οφειλέτη πρόκληση αφερεγγυότητάς του, στην περίπτωση δηλ. που ο οφειλέτης συνάπτει τη σύμβαση αυτή με σκοπό να μην εμφανίζεται πλέον ως κύριος των διαφόρων αντικειμένων της επιχείρησής του καθώς και με σκοπό βλάβης των δανειστών του, ενώ ταυτόχρονα παραμένει χρήστης (και «οικονομικός κύριος») των αντικειμένων αυτών αλλά και εισπράττει επιπλέον την αξία τους από την πώλησή τους στην εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης (Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο-Ειδικό μέρος, Τόμος Ι, Αθήνα 2004, Δίκαιο και Οικονομία-Π.Ν. Σάκκουλας, σελ. 510).
– Αντίθετα, δεν συνιστούν απαλλοτρίωση:
• Η καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους (Α.Κ. 940 δεύτερο εδάφιο).
• Η διάθεση από τον οφειλέτη ακατάσχετων περιουσιακών του στοιχείων.
• Η γνήσια παράλειψη κτήσεως δικαιώματος (π.χ. η παράλειψη ενάρξεως χρόνου χρησικτησίας).
• Οι υποσχετικές δικαιοπραξίες του οφειλέτη (π.χ. η στερητική αναδοχή χρέους τρίτου προσώπου από τον οφειλέτη-Α.Κ. 471). Το προσύμφωνο επίσης, ως υποσχετική δικαιοπραξία, δεν συνιστά απαλλοτρίωση. Η νομολογία ωστόσο έχει δεχθεί ότι η προσύμβαση δωρεάς αγροτικού κλήρου, κατά το χρόνο που ο δωρητής δεν είναι κύριος, με την αίρεση καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου, όταν αποκτήσει την κυριότητα, είναι έγκυρη και αποτελεί απαλλοτρίωση κατ’ άρθρο 939 Α.Κ. (Εφ. Θεσ/νίκης 1689/1979).
• Η αποδοχή βεβαρημένης κληρονομίας από τον οφειλέτη (Α.Κ. 1849, 1850) χωρίς το δικαίωμα απογραφής (Α.Κ. 1901).
• Η διάθεση από τον οφειλέτη απολύτως προσωπικού του δικαιώματος ακόμα και αν αυτό έχει σημαντικές περιουσιακές επιπτώσεις (π.χ. το δικαίωμα του κληρονόμου να αποποιηθεί την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία-Α.Κ. 1847, το δικαίωμα του δωρητή να ανακαλέσει τη δωρεά προς τον δωρεοδόχο-Α.Κ. 505, κλπ).
2. Από τον οφειλέτη: Η απαλλοτρίωση θα πρέπει να έχει συντελεστεί από τον οφειλέτη ή και μέσω αντιπροσώπου και στην περίπτωση αυτή ο δόλος κρίνεται στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου-οφειλέτη, καθώς δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 214 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία: «τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου», με σκοπό την προστασία των δανειστών. (Αυτό ισχύει στην εκούσια αντιπροσώπευση. Στην περίπτωση όμως π.χ. ανηλίκου που αντιπροσωπεύεται υποχρεωτικά από τον γονέα του, ο δόλος κρίνεται στο πρόσωπο του τελευταίου).
Σημειώνεται ότι για τον καλόπιστο τρίτο που έχει συμβληθεί με τον οφειλέτη δια αντιπροσώπου και έχει λάβει απ’ αυτόν εξ’ επαχθούς αιτίας, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση εκ μέρους του του καταδολιευτικού σκοπού του οφειλέτη (Α.Κ. 941 παρ. 1) (βλ. σχετ. Απ. Γεωργιάδη-Μ. Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ-κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος rV- Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 853-854).
3. Με σκοπό την πρόκληση βλάβης του Δημοσίου: Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται η δόλια εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη σε τρίτα πρόσωπα με σκοπό τη βλάβη των δανειστών, δηλ. τη ματαίωση ικανοποίησής τους από την περιουσία του οφειλέτη, η οποία δύναται να κατασχεθεί (άμεσος δόλος). Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του οφειλέτη από τη γνώση ύπαρξης χρεών εκ μέρους του καθώς και ότι με την απαλλοτρίωση η υπολειπόμενη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του και την αποδοχή της πιθανότητας αυτής (ενδεχόμενος δόλος). Σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον (πχ. χρέη Ο.Ε.), η πρόθεση βλάβης από τον οφειλέτη είναι αυτοτελής και αρκεί να υπάρχει σε έναν μόνο από τους οφειλέτες, αφού ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και δεν επηρεάζεται από την τυχόν επαρκή περιουσία των υπόλοιπων συνοφειλετών (επιχείρημα από την Α.Κ. 481: «Παθητική ενοχή εις ολόκληρον»).
4. Γνώση του τρίτου: Ο τρίτος, προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, θα πρέπει να γνωρίζει την πρόθεση εκ μέρους του οφειλέτη ότι με την απαλλοτρίωση επέρχεται ματαίωση της ικανοποίησης των δανειστών. Απαιτείται θετική γνώση του τρίτου και δεν αρκεί άγνοια έστω και από βαριά αμέλεια. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία (δωρεά, γονική παροχή, κλπ) δεν απαιτείται γνώση του τρίτου (Α.Κ. 942) (βλ. σχετ. πιο κάτω «Τεκμήριο γνώσης του τρίτου»).
5. Αφερεγγυότητα του οφειλέτη: Με βάση τον κανόνα της Α.Κ. 939 η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία υπόκειται σε διάρρηξη μόνο εάν η υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, προϋπόθεση που θα πρέπει οι τελευταίοι να αποδείξουν. Η αφερεγγυότητα επομένως του οφειλέτη θα πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής καταδολίευσης, οπότε κρίνεται το στοιχείο βλάβης του Δημοσίου (ΑΠ 765/2014). Η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των δανειστών αφορά την εμφανή περιουσία του και όχι την τυχόν υπάρχουσα αφανή γιατί διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος με την αγωγή σκοπός της προστασίας δηλ. των δανειστών από καταδολιευτική απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη (ΑΠ 1815/2012, ΑΠ 928/2014).
– ΧΡΟΝΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ.
Έχει γίνει δεκτό ότι ο ενάγων (το Δημόσιο) θα πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, η απαίτησή του δηλ. πρέπει να είναι τουλάχιστον γεγενημένη και μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεστεί τα παραγωγικά της γεγονότα (Α.Π. 602/2005, ΜΠΑ 1495/2009). Δύναται όμως να ασκηθεί αγωγή διάρρηξης από δανειστή και όταν η απαίτησή του γεννήθηκε μετά την απαλλοτρίωση, επίκειτο όμως η γέννησή της κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και το τελευταίο ήταν σε γνώση του οφειλέτη, π.χ. Οφειλέτρια, στην οποία επιδόθηκε σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου και της γνωστοποιήθηκε η επερχόμενη οφειλή της, έκανε δωρεά εν ζωή ακίνητό της κατά πλήρη κυριότητα στα δύο τέκνα της πριν η αρμόδια Δ.Ο.Υ. βεβαιώσει την οφειλή της. Οφειλέτης που δεν έχει συνταχθεί ακόμη έκθεση ελέγχου που να του καταλογίζει πρόστιμα, ωστόσο διενεργήθηκε έλεγχος στην επιχείρησή του από το ΣΔΟΕ όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία. Οφειλέτης μεταβιβάζει ακίνητό του μετά την έκδοση και κοινοποίηση σε αυτόν εντολής φορολογικού ελέγχου ή μετά την οποιαδήποτε γνωστοποίηση σε αυτόν της έναρξης ελέγχου (αποστολή πρόσκλησης για προσκόμιση βιβλίων, στοιχείων, κλπ).
Επομένως, δεν απαιτείται η απαίτηση του δανειστή να είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό. Επίσης, έχει κριθεί ότι η απαίτηση του δανειστή μπορεί να τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, αρκεί όμως να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη μέχρι την α’ συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο (ΑΠ 765/2014, ΑΠ 278/2011).
Η αγωγή διαρρήξεως μπορεί να εγερθεί είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου είτε και κατά των δύο . Η ευθύνη όμως του τρίτου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από του οφειλέτη, μεταξύ τους όμως δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία.
– ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΓΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 941 Α.Κ.: «η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του. Τεκμαίρεται ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής».
Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, η γνώση του τρίτου αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις της αγωγής διάρρηξης. Ειδικότερα, ο τρίτος κατά τη στιγμή της διάθεσης σε αυτόν από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου θα πρέπει να γνωρίζει την πρόθεση βλάβης των δανειστών εκ μέρους του οφειλέτη με τη δημιουργία αφερεγγυότητάς του ώστε η υπολειπόμενη περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Σε περίπτωση που ο τρίτος μετέχει στην απαλλοτρίωση μέσω αντιπροσώπου, η γνώση του κρίνεται στο πρόσωπό του (τρίτου αντιπροσωπευόμενου) και όχι στο πρόσωπο του αντιπροσώπου.
Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 941 Α.Κ. θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο γνώσης του τρίτου υπέρ των δανειστών για τον/την σύζυγο και ορισμένους βαθμούς συγγένειας που αναφέρονται στο νόμο (γονείς, παιδιά, παππούδες/γιαγιάδες εγγόνια, προ-παππούδες/προ-γιαγιάδες, δισέγγονα, αδέλφια, ανίψια, θείοι/θείες, ο/η σύζυγος, πεθερός/πεθερά, γαμπρός/νύφη, κουνιάδος/κουνιάδα) (ΑΠ 1910/2009). Το τεκμήριο όμως ισχύει μόνο για έναν χρόνο από την απαλλοτρίωση. Μόλις παρέλθει το χρονικό αυτό διάστημα, το Δημόσιο θα πρέπει να αποδείξει τη γνώση του τρίτου. Γι’ αυτόν το λόγο, εφιστάται η προσοχή στις αρμόδιες για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσίες, σε περίπτωση διαπίστωσης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας σε τρίτο πρόσωπο από τα περιοριστικά αναφερόμενα παραπάνω, να προωθείται εντός της ανωτέρω προθεσμίας που τίθεται στο νόμο ο σχετικός φάκελος στο Ν.Σ.Κ. για την άσκηση της αγωγής διάρρηξης. Ακόμη όμως και αν έχει παρέλθει η προθεσμία αυτή για διάφορους λόγους, κρίνεται σκόπιμη η αποστολή του φακέλου στο Ν.Σ.Κ., καθώς σε κάθε περίπτωση η γνώση του τρίτου δύναται να αποδειχθεί από το Δημόσιο.
– ΕΙΔΙΚΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ.
Οι διατάξεις των άρθρων 941 Α.Κ. και 942 Α.Κ. εφαρμόζονται αναλογικά και σε περίπτωση ειδικών διαδόχων του τρίτου (βλ. σχετ. Α.Κ. 944 και 945). Η ευθύνη του ειδικού διαδόχου του τρίτου κρίνεται από τη γνώση εκ μέρους του, του δόλου του οφειλέτη (και όχι του τρίτου) κατά την αρχική απαλλοτρίωση προς τον τρίτο και θα πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο που αποκτά από τον τρίτο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη (εδάφιο πρώτο άρθρου 944 Α.Κ.). Ο ειδικός διάδοχος θα πρέπει να ανήκει στους αναφερόμενους στο άρθρο 941 Α.Κ. βαθμούς συγγένειας μόνο ως προς τον οφειλέτη και η αγωγή καταδολίευσης του δανειστή κατά του ειδικού διαδόχου του τρίτου θα πρέπει να εγερθεί μέσα σε ένα (1) έτος από την απαλλοτρίωση του οφειλέτη προς τον τρίτο για να ισχύσει το τεκμήριο του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 944 Α.Κ.
– ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΡΡΗΞΕΩΣ.
Το αποτέλεσμα της τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής διαρρήξεως (Α.Κ. 943) είναι ότι ο τρίτος έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν. Η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών που προσέβαλαν την απαλλοτρίωση.
Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, αν ο τρίτος ήταν καλόπιστος (πράγμα το οποίο οφείλει να αποδείξει), ευθύνεται μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Κ. 904 επ., 943 παρ.2 και 945 εδάφιο πρώτο).
Επομένως, μετά την τελεσιδικία της απόφασης επί της αγωγής διαρρήξεως, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιβάλλει κατάσχεση στο απαλλοτριωθέν καταδολιευτικά ακίνητο κατά του οφειλέτη ως καθού σαν να εξακολουθεί αυτό να ανήκει στην περιουσία του και να μην είχε ποτέ εξέλθει από αυτήν, αφότου όμως η σχετική τελεσίδικη απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης, ενώ ο τρίτος δε μπορεί ν’ ασκήσει ανακοπή κατά του δανειστή, του υπερθεματιστή και των διαδόχων τους (σχετ. άρθρα 936 παρ. 3, 953 παρ. 2 περ. γ’ και 992 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του Κ.Πολ.Δ.)-(ΑΠ 2200/2007, ΑΠ 554/2005, ΕφΠειρ. 801/1999).
Το ίδιο ισχύει και για τους ειδικούς διαδόχους του τρίτου, οι οποίοι αποκτούν το δικαίωμά τους μετά την τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής διαρρήξεως και το όποιο δικαίωμά τους δεν μπορούν να αντιτάξουν (δια της ασκήσεως ανακοπής) έναντι του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης αφού ο τρίτος, από τον οποίο απέκτησαν το δικαίωμα, δεν ήταν δικαιούχος αυτού.
Εάν οι δανειστές που πέτυχαν τη διάρρηξη είναι περισσότεροι, το δικαίωμα επιβολής κατάσχεσης στο ακίνητο ανήκει αυτοτελώς σε όλους όπως και το δικαίωμα αναγγελίας τους σε πλειστηριασμό που επισπεύδεται από κάποιον από αυτούς, ενώ το πλειστηρίασμα θα διανεμηθεί σε όλους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 975 επ. του Κ.Πολ.Δ. Εγχειρόγραφοι δανειστές του οφειλέτη (μη εμπραγμάτως ασφαλισμένοι) που δεν πέτυχαν τη διάρρηξη, δεν δικαιούνται ν’ αναγγελθούν στον πλειστηριασμό, ακόμη και αν έχουν εκτελεστό τίτλο κατά του οφειλέτη. Αναγγελία δεν χωρεί ακόμη και για το τυχόν υπόλοιπο μετά την ικανοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή.
Το ίδιο ισχύει και για τους ατομικούς δανειστές του τρίτου, διότι δεν υπάρχει στάδιο κατάταξής τους, αφού η εκτέλεση στρέφεται κατά του οφειλέτη και όχι κατά του τρίτου. Το τυχόν περίσσευμα του πλεονάσματος ανήκει βέβαια στον τρίτο, ο οποίος διατηρεί την αξίωση για την απόδοσή του έναντι του συμβολαιογράφου. Επομένως, οι ατομικοί δανειστές του τρίτου δικαιούνται να κατάσχουν το τυχόν υπόλοιπο του πλειστηριάσματος εις χείρας του συμβολαιογράφου ως τρίτου. Στην περίπτωση που οι ατομικοί δανειστές του τρίτου έχουν αποκτήσει εμπράγματη ασφάλεια (π.χ. υποθήκη) επί του καταδολιευτικά απαλλοτριωθέντος πριν από τη διάρρηξη και πιο συγκεκριμένα πριν από τη σημείωση της σχετικής απόφασης διαρρήξεως στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης ή δεν διαρρήχθηκαν οι εμπράγματες ασφάλειες τους αυτοτελώς από τον καταδολιευθέντα επισπεύδοντα δανειστή, έχουν αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο δεν θίγεται με τη διάρρηξη και κατά συνέπεια έχουν δικαίωμα να αναγγελθούν στον πλειστηριασμό που διεξάγεται κατά του καταδολιευτικώς διαθέσαντα οφειλέτη για την προνομιακή ικανοποίησή τους από το πλειστηρίασμα (Βασ. Βαθρακοκοίλη: Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση (κατ’ άρθρο), τόμος Ε’, Αθήνα 1997, σελ. 677, Εφ.Πατρ. 639/2009).
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΑΡΡΗΞΕΩΣ.
Αναφορικά με την παραγραφή της αγωγής διαρρήξεως, η διάταξη του άρθρου 946 Α.Κ. ρητά προβλέπει ότι: «η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση». Έχει κριθεί ότι η παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο κατάρτισης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας από τον οφειλέτη και όχι από τον χρόνο μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου για την περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου (Εφ.Πειρ. 801/1999, Εφ. Αθ. 3998/2007).

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθ. πρωτ.: ΔΕΕΦ Α 1148188 ΕΞ 2016 Απαλλαγή Φ.Π.Α. σε νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για ευκαιριακές εκδηλώσεις

ΔΕΕΦ Α 1148188 ΕΞ 2016/11 .10.2016
Εφαρμογή διατάξεων ΦΠΑ σε νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα

Σχετ: Το με αριθ. πρωτ. … έγγραφο σας

Σε απάντηση του ανωτέρω σχετικού, στα πλαίσια αρμοδιότητάς μας, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Με τη διάταξη της περίπτωσης ιη’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), απαλλάσσονται από το ΦΠΑ η παροχή υπηρεσιών και η παράδοση αγαθών από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις δ’, θ’, ιβ’, ιδ’, ιε’ και ιστ’ της ίδιας παραγράφου, με την ευκαιρία εκδηλώσεων που οργανώνονται από αυτά για την οικονομική τους ενίσχυση.

Με την απόφαση ΑΥΟ Π.6786/640/7.10.1986 με την οποία ρυθμίζεται η διαδικασία της ανωτέρω αναφερομένης απαλλαγής, καθώς επίσης και από τις διευκρινίσεις που δόθηκαν με την εγκύκλιο 10301141/1341/393/Α0014/ΠΟΛ.1071/8.3.1995 προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

– η εν λόγω απαλλαγή των ευκαιριακών εκδηλώσεων εφαρμόζεται για δύο, κατ’ ανώτατο όριο, εκδηλώσεις ετησίως και παρέχεται στα πρόσωπα που τη δικαιούνται ύστερα από αίτησή τους που υποβάλλεται μόνο στον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. της έδρας του αιτούμενου την απαλλαγή προσώπου. Συνεπώς η μη υποβολή της αίτησης συνεπάγεται και τη μη χορήγηση της απαλλαγής.

– η απαλλαγή δεν αφορά μόνο την παροχή των υπηρεσιών αλλά και την παράδοση των αγαθών (παράδοση φαγητού, ποτών κ.λπ.) που πραγματοποιούνται στην εν λόγω εκδήλωση υπό την προϋπόθεση ότι στην αίτηση αναγράφονται το είδος των υπηρεσιών καθώς και το είδος και η ποσότητα των αγαθών των οποίων ζητείται η απαλλαγή από το ΦΠΑ.

– ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. εγκρίνει την απαλλαγή μετά από έλεγχο των απαραίτητων δικαιολογητικών (νομότυπη σύσταση, επιδιωκόμενος σκοπός κ.λπ.). Σε κάθε περίπτωση έχει τη διακριτική ευχέρεια να μην χορηγήσει την απαλλαγή εφόσον κρίνει από τα πραγματικά περιστατικά ότι προκύπτει καταστρατήγηση των διατάξεων του Κώδικα Φ.Π.Α.

Συνεπώς, η χορήγηση της απαλλαγής από το ΦΠΑ δίνεται μόνο στην περίπτωση που υποβληθεί η αίτηση προς τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. από το νομικό πρόσωπο των περιπτώσεων δ’, θ’, ιβ’, ιδ’, ιε’ και ιστ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Κώδικα ΦΠΑ και δοθεί η έγκριση για το σκοπό αυτό. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, οι πράξεις που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης υπάγονται σε ΦΠΑ.

Τέλος, αναφορικά με το είδος των παραβάσεων και το ύψος των επιβαλλόμενων προστίμων εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 58Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, ΦΕΚ 170, τ. Α’) όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 51 του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Γ’ του νόμου 4410/2016 (ΦΕΚ 141, τ. Α’, 03.08.2016) και έχουν διευκρινιστεί αρχικά με την εγκύκλιο της ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1252/20.11.2015 και εν συνεχεία με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1112/25.7.2016.

Το παρόν κοινοποιείται στο Τμήμα Ζ’ – ΚΦΑΣ της Δ/νσης Ελέγχων, προκειμένου να απαντήσει σε θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων του.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Ι.Κ.Α. αρ. πρωτ.: Σ40/114/ 2016 Οι άνδρες ασφαλισμένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μπορούν να συμπληρώσουν τις 10.000 ημέρες ασφάλισης με αναγνώριση πλασματικών χρόνων του άρθ. 40 του Ν. 3996/2011,προκειμένου να λάβουν μειωμένη σύνταξη εφόσον η αίτηση αναγνώρισης και η αίτηση για σύνταξη έχει υποβληθεί έως την 31/12/2013»- Τροποποίηση οδηγιών

Αθήνα 19/12/2016
Αρ.Πρωτ.: Σ40/114

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
ΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΑΡΟΧΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Ταχ.Δ/νση: Αγίου Κων/νου 8
ΤΚ 10241- ΑΘΗΝΑ
Τηλ.: 2105215000
fax: 2105230046
e-mail: [email protected]

ΓΕΝΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

ΘΕΜΑ: «Οι άνδρες ασφαλισμένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μπορούν να συμπληρώσουν τις 10.000 ημέρες ασφάλισης με αναγνώριση πλασματικών χρόνων του άρθ. 40 του Ν. 3996/2011,προκειμένου να λάβουν μειωμένη σύνταξη εφόσον η αίτηση αναγνώρισης και η αίτηση για σύνταξη έχει υποβληθεί έως την 31/12/2013»- Τροποποίηση οδηγιών.

Σχετ: Το με αρ. Σ40/97/23.4.2013 Γ.Ε. της Δ/νσης Παροχών, Τμήμα Κύριας Σύνταξης

Με το αριθμ. Σ40/97/23.4.2013 Γ.Ε. σας κοινοποιήσαμε την ερμηνεία της Γ.Γ.Κ.Α., σύμφωνα με την οποία οι άνδρες ασφαλισμένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν είχαν δικαίωμα να αναγνωρίσουν, για τη θεμελίωση δικαιώματος μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος με 10000 ΗΕ, τους πλασματικούς χρόνους του άρθρου 40 του Ν. 3996/2011 αλλά μόνο αυτούς, που ορίζονται από το άρθρο 40 του Ν. 2084/1992.

Επίσης, με το ίδιο έγγραφο είχε γίνει δεκτό για λόγους χρηστής διοίκησης ότι οι ανωτέρω ασφαλισμένοι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν πλασματικούς χρόνους του άρθρου 40 του Ν.3996/2011 για να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μειωμένης σύνταξης γήρατος, εφ’ όσον οι αιτήσεις της αναγνώρισης είχαν υποβληθεί από τους ενδιαφερόμενους μέχρι και την 30-4-2013 (στο τέλος του μήνα της έκδοσης του ως άνω εγγράφου) και το δικαίωμα χορήγησης της μειωμένης σύνταξης γήρατος με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 12 του Ν. 3863/2010, είχε θεμελιωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή.

Συνεπώς, με βάση το ανωτέρω έγγραφο, οι ασφαλισμένοι που θα θεμελίωναν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα για τη μειωμένη σύνταξη γήρατος από 1-5-2013 μέχρι 31-12¬2013, δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν τους πλασματικούς χρόνους του άρθρου 40 του Ν. 3996/2011. Ειδικότερα δε, η εν λόγω κατηγορία ασφαλισμένων θα μπορούσε να πάρει μειωμένη σύνταξη γήρατος με τη διάταξη του άρθρου 28§1α και 3α του Α.Ν. 1846/1951 (στην ηλικία των 60 ετών και 4500 ΗΕ).

Μετά την έκδοση και εφαρμογή του ανωτέρω εγγράφου, η Διοίκηση του Ιδρύματος έγινε δέκτης διαμαρτυριών- αναφορών από περιπτώσεις ασφαλισμένων και υπομνημάτων από τη Γ.Σ.Ε.Ε. και το Συνήγορο του Πολίτη. Οι διαμαρτυρόμενοι ασφαλισμένοι, οι οποίοι πριν την έκδοση του παραπάνω εγγράφου είχαν υποβάλει ήδη αίτηση για αναγνώριση του πλασματικού χρόνου και πολλοί από αυτούς είχαν εξοφλήσει τις εισφορές εφάπαξ παρά την προσδοκία τους ότι θα πάρουν τη μειωμένη σύνταξη γήρατος, διαψεύσθηκαν με την αιτιολογία ότι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους πλασματικούς χρόνους, διότι το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα θεμελιώθηκε από 1-5-2013 και μετά. Ακόμη, πολλοί από τους ενδιαφερόμενους είχαν διακόψει την εργασία τους, ενώ υπήρξαν και άλλες περιπτώσεις για τις οποίες ήδη είχε χορηγηθεί προσωρινή σύνταξη με έναρξη μετά την ημερομηνία της 30-4-2013 και ζητείτο να επιστραφούν τα ποσά των προσωρινών συντάξεων ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.

Με τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων που είχαν θεμελιώσει το συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1-1-2013 μέχρι 30-4-2013, αιφνιδιάστηκαν οι άλλοι ασφαλισμένοι, οι οποίοι μπορούσαν να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1-5-2013 μέχρι 31-12¬2013, για να πάρουν τη μειωμένη σύνταξη γήρατος με την αναγνώριση του πλασματικού χρόνου ασφάλισης και των οποίων διαψεύσθηκε η προσδοκία που τους είχε δημιουργηθεί με αποτέλεσμα να δεχθούν σοβαρότατη οικονομική και ηθική ζημία, κατάσταση πραγματική που προσκρούει στις αρχές της χρηστής και εύρυθμης Διοίκησης.

Η Διοίκηση του Ιδρύματος επανεξετάζοντας τη θέση της και διαπνεόμενη από τις αρχές της εξυπηρέτησης του κοινωνικού συμφέροντος, τις αρχές της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του ασφαλισμένου, ώστε να μη διαψεύδεται η προσδοκία του ως προς τη λήψη των παροχών- τροποποιεί με το παρόν έγγραφο τις οδηγίες που δόθηκαν με το Σ40/97/23.4.2013 Γ.Ε.

Κατά συνέπεια, πρέπει να αρθεί η αιτίαση του αιφνιδιασμού από τους ασφαλισμένους που είχαν ενεργήσει με βάση την αρχή της καλής πίστης και να γίνει δεκτό ότι θα συνυπολογισθούν οι πλασματικοί χρόνοι του άρθρου 40 του Ν. 3996/2011, προκειμένου να συμπληρωθούν οι απαιτούμενες 10.000 ΗΕ για τη λήψη μειωμένης σύνταξης από άνδρες ασφαλισμένους, στις περιπτώσεις που τόσο η αίτηση αναγνώρισης πλασματικών χρόνων, όσο και η αίτηση για σύνταξη είχαν υποβληθεί μέχρι την 31/12/2013, ανεξάρτητα από το λόγο ότι το δικαίωμα της μειωμένης σύνταξης γήρατος είχε θεμελιωθεί από 1-5-2013 μέχρι 31-12-2013.

Επομένως, δεν θα προβείτε σε ανάκληση τυχόν συνταξιοδοτικών αποφάσεων που ήδη είχαν εκδοθεί και αφορούσαν την προσωρινή απονομή συντάξεων ή σε διαφορετική περίπτωση θα τις επαναφέρετε σε ισχύ, χωρίς να τίθεται πλέον θέμα επιστροφής ποσών συντάξεων, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων.

Τέλος, εάν τυχόν έχουν απορριφθεί αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβλήθηκαν από 1/5/2013-31/12/2013 θα πρέπει να επανεξετασθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του παρόντος εγγράφου, εφόσον υποβληθεί αίτηση – όχληση από τους ενδιαφερόμενους με τα οικονομικά αποτελέσματα να ανατρέχουν στην ημερομηνία της αρχικής αίτησης συνταξιοδότησης.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ – ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΣ

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθμ. 56835/1191/ 2016 Καθορισμός ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, των εργαζόμενων σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, για το Α’ ημερολογιακό εξάμηνο 2017

Αριθμ. 56835/1191

(ΦΕΚ Β’ 4110/21-12-2016)

Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του π.δ. 63/2005 (Φ.Ε.Κ. Α’98) «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα».

2. Τις διατάξεις του π.δ. 113/2014 (Φ.Ε.Κ. Α’180) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

3. Το άρθρο 27 του ν. 4320/2015 (Φ.Ε.Κ. Α’29) «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις».

4. Τις διατάξεις του π.δ. 125/2016 (Φ.Ε.Κ. Α’210) «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

5. Τις διατάξεις του π.δ. 95/1993 (Φ.Ε.Κ. Α’40) «Καθορισμός αρμοδιοτήτων που διατηρούνται από τον Υπουργό Εργασίας».

6. Τη διάταξη του άρθρου 18 του π.δ/τος της 08-04-1932 (Φ.Ε.Κ. Α’114), περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων των Νόμων «περί χρονικών ορίων εργασίας εις τα καταστήματα κ.λπ.», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 16 του ν.δ. 1037/1971 (Φ.Ε.Κ. Α’235) «περί χρονικών ορίων λειτουργίας καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού αυτών».

7. Τις διατάξεις του π.δ/τος της 27.6/4.7/1932 (Φ.Ε.Κ. Α’212), «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων».

8. Τις διατάξεις του β.δ/τος της 14-08-1950 (Φ.Ε.Κ. Α’202), «περί κανονισμού ωρών εργασίας αγοραίων (ταξί) και ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων».

9. Τις διατάξεις του ν.δ/τος 515/1970 (Φ.Ε.Κ. Α’95) «περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών», και ιδίως του άρθρου 1, όπως συμπληρώθηκαν από το ν.δ. 264/1973 (Φ.Ε.Κ. Α’342).

10. Την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΑ. 13. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’222), «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», όπως τροποποιήθηκε με την παρ.9 του άρθρου 35 του ν. 4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α’18).

11. Τη διάταξη της περ. Β της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4310/2014 (Φ.Ε.Κ. Α’258), «Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις» σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 4144/2013 (Φ.Ε.Κ. Α’88), «Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας», όπως ισχύουν.

12. Τις διατάξεις του π.δ. 410/1988 (Φ.Ε.Κ. Α’191), «Κώδικας προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.».

13. Τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 2081/1992 (Φ.Ε.Κ. Α’154), «Ρύθμιση του θεσμού των επιμελητηρίων, τροποποίηση των διατάξεων του ν. 1712/1987 (Φ.Ε.Κ. Α’ 115) για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελμάτων και άλλες διατάξεις».

14. Την από 25/11/2016 γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας (ΑΣΕ).

15. Το γεγονός ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό,

αποφασίζουμε:

1. Καθορίζουμε ως ανώτατο όριο υπερωριακής απασχόλησης των εργαζομένων στις βιομηχανικές, βιοτεχνικές επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες για το Α’ ημερολογιακό εξάμηνο 2017, τις τριάντα (30) ώρες.

2. Για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν όλο το 24ωρο με εναλλασσόμενες ομάδες, σε περιπτώσεις έκτακτης ασθένειας ή αυθαίρετης απουσίας εργαζομένου κάποιας ομάδας, μπορεί, για την κάλυψη της θέσης του εργαζομένου που απουσιάζει και για χρονικό διάστημα μέχρι πέντε (5) ημέρες στον ίδιο μήνα, να απασχοληθούν υπερωριακά μέχρι τέσσερις (4) ώρες την ημέρα και εντός των πλαισίων της παρ.1, εργαζόμενοι της ίδιας ειδικότητας των άλλων ομάδων εργασίας με καταχώρηση της υπερωριακής εργασίας, πριν την έναρξη πραγματοποίησής της, στο «Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών».

3. Οι διατάξεις της απόφασης αυτής, δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό των αρτοποιείων, των αυτοκινήτων, των επιχειρήσεων που δεν υπάγονται στις διατάξεις του π.δ/τος της 27.6/4.7/1932 καθώς και των επιχειρήσεων στις οποίες οι διατάξεις «περί οκταώρου» επεκτάθηκαν με τη μορφή αυτοτελών ρυθμίσεων, χωρίς αναφορά στις διατάξεις του π.δ/τος της 27.6/4.7/1932.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 7 Δεκεμβρίου 2016

Η Υπουργός
ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αρ. πρωτ.: Φ 80020/ οικ. 59590/Δ15. 1006/ 2016 Συμπληρωματικές οδηγίες για την εφαρμογή του άρθρου 36 του ν.4387/2016 σε ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ

Αθήνα, 21-12-2016
Αρ. Πρ . : Φ80020/οικ.59590/Δ15.1006

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΓΔ4)
Δ/ΝΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Δ15)
ΤΜΗΜΑ ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΩΝ

Fax : 2103368148
Τηλέφωνα : 2103368158-59-79
Πληρ.: Ε. Σπύρου
Ταχ. Δ/νση : Σταδίου 29
Ταχ. Κωδικας : 10110

ΕΠΕΙΓΟΝ

ΘΕΜΑ: Συμπληρωματικές οδηγίες για την εφαρμογή του άρθρου 36 του ν.4387/2016 σε ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ

Σχετ.: 1. Το άρθρο 36 του ν. 4387/2016 (Α’ 85)
2. Η υπ. αρίθμ. Φ.10043/οικ.58770/1442/19.12.2016 εγκύκλιος (ΑΔΑ: 6ΦΧ 3465Θ1Ω-0ΧΞ)

Όπως είναι γνωστό, με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν.4387/2016 ρυθμίζεται το καθεστώς ασφάλισης και συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων που ασκούν περισσότερες της μιας επαγγελματικές δραστηριότητες ή για την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα έχουν υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση περισσότερων του ενός φορέων κοινωνικής ασφάλισης συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου.

Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης στην κύρια και επικουρική ασφάλιση και στην ασφάλιση για πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη, εκδόθηκε ερμηνευτική εγκύκλιος (σχετ. 2) με την οποία δόθηκαν σχετικές οδηγίες.

Διευκρινίζεται ότι στην ανωτέρω εγκύκλιο, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου ΙΙ της Ενότητας Α “Καταβολή Εισφοράς”, διαμορφώνεται ως εξής: «Συνεπώς, από 1/1/2017 και μετά προκύπτει υποχρέωση καταβολής μίας υποχρεωτικής ασφαλιστικής εισφοράς για πρόνοια υπέρ ΕΤΕΑΕΠ, το ύψος της οποίας καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθ. 35 του ν. 4387/2016».
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθ. πρωτ.: ΔΕΕΦ Α 1167254 ΕΞ 2016/18.11.2016 Από 1.1.2017 μετάταξη από το κανονικό στο ειδικό καθεστώς αγροτών θα πραγματοποιείται με υποβολή δήλωσης από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου και εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη αυτής.

ΔΕΕΦ Α 1167254 ΕΞ 2016/18.11.2016
Αίτημα μετάταξης από το κανονικό στο ειδικό καθεστώς
Σχετ: Η από … αίτησή σας.

Σε απάντηση του ανωτέρω σχετικού ερωτήματος σας, φωτοαντίγραφο του οποίου μάς διαβιβάστηκε από το……….., σε ότι αφορά θέματα αρμοδιότητάς μας, σάς γνωρίζουμε τα κάτωθι:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), όπως ισχύει, στο ειδικό καθεστώς του άρθρου αυτού υπάγονται οι αγρότες οι οποίοι κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο πραγματοποίησαν ακαθάριστα έσοδα από την πώληση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και την παροχή αγροτικών υπηρεσιών κατώτερα των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και δικαιούνταν να λάβουν δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης κατώτερα των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του ως άνω άρθρου μετάταξη από το κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου στο ειδικό καθεστώς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από την έναρξη διαχειριστικής περιόδου με υποβολή δήλωσης στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης εντός δέκα (10) ημερών από την έναρξη αυτής.

Δεδομένου ότι η μετάταξη από το κανονικό στο ειδικό καθεστώς θεωρείται σε κάθε περίπτωση προαιρετική μετάταξη και η ανωτέρω αναφερόμενη προθεσμία έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα συμπεραίνεται ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα μετάταξής σας στο ειδικό καθεστώς μετά την πάροδο αυτής.

Περαιτέρω, σας ενημερώνουμε ότι:

α) με τις διατάξεις της παραγράφου 2.α’ του άρθρου 40 του ν. 4410/2016 (ΦΕΚ 141 Α’, 3.8.2016) αντικαταστάθηκε η αναφερόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 4 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170, Α’, 26. 7.2013) προθεσμία από 10 ημέρες σε 30 ημέρες,

β) με τις διατάξεις του άρθρου 47 του ν. 4410/2016, από 1.1.2017, αντικαθίσταται το άρθρο 41 του Κώδικα ΦΠΑ.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, από 1.1.2017 μετάταξη από το κανονικό στο ειδικό καθεστώς αγροτών θα πραγματοποιείται, με υποβολή δήλωσης, από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου και εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη αυτής.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθ. πρωτ.: ΔΕΕΦ Α 1148188 ΕΞ 2016 Απαλλαγή Φ.Π.Α. σε νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για ευκαιριακές εκδηλώσεις

ΔΕΕΦ Α 1148188 ΕΞ 2016/11 .10.2016
Εφαρμογή διατάξεων ΦΠΑ σε νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα

Σχετ: Το με αριθ. πρωτ. … έγγραφο σας

Σε απάντηση του ανωτέρω σχετικού, στα πλαίσια αρμοδιότητάς μας, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Με τη διάταξη της περίπτωσης ιη’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), απαλλάσσονται από το ΦΠΑ η παροχή υπηρεσιών και η παράδοση αγαθών από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις δ’, θ’, ιβ’, ιδ’, ιε’ και ιστ’ της ίδιας παραγράφου, με την ευκαιρία εκδηλώσεων που οργανώνονται από αυτά για την οικονομική τους ενίσχυση.

Με την απόφαση ΑΥΟ Π.6786/640/7.10.1986 με την οποία ρυθμίζεται η διαδικασία της ανωτέρω αναφερομένης απαλλαγής, καθώς επίσης και από τις διευκρινίσεις που δόθηκαν με την εγκύκλιο 10301141/1341/393/Α0014/ΠΟΛ.1071/8.3.1995 προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

– η εν λόγω απαλλαγή των ευκαιριακών εκδηλώσεων εφαρμόζεται για δύο, κατ’ ανώτατο όριο, εκδηλώσεις ετησίως και παρέχεται στα πρόσωπα που τη δικαιούνται ύστερα από αίτησή τους που υποβάλλεται μόνο στον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. της έδρας του αιτούμενου την απαλλαγή προσώπου. Συνεπώς η μη υποβολή της αίτησης συνεπάγεται και τη μη χορήγηση της απαλλαγής.

– η απαλλαγή δεν αφορά μόνο την παροχή των υπηρεσιών αλλά και την παράδοση των αγαθών (παράδοση φαγητού, ποτών κ.λπ.) που πραγματοποιούνται στην εν λόγω εκδήλωση υπό την προϋπόθεση ότι στην αίτηση αναγράφονται το είδος των υπηρεσιών καθώς και το είδος και η ποσότητα των αγαθών των οποίων ζητείται η απαλλαγή από το ΦΠΑ.

– ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. εγκρίνει την απαλλαγή μετά από έλεγχο των απαραίτητων δικαιολογητικών (νομότυπη σύσταση, επιδιωκόμενος σκοπός κ.λπ.). Σε κάθε περίπτωση έχει τη διακριτική ευχέρεια να μην χορηγήσει την απαλλαγή εφόσον κρίνει από τα πραγματικά περιστατικά ότι προκύπτει καταστρατήγηση των διατάξεων του Κώδικα Φ.Π.Α.

Συνεπώς, η χορήγηση της απαλλαγής από το ΦΠΑ δίνεται μόνο στην περίπτωση που υποβληθεί η αίτηση προς τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. από το νομικό πρόσωπο των περιπτώσεων δ’, θ’, ιβ’, ιδ’, ιε’ και ιστ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Κώδικα ΦΠΑ και δοθεί η έγκριση για το σκοπό αυτό. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, οι πράξεις που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης υπάγονται σε ΦΠΑ.

Τέλος, αναφορικά με το είδος των παραβάσεων και το ύψος των επιβαλλόμενων προστίμων εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 58Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, ΦΕΚ 170, τ. Α’) όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 51 του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Γ’ του νόμου 4410/2016 (ΦΕΚ 141, τ. Α’, 03.08.2016) και έχουν διευκρινιστεί αρχικά με την εγκύκλιο της ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1252/20.11.2015 και εν συνεχεία με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1112/25.7.2016.

Το παρόν κοινοποιείται στο Τμήμα Ζ’ – ΚΦΑΣ της Δ/νσης Ελέγχων, προκειμένου να απαντήσει σε θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων του.

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1180/2016 Διαδικασία απαλλαγής Φ.Π.Α. των παραδόσεων αγαθών και παροχής υπηρεσιών στο πλαίσιο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης

ΠΟΛ 1180/2016

(ΦΕΚ Β’ 4086/20-12-2016)

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:

α) της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000 ΦΕΚ 248/Α707.11.2000), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν μετά τη ψήφιση των άρθρων 73 και 50 των νόμων 4375/2016 (ΦΕΚ Α’/51/3-4-2016) και 4410/2016 (ΦΕΚ Α’/141/3-8-2016) αντίστοιχα, και

β) της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου.

2. Τις διατάξεις του άρθρου 269 του καν. (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα (L 269/10.10.2013),

3. Την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (ΦΕΚ 130/Β/ 28.01.2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε με την αριθ. Δ6Α 1196756 ΕΞ 2013/23.12.2013 Α.Υ.Ο (ΦΕΚ 3317/Β/27.12.2013),

4. Την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου αριθ. 1/20.01.2016 «Επιλογή και διορισμός Γεν. Γραμματέα της Γεν. Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ τ. Υ.Ο.Δ.Δ 18/20.01.2016),

5. Τις διατάξεις του Π.Δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α’/98/22.04.2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά όργανα»,

6. Την ανάγκη θέσπισης συγκεκριμένης διαδικασίας και όρων για την εφαρμογή της απαλλαγής από ΦΠΑ που ορίζουν οι νέες διατάξεις με στόχο την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης, ώστε να διασφαλίζεται η ορθή, ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή τους.

7. Ότι, από την απόφαση αυτή, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Καθορίζεται η διαδικασία εφαρμογής των περιπτώ-σεων ιβ), ιγ) και ιδ) της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Κώδικα ΦΠΑ, όπως αυτές θεσπίστηκαν με το άρθρο 73 του Ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’/51/3-4-2016) και το άρθρο 50 του νόμου 4410/2016 (ΦΕΚ Α’/141/3-8-2016), στο πλαίσιο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης, ως ακολούθως:

Άρθρο 1

Διαδικασία απαλλαγής από ΦΠΑ της παράδοσης αγαθών και της παροχής υπηρεσιών προς υποκείμενους στον φόρο, πρεσβείες άλλων κρατών, διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς, καθώς και φιλανθρωπικούς οργανισμούς, εγχώριους ή άλλων χωρών, οι οποίοι πρόκειται να τα διαθέσουν περαιτέρω άνευ ανταλλάγματος στο πλαίσιο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης.

1. Για την εφαρμογή της παρούσας:

α. Προμηθευτές αγαθών και υπηρεσιών είναι κάθε υποκείμενος στο φόρο εγκατεστημένος στην Ελλάδα.

β. Δωρητές είναι πρόσωπα υποκείμενα στο φόρο ή πρεσβείες άλλων κρατών ή διεθνείς και ευρωπαϊκοί οργανισμοί καθώς και φιλανθρωπικοί οργανισμοί, εγχώριοι ή άλλων χωρών, οι οποίοι πρόκειται να διαθέσουν περαιτέρω άνευ ανταλλάγματος τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αγόρασαν από τους προμηθευτές, στο πλαίσιο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης.

γ. Αποδέκτες των αγαθών και υπηρεσιών είναι τα κατονομαζόμενα πρόσωπα του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κώδικα ΦΠΑ (Δημόσιο, ΝΠΔΔ κ.λπ).

2. Μεταξύ του δωρητή και του αποδέκτη συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής των αγαθών ή πρωτόκολλο παροχής/λήψης των υπηρεσιών. Το πρωτόκολλο αυτό αποτελεί αποδεικτικό πραγματοποίησης της δωρεάν διάθεσης των αγαθών ή των υπηρεσιών, συντάσσεται εις τριπλούν και υπογράφεται και στα τρία αντίτυπα από το δωρητή και τον αποδέκτη. Το πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής ή παροχής/λήψης θα πρέπει να περιέχει τουλάχιστον, την περιγραφή του είδους των αγαθών και των υπηρεσιών που διατέθηκαν, την ποσότητα των αγαθών, την ημερομηνία που πραγματοποιήθηκε η δωρεάν διάθεση τους, την αξία τους, τα στοιχεία του δωρητή και του αποδέκτη των αγαθών ή υπηρεσιών, όπως επωνυμία, ταχ. διεύθυνση, τηλέφωνο επικοινωνίας, και την ημερομηνία υπογραφής του πρωτοκόλλου.

3. Ο δωρητής, ως δικαιούχο της απαλλαγής από ΦΠΑ πρόσωπο, για την αγορά των αγαθών ή υπηρεσιών από τους προμηθευτές, αποστέλλει το ένα από τα τρία αντίτυπα στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Η εν λόγω αρμόδια υπηρεσία επιβεβαιώνει την παραλαβή των αγαθών ή τη λήψη των υπηρεσιών επί του πρωτοκόλλου παράδοσης/παραλαβής ή παροχής/ λήψης, αντίστοιχα.

4. Ο δωρητής προσκομίζει σε κάθε προμηθευτή αγαθών και υπηρεσιών που σχετίζονται με τη δωρεάν διάθεση ακριβές αντίγραφο του ανωτέρω επιβεβαιωμένου πρωτοκόλλου παράδοσης/παραλαβής ή παροχής/λήψης, προκειμένου αυτός να εκδώσει το σχετικό φορολογικό στοιχείο άνευ ΦΠΑ, αναγράφοντας σε αυτό την ένδειξη «Απαλλαγή βάσει ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ 1180/2016».

5. Στην περίπτωση που η έκδοση του σχετικού φορολογικού στοιχείου έχει προηγηθεί της προσκόμισης του ακριβούς αντιγράφου του πρωτοκόλλου παράδοσης/ παραλαβής ή παροχής/λήψης, εκδίδεται πιστωτικό τιμολόγιο μόνο για το ποσό του ΦΠΑ που επιστρέφεται στο δωρητή, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία της επιβεβαίωσης της παραλαβής/λήψης που φέρει το πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής ή πα-ροχής/λήψης. Στο πιστωτικό αυτό τιμολόγιο αναγράφεται η ένδειξη «Επιστροφή ΦΠΑ λόγω απαλλαγής βάσει ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ 1180/2016».

6. Στην περίπτωση που αποδέκτες της δωρεάν διάθεσης είναι το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής ή το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας πραγματοποιείται άμεσα με τη σύνταξη του πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής των αγαθών ή παροχής/λήψης των υπηρεσιών και η επιβεβαίωση της παραλαβής ή λήψης αυτών, προκειμένου ο δωρητής – δικαιούχος της απαλλαγής να προσκομίσει ακριβές αντίγραφο του πρωτοκόλλου αυτού σε κάθε προμηθευτή αγαθών ή υπηρεσιών που αφορούν στη δωρεάν διάθεση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους της παρούσας.

Άρθρο 2

Διαδικασία απαλλαγής ΦΠΑ κατά την παράδοση αγαθών σε πλοία και πλωτά μέσα του ελληνικού Δημοσίου και σε πολεμικά πλοία των Κρατών – Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του NATO για την κάλυψη αναγκών των προσφύγων που περισυλλέγουν.

1. Η παράδοση αγαθών σε πλοία και πλωτά μέσα του ελληνικού Δημοσίου και σε πολεμικά πλοία των Κρατών – Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του NATO για την κάλυψη αναγκών των προσφύγων, που περισυλλέγουν, πραγματοποιείται με την τήρηση τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας.

Το τελωνειακό παραστατικό εξαγωγής υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή από τον προμηθευτή – υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, το οποίο πραγματοποιεί την παράδοση αγαθών στα πλοία.

2. Για την προμήθεια των αγαθών από τα δικαιούχα απαλλαγής πρόσωπα απαιτείται σύνταξη σχετικού εγγράφου-βεβαίωσης υπογεγραμμένου, κατά περίπτωση, από την αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου ή τον επικεφαλής του πολεμικού πλοίου άλλου Κράτους – Μέλους της Ε.Ε ή του NATO προς τον προμηθευτή των αγαθών. Η βεβαίωση αυτή δηλώνεται επί του τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής.

3. Ο προμηθευτής εκδίδει το σχετικό φορολογικό στοιχείο χωρίς ΦΠΑ με την ένδειξη «ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΦΠΑ – ΑΡΘΡΟ 27 παρ. 1 περ. ιγ’ ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΠΑ, Ν. 2859/2000» το οποίο δηλώνεται επί του τελωνειακού παραστατικού εξαγωγής.

4. Ο προμηθευτής – υποκείμενος στο φόρο διαθέτει στο αρχείο του ως δικαιολογητικά της απαλλαγής ΦΠΑ:

α. το τιμολόγιο πώλησης της παραγράφου 3,

β. την γνωστοποίηση ολόκληρης της εξαγωγής (ΙΕ 599) με την οποία αποδεικνύεται η ολοκλήρωση της διαδικασίας παράδοσης των αγαθών στα δικαιούχα απαλλαγής πλοία,

γ. την έγγραφη βεβαίωση από τα δικαιούχα απαλλαγής πρόσωπα της παραγράφου 2 από την οποία προκύπτει η ανάγκη προμήθειας των αγαθών και στην οποία αναφέρεται το είδος, η ποσότητα και η αξία των προς παράδοση αγαθών.

5. Για την παρακολούθηση της διαδικασίας απαλλαγής του παρόντος άρθρου, επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού τίθεται σχετικός κωδικός στη θέση 44.

Άρθρο 3
Μεταβατικές διατάξεις – Έναρξη ισχύος

1. Πρόσωπα που πριν από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας, ενήργησαν ως δωρητές κατά την έννοια του άρθρου 1 της παρούσας, οφείλουν εντός 60 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας, να γνωστοποιήσουν υπό μορφή κατάστασης, στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τις σχετικές συναλλαγές κατά είδος αγαθού ή υπηρεσίας, ποσότητας, ημερ/νίας, αξίας και στοιχείων δωρητή και αποδέκτη. Πέραν τούτου δεν έχουν άλλη υποχρέωση.

2. Η απόφαση αυτή ισχύει για πράξεις που πραγματοποιούνται από 1/12/2015.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Κ.Υ.Α. αριθ. πρωτ.: Φ. 10043/ οικ.58770/ 1442/ 2016 Εφαρμογή του άρθρου 36 του ν.4387/2016 σε ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ

Αθήνα, 19 / 12 / 2016
Αριθ. Πρωτ. : Φ.10043 / οικ.58770 / 1442

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Δ/ΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΩΝ (Δ14)
ΤΜΗΜΑ : Α’

Πληροφορίες : Ε. Ράπτη
Τηλέφωνο : 210 – 3368109

Δ/ΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ13)
ΤΜΗΜΑ : Δ’

Πληροφορίες : Βασίλης Δρακόπουλος
Τηλέφωνο : 210 – 3368103

Δ/ΝΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Δ15)
ΤΜΗΜΑ: Β’

Πληροφορίες : Παναγιώτα Καρατσακλή
Τηλέφωνο : 210 – 3368162

Ταχ. Δ/νση : Σταδίου 29
Ταχ. Κώδικας : 10110 – Αθήνα
FAX : 210 – 3368116

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Δ/ΝΣΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Β’: Συνταξιοδοτικής Πολιτικής

Τηλ : 213 – 2126701
FAX : 213 – 2126778
E – mail : [email protected]

ΘΕΜΑ : «Εφαρμογή του άρθρου 36 του ν.4387/2016 σε ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ»

Με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν.4387/2016 ρυθμίζεται το καθεστώς ασφάλισης και συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων που ασκούν περισσότερες της μιας επαγγελματικές δραστηριότητες ή για την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα έχουν υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση περισσότερων του ενός φορέων κοινωνικής ασφάλισης ή του Δημοσίου, βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ φορέων, όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016.
Ειδικότερα, με τις παραγράφους 3, 4 και 5 ρυθμίζεται το καθεστώς ασφάλισης και συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων που για την ίδια απασχόληση υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση δύο φορέων κύριας ασφάλισης ή ενός φορέα κύριας ασφάλισης και του Δημοσίου (π.χ μηχανικός του Δημοσίου που υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ ή ιατρός του ΕΣΥ που υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ).

Α. Καταβολή Εισφοράς

Ι. Με τις διατάξεις της παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου προβλέπεται ότι οι ασφαλισμένοι, πριν και μετά την 1/1/1993, για τους οποίους για την ίδια απασχόληση προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς κύριας ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, καταβάλλουν υποχρεωτικά από 1/1/2017 μία ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016 για τους εμμίσθους ασφαλισμένους.
Για τους μέχρι 31/12/1992 (παλαιούς) ασφαλισμένους της ανωτέρω κατηγορίας δίνεται η δυνατότητα προαιρετικής καταβολής δεύτερης ασφαλιστικής εισφοράς, κατόπιν σχετικής αίτησής τους, προκειμένου να θεμελιώσουν δεύτερο συνταξιοδοτικό δικαίωμα γήρατος ή αναπηρίας ή να προσαυξήσουν το χρόνο ασφάλισής τους. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλισμένος καταβάλλει το συνολικό ποσοστό εισφοράς (ασφαλισμένου και εργοδότη), το οποίο ανέρχεται σε 20%.
Συνεπώς, από 1/1/2017 και μετά προκύπτει υποχρέωση καταβολής μίας υποχρεωτικής ασφαλιστικής εισφοράς (υπέρ ΕΦΚΑ), το ύψος της οποίας καθορίζεται σε 6,67% για τον ασφαλισμένο και σε 13,33% για τον εργοδότη (με κατά περίπτωση μεταβατικές διατάξεις μέχρι 31-12-2019), επί των αποδοχών του ασφαλισμένου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 38 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ.111482/0092/2016 ΚΥΑ (Β’ 4005).
Το ύψος της εισφοράς για την προαιρετική ασφάλιση ορίζεται σε 20%, επί των αποδοχών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016 και παρακρατείται από τον εργοδότη και αποδίδεται στον ΕΦΚΑ.
Το δικαίωμα καταβολής δεύτερης ασφαλιστικής εισφοράς μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε. Επίσης, λόγω του προαιρετικού της χαρακτήρα, μπορεί να διακοπεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικότητα, ο δε ασφαλισμένος, μπορεί να επανέλθει με νέα αίτησή του και να συνεχίσει την προαιρετική καταβολή, για όσες φορές επιθυμεί.
Επισημαίνεται όμως ότι, οι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα καταβληθείσες εισφορές σε καμία περίπτωση δεν επιστρέφονται.
ΙΙ. Ως προς την επικουρική ασφάλιση τα ανωτέρω πρόσωπα ασφαλίζονται στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. καταβάλλοντας την εισφορά των εμμίσθων ασφαλισμένων.
Ως προς την ασφάλιση για πρόνοια οι ασφαλισμένοι, πριν και μετά την 1/1/1993, για τους οποίους για την ίδια απασχόληση προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς πρόνοιας, καταβάλλουν υποχρεωτικά από 1/1/2017 μία ασφαλιστική εισφορά στον κλάδο εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., μετά από επιλογή τους.
Για τους ασφαλισμένους της ανωτέρω κατηγορίας δίνεται η δυνατότητα προαιρετικής καταβολής δεύτερης ασφαλιστικής εισφοράς αν αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, κατόπιν σχετικής αίτησης. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλισμένος καταβάλλει το συνολικό ποσοστό εισφοράς (ασφαλισμένου και εργοδότη).
Συνεπώς, από 1/1/2017 και μετά προκύπτει υποχρέωση καταβολής μίας υποχρεωτικής ασφαλιστικής εισφοράς (υπέρ ΕΤΕΑΕΠ), το ύψος της οποίας καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 35 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ. 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β’ 4005).
ΙΙΙ. Όσον αφορά στην ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης εφαρμόζεται υποχρεωτικά η παρ. 1 του άρθρου 41.
Ειδικότερα, η εισφορά υπολογίζεται σε ποσοστό 7,10% και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος (εκ του οποίου 2,15% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 4,30% βαρύνει τον εργοδότη), και ποσοστό 0,65% για παροχές σε χρήμα (εκ του οποίου 0,40% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 0,25% βαρύνει τον εργοδότη).
Για τους υπακτέους στον ΕΦΚΑ – προερχόμενους από το ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ εξακολουθεί να καταβάλλεται και η εισφορά υπέρ της Στέγης Υγειονομικών, όπως ισχύει (2€ μηνιαίως).
Σε περίπτωση επιλογής προαιρετικής καταβολής δεύτερης ασφαλιστικής εισφοράς δεν καταβάλλεται δεύτερη εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης.
Παράδειγμα 1
Μηχανικός του Δημοσίου, ασφαλισμένος μέχρι 31/12/1992 (παλαιός ασφαλισμένος) που έχει διοριστεί στο Δημόσιο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, υπάγεται σήμερα υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ. Από 1/1/2017 και μετά, ο εν λόγω ασφαλισμένος καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΕΦΚΑ. Μέχρι 31/12/2016, για το εν λόγω ασφαλισμένο οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διαμορφωθεί ως εξής:
α. Για την ασφάλιση του Δημοσίου, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους 6,67% και δεν προβλέπεται εργοδοτική εισφορά
β. Για την ασφάλιση του ΤΣΜΕΔΕ, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους 6,67% και ο εργοδότης ύψους 13,33%.
Συνεπώς, από 1/1/2017, για την υποχρεωτική ασφάλιση καταβάλλεται μηνιαία εισφορά ύψους 6,67% από τον ασφαλισμένο και 13,33% από τον εργοδότη, επί των αποδοχών του ασφαλισμένου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 38 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ. 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β’ 4005). Εάν ο εν λόγω ασφαλισμένος επιλέξει να καταβάλλει προαιρετικά δεύτερη ασφαλιστική εισφορά, το ύψος αυτής διαμορφώνεται σε 20% επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Παράδειγμα 2
Ιατρός του ΕΣΥ, ασφαλισμένος μέχρι 31/12/1992 (παλαιός ασφαλισμένος) που έχει διοριστεί στο Δημόσιο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, υπάγεται σήμερα υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ. Από 1/1/2017 και μετά, ο εν λόγω ασφαλισμένος καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΕΦΚΑ. Μέχρι 31/12/2016, για τον εν λόγω ασφαλισμένο οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διαμορφωθεί ως εξής:
α. Για την ασφάλιση του Δημοσίου, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους 6,67% και δεν προβλέπεται εργοδοτική εισφορά
β. Για την ασφάλιση του ΤΣΑΥ, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους €188,30 και ο εργοδότης ύψους 13,33%.
Συνεπώς, από 1/1/2017, για την υποχρεωτική ασφάλιση καταβάλλεται μηνιαία εισφορά ύψους 6,67% από τον ασφαλισμένο και 13,33% από τον εργοδότη, επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 38 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ. 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β’ 4005).
Εάν ο εν λόγω ασφαλισμένος επιλέξει να καταβάλλει προαιρετικά δεύτερη ασφαλιστική εισφορά, το ύψος αυτής διαμορφώνεται σε 20% επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Παράδειγμα 3
Φαρμακοποιός του Δημοσίου, ασφαλισμένος μέχρι 31/12/1992 (παλαιός ασφαλισμένος) που έχει διοριστεί στο Δημόσιο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, υπάγεται σήμερα υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ. Από 1/1/2017 και μετά, ο εν λόγω ασφαλισμένος καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΕΦΚΑ.
Μέχρι 31/12/2016, για το εν λόγω ασφαλισμένο οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διαμορφωθεί ως εξής:
α. Για την ασφάλιση του Δημοσίου, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους 6,67% και δεν προβλέπεται εργοδοτική εισφορά
β. Για την ασφάλιση του ΤΣΑΥ, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους €188,30 και δεν προβλέπεται εργοδοτική εισφορά
Συνεπώς, από 1/1/2017, για την υποχρεωτική ασφάλιση καταβάλλεται μηνιαία εισφορά ύψους 6,67% από τον ασφαλισμένο και 3,34% από τον εργοδότη από 1/1/2017 (μεταβατική προσαρμογή της εργοδοτικής εισφοράς : 6,67% από 1/1/2018, 10,00% από 1/1/2019 και 13,33% από 1/1/2020), επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 38 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ. 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β’ 4005).
Εάν ο εν λόγω ασφαλισμένος επιλέξει να καταβάλλει προαιρετικά δεύτερη ασφαλιστική εισφορά, το ύψος αυτής διαμορφώνεται σε 20% επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Παράδειγμα 4
Δικαστικός υπάλληλος, ασφαλισμένος μέχρι 31/12/1992 (παλαιός ασφαλισμένος) που έχει διοριστεί στο Δημόσιο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, υπάγεται σήμερα υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – Τομέας Ασφάλισης Νομικών. Από 1/1/2017 και μετά, ο εν λόγω ασφαλισμένος καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΕΦΚΑ.
Μέχρι 31/12/2016, για το εν λόγω ασφαλισμένο οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διαμορφωθεί ως εξής:
α. Για την ασφάλιση του Δημοσίου, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους 6,67% και δεν προβλέπεται εργοδοτική εισφορά
β. Για την ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Νομικών, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους €61,66 και δεν προβλέπεται εργοδοτική εισφορά Συνεπώς, από 1/1/2017, για την υποχρεωτική ασφάλιση καταβάλλεται μηνιαία εισφορά ύψους 6,67% από τον ασφαλισμένο και 3,34% από τον εργοδότη από 1/1/2017 (μεταβατική προσαρμογή της εργοδοτικής εισφοράς : 6,67% από 1/1/2018, 10,00% από 1/1/2019 και 13,33% από 1/1/2020), επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 38 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ. 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β’ 4005).
Εάν ο εν λόγω ασφαλισμένος επιλέξει να καταβάλλει προαιρετικά δεύτερη ασφαλιστική εισφορά, το ύψος αυτής διαμορφώνεται σε 20% επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Παράδειγμα 5
Μηχανικός του Δημοσίου, ασφαλισμένος μέχρι 31/12/1992 (παλαιός ασφαλισμένος) που έχει διοριστεί στο Δημόσιο μετά την 1/1/1993, υπάγεται σήμερα υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ και προαιρετικά στο Δημόσιο. Από 1/1/2017 και μετά, ο εν λόγω ασφαλισμένος καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΕΦΚΑ. Μέχρι 31/12/2016, για το εν λόγω ασφαλισμένο οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διαμορφωθεί ως εξής:
α. Για την ασφάλιση του ΤΣΜΕΔΕ, ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους 6,67% και ο εργοδότης εισφορά ύψους 13,33%.
β. Για την προαιρετική ασφάλιση του Δημοσίου ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορά ύψους 6,67%
Συνεπώς, από 1/1/2017, για την υποχρεωτική ασφάλιση καταβάλλεται μηνιαία εισφορά ύψους 6,67% από τον ασφαλισμένο και 13,33% από τον εργοδότη, επί των αποδοχών σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 38 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ. 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β’ 4005).
Εάν ο εν λόγω ασφαλισμένος συνεχίσει την προαιρετική του ασφάλιση εξακολουθεί να καταβάλλει μηνιαία εισφορά ύψους 6,67% επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Παράδειγμα 6
Οδοντίατρος του ΕΣΥ, ασφαλισμένος από 1/1/1993 (νέος ασφαλισμένος) υπάγεται σήμερα υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ, καταβάλλοντας ο ασφαλισμένος εισφορά ύψους 6,67% και ο εργοδότης 13,33%.
Από 1/1/2017 και μετά, ο εν λόγω ασφαλισμένος καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΕΦΚΑ, ύψους 6,67% για τον ασφαλισμένο και 13,33% για τον εργοδότη, επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Εάν πρόκειται για οδοντίατρο του Δημοσίου, για τον οποίο δεν προβλέπεται η καταβολή εργοδοτικής εισφοράς, το ύψος της υποχρεωτικής εισφοράς ανέρχεται σε 6,67% για τον ασφαλισμένο και σε 3,33% για τον εργοδότη από 1/1/2017 (μεταβατική προσαρμογή της εργοδοτικής εισφοράς : 6,67% από 1/1/2018, 10,00% από 1/1/2019 και 13,33% από 1/1/2020), επί των αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 (παρ. 2γ) και 38 του ν.4387/2016, καθώς και στην αριθμ. 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β’ 4005).

Β. Αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης

Σύμφωνα με την παρ. 5 του κοινοποιούμενου άρθρου, για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παρ. 3 και 4 για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 8 και 28 του ν.4387/2016, και η επιπλέον παροχή, για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, θα υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς. Ο συντάξιμος μισθός σε αυτή την περίπτωση προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς.
Επισημαίνουμε ότι ο χρόνος από 1/1/2017 και εφεξής θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης στον ΕΦΚΑ, και οι ασφαλισμένοι θα επιλέγουν κατά τη συνταξιοδότησή τους σε ποιόν από τους ενταχθέντες στον ΕΦΚΑ φορείς κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο θα προσμετρήσουν το χρόνο αυτό.
Από τον συνδυασμό των παρ. 4 και 5 του κοινοποιούμενου άρθρου, διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις ως προς την αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης:
α) οι μέχρι 31/12/1992 ασφαλισμένοι που είχαν υποχρεωτικά δύο φορείς ασφάλισης (για παράδειγμα Δημόσιο και ΤΣΜΕΔΕ ή Δημόσιο και ΤΣΑΥ), εάν δεν προβούν σε προαιρετική ασφάλιση για τη θεμελίωση δεύτερου συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος ή αναπηρίας, θα λάβουν προσαύξηση της ανταποδοτικής σύνταξής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του κοινοποιούμενου άρθρου, για το χρόνο ασφάλισης που έχουν πραγματοποιήσει μέχρι 31/12/2016 στο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο χωρίς να ελέγχεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του δεύτερου φορέα.
Παράδειγμα 7
Μηχανικός του Δημοσίου με υποχρεωτική ασφάλιση στο Δημόσιο και το ΤΣΜΕΔΕ, καταβάλλει από 1/1/2017 στον ΕΦΚΑ μόνο την προβλεπόμενη υποχρεωτική εισφορά (6,67% εισφορά ασφαλισμένου, 13,33% εισφορά εργοδότη).
Ο ασφαλισμένος επιλέγει κατά τη συνταξιοδότησή του να προσμετρήσει το χρόνο ασφάλισης στον ΕΦΚΑ στο χρόνο ασφάλισης του Δημοσίου που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι 31/12/2016, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί με προϋποθέσεις Δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλισμένος θα λάβει ανταποδοτική σύνταξη σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.4387/2016 για το χρόνο ασφάλισης στο Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ, και προσαύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης σύμφωνα με την παρ. 5 για το χρόνο ασφάλισης στο ΤΣΜΕΔΕ μέχρι 31/12/2016.
Αντίστοιχα, ο ασφαλισμένος μπορεί να επιλέξει κατά τη συνταξιοδότησή του να προσμετρήσει το χρόνο ασφάλισης στον ΕΦΚΑ στο χρόνο ασφάλισης του ΤΣΜΕΔΕ, που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι 31/12/2016, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί με προϋποθέσεις ΤΣΜΕΔΕ. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλισμένος θα λάβει ανταποδοτική σύνταξη σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 28 του ν.4387/2016 για το χρόνο ασφάλισης στο ΤΣΜΕΔΕ και τον ΕΦΚΑ, και προσαύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν.4387/2016.
β) οι μέχρι 31/12/1992 ασφαλισμένοι που είχαν υποχρεωτικά δύο φορείς ασφάλισης (για παράδειγμα Δημόσιο και ΤΣΜΕΔΕ ή Δημόσιο και ΤΣΑΥ), εάν προβούν σε προαιρετική ασφάλιση για τη θεμελίωση δεύτερου συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος ή αναπηρίας, θα λάβουν δεύτερη ανταποδοτική σύνταξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 8 και 28 του ν.4387/2016. Στην περίπτωση αυτή για τη χορήγηση της δεύτερης ανταποδοτικής σύνταξης ελέγχεται εάν κατά την ημερομηνία συνταξιοδότησης πληρούνται οι προϋποθέσεις λήψης δεύτερης σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τους διπλοσυνταξιούχους (67ο έτος της ηλικίας και 20 έτη ασφάλισης ή 16 έτη ασφάλισης για μειωμένη σύνταξη κατά 50% ή οι προϋποθέσεις που ισχύουν ανά φορέα για τη λήψη σύνταξης σε περίπτωση ταυτόχρονης συνταξιοδότησης ή 12 έτη ασφάλισης για συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας).
Εάν δεν συμπληρώνονται οι προϋποθέσεις για τη λήψη δεύτερη ανταποδοτικής σύνταξης, ο ασφαλισμένος λαμβάνει προσαύξηση της πρώτης ανταποδοτικής σύνταξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του κοινοποιούμενου άρθρου.
Εάν τα εν λόγω πρόσωπα έχουν θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα για τη λήψη δεύτερης ανταποδοτικής σύνταξης μέχρι 31/12/2016, έχουν τη δυνατότητα να μην προβούν σε προαιρετική καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς από 1-1-2017, θα λάβουν όμως δεύτερη ανταποδοτική σύνταξη, για το χρόνο ασφάλισης που έχουν συμπληρώσει μέχρι 31/12/2016.
Σημειώνουμε ότι το δικαίωμα για τη λήψη της δεύτερης ανταποδοτικής σύνταξης λόγω γήρατος ή αναπηρίας θα πρέπει να έχει θεμελιωθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης. Σε αντίθετη περίπτωση ο ασφαλισμένος λαμβάνει προσαύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του κοινοποιούμενου άρθρου.
Παράδειγμα 8
Μηχανικός του Δημοσίου με υποχρεωτική ασφάλιση στο Δημόσιο και το ΤΣΜΕΔΕ, καταβάλλει από 1/1/2017 στον ΕΦΚΑ την προβλεπόμενη υποχρεωτική εισφορά (6,67% εισφορά ασφαλισμένου, 13,33% εισφορά εργοδότη) και την προαιρετική εισφορά ύψους 20%.
Εάν ο ασφαλισμένος κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης στον ΕΦΚΑ έχει θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα τόσο με τις προϋποθέσεις του Δημοσίου όσο και με τις προϋποθέσεις του ΤΣΜΕΔΕ, τότε ο ασφαλισμένος θα λάβει δύο ανταποδοτικές συντάξεις σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 28 του ν.4387/2016:
α. η πρώτη ανταποδοτική σύνταξη θα αφορά το χρόνο ασφάλισης μέχρι 31/12/2016 σε έναν από τους δύο προγενέστερους φορείς (Δημόσιο ή ΤΣΜΕΔΕ) και τον χρόνο υποχρεωτικής ασφάλισης στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017.
β. η δεύτερη ανταποδοτική σύνταξη θα αφορά το χρόνο ασφάλισης μέχρι 31/12/2016 στον έτερο από τους δύο προγενέστερους φορείς (Δημόσιο ή ΤΣΜΕΔΕ) και το χρόνο προαιρετικής ασφάλισης στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017.
Αντίθετα, εάν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης στον ΕΦΚΑ ο ασφαλισμένος θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με βάση τις προϋποθέσεις ενός μόνο φορέα (για παράδειγμα του Δημοσίου), ο ασφαλισμένος θα λάβει μία ανταποδοτική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης στο Δημόσιο μέχρι 31/12/2016 και το χρόνο υποχρεωτικής ασφάλισης στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017, ενώ για το χρόνο ασφάλισης στο ΤΣΜΕΔΕ μέχρι 31/12/2016 και τον προαιρετικό χρόνο ασφάλισης στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017 θα λάβει προσαύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του κοινοποιούμενου άρθρου.
γ) οι από 1/1/1993 ασφαλισμένοι που βάσει του άρθρου 39 του ν.2084/1992, όπως ίσχυε είχαν έναν υποχρεωτικό φορέα ασφάλισης, εξακολουθούν να καταβάλλουν μία υποχρεωτική ασφαλιστική εισφορά και συνεπώς θα λάβουν ανταποδοτική σύνταξη σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 8 και 28 του ν.4387/2016.
Σε περίπτωση που είχαν υπαχθεί σε προαιρετική ασφάλιση, μπορούν να συνεχίσουν την προαιρετική ασφάλισή τους προκειμένου να λάβουν δεύτερη ανταποδοτική σύνταξη, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή αναπηρίας. Εάν τα πρόσωπα αυτά διακόψουν την προαιρετική τους ασφάλιση χωρίς να θεμελιωθεί συνταξιοδοτικό δικαίωμα, τότε για το χρόνο προαιρετικής ασφάλισης πριν και μετά την 1/1/2017 θα λάβουν προσαύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του κοινοποιούμενου άρθρου.
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Γ. ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner