Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 8
10184 Αθήνα
Τηλέφωνα: 210 3375890, 878, 879
E-mail: d 1 3. e tak @ y o . s yzefxis . g ov . g r
E Ξ . ΕΠΕΙΓΟΝ
ΠΟΛ 1196/2015
ΘΕΜΑ: Παράταση προθεσμίας υποβολής της δήλωσης στοιχείων ακινήτων
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του Ν. 3427/2005 (Α΄/312), με την οποία καθορίσθηκε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης στοιχείων ακινήτων έτους 2015.
2. Τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 47 του Ν. 4331/2015 (Α΄/69), με την οποία παρατάθηκε έως και τις 27 Ιουλίου 2015, η προθεσμία υποβολής της δήλωσης στοιχείων ακινήτων έτους 2015 της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του Ν. 3427/2005.
3. Τις διατάξεις της παραγράφου 3 του τέταρτου άρθρου της από 18 Ιουλίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄/84), με την οποία παρατάθηκε έως και τις 26 Αυγούστου 2015, η προθεσμία υποβολής της δήλωσης στοιχείων ακινήτων έτους 2015 της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του Ν. 3427/2005.
4. Την απόφαση της Πρωθυπουργού Υ 25/31.8.2015 (Β΄/1868) «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Τρύφωνα Αλεξιάδη».
5. Τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 22 του Ν. 2020/1992 (Α΄/34).
6. Το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
1. Η καταληκτική προθεσμία της 30ής Ιουνίου 2015 της περίπτωσης γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 23 του Ν. 3427/2005 (Α΄/312), η οποία παρατάθηκε έως και τις 27 Ιουλίου 2015 με την παράγραφο 2 του άρθρου 47 του Ν. 4331/2015 (Α΄/69) και έως και τις 26 Αυγούστου 2015 με την παράγραφο 3 του τέταρτου άρθρου της από 18 Ιουλίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄/84), παρατείνεται εκ νέου έως και τις 4 Σεπτεμβρίου 2015.
Στην ίδια προθεσμία υποβάλλεται η δήλωση για κάθε σύσταση, απόκτηση και κάθε άλλη μεταβολή στοιχείων ακινήτων που έλαβε χώρα από την 1η Ιανουαρίου 2015 μέχρι και την 4η Αυγούστου 2015.
2. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ο Αναπληρωτής Υπουργός
Τρύφων Αλεξιάδης
Ακριβές Αντίγραφο
Ο Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
ΠΟΛ.1180/12.8.2015 Τροποποίηση της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ 1271/23−12−2013 (ΦΕΚ Β΄/3364) «Καθορισμός της διαδικασίας απόδοσης του ειδικού φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων καθώς και του τύπου και περιεχομένου της δήλωσης»
ΘΕΜΑ:Τροποποίηση της Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ 1271/23-12-2013 (ΦΕΚ Β΄3364) «Καθορισμός της διαδικασίας απόδοσης του ειδικού φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων καθώς και του τύπου και περιεχομένου της δήλωσης».
2. Τις διατάξεις των άρθρων 6, 40, 41 και 53 του Ν. 4174/2013 (170/Α΄) «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις».
3. Τις διατάξεις του άρθρου 22 του κεφαλαίου Ε΄, της από 31−12−2012 πράξης νομοθετικού περιεχομένου (256/Α΄) η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4147/2013 (98/Α΄/26−4−2013).
5. Τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2362/1995 (247/ Α΄) “Περί Δημοσίου Λογιστικού”.
6. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, ο οποίος κυρώθηκε με το «άρθρο πρώτο» του Π.δ. 63/2005 (98/Α΄) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».
7. Τις διατάξεις του Π.Δ. 111/2014 (Α΄/178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.
9. Την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 20 της 25−6−2014 (τ. Υ.Ο.Δ.Δ. 360), «Επιλογή και διορισμός Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων».
10. Την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1271/23.12.2013 (Β΄/3364) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1016/12.1.2015 (ΦΕΚ 115/Β΄) απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων.
11. Την ανάγκη επανακαθορισμού της διαδικασίας απόδοσης του ειδικού φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων προκειμένου να διευκολυνθούν οι φορείς της αγοράς κατά την πρώτη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.
12. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Η παράγραφος 3 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1271/23.12.2013 (ΦΕΚ Β΄/3364) «Καθορισμός της διαδικασίας απόδοσης του ειδικού φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων καθώς και του τύπου και περιεχομένου της δήλωσης», όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1016/12.1.2015 (ΦΕΚ 115/Β΄) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Η δήλωση υποβάλλεται μηνιαίως μέχρι και την 20η ημέρα του επόμενου μήνα για τα έσοδα που πραγματοποιούν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις του προηγούμενου μήνα.
Εξαιρετικά, κατά την πρώτη εφαρμογή, η δήλωση για το διάστημα από 1/1/2015 μέχρι και 30/4/2015 υποβάλλεται μέχρι και τις 30/9/2015 και για το διάστημα από 1/5/2015 μέχρι και 31/8/2015 υποβάλλεται μέχρι και τις 30/11/2015.»
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
ΠΟΛ.1175/7.8.2015 Κοινοποίηση της υπ. αριθμ. 341/2014 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ αναφορικά με τις συνέπειες της χορήγησης αναστολής εκτέλεσης της κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου
ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση της υπ. αριθμ. 341/2014 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ αναφορικά με τις συνέπειες της χορήγησης αναστολής εκτέλεσης της κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου.
Σας κοινοποιούμε για ενημέρωση και εφαρμογή εφόσον συντρέχει περίπτωση την 341/2014 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α’ Τακτική Ολομέλεια) αναφορικά με το παραπάνω θέμα, η οποία έγινε αποδεκτή από τη Γενική Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. Με τη Γνωμοδότηση αυτή έγιναν δεκτά κατά πλειοψηφία τα ακόλουθα:
Με την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο επέρχονται οι έννομες συνέπειες της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, όπως αυτές αναφέρονται στη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ). Συγκεκριμένα, με τη συντέλεση της ανωτέρω επίδοσης απαγορεύεται η καταβολή του κατασχεμένου αντικειμένου από τον τρίτο στο δικό του δανειστή και καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη του Δημοσίου. Επιπλέον, επέρχεται αναγκαστική και αυτοδίκαιη εκχώρηση της κατασχεθείσας απαιτήσεως από τον μέχρι τότε δικαιούχο της καθ’ ου η εκτέλεση στον κατασχόντα δανειστή (Δημόσιο), υπό την αναβλητική αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου είτε της δικαστικής παραδοχής της ανακοπής του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ (επί αρνητικής δήλωσης που ανακόπηκε) είτε της μη εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης κατά το άρθρο 33 του ΚΕΔΕ. Η εκχώρηση αυτή δεν επιφέρει, πριν την είσπραξη της εκχωρηθείσας απαίτησης, την ικανοποίηση της απαίτησης του κατασχόντος Δημοσίου κατά του καθ’ ου η κατάσχεση και με την έννοια αυτή η ενοχή του τρίτου είναι πρόσθετη.
Στην περίπτωση που αντικείμενο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αποτελεί χρηματική απαίτηση μέλλουσα που τελεί υπό αίρεση, όρο ή προθεσμία (κατάσχεση η οποία είναι δυνατή εφόσον κατά το χρόνο επιβολής της υφίσταται η έννομη σχέση από την οποία θα προκύψει ενδεχομένως ορισμένη χρηματική απαίτηση), με την επιβολή της κατάσχεσης δεσμεύεται το δικαίωμα του καθ’ ου η κατάσχεση για τη μελλοντική του απαίτηση και το κατασχόν Δημόσιο υπεισέρχεται απλώς στη θέση του τελευταίου, την πλήρη απαίτηση όμως την αποκτά από τη γένεσή της, οπότε και ο οφειλέτης – τρίτος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στο κατασχόν Δημόσιο.
Επίσης, όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 984 του Κ.Πολ.Δ, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 89 του ΚΕΔΕ εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση, αφότου του κοινοποιηθεί το κατασχετήριο έγγραφο, ο τρίτος γίνεται μεσεγγυούχος του κατασχεμένου, υπέχοντας κατά το άρθρο 956 παρ.4 Κ.Πολ.Δ υποχρέωση διαφύλαξης αυτού. Δημόσια παρακατάθεση του κατασχεμένου προβλέπεται εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 984 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.
Στην περίπτωση που χορηγηθεί, είτε με δικαστική απόφαση είτε με προσωρινή διαταγή, στο πλαίσιο προσβολής της κατάσχεσης με ανακοπή, αναστολή εκτέλεσης της αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου απαιτήσεων, γεγεννημένων πριν ή και μετά τη χορηγηθείσα αναστολή, η μεν επιβληθείσα κατάσχεση δεν θίγεται και δεν ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες που επέρχονται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο, πλην όμως, αφ’ ης η αναστολή γνωστοποιήθηκε στο Δημόσιο και στον τρίτο, κάθε περαιτέρω υλική ή νομική πράξη αυτών άγουσα σε ικανοποίηση της απαίτησης του Δημοσίου ή του καθ’ ού η κατάσχεση καθίσταται απαγορευμένη.
Επομένως, ανεξάρτητα από την αιτιολογία για την οποία χορηγήθηκε η αναστολή, ο τρίτος δεν επιτρέπεται να καταβάλει στον καθ’ ου η κατάσχεση, λόγω της διατηρούμενης νομικής δέσμευσης του κατασχεθέντος αλλά και της ιδιότητάς του ως εκ του νόμου μεσεγγυούχου, έως ότου η επιβληθείσα με την κατάσχεση εκτελεστική διαδικασία ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, κατόπιν της ασκηθείσας ανακοπής είτε του τρίτου είτε του καθ’ ού η εκτέλεση, συγχρόνως όμως, λόγω της αναστολής, δεν δύναται να καταβάλει ή να εξαναγκαστεί να καταβάλει τα κατασχεθέντα στο Δημόσιο. Σε περίπτωση που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, ο τρίτος προβεί στην απόδοση των κατασχεθέντων προς τον καθ’ ου η κατάσχεση, η διάθεση αυτή είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου και το Δημόσιο μετά την παύση ισχύος της αναστολής (λόγω απορρίψεως της ανακοπής ή παραιτήσεως από αυτή), δύναται να προβεί σε επίσπευση περαιτέρω πράξεων εκτέλεσης τόσο κατά του οφειλέτη του όσο και κατά του τρίτου για την είσπραξη της απαίτησής του για την οποία έχει επιβάλει την κατάσχεση.
Η αρμόδια υπηρεσία του Ν.Σ.Κ., στο οποίο κοινοποιείται το παρόν, παρακαλείται να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την ανάρτηση της ως άνω υπ’ αριθ. 341/2014 γνωμοδότησης της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ στο «ΔΙΑΥΓΕΙΑ».
Ακριβές Αντίγραφο
O Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ
ΕΥΑΝΘΙΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 22, 22Α και 23 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ 167Α’).
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 22, 22Α και 23 του ν. 4172/2013, σχετικά με τις εκπιπτόμενες και μη δαπάνες και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:
Γενικά
Ο νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) καθιερώνει νέους κανόνες για την έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρηματικών δαπανών για τους ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα είτε είναι φυσικά πρόσωπα, είτε είναι νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες. Ειδικότερα:
α) με τις διατάξεις του άρθρου 22 τίθεται ο γενικός κανόνας για την έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών με την έννοια ότι κατ’ αρχήν εκπίπτουν όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης και επιπροσθέτως πληρούν τα λοιπά κριτήρια που τίθενται στο άρθρο αυτό. Το εν λόγω άρθρο πρέπει να εξετάζεται συστηματικά με το άρθρο 23 που αφορά τις μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες και την παράγραφο 4 του άρθρου 48 σχετικά με τις μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες που αφορούν τα ενδοομιλικά μερίσματα που απαλλάσσονται από το φόρο. Κατά συνέπεια, ο κανόνας που εισάγεται είναι ότι όποια δαπάνη πληροί τα κριτήρια του άρθρου 22 και συγχρόνως δεν εμπίπτει στον περιοριστικό κατάλογο των μη εκπιπτόμενων δαπανών του άρθρου 23 εκπίπτει,
β) με τις διατάξεις του άρθρου 22Α, το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 22 του ν. 4223/2013, ορίζεται ο τρόπος έκπτωσης των δαπανών επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις, και
γ) με τις διατάξεις του άρθρου 23 ορίζονται περιοριστικά οι κατηγορίες δαπανών που δεν εκπίπτουν. Οι μη εκπιπτόμενες δαπάνες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, σε αυτές που λόγω του είδους τους δεν εκπίπτουν χωρίς να απαιτείται η συνδρομή άλλου όρου ή προϋπόθεσης και σε αυτές που δεν εκπίπτουν μόνον κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το τιθέμενο στο άρθρο αυτό αριθμητικό όριο.
Άρθρο 22
Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες
1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τίθεται ο γενικός κανόνας για την έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, οι οποίες πληρούν αθροιστικά τα ακόλουθα κριτήρια, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 και της παραγράφου 4 του άρθρου 48, αναφορικά με τις δαπάνες που κατά ρητή διατύπωση του νόμου δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.
2. Ειδικότερα, εκπίπτουν οι δαπάνες που:
α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της.
Συγκεκριμένα, στις δαπάνες της περίπτωσης αυτής εμπίπτει κάθε δαπάνη, που κρίνεται απαραίτητη από τον επιχειρηματία ή τη διοίκηση της επιχείρησης, ανεξάρτητα εάν αυτή πραγματοποιείται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, για την επίτευξη του επιχειρηματικού σκοπού, την ανάπτυξη των εργασιών, τη βελτίωση της θέσης της στην αγορά, εφόσον αυτή ενεργείται στα πλαίσια της οικονομικής αποστολής της ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της και μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία εισοδήματος ή άλλως αποβλέπει στη διεύρυνση των εργασιών της και στην αύξηση του εισοδήματος της (ΣτΕ 2033/2012) ή στην υλοποίηση δράσεων στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Δεν επιτρέπεται, δε, στη φορολογική αρχή να ελέγχει τη σκοπιμότητα και το προσήκον μέτρο των δαπανών αυτών (ΣτΕ 2963/2013, ΣτΕ 1729/2013, ΣτΕ 1604/2011, κ.ά.), εκτός αν τούτο ορίζεται ρητά και ειδικά στο νόμο (π.χ. ενδοομιλικές συναλλαγές).
Επισημαίνεται ότι ως προς τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ισχύουν όσα ειδικότερα αναφέρονται κατωτέρω στην παρούσα.
β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή, η αξία της οποίας δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση.
Ως προς την έννοια της πραγματικής συναλλαγής, διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες δεν πρέπει να είναι εικονικές ή μερικώς εικονικές ή ανύπαρκτες, όπως ενδεικτικά είναι η δαπάνη που δεν έχει πραγματοποιηθεί άλλα έχει καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία ή αφορά σε συναλλαγές που δεν είναι πραγματικές ως προς το είδος ή το πρόσωπο ή την αξία αυτών.
Ως προς το ζήτημα της εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του εκδότη φορολογικού στοιχείου, επισημαίνεται η προσφάτως εκδοθείσα ΠΟΛ.1071/31.3.2015 εγκύκλιος, με την οποία κοινοποιήθηκε η αριθ. 170/2014 γνωμοδότηση ΝΣΚ, σύμφωνα με την οποία ο καλόπιστος λήπτης φορολογικού στοιχείου εικονικού ως προς το πρόσωπο του εκδότη δύναται να εκπέσει τη σχετική δαπάνη από τα ακαθάριστα έσοδά του.
Επίσης, σημειώνεται ότι η ζημία που προκύπτει από την αποτίμηση τίτλων, χρεογράφων, υποχρεώσεων, κ.λπ. δεν είναι δαπάνη που αντιστοιχεί σε πραγματική συναλλαγή, αλλά η όποια δαπάνη θα προκύψει κατά τη μεταβίβαση των υπόψη τίτλων, κ.λπ. ή εξόφληση της σχετικής υποχρέωσης.
Το αν η αξία της συναλλαγής είναι ανώτερη ή κατώτερη της αγοραίας (αρχή των ίσων αποστάσεων) είναι θέμα πραγματικό.
Διευκρινίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ενδοομιλικών συναλλαγών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 50 του Κ.Φ.Ε.
γ) εγγράφονται στα λογιστικά αρχεία (βιβλία) της επιχείρησης την περίοδο που πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.
Επομένως, οι δαπάνες θα πρέπει να έχουν καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία του φορολογικού έτους που αυτές έχουν πραγματοποιηθεί με βάση τα κατάλληλα δικαιολογητικά.
Διευκρινίζεται ότι η έννοια των δικαιολογητικών είναι ευρύτερη των φορολογικών στοιχείων και περιλαμβάνει κάθε πρόσφορο δικαιολογητικό, όπως ενδεικτικά, στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.), δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, απολογιστικά στοιχεία (π.χ. αποσβέσεις), δήλωση στην περίπτωση ιδιοχρησιμοποίησης, κ.λπ. Ειδικά στην περίπτωση απώλειας των πρωτότυπων φορολογικών στοιχείων, θα λαμβάνονται υπόψη και επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των στοιχείων αυτών από τον εκδότη τους.
Σημειώνεται ότι εφόσον πρόκειται για επιχείρηση η οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 δεν έχει υποχρέωση τήρησης βιβλίων, οι δαπάνες του εν λόγω άρθρου εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά της, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές αναφερόμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, πλην αυτής της εγγραφής στα τηρούμενα βιβλία (π.χ. αγρότες που δεν τηρούν βιβλία, απαλλαγή από την τήρηση βιβλίων σύμφωνα με την ΠΟΛ.1007/9.1.2015 Απόφαση ΓΓΔΕ).
3. Κατόπιν όλων όσων αναφέρθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι οι επιχειρηματικές δαπάνες εκπίπτουν, εφόσον πληρούν αθροιστικά τα κριτήρια του άρθρου 22 και δεν ανήκουν στον περιοριστικό κατάλογο του άρθρου 23 ή της παραγράφου 4 του άρθρου 48.
Αναφορικά με το χρόνο έκπτωσής τους, αυτές εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους το οποίο αφορούν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 (π.χ. χρόνος έκπτωσης ασφαλιστικών εισφορών, κ.λπ.). Οι δαπάνες των οποίων τα δικαιολογητικά εκδίδονται ή λαμβάνονται έως την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού και αφορούν την κλειόμενη χρήση επίσης εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα του έτους που αφορούν.
Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω συνιστούν τον γενικό κανόνα έκπτωσης των δαπανών, καθόσον κάθε δαπάνη πρέπει να εξετάζεται ως ξεχωριστή περίπτωση, από την αρμόδια ελεγκτική αρχή, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής.
Άρθρο 22Α
Δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας
1. Με τις διατάξεις του άρθρου 22Α του ν. 4172/2013, το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 22 του ν. 4223/2013, παρέχονται κίνητρα σε επιχειρήσεις που πραγματοποιούν δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας.
Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι οι δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων κατά το χρόνο πραγματοποίησής τους προσαυξημένες κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Ειδικά οι δαπάνες που αφορούν πάγιο εξοπλισμό, προκειμένου να προσαυξηθούν σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, κατανέμονται ισόποσα στα επόμενα τρία (3) έτη.
Τα κριτήρια χαρακτηρισμού των πιο πάνω δαπανών καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων και Πολιτισμού και Αθλητισμού (νυν Υπουργός Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων).
Αν προκύψουν ζημίες μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσοστού μεταφέρονται για συμψηφισμό με μελλοντικά κέρδη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4172/2013.
2. Επισημαίνεται ότι την πιο πάνω έκπτωση δικαιούνται όλα τα φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, που πραγματοποιούν δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης των βιβλίων τους (απλογραφικά ή διπλογραφικά).
Διευκρινίζεται ότι η έκπτωση του 30% επί των υπόψη δαπανών διενεργείται από τα καθαρά κέρδη εξωλογιστικά με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Ως δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας νοούνται τα ποσά που πράγματι επιβαρύνθηκε η επιχείρηση, δηλαδή η δαπάνη που προκύπτει μετά την αφαίρεση των επιδοτήσεων ή επιχορηγήσεων που έχει λάβει η επιχείρηση με σκοπό την εκτέλεση – υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων.
Επειδή μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί το σχετικό προεδρικό διάταγμα, προκειμένου για τον καθορισμό των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό των δαπανών ως δαπανών επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, με την παρούσα γίνεται δεκτό ότι, μέχρι την έκδοσή του και προκειμένου για την αναγνώριση των δαπανών επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, θα λαμβάνονται υπόψη τα οριζόμενα στην αριθ. 12962 (ΠΟΛ) 2029/3.11.1987 (ΦΕΚ 743Β’) Απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, η οποία δεν έχει καταργηθεί.
Ειδικά οι δαπάνες που αφορούν πάγιο εξοπλισμό ο οποίος χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, προκειμένου να προσαυξηθούν κατά 30%, θα αποσβεσθούν ισόποσα στα επόμενα 3 έτη από την πραγματοποίηση των υπόψη δαπανών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 24 του ν. 4172/2013. Η έκπτωση του 30% των δαπανών για την αγορά πάγιου εξοπλισμού θα διενεργείται εξωλογιστικά από τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης τα επόμενα τρία έτη.
Για παράδειγμα, ανώνυμη εταιρεία προβαίνει, εντός του φορολογικού έτους 2014, στην αγορά πάγιου εξοπλισμού, ο οποίος χρησιμοποιείται για σκοπούς της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, αξίας 900.000 ευρώ. Το ποσό αυτό θα κατανεμηθεί ισόποσα στα επόμενα τρία έτη, δηλαδή ποσό 300.000 ευρώ θα εκπεσθεί από τα ακαθάριστα έσοδα των φορολογικών ετών 2015, 2016 και 2017, αντίστοιχα και επιπλέον, το ποσό των 300.000 ευρώ θα προσαυξηθεί σε κάθε έτος κατά 30%, ήτοι κατά 90.000 ευρώ.
Επομένως, η επιχείρηση σε κάθε ένα από τα φορολογικά έτη 2015, 2016 και 2017, θα εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδά της το ποσό των 300.000 ευρώ και επιπλέον από τα καθαρά της κέρδη για κάθε ένα από τα πιο πάνω φορολογικά έτη θα εκπέσει εξωλογιστικά το ποσό των 90.000 ευρώ.
3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι συγχρόνως με την υποβολή της φορολογικής της δήλωσης, η επιχείρηση υποβάλλει στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τις δαπάνες έρευνας και τεχνολογίας που πραγματοποίησε. Ο έλεγχος και η πιστοποίηση των δαπανών αυτών διενεργούνται εντός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών. Μετά την άπρακτη παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας θεωρείται ότι οι σχετικές δαπάνες έχουν εγκριθεί. Σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ενημερώνει σχετικά το Υπουργείο Οικονομικών σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης προεδρικό διάταγμα.
4. Με την ΠΟΛ.1074/1.4.2015 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ 574Β’) ορίζεται, ότι οι εταιρείες που πραγματοποίησαν μέσα στο φορολογικό έτος 2014 δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, υποχρεούνται να συνυποβάλουν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματός τους, σε περίπτωση χειρόγραφης υποβολής αυτής, υπεύθυνη δήλωση ότι υποβλήθηκαν τα απαραίτητα δικαιολογητικά στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Σε περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, η πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση δεν συνυποβάλλεται, αλλά φυλάσσεται για τον έλεγχο μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά της δήλωσης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι οι υπόψη δαπάνες καταρχήν εκπίπτουν φορολογικά κατά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης (μη αναμορφούμενες δαπάνες). Ωστόσο, σε περίπτωση ρητής μη έγκρισης του συνόλου ή μέρους των υπόψη δαπανών από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων εντός εξαμήνου από την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών, η επιχείρηση οφείλει να υποβάλει τροποποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος εντός μηνός από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης χωρίς την επιβολή τόκων και προσαυξήσεων ή προστίμων.
Άρθρο 23
Μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες
1. Με τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 4172/2013 καθορίζονται περιοριστικά οι μη εκπιπτόμενες δαπάνες από τα ακαθάριστα έσοδα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές ρητά ορίζεται ότι δεν εκπίπτουν:
α) Οι τόκοι από δάνεια που λαμβάνει μία επιχείρηση από τρίτους, εκτός από τα τραπεζικά, διατραπεζικά και ομολογιακά δάνεια που εκδίδουν ανώνυμες εταιρείες, κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τους τόκους που θα προέκυπταν, εάν το επιτόκιο ήταν ίσο με το επιτόκιο των δανείων αλληλόχρεων λογαριασμών προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Το σχετικό επιτόκιο που λαμβάνεται υπόψη είναι το τελευταίο επίσημα δημοσιευμένο επιτόκιο της πλησιέστερης χρονικής περιόδου πριν την ημερομηνία δανεισμού, όπως αυτό αναφέρεται στο στατιστικό δελτίο οικονομικής συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επομένως, δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων το υπερβάλλον ποσό των τόκων που προκύπτει για την επιχείρηση, όταν το επιτόκιο δανεισμού είναι μεγαλύτερο από το επιτόκιο των δανείων αλληλόχρεων λογαριασμών προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και ως εκ τούτου εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα οι τόκοι που λαμβάνει η επιχείρηση από τρίτους μέχρι το ποσό των τόκων που θα προέκυπτε εάν το δάνειο αφορούσε αλληλόχρεο λογαριασμό προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Επισημαίνεται ότι στην έννοια των δανείων που λαμβάνει μία επιχείρηση από τρίτους περιλαμβάνονται όλα τα δάνεια, εκτός των δανείων από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και των ομολογιακών δανείων που εκδίδουν ανώνυμες εταιρείες, που λαμβάνει μία επιχείρηση από οποιοδήποτε πρόσωπο κατά την έννοια των διατάξεων της περ. β’ του άρθρου 2 του ν. 4172/2013.
Επομένως, οι τόκοι από τραπεζικά δάνεια, διατραπεζικά δάνεια, καθώς και τα ομολογιακά δάνεια που εκδίδουν οι ανώνυμες εταιρείες, εκπίπτουν στο σύνολό τους με την επιφύλαξη του άρθρου 49 του νόμου αυτού. Στην έννοια των τόκων εμπίπτουν και οι τόκοι υπερημερίας από δανειακή σύμβαση, καθόσον ακολουθούν τη σύμβαση αυτή.
Επισημαίνεται ότι προκειμένου για τόκους δανείων που καταβάλλονται προς μη συνδεδεμένες επιχειρήσεις μετά την εφαρμογή της υπόψη περ. α’ θα έχουν εφαρμογή στη συνέχεια οι διατάξεις του άρθρου 49 του Κ.Φ.Ε περί υποκεφαλαιοδότησης.
Ειδικά στην περίπτωση δανείων μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων κατά την έννοια των διατάξεων της περ. ζ’ του άρθρου 2 του ν.4172/2013, και με την προϋπόθεση ότι αθροιστικά πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 22, εφαρμόζονται αποκλειστικά οι ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 50 του Κ.Φ.Ε., περί εφαρμογής της αρχής των ίσων αποστάσεων και των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για τις ενδοομιλικές συναλλαγές και όχι οι διατάξεις της περ. α’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Επιπλέον, όπως έχει ήδη διευκρινισθεί με την ΠΟΛ.1037/2.2.2015 εγκύκλιό μας, στην περίπτωση των συνδεδεμένων επιχειρήσεων μετά την εφαρμογή του άρθρου 50 εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 49 περί υποκεφαλαιοδότησης.
Για την καλύτερη κατανόηση όλων των ανωτέρω, παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα:
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
Τον Μάιο του 2015 η επιχείρηση Α λαμβάνει δάνειο 200.000.000 ευρώ από μη συνδεδεμένη επιχείρηση με επιτόκιο 12%. Επίσης, λαμβάνει δάνειο 100.000.000 ευρώ από συνδεδεμένη επιχείρηση με επιτόκιο 10% και τραπεζικό δάνειο 300.000.000 ευρώ με επιτόκιο 11%. Το επιτόκιο δανείων αλληλόχρεων λογαριασμών προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις της το Μάρτιο του 2015, όπως αυτό αναφέρεται στο στατιστικό δελτίο οικονομικής συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι 6,25%.
Για την εφαρμογή της περίπτωσης α’ του άρθρου αυτού θα υπολογιστούν μόνο οι τόκοι του δανείου από τη μη συνδεδεμένη επιχείρηση. Ειδικότερα, οι πληρωτέοι τόκοι υπολογίζονται σε 24.000.000 ευρώ (200.000.000 x 12%). Αν ληφθεί υπόψη το επιτόκιο των δανείων αλληλόχρεων λογαριασμών προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, οι πληρωτέοι τόκοι υπολογίζονται σε 12.500.000 ευρώ (200.000.000 x 6,25%). Η διαφορά των 11.500.000 ευρώ δεν εκπίπτει. Για τους τόκους του δανείου από τράπεζα 33.000.000 ευρώ (300.000.000 x 11%), οι οποίοι εκπίπτουν στο σύνολό τους, καθώς και για το ποσό των 12.500.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 45.500.000 ευρώ, θα έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στο άρθρο 49 του Κ.Φ.Ε. Για τους τόκους του δανείου από συνδεδεμένες επιχειρήσεις θα έχουν εφαρμογή καταρχήν οι διατάξεις του άρθρου 50 και στη συνέχεια εκείνες του άρθρου 49.
Στην έννοια των τόκων δανείων της παρούσας παραγράφου δεν εμπίπτει η ζημία, η οποία προκύπτει σε βάρος επιχείρησης λόγω εκχώρησης απαιτήσεών της σε εταιρεία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) του ν. 1905/1990 (τράπεζα ή ανώνυμη εταιρεία) ή σε αλλοδαπή εταιρεία factoring, η οποία λειτουργεί νόμιμα στην αλλοδαπή ή στην περίπτωση εκχώρησης απαιτήσεων σε ημεδαπή ή αλλοδαπή εταιρεία, αλλά η ζημία αυτή εξετάζεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 4172/2013.
β) Κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ, από την ημεδαπή ή την αλλοδαπή, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής. Για την περίπτωση αυτή έχουν παρασχεθεί αναλυτικές οδηγίες με τις ΠΟΛ.1216/1.10.2014 και ΠΟΛ.1079/6.4.2015 εγκυκλίους μας.
γ) Οι μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές. Συνεπώς, οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί εμπρόθεσμα (εντός της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους ή τυχόν παράτασής της), ακόμη και σε επόμενο φορολογικό έτος, εκπίπτουν από τα έσοδα του φορολογικού έτους το οποίο αφορούν.
Ασφαλιστικές εισφορές που αφορούν στα έτη 2014 και επόμενα, οι οποίες καταβάλλονται εκπρόθεσμα, εκπίπτουν κατά το έτος καταβολής τους ανεξαρτήτως του έτους που αφορούν. Στην έννοια της δαπάνης των ασφαλιστικών εισφορών, που αν δεν έχουν καταβληθεί δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα περιλαμβάνονται τόσο οι εισφορές του εργοδότη, όσο και του εργαζομένου, οι οποίες, ως εμπεριεχόμενες στις αμοιβές του, βαρύνουν τον εργοδότη. Σε περίπτωση που οι εκπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές ετών 2014 και επομένων έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, αυτές θα εκπίπτουν κατά το χρόνο καταβολής τους σύμφωνα με την υπόψη ρύθμιση.
Ειδικά για το φορολογικό έτος 2014 και όσον αφορά στις υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές που αποδίδονται στα ασφαλιστικά ταμεία από τους ίδιους τους ασφαλισμένους (ΟΑΕΕ, ΤΕΒΕ, κ.λπ.), εξακολουθούν να ισχύουν τα αναφερόμενα στο αριθ. Δ12 1006031 ΕΞ 2015/19.1.2015 έγγραφό μας, δηλαδή για φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών τους που αφορούν στην περίοδο 01.01.2014 έως 31.12.2014 και τα οποία καταβάλλονται μέσα στο 2015 και μέχρι τη νόμιμη προθεσμία που ορίζει ο οικείος ασφαλιστικός φορέας ή μέχρι την τυχόν παράτασή της, μπορούν να τα εκπέσουν από τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους 2014. Από 01.01.2015 θα ισχύει ο γενικός κανόνας που περιγράφεται στην παράγραφο αυτή, ανακαλουμένων του τελευταίου εδάφιου της παραγράφου 7 του αριθ. Δ12Α 1054299 ΕΞ 26.3.2014 και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 6 του αριθ. Δ12Α 1170320 ΕΞ 2014/30.12.2014 εγγράφων μας.
Ειδικά ως προς τη φορολογική μεταχείριση των ασφαλιστικών εισφορών και αμοιβών διευκρινίζονται τα ακόλουθα:
α) Ως προς τη φορολογική μεταχείριση των ασφαλιστικών εισφορών των μελών προσωπικών εταιρειών (Ο.Ε., Ε.Ε.) και αστικών εταιρειών:
i) Οι ασφαλιστικές εισφορές φυσικού προσώπου, το οποίο ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα (μέσω ατομικής επιχείρησης) και είναι παράλληλα μέλος προσωπικής ή αστικής εταιρείας εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της ατομικής του επιχείρησης. Αν η ατομική επιχείρηση έχει τεθεί σε αδράνεια, οι ασφαλιστικές εισφορές εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της προσωπικής ή αστικής εταιρείας.
ii) Οι ασφαλιστικές εισφορές φυσικού προσώπου, το οποίο δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και είναι μέλος προσωπικής ή αστικής εταιρείας εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της προσωπικής ή αστικής εταιρείας, ανακαλουμένων των όσων αναφέρονται για το θέμα αυτό στο αριθ. ΔΕΑΦΑ 1064780 ΕΞ 2015/11.5.2015 έγγραφό μας.
Σε περίπτωση συμμετοχής εταίρου σε περισσότερες προσωπικές εταιρείες, οι ασφαλιστικές εισφορές εκπίπτουν από την εταιρεία από την οποία λαμβάνει το μεγαλύτερο φορολογητέο εισόδημα.
β) Ως προς τη φορολογική μεταχείριση των ασφαλιστικών εισφορών εταίρων Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. και των μελών Δ.Σ. Α.Ε. ή διαχειριστών Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε.:
i) Οι ασφαλιστικές εισφορές των εταίρων Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των εταιρειών αυτών, αλλά, σε περίπτωση που οι εταίροι λαμβάνουν αμοιβή και ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, οι ασφαλιστικές τους εισφορές θα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της ατομικής τους επιχείρησης. Αν δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και επιπλέον οι αμοιβές που λαμβάνουν από την Ε.Π.Ε. ή την Ι.Κ.Ε. θεωρούνται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, τότε οι ασφαλιστικές εισφορές θα εκπίπτουν από το εισόδημά τους από μισθωτές υπηρεσίες και θα δηλωθούν από τα φυσικά πρόσωπα στη δήλωση φορολογίας εισοδήματός τους (Ε1).
ii) Οι ασφαλιστικές εισφορές μελών Δ.Σ. Α.Ε. ή διαχειριστών Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. που δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν συμμετέχουν στο κεφάλαιο των υπόψη εταιρειών και επιπλέον οι αμοιβές που λαμβάνουν λόγω της ιδιότητάς τους αυτής θεωρούνται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, τότε οι ασφαλιστικές εισφορές θα εκπίπτουν από το εισόδημά τους από μισθωτές υπηρεσίες και θα δηλωθούν από τα φυσικά πρόσωπα στη δήλωση φορολογίας εισοδήματός τους (Ε1).
γ) Ως προς τη φορολογική μεταχείριση των αμοιβών των μελών προσωπικών εταιρειών (Ο.Ε., Ε.Ε.) και αστικών εταιρειών που δεν προέρχονται από τα κέρδη:
i) Οι αμοιβές φυσικού προσώπου μέλους προσωπικής ή αστικής εταιρείας, το οποίο ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα (μέσω ατομικής επιχείρησης) και λαμβάνει αμοιβή από την εταιρεία για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου που αυτή του ανέθεσε στα πλαίσια της άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της προσωπικής ή αστικής εταιρείας.
ii) Οι αμοιβές φυσικού προσώπου μέλους προσωπικής ή αστικής εταιρίας το οποίο δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και λαμβάνει αμοιβές για υπηρεσίες που απορρέουν από τη συμμετοχή του στην εταιρεία δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της προσωπικής ή αστικής εταιρείας.
δ) Ως προς τη φορολογική μεταχείριση των αμοιβών εταίρων Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. και των μελών Δ.Σ. Α.Ε. ή διαχειριστών Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. που δεν προέρχονται από τα κέρδη:
i) Οι αμοιβές φυσικού προσώπου εταίρου Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε., το οποίο ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα (μέσω ατομικής επιχείρησης) και λαμβάνει αμοιβή από την εταιρεία για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου που αυτή του ανέθεσε στα πλαίσια της άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε, κατά περίπτωση.
ii) Οι αμοιβές φυσικού προσώπου διαχειριστή Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. ή μέλους Δ.Σ. Α.Ε. το οποίο δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και λαμβάνει αμοιβές οι οποίες θεωρούνται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της ΕΠΕ ή Ι.Κ.Ε. ή Α.Ε, κατά περίπτωση.
δ) Οι κάθε είδους προβλέψεις, με εξαίρεση τις οριζόμενες στο άρθρο 26 του ίδιου νόμου, αναφορικά με την πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων. Για το άρθρο αυτό έχουν δοθεί από την υπηρεσία μας διευκρινίσεις με την ΠΟΛ.1056/2.3.2015 εγκύκλιό μας.
ε) Τα πρόστιμα και οι χρηματικές ποινές, περιλαμβανομένων των προσαυξήσεων (πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής), που επιβάλλονται εξαιτίας αθετήσεως συμβατικών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων ή παραβάσεων διατάξεων νόμου, κ.λπ.
Στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες δαπάνες:
i) κάθε είδους χρηματική κύρωση για παραβάσεις της φορολογικής (π.χ. τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατά ΚΦΔ ή ΚΕΔΕ) ή ασφαλιστικής (περιλαμβανομένου του ποσού των προσαυξήσεων που κατέβαλε η επιχείρηση για την εκπρόθεσμη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς ασφαλιστικά ταμεία), κ.λπ. νομοθεσίας,
ii) οι ποινικές ρήτρες, τα πρόστιμα και οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται εξαιτίας αθετήσεως συμβατικών υποχρεώσεων της επιχείρησης, κ.λπ.,
iii) το ποσό της εξαγοράς ποινών που επιβάλλονται από δικαστήρια,
iv) οι τόκοι υπερημερίας λόγω οφειλής φόρων, τελών, δασμών, εισφορών, αμοιβών, κ.λπ.
ν) οι τόκοι που καταλογίζονται, με βάση τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 169 του ν. 4099/2012, σε βάρος επιχείρησης κατά την ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων τις οποίες έλαβαν λόγω του σχηματισμού ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού με βάση τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3220/2004, καθόσον οι τόκοι αυτοί καταλογίζονται αντί πρόσθετων φόρων και προστίμων και επιπλέον, σε αντίθετη περίπτωση, η ωφέλεια από την έκπτωση των τόκων αυτών ενδέχεται να κριθεί ως νέα παράνομη κρατική ενίσχυση.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους τόκους (προσαυξήσεις) που επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθόσον αποτελούν προσαύξηση επί του επιβληθέντος προστίμου σε επιχείρηση από την Επιτροπή.
στ) Η παροχή ή λήψη αμοιβών σε χρήμα ή σε είδος που συνιστούν ποινικό αδίκημα, όπως ενδεικτικά τα ποσά που προέρχονται από νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από τα οποία προκύπτει περιουσιακό όφελος, όπως δωροδοκίες.
ζ) Οι φόροι -τέλη. Ειδικότερα (περιοριστικά):
αα) ο φόρος εισοδήματος,
ββ) το τέλος επιτηδεύματος,
γγ) οι έκτακτες εισφορές, που επιβάλλονται στα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα. Κατά συνέπεια, η έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης του ν. 4093/2012 εκπίπτει εφάπαξ από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι αυτή επιβαλλόταν επί του τιμήματος των πωλήσεων ηλεκτρικής ενέργειας στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, και όχι επί των κερδών. Το ποσό της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης των ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ του ν. 4093/2012 των χρήσεων 2012 και 2013, για το οποίο απομένει αναπόσβεστο υπόλοιπο, με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις του ν. 2238/1994, προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των φορολογικών ετών 2014 έως και 2017 (3/5 και 4/5, αντίστοιχα), θα εξακολουθήσει να αναγνωρίζεται ως έξοδο των αντίστοιχων φορολογικών ετών.
δδ) ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) που αναλογεί σε μη εκπιπτόμενες δαπάνες, εφόσον δεν είναι εκπεστέος ως Φ.Π.Α. εισροών από το Φ.Π.Α. εκροών, με βάση τις διατάξεις του ν. 2859/2000 περί Φ.Π.Α.
Για παράδειγμα, δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων ο Φ.Π.Α. για τον οποίο δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης από το Φ.Π.Α. εκροών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2859/2000, όπως π.χ. δαπάνες για τη διεξαγωγή εορταστικών εκδηλώσεων, έξοδα ψυχαγωγίας, κ.λπ. και ο οποίος αντιστοιχεί στο μη εκπιπτόμενο ποσό αυτών, ήτοι το υπερβάλλον ποσό των 300 ευρώ της δαπάνης ενός εκ των συμμετεχόντων στην εορταστική εκδήλωση το οποίο δεν εκπίπτει με βάση τις διατάξεις της περ. ι’ του άρθρου αυτού του ν. 4172/2013 και του συνόλου των δαπανών ψυχαγωγίας με βάση τις διατάξεις της περ. ια’ του υπόψη άρθρου και νόμου, αντίστοιχα.
Διευκρινίζεται ότι ο Φ. Π. Α. για τον οποίο δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης από το φόρο των εκροών και αντιστοιχεί σε εκπιπτόμενες δαπάνες κατά τον Κ.Φ.Ε., εκπίπτεται κανονικά από τα ακαθάριστα έσοδα.
Σημειώνεται, ότι ο Φ.Π.Α. που επιβάλλεται επί των δαπανών που αφορούν στην επέκταση, προσθήκη ή βελτίωση παγίων τα οποία χρησιμοποιούνται σε πράξεις μη υπαγόμενες σε Φ.Π.Α., προσαυξάνει την αξία κτήσης των πιο πάνω παγίων, η οποία υπόκειται σε απόσβεση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24 του ν. 4172/2013, καθόσον ο φόρος αυτός αφενός δεν εκπίπτει ούτε επιστρέφεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2859/2000 και αφετέρου βαρύνει τις δαπάνες αυτές, οι οποίες περαιτέρω βαρύνουν την αξία κτήσης των εν λόγω κτισμάτων. Ομοίως ο Φ. Π. Α. που βαρύνει τις αγορές ενσώματων παγίων των επιχειρήσεων και ο οποίος δεν μπορεί να εκπέσει από το Φ.Π.Α. εκροών, προσαυξάνει την τιμή κτήσης του παγίου και κατά συνέπεια, εκπίπτει δια μέσω των αποσβέσεων επί της συνολικής αξίας του παγίου αυτού με βάση το άρθρο 24.
Πέραν των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι, δεν εκπίπτουν και οι φόροι των οποίων η μη έκπτωση προβλέπεται ρητά από ειδικές διατάξεις νόμων.
Στην περίπτωση που οι ανωτέρω φόροι επαναχρεώνονται στην αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση, με την παρούσα γίνεται δεκτό ότι αυτοί εκπίπτουν ως δαπάνη της επιχείρησης που τους επαναχρεώνει εφόσον το ποσό της επαναχρέωσης έχει συμπεριληφθεί στα φορολογητέα έσοδα της επιχείρησης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι φόροι που δεν εκπίπτουν απαριθμούνται περιοριστικά στις υπόψη υποπεριπτώσεις και κατά συνέπεια, λοιποί φόροι που δεν περιλαμβάνονται σε αυτές εκπίπτουν (π.χ. ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας, τέλη χαρτοσήμου, ανταποδοτικά τέλη υπέρ Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, κ.λπ.).
Οι ανωτέρω φόροι – τέλη εκπίπτουν κατά το χρόνο που καταβάλλονται. Εξαίρεση αποτελούν τα τέλη κυκλοφορίας τα οποία προκαταβάλλονται και κατά συνέπεια εκπίπτουν το επόμενο φορολογικό έτος, δηλαδή το έτος που αφορούν, καθώς και τα τέλη διαφήμισης, τα οποία εκπίπτουν κατά το χρόνο που αφορούν, με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται κατωτέρω.
η) Το τεκμαρτό μίσθωμα από ιδιοχρησιμοποίηση της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του ν. 4172/2013, κατά το μέτρο που υπερβαίνει το τρία τοις εκατό (3%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 41 και 41α του ν. 1249/1982. Ειδικότερα, για τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος από ακίνητη περιουσία, εκπίπτει το τεκμαρτό μίσθωμα στο σύνολό του ανεξάρτητα αν υπερβαίνει το 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.
θ) Οι δαπάνες για την οργάνωση και διεξαγωγή ενημερωτικών ημερίδων και συναντήσεων που αφορούν στη σίτιση και διαμονή πελατών ή εργαζομένων της επιχείρησης, για την ενημέρωσή τους σε θέματα στρατηγικής των επιχειρήσεων, οριοθέτησης μελλοντικών στόχων, εισαγωγής νέων προϊόντων στην αγορά, προώθησης των προϊόντων, ενημέρωσης σε νέες τεχνικές, κ.λπ., είτε οργανώνονται από την ίδια την επιχείρηση είτε από τρίτο, κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το ποσό των 300 ευρώ ανά συμμετέχοντα και κατά το μέτρο που η συνολική ετήσια δαπάνη υπερβαίνει το 0,5% επί του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήματος της επιχείρησης.
Στις δαπάνες για τη σίτιση και διαμονή πελατών ή εργαζομένων της επιχείρησης δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες που γίνονται για την αίθουσα των εκδηλώσεων, τη μεταφορά των επισκεπτών, τυχόν αμοιβές ομιλητών, ενώ περιλαμβάνονται τα τέλη που σχετίζονται με τη διαμονή (π.χ. δημοτικοί φόροι ημεδαπής ή αλλοδαπής – «city tax»).
Το ποσό των 300 ευρώ ανά συμμετέχοντα εφαρμόζεται ανά ενημερωτική ημερίδα – συνάντηση. Εφόσον το συνολικό ετήσιο ποσό της εν λόγω δαπάνης υπερβαίνει το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης, τότε η συνολική δαπάνη εκπίπτει μόνο μέχρι του ποσού που δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσοστό. Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση η εκπιπτόμενη δαπάνη δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 1
Επιχείρηση με ακαθάριστα έσοδα 2.000.000 ευρώ δαπάνησε στα πλαίσια διοργάνωσης ενημερωτικής ημερίδας, για σίτιση και διαμονή 50 ατόμων 21.500 ευρώ συνολικά. Ειδικότερα, για 20 από αυτά δαπάνησε το ποσό των 700 ευρώ για κάθε έναν, ήτοι συνολικά 14.000 ευρώ (20 x 700) και για τα υπόλοιπα 30 άτομα το ποσό των 250 ευρώ για κάθε έναν, ήτοι συνολικά 7.500 ευρώ (30 x 250).
Η μη εκπιπτόμενη δαπάνη θα υπολογισθεί ως εξής:
i) Για τα 20 άτομα για τα οποία δαπάνησε το ποσό των 700 ευρώ η δαπάνη θα περιοριστεί στα 300 ευρώ, συνεπώς ως αρχικό μη εκπιπτόμενο ποσό από τα ακαθάριστα έσοδα θα ληφθεί το ποσό των 8.000 ευρώ [(700 – 300) x 20].
ii) Η εναπομένουσα δαπάνη ύψους 13.500 ευρώ (21.500 – 8.000) συγκρίνεται με το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων, ήτοι 10.000 ευρώ (2.000.000 x 0,5%) και περιορίζεται σε αυτό το ύψος, δηλαδή θα αναμορφωθεί επίσης ποσό ίσο με 3.500 ευρώ (13.500 – 10.000).
Στο παράδειγμα αυτό θα αναμορφωθεί συνολικά ποσό ύψους 11.500 ευρώ, ήτοι ποσό 8.000 ευρώ από τον περιορισμό στα 300 ευρώ της δαπάνης σε όσους συμμετέχοντες είναι μεγαλύτερη και 3.500 ευρώ γιατί το ποσό που απέμεινε υπερβαίνει το 0,5% επί των ακαθάριστων εσόδων.
Εάν στο παραπάνω παράδειγμα τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης ήταν 3.000.000 ευρώ, τότε η εναπομένουσα δαπάνη ύψους 13.500 ευρώ θα συγκριθεί με το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων, ήτοι με 15.000 ευρώ (3.000.000 x 0,5%) και επειδή είναι μικρότερη δεν τίθεται θέμα άλλου περιορισμού.
Στην περίπτωση αυτή θα αναμορφωθεί συνολικά ποσό ύψους 8.000 ευρώ, ήτοι μόνο το ποσό από τον περιορισμό στα 300 ευρώ της δαπάνης σε όσους συμμετέχοντες είναι μεγαλύτερη, δεδομένου ότι το εναπομένον ποσό είναι μικρότερο από το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2
Επιχείρηση με ακαθάριστα έσοδα 1.000.000 ευρώ δαπάνησε στα πλαίσια διοργάνωσης ενημερωτικής ημερίδας για σίτιση και διαμονή 25 ατόμων 6.000 ευρώ συνολικά. Η υπόψη δαπάνη δεν ξεπέρασε το ποσό των 300 ευρώ για κανέναν από τους συμμετέχοντες. Η μη εκπιπτόμενη δαπάνη θα υπολογισθεί ως εξής:
Η δαπάνη ύψους 6.000 ευρώ συγκρίνεται με το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων, ήτοι με 5.000 ευρώ (1.000.000 x 0,5%) και περιορίζεται σε αυτό το ύψος, δηλαδή θα αναμορφωθεί το ποσό των 1.000 ευρώ (6.000 – 5.000).
Στο παράδειγμα αυτό θα αναμορφωθεί συνολικά ποσό ύψους 1.000 ευρώ, ήτοι μόνο το ποσό από τον περιορισμό 0,5% των ακαθάριστων εσόδων της συνολικής δαπάνης, δεδομένου ότι δεν υπήρχε συμμετέχων για τον οποίον να δαπανήθηκε μεγαλύτερο ποσό.
Εάν στο παραπάνω παράδειγμα τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης ήταν 2.000.000 ευρώ, τότε η δαπάνη ύψους 6.000 ευρώ θα συγκριθεί με το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων, ήτοι 10.000 ευρώ (2.000.000 x 0,5%) και επειδή είναι μικρότερη δεν θα αναμορφωθεί κανένα ποσό.
ι) Οι δαπάνες για τη διεξαγωγή εορταστικών εκδηλώσεων και οι δαπάνες σίτισης και διαμονής φιλοξενούμενων προσώπων, κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το ποσό των 300 ευρώ ανά συμμετέχοντα και κατά το μέτρο που η συνολική ετήσια δαπάνη υπερβαίνει το 0,5% επί του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήματος της επιχείρησης.
Στις δαπάνες για τη διαμονή φιλοξενούμενων προσώπων περιλαμβάνονται και τα τέλη που σχετίζονται με τη διαμονή (π.χ. δημοτικοί φόροι ημεδαπής ή αλλοδαπής – «city tax»).
Το ανωτέρω όριο των 300 ευρώ ανά συμμετέχοντα εφαρμόζεται ανά εορταστική εκδήλωση. Εφόσον το συνολικό ετήσιο ποσό της εν λόγω δαπάνης υπερβαίνει το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης, τότε η συνολική δαπάνη εκπίπτει μόνο μέχρι του ποσού που δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσοστό. Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση η εκπιπτόμενη δαπάνη δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,5% των ακαθάριστων εσόδων.
Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση που μία επιχείρηση καταβάλει δημοτικό φόρο στην αλλοδαπή, θα πρέπει να εξετάζεται αν η καταβολή πραγματοποιείται στα πλαίσια των περιπτώσεων θ’ ή ι’, δηλαδή αν ακολουθεί την κύρια δαπάνη διαμονής πελατών ή εργαζομένων της στα πλαίσια ενημερωτικών ημερίδων ή διαμονής φιλοξενούμενων προσώπων. Σε περίπτωση που ο δημοτικός φόρος αλλοδαπής δεν αφορά στις παραπάνω περιπτώσεις, θα πρέπει να συναρτάται με την κύρια αντίστοιχη δαπάνη για την έκπτωση των οποίων πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22.
ια) Οι δαπάνες ψυχαγωγίας. Εξαιρούνται δαπάνες ψυχαγωγίας που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων που έχουν ως κύριο αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ψυχαγωγίας, οι οποίες δικαιούνται να εκπέσουν το σύνολο των υπόψη δαπανών.
ιβ) Οι προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες.
Διευκρινίζεται ότι όποια δαπάνη έχει χαρακτηρισθεί ως παροχή σε είδος με βάση το άρθρο 13 του ν. 4172/2013 (ΠΟΛ.1219/6.10.2014 εγκύκλιός μας) και φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία, θεωρείται ότι πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης (άρθρο 22 περ. α’) και εκπίπτει ως έξοδο μισθοδοσίας, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις των περ. β’ και γ’ του άρθρου 22. Λοιπές δαπάνες που δεν εμπίπτουν στην έννοια των παροχών σε είδος (π.χ. διατακτικές μέχρι 6 ευρώ, παροχές μέχρι 300 ευρώ, χρήση κινητών τηλεφώνων σύμφωνα με την ΠΟΛ.1219/6.10.2014, παραχώρηση εταιρικών οχημάτων για το 70% του κόστους των αναφερομένων στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 13 δαπανών, καύσιμα και διόδια εταιρικών οχημάτων, κ.λπ.) εκπίπτουν υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 22.
Τα ίδια ισχύουν και για τα ποσά των περ. α’ και β’ της παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 4172/2013, αναφορικά με την κάλυψη δαπανών (διαμονής, σίτισης και κίνησης) από την επιχείρηση που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, τα οποία επίσης εκπίπτουν με τις προϋποθέσεις του άρθρου 22.
Ειδικότερα, σε περίπτωση που χορηγείται δάνειο προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του νόμου αυτού δεν εκπίπτουν οι τόκοι που προκύπτουν, σε περίπτωση έγγραφης συμφωνίας, για τους οποίους το φυσικό πρόσωπο φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία, καθότι αυτό αποτελεί τεκμαρτό εισόδημα για αυτόν και δεν αποτελεί πραγματική δαπάνη για την εταιρεία.
ιγ) Ως προς την περίπτωση ιγ’ του άρθρου 23, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 21 του ν. 4321/2015, θα ακολουθήσουν αναλυτικές οδηγίες με νεότερη εγκύκλιό μας.
Πέραν των ανωτέρω διευκρινίζονται τα ακόλουθα:
i) Οι δαπάνες διαφήμισης δεν εκπίπτουν στην περίπτωση εκπρόθεσμης απόδοσης των οφειλομένων τελών διαφήμισης, δηλαδή μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, καθόσον με τις διατάξεις της περ. δ’ της κατηγορίας Δ’ της παρ.1 του άρθρου 15 του από 24.9/20.10.1958 βασιλικού διατάγματος, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2880/2001, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, ορίζεται ότι σε περίπτωση εκπρόθεσμης απόδοσης των οφειλόμενων τελών, οι σχετικές δαπάνες διαφήμισης δεν αναγνωρίζονται ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδα, κατά τις φορολογικές διατάξεις.
ii) Προκειμένου για τον προσδιορισμό των κερδών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εκπίπτουν τα τεχνικά αποθέματα που υποχρεωτικά σχηματίζουν οι επιχειρήσεις αυτές με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.δ. 400/1970 «Περί Ιδιωτικής Ασφάλισης».
iii) Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της περ. γ’ του άρθρου 45 του ν. 4172/2013 διευκρινίζεται, ότι όσον αφορά στις δαπάνες που αυτά πραγματοποιούν, γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν αυτές αφορούν στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα ή στην επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους. Το μέρος εκείνων των δαπανών που αφορούν σε επιχειρηματική δραστηριότητα εκπίπτει προκειμένου για τον προσδιορισμό του εισοδήματος αυτού, με την επιφύλαξη των άρθρων 22 και 23. Αντίθετα, δεν εκπίπτουν δαπάνες που αφορούν έσοδα που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο φόρου.
Σε περίπτωση που υπάρχουν δαπάνες που είναι κοινές, δηλαδή μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία τόσο εισοδήματος υπαγόμενου σε φόρο όσο και εισοδήματος μη υπαγόμενου σε φόρο, τότε οι δαπάνες αυτές επιμερίζονται κατά την αναλογία των αντίστοιχων εσόδων.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και για αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες της παρ. ε’ του άρθρου 45 του ν. 4172/2013.
Αντίστοιχα, για τους φορείς γενικής κυβέρνησης και δεδομένου ότι αυτοί φορολογούνται για το εισόδημα που αποκτούν από κεφάλαιο και υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, εκπίπτουν οι δαπάνες που αντιστοιχούν στα εισοδήματα αυτά, ενώ δεν εκπίπτουν οι λοιπές δαπάνες. Σε περίπτωση κοινών δαπανών, αυτές επιμερίζονται κατά την αναλογία των απαλλασσόμενων και μη εισοδημάτων.
Τέλος και αναφορικά με τις οικοδομικές επιχειρήσεις οι οποίες αποκτούν εισοδήματα τόσο από την πώληση οικοδομών όσο και από λοιπές επιχειρηματικές δραστηριότητες, οι κοινές δαπάνες επιμερίζονται κατά την αναλογία των εισοδημάτων αυτών.
Ειδικά στην περίπτωση πώλησης ακινήτων οικοδομικής επιχείρησης μετά την 01.01.2014 των οποίων η άδεια κατασκευής εκδόθηκε μετά την 01.01.2006 που προσδιορίζουν τα κέρδη τους λογιστικά και η ανέγερση των οποίων έχει ήδη ολοκληρωθεί σε προηγούμενα έτη, για τον λογιστικό προσδιορισμό των κερδών λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες που αφορούν στα πωληθέντα ακίνητα έστω και αν αυτές πραγματοποιήθηκαν και καταχωρήθηκαν σε προηγούμενο φορολογικό έτος, ήτοι στο έτος ή στα έτη κατασκευής (σχετ. ΠΟΛ.1102/11.5.2015 και ΠΟΛ.1097/28.4.2015). Τα παραπάνω ισχύουν και σε περίπτωση πώλησης ημιτελών οικοδομών, δηλαδή για τον λογιστικό προσδιορισμό των κερδών λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν και καταχωρήθηκαν σε προγενέστερα έτη. Αν οι δαπάνες πραγματοποιούνται σε μεταγενέστερο χρόνο της πώλησης, αυτές εκπίπτουν κατά το χρόνο πραγματοποίησής τους με βάση τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 της δεύτερης ενότητας της παρούσας (Άρθρο 22 Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες).
iv) Επισημαίνεται ότι για τα νομικά πρόσωπα της περ. β’ του άρθρου 45 που αποκτούν εισόδημα αποκλειστικά από ακίνητη περιουσία, το εισόδημά τους αυτό θεωρείται εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα όπως και των λοιπών νομικών προσώπων (παρ. 2 άρθρου 47) και συνεπώς, οι διατάξεις των άρθρων 22 και 23 έχουν εφαρμογή και στα πρόσωπα αυτά.
ν) Στην περίπτωση αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που δεν έχει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα και φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47 και 58 του ν. 4172/2013, ανεξάρτητα από το αν αποκτά ή όχι μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα (ΠΟΛ.1069/23.3.2015 εγκύκλιός μας), το σύνολο των δαπανών εκπίπτει με τις προϋποθέσεις που ορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού.
vi) Αναφορικά με τις προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων που σχηματίζονται με την παρ.1 του άρθρου 26 του ν.4172/2013 χωρίς τα υπόψη ποσά να έχουν εγγραφεί σε αποτελεσματικό λογαριασμό εσόδων (π.χ. προκαταβολές) και επομένως δεν πληρείται η προϋπόθεση της περ. α’ της παρ. 4 του άρθρου αυτού προκειμένου για τη διαγραφή τους, με την παρούσα γίνεται δεκτό ότι αν για τις υπόψη επισφάλειες αποδεικνύεται η αφερεγγυότητα του οφειλέτη με βάση τα όσα ορίζονται με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 26 του ν.4172/2013 και ενδεικτικά αναφέρονται στην ΠΟΛ.1056/2.3.2015 εγκύκλιο, τότε τα υπόψη ποσά εκπίπτουν φορολογικά κατά το φορολογικό αυτό έτος. Τα ανωτέρω ισχύουν και για το ανεξόφλητο ποσό Φ.Π.Α. επισφαλών απαιτήσεων, το οποίο με βάση την ίδια ως άνω εγκύκλιό μας δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στην πρόβλεψη της επισφαλούς απαίτησης που σχηματίζεται με βάση τις ως άνω διατάξεις. Το ποσό αυτό εκπίπτει στο έτος διαγραφής του, με την προϋπόθεση να υπάρχει υποχρέωση απόδοσής του στο Δημόσιο και να έχει ήδη συμπεριληφθεί στη δήλωση Φ. Π. Α. (αρχική ή τροποποιητική) της οικείας περιόδου.
vii) Όσον αφορά στα ποσά εκπτώσεων που χορηγούνται από τους συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας προς τον ΕΟΠΥΥ κατ’ εφαρμογή του μηχανισμού αυτόματης πληρωμής (claw back) και του κλιμακούμενου ποσοστού επί των ποσοστών του ΕΟΠΥΥ (rebate) με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 100 του ν.4172/2013, αυτά μειώνουν τα ακαθάριστα έσοδα του έτους εντός του οποίου εκκαθαρίζονται και εκδίδονται τα σχετικά στοιχεία.
2. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως ισχύει, για δαπάνες που αφορούν φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1.1.2014 και μετά.
Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 8
10184 Αθήνα
Τηλέφωνα: 210 3375890, 878, 879
E-mail: d 1 3. e tak @ y o . s yzefxis . g ov . g r
E Ξ . ΕΠΕΙΓΟΝ
ΠΟΛ 1163/2015
ΘΕΜΑ: Διαδικασία διορθώσεων και χορήγηση απαλλαγών από τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθορισμός του αρμόδιου οργάνου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 8 του N. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α’), όπως ισχύει, και ειδικότερα του τέταρτου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 3 του άρθρου 6, με την οποία εξουσιοδοτείται ο Γενικός Γραμματέας με αποφάσεις του να καθορίζει τη διαδικασία και τα έντυπα με τα οποία πραγματοποιούνται διορθώσεις, τα υποδείγματα χορήγησης απαλλαγών και τον τρόπο υποβολής τους.
2. Τις διατάξεις του άρθρου 32 του N. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α’), όπως ισχύει.
3. Τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6, 23, 32, 34, 37 και 63 του N. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α’), όπως ισχύουν.
4. Τις διατάξεις του άρθρου 23 του N. 3427/2005 (ΦΕΚ 312 Α’), όπως ισχύει.
5. Την Πράξη 20/25-6-2014 του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 360 ΥΟΔΔ), περί επιλογής και διορισμού Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
6. Την αριθ. Δ6Α 1036682 ΕΞ/2014 25.2.2014 (ΦΕΚ 478 Β’) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότησης υπογραφής «Με εντολή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων» σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, όπως ισχύει.
7. Τις ΠΟΛ.1231/20.10.2014 (ΦΕΚ 2832 B’), ΠΟΛ.1232/21.10.2014 (ΦΕΚ 2832 B’), και ΠΟΛ.1247/27.11.2014 (ΦΕΚ 3268 Β’) αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
8. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση απαλλαγών ή εκπτώσεων από τον ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.)
1. Αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις των άρθρων 3,4,5, πλην της περίπτωσης ε της παραγράφου 2 της ενότητας Β του άρθρου 4 του Ν. 4223/2013, εκπτώσεων ή απαλλαγών, οι οποίες δεν χορηγήθηκαν με τη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη προσδιορισμού φόρου, είναι ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. της αρχικά εκδοθείσας δήλωσης ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξης προσδιορισμού φόρου του οικείου έτους.
2. Αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 7 και της περίπτωσης ε της παραγράφου 2 της ενότητας Β του άρθρου 4 του Ν. 4223/2013 εκπτώσεων, οι οποίες δεν χορηγήθηκαν με τη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, είναι ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του οικείου έτους.
Άρθρο 2
Διαδικασία χορήγησης απαλλαγών ή εκπτώσεων των άρθρων 3 έως και 5 πλην της περίπτωσης ε της παραγράφου 2 της ενότητας Β του άρθρου 4 του Ν. 4223/2013
1. Για την απαλλαγή ακινήτων ή εμπραγμάτων σε αυτά δικαιωμάτων από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ακίνητο έχει υπαχθεί σε φόρο, ενώ απαλλάσσεται, απαιτείται η υποβολή αίτησης στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 της παρούσας, σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα 1, με συνυποβαλλόμενα τα κατά περίπτωση απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται ανά αιτία χορήγησης της έκπτωσης ή απαλλαγής.
2. Εφόσον η αίτηση γίνει αποδεκτή εκδίδεται νέα δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη διοικητικού προσδιορισμού, η οποία κοινοποιείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, και αναρτάται ηλεκτρονικά στο λογαριασμό του φορολογουμένου στο ΟΠΣ Περιουσιολόγιο (www.gsis.gr).
3. Εφόσον η αίτηση δεν γίνεται αποδεκτή, εκδίδεται πράξη απόρριψης σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα 7 και ενημερώνεται επί αποδείξει ο φορολογούμενος.
Άρθρο 3
Διαδικασία χορήγησης των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 7 και της περίπτωσης ε της παραγράφου 2 της ενότητας Β του άρθρου 4 του Ν. 4223/2013 εκπτώσεων
1. Για τη χορήγηση των εκπτώσεων, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 4223/2013 και της περίπτωσης ε της παραγράφου 2 της ενότητας Β του άρθρου 4 του Ν. 4223/2013, απαιτείται η υποβολή αίτησης στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 της παρούσας, σύμφωνα με τα συνημμένα υποδείγματα 2 ή 3 κατά περίπτωση με συνυποβαλλόμενα, όπου απαιτείται, τα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να ισχύουν κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται ανά αιτία χορήγησης της έκπτωσης ή απαλλαγής. Για να χορηγηθεί απαλλαγή, στις περιπτώσεις που κτίσμα της νήσου Κεφαλληνίας έχει υποστεί ζημίες από το σεισμό του Ιανουαρίου του 2014, απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης από τη Διεύθυνση Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών (ΔΑΕΦΚ) του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, από την οποία να προκύπτει ότι το κτίσμα έχει υποστεί τις σχετικές ζημίες. Για να χορηγηθεί απαλλαγή, σε περίπτωση εταιρείας ειδικού σκοπού, οι ονομαστικές μετοχές της οποίας ανήκουν στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ., απαιτείται η προσκόμιση του συστατικού της εγγράφου νομίμως δημοσιευμένου, όπου απαιτείται δημοσίευση, με όλες τις τυχόν τροποποιήσεις, από το οποίο να προκύπτει ότι για την εταιρεία έχει εφαρμογή η περίπτωση ζ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3986/2011 και για το σύνολο του μετοχικού της κεφαλαίου έχουν εκδοθεί ονομαστικές μετοχές, οι οποίες ανήκουν στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ., καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο του μετοχολογίου της εταιρείας σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες δημοσιότητας, με τις τυχόν τροποποιήσεις του, από το οποίο να προκύπτει ότι το σύνολο των ονομαστικών μετοχών ανήκει σε ποσοστό εκατό της εκατό (100%.) στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους. Για να χορηγηθεί απαλλαγή, στις περιπτώσεις που κτίσμα των περιφερειακών ενοτήτων Λευκάδας και Ιθάκης έχει υποστεί ζημίες από το σεισμό του Νοεμβρίου του 2015, απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης από τη Διεύθυνση Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών (ΔΑΕΦΚ) του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, από την οποία να προκύπτει ότι το κτίσμα έχει υποστεί τις σχετικές ζημίες.
2. Εφόσον η αίτηση γίνει αποδεκτή, εκδίδεται απόφαση του αρμόδιου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. σύμφωνα με τα συνημμένα υποδείγματα 4 ή 5 κατά περίπτωση και στη συνέχεια νέα δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη διοικητικού προσδιορισμού, η οποία κοινοποιείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, και αναρτάται ηλεκτρονικά στο λογαριασμό του φορολογουμένου στο ΟΠΣ Περιουσιολόγιο στο TAXISnet.
3. Η απόφαση του προϊσταμένου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 της παρούσας είναι δεσμευτική, ως προς τη χορήγηση των εκπτώσεων ή την απόρριψη των αιτήσεων, και για τους λοιπούς αρμόδιους προϊσταμένους Δ.Ο.Υ. της συζύγου ή των τέκνων. Στην περίπτωση κατά την οποία, ως προς τον ΕΝ.Φ.Ι.Α., οι σύζυγοι ή/και τα εξαρτώμενα τέκνα ανήκουν σε διαφορετική Δ.Ο.Υ., η χορήγηση της μείωσης για κάθε δικαιούχο αυτής πραγματοποιείται με βάση την απόφαση του οριζόμενου στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 της παρούσας αρμόδιου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ..
4. Εφόσον το αίτημα για τη χορήγηση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 7 και της περίπτωσης ε της παραγράφου 2 της ενότητας Β του άρθρου 4 του Ν. 4223/2013 εκπτώσεων δεν γίνεται αποδεκτό, εκδίδεται πράξη απόρριψης σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα 7 και ενημερώνεται επί αποδείξει ο φορολογούμενος.
5. Η ΠΟΛ.1231/20.10.2014 (ΦΕΚ 2832 Β’), κατά το μέρος που δεν αντίκειται στην παρούσα, παραμένει σε ισχύ. Αιτήσεις που έχουν παραληφθεί από τον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 της παρούσας, εξετάζονται και, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, εκδίδεται νέα δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου. Αιτήσεις που έχουν παραληφθεί από τον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. για τον ΕΝ.Φ.Ι.Α., εφόσον αυτός δεν είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του φορολογουμένου, διαβιβάζονται άμεσα στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 της παρούσας, για τις δικές του ενέργειες.
Άρθρο 4
Διαδικασία διόρθωσης φορολογητέας αξίας ακινήτου
1. Σε περιπτώσεις αμφισβήτησης της φορολογητέας αξίας ακινήτων ή των εμπραγμάτων σε αυτά δικαιωμάτων, όπως έχει προσδιοριστεί στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη προσδιορισμού φόρου, και εφόσον τα περιγραφικά στοιχεία του ακινήτου είναι ορθά, ο φορολογούμενος δύναται να υποβάλει στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. αίτηση σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα 6.
2. Εφόσον η αίτηση γίνει αποδεκτή, εκδίδεται κατά περίπτωση νέα δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., η οποία κοινοποιείται ηλεκτρονικά κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, και αναρτάται στο λογαριασμό του φορολογουμένου στο ΟΠΣ Περιουσιολόγιο στο TAXISnet.
3. Εφόσον η αίτηση δεν γίνεται αποδεκτή, εκδίδεται πράξη απόρριψης σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα 7 και ενημερώνεται, επί αποδείξει, ο φορολογούμενος.
4. Στις περιπτώσεις στις οποίες η φορολογητέα αξία ακινήτων ή εμπραγμάτων σε αυτά δικαιωμάτων δεν είναι ορθή λόγω λάθους της βάσης δεδομένων του Υπουργείου Οικονομικών, ο αρμόδιος προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. ενημερώνει τη Διεύθυνση Εφαρμογής Φορολογίας Κεφαλαίου, η οποία εγκρίνει τη διόρθωση της βάσης δεδομένων από τη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Γ.Γ.Δ.Ε. (Δ.ΗΛΕ.Δ.), ώστε να πραγματοποιηθεί στη συνέχεια ορθή εκκαθάριση του φόρου.
Άρθρο 5
Ειδικά θέματα
1. Τα υποδείγματα για τη χορήγηση απαλλαγών ή εκπτώσεων, που υποβάλλονται στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., επέχουν θέση δήλωσης και, εφόσον γίνουν αποδεκτά, εκδίδεται δήλωση – πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α..
2. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται η πληροφορία του αριθμού παροχής ηλεκτρικού ρεύματος που ήταν ανενεργός καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους 2013, αυτή λαμβάνεται αποκλειστικά από τα ηλεκτρονικά αρχεία του ΔΕΔΔΗΕ, που έχουν σταλεί στη Δ.ΗΛΕ.Δ.. Αν διαπιστωθεί ότι αριθμός παροχής ηλεκτρικού ρεύματος δεν εμπεριέχεται στα αποσταλθέντα ηλεκτρονικά αρχεία, πραγματοποιείται επικαιροποίηση – ενημέρωση της Δ.ΗΛΕ.Δ. από το ΔΕΔΔΗΕ, μετά από αίτηση του φορολογουμένου..
3. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει χορηγηθεί ποσοστό έκπτωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 7 του Ν. 4223/2013, κατά την αποδοχή του αιτήματος, χορηγείται το ποσοστό έκπτωσης που αντιστοιχεί στην τελευταία εκδοθείσα, μετά από εμπρόθεσμη δήλωση, πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου.
4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει ήδη χορηγηθεί ποσοστό έκπτωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 7 του Ν. 4223/2013, λαμβάνεται υπόψη το ποσοστό της έκπτωσης που έχει χορηγηθεί με την τελευταία εκδοθείσα πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου. Το ποσό που προκύπτει δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της έκπτωσης που έχει χορηγηθεί με την τελευταία, πριν την αποδοχή του αιτήματος του άρθρου 2, εκδοθείσα πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου.
5. Στις περιπτώσεις που, μετά τη χορήγηση των εκπτώσεων/απαλλαγών των άρθρων 3 έως 5 του Ν. 4223/2013, υποβληθεί εκπρόθεσμη τροποποιητική δήλωση, οι χορηγηθείσες εκπτώσεις/απαλλαγές διατηρούνται εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η απαλλαγή χορηγείται λόγω της γεωγραφικής θέσης του ακινήτου.
Άρθρο 6
1. Στην παρούσα επισυνάπτονται επτά (7) υποδείγματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής.
Υποδείγματα
2. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
Αικατερίνη Σαββαΐδου
Ακριβές Αντίγραφο
Ο Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
ΘΕΜΑ. Κοινοποίηση των διατάξεων των περ. α) και β), της παραγράφου 3, του άρθρου 1 του ν.4334/2015 (Α’80), περί φόρου ασφαλίστρων.
Κοινοποιούμε τις αναφερόμενες στο θέμα διατάξεις και παρέχουμε οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:
Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.4334/2015 που δημοσιεύτηκε στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως Τεύχος Α’ 80/16-7-2015, ρυθμίζονται θέματα του φόρου ασφαλίστρων.
Ειδικότερα:
1. Με τις διατάξεις της περ. α) της παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου, ορίζεται συντελεστής 15% επί των ασφαλίστρων των λοιπών κλάδων, πλην του κλάδου πυρός και ζωής, για τους οποίους διατηρούνται οι ισχύοντες συντελεστές.
2. Με τις διατάξεις της περ. β) της ιδίας παραγράφου καταργούνται οι προβλεπόμενες διατάξεις περί απαλλαγών από το φόρο ασφαλίστρων της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 3492/2006 (Φ.Ε.Κ. Α’210/5-10-2006) καθώς και των απαλλαγών από το φόρο κύκλου εργασιών στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που επιβαλλόταν με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του α.ν. 1524/1950 (Φ.Ε.Κ.Α’246), ο οποίος κυρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 1620/1951 (Φ.Ε.Κ. Α’ 2). Εξαιρετικά, σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας περ. διατηρείται η απαλλαγή από το φόρο ασφαλίστρων για τα καταβαλλόμενα ασφάλιστρα ζωής, εφόσον τα συναπτόμενα συμβόλαια είναι διάρκειας τουλάχιστον δέκα (10) ετών.
3. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 3492/2006, μετονομάστηκε σε «φόρο ασφαλίστρων» ο μέχρι τότε επιβαλλόμενος φόρος κύκλου εργασιών στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, με τις ίδιες προϋποθέσεις και για τις ίδιες συναλλαγές, με τη διατήρηση των ισχυουσών, τότε, απαλλαγών. (Σχετ. Εγκύκλιός μας αρ. πρωτ. 1093733/704/Τ και Ε.Φ./ΠΟΛ.1126/25.10.2006)
4. Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις, ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή 16-7-2015 και καταλαμβάνουν ασφάλιστρα και πάσης φύσεως δικαιώματα, τα οποία καθίστανται απαιτητά από την ημερομηνία αυτή και μετά.
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
ΠΟΛ.1147/3.7.2015 Διευκρινίσεις επί της ΠΟΛ.1133/2015 για τη θέση σε αναγκαστική ακινησία αυτοκινήτων οχημάτων για τα οποία δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία μεταβίβασης
ΘΕΜΑ : Διευκρινίσεις επί της ΠΟΛ.1133/2015 για τη θέση σε αναγκαστική ακινησία αυτοκινήτων οχημάτων για τα οποία δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία μεταβίβασης.
Σε συνέχεια της αναφερομένης στο θέμα Εγκυκλίου μας και με αφορμή ερωτήματα τα οποία δέχθηκε η υπηρεσία μας, διευκρινίζονται τα εξής:
Τα επιβατικά αυτοκίνητα οχήματα, για τα οποία υποβάλλεται «δήλωση μη μεταβίβασης οχήματος» και καταχωρούνται στην Εθνική Βάση Δεδομένων ως «Απολεσθέντα – ανευρεθέντα – κλαπέντα αντικείμενα και αναζητήσεις προσώπων και πραγμάτων», δύνανται να τεθούν σε αναγκαστική ακινησία, από την ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης, από τις κατά τόπους αρμόδιες Αστυνομικές Υπηρεσίες που ασκούν καθήκοντα Τροχαίας, περί της καταχώρησης, κατά τα προαναφερθέντα.
Όπως είναι αυτονόητο, οι ενδιαφερόμενοι συνυποβάλλουν στον Προϊστάμενο των αρμοδίων φορολογικών αρχών (Δ.Ο.Υ.), προκειμένου να εξετάσει, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για τη θέση σε αναγκαστική ακινησία των αυτοκινήτων οχημάτων, κατά τα ανωτέρω, εκτός από τη σχετική αίτηση και τη βεβαίωση των αστυνομικών αρχών, κάθε διαθέσιμο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης, με την έκδοση νέας αδείας κυκλοφορίας, με υπαιτιότητα του αγοραστή. (φωτοαντίγραφο της Αστυνομικής Ταυτότητας προτιθέμενου αγοραστή, Αίτηση Μεταβίβασης Οχήματος του πωλητή, άρση παρακράτησης κυριότητας από την αντιπροσωπεία, εφόσον στο πεδίο των παρατηρήσεων της άδειας κυκλοφορίας, αναγράφεται η φράση «ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ» τυχόν εξουσιοδότηση με την προϋπόθεση ότι υπήρξε, βεβαίωση περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας, με ημερομηνία έκδοσης κατά την εκκίνηση της μεταβίβασης κ.ά.)
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι ρυθμίσεις της εγκυκλίου ΠΟΛ.1133/25.6.2015 και της παρούσας, ισχύουν, αποκλειστικά και εφαρμόζονται μόνο για τα αυτοκίνητα οχήματα για τα οποία δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία μεταβίβασης.
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
ΘΕΜΑ : «Οφειλή τελών κυκλοφορίας για επιβατικά αυτοκίνητα οχήματα που δεν τελούν υπό την φυσική κατοχή των ιδιοκτητών τους».
Με αφορμή γραπτές και προφορικές αναφορές πολιτών και Υπηρεσιών αναφορικά με το αντικείμενο του θέματος, με τις οποίες εκφράζονται διαμαρτυρίες για τη χρέωση τελών κυκλοφορίας σε βάρος ιδιοκτητών επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων τα οποία όμως δεν τελούν υπό τη φυσική κατοχή τους, κυρίως στις περιπτώσεις που δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της μεταβίβασής τους με την αλλαγή της άδειας κυκλοφορίας τους, είτε εσκεμμένα επειδή εξαπατήθηκαν, είτε λόγω αδράνειας του αγοραστή (ή του εξουσιοδοτημένου τρίτου προσώπου), τον οποίο καλόπιστα εξουσιοδότησε ο πωλητής – ιδιοκτήτης προς τούτο, θέτουμε υπόψη σας τα ακόλουθα:
1. Με το αριθ. Δ.ΤΕΦΒ’1166035 ΕΞ/31-10-2013 έγγραφό μας διευκρινίστηκε ότι για να γίνει δεκτό από τη Διοίκηση ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος του οποίου δεν ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση, δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής τελών κυκλοφορίας για το χρονικό διάστημα που το όχημα δεν βρίσκεται στην φυσική κατοχή του, πρέπει να διαπιστούται το γεγονός που επικαλείται δια δικαστικής αποφάσεως, άλλως θα παρατηρείται το φαινόμενο να εμπλέκεται η Διοίκηση σε ιδιωτική διαφορά (πωλητή – αγοραστή) δεχόμενη ότι έχει γίνει μια μεταβίβαση οχήματος η οποία δεν αποδεικνύεται από τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία.
Με το ίδιο ως άνω έγγραφο θεωρήθηκε επίσης ότι από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η καταχώριση των οχημάτων από τα οποία έχουν αποξενωθεί (φυσικά) πλήρως οι ιδιοκτήτες τους, από την Ελληνική Αστυνομία στην ηλεκτρονική εφαρμογή της Εθνικής Βάσης Δεδομένων, θα ήταν χρήσιμο να παρέχεται η πληροφόρηση αυτή τόσο στο Υπουργείο μας, όσο και στο Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων για την ορθότερη διαχείριση των ως άνω εξεταζομένων περιπτώσεων όπου ο ιδιοκτήτης έχει αποξενωθεί από την φυσική κατοχή του οχήματος και αγνοεί την τύχη του.
2. Όπως προκύπτει από το Φ 1000.2/31498/2014/16-6-2014 έγγραφο της Ανεξάρτητης Αρχής «Ο Συνήγορος του Πολίτη» με το οποίο κοινοποιήθηκε πόρισμα σχετικό με το αντικείμενο του θέματος, κατόπιν σχετικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε ύστερα από αναφορές πολιτών, στους κ.κ. Υπουργούς Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθώς και στην Υπηρεσία μας, το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης τροποποίησε – συμπλήρωσε την Κανονιστική Διαταγή 2/1985 « Απολεσθέντα – ανευρεθέντα – κλαπέντα αντικείμενα και αναζητήσεις προσώπων και πραγμάτων» ούτως ώστε η «δήλωση μη μεταβίβασης οχήματος» που υποβάλλεται στις αστυνομικές αρχές από τους πωλητές – ιδιοκτήτες αυτών, να καταχωρείται στην Εθνική Βάση Δεδομένων και τα οχήματα αυτά να αναζητούνται από τις αστυνομικές αρχές.
3. Ενόψει των ανωτέρω, τα επιβατικά αυτοκίνητα οχήματα που καταχωρούνται στην ως άνω Εθνική Βάση Δεδομένων με «δήλωση μη μεταβίβασης οχήματος» ως «Απολεσθέντα – ανευρεθέντα – κλαπέντα αντικείμενα και αναζητήσεις προσώπων και πραγμάτων» μπορούν να τεθούν σε αναγκαστική ακινησία από τους κατά τα ως άνω ιδιοκτήτες τους, από την ημερομηνία συντέλεσης του συμβάντος όπως αυτή θα προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση που θα χορηγείται για το σκοπό αυτό από τις κατά τόπους Αστυνομικές Υπηρεσίες που ασκούν καθήκοντα Τροχαίας, η οποία και θα υποβάλλεται ως υποχρεωτικό δικαιολογητικό στις αρμόδιες φορολογικές αρχές (Δ.Ο.Υ.), από κοινού με την σχετική αίτηση θέσης σε αναγκαστική ακινησία του κατά περίπτωση επιβατικού αυτοκινήτου. Κάθε άλλη αντίθετη με την ως άνω θέση της Διοίκησης, παύει να ισχύει από την έκδοση της παρούσας.
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
ΠΟΛ.1131/24.6.2015 Συμπλήρωση − Τροποποίηση της ΠΟΛ 1163/03−07−2013 (ΦΕΚ 1675/Β΄/2013) «Όροι και διαδικασία είσπραξης– επιστροφής για την εφαρμογή του ηλεκτρονικού παραβόλου», όπως ισχύει
ΠΟΛ 1131/2015
(ΦΕΚ Β’ 1324/01-07-2015)
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ 66 Α΄) «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών».
2. Τις διατάξεις των άρθρων 81, 82, 140 κ. επ. του N. 4270/2014 (ΦΕΚ 143 Α΄) «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της οδηγίας 2011/85/ΕΕ) – δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις».
3. Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του N. 1819/1951 (ΦΕΚ 149 Α΄), όπως ισχύουν.
4. Τις διατάξεις του N.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α΄) «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων», όπως ισχύουν.
5. Τις διατάξεις του Π.δ. 16/1989 (ΦΕΚ 6 Α΄) «Κανονισμός λειτουργίας Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Τοπικών Γραφείων και καθήκοντα υπαλλήλων αυτών».
6. Τις διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 17 του N. 2753/1999 (ΦΕΚ 249 Α΄).
7. Το Π.δ. 25/2015 (21 Α΄), «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».
8. Την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1163/3.7.2013 (ΦΕΚ 1675 Β΄) «Όροι και διαδικασία είσπραξης – επιστροφής για την εφαρμογή του ηλεκτρονικού παραβόλου», όπως ισχύει.
9. Την Α.Υ.Ο. Δ5Α 1123655 ΕΞ 6.8.2013 (ΦΕΚ 1964 Β΄) «Ανάθεση είσπραξης δημοσίων εσόδων σε Φορείς Είσπραξης, μέσω των υπηρεσιών της εταιρίας Διατραπεζικά Συστήματα Α.Ε. (ΔΙΑΣ Α.Ε.)».
10. Την Α.Υ.Ο ΠΟΛ.1178/7.12.2010 (ΦΕΚ 1916 Β΄) «Εγγραφή νέων χρηστών στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες TaxisNet».
11. Την υπ’ αριθμ. Υ57/16.2.2015 απόφαση του Πρωθυπουργού (ΦΕΚ 256 Β΄), «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Όλγα−Νάντια Βαλαβάνη».
12. Την ανάγκη αποσυμφόρησης των Δ.Ο.Υ., αναβάθμισης των παρεχόμενων προς τους πολίτες υπηρεσιών και αντιμετώπισης προβλημάτων που δημιουργήθηκαν με την εφαρμογή της διαδικασίας έκδοσης και καταβολής του e−παραβόλου.
13. Το γεγονός ότι με την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Συμπληρώνουμε − τροποποιούμε την ΠΟΛ.1163/3.7.2013 (ΦΕΚ 1675 Β΄), όπως ισχύει, ως εξής:
1. Στο τέλος του άρθρου 1 της ΠΟΛ.1163/3.7.2013 (ΦΕΚ 1675 Β΄) προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Η έκδοση παραβόλων γίνεται υποχρεωτικά μέσω της εφαρμογής του e−Παραβόλου, για όσα παράβολα έχουν ενταχθεί σε αυτήν. Σε περιπτώσεις μη δυνατότητας καταβολής του e−παραβόλου στους φορείς είσπραξης ή μη διαθεσιμότητας της εφαρμογής του e−παραβόλου στην διαδικτυακή πύλη της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ) δύναται η έκδοση και καταβολή παραβόλου να διενεργείται στις Δ.Ο.Υ. κατά την κρίση του αρμόδιου προϊσταμένου».
2. Στο άρθρο 2 της ΠΟΛ.1163/3.7.2013 (ΦΕΚ 1675 Β΄) το εδάφιο «Στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί το πεδίο Α.Φ.Μ. τότε επιστρέφεται ηλεκτρονικό μήνυμα ότι «η επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών δεν δύναται να πραγματοποιηθεί»» αντικαθίστανται ως εξής: «Στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί το πεδίο Α.Φ.Μ. τότε επιστρέφεται ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο προειδοποιείται ο ενδιαφερόμενος ότι επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς Α.Φ.Μ.».
3. Στο τέλος του άρθρου 2 της ΠΟΛ.1163/3.7.2013 (ΦΕΚ 1675 Β΄) το εδάφιο «Μετά την «Οριστική Υποβολή Αιτήματος» δεν είναι εφικτό να μεταβάλλει τα στοιχεία της αίτησής του εκτός του τραπεζικού του λογαριασμού.» αντικαθίσταται ως εξής: «Μετά την «Οριστική Υποβολή Αιτήματος» δεν είναι εφικτό να μεταβάλλει τα στοιχεία της αίτησής του. Δυνατότητα μεταβολής δίνεται μόνο στους εγγεγραμμένους χρήστες σε περίπτωση αλλαγής του τραπεζικού τους λογαριασμού.»
4. Στο άρθρο 5 περίπτωση Α. της ΠΟΛ.1163/3.7.2013 (ΦΕΚ 1675 Β΄) προστίθενται μετά το 1ο εδάφιο τα εξής:
«Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να πραγματοποιηθεί επιστροφή για παράβολα που έχουν εκδοθεί χωρίς ΑΦΜ με την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος θα προσκομίσει τον ΑΦΜ του στην αρμόδια υπηρεσία− λήπτη, η οποία αφού ελέγξει ότι ο ΑΦΜ αφορά στον δικαιούχο της επιστροφής, συμπληρώνει το σχετικό πεδίο στην εφαρμογή και στη συνέχεια επιβεβαιώνει την επιστροφή».
Ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της παρούσας απόφασης ορίζεται η 1/8/2015.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΠΟΛ.1117/10.6.2015 Ρύθμιση οφειλών των διατάξεων των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015), όπως ισχύει και τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής
ΘΕΜΑ : «Ρύθμιση οφειλών των διατάξεων των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015), όπως ισχύει και τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής».
Με την παρούσα παρέχονται οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της ρύθμισης οφειλών των άρθρων 1-17 του ν.4321/2015 -ΦΕΚ 32A, (πλην της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που αφορά αποκλειστικά σε οφειλές βεβαιωμένες σε ΟΤΑ), όπως τροποποιήθηκαν : α. με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 – ΦΕΚ 35 Α, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4328/2015 – ΦΕΚ 51 Α, β. με τα άρθρα 4 και 8 του ν. 4328/2015 και γ. με το άρθρο 18 του ν. 4324/2015 – ΦΕΚ 44 Α’, και για την εφαρμογή της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1080/7.4.2015- ΦΕΚ 628 Β, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1108/21.5.2015 – ΦΕΚ 917 Β’, σε συνδυασμό με τις Αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1098/30.4.2015 – ΦΕΚ 771 Β’ και ΠΟΛ.1110/26.5.2015 – ΦΕΚ 946 Β’, την τροποποίηση των διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής (άρθρο 19 του ν. 4321/2015) και την κατάργηση της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. (άρθρο 18 του ν. 4321/2015) για την ενημέρωσή σας και την ενιαία εφαρμογή αυτών.
Αναλυτικότερα :
ΕΝΟΤΗΤΑ Α
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
Ι.Στη ρύθμιση υπάγονται οφειλές ως εξής:
Α) Υποχρεωτικά:
Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλών οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, έχουν βεβαιωθεί στη Φορολογική Διοίκηση και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία αυτής και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης.
Β) Μετά από επιλογή του οφειλέτη:
Β1) ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής έχουν βεβαιωθεί και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης και
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου
β) έχουν υπαχθεί σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, η οποία είναι σε ισχύ
Επισημάνσεις:
-Στην περίπτωση υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή νομοθετικών ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής χρεών και των ευεργετημάτων αυτών.
-Σε περίπτωση που στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις περιλαμβάνονται οφειλές που δεν μπορούν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση, οι τελευταίες δύνανται να τακτοποιηθούν από τον οφειλέτη κατά νόμιμο τρόπο, με εκ νέου υπαγωγή τους στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις, ή με υπαγωγή τους σε άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, σύμφωνα με τους οικείους όρους και προϋποθέσεις.
– Αίτηση και υπαγωγή στη ρύθμιση των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015 σημαίνει την αποδοχή αποκλειστικά και μόνο των ευεργετημάτων των διατάξεων που ορίζονται στα άρθρα αυτά.
γ) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση χρεών κατ’ άρθρο 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. ή κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου αυτού δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της περ. α της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3808/2009, η οποία είναι σε ισχύ
Επισήμανση :
-Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις συνέπειες της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε.
Σε περίπτωση που η εν λόγω ρύθμιση έχει απεικονιστεί στο σύστημα taxis με νέα βεβαίωση με είδος φόρου 4904 δεν είναι άμεσα δυνατή η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015. Κατά την υποβολή της αίτησης μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής εμφανίζεται απαγορευτικό μήνυμα με το εξής περιεχόμενο: «! Οφειλές ειδικής κατηγορίας: Για τη δυνατότητα υπαγωγής των οφειλών σας σε ρύθμιση παρακαλούμε να απευθυνθείτε στην αρμόδια για την είσπραξη φορολογική αρχή». Ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει, με έγγραφη αίτησή του, την απώλεια της ρύθμισης για την οποία είχε δημιουργηθεί το εν λόγω τριπλότυπο βεβαίωσης, προκειμένου να γίνει διαγραφή αυτού και να απεικονιστούν στο σύστημα taxis οι συνέπειες της απώλειας της εν λόγω ρύθμισης, κατά τα ανωτέρω.
Β2) οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση και θα καταχωρισθούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής. Εάν πρόκειται για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων με την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη συζητηθεί.
Εάν πρόκειται για εκκρεμή υπόθεση ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η δήλωση παραίτησης υποβάλλεται στη Φορολογική Αρχή, στην οποία υπεβλήθη η ενδικοφανής προσφυγή. Εν συνεχεία η Φορολογική Αρχή διαβιβάζει αυθημερόν τη δήλωση παραίτησης στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, η οποία και θα αποστέλλει ακολούθως σημείωμα ότι η εκκρεμής υπόθεση δεν έχει εξετασθεί.
Β3) οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και αφορούν υποχρεώσεις ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014. Στην περίπτωση που από το χρηματικό κατάλογο ή τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα δεν προκύπτει η αναγωγή της υποχρέωσης σε χρόνο έως 31.12.2014, απαιτείται προς τούτο έγγραφη βεβαίωση της βεβαιούσας αρχής.
Στη ρύθμιση του άρθρου 1 δύνανται επίσης να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και έχουν βεβαιωθεί ύστερα από φορολογικό έλεγχο και αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι 31/12/2014, συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων φόρων / τελών του ν. 2523/1997 και των προστίμων ανακριβούς δήλωσης της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) και μη υποβολής δήλωσης των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 2 και 54 του ίδιου ως άνω νόμου.
Σημειώνεται ότι η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου συνιστά εκτελεστό τίτλο (άρθρο 45 ν. 4174/2013) και με βάση αυτή συνιστάται και βεβαιώνεται το 100% της φορολογικής οφειλής (άρθρο 30 ν. 4174/2013), ήτοι ο κύριος και πρόσθετος φόρος / τέλος του ν. 2523/1997 ή πρόστιμο του άρθρου 58 του ν. 4174/2013 ή πρόστιμο του άρθρου 54 του ίδιου ως άνω νόμου, όταν αυτό επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου 58 κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του ν. 4174/2013. Για τις απαλλαγές που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ν. 4321/2015 έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα για τις εν γένει βεβαιωμένες οφειλές του ίδιου ως άνω νόμου.
Ευνόητο είναι ότι σε περίπτωση έκδοσης εντολής ελέγχου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 18 και της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, δεν υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα υποβολής δήλωσης για τη φορολογία, τη φορολογική περίοδο ή την υπόθεση που αφορά ο φορολογικός έλεγχος (σχετ. ΔΕΛ Α 1069048 2.5.2014 έγγραφό μας).
Σημειώνεται ότι, όσον αφορά τις φορολογίες κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, περιλαμβάνονται στη ρύθμιση οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από τη λήξη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014, ανεξάρτητα αν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το
2015. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Δ.Ο.Υ., στην οποία υπάρχει ο σχετικός φάκελος της υπόθεσης, ενημερώνει με σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα την αρμόδια για τη ρύθμιση Δ.Ο.Υ. για το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, μετά από την αίτηση του φορολογουμένου για την υπαγωγή του στη ρύθμιση, η οποία εν προκειμένω δεν υποστηρίζεται ηλεκτρονικά.
Τέλος, στη ρύθμιση του άρθρου 1 υπάγονται και οφειλές από την αυτοτελή φορολόγηση των μη διανεμηθέντων ή κεφαλαιοποιηθέντων αποθεματικών, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, ανεξάρτητα εάν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το 2015.
Επισημάνσεις:
– Οι οφειλές των υποπεριπτώσεων Β2) και Β3) υπάγονται στη ρύθμιση ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που καθίστανται ληξιπρόθεσμες.
– Οφειλές βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα εγκύκλιο.
– Ο οφειλέτης ο οποίος υπάγει σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλές των περιπτώσεων Α, Β1 και Β3, δηλαδή αυτές των άρθρων 1, 3 και 4, παράγραφος 2 του ν. 4321/2015, δεν υποχρεούται σε παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή του δικογράφου ένδικου βοηθήματος ή ένδικου μέσου ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ.1106/19.5.2015.
– Δεν είναι υποχρεωτική η υπαγωγή όλων των προαιρετικά υπαγόμενων στη ρύθμιση οφειλών που εμπίπτουν στις περιπτώσεις Β1, Β2 και Β3, αλλά ο οφειλέτης δύναται με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία να επιλέξει να υπαγάγει μερικές μόνον από αυτές. Δεν είναι όμως δυνατή η επιλογή μέρους μόνο οφειλής, εκτός εάν ο οφειλέτης έχει ευθύνη για την καταβολή μέρους μόνον αυτής.
Β4) οφειλές που υπάγονται σε συμφωνία που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση κατ’ άρθρα 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, 44 του ν. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις και είναι σε ισχύ είτε οι υπαγόμενες οφειλές είναι ληξιπρόθεσμες σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση Β1 είτε πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας
Επισήμανση :
Για την υπαγωγή στη ρύθμιση απαιτείται προηγούμενη ανατροπή της συμφωνίας ως προς το Δημόσιο, με συνέπεια την αναβίωση των οφειλών που είχαν υπαχθεί σε αυτή, η οποία επέρχεται με σχετική μονομερή δήλωση του οφειλέτη, που υποβάλλεται εγγράφως στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Ποσά που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο της ανατραπείσας συμφωνίας πιστώνονται κατά το χρόνο που έλαβε χώρα κάθε καταβολή στις οφειλές που είχαν υπαχθεί στη συμφωνία, με τις αναλογούσες κατά το χρόνο καταβολής προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι όροι της ανατραπείσας συμφωνίας (π.χ. «πάγωμα» προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, περιορισμός αυτών κ.λπ.). Σε περίπτωση που στη δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία προβλέπεται ρητά η δυνατότητα του οφειλέτη να επιλέξει, μετά την επικύρωσή της, ευμενέστερο από τον οριζόμενο σε αυτή τρόπο αποπληρωμής των οφειλών του, κατ’ εφαρμογή των κειμένων διατάξεων, έχουν εφαρμογή τα προβλεπόμενα στη συμφωνία.
Έχει παρατηρηθεί ότι, για τις ανάγκες απεικόνισης των όρων των δικαστικών συμφωνιών, επιλέγεται συχνά στην πράξη η δημιουργία νέας βεβαίωσης με είδος φόρου 4904. Στην περίπτωση αυτή, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω (υπό στοιχείο Β1γ) εμποδίζεται αυτόματα η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής και ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει με έγγραφη μονομερή δήλωσή του την ανατροπή της συμφωνίας. Στη συνέχεια η αρμόδια Υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διαγραφή του τριπλοτύπου βεβαίωσης με είδος φόρου 4904 και στην απεικόνιση των συνεπειών της ανατροπής της συμφωνίας στο σύστημα taxis.
Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που για την απεικόνιση της δικαστικής συμφωνίας έχει επιλεγεί ορισμένος τύπος ρύθμισης στο σύστημα taxis ή η συμφωνία δεν έχει απεικονιστεί καθόλου σε αυτό, δεν κωλύεται η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση οφειλών για τις οποίες ήδη προβλέπεται ειδικός τρόπος αποπληρωμής βάσει δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας, χωρίς προηγούμενη ανατροπή αυτής και απεικόνιση των οικείων συνεπειών, οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να διενεργούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σχετικό έλεγχο, ώστε, αν διαπιστωθεί ότι έχει λάβει χώρα υπαγωγή οφειλών της ανωτέρω κατηγορίας στη ρύθμιση του ν. 4321/2015, χωρίς να έχει προηγηθεί υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης και πίστωση των καταβληθέντων ποσών, κατά τα ανωτέρω, να επέρχεται απώλεια της ρύθμισης του ν. 4321/2015 σύμφωνα με το Κεφάλαιο VIII της Ενότητας Γ’ της παρούσας εγκυκλίου. Προκειμένου ο οφειλέτης να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει εμπρόθεσμα νέα αίτηση για υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση, μετά την απώλεια της πρώτης και αφού τηρηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία (υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης ανατροπής, ορθή πίστωση καταβληθέντων ποσών), ο ανωτέρω έλεγχος πρέπει να διενεργείται κατά το χρονικό διάστημα πριν από την καταληκτική ημερομηνία για υποβολή αίτησης υπαγωγής στην ρύθμιση, με ταυτόχρονη ειδοποίηση του οφειλέτη με κάθε πρόσφορο μέσο.
Επισημαίνεται και με την παρούσα εγκύκλιο η επιτακτική ανάγκη απεικόνισης τυχόν μη απεικονισμένων δικαστικών συμφωνιών στο σύστημα taxis ή χειρόγραφα, ώστε να καθίσταται δυνατή η διενέργεια του ανωτέρω περιγραφόμενου ελέγχου.
Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ρύθμισης οφειλών που υπάγονται σε δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία εν μέρει με τους όρους της συμφωνίας και εν μέρει με τις διατάξεις του ν. 4321/2015, τονίζεται ότι οι ανωτέρω οδηγίες καταλαμβάνουν όλες τις οφειλές που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας κατά τους όρους αυτής, δηλαδή όχι μόνο οφειλές που ήταν ήδη βεβαιωμένες κατά το χρόνο δικαστικής επικύρωσης της συμφωνίας (ημερομηνία έκδοσης της επικυρωτικής απόφασης) και ρυθμίζονται από αυτή αλλά και οφειλές που βεβαιώθηκαν μετά την ανωτέρω ημερομηνία ή θα βεβαιωθούν και θα καταχωριστούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015 (βλ. ανωτέρω υπό στοιχεία Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας.
Τέλος, είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση ανατροπής της συμφωνίας δεν τίθεται ζήτημα υπαγωγής σε αυτή οφειλών που θα βεβαιωθούν μελλοντικά και οι οποίες βάσει των όρων της ανατραπείσας συμφωνίας θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής αυτής. Επίσης, μετά την ανατροπή συμφωνίας συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης κατ’ άρθρα 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα δεν είναι πλέον δυνατή η ρύθμιση κατ’ άρθρο 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 3808/2009 οφειλών που δεν είχαν υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής αυτής.
ΙΙ. Δικαιούχοι υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση
Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους:
α) ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος στην περίπτωση του νομικού προσώπου),
β) τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη και κατά το μέρος της ευθύνης τους,
γ) οι κληρονόμοι αποβιωσάντων οφειλετών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί συνυπευθυνότητας με τον οφειλέτη αλλά επιμεριστικής ευθύνης καταβολής κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας,
δ) οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του. Ομοίως και σε περίπτωση άλλων φόρων και τελών που προκύπτουν από κοινή δήλωση.
ε) στις περιπτώσεις των καταλογιστικών πράξεων που εκδίδονται στα Τελωνεία με υπόχρεα πρόσωπα πέραν του ενός, οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν από τους υπόχρεους – ο καθένας να ρυθμίσει, εφόσον το επιθυμεί, το σύνολο των οφειλών που αφορούν την προσωπική του υποχρέωση – υπό την αίρεση ότι η αλληλέγγυα υποχρέωσή του δεν παύει μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής από τους λοιπούς οφειλέτες ή αυτούς τους ίδιους.
ΙΙΙ. Εξαιρέσεις από την υπαγωγή στη ρύθμιση.
Εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση:
α. οι οφειλές οι οποίες σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις δεν δύνανται να υπαχθούν σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, όπως οφειλές που προέρχονται από ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών άρθρων 2 και 3 του ν.3220/2004, βάσει του αρ. 169 ν.4099/2012. Η ανάκτηση γίνεται με την έκδοση φύλλου ελέγχου από την αρμόδια ελεγκτική φορολογική Υπηρεσία και η βεβαίωση αυτής διενεργείται σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε (είδος φόρου 6130),
β. οφειλές από τις ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014.
Επισήμανση:
Με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4321/2015 καταργήθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) και δεν εξαιρούνται πλέον από την υπαγωγή σε διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, ούτε βέβαια από την παρούσα ρύθμιση, οφειλές από Φ.Π.Α. που έχουν βεβαιωθεί με τις πράξεις των άρθρων 49 και 50 του Κώδικα Φ.Π.Α.
1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής, έως και την 26η Ιουνίου 2015.
Επισημάνσεις:
-Τυχόν εκκρεμής πίστωση ποσού έως πενήντα (50) ευρώ από καταβολή ή απόδοση που έχει διενεργηθεί πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση δεν εμποδίζει την υποβολή της σχετικής αίτησης μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.
– Σε περίπτωση που εκκρεμεί πίστωση ποσού άνω των πενήντα (50) ευρώ, η πίστωση διενεργείται κατά προτεραιότητα και η τυχόν εναπομείνασα οφειλή δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.
2. Εξαιρετικά, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η υποβολή της αίτησης ηλεκτρονικά, υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
Επισήμανση :
-Κατ’ εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.
3. Ο φορολογούμενος που διαπιστώνει ότι έχει πρόσθετο φόρο ο οποίος έχει συμβεβαιωθεί στον ίδιο ΚΑΕ με τον κύριο, προκειμένου οι οφειλές του να απαλλαγούν από το ποσοστό του πρόσθετου φόρου ανάλογα με το πρόγραμμα δόσεων που επιθυμεί, προσέρχεται στην υπηρεσία που είναι βεβαιωμένες οι οφειλές, υποβάλλει αίτηση διαχωρισμού σε κύριο και πρόσθετο φόρο, προσκομίζοντας τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει (το νόμιμο τίτλο βεβαίωσης, όπως δήλωση, εκκαθάριση δήλωσης, φύλλο ελέγχου, λοιπές πράξεις προσδιορισμού φόρου, πρακτικό διοικητικής επίλυσης διαφοράς κ.λπ.). Ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας αποδέχεται τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά και καταχωρεί τα απαιτούμενα για το διαχωρισμό στοιχεία, μετά από επικοινωνία με τις συναρμόδιες υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, εφόσον απαιτείται, σε εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γ.Γ.Δ.Ε. Ο διαχωρισμός διενεργείται με μεταβολή της αρχικής βεβαίωσης ανά ΚΑΕ, ώστε να αποτυπωθεί η με βάση του διαχωρισμού αναλογία στο ανεξόφλητο υπόλοιπο πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής. Κατόπιν, ο φορολογούμενος υποβάλλει αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση. Επισήμανση:
– Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται διασταυρώνονται με αυτά που τηρούνται στα αρχεία της Φορολογικής Διοίκησης (φάκελο της υπόθεσης, βιβλία καταχώρησης φύλλων ελέγχου, πρακτικών συμβιβασμού κ.λπ.), κατά την προσκόμισή τους, εφόσον είναι εφικτό, διαφορετικά στο συντομότερο δυνατό χρόνο.
4. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η καταβολή της προκαταβολής ή της πρώτης δόσης ή η εφάπαξ εξόφλησή της εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης (για την περίπτωση υπαγωγής σε ρύθμιση κατόπιν καταβολής «προκαταβολής» ισχύουν και τα ειδικότερα οριζόμενα στην κατωτέρω ενότητα Δ. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών.
Επισημάνσεις:
-Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της, προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.
– Δεν υφίσταται περιορισμός ως προς το ύψος της οφειλής η οποία δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.
-Εφόσον οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης εξοφλήσει εφάπαξ το υπολειπόμενο ποσό έως και την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή, δικαιούται επί του εφάπαξ εξοφλούμενου ποσού τις απαλλαγές του άρθρου 1 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, κατά ποσοστό 100% από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, πρόστιμα μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, κατόπιν σχετικής αίτησης η οποία υποβάλλεται στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία πριν ή μετά την εφάπαξ εξόφληση.
-Ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης του ν.4321/2015, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 (ΦΕΚ 35 Α), μετά την εκούσια καταβολή της πρώτης δόσης αυτής. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της πρώτης δόσης της ρύθμισης με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων 30 Α και 32 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, με επιμέλεια του οφειλέτη.
-Ο συμψηφισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΦΔ και του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν, η απόδοση προϊόντος κατάσχεσης (με εξαίρεση την περίπτωση του ανωτέρω εδαφίου) πλειστηριασμού, πτωχευτικής διανομής ή άλλης μορφής συλλογικής εκτέλεσης και η παρακράτηση επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του ΚΦΔ, όπως ισχύει, δεν αποτελούν εκούσια καταβολή, αλλά καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εφόσον αποδίδονται κατά τη διάρκεια εν ισχύ ρύθμισης και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
ΙΙ. Φορείς είσπραξης.
Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (συνεργαζόμενες Τράπεζες, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛ.ΤΑ.), χωρίς να επιβάλλεται στον οφειλέτη οικονομική επιβάρυνση, με την χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής (Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής – Τ.Ρ.Ο.) ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο κατά περίπτωση).
Επισήμανση:
-Ο οφειλέτης πρέπει να απευθυνθεί στους φορείς είσπραξης εφόσον επιθυμεί τη σύσταση εντολής αυτόματης χρέωσης λογαριασμού για την καταβολή των δόσεων της ρύθμισης. Σε περίπτωση που υπάγονται στη νέα ρύθμιση οφειλές οι οποίες τελούσαν σε προηγούμενη ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής οι δόσεις της οποίας καταβάλλονταν με εντολή αυτόματης χρέωσης λογαριασμού που τηρείται σε φορέα είσπραξης, ο φορολογούμενος θα πρέπει να απευθυνθεί στο φορέα είσπραξης, για την αλλαγή της εντολής.
ΙΙΙ. Αρμοδιότητα
Ως αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής, τη βεβαίωση της κύρωσης του άρθρου 15 του ν.4321/2015 και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία ορίζεται ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου ή άλλης Υπηρεσίας, ο οποίος είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
Στην περίπτωση συναρμοδιότητας του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδιος για τα ανωτέρω ορίζεται ο τελευταίος, ανεξαρτήτως του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής.
ΕΝΟΤΗΤΑ Γ
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη. Διακανονισμός πληρωμής.
i) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε έως εκατό (100) μηνιαίες δόσεις.
ii) Απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, από τα πρόστιμα του άρθρου 58 και του άρθρου 54 του ν. 4174/2013, όταν αυτό το τελευταίο επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου 58, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του ίδιου ως άνω νόμου, οπότε και συμβεβαιώνεται με την κύρια οφειλή, καθώς και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν τις ρυθμισμένες οφειλές (όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής) ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή ποσού οφειλής, χορηγείται απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του προγράμματος ρύθμισης που θα επιλέξει.
Οι απαλλαγές τόκων και προσαυξήσεων υπολογίζονται επί του ποσού της αρχικής ρυθμισμένης οφειλής και πριν την απαλλαγή των πρόσθετων φόρων ή τελών του ν. 2523/1997 και των προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 που συμβεβαιώνονται με την κύρια οφειλή.
Δεν διενεργείται απαλλαγή του αυτοτελούς προστίμου των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 2523/1997 και της παραγράφου 1 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Ε7 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για παραβάσεις που αφορούν τα τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων.
Τέλος, για τις μη φορολογικές οφειλές είναι δυνατή μόνο η κατά ποσοστό απαλλαγή των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. ή Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.
iii) Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται, εφάπαξ ή σε δόσεις ως εξής:
α) εφάπαξ, με απαλλαγή ποσοστού εκατό τοις εκατό (100%),
β) από δύο (2) έως και πέντε (5) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή ποσοστού ενενήντα τοις εκατό (90%) ,
γ)από έξι (6) έως και δέκα (10) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%),
δ)από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%),
ε)από είκοσι μία (21) έως και τριάντα (30) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα τοις εκατό (70%)
στ)από τριάντα μία (31) έως και σαράντα (40) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα πέντε τοις εκατό (65%),
ζ) από σαράντα μία (41) έως και πενήντα (50) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%),
η) από πενήντα μία (51) έως και εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα πέντε τοις εκατό (55%),
θ) από εξήντα μία (61) έως και εβδομήντα (70) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%),
ι) από εβδομήντα μία (71) έως και ογδόντα (80) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα πέντε τοις εκατό (45%),
ια) από ογδόντα μία (81) έως και ενενήντα (90) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα τοις εκατό (40%) και
ιβ)από ενενήντα μία (91) έως και εκατό (100) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%).
Επισημάνσεις:
-Η διάρκεια της ρύθμισης των βεβαιωμένων οφειλών υπέρ αλλοδαπού δημοσίου κατόπιν αιτήσεων αμοιβαίας συνδρομής στην είσπραξη δεν δύναται να υπερβαίνει την ημερομηνία παραγραφής, όπως αυτή ορίζεται από το αλλοδαπό δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή οι οφειλές προς το αλλοδαπό δημόσιο δύνανται, με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία, να ρυθμίζονται με διαφορετική Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής από τις λοιπές οφειλές.
-Τα πολλαπλά τέλη και πρόστιμα που έχουν βεβαιωθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα υπάγονται στη ρύθμιση με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τα επιβαρύνουν ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
iv) Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράμματος ρύθμισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 57 και 59 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ.
Στην περίπτωση που επιβάλλεται ή έχει επιβληθεί το πρόστιμο του άρθρου 59 του ΚΦΔ, εφόσον ο φορολογούμενος υπαχθεί στη ρύθμιση και υπό την προϋπόθεση τήρησης του προγράμματος, το πρόστιμο αυτό διαγράφεται.
v) Το ελάχιστο ποσό δόσης ρύθμισης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 20€. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές ληξιπρόθεσμες της 1η Μαρτίου 2015 σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό δόσης διαμορφώνεται σε 10€. Σε κάθε περίπτωση οι δόσεις της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι περισσότερες των εκατό (100).
III. Λήψη πιστοποιητικών
α) Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η μνημόνευση και επισύναψη ή η προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α και ο φορολογούμενος έχει ανεξόφλητες οφειλές από διαφορετικές οφειλές, συμπεριλαμβανομένων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α., που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της ΠΟΛ.1004/2.1.2015 (ΦΕΚ 2Β’) Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Στις περιπτώσεις στις οποίες στο πιστοποιητικό του άρθρου 54Α αναγράφεται το οφειλόμενο ποσό του αναλογούντος φόρου (ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ) και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του ποσού αυτού από το συμβολαιογράφο (παρ. 4 άρθρου 54 Α ν. 4174/2013), τότε εφαρμόζεται η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 5 της ΠΟΛ.1004/2.1.2015 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Ο επιμεριστικά αναλογών φόρος υπολογίζεται από το τμήμα συμμόρφωσης και σχέσεων με τους φορολογούμενους της Δ.Ο.Υ. και αναγράφεται, κατά τα οριζόμενα στην ανωτέρω απόφαση, στα υποδείγματα 3 και 5 αυτής με τα λοιπά στοιχεία βεβαίωσης του φόρου.
Προκειμένου να πιστωθούν / αποδοθούν τα ποσά του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου για κάθε οφειλή από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ, πραγματοποιείται οίκοθεν από το τμήμα εσόδων διαχωρισμός της ρύθμισης και εκδίδονται αντίστοιχες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής. Με την απεικόνιση της πίστωσης / απόδοσης εκδίδεται νέα Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, δηλαδή για αυτές από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ και τις λοιπές. Η τελευταία αυτή ρύθμιση, όπως και οι ενδιάμεσες, έχουν τα ευεργετήματα και τους όρους της αρχικής.
Ο φορολογούμενος ενημερώνεται για τις νέες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που το πιστοποιητικό χορηγείται μετά την καταβολή του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου στη Δ.Ο.Υ., και από την «Προσωποποιημένη Πληροφόρηση του φορολογούμενου» στο Ο.Π.Σ.ΤΑΧ!5ηβΙ, εφόσον αποδίδεται από το συμβολαιογράφο. Μέχρι την καταβολή από το συμβολαιογράφο του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου και την έκδοση της νέας Ταυτότητας Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, εφόσον απαιτείται καταβολή δόσης της ρύθμισης, αυτή καταβάλλεται για όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις που έχουν δημιουργηθεί. Μετά την εξόφληση του αναλογούντος φόρου από το φορολογούμενο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα σε αυτόν, ενώ στην περίπτωση απόδοσης του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου από το συμβολαιογράφο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα μετά την αναγραφή των Ταυτοτήτων Ρυθμισμένης Οφειλής στο πιστοποιητικό.
β) Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν επηρεάζει τον τρόπο χορήγησης του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από τυχερά παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α’), συνεπώς δεν χορηγείται το εν λόγω πιστοποιητικό αν δεν έχει καταβληθεί ο επιμεριστικά αναλογών φόρος. Σε κάθε περίπτωση που καταβάλλεται από τον υπόχρεο επιμεριστικά αναλογών φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής καθώς και στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση απόδοσης επιμεριστικά αναλογούντος φόρου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του ως άνω Κώδικα, είτε από συμβολαιογράφο είτε από άλλα πρόσωπα -όπως Τράπεζες εφόσον πρόκειται για απόδοση καταθέσεων- ακολουθείται η ανωτέρω αναφερθείσα διαδικασία για την περίπτωση α) ως προς την πίστωση / απόδοση των ποσών του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου (διαχωρισμός ρύθμισης κ.λπ).
ΙV. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας.
Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του στη Φορολογική Διοίκηση, μηνιαίας διάρκειας (με παρακράτηση ποσοστού, όπου απαιτείται), εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. και της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013 (ΦΕΚ 3398 Β’), όπως ισχύουν.
Επισήμανση:
– Σε έκτακτες περιπτώσεις που για οποιαδήποτε αιτία δεν εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα των Δ.Ο.Υ. οι σχετικές πληρωμές, ο αιτών οφείλει να προσκομίζει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το σχετικό παραστατικό πληρωμής, για την αξιολόγηση του αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.
V. Μη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.
1. Για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης και ο οφειλέτης συμμορφώνεται με το πρόγραμμα αυτής και εφόσον έχει ελεγχθεί η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής και διατήρησής του, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει (π.χ. έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού) επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί παραγγελίες κατάσχεσης, τα ποσά όμως που θα αποδίδονται από τις κατασχέσεις στα χέρια τρίτων καλύπτουν δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Με την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
2. Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) έχει εξοφληθεί ποσοστό 25% της αρχικής βασικής βεβαιωμένης ρυθμιζόμενης οφειλής πριν από οποιαδήποτε απαλλαγή, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό της προκαταβολής του άρθρου 15 του ν. 4321/2015,
β) έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη,
γ) έχει κατά περίπτωση εξεταστεί η συνδρομή της πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής στη ρύθμιση και μη απώλειας αυτής, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας,
δ) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί και εξοφληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης και δεν περιλαμβάνει άλλα χρέη που δεν έχουν εξοφληθεί.
3. Λοιπές επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για τις οποίες δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αίρονται.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων του άρθρου 13 του ν.4321/2015, όπως ισχύει, περί δυνατότητας πίστωσης υπό προϋποθέσεις ποσών από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια των πιστωτικών ιδρυμάτων για την εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή ή την κάλυψη πρώτης δόσης της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα ποσά από τις επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, καθώς και από άλλες πράξεις εκτέλεσης (πχ απόδοση πλειστηριάσματος) λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Διευκρινίζεται ότι ως τρόπος εξόφλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 10 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1080/7.4.2015 νοείται κάθε ποσό που εισπράττεται από οποιαδήποτε αιτία, κατά τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
Ποσά που αποδίδονται από επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων πέραν του ανωτέρω ποσοστού δεν επιστρέφονται.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ . Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ.1092/17.4.2014.
VI. Αναβολή εκτέλεσης ποινής.
Με την υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως ισχύει σήμερα, ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή, της διακόπτεται.
VII. Δικαιώματα του Δημοσίου.
Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση:
α) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του Δημοσίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ΚΦΔ και την κατ’εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύουν,
β) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και των συνυποχρέων προσώπων, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,
γ) να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, στις περιπτώσεις που απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού για είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου, το οποίο αναγράφεται επί του χορηγούμενου αποδεικτικού ενημερότητας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ΚΦΔ και την κατ’εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύουν,
δ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του – εν στενή εννοία – Δημοσίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 42 του ΚΦΔ και στο άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν.
VIII. Απώλεια της ρύθμισης.
1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:
α) κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες δόσεις ή
β) μετά την πάροδο του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες δόσεις ή
γ) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ανεξαρτήτως του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης ή
δ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., εφόσον υπέχει σχετική υποχρέωση, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή και υπήρχε υποχρέωση υποβολής των δηλώσεων κατά την τελευταία πενταετία προ της υπαγωγής.
Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων των άρθρων 1 – 17 του πρώτου κεφαλαίου του νόμου 4321/2015 και της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1080/7.4.2015, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης.
Εάν η απώλεια της ρύθμισης επέλθει εντός της προθεσμίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει εκ νέου αίτηση και να υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1 του ν.4321/2015.
Η τυχόν εν μέρει ή εν όλω απόρριψη ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ή της ενδικοφανούς προσφυγής από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν συνεπάγεται την απώλεια των απαλλαγών από πρόσθετους φόρους, τέλη, πρόστιμα, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 1, καθώς και των λοιπών ευεργετημάτων του ν. 4321/2015.
IX. Αναστολή παραγραφής χρεών.
Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.
ΕΝΟΤΗΤΑ Δ
ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
I . Τόκος.
– Οι υπαχθείσες στη ρύθμιση οφειλές δεν επιβαρύνονται εφεξής με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ.
– Βασική οφειλή άνω των 5.000€ που υπάγεται σε ρύθμιση επιβαρύνεται με τόκο 3% ετησίως, ήτοι 0.25% ανά μήνα.
Επισήμανση : Το όριο των 5.000€ αφορά σε βασική ρυθμιζόμενη οφειλή κατά το άρθρο 1 του ν.4321/2015, ανά υπηρεσία στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή και ανά ρύθμιση. Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή το όριο των 5.000 ευρώ διαμορφώνεται μετά την αφαίρεση της προκαταβολής.
ΙΙ. Εκπρόθεσμη καταβολή δόσης.
Στην περίπτωση καθυστέρησης δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί με επιβάρυνση 0,25% ανά μήνα καθυστέρησης.
ΙΙΙ. Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.
1) Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής με οποιοδήποτε τρόπο, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των πρόσθετων φόρων ή τελών του Ν. 2523/1997, προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης, που τελικά διαμορφώνεται.
2) Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015, δύναται με αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης, με μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή θα τύχει ποσοστού απαλλαγής για το ποσό που εντάσσεται στο νέο πρόγραμμα ρύθμισης, η οποία λαμβάνει νέα ταυτότητα πληρωμής (Τ.Ρ.Ο.), αποτελεί δε συνέχεια της αρχικής ρύθμισης.
Επισήμανση :
-Σε καμία περίπτωση αλλαγής προγράμματος ρύθμισης ο συνολικός αριθμός μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100), υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.
ΙV. Εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή
1. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης με χορήγηση ισόποσης απαλλαγής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.4321/2015 υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτυακής εφαρμογής για όλες τις περιπτώσεις που αυτό υποστηρίζεται τεχνικά. Σε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
2. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση δύναται να υποβληθεί έως και την 26η Ιουνίου 2015.
3. Το ελάχιστο ποσό προκαταβολής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των διακοσίων ευρώ (200€). Σε περίπτωση που υφίστανται ληξιπρόθεσμες την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές βεβαιωμένες σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό προκαταβολής διαμορφώνεται σε εκατό ευρώ (100€). Η προκαταβολή είναι καταβλητέα άπαξ, με εκούσια καταβολή, μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της προκαταβολής με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης – δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων 30 Α και 32 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης – δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση, με επιμέλεια του οφειλέτη.
4. Η υπολειπόμενη οφειλή υπάγεται υποχρεωτικά σε πρόγραμμα δόσεων ρύθμισης του άρθρου 1 του ν. 4321/2015. Οι δόσεις της ρύθμισης είναι καταβλητέες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που έπονται της προκαταβολής. Η προκαταβολή δεν προσμετράται στον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
5. Εφόσον η προκαταβολή είναι ίση ή μεγαλύτερη από την πρώτη δόση της ρύθμισης ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 4321/2015, όπως η χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας κατά το άρθρο 12 του ΚΦΔ.
6. Η καταβολή της προκαταβολής διενεργείται στους φορείς είσπραξης (Τράπεζες, ΕΛ.ΤΑ.) με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο).
7. Εφόσον ο οφειλέτης δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από τις δέκα (10) πρώτες δόσεις της ρύθμισης που έπονται της προκαταβολής ή, στην περίπτωση που οι δόσεις της ρύθμισης είναι λιγότερες των δέκα, δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από αυτές ή επέλθει απώλεια της ρύθμισης με υπαιτιότητα του οφειλέτη για οποιοδήποτε λόγο, βεβαιώνεται σε βάρος του οφειλέτη, ο οποίος έχει υποβάλει την αίτηση, στον Κ.Α.Ε 3739, ποσό ίσο με την απαλλαγή που του χορηγήθηκε κατά την καταβολή της προκαταβολής. Η ως άνω μη εμπρόθεσμη καταβολή μιας δόσης δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την απώλεια της ρύθμισης.
8. Για την εφαρμογή των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο απαιτείται σύνταξη χρηματικού καταλόγου από το αρμόδιο για την παρακολούθηση της ρύθμισης όργανο, ο οποίος αποστέλλεται προς βεβαίωση και είσπραξη κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ στην υπηρεσία όπου είναι βεβαιωμένες οι ρυθμισμένες οφειλές. Τα ανωτέρω δύνανται να υλοποιηθούν και με μαζικούς χρηματικούς καταλόγους, τοπικά ή κεντρικά, όταν δημιουργηθεί η κατάλληλη μηχανογραφική εφαρμογή.
ΕΝΟΤΗΤΑ Ε
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 57 ΤΟΥ ΚΦΔ ΚΑΙ 6 ΤΟΥ ΚΕΔΕ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ (ΑΡΘΡΟ 19 ΤΟΥ Ν. 4321/2015)
Οι οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από την 21η Μαρτίου 2015 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4321/2015) και εφεξής δεν επιβαρύνονται με το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής (10%, 20%, 30%) του άρθρου 57 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ. Τα ως άνω πρόστιμα υπολογίζονται κατά την είσπραξη για οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης έως και την 20η Μαρτίου 2015.
Ακριβές Αντίγραφο
Ο/Η Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης
Η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
Αικατερίνη Σαββαΐδου