Π.Κ. 14/17-10-2019 Συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις καλλυντικών με την ειδικότητα του/της συμβούλου ομορφιάς/αισθητικού (Πράξη κατάθεσης Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας Π.Κ…………………..)
Στην Αθήνα, σήμερα την 9 Οκτωβρίου 2019 οι υπογράφοντες:
1. Το Σωματείο Εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Καλλυντικών
νόμιμα εκπροσωπούμενο από τις κυρίες Μιχάλη Ευσταθία – Πρόεδρο, Φερμελή
Βασιλίνα – Γενικό Γραμματέα
2. Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχάνων & Αντιπροσώπων
Καλλυντικών και Αρωμάτων (ΠΣΒΑΚ),νόμιμα εκπροσωπούμενος από τον Θεόδωρο
Γιαρμενίτη, Πρόεδρο,
συμφώνησαν την κατάρτιση της παρούσας συλλογικής σύμβασης
εργασίας, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής:
`Αρθρο 1
ΠΕΔΙΟ ΙΣΧΥΟΣ
Στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης υπάγονται οι
εργαζόμενοι και των δύο φύλων που απασχολούνται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
στις επιχειρήσεις καλλυντικών όλης της χώρας με την ιδιότητα του/της συμβούλου
ομορφιάς/αισθητικού. Στο πλαίσιο της παρούσας ως σύμβουλος ομορφιάς/αισθητικός
στο χώρο των καλλυντικών ορίζεται ο/η εργαζόμενος/-η που παρέχει τις εξής
εργασίες:
α) στο Λιανεμπόριο:
Παρέχει συμβουλές για την επιλογή καλλυντικών προϊόντων.
Εφαρμόζει καλλυντικά προϊόντα καθώς και αισθητικό μακιγιάζ. Προωθεί την πώληση
καλλυντικών.
Φροντίζει για τη διαθεσιμότητα των καλλυντικών προϊόντων.
β) στην Επιχείρηση:
Απασχολείται ως σύμβουλος στο τμήμα έρευνας και ανάπτυξης
καλλυντικών προϊόντων.
Απασχολείται ως εκπαιδευτής/εκπαιδεύτρια σε πρόγραμμα δια
Βίου κατάρτισης.
`Αρθρο 2
ΒΑΣΙΚΟΙ ΜΙΣΘΟΙ
Από την έναρξη ισχύος αυτής της Σ.Σ.Ε. οι Βασικοί μισθοί
των συμβούλων ομορφιάς/αισθητικών καθορίζονται ως εξής:
ΕΤΗ ΠΡΟΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΙΣΘΟΣ Από 1/10/2019
0-2
735,04
2-4
757,96
4-6
780,93
6-8
811,96
8-10
835,16
10-12
858,33
12-14
881,54
14-16
904,73
16-18
927,93
18-20
951,13
20-21
974,32
21-22
997,51
22-23
1020,71
23-24
1038,11
24-25
1055,50
25-26
1072,93
26-27
1090,30
27-28
1107,72
28-29
1125,07
29-30
1142,50
30-31
1159,87
31-32
1177,28
32-33
1194,71
33-34
1212,09
34-35
1229,51
`Αρθρο 3
ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ
Στους υπαγόμενους στη σύμβαση αυτή μισθωτούς χορηγούνται
τα παρακάτω επιδόματα που υπολογίζονται στους κάθε φορά ισχύοντες Βασικούς
μισθούς τους, όπως αυτοί διαμορφώνονται με Βάση τα έτη υπηρεσίας και
προϋπηρεσίας:
1. Δεκαετούς υπηρεσίας
Στους υπαγόμενους στη ρύθμιση αυτή μισθωτούς που
συμπληρώνουν δεκαετή υπηρεσία στον κλάδο, χορηγείται επίδομα δεκαετίας σε
ποσοστό 2,5% .
Προϋπηρεσία
Ως προϋπηρεσία για την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης
λογίζεται και ο χρόνος υπηρεσίας ως αισθητικού που διανύεται στον ίδιο ή άλλον
εργοδότη για εργασία αισθητικού πάσης φύσεως στα ινστιτούτα αισθητικής/ομορφιάς
και στις εταιρείες καλλυντικών και αντίθετα. Η προϋπηρεσία αποδεικνύεται με
πιστοποιητικά εργασίας των εργοδοτών στους οποίους ο/η μισθωτός-ή εργάστηκε ή,
αν αυτό δεν είναι δυνατόν, από το ασφαλιστικό Βιβλιάριο του ΙΚΑ.
2. Γάμου
Χορηγείται επίδομα γάμου στους εγγάμους μισθωτούς και των
δύο φύλων σε ποσοστό 10%. Το ίδιο επίδομα χορηγείται στους/στις χήρους-ες,
διαζευγμένους-ες καθώς και στους άγαμους γονείς, εφόσον έχουν την επιμέλεια του
παιδιού
3. Τέκνων
α) Χορηγείται επίδομα τέκνων σε ποσοστό 1% για το πρώτο,
2% για το δεύτερο κατά σειρά γέννησης τέκνο του δικαιούχου μισθωτού, ηλικίας
μέχρι 18 συμπληρωμένων, εφόσον παραμένει άγαμο και δεν εργάζεται.
β) Χορηγείται επίδομα τέκνων σε ποσοστό 5% για το τρίτο
κατά σειρά γέννησης τέκνο του δικαιούχου μισθωτού, ηλικίας μέχρι 18 ετών
συμπληρωμένων, εφόσον παραμένει άγαμο και δεν εργάζεται.
γ) Εάν το επιδοτούμενο τέκνο συνεχίζει τις σπουδές του σε
οποιαδήποτε σχολή ή σχολείο, το επίδομα αυτό εξακολουθεί να καταβάλλεται για
όσα έτη απαιτούνται για την ολοκλήρωση των σπουδών του και πάντως μέχρι τη
συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του.
δ) Χορηγείται επίδομα εκ ποσοστού 5% για ανάπηρα
πνευματικά ή σωματικά τέκνα. Η αναπηρία κρίνεται με προηγούμενη απόφαση
αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής. Η επιδότηση αυτή παρατείνεται και μετά την
ενηλικίωση των τέκνων, εφόσον η αναπηρία καθιστά τα τέκνα ανίκανα για εργασία.
Εάν το επίδομα αυτό δικαιούται ο μισθωτός και για το πρώτο και για το δεύτερο
και τρίτο τέκνο, αυτό συμψηφίζεται με το προβλεπόμενο πιο πάνω επίδομα τέκνου
(πρώτου, δεύτερου ή τρίτου).
4. Βρεφονηπιακού σταθμού
Στους υπαγόμενους στην παρούσα εργαζόμενους χορηγείται
επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού, ποσού 200 ευρώ ετησίως για κάθε παιδί. Το
επίδομα αυτό χορηγείται σε όλους τους εργαζόμενους μέχρι δύο (2) παιδιά,
ηλικίας έως τεσσάρων (4) ετών με την προϋπόθεση ότι πηγαίνουν σε βρεφονηπιακό
σταθμό, προσκομίζοντας το σχετικό παραστατικό.
5. Πτυχίου
Στους υπαγόμενους στην παρούσα εργαζόμενους που είναι
κάτοχοι πτυχίου ΤΕΙ/ΚΑΤΕΕ αντίστοιχης κατεύθυνσης, χορηγείται επίδομα πτυχίου
σε ποσοστό 11% και σε ποσοστό 9% για τους αποφοίτους αντίστοιχης κατεύθυνσης
μέσων κρατικών σχολών (παλαιού τύπου κρατικό πτυχίο, ΙΕΚ) καθώς και σε ποσοστό
3% για τους αποφοίτους αντίστοιχης κατεύθυνσης Κέντρων/Ελευθέρων Σπουδών ή
κολεγίων εξωτερικού.
6. Εκτός έδρας
Η εκτός έδρας αποζημίωση των υπαγομένων στην παρούσα
εργαζομένων ορίζεται ίση με το 1/25° των συνολικών νομίμων αποδοχών τους
σύμφωνα με την αριθμ. 21091/1946 ΚΥΑ.
Ειδικά δε ορίζεται ότι τα έξοδα μεταφοράς από και προς
τον τόπο της εκτός έδρας εργασίας, ως και τα έξοδα διαμονής και σίτισης των
εργαζομένων εκτός έδρας, καλύπτονται από τον εργοδότη με την προσκόμιση των
απαραιτήτων δικαιολογητικών (παραστατικών). Είναι αυτονόητο ότι ο χρόνος
μετακίνησης (ημέρα ταξιδιού) από και προς την έδρα της επιχείρησης θεωρείται ως
χρόνος εργασίας.
7. Στους εργαζόμενους που υπάγονται στην παρούσα
καταβάλλονται και τα εξής:
• Επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων ανερχόμενο σε ένα μηνιαίο
μισθό.
• Ημέρα καταβολής ορίζεται η 21η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Ολόκληρο το επίδομα Χριστουγέννων δικαιούνται οι μισθωτοί των οποίων η
εργασιακή σχέση διήρκεσε, χωρίς διακοπή, από 1η Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Εάν
η εργασιακή σχέση του μισθωτού δεν διήρκεσε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό
διάστημα, αυτός δικαιούται δύο εικοστά πέμπτα (2/25) του μηνιαίου μισθού για
κάθε δεκαεννέα (19) ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης.
• Επίδομα (δώρο) Πάσχα ανερχόμενο σε μισό μηνιαίο μισθό.
Ημέρα καταβολής ορίζεται η Μεγάλη Τετάρτη κάθε έτους. Ολόκληρο το επίδομα Πάσχα
δικαιούνται οι μισθωτοί των οποίων η εργασιακή σχέση διήρκεσε, χωρίς διακοπή,
από 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Απριλίου. Εάν η εργασιακή σχέση του μισθωτού δεν
διήρκεσε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αυτός δικαιούται ένα δέκατο
πέμπτο (1/15) του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε οκτώ (8) ημέρες διάρκειας της
εργασιακής σχέσης.
Τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζονται Βάσει
των πράγματι καταβαλλόμενων μισθών κατά τη 10η Δεκεμβρίου κάθε έτους για το
επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν το Πάσχα για το επίδομα Πάσχα.
• Επίδομα άδειας ίσο με τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου,
υπολογιζόμενο βάσει των καταβαλλόμενων αποδοχών και προκαταβαλλόμενο στο
μισθωτό, μαζί με τις αποδοχές αδείας, κατά την έναρξη (την ημέρα λήψεως) της
άδειας.
`Αρθρο 4
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ κ.λ.π. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
1. `Αδεια γάμου και γέννησης τέκνου
Εργαζόμενοι και εργαζόμενες που υπάγονται στην παρούσα
Σ.Σ.Ε., που συνάπτουν γάμο, δικαιούνται αδείας γάμου επτά (7) εργασίμων ημερών
με αποδοχές. Η άδεια αυτή δεν συμψηφίζεται με την ετήσια κανονική άδεια που
προβλέπεται από τον ΑΝ 539/45. Σε περίπτωση γέννησης τέκνου ο πατέρας
δικαιούται δύο (2) ημέρες άδεια με αποδοχές για κάθε τέκνο.
2. `Αδεια τοκετού και λοχείας
Η συνολική άδεια τοκετού και λοχείας ορίζεται σε δέκα
επτά (17) εβδομάδες. Οκτώ (8) εβδομάδες χορηγούνται υποχρεωτικά πριν από την
πιθανή ημερομηνία τοκετού και οι υπόλοιπες εννέα (9) μετά τον τοκετό. Σε
περίπτωση που ο τοκετός θα πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που
είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της αδείας θα χορηγείται υποχρεωτικά μετά
τον τοκετό, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται χρόνος συνολικής αδείας δέκα επτά (17)
εβδομάδων.
3. `Αδεια θηλασμού και φροντίδας παιδιών
Οι μητέρες εργαζόμενες δικαιούνται για το θηλασμό και τις
αυξημένες φροντίδες που απαιτούνται για την ανατροφή του παιδιού επί χρονικό
διάστημα τριάντα (30) μηνών από τη λήξη της άδειας τοκετού, είτε να διακόπτουν
την εργασία τους για μια (1) ώρα κάθε μέρα, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε
να αποχωρούν νωρίτερα κατά μία (1) ώρα κάθε μέρα από την εργασία τους.
Εναλλακτικά, με συμφωνία των μερών, το ημερήσιο ωράριο
των μητέρων μπορεί να ορίζεται μειωμένο κατά δύο (2) ώρες ημερησίως για τους
πρώτους δώδεκα (12) μήνες και σε μία (1) ώρα ημερησίως για έξη (ό)επιπλέον
μήνες.
Την άδεια απουσίας για λόγους φροντίδας παιδιού δικαιούται
και ο πατέρας εφόσον δεν κάνει χρήση αυτής η εργαζόμενη μητέρα. Στις
περιπτώσεις αυτές θα πρέπει ο άνδρας να προσκομίσει στην επιχείρηση που
απασχολείται βεβαίωση από τον εργοδότη της συζύγου του ότι η ίδια δεν λαμβάνει
την άδεια θηλασμού και φροντίδας του παιδιού.
Το δικαίωμα καθυστερημένης προσέλευσης ή πρόωρης
αποχώρησης της μητέρας και εναλλακτικά του πατέρα για τη φροντίδα του παιδιού
έχουν και οι θετοί γονείς παιδιού ηλικίας ως έξι (6) ετών, υπό τους ίδιους ως
άνω όρους των φυσικών γονέων και χρονική αφετηρία την υιοθεσία.
Την άδεια φροντίδας παιδιού δικαιούνται και οι άγαμοι
γονείς. Η άδεια φροντίδας του παιδιού, θεωρείται και αμείβεται ως χρόνος
εργασίας και δεν πρέπει να προκαλεί δυσμενέστερες συνθήκες στην απασχόληση και
στις εργασιακές σχέσεις. Μειωμένο ωράριο για τη φροντίδα του παιδιού θεωρείται
και αμείβεται ως χρόνος εργασίας.
4. `Αδεια για ασθένεια εξαρτωμένων μελών
Για τη φροντίδα εξαρτωμένων μελών οι εργαζόμενοι-ες
δικαιούνται, μετά από αίτησή τους, άδεια εργασίας μέχρι ένα (1) μήνα ετησίως,
με πλήρεις αποδοχές για ασθένεια του/της συζύγου και συγγενών μέχρι πρώτου
βαθμού αίματος ή εξ αγχιστείας. Πιστοποιητικά της ασθένειας θα πρέπει να
επιδεικνύονται από τον εργαζόμενο που θα τη δικαιούται εφόσον για
υποκειμενικούς λόγους φέρει το Βάρος της περίθαλψης του ασθενούς μέλους της
οικογένειας.
5. Προστασία μονογονεϊκών οικογενειών
Στους/στις εργαζόμενους /-ες που έχουν χηρέψει και στον
άγαμο/η γονέα, καθώς και στον διαζευγμένο/η γονέα, που έχουν την επιμέλεια του
παιδιού, χορηγείται άδεια με αποδοχές έξι (6) εργασίμων ημερών το χρόνο, πέραν
αυτής που δικαιούνται από άλλες διατάξεις. Γονέας με τρία (3) ή περισσότερα
παιδιά, δικαιούται άδεια οκτώ (8) εργασίμων ημερών. Η άδεια αυτή χορηγείται
λόγω αυξημένων αναγκών φροντίδας των παιδιών ηλικίας μέχρι (18) ετών
συμπληρωμένων, χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά μετά από συνεννόηση με τον
εργοδότη, σύμφωνα με τις ανάγκες του γονέα και δεν πρέπει να συμπίπτει χρονικά
με την αρχή ή το τέλος της ετήσιας κανονικής άδειας.
6. Ετήσια άδεια
Η χρονική περίοδος χορήγησης κανονικής άδειας,
καθορίζεται μετά από αίτηση του εργαζόμενου, με την επιφύλαξη του άρθρου
1 του Ν.3302/2004 . Η άδεια χορηγείται εφάπαξ. Σε διαφορετική περίπτωση, η
διεύθυνση της εκάστοτε επιχείρησης οφείλει να τεκμηριώσει τους λόγους για την
τμηματική χορήγηση της. Πάντως σε κάθε περίπτωση η ετήσια άδεια για το 3° και
για τα επόμενα έτη εργασίας δεν μπορεί να δοθεί τμηματικά περισσότερο από δύο
φορές μέσα στο χρόνο, όπου το μισό τουλάχιστον μέρος της χορηγείται το χρονικό
διάστημα μεταξύ 30 Ιουνίου και 31 Αυγούστου.
7. Ωράριο Εργασίας
Ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας των υπαγομένων στην
παρούσα Σ.Σ.Ε. εργαζομένων ανέρχεται σε 38 ώρες, με ημερήσια συνεχή απασχόληση.
Για τα σεμινάρια που οργανώνουν οι επιχειρήσεις θα καταβληθεί
προσπάθεια για να διεξάγονται εντός του ωραρίου εργασίας. Σε περίπτωση που ο
εργαζόμενος /-η συμμετέχει σε σεμινάρια εκτός του συμβατικού ωραρίου,
δικαιούται άδεια αποχής από την εργασία του ίσης με το χρόνο παρακολούθησης των
σεμιναρίων. Ειδικότερα, για τους /τις εργαζόμενους-ες σε τμήμα πωλήσεων, εφόσον
η ημέρα αργίας συμπίπτει με ημέρα προγραμματισμένου ρεπό, τότε το ρεπό
μετατίθεται σε άλλη ημέρα της ίδιας εβδομάδας.
Το προγραμματισμένο ρεπό ορίζεται Δευτέρα, Τετάρτη και
Σάββατο.
Σε περίπτωση που το σεμινάριο συμπίπτει με ρεπό, ο
εργαζόμενος/η κάνει χρήση του δικαιώματος ανάπαυσής του την επόμενη ημέρα.
8. Διάλειμμα Εργασίας
Χορηγείται σε όλους τους εργαζόμενους τριάντα (30) λεπτών
ημερήσιο διάλειμμα στο πλαίσιο του ωραρίου εργασίας τους.
Για τους συμβούλους ομορφιάς που απασχολούνται στα σημεία
πωλήσεων καταστημάτων λιανικής πώλησης καλλυντικών, ο ακριβής προσδιορισμός του
τρόπου χορήγησης του διαλείμματος καθορίζεται από τις ανάγκες του συγκεκριμένου
σημείου πώλησης και πάντως σε συνεννόηση με τον εργοδότη ή το νόμιμο εκπρόσωπο
του.
9. Γονική άδεια
`Αδεια έως 4 ημέρες το χρόνο με αποδοχές για τους γονείς
που έχουν παιδιά έως 18 ετών και παρακολουθούν μαθήματα στοιχειώδους ή μέσης
εκπαίδευσης. Την παραπάνω άδεια δικαιούνται και οι γονείς με παιδιά στο
νηπιαγωγείο.
10. Αργίες
Ως ημέρες αργίας των υπαγομένων στην παρούσα ΣΣΕ
ορίζονται οι εξής:
Η 1η του έτους, η 6η Ιανουαρίου (των Θεοφανείων), η
Καθαρά Δευτέρα, η 25η Μαρτίου, η Δευτέρα του Πάσχα, η 1η Μάιου, η 15 Αυγούστου,
η 28η Οκτωβρίου, η ημέρα των Χριστουγέννων, η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.
11. Αρχή ευνοϊκότερης ρύθμισης
Αποδοχές στο σύνολο τους ανώτερες από αυτές που καθορίζει
η παρούσα ή ευνοϊκότεροι όροι εργασίας που προβλέπονται από Νόμους, Υπουργικές
Αποφάσεις, συλλογικές ρυθμίσεις ,εσωτερικούς κανονισμούς, ατομικές συμβάσεις
εργασίας δε θίγονται από την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν.
ΑΡΘΡΟ 5
Ισχύς Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας
Η ισχύς της παρούσας συλλογικής σύμβασης εργασίας είναι μονοετής και αρχίζει από την 1η Οκτωβρίου 2019 έως την 30 Σεπτεμβρίου 2020.
Άρθρα Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταλογίζονται από το ΙΚΑ βάσει του ν. 2556/1997 για αποχωρήσαντες μισθωτούς, των οποίων η οικειοθελής αποχώρησής τους δεν είχε δηλωθεί στον ΟΑΕΔ , δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα – ΣΟΛ ΑΕ
ΕΡΩΤΗΜΑ
Με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε το 2017 επιδικάστηκαν σε Α.Ε. κύριες ασφαλιστικές εισφορές περιόδου 01.01.1999 έως 31.12.2000 πλέον προσθέτων τελών. Ο καταλογισμός έγινε από τον έλεγχο του Ι.Κ.Α. και αφορούσε κύριες ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων οι οποίοι είχαν παύσει να εργάζονται στην επιχείρηση αλλά από υπαιτιότητα της εταιρείας δεν είχε αναγγελθεί η αποχώρηση τους στον ΟΑΕΔ ως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2556/1997.
Οι επιδικασθείσες ασφαλιστικές εισφορές πλέον των προσθέτων τελών πληρώθηκαν στο Ι.Κ.Α. εντός του φορολογικού έτους 2018.
Εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα του 2018 οι παραπάνω καταβληθείσες κύριες ασφαλιστικές εισφορές;
ΓΝΩΜΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Η Γνώμη της Φορολογικής Επιτροπής σχετικά με τα παραπάνω ερωτήματα σας είναι η εξής:
Στην εγκ. 38/1.4.98/αρ.πρωτ. Ε40/48/ΙΚΑ, με την οποία κοινοποιούνται διατάξεις του Ν. 2556/1997 «Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής – Διασφάλιση εσόδων ΙΚΑ» (και μεταξύ άλλων του άρθρου 2 παρ. 1 περιπτ. στ), αναφέρονται:
4. ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΟΝ Ο.Α.Ε.Δ. ΤΗΣ ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΟΥΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ (άρθρ. 2 παρ. 1 περίπτωση στ΄ Ν. 2556/1997)
Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. στ του Ν. 2556/1997, καθιερώνεται υποχρέωση του εργοδότη για την αναγγελία στον Ο.Α.Ε.Δ., της οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού εντός 8 ημερών, προκειμένου να είναι δυνατή η εξακρίβωση της ημερομηνίας της καθ΄ οιονδήποτε λόγο αποχώρησής του από την εργασία του και ρυθμίζεται το χρονικό σημείο διακοπής της ασφάλισης σε περίπτωση μη αναγγελίας της αποχώρησης του μισθωτού.
4.1 Σκοπός θέσπισης της κoινoπoιoύμεvης διάταξης
Στις νομοθετημένες υποχρεώσεις των εργοδοτών, έναντι του Ι.Κ.Α. και του Ο.Α.Ε.Δ., δεν περιλαμβανόταν υποχρέωσή τους να γνωστοποιούν την ημερομηνία της oικειοθελoύς αποχώρησης του εργαζομένου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η ημερομηνία διακοπής της εργασιακής σχέσης και κατ΄ επέκταση η ημερομηνία διακοπής της ασφάλισης.
Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη, που καθιερώνεται με τις κοινοποιούμενες διατάξεις σε συνδυασμό με την υποχρέωση τήρησης του ΕΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, κρίθηκε απαραίτητο να θεσμοθετηθεί, ώστε να είναι δυνατή η εξακρίβωση του χρόνου ασφάλισης των εργαζομένων και παράλληλα να διασφαλίσουν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εργοδότες τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
4.2 Έναρξη ισχύος της κοινοποιούμενης διάταξης
Οι κοινοποιούμενες διατάξεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 περ. στ΄ άρθρο 2 του ν. 2556/1997, έχουν εφαρμογή μετά την 1/4/1998.
4.3 Υποχρεώσεις εργοδοτών. Συνέπειες για τους εργοδότες που δεν τις τηρούv. Ενέργειες Υπηρεσιών Εσόδων
Από το περιεχόμενο των κοινοποιούμενων διατάξεων, προκύπτει με σαφήνεια, ότι οι εργοδότες πρέπει ν΄ αναγγείλουν την αποχώρηση του μισθωτού στον Ο.Α.Ε.Δ. σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών ανεξάρτητα από την αιτία αποχώρησής τους, (οικειοθελής αποχώρηση, κ.λ.π). Στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν τηρήσει την υποχρέωσή του αυτή, η ημερομηνία απoχώρησης του εργαζομένου μπορεί να αποδειχθεί μόνο από επίσημα έγγραφα στοιχεία του ίδιου ή του εργαζομένου.
Επειδή, από τις κοινοποιούμενες διατάξεις, δεν ορίζονται ρητά τα επίσημα έγγραφα στοιχεία, από τα οποία μπορεί να αποδειχθεί η ημερομηνία αποχώρησης του εργαζομένου, οι εργοδότες θα πρέπει να αναγγέλλουν την καθοιοδήποτε λόγο αποχώρηση του εργαζομένου εντός της προθεσμίας των οκτώ (8) ημερών στον Ο.Α.Ε.Δ. και να μην στηρίζονται στην εκ των υστέρων απόδειξη της ημερομηνίας αυτής από άλλα στοιχεία. Ακόμη, πρέπει να τηρούν αντίγραφο της σχετικής δήλωσης προκειμένου να δικαιολογούν την διακοπή της ασφάλισης, όταν διενεργείται έλεγχος στην επιχείρηση τους από τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α..
Εάν οι εργοδότες δεν δηλώσουν στον Ο.Α.Ε.Δ. την αποχώρηση του μισθωτού και η ημερομηνία αυτής δεν αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα στοιχεία, οι μισθωτοί ασφαλίζονται, για όλη την χρονική περίοδο, από την ημερομηνία της πρόσληψης μέχρι την προηγούμενη της ημέρας του ελέγχου, κατά τον οποίο διαπιστώνεται η αποχώρηση, αφαιρούμενης της οκταήμερης προθεσμίας. Εξυπακούεται, ότι, κατά την ασφάλιση των προαναφερόμενων μισθωτών, επιβάλλονται στον εργοδότη όλες οι προβλεπόμενες κυρώσεις (Π.Ε.Ε., Π.Ε.Π.Ε.Ε., κ.λ.π).
Από τη διατύπωση της διάταξης, προκύπτει, ότι τα στοιχεία, τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη σαν αποδεικτικά της ημερομηνίας αποχώρησης του μισθωτού, πρέπει να είναι έγγραφα, να έχουν εκδοθεί ή θεωρηθεί από Δημόσια Αρχή ή να έχουν κατατεθεί σε αυτή. Συμπεραίνεται, λοιπόν ότι, η Υπεύθυνη Δήλωση του εργοδότη ή του εργαζόμενου δεν μπορεί να θεωρηθεί επίσημο στοιχείο. Ενδεικτικά αναφέρουμε παρακάτω μερικά στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν επίσημα και να ληφθoύν υπόψη σαν αποδεικτικά της ημερομηνίας αποχώρησης του εργαζόμενου και της διακοπής της ασφάλισης.
α) Το ατομικό βιβλιάριο στρατευσίμου ή άλλο στρατολογικό έγγραφο, από το οποίο αποδεικνύεται, αποχώρηση του ασφαλισμένου λόγω στράτευσης.
β) Γνωμάτευση γιατρού του Ι.Κ.Α. ή υγειονομικής επιτροπής του Ι.Κ.Α. ή Νοσοκομείου, περί ανικανότητας εργασίας για το χρονικό διάστημα μετά την λήξη της υποχρέωσης του εργοδότη ν΄ ασφαλίσει τον ασθενή απασχολούμενο κι εφόσον αυτός δεν επέστρεψε στην εργασία του.
Οι αρμόδιοι. υπάλληλοι των υπηρεσιών εσόδων, κατά τη διενέργεια του ουσιαστικού ελέγχου, πρέπει να διαπιστώνουν και την ημερομηνία διακοπής της απασχόλησης, ελέγχοντας την ημερομηνία της σχετικής δήλωσης που έχει υποβάλλει ο εργοδότης στον Ο.Α.Ε.Δ.. Αντίγραφο της δήλωσης πρέπει να επισυνάπτεται στις μισθολογικές καταστάσεις και να αρχειοθετείται μαζί μ΄ αυτές στο φάκελο του εργοδότη στο Υποκατάστημα.
Από τις κoινoπoιoύμεvες διατάξεις, προβλέπεται ακόμη ότι, εάν ο εργοδότης δεν αναγγείλει την καθ΄ οιονδήποτε λόγο αποχώρηση του εργαζόμενου στον Ο.Α.Ε.Δ., η ημερομηνία της απoχώρησης μπορεί ν΄ αποδεικνύεται από άλλο έγγραφο επίσημο στοιχείο του εργοδότη ή του μισθωτού.
Κατά τη διενέργεια, λοιπόν, ουσιαστικού ελέγχου σε επιχείρηση κι εφόσον διαπιστωθεί, ότι ο εργοδότης δεν τηρεί στοιχεία αποδεικτικά της ημερομηνίας αποχώρησης του μισθωτού, θα καταλογίζονται εισφορές για την ασφάλισή του μέχρι την προηγούμενη του ελέγχου αφαιρούμενης της οκταήμερης προθεσμίας.
Στο άρθρο 31 παρ. 17 του ν. 2238/1994 (φορολογικού νόμου, που ήταν σε ισχύ κατά τη διενέργεια της παράβασης) αναφέρονται:
«…………………………………………17. Οι ποινικές ρήτρες, τα πρόστιμα , οι πρόσθετοι φόροι, οι προσαυξήσεις και οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται για οποιονδήποτε λόγο σε βάρος επιχείρησης δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της. …………………………………………………………».
Στο άρθρο 23 περ ε’ του ν. 4172/2013 (φορολογικού νόμου, που είναι σε ισχύ κατά τον χρόνο πληρωμή της ποινής) ορίζονται:
«Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν: ………………………………………………………….. ε) πρόστιμα και ποινές, περιλαμβανομένων των προσαυξήσεων, …………………………………………………………»
«Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες:
α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,
β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση,
γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.».
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι:
– η εταιρεία επιβαρύνθηκε με την ανωτέρω δαπάνη, επειδή δεν τήρησε τη νομοθετικά θεσμοθετημένη υποχρέωσή της να δηλώσει στον ΟΑΕΔ, την οικειοθελή αποχώρηση των μισθωτών της από την εργασία τους. Οι συνέπειες, που από το N. 2556/1997 επιβάλλονται, δεν εκπίπτουν κατά την πληρωμή τους ούτε με τον ισχύοντα σήμερα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) ούτε και από τον προϊσχύοντα φορολογικό Ν. 2238/1994.
– οι επιδικασθείσες ασφαλιστικές εισφορές δεν αντιστοιχούν σε πραγματική απασχόληση των εργαζομένων, άρα δεν έγιναν προς το συμφέρον της εταιρείας και συνεπώς δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας.
Άρειος Πάγος 445/2019 Σύμβαση είναι και η εκπόνηση μελέτης ή επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου από μηχανικό – Πότε είναι καταβλητέα η αμοιβή του μηχανικού – Άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου
Αριθμός 445/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη
Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα –
Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11
Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να
δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1)Του Νομικού Προσώπου
Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία “ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ
ΕΛΛΑΔΟΣ” που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό
αυτού, 2)Σ. Ν., κατοίκου … και 3)Σ. Π., κατοίκου …. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε
από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………….., που δεν κατέθεσε προτάσεις, η
δεύτερη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ……………… και ο
τρίτος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του
…………….., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: “…”
που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους
πληρεξούσιους δικηγόρους της …………… και ……………., που κατέθεσε
προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2009
αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο
Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2017 του
Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι
αναιρεσείοντες με την από 16/11/2017 αίτησή τους και τους από 8/8/2018
προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το
πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι
των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι
πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του
αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 του
ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ισχύοντος από 2.4.2012 κατά το άρθρο 113
αυτού, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, και η οποία
αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 μετά την αναδιατύπωση του εν λόγω
άρθρου, ισχύοντος από 1.1.2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του
τελευταίου αυτού νόμου], προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί
το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί
περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των
τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην
έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού,
την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως
με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις
διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 5 του ιδίου Κώδικα (διαφορές για
αμοιβές, μεταξύ άλλων, μηχανικών – προηγουμένως άρθ. 677 επ. του ΚΠολΔ). Στην
προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 16.11.2017 και με αριθ.
κατάθεσης 35/16.11.2017 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 94/2017 απόφασης
του (Τριμελούς) Εφετείου Αιγαίου, με αντικείμενο διαφορά αφορώσα την καταβολή
αμοιβής μηχανικού, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην επισύναψη του υπ’ αριθ.
174564849958 0115 0053 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450)
ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως διαφορά για την
καταβολή αμοιβής σε μηχανικό, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το
παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει
να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της
ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
Με την από 16.11.2017 και με αριθ. κατάθεσης
35/16.11.2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 8.8.2018 και με αριθ. κατάθ.
64/8.8.2018 δι’ ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης,
προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των
διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ’ αριθ. 94/14.6.2017 απόφαση του
(Τριμελούς) Εφετείου Αιγαίου. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές
και απορρίφθηκαν κατ’ ουσία οι συνεκδικασθείσες: α) από 8.7.2011 και με αριθ.
κατάθ. 23/11.7.2011 έφεση του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία “ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ”, ως κατά νόμο
υποκατάστατου για την καταβολή της οφειλομένης σε μηχανικούς αμοιβής, β) από
7.7.2011 και με αριθ. κατάθ. 24/11.7.2011 έφεση των προσθέτως κατά την ενώπιον
του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκη παρεμβάντων μηχανικών υπέρ του άνω ενάγοντος
Ν.Π.Δ.Δ. και ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων και γ) με ίδιο
δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι έφεσης των ως άνω εκκαλούντων – προσθέτως
παρεμβάντων κατά της με αριθ. 1/13.1.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Νάξου. Με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε
κατά τ’ ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου
μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών, είχαν απορριφθεί ως κατ’ ουσία
αβάσιμες: α) η από 11.12.2009 και με αριθ. κατάθ. 803/15.12.2009 αγωγή του
ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία “ΤΕΧΝΙΚΟ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ”, κατά της πρώτης των εκεί εναγομένων και ήδη
αναιρεσίβλητης …, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον
…………………………, με την οποία ζητείτο η επιδίκαση στο ως άνω
Ν.Π.Δ.Δ., ως υποκατάστατο των μηχανικών Σ. Ν. και Σ. Π., των χρηματικών ποσών
των 343.986,43 και 349.945,10 ευρώ αντίστοιχα, ως οφειλομένη σε αυτούς αμοιβή
από σύμβαση έργου. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως παθητικώς ανομιμοποίητη η
αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου των εναγομένων, νομίμου
εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης …, μη διαδίκου στις επόμενες της
πρωτοβαθμίου δίκες και β) η ασκηθείσα κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του
πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο καταχωρηθείσα στα πρακτικά
συνεδρίασης δίκης, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. των ως άνω
μηχανικών Σ. Ν. και Σ. Π., ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων. Η αίτηση
αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση
επιδόθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2017, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί
αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ο. Δ., η δε
αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη
απόφαση δικαστηρίου στις 16 Νοεμβρίου 2017 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.
1, 566 παρ.1, 144 του ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης των δευτέρου
και τρίτης των αναιρεσειόντων ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου
δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 8 Αυγούστου 2018 (αρ. κατ.
64/8.8.2018) και επίδοση αυτού στις 7 Σεπτεμβρίου 2018 στην αναιρεσίβλητη, όπως
προκύπτει από την μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη με αριθμό ….40/7.9.2018 έκθεση
επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ., ήτοι
περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11ης
Δεκεμβρίου 2018 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ), οπότε συζητήθηκε η υπόθεση. Είναι
συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν
περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω
δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚπολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ με την
οποία ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει
το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, προκύπτει ότι και η
σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης ή / και η
επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου. Με
τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο
εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή / και επιβλέποντας την κατασκευή του έργου,
δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο (άρθ. 694 ΑΚ), να λάβει τη συμφωνηθείσα
αμοιβή. Σύμφωνα δε με τα όσα ίσχυαν κατά το κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργηση
των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με τοάρθρο 7του Ν.3919/2011, η αμοιβή
αυτή δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής
που καθορίζονται από τις διατάξεις του Π. Δ/τος 696/1974 “Περί αμοιβών
μηχανικών διά σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν κλπ” (ΦΕΚ Α 301),
όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Π.Δ/μα 515/1989 (ΦΕΚ Α 219), που
εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 59 του Ν. Δ/τος της
17.7/16.8.1923 “περί σχεδίων πόλεων κλπ” και του άρθρου μόνου του Ν.
Δ/τος 2726/1953, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 46 περ. δ` του Ν.
3316/2005 (ΦΕΚ Α 42) (ΑΠ 82/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 648/2010). Την ως άνω αμοιβή
δύναται να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, ως υποκαθιστάμενο
στα δικαιώματα του μηχανικού κατά τις διατάξεις του Β. Δ /τος 30/31.5.1956,
είτε ο ίδιος ο μηχανικός (ΑΕΔ 26/1993).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104 παρ. 2 εδ. 1 του εν λόγω Π.Δ/τος “Δια τα
ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας
κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκρισιν ή
έκδοσιν της τυχόν απαιτουμένης αδείας”. Με την διάταξη αυτή, για την
πληρωμή της αμοιβής του μηχανικού, εισάγεται παρέκκλιση από την από το άρθρο
694 ΑΚ καθιερωμένη αρχή, κατά την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται
συγχρόνως με την παράδοση του έργου, και ορίζεται ότι η καταβολή της αμοιβής
του μηχανικού για την εκπόνηση μελέτης προς έκδοση αδείας ανεγέρσεως οικοδομής
γίνεται μόλις ολοκληρωθεί η μελέτη και πριν αυτή υποβληθεί στην αρμόδια
Πολεοδομική Υπηρεσία προς έκδοση της άδειας. Δεν καταβάλλεται μάλιστα αυτή
(αμοιβή) στα χέρια του μηχανικού, αλλά κατατίθεται στο Τεχνικό Επιμελητήριο
Ελλάδος για λογαριασμό του, μετά την κατάθεση δε αυτής ο μηχανικός υποβάλλει το
φάκελο, μαζί με την απόδειξη προκατάθεσης της αμοιβής του, στην Πολεοδομική
Υπηρεσία. Εάν δεν προσκομίσει την απόδειξη αυτή ο φάκελος θεωρείται ελλιπής και
δεν επιτρέπεται να εκδοθεί άδεια.
Συνεπώς, η αμοιβή του μηχανικού είναι καταβλητέα μόλις αυτός ολοκληρώσει τη
μελέτη, η ολοκλήρωση δε της παράδοσης αυτής (του έργου) γίνεται με την υποβολή
της μελέτης στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για την έκδοση της άδειας (ΑΠ
686/2007, ΑΠ 551/2007, ΑΠ 225/2003).
Αυτονόητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η εκπόνηση της
μελέτης από τον μηχανικό στον οποίο είχε ανατεθεί από τον εργοδότη το έργο
αυτό. Εξάλλου στη μεταξύ του εργολάβου – μηχανικού και του εργοδότη σύμβαση
έργου εφαρμόζονται και οι λοιπές διατάξεις των άρθρων 681 επόμ. του ΑΚ, μεταξύ
των οποίων και η διάταξη του άρθρου 686 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι:
“Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς
υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με
τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του
έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το
χρόνο της παράδοσης του έργου. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου,
διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της”.
Όπως προκύπτει από την άνω ρύθμιση του άρθρου 686 εδ. α` του ΑΚ για την άσκηση
του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου εκ μέρους του εργοδότη δεν
απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η
ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, η οποία μπορεί να οφείλεται
και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, όπως σε ευθύνη τρίτου ή ακόμη και σε ανώτερη
βία. Επίσης δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ,
γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν
εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ (ΑΠ 77/2011,
ΑΠ 1035/2010).
Ειδικότερα επί οικοδομικού έργου, η χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη παράλειψη
έκδοσης από τον εργολάβο – μηχανικό της κατά νόμο απαιτουμένης οικοδομικής
αδείας για την ανέγερση της οικοδομής ή η παράλειψη αναθεώρησης αυτής, οσάκις
τούτο απαιτείται, με συνέπεια την καθυστέρηση στην έναρξη ή στην ολοκλήρωση των
εργασιών, παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση
έργου κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 686 εδ. α του ΑΚ (ΑΠ 77/2011).
Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των ως άνω άρθρων 686 εδ. α, 387 παρ. 2, 389
και 390 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από τις
διατάξεις αυτές, με την κατά τη διάταξη αυτή δήλωση του εργοδότη προς τον
εργολάβο ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου, η σύμβαση αυτή
καταργείται από τη στιγμή της κατάρτισής της (extunc), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται
αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για
παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να
αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον
αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 επ. του ΑΚ), για αιτία που έληξε (ΑΠ
997/2010, ΑΠ 1031/2004). Στην περίπτωση δε αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του
ληφθέντος αντικειμένου ο οφειλέτης αποδίδει το γι’ αυτό ληφθέν αντάλλαγμα. Επί
παροχής έργου αντάλλαγμα είναι η κατά το χρόνο της παροχής αξία του μέρους του
έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά
ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ (ΑΠ 77/2011). Η δήλωση του εργοδότη
ότι υπαναχωρεί από την σύμβαση είναι απρόθεσμη και δεν υπόκειται σε παραγραφή,
για την εγκυρότητα δε αυτής είναι αδιάφορο αν κατά το χρόνο που αυτή έλαβε χώρα
έχει εκτελεσθεί ένα μεγάλο μέρος του ανατεθέντος έργου. Είναι τελείως
διαφορετικό ότι στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης έχει κατά τη διακριτική του
ευχέρεια το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από το τμήμα του έργου που δεν έχει
εκτελεσθεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οπότε ο εργοδότης οφείλει στον
εργολάβο μόνο την αντίστοιχη αμοιβή για το μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο με βάση
τη σύμβαση (ΑΠ 1035/2010) και να μην υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση.
Το παρεχόμενο με το άρθρο 686 εδ. α του ΑΚ
δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί να ασκηθεί και μετά τον συμφωνημένο χρόνο
παράδοσης του έργου, αν δεν πληρώθηκαν μέχρι τη λήξη της προθεσμίας παράδοσης
αυτού οι από το άρθρο 686 εδ.α του ΑΚ υποχρεώσεις του εργολάβου για την έγκαιρη
έναρξη και για τη μη επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου κατά τρόπο,
που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού
κατ’ εξοχή στην περίπτωση αυτή προκύπτει ότι είναι ανέφικτη η έγκαιρη
ολοκλήρωση και παράδοση του έργου (ΑΠ 652/2008, ΑΠ 1619/1996). Για τη θεμελίωση
του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 686 εδ. α του ΑΚ δικαιώματος
υπαναχώρησης του εργοδότη από την εργολαβική σύμβαση, απαιτείται α)
αντισυμβατική καθυστέρηση έναρξης της εκτέλεσης του έργου ή αντισυμβατική
επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη και β) αδυναμία
έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, εξαιτίας της καθυστέρησης έναρξης ή της
επιβράδυνσης της εκτέλεσης.
Περαιτέρω στην περίπτωση που η μη έγκαιρη έναρξη του έργου ή η επιβράδυνση των
εργασιών οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, τότε τα δικαιώματα του εργοδότη
από την υπερημερία του εργολάβου διατηρούνται ακέραια, σύμφωνα με το εδάφιο β
της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 686 του ΑΚ και κατά συνέπεια κατ’ εφαρμογή των
διατάξεων των άρθρων 686 εδ. β, 343 παρ.2, 383, 385, 389 παρ.2 και 390 του ΑΚ ο
εργοδότης μπορεί και πάλι να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου (ΑΠ 1378/2010)
και μάλιστα χωρίς να τάξει στον υπερήμερο εργολάβο εύλογη προθεσμία για την
εκπλήρωση της παροχής, αν από την όλη στάση του τελευταίου προκύπτει ότι το
μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή αν ο εργοδότης δεν έχει πλέον συμφέρον στην
εκτέλεση της σύμβασης. Οι σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπαναχώρηση εκ μέρους
του δικαιούχου συνιστά μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα,
η δε δήλωση αυτής, ρητή ή και σιωπηρά, δεν υπόκειται σε τύπο, είναι απρόθεσμη
και μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής (ΑΠ 1759/2009).
Διάφορη της κατά τα ανωτέρω υπαναχώρησης συνιστά η κατά τη διάταξη του άρθρου
700 του ΑΚ καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης έργου, κατά την οποία ο εργοδότης
έχει δικαίωμα μέχρι την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε και
για οποιοδήποτε λόγο τη σύμβαση, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον (exnunc), αυτός δε οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Η
κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη συνιστά
υπαναχώρηση κατά το άρθρο 686 του Α.Κ. ή καταγγελία κατά το άρθρο 700 του Α.Κ.
υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα κατ` ουσία γενόμενα δεκτά
ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1376/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού
δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των
δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού
ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ
συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί,
ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η
δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή
όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την
αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των
περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με
τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του
δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και
των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του
ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε
περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο
αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το
δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.
19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως
αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε
ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η
οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος,
προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην
ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά
περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν
όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα
ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή
την άρνησή της “ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους
“αντιφατική αιτιολογία” (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές
αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε
αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για
ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση
του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται,
αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της
συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα
ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής
περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν
προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη
στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που
εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται
ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων,
εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και
πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος
πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου,
του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της
απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και
γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό
διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι
αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και
σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του
δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν
παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως
εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης
του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα
ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19
του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως
και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων
(ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Επί πλέον από τη
διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το
δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του
περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού
δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή
τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του
ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το
περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις
προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού
πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από
το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των
προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την
αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: “Δυνάμει του από 9.8.1996
ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης έργου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης
… [ήδη αναιρεσίβλητης], που εκπροσωπείται νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις
του Κανονικού Δικαίου της Καθολικής Εκκλησίας, από τον Σεβασμιώτατο Φ. Π.,
καθολικό Επίσκοπο ………………… και των υποκαθισταμένων μελών του
ενάγοντος Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος [ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων],
αρχιτέκτονος μηχανικού Σ. Ν. και πολιτικού μηχανικού Σ. Π. [ήδη δεύτερης και
τρίτου των αναιρεσειόντων αντίστοιχα], η εναγομένη ανέθεσε στους
υποκαθισταμένους μηχανικούς την εκπόνηση μελέτης και την επίβλεψη του έργου
σχετικά με α) την ανέγερση νέας ισόγειας οικοδομής, επιφανείας 399,48 τμ και β)
την αναστύλωση παλαιών κτισμάτων, ήτοι την ανακατασκευή παλαιών ερειπωμένων
μοναστηριών, τα οποία είχαν παραχωρηθεί στην …, ήτοι Κτίριο διαμονής ιερέων,
Πτέρυγα Μονής ………….., Κτίριο Εστιατορίου της Μονής ………………,
κτίριο επονομαζόμενο ….. και Κτίριο ….., τα οποία είχαν καταστραφεί από
τους σεισμούς του 1956, ώστε να λάβουν τη μορφή που είχαν στο παρελθόν,
αποτελουμένων εκ δύο ορόφων, συνολικής επιφάνειας 3.736,15 τμ. Το όλο έργο θα
κατασκευαζόταν επί δύο εφαπτόμενων ακινήτων ιδιοκτησίας της εναγομένης στα …,
προκειμένου να στεγαστεί στο νέο κτίριο οίκος ευγηρίας. Πράγματι σε εκτέλεση
της άνω σύμβασης, οι υποκαθιστάμενοι – προσθέτως παρεμβαίνοντες μηχανικοί
προέβησαν στη σύνταξη όλων των απαιτουμένων μελετών (αρχιτεκτονική,
θερμομόνωσης, φέροντος οργανισμού κλπ), τις οποίες υπέβαλαν στις 19.12.1996 στο
Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας προς έκδοση των απαιτούμενων οικοδομικών αδειών και
επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκαν αντίστοιχα οι υπ’ αριθ. 50/1997 οικοδομική
άδεια (για την ανέγερση του νέου ισογείου κτίσματος) και υπ’ αριθ.51/1997 (για
την αναστύλωση του υπάρχοντος) οικοδομική άδεια. Περαιτέρω απεδείχθη ότι η
εναγομένη, δυνάμει προφορικής συμβάσεως έργου ανέθεσε την επίβλεψη και τον
συντονισμό του όλου έργου στον πολιτικό μηχανικό Ά. Δ., ενώ στη συνέχεια
δημοπράτησε το όλο έργο, την ανέγερση του οποίου ανέλαβε ο εργολάβος Π. Ο.
δυνάμει των από 5.11.1999, 15.11.2001 και 5.11.2002 ιδιωτικών συμφωνητικών, το
πρώτο εκ των οποίων αφορούσε την εκτέλεση του έργου των χονδροκατασκευών στα
κτίρια των Ιερέων και της πρώην Σχολής [ενν. Μονής] ……, το δεύτερο στην
εκτέλεση του έργου των χονδροκατασκευών στα κτίρια …., …. και …. και το
τρίτο την εκτέλεση του πρόσθετου έργου κατασκευής οροφής τραπεζαρίας,
ευρισκομένης στο Κτίριο του Μαγειρείου. Στα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά, τα
οποία υπογράφηκαν για λογαριασμό της εναγομένης, από τον τοπικό ιερέα Ν. Κ.,
καθοριζόταν ο ακριβής χρόνος παραδόσεως του κάθε επί μέρους έργου, ενώ σε
περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, προβλεπόταν η εκ μέρους του καταβολή
χρηματικού ποσού ως ποινικής ρήτρας, καθώς και δυνατότητα της εναγομένης να τον
κηρύξει έκπτωτο. Έτσι με βάση το από 5.11.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό το κτίριο
των Ιερέων έπρεπε να παραδοθεί στις 25.1.2000, το κτίριο των …… στις
25.2.2000, με βάση το από 25.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό το κτίριο του ……
έπρεπε να παραδοθεί στις 25.1.2002, το κτίριο του …….. στις 25.2.2002, το
κτίριο του …. στις 25.1.2002 και τέλος, με το από 5.11.2002 ιδιωτικό
συμφωνητικό ο όροφος τραπεζαρίας έπρεπε να παραδοθεί στις 5.5.2003. Κατά τη
διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης των άνω οικοδομικών αδειών η εντολή του
νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Επισκόπου Φ. Π. προς τους δύο
υποκαθισταμένους μηχανικούς ήταν η ταχεία εκτέλεση του έργου στα πλαίσια της
νομιμότητας, λόγω της διαφύλαξης του κύρους της Καθολικής Εκκλησίας στο νησί της
…. Περί αυτής της εντολής είναι ενδεικτική η από 25.8.1997 επιστολή του άνω
Επισκόπου προς το τεχνικό γραφείο της Σ. Ν., στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει
” … η έκπληξή μου είναι μεγάλη, όταν μου παρουσιάσατε σχέδια εφαρμογής
που δεν ήταν εγκεκριμένα … κάθε αλλαγή στην εκτέλεση των εγκεκριμένων σχεδίων
μπορεί να θεωρηθεί παράβαση … από την πλευρά μας δεν θέλουμε να δίνουμε
αφορμές για το παραμικρό.” Στη συνέχεια, απεδείχθη ότι κατά τη διάρκεια
των εκσκαφών προέκυψαν διάφοροι μη προβλεπτοί παράγοντες και δη ανακαλύφθηκαν
υπόσκαφες στοές στο υπέδαφος της θεμελιώσεως των κτιρίων, υδαταποθήκες και
χαλαρότητα του εδάφους επί των οποίων είχαν θεμελιωθεί τα παλαιά κτίρια, με
αποτέλεσμα να απαιτούνται νέες μελέτες προς αντιμετώπιση των ευρημάτων και
αναθεώρηση των αρχικών οικοδομικών αδειών, προκειμένου να αναπροσαρμοστούν οι
νέες κατασκευές με τα δεδομένα αυτά. Κατόπιν αυτών η εναγομένη έδωσε εντολή
στους υποκαθιστάμενους μηχανικούς να προβούν σε αναθεώρηση των αδειών, με
εκπόνηση νέων μελετών, ώστε να συνεχιστεί και να περατωθεί νομίμως το όλο έργο.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί κατέθεσαν στο Πολεοδομικό
Γραφείο … τις με αριθ. πρωτ. 405 και 406/27.2.2004 αιτήσεις για την αναθεώρηση
των υπ’ αριθ. 50 και 51/1997 οικοδομικών αδειών, χωρίς παράλληλα να επισυνάψουν
στις αιτήσεις αυτές τα σχετικά σχέδια και μελέτες που απαιτούνταν για την
έγκριση των αναθεωρήσεων, αφού αυτοί δεν είχαν εκπονήσει οριστικά σχέδια, αλλά
ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών προέβαιναν σε συνεχείς αλλαγές και μετατροπές
των σχεδίων και μελετών τους. Οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί σχετικά με το ζήτημα
της υποβολής των μελετών ισχυρίζονται ότι οι μελέτες και τα σχεδιαγράμματα
υποβλήθηκαν μαζί με τις αιτήσεις, πλην όμως οι αναθεωρήσεις των αδειών δεν
εγκρίθηκαν, λόγω της άρνησης της εναγομένης να καταβάλει στην Τράπεζα και στα
αρμόδια Ταμεία τις από το νόμο προβλεπόμενες αμοιβές τους και σε κάθε περίπτωση
είχαν παραδώσει στην εναγομένη τα νέα σχέδια και τις μελέτες τους, ενώ αντίθετα
η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε κατατέθηκαν στην Πολεοδομία …. οι μελέτες
με τα σχεδιαγράμματα, ούτε παραδόθηκαν σε αυτήν σχέδια και μελέτες, ότι το έργο
παρουσίασε σημαντικές καθυστερήσεις και η συνέχιση του έργου, λόγω μη έγκρισης
των αναθεωρήσεων αυτών, κατέστησε το έργο αυθαίρετο, σε αντίθεση με όσα είχαν
συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών τόσο ως προς το χρόνο ολοκλήρωσης του έργου
αλλά και ως προς τη νομιμότητά του. Ο ισχυρισμός των υποκαθισταμένων μηχανικών
περί υποβολής των μελετών στην Πολεοδομία και περί παράδοσής τους στην εναγομένη
είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον σχετικοί φάκελοι με μελέτες και
σχεδιαγράμματα δεν βρέθηκαν στην Πολεοδομία …., παρά τον μεταγενέστερο έλεγχο
που συνέβη και το Δικαστήριο κρίνει ότι οι φάκελοι δεν βρέθηκαν για το λόγο ότι
ουδέποτε είχαν υποβληθεί μαζί με τις αιτήσεις. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των
ανωτέρω ενισχύεται: α) από την από 11.11.2004 επιστολή του γενικού επιβλέποντος
το έργο πολιτικού μηχανικού Α. Δ. προς την εναγομένη, στην οποία μεταξύ άλλων
αναφέρει εννέα μήνες μετά την υποτιθέμενη κατάθεση των φακέλων “… από
την αρχιτέκτονα Σ. Ν. ετοιμάζονται τα σχέδια για την αναθεώρηση ή την ενημέρωση
των φακέλων των αδειών κατά περίπτωση”, απ’ όπου με σαφήνεια προκύπτει ότι
σχέδια για αναθεώρηση των αδειών δεν είχαν υποβληθεί. Η ενημέρωση των φακέλων
αφορά διάφορα άλλα έγγραφα, αλλά όχι τις αρχικές μελέτες για αναθεώρηση των
αδειών. Μάλιστα ο Ά. Δ. στην ανωτέρω επιστολή του παραδέχεται ότι οι εργολάβοι
λόγω της απασχόλησής του[ς] και με άλλα έργα στο νησί δεν μπόρεσαν ν’
ανταποκριθούν στην έγκαιρη εκτέλεση του έργου, με αποτέλεσμα να υπάρξουν
σημαντικές καθυστερήσεις και επιβάρυνση του κόστους, η δε εκπόνηση νέων μελετών
δεν έγινε για να μην καθυστερήσει περαιτέρω το έργο και προτιμήθηκε το έργο να
προχωρήσει με παροχή τμηματικών οδηγιών στους εργολάβους, β) από την από
19.2.2006 επιστολή του ίδιου πολιτικού μηχανικού Α. Δ. προς τον Επίσκοπο Φ. Π.,
στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει “…Σας έχω ενημερώσει ότι μέχρι σήμερα
οι αναθεωρήσεις των μελετών δεν έχουν συντελεστεί και ότι οι μελέτες ανασυντάσσονταν
συνεχώς ανάλογα με τα ευρήματα που ανέκυπταν σε κάθε κτίριο και επέβαλλαν κάθε
φορά διαφορετικές αλλαγές στη λειτουργία, άρα και στο περιεχόμενο των
κτιρίων… “, απ’ όπου με σαφήνεια προκύπτει ότι δεν υπήρχαν μελέτες που
είχαν υποβληθεί τον Φεβρουάριο του 2004, γιατί αυτές άλλαζαν ανάλογα με τα
ευρήματα των εκσκαφών, γ) από την από 15.5.2013 εισηγητική έκθεση της
αρχιτέκτονος μηχανικού Φ. Π. – Π. ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, στην
οποία αναγράφονται οι πειθαρχικές παραβάσεις των υποκαθισταμένων μηχανικών και
πιο συγκεκριμένα η εκ των υστέρων εκπόνηση των σχεδιαγραμμάτων (το έτος 2006)
αντί του έτους 2004, σε συνδυασμό με την παραβίαση των πολεοδομικών διατάξεων,
λόγω συνέχισης οικοδομικών εργασιών χωρίς αναθεώρηση της άδειας. Σημειώνεται
ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο με την υπ’ αριθμ. 49/2013 απόφασή του αποφάσισε τη
θέση στο αρχείο της υπόθεσης, λόγω παραγραφής, δ) από το πόρισμα της
διενεργήσασας την ΕΔΕ στην Πολεοδομία Θήρας σχετικά με την απώλεια των φακέλων
αναθεώρησης Α. Συμεοπούλου, στο οποίο, αφού έγινε εξέταση των υπαλλήλων της
Πολεοδομίας σχετικά με την απώλεια φακέλων, διαπιστώνεται ότι η λειτουργία της
Υπηρεσίας αυτής ήταν εντελώς ανεπαρκής, αφού δεν γινόταν προέλεγχος των
εισερχομένων εγγράφων, δεν γινόταν έλεγχος των συνημμένων αν υπάρχουν ή όχι,
δεν χρεώνονταν από τον Προϊστάμενο οι φάκελοι ώστε να υπάρχει υπάλληλος
υπεύθυνος για κάθε φάκελο, ενώ οι φάκελοι διακινούνταν από τους ιδιώτες
μηχανικούς κατά βούληση. Μάλιστα από την αρμόδια υπάλληλο του πρωτοκόλλου
Συριανού και τον Προϊστάμενο …………., προέκυψε ότι ήταν δυνατή η υποβολή
μόνο αιτήσεων χωρίς φακέλους, ενώ όσες είχαν συνημμένα φακέλους διακινούνταν
από τους ιδιώτες μηχανικούς. Το συμπέρασμα της ΕΔΕ είναι ότι υπάρχουν τρεις
εκδοχές για τη μη ανεύρεση των φακέλων. Ή δεν κατατέθηκαν ποτέ σχέδια
αναθεώρησης παρά μόνο αιτήσεις, ή αυτά τα υπεξαίρεσε η Καθολική Εκκλησία μέσω
των συμβούλων της ή αυτά παράπεσαν και χάθηκαν, ε) από την πρώτη σελίδα της
έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ. Κ., όπου υπό τον τίτλο,
σύντομο ιστορικό του έργου, αναφέρει μεταξύ άλλων “…Σε συνάντηση που
πραγματοποιήθηκε στις 12.11.2009 στο ΤΕΕ, παρουσία των δικηγόρων του ΤΕΕ, των
μηχανικών και του πραγματογνώμονα, ο Σ. Π. και οι δικηγόροι του παρείχαν τη
διαβεβαίωση ότι έχουν τα σχέδια και τις μελέτες αναθεώρησης και δεσμεύτηκαν να
τις χορηγήσουν στην Καθολική Επισκοπή εντός προθεσμίας 3 – 4 ημερών. Ο Σ. Π.
μάλιστα προθυμοποιήθηκε να φωτοτυπήσει τις μελέτες και τα σχέδια και να τα
χορηγήσει στην Καθολική Επισκοπή, πλην όμως μετά πάροδο 15 ημερών δεν είχε
λάβει η Επισκοπή τα αντίγραφα και ο εκπρόσωπός της ζήτησε να καθορισθεί
ημερομηνία παραλαβής των αντιγράφων, τα οποία τελικά ουδέποτε
παραδόθηκαν”. Από την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης σαφώς προκύπτει ότι οι
φάκελοι των αναθεωρήσεων δεν είχαν παραδοθεί ποτέ στην εναγομένη μέχρι το 2009,
όπου και αυτή αναζητούσε τις μελέτες, οι οποίες παρά την υπόσχεση του
υποκαθισταμένου μηχανικού δεν χορηγήθηκαν, στ) από την από 2.3.2006 επιστολή
του Επισκόπου Φ. Π. προς τον γενικό επιβλέποντα το έργο Α. Δ., στον οποίο ο
ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης παραπονείται ότι “…από το
καλοκαίρι του 2003 ζητώ μία ολοκληρωμένη σειρά σχεδίων για να ζητήσω μία
επιχορήγηση είτε από κάποιο κρατικό φορέα, είτε από κάποιον Οργανισμό της
Καθολικής Εκκλησίας … πρέπει να τακτοποιηθούν όλα τα νομικά θέματα που
εκκρεμούν ώστε η οικοδομή να είναι νόμιμη σε όλα, πρέπει να πάρουμε αναθεώρηση
της άδειας … θέλω να μου παρουσιάσετε τις τεχνικές μελέτες, οι οποίες
υπάρχουν, σύμφωνα με όσα μου έγραψες, αλλά δεν τις είδα ποτέ”. Τα ανωτέρω
δεν αναιρούνται από το υπ’ αριθ. 3581/2008 έγγραφο της Πολεοδομίας …, στο οποίο
αναγράφεται ότι “Σε απάντηση του σχετικού, σας γνωρίζουμε ότι ύστερα από
έλεγχο στο πρωτόκολλο της Υπηρεσίας μας, έχουν κατατεθεί φάκελοι αναθεώρησης με
αριθ. πρωτ. 405 και 406/27.2.2004 …”, καθόσον η συντάξασα το έγγραφο
αυτό Μ. Κ. στην άνω ΕΔΕ κατέθεσε ότι το έγγραφο αυτό εξεδόθη χωρίς να γίνει
ιδιαίτερη έρευνα στο αρχείο της υπηρεσίας, απλά με την επίδειξη του βιβλίου του
πρωτοκόλλου, ούτε από το υπ’ αριθμ. 840/7.4.2009 έγγραφο της Πολεοδομίας, στο
οποίο αναγράφεται ότι “… κατατέθηκαν φάκελοι αναθεώρησης, που φαίνεται
να μην έχουν χρεωθεί για ενέργειες σε κάποιον υπάλληλο της
πολεοδομίας…”, αφού όπως εκτέθηκε ήταν δυνατή η κατάθεση μόνο αίτησης και
η διακίνηση των φακέλων γινόταν από τους ιδιώτες μηχανικούς κατά τρόπο
αντιδεοντολογικό, σύμφωνα με την ανωτέρω ΕΔΕ. Ομοίως δεν αναιρούνται από το υπ’
αριθμ. 3478/4.11.2010 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας, το οποίο
αναφέρεται ότι έχουν κατατεθεί αιτήσεις ανασύστασης φακέλων και δεν αφορά στους
φακέλους που δεν έχουν ανευρεθεί, ούτε από το υπ’ αριθμ 1489/2009 και
1451/2009/14.7.2009 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας, στο οποίο
αναγράφεται ότι έχουν κατατεθεί στην Πολεοδομία αιτήσεις και αναγράφει επιπλέον
τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση οικοδομικής αδείας, αλλά ούτε και
από το υπ’ αριθμ. 35/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, που απεφάνθη
να μην γίνει κατηγορία κατά των υποκαθισταμένων μηχανικών για απόπειρα απάτης
στο Δικαστήριο, αφού αυτό δεν έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, αλλά μόνο επί
εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ σχετικά με ασάφειες του
προσβαλλομένου υπ’ αριθμ. 45/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Νάξου.
Επιπλέον η κατάθεση της συνεργάτιδος της Σ. Ν. Χ. Κ. στην υπ’ αριθμ, 2425/2010
ένορκη βεβαίωση της περί παράδοσης φακέλων των αναθεωρήσεων στον ιερέα Ν. Κ.
δεν κρίνεται πειστική, αφού έρχεται σε αντίθεση με όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά
στοιχεία και δόθηκε πολύ αργότερα (6 έτη μετά την υποτιθέμενη παράδοση των
φακέλων προς διευκόλυνση της συνεργάτιδός της μηχανικού. Επομένως με βάση όλα
τα ανωτέρω εκτεθέντα, σαφώς προκύπτει ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί ουδέποτε
κατέθεσαν ολοκληρωμένες και πλήρεις μελέτες για την αναθεώρηση των άνω
οικοδομικών αδειών, ούτε βεβαίως είχαν παραδώσει τέτοιες μελέτες στον Επίσκοπο
Φ. Π., αλλά αντίθετα αυτοί εκτελούσαν το έργο με αργούς ρυθμούς, παρά τα
προβλήματα τεχνικής φύσεως που είχαν ανακύψει, και έδιναν εντολές στον εργολάβο
………….. για συνέχιση εργασιών με μελέτες και οδηγίες που διαρκώς
μεταβάλλονταν, όπως στην ανωτέρω επιστολή του ανέφερε ο Ά. Δ.. Περαιτέρω,
πλήρως απεδείχθη ότι το έργο καθυστέρησε χωρίς υπαιτιότητα της εναγομένης, και
παρά το γεγονός ότι μέχρι και το τέλος περίπου του έτους 2004 είχε καταβάλει
για την ολοκλήρωση του έργου ένα σημαντικό ποσό και επιθυμούσε την ολοκλήρωσή
του. Η καθυστέρηση αυτή φαίνεται και στην από 2.12.2002 επιστολή του Φ. Π. προς
τον Ά. Δ., όπου αναφέρει ότι “πέρασε ένας χρόνος από τότε που ανακαλύψατε
τη ρωγμή του εδάφους και έπρεπε να κάνετε μετατροπές. Ο δον Ν. με πληροφορεί
ότι οι εργασίες έχουν σταματήσει και περιμένουν σχέδιο …”. Εξάλλου
απεδείχθη ότι από τον Φεβρουάριο του 2004, οπότε υποβλήθηκαν οι ως άνω αιτήσεις
αναθεώρησης, μέχρι το τέλος του 2004, οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί συνέχισαν
τις εργασίες, χωρίς εμπεριστατωμένη μελέτη, αλλά με συνεχώς μεταρρυθμιζόμενα
σχέδια και χωρίς ν’ αναμένουν την αναθεώρηση των αδειών, ώστε η όλη οικοδομή να
είναι [ενν. μη] νόμιμη, παρά τη ρητή εντολή της εναγομένης περί τήρησης της
νομιμότητας εκ μέρους της. Περί τα τέλη του 2004 οι σχέσεις των δύο πλευρών
κλονίσθηκαν, λόγω του αργού ρυθμού των εργασιών, σε συνδυασμό με το αυξημένο
κόστος κατασκευής για το [ενν. έργο των] εκσκαφών, για το οποίο υπήρξαν
αντιρρήσεις της εναγομένης, αλλά και της μη αναθεώρησης των αδειών για να
προχωρήσει το έργο νόμιμα. Τα ανωτέρω τα δέχεται ακόμα και ο εξετασθείς στο
πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυς του ενάγοντος Μ. Κ., ο οποίος κατέθεσε μεταξύ
άλλων ότι “… Τον Οκτώβρη 2004 η εναγομένη σταμάτησε να τους πληρώνει…
Η Καθολική Επισκοπή ισχυριζόταν ότι οι τιμές των εκσκαφών ήταν μεγαλύτερες από
αυτές που η ίδια είχε βρει…”. Ο επίσκοπος Φ. Π., προκειμένου να
διαπιστώσει εάν οι παραπάνω υποψίες του ήταν βάσιμες και κυρίως εάν τηρήθηκε η
νομιμότητα σε σχέση με τα προβλεπόμενα στις υπ’ αριθ. 50 και 51/1997
οικοδομικές άδειες, απευθύνθηκε περί το Νοέμβριο του 2005 σε ομάδα
εμπειρογνωμόνων, τελούσα υπό τη καθοδήγηση του Ι. Σ., αρχιτέκτονα – μηχανικού
και μέλη τους μηχανικούς Σ. Π. – Φ. και Ε. Κ., η ομάδα δε αυτή, αφού μελέτησε
τους φακέλους των υπ’ αριθ. 50 και 51/1997 οικοδομικών αδειών, έκανε αυτοψία
του χώρου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η “νέα ισόγειος οικοδομή”
διέφερε από την εγκεκριμένη με την υπ’ αριθ. 50/1977 οικοδομική άδεια ως προς
τη θέση του κτιρίου, τις διαστάσεις και το εμβαδόν, το σχήμα και τις πλάγιες
αποστάσεις, με αποτέλεσμα το κτίριο να καθίσταται εξ ολοκλήρου αυθαίρετο. Οι
ανωτέρω αυθαίρετες κατασκευές επιβεβαιώνονται από την υπ’ αριθ. πρωτ. 2255/2010
έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας, όπου εμφαίνονται οι οικοδομικές δραστηριότητες
καθ’ υπέρβαση των οικοδομικών αδειών κατά παράβαση του άρθρου 22 ΓΟΚ και
επιβάλλεται στην εναγομένη πρόστιμο ανέγερσης 314.734,40 ευρώ, καθώς και ετήσιο
πρόστιμο διατήρησης 157.008,68 ευρώ. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η
πραγματογνωμοσύνη του Γ. Κ., κατά την οποία παρατηρήθηκαν υπερβάσεις των
οικοδομικών αδειών για λόγους ασφαλούς έδρασης του ακινήτου. Ο ισχυρισμός των
υποκαθισταμένων μηχανικών – προσθέτως παρεμβαινόντων ότι η αναθεώρηση των
οικοδομικών αδειών δεν εκδόθηκε, λόγω της μη καταβολής της αμοιβής τους από την
εναγομένη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η αναθεώρηση των οικοδομικών
εργασιών δεν έγινε ποτέ λόγω μη υποβολής των μελετών και σε κάθε περίπτωση
αυτοί, ως μηχανικοί, όφειλαν να μην προβούν σε παράβαση του άρθρου 22 του ΓΟΚ,
δημιουργώντας αυθαίρετες κατασκευές, αλλά όφειλαν πρώτα να λάβουν την
αναθεώρηση των αδειών και κατόπιν να προχωρήσουν την κατασκευή του
οικοδομήματος, επί πλέον δε, είναι παράλογο να έχει ήδη ξοδευτεί ένα πολύ μεγάλο
ποσό για την μέχρι τότε εκτέλεση του έργου από την εναγομένη, η οποία
επιθυμούσε διακαώς την αποπεράτωσή του και την τήρηση της νομιμότητας και να
μην καταβάλλει το απαιτούμενο για την έκδοση των αναθεωρήσεων ποσό αμοιβής
τους. Μετά τη διαπίστωση εκ μέρους της εναγομένης των αυθαίρετων κατασκευών του
ακινήτου, παρά τη ρητή εντολή της για το αντίθετο, της καθυστέρησης των
εργασιών και του αυξημένου κόστους, για το οποίο ο επιβλέπων μηχανικός δεν
έδωσε λύση, η εναγομένη αποφάσισε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αποστέλλοντας
στους υποκαθιστάμενους μηχανικούς την από 16.2.2008 δήλωση υπαναχώρησης που
κοινοποιήθηκε σ’ αυτούς στις 14.3.2008 (βλ. υπ’ αριθμ. …70/14.3.2008 και
….798/3.3.2008 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητριών στο Πρωτοδικείο
Νάξου και Αθηνών αντίστοιχα Ι. Φ. και Ο. Δ.). Στις ανωτέρω δηλώσεις
υπαναχώρησης η εναγομένη εκθέτει ότι υπαναχωρεί των συμβάσεων, λόγω
καθυστέρησης του έργου (όφειλε να έχει αποπερατωθεί τον Φεβρουάριο του 2002),
για το οποίο δεν είχαν συνταχθεί τα κατάλληλα σχέδια, ούτε έχουν παραδοθεί σ’
αυτήν. Η άνω υπαναχώρηση της εναγομένης, η οποία δεν συνιστά την εκ του άρθρου
700 ΑΚ προβλεπομένη καταγγελία, έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική λύση της
σύμβασης και την υποχρέωση απόδοση[ς] των εκατέρωθεν παροχών, που τυχόν έχουν
εκτελεσθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο
ισχυρισμός των υποκαθισταμένων μηχανικών – προσθέτως παρεμβαινόντων περί
καταχρηστικότητας της άνω υπαναχώρησης, που καθ’ υποφοράν εκθέτουν στην αγωγή
τους, αλλά και με τις προτάσεις τους σε αντίκρουση της προβληθείσας από την
εναγομένη ένστασης υπαναχώρησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι πλήρως
απεδείχθη ότι οι εναγόμενοι [ενν. οι προσθέτως παρεμβαίνοντες] αθέτησαν τη
συμβατική τους υποχρέωση έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, έστω και αν αυτό δεν
οφείλεται σε αποκλειστικό πταίσμα τους, δεν συνέταξαν και ουδέποτε παρέδωσαν
στην εναγομένη ολοκληρωμένα τοπογραφικά και μελέτες αναθεώρησης των άνω
οικοδομικών αδειών, επί πλέον δε κατέστησαν την εναγομένη κύριο αυθαίρετου
κτίσματος με κίνδυνο επιβολής σ’ αυτήν σημαντικών προστίμων. Επομένως η
εναγομένη δεν έχει υποχρέωση από τη σύμβαση έργου προς καταβολή της αμοιβής των
άνω μηχανικών (που περιλαμβάνει εκτός από την αμοιβή για τις μελέτες, την
αμοιβή για την επίβλεψη και την επιμέτρηση του έργου) λόγω της υπαναχώρησής
της, αυτοί δε έχουν αξίωση για αμοιβή μόνο από το άρθρο 904 ΑΚ για την ωφέλεια
που αποκόμισε η εναγομένη για το τμήμα του έργου που εκτελέσθηκε υπό την
επίβλεψή τους μέχρι την υπαναχώρηση και μπορεί να χρησιμοποιηθεί νόμιμα. Ενόψει
όλων αυτών η υπό κρίση αγωγή, με την οποία οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί
επιδιώκουν την είσπραξη της αμοιβής τους με βάση τη σύμβαση έργου, που
κατήρτισαν με την εναγομένη είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Σημειώνεται ότι επί
όμοιας αγωγής του γενικού επιβλέποντος μηχανικού Ά. Δ. κατά της εναγομένης,
εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 105/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (έχει ήδη
εκδοθεί εισήγηση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη περί απόρριψης αιτήσεως αναιρέσεως
κατ’ αυτής, αλλά δεν προσκομίζεται απόφαση του Αρείου Πάγου), η οποία έκρινε
ότι δεν παραδόθηκαν μελέτες με τις αιτήσεις αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών
και νομίμως υπαναχώρησε από τη σύμβαση η εναγομένη. Είναι βέβαια αληθές ότι οι
ως άνω υποκαθιστάμενοι μηχανικοί αθωώθηκαν κατά πλειοψηφία αμετάκλητα με την
υπ’ αριθ. 128/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αιγαίου για την
πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αφορούσε την κατάθεση φακέλων στην
Πολεοδομία, πλην όμως από την άνω αθωωτική γι’ αυτούς απόφαση δεν δημιουργείται
για την εναγομένη δεσμευτικό για το παρόν πολιτικό Δικαστήριο δεδικασμένο (ΑΠ
874/2015 δημ. ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή
του απέρριψε την αγωγή, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία
αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλλε κατ’ αποτέλεσμα και συνεπώς οι λόγοι
έφεσης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και των προσθέτως παρεμβαινόντων
μηχανικών και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης περί επιδίκασης αμοιβής για την
επίβλεψη και τις επιμετρήσεις, καθώς και περί επιδίκασης αμοιβής για τη μελέτη
των σχεδίων λόγω παράδοσής τους στην εναγομένη και υποβολής τους στην
Πολεοδομία, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι”. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμες κατ’ ουσία α) την από 8.7.2011 και με αριθ.
κατάθ. 23/11.7.2011 έφεση του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία “ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ”, ως κατά νόμο
υποκατάστατου για την καταβολή της οφειλομένης σε μηχανικούς αμοιβής, β) την
από 7.7.2011 και με αριθ. κατάθ. 24/11.7.2011 έφεση των προσθέτως παρεμβάντων μηχανικών
υπέρ του άνω ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. και ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων
και γ) τους με ίδιο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους έφεσης των ως άνω
εκκαλούντων – προσθέτως παρεμβάντων, τις οποίες συνεκδίκασε, κατά της οριστικής
απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κατ’
αποτέλεσμα αποφανθείσα με (εν μέρει) διαφορετική αιτιολογία ως άνω οριστική
απόφαση, της οποίας αντικατέστησε κατά το άρθρο 534 του ΚΠολΔ τις αιτιολογίες.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρου 681, 686
εδ. α, 389 παρ.2 αναλόγως εφαρμοζομένη, 694 του ΑΚ και 104 παρ.2 του Π.Δ/τος
696/1974, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθώς δεν
εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη
υπόθεση, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή
ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο,
σχετικά με την έλλειψη υποχρέωσης καταβολής αμοιβής εκ μέρους της
αναιρεσίβλητης … προς το πρώτο των αναιρεσειόντων Τεχνικό Επιμελητήριο
Ελλάδος, ως εκ του νόμου υποκατάστατο των δεύτερης και τρίτου αναιρεσειόντων
μηχανικών, με βάση την επικαλουμένη από αυτούς σύμβαση έργου, καθότι, κατά τις
αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς μεν την
ανάθεση της εκπόνησης της μελέτης αναθεώρησης των εκδοθεισών με αριθ. 50 και
51/1997 αδειών οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων ουδέποτε προέβησαν στην
εκπόνηση των οριστικών σχεδίων και μελετών αναθεώρησης των πιο πάνω αδειών,
ούτε παρέδωσαν αυτά ποτέ στην αναιρεσίβλητη ή συνυπέβαλλαν αυτά με τις με αριθ.
405 και 406/24.2.2002 αιτήσεις αναθεώρησης προς το Πολεοδομικό Γραφείο … και
κατά συνέπεια δεν δικαιούνται να λάβουν αμοιβή για το έργο αυτό, ως προς δε την
επίβλεψη και επιμέτρηση του κατασκευαζομένου οικοδομικού έργου η εργοδότρια …
νομίμως υπαναχώρησε της (όλης) σύμβασης έργου για τους εκτιθέμενους στην
προσβαλλόμενη απόφαση λόγους πριν την ολοκλήρωσή του και αφού είχε προ πολλού
παρέλθει ο συμβατικός χρόνος ολοκλήρωσης των οικοδομικών εργασιών. Ειδικότερα:
Α) με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης του
κυρίως δικογράφου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την
πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 104 παρ.2 του
Π.Δ/τος 696/1974, καθότι, όπως προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό, οι δεύτερος
και τρίτος εξ αυτών εκπόνησαν τις αναγκαίες μελέτες για την αναθεώρηση των
αρχικών οικοδομικών αδειών, παρέδωσαν αυτές στην αναιρεσίβλητη … που έλαβε
γνώση του περιεχομένου αυτών και υπέβαλαν αυτές στην Πολεοδομία …. με τις
αιτήσεις αναθεώρησης, η δε σχετική διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε λόγω της άρνησης
της αναιρεσίβλητης να προβεί στην πληρωμή της αμοιβής τους που κατέστησε μη δυνατή
τη συμπλήρωση των οικείων φακέλων και ότι σε κάθε περίπτωση δικαιούνται αμοιβής
για την εκπόνηση των μελετών, καθότι εκπόνησαν αυτές. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’
απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του
δικαστηρίου της ουσίας, που επί της ουσίας δέχθηκε τ’ αντίθετα (άρθ. 561 παρ.1
του ΚΠολΔ). Β) με τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτο λόγο
αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην
προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών μεταξύ
της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν συντάχθηκαν μελέτες για την
αναθεώρηση των αδειών και της παραδοχής ότι κατασκευάσθηκαν αυθαίρετα
οικοδομήματα, στα οποία όφειλαν να μην προβούν οι δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων,
παραβιάζοντας έτσι τον ΓΟΚ. Μεταξύ των εν λόγω παραδοχών δεν υφίσταται
αντίφαση, διότι ακριβώς οι διενεργούμενες οικοδομικές εργασίες, παρά την
παράλειψη έκδοσης της τυχόν απαιτουμένης αδείας αναθεώρησης, επάγονται εκ του
πράγματος την κατασκευή αυθαιρέτου οικοδομής, εφόσον η τελευταία οικοδομείται
κατά παρέκκλιση των όρων της αρχικά εκδοθείσας οικοδομικής άδεια ή μετά την
λήξη αυτής. Ούτε άλλωστε η προσβαλλομένη απόφαση όφειλε για την επάρκεια της
αιτιολογίας της να διαλάβει περαιτέρω παραδοχές περί της δυνατότητας ή μη
νομιμοποίησης των εν λόγω αυθαιρέτων κατασκευών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης
και τελικά περί της νομιμοποίησης ή μη αυτών από την αναιρεσίβλητη, για την
ολοκλήρωση του ανατεθέντος από την τελευταία σε αυτούς έργου. Κατά συνέπεια ο περί
του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου είναι αβάσιμος και
απορριπτέος. Γ) Με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτο λόγο
αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην
προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι καθυστερήσεις
στην ολοκλήρωση των έργων οφείλονταν (και) σε άλλους παράγοντες, όπως στις
ενέργειες του επιβλέποντος αυτούς μηχανικού Ά. Δ. και όχι (μόνο) σε δική τους
αποκλειστική υπαιτιότητα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 686 και 700 του
ΑΚ. Σε συνάρτηση και σε συνάφεια με τον λόγο αυτό, με τον τέταρτο από τους
αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι
αναιρεσείοντες διαλαμβάνουν σε αυτόν ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης των
οικοδομικών εργασιών δεν οφειλόταν στη μη εκπόνηση των σχεδίων από τους δεύτερη
και τρίτο των αναιρεσειόντων για την αναθεώρηση των αδειών, αλλά σε
καθυστερήσεις στην ανακατασκευή των ερειπομένων μοναστηριών και την κατασκευή
του νέου κτηρίου από τον εργολάβο Π. Ο., ως και στις αναγκαίες τροποποιήσεις
των αρχικών σχεδίων που απαιτούσε ο γενικός επιβλέπων το έργο Ά. Δ., μηχανικός,
τον οποίο είχε ορίσει η αναιρεσίβλητη, με συνέπεια, με βάση την αρχή της
σχετικότητας των ενοχών, η αναιρεσίβλητη να μην έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει
κατά το άρθρο 686 εδ. α του ΑΚ από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου,
εξαιτίας των καθυστερήσεων αυτών στην εκτέλεσή του. Συνακόλουθα το
δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει νόμιμη την από 16.2.2018 υπαναχώρηση,
παραβίασε τη διάταξη αυτή, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559
του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Περαιτέρω ισχυρίζονται στον ίδιο πρόσθετο
αναιρετικό λόγο ότι με το ν’ αναφερθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στις ρυθμίσεις
περί αδικαιολόγητου πλουτισμού παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 904
του ΑΚ. Τέλος προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον από τον αριθμό 19
του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ίδιο (τέταρτο) πρόσθετο αναιρετικό λόγο την περαιτέρω
πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες,
καθότι μέχρι την υπαναχώρηση (16.2.2008) δεν είχε επιληφθεί των αυθαιρεσιών η
πολεοδομία, την εμπλοκή της οποίας προκάλεσε η ίδια η αναιρεσίβλητη, και έτσι
το έργο δεν είχε κριθεί μέχρι τότε αυθαίρετο, ούτως ώστε να δικαιολογείται η
υπαναχώρηση, πέραν του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθορίζει το τμήμα του
κατασκευασθέντος έργου που είχε κριθεί αυθαίρετο. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι
βάσιμοι. Και τούτο διότι αφενός μεν κατά το άρθρο 686 εδ. α του ΑΚ η
επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου και μάλιστα πέραν των χρονικών ορίων που
συμφωνήθηκαν για την περάτωσή του συνιστά αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί
την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης εκ μέρους του εργοδότη, ανεξαρτήτως του
εάν η επιβράδυνση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα τρίτων προσώπων (ακόμη και αποκλειστική)
ή σε λόγους ανωτέρας βίας, υπό τον όρο να μην ευθύνεται για την επιβράδυνση
αυτή ο εργοδότης [τοιαύτη ευθύνη για την καθυστέρηση εκ μέρους της
αναιρεσίβλητης δεν δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι συνέτρεξε], αφετέρου
δε κατά το εδάφιο β της ίδιας διάταξης σε περίπτωση υπαίτιας εκ μέρους του
εργολάβου μηχανικού επιβράδυνσης ο εργοδότης δικαιούται και πάλι να
υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ν’ απαιτείται να θέσει
προηγουμένως εύλογη προθεσμία για την ολοκλήρωση του έργου, εάν το μέτρο αυτό
θα ήταν όλως άσκοπο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση μακροχρόνιας, ως εν
προκειμένω, διακοπής της συνέχισης των οικοδομικών εργασιών [τοιαύτη
συνυπαιτιότητα για την καθυστέρηση εκ μέρους της δεύτερης και τρίτου των
αναιρεσειόντων δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι συνέτρεξε]. Δεν
απαιτείτο δε για την εγκυρότητα της υπαναχώρησης να έχουν χαρακτηρισθεί κατά το
χρόνο αυτής με πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής αυθαίρετες οι γενόμενες από
τον Π. Ο. κατασκευές, που έλαβαν χώρα υπό την επίβλεψη και επιμέτρηση των
δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων (για την οποία αξιώνεται από αυτούς
αμοιβή), αφού την ιδιότητα του αυθαιρέτου έφερε το οικοδομικό έργο από την
κατασκευή του και λόγω αυτής, συνεπεία της έλλειψης της κατά νόμο απαιτουμένης
άδειας αναθεώρησης, ούτε απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας της
προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά του τμήματος του οικοδομικού έργου που είχε
κατασκευασθεί αυθαίρετα. Μάλιστα η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι
εξαιτίας (προφανώς) της μεταβολής της θέσης του νέου κτηρίου, αυτό ήταν
“εξ ολοκλήρου” αυθαίρετο. Ούτε επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκ
πλαγίου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, την οποία άλλωστε δεν
εφάρμοσε, αλλά παρεμπιπτόντως και πλεοναστικώς διέλαβε αυτήν στο σκεπτικό του,
ως διάταξη στην οποία μπορεί να στηριχθούν τυχόν αξιώσεις των συμβαλλομένων
μετά την εξ υπαρχής (ex tunc) ανατροπή της συμβατικής σχέσης, λόγω
υπαναχώρησης από αυτήν κάποιου εκ των συμβληθέντων μερών. Εξ άλλου η
προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη με την από 16.2.2008 εξώδικη
δήλωσή της προς τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων υπαναχώρησε από την
μεταξύ τους σύμβαση έργου για τους εκτιθέμενους σε αυτήν λόγους (αυθαίρετες
κατασκευές, καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και αύξηση του κόστους) και
δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση κατά το άρθρο
700 του ΑΚ, την εφαρμογή του οποίου ρητώς απέκρουσε, διαλαμβάνοντας μάλιστα στο
σκεπτικό της ότι “Η ως άνω υπαναχώρηση της εναγομένης, η οποία δεν συνιστά
την εκ του άρθρου 700 του ΑΚ καταγγελία …”.Τέλος το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο δεν ταύτισε και μάλιστα “απαραδέκτως” τις παραδοχές της
προσβαλλόμενης απόφασης με τα όσα έγιναν δεκτά με την με αριθ. 105/2013
τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου επί ανάλογης κατά περιεχόμενο αγωγής
του Ά. Δ. κατά της αναιρεσίβλητης, αλλά κατά την εκτίμηση του ενώπιον της
προσβαλλομένης απόφασης προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού συνεκτίμησε αυτήν,
ως όφειλε κατά τα άρθρα 340 και 346 του ΚΠολΔ, ως δικαστικό τεκμήριο και συνεπώς
ο έκτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το μέρος αυτό είναι
απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι αφορά την επί της ουσίας αναιρετικά
ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατά
τα λοιπά, οι ως άνω περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου
559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τέταρτος
πρόσθετος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Δ) με τον από τον
αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδονται
στην προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, οι περαιτέρω πλημμέλειες: α) ότι δεν
διαλαμβάνει με επάρκεια τους λόγους για τους οποίους κατέληξε σε αντίθετο
αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα της με αριθ. 128/2015
απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, που αθώωσε τους δεύτερη
και τρίτο των αναιρεσειόντων δεχόμενο ως κατ’ ουσίαν βάσιμους τους αντιθέτους
ισχυρισμούς αυτών, β) ότι δεν εξηγεί κατά ποίο τρόπο συνεχίζονταν οι
οικοδομικές εργασίες, χωρίς να έχουν κατατεθεί προηγουμένως σχέδια μελετών που
υποβλήθηκαν με τις αιτήσεις αναθεώρησης, γ) ότι δεν δικαιολογείται η αυξημένη
αξιοπιστία του γενικώς επιβλέποντος μηχανικού Ά. Δ., ο οποίος εκπροσωπούσε την
αναιρεσίβλητη, σε σχέση με το περιεχόμενο δημοσίων εγγράφων, δ) ότι η δεύτερη
και τρίτος των αναιρεσειόντων είχαν πλήρως ανταποκριθεί στα καθήκοντά τους,
τελώντας υπό την εποπτεία του Ά. Δ. και ε) ότι δεν εξηγούνται οι λόγοι για την
καθυστερημένη άσκηση της υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου εκ μέρους της
αναιρεσίβλητης (2008) σε σχέση με τον επικαλουμένο από την τελευταία λόγο της
μη εκπόνησης των αναγκαίων μελετών (2004). Επίσης με τον από τον αριθμό 19 του
άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην
προσβαλλόμενη απόφαση η περαιτέρω πλημμέλεια της ύπαρξης αντιφατικής
αιτιολογίας καθότι ενώ δέχεται ότι γενικώς επιβλέπων του όλου έργου ήταν ο Ά.
Δ., υπό την επίβλεψη, οδηγίες και έγκριση αυτού συντάσσονταν από τους δεύτερη
και τρίτο των αναιρεσειόντων τα αναγκαία σχέδια, δεν αιτιολογεί πως ολοκληρώθηκαν
τα οικοδομικά έργα σε μεγάλο ποσοστό χωρίς να υπάρχουν σχέδια, αφού η
προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ότι αυτά έφεραν κατασκευαστικά ελαττώματα. Οι
επικαλούμενες ως άνω αιτιάσεις δεν αφορούν ως εκ του περιεχομένου τους
αντιφάσεις ή ανεπάρκειες των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά
πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων και συνεπώς δεν
ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επισημαίνεται πάντως ότι αφενός μεν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αναλυτικές
και σαφείς αιτιολογίες με βάση το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό, που
δικαιολογεί το αντίθετο σε σχέση με την με αριθ. 128/2015 ποινική απόφαση
αποδεικτικό της πόρισμα, αφετέρου δε ότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η άσκηση του
δικαιώματος υπαναχώρησης είναι απρόθεσμη και μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε πριν
την ολοκλήρωση του έργου, όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση με βάση τις παραδοχές
του Εφετείου. Ε) με τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτο
πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδονται κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφαση οι
περαιτέρω πλημμέλειες της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών: α) ότι, ενώ προέκυψε
από τις αποδείξεις ότι για κάθε τμηματική παράδοση συντάσσονταν από τον
εργολάβο Π. Ο. χωριστός λογαριασμός με βάση σχετικές επιμετρήσεις, δεν
αιτιολογείται για ποίο λόγο οι ίδιοι δεν πληρώθηκαν, αφού τα κτήρια
κατασκευάσθηκαν με βάση τα δικά τους σχέδια και β) ότι, ενώ προέκυψε από το
αποδεικτικό υλικό ότι οι γενόμενες υπερβάσεις στην κατασκευή των κτιρίων
οφείλονταν σε απρόβλεπτα προβλήματα (υπόσκαφα, γεωλογικά ρήγματα κλπ) που
καθιστούσαν αναγκαίες τις αλλαγές σχέση με τα προβλεπόμενα στις με αριθ. 50 και
51/1997 οικοδομικές άδειες, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν και μάλιστα
οι σχετικές υπερβάσεις έγιναν για λόγους ασφαλούς θεμελίωσης των κτιρίων και
ότι η μη έκδοση των αναθεωρήσεων των ως άνω αρχικών αδειών οφειλόταν στην
άρνηση της αναιρεσίβλητης να προκαταβάλει την αμοιβή των δεύτερης και τρίτου
των αναιρεσίβλητων προς συμπλήρωση των φακέλων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο
αρνήθηκε να επιδικάσει την οφειλόμενη σε αυτούς αμοιβή, παρόλο που κατά νόμο
αμοιβή οφείλεται ακόμη και εάν το παραδοθέν έργο έχει ελαττώματα, για τα οποία
ο εργοδότης έχει τα εκ των άρθρων 688 – 690 του ΑΚ δικαιώματα. Ο λόγος αυτός,
κατά το μέρος που υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττει την
αναιρετικά ανέλεγκτη αντίθετη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με αναφορά
μάλιστα στις αποδείξεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 παρ.1 του
ΚΠολΔ). Κατά το μέρος δε που ο λόγος αυτός αναφέρεται στην υποχρέωση του
εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο την οφειλομένη αμοιβή κατά την παράδοση του
έργου, έστω και αν αυτό έχει ελαττώματα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος,
καθότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο
δέχθηκε ότι πριν την ολοκλήρωση του έργου η αναιρεσίβλητη υπαναχώρησε από την
σύμβαση με συνέπεια την εξ υπαρχής (ex tunc) ανατροπή της και επομένως δεν δέχθηκε
το όλο έργο της επίβλεψης και επιμέτρησης είχε ήδη εκτελεσθεί από την δεύτερη
και τρίτο των αναιρεσειόντων και παραδοθεί στην αναιρεσίβλητη (ΑΠ 1243/2005)
μέχρι το χρόνο αυτό, ούτε δέχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών η
τμηματική καταβολή της αμοιβής των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων εκ
μέρους της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα οι επικαλούμενες διατάξεις να μην
ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11
περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη
αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις
διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το
δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών
ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να
λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και
προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή
ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική
απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και
εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του
μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με
βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα,
καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν
στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016,
ΟλΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του
δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία
περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση
το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το
συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες
αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού
(ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009). Ειδικότερα οι γνωμοδοτήσεις προσώπων
με ειδικές γνώσεις (άρθ. 390 του ΚΠολΔ), όπως είναι οι τεχνικές εκθέσεις
ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά
έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το
δικαστήριο της ουσίας, και κατά συνέπεια δεν απαιτείται να μνημονεύεται ειδικά
από το εν λόγω δικαστήριο, ούτε ν’ αντιδιαστέλλεται από τα άλλα αποδεικτικά
έγγραφα και γενικότερα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το
σχηματισμό της κρίσης αυτού (ΟλΑΠ 848/1981, ΑΠ 1114/2008, ΑΠ 996/2007), σε
αντίθεση προς τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκαν από το δικαστήριο
στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης (άρθ. 368 επ. του ΚΠολΔ), που συνιστούν
ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά (ΑΠ 145/2008, ΑΠ
1594/2007). Πολλώ δε μάλλον, εάν τυχόν έγινε ειδική μνεία της προσκομισθείσας
με επίκληση ιδιωτικής γνωμοδότησης στην προσβαλλόμενη απόφαση, από καμία
διάταξη δεν συνάγεται ότι απαιτείται επί πλέον να διευκρινίζεται σε αυτήν ότι
δεν πρόκειται περί δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ούτε άλλωστε η παράλειψη της
πιο πάνω διευκρίνισης ιδρύει αναιρετικό λόγο. Τέλος οι ένορκες βεβαιώσεις στον
ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό
μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να
μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας
αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ
1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009). Για την αναφορά της λήψης υπόψη
συγκεκριμένης ένορκης βεβαίωσης από το δικαστήριο της ουσίας αρκεί η αναγραφή
των στοιχείων αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση με μνεία του αριθμού αυτής, του
οργάνου ενώπιον του οποίου αυτή έγινε και της κλήτευσης του αντιδίκου του
προσκομίσαντος με επίκληση αυτήν διαδίκου, ενώ δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο
προσδιοριστικό αυτής η αναγραφή του ονοματεπωνύμου του μάρτυρος που έδωσε την
ένορκη βεβαίωση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, οι
αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν
προκύπτει αδιαστίκτως ότι αυτή έλαβε υπόψη της: α) την με αριθμό 128/2015
απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου (της οποίας μάλιστα
παραθέτουν στο αναιρετήριο το σκεπτικό της πλειοψηφίας), με την οποία αθωώθηκαν
οι προσθέτως παρεμβαίνοντες μηχανικοί και ήδη δεύτερη και τρίτος των
αναιρεσειόντων των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα που τους είχαν
αποδοθεί, καθότι κρίθηκε από το ποινικό δικαστήριο ότι αυτοί κατά την υποβολή
στην Πολεοδομία … των με αριθ. 405 και 406/27.2.2004 αιτήσεων αναθεώρησης των με
αριθ. 50 και 51/1997 οικοδομικών αδειών είχαν συνυποβάλλει αρχιτεκτονικά και
στατικά σχέδια και ότι η μη αναθεώρηση των αδειών οφειλόταν στο ότι ο νόμιμος
εκπρόσωπος της εναγομένης Επίσκοπος Φ. Π., μολονότι γνώριζε περί των φακέλων
αναθεώρησης και παρόλο που είχε ενημερωθεί προφορικά από τους άνω μηχανικούς
[εκεί κατηγορουμένους] περί της ανάγκης καταβολής της αμοιβής και των σχετικών
φορολογικών υποχρεώσεων προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία αναθεώρησης, δεν
προέβη στις σχετικές ενέργειες, με συνέπεια να μην προχωρήσει η διαδικασία για
την έκδοση των αδειών αναθεώρησης, εξαιτίας του κλονισμού της εμπιστοσύνης του
λόγω της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του έργου και υπέρβασης του κόστους
κατασκευής, ιδίως των εκσκαφών, με συνέπεια τη διακοπή των πληρωμών του
εργολάβου τον Οκτώβριο του 2004 και β) την με αριθμό 1166/2016 απόφαση του
Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης κατά της πιο πάνω με
αριθ. 128/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, καθότι
κρίθηκε ότι αυτή είχε την απαιτουμένη από το νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη
αιτιολογία, έγγραφα τα οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και
προσκομίσει με τις προτάσεις τους κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου
δικαστηρίου δίκη. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου
και υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559
του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την
πλημμέλεια ότι από τη ρητή αναφορά στα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, και της
“έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ.”
δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το εάν πρόκειται για έκθεση πραγματογνωμοσύνης
μετά από δικαστική απόφαση ή για ιδιωτική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως
συμβαίνει εν προκειμένω. Τέλος με τον από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559
του ΚΠολΔ τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην
προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που
έλαβε υπόψη της αναγράφονται και οι υπ’ αριθ. ….25/15.11.2010 και
….26/15.11.2010 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Ό. Α. (των ιδίων), ως
και η υπ’ αριθ. ….76/16.9.2010 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Σ. Κ. (της
αντιδίκου των), δεν αναφέρονται και τα ονοματεπώνυμα των μαρτύρων που έδωσαν
τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, μη αρκούσης μόνο της αναφοράς του αριθμού
αυτών και του συντάξαντος αυτές συμβολαιογράφου, με συνέπεια να μην καθίσταται
αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε αυτές υπόψη του και ιδίως
ότι έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρός των Ά. Δ.. Από τη βεβαίωση όμως
που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (σελ. 9η) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ
άλλων αποδεικτικών στοιχείων) τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και
επικαλούνται, καθώς και οι υπ’ αριθμ. …25/15.11.2010 και …26/15.11.2010 ένορκες
βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Ό. Α., που λήφθηκαν υπόψη μετά από νομότυπη και
εμπρόθεσμη κλήτευση της άλλης πλευράς και η υπ’ αριθ. …76/16.9.2010 ένορκη
βεβαίωση της συμβολαιογράφου Σ. Κ. που λήφθηκε υπόψη μετά από νομότυπη και
εμπρόθεσμη κλήτευση της άλλης πλευράς (με αναφορά των σχετικών εκθέσεων
επίδοσης των δικαστικών επιμελητριών στο Πρωτοδικείο Νάξου Ι. Φ. – οι δύο
πρώτες και Αθηνών Ο. Δ. – η τελευταία) σε συνδυασμό αφενός μεν με τη ρητή μνεία
στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης της με αριθ. 128/2015 αθωωτικής κατά
πλειοψηφία απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου με αναφορά
μάλιστα στο ότι η (αντίθετη) κρίση του εν λόγω ποινικού Δικαστηρίου δεν
δεσμεύει το παρόν πολιτικό Δικαστήριο, ως μη δημιουργούσα δεδικασμένο, αλλά και
τον χαρακτηρισμό αυτής ως “αμετάκλητης”, αφετέρου δε με το πλήρες και
χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν
καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του α)
τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων και β) τις ως άνω ένορκες
βεβαιώσεις, τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να
καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Από καμία διάταξη δεν απαιτείτο, πλην
της μνείας του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, του οργάνου ενώπιον του οποίου
αυτές έγιναν και της κλήτευσης του αντιδίκου του προσκομίσαντος με επίκληση
αυτές διαδίκου, η περαιτέρω αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση του
ονοματεπωνύμου των μαρτύρων που έδωσαν αυτές. Τέλος δεν απαιτείτο η περαιτέρω
μνεία ότι η αναφερθείσα στα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα από την προσβαλλόμενη
απόφαση “έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ.”
ήταν ιδιωτική, καθότι το μεν η επικαλουμένη παράλειψη δεν ιδρύει λόγο από τον
αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το δε η ειδική αναφορά αυτής από την
προσβαλλόμενη απόφαση ήταν πλεοναστική και θα μπορούσε να είχε παραληφθεί.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του
ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους
ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι
ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο
προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή
αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει
ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε
στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη
που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 961/2007, ΑΠ
648/1999). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το
δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής
δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία
σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν,
αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το
άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 893/2012, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1531/2010, ΑΠ
109/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν
συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο
που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως
προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το
έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά
τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με
προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου
Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη
απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά, την αλήθεια των οποίων
όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως
ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι
συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται
στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να
διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και
πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν’ απαιτείται να
προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί
ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί
γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013). Τοιαύτη επομένως περίπτωση
υπαγομένη στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 440 του ΚΠολΔ συνιστά και η βεβαίωση
της αρμοδίας υπαλλήλου της πολεοδομικής υπηρεσίας ότι κατατέθηκαν φάκελοι
αναθεώρησης οικοδομικής αδείας κατά την πρωτοκόλληση της αίτησης αναθεώρησης,
οσάκις κατά την κείμενη νομοθεσία ο αρμόδιος για τη λήψη της αίτησης
αναθεώρησης υπάλληλος όφειλε να προβεί στον έλεγχο της πληρότητας των φακέλων
ως προς την συνυποβολή των αναγκαίων αρχιτεκτονικών, στατικών και λοιπών
σχεδίων. Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να
λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα,
αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν
συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν’ αποδειχθεί το
αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η
πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού. Εξ άλλου από τις
διατάξεις των άρθρων 339, 432 επ. και 440 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η απόφαση που
εκδόθηκε επί ποινικής δίκης έχει, ως δημόσιο έγγραφο, πλήρη δεσμευτική
αποδεικτική δύναμη μόνο κατά το μέρος που προσκομίζεται προς απόδειξη
γεγονότων, όπως οι βεβαιώσεις πραγμάτων που έλαβαν χώρα κατά την ενώπιον του
ποινικού δικαστηρίου διεξαχθείσα διαδικασία και ως προς τις διατάξεις που
περιέχει (ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 1276/2017, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 359/1993). Δεν είναι,
όμως δημόσιο έγγραφο, αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τις αιτιολογίες της
ποινικής υπόθεσης επί της οποίας έκρινε, διότι, μεταξύ άλλων, τα βεβαιούμενα
υπ` αυτής περιστατικά δεν συνέβησαν κατά την παρά του δικαστικού λειτουργού
σύνταξή της, ως δημοσίου εγγράφου (ΑΠ 1669/2008, ΑΠ 358/2007, ΑΠ 432/1985).
Στην προκειμένη περίπτωση: Α) με τον πρώτο κατά το τελευταίο αυτού σκέλος λόγο
αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον συναφή έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης,
κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, αληθώς από τον αριθμό 12 του άρθρου 559
του ΚΠολΔ [και όχι από τον επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες αριθμό 20 του
άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο περί παραμόρφωσης εγγράφου που με βάση τα αμέσως
κατωτέρω εκτιθέμενα δεν ιδρύεται εν προκειμένω], οι αναιρεσείοντες προσάπτουν
στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το δεχθεί ότι δεν
δημιουργείται δεδικασμένο από την με αριθ. 128/2015 αθωωτική απόφαση του
Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου και στη συνέχεια να συναγάγει αντίθετο
αποδεικτικό πόρισμα με βάση το αναφερόμενο σε αυτήν αποδεικτικό υλικό σε σχέση
με τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα που η ποινική απόφαση δέχθηκε ότι
έλαβαν χώρα και που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της ανοιγείσας πολιτικής
δίκης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη
διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι οι ποινικές αποφάσεις. Οι λόγοι αυτοί είναι
αβάσιμοι, καθότι οι αιτιολογίες της ως άνω με αριθ. 128/2015 αθωωτικής για τους
δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων, ως κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη
της ψευδορκίας μάρτυρα, ήδη αμετάκλητης ποινικής απόφασης του Τριμελούς
Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, ως προς την ενώπιον αυτού αχθείσα ποινική
υπόθεση δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη για την πολιτική δίκη ως προς τα
πραγματικά περιστατικά επί των οποίων αυτή έκρινε ότι έλαβαν χώρα, αλλά
συνεκτιμώνται ελευθέρως μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Σημειώνεται ότι η
προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της αναλυτικά αιτιολογία των λόγων
και στοιχείων που την οδήγησαν σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με την
κρίση της ως άνω ποινικής απόφασης. Β) με τον δεύτερο λόγο του κυρίως
δικογράφου και τον συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559
του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την
πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των
αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων με επίκληση δημοσίων
εγγράφων, χωρίς αυτά να προσβληθούν ως πλαστά. Συγκεκριμένα, ενώ α) στο υπ’
αριθ. 3581/13.1.2009 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας … βεβαιωνόταν η κατάθεση
φακέλων αναθεώρησης με αριθ. 405 και 406/27.2.2004, β) στο υπ’ αριθ.
840/7.4.2009 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας … βεβαιωνόταν ότι διαπιστώθηκε η
κατάθεση φακέλων αναθεώρησης με αριθ. 405 και 406 της 27.2.2004, χωρίς όμως να
διαπιστώνεται η χρέωση αυτών σε υπάλληλο της Υπηρεσίας και χωρίς να καταστεί η
ανεύρεσή τους, γ) στο από 14.2.2009 έγγραφο της αυτής Υπηρεσίας, με το οποίο γνωστοποιήθηκε
στην αναιρεσίβλητη η πληρότητα των φακέλων κατά το χρόνο κατάθεσης, αφού
διαφορετικά αυτοί δεν θα είχαν γίνει δεκτοί από την εν λόγω Υπηρεσία και θα
επιστρέφονταν κατά τους όρους του Π.Δ. της 8.7.1993 και δ) στο αντίγραφο από το
βιβλίο πρωτοκόλλου, όπου είχε αναγραφεί στους αριθμούς 405 και 406 της
27.2.2004 ότι κατατέθηκαν φάκελοι αναθεώρησης, ήτοι ενώ βεβαιώνονταν τ’ ανωτέρω
σε δημόσια έγγραφα που είχαν συντάξει οι κατά τόπο και καθ’ ύλη αρμόδιοι
υπάλληλοι και που δεν είχαν προσβληθεί ως πλαστά και απ’ όπου, συνακόλουθα,
προέκυπτε η συνυποβολή των απαραίτητων μελετών και σχεδίων για την αναθεώρηση
των αρχικών οικοδομικών αδειών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την
προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν είχαν συνυποβληθεί οι αναγκαίες μελέτες και
σχέδια από τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων μηχανικών κατά την
κατάθεση των με αριθ. 405 και 406/27.2.2004 αιτήσεων αναθεώρησης, έκρινε δηλαδή
αντιθέτως με το περιεχόμενο των πιο πάνω δημοσίων εγγράφων, τα οποία αποτελούν
πλήρη απόδειξη ως προς τα εις αυτά βεβαιούμενα, μη επιτρεπομένης ανταπόδειξης,
ει μη μόνο με την προσβολή αυτών ως πλαστών. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι
ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι, από το επικαλούμενο ως άνω περιεχόμενο των πιο
πάνω δημοσίων εγγράφων, δεν βεβαιώνεται αρμοδίως η πληρότητα των φακέλων
αναθεώρησης των με αριθ. 50 και 51/1997 οικοδομικών αδειών με τα απαιτούμενα
σχέδια και μελέτες, που όφειλαν να έχουν εκπονήσει και επισυνάψει οι δεύτερος
και τρίτος των αναιρεσειόντων στους οικείους φακέλους κατά το χρόνο υποβολής
των με αριθ. 405 και 406/24.2.2004 αιτήσεων αναθεώρησης, πέραν του ότι από την
επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των υπό στοιχείο (α) και (β) δημοσίων εγγράφων
(τα λοιπά δεν προσκομίζονται) προκύπτει ότι η επικαλούμενη βεβαίωση της
κατάθεσης φακέλων αναθεώρησης προκύπτει “ύστερα από έλεγχο του πρωτοκόλλου
της Υπηρεσίας”. Σε κάθε δε περίπτωση, επειδή πρόκειται για έλεγχο της
πληρότητας των φακέλων, στον οποίο όφειλε κατά την κείμενη νομοθεσία να προβεί
ο αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος και ο οποίος (έλεγχος) κατά τις αναιρετικά
ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν γινόταν, λόγω πλημμελούς
λειτουργίας της υπηρεσίας πολεοδομίας της νήσου …., αφού δεν γινόταν ούτε
προέλεγχος των αιτήσεων, ούτε έλεγχος των συνημμένων εάν υπήρχαν ή όχι, ούτε
χρέωση των φακέλων σε υπάλληλο της πολεοδομίας από τον Προϊστάμενο, οι δε
φάκελοι διακινούνταν κατά βούληση από τους ιδιώτες μηχανικούς, τα όσα ανωτέρω
βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ως μη γενόμενα από τον ίδιο τον αρμόδιο δημόσιο
υπάλληλο που υπογράφει αυτά ή ενώπιον του, είναι δεκτικά ανταπόδειξης, χωρίς ν’
απαιτείται η προσβολή των πιο πάνω εγγράφων ως πλαστών. Ο ίδιος δεύτερος
πρόσθετος λόγος κατά το σκέλος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την
πλημμέλεια ότι προς αντίκρουση του περιεχομένου των πιο πάνω δημοσίων εγγράφων
η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία μικρότερης
αποδεικτικής ισχύος, όπως τις ιδιωτικές επιστολές του γενικώς επιβλέποντος
μηχανικού Ά. Δ. προς την αναιρεσίβλητη και με τον τρόπο αυτό ανεπιτρέπτως
απέκρουσε την πλήρη αποδεικτική δύναμη των πιο πάνω δημοσίων εγγράφων, είναι
αβάσιμος, καθότι η κατά το άρθρο 440 του ΚΠολΔ ανταπόδειξη μπορεί να γίνει με
κάθε αποδεικτικό μέσο. Επομένως οι ως άνω δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου
και δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Γ) με τον
πρώτο και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο
κατά τα λοιπά λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη
απόφαση τις πλημμέλειες: α) ότι χωρίς επαρκή αιτιολογία και με επίκληση
μεταγενεστέρων εγγράφων απέκρουσε τα όσα ανωτέρω βεβαιώνονται στο υπ’ αριθ.
3581/13.1.2009 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας …., β) ότι έδωσε μεγαλύτερα
αξιοπιστία σε έξι ιδιωτικά έγγραφα, ως αποδεικτικά στοιχεία που αφορούσαν τη
σχέση μεταξύ του Ά. Δ. και της αναιρεσίβλητης προς αντίκρουση των πιο πάνω
δημοσίων εγγράφων και γ) ότι προς αντίκρουση των ισχυρισμών τους ότι είχαν
εκπονήσει και συνυποβάλλει τα’ αναγκαία σχέδια και μελέτες έλαβε υπόψη και
έγγραφα, όπως την ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ) στην πολεοδομία … ή την σε
βάρος τους πειθαρχική διαδικασία από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) που
συντάχθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της υπαναχώρησης εκ μέρους της
αναιρεσίβλητης, που ως αποδεικτικά στοιχεία είναι ανεπαρκή προς αντίκρουση των αξιώσεών
τους. Ο λόγος αυτός κατά το πιο πάνω μέρος του πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη
κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικά με την εκτίμηση των
προσκομισθέντων ενώπιον του αποδεικτικών στοιχείων. Συνακόλουθα είναι
απαράδεκτος (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου απορριπτέος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό
της η αίτηση αναίρεσης και οι δι’ ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετοι λόγος
αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών
εξόδων της αναιρεσίβλητης … που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της
ήττας των (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος
παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στους αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 16.11.2017 και με αριθ.
κατάθ. 35/16.11.2017 αίτηση αναίρεσης και τους δι’ ιδίου δικογράφου ασκηθέντες
από 8.8.2018 και με αριθ. κατάθ. 64/8.8.2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της
υπ’ αριθ. 94/14.6.2017 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των
δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων
οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3
Απριλίου 2019
Εγκύκλιος ΕΦΚΑ 49/2019 Σύνταξη λόγω θανάτου από φυσικές καταστροφές (Ν. 4578/2018, άρθρο 22)
ΘΕΜΑ:«Σύνταξη λόγω θανάτου από φυσικές καταστροφές (Ν.4578/2018,
άρθρο 22).»
1. Σας ενημερώνουμε ότι στο ΦΕΚ 200Α΄/3.12.2018
δημοσιεύτηκαν οι διατάξεις του Ν.4578/2018 «Μείωση ασφαλιστικών
εισφορών και άλλες διατάξεις». Στο άρθρο 22 του νόμου αυτού με τίτλο
«Σύνταξη λόγω θανάτου από φυσικές καταστροφές» παρατίθενται οι διατάξεις που
θεσπίστηκαν για τη συνταξιοδοτική προστασία των προσώπων τα οποία έλκουν
συνταξιοδοτικό δικαίωμα από ασφαλισμένο ή συνταξιούχο του ΕΦΚΑ που απεβίωσε
λόγω φυσικής καταστροφής, οι οποίες ισχύουν για θανάτους που επέρχονται μετά την
έναρξη ισχύος του Ν. 4387/2016, δηλαδή από 13.5.2016 και μετά.
Η εν λόγω συνταξιοδοτική παροχή χορηγείται αντί
της σύνταξης των διατάξεων του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016 και ισούται με ποσό ίσο
προς τη σύνταξη που θα δικαιούτο ασφαλισμένος ή που χορηγείτο σε συνταξιούχο,
κατά παρέκκλιση των εν λόγω διατάξεων. Εξακολουθούν όμως να ισχύουν τα
οριζόμενα στο άρθρο αυτό περί κατώτατου ποσού σύνταξης. Όταν στη σύνταξη
συμμετέχουν περισσότερα του ενός πρόσωπα, το ποσό που δικαιούνται επιμερίζεται
κατά ποσοστό 50% για τον εν ζωή σύζυγο και κατά ποσοστό 50% στα τέκνα κατ’
ισομοιρία. Οι οδηγίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων για την
εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων διατυπώνονται αναλυτικά στη συνημμένη εγκύκλιο
με α.π.: Φ80000/οικ.63843/1448/2019 (ΑΔΑ: 62ΕΤ465Θ1Ω-ΟΧΙ).
2. Η υπηρεσία μας επιφυλάσσεται να σας
ενημερώσει μεταγενέστερα σχετικά με ειδικά ζητήματα ερμηνείας των εν λόγω
διατάξεων. Εντωμεταξύ, προκειμένου να χορηγηθούν αμέσως στους δικαιούχους οι
συντάξεις αυτές, τόσο στην περίπτωση που έχει εκδοθεί απόφαση χορήγησης
σύνταξης λόγω θανάτου με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016, όπως ισχύουν, όσο και στην περίπτωση που δεν έχει
εκδοθεί, οι υπηρεσίες απονομής συντάξεων θα πρέπει να ακολουθήσουν αντιστοίχως
ειδική διαδικασία, για την οποία θα λάβουν τεχνικές οδηγίες από την Ομάδα Έργου
Συντάξεων ΕΦΚΑ, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας (help desk). Σε κάθε περίπτωση οι
υπηρεσίες συντάξεων θα πρέπει να παραλαμβάνουν τις σχετικές αιτήσεις για την
απονομή σύνταξης λόγω θανάτου από φυσική καταστροφή και, εάν είναι εφικτό, να
επιληφθούν οίκοθεν αυτών των υποθέσεων, προκειμένου να τροποποιηθεί η απόφαση
συνταξιοδότησης που έχει εκδοθεί με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016.
Όλοι οι υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για την
έκδοση αποφάσεων συνταξιοδότησης λόγω θανάτου θα πρέπει ενυπογράφως να λάβουν
γνώση του περιεχομένου των εν λόγω διατάξεων και των οδηγιών του Υπουργείου
Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.
Άρειος Πάγος 185/2019 Απεργία, εννοιολογικά στοιχεία αυτής, προϋποθέσεις χαρακτηρισμού άρνησης εργασίας ως απεργία, χρόνος προειδοποίησης στον εργοδότη
Περίληψη
Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του
ισχύοντος Συντάγματος, η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα
συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των
οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων, κατά δε τη
διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 1264/1982 η απεργία αποτελεί
δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις: α) ως
μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών
και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για
τους αυτούς σκοπούς και β) ως εκδήλωση αλληλεγγύης εργαζομένων επιχειρήσεων ή
εκμεταλλεύσεων που εξαρτώνται από πολυεθνικές εταιρείες προς εργαζομένους σε
επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή στην έδρα της ίδιας πολυεθνικής εταιρείας, και
εφόσον η έκβαση της απεργίας των τελευταίων θα έχει άμεσες επιπτώσεις στα
οικονομικά ή εργασιακά συμφέροντα των πρώτων.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων
προκύπτει ότι η απεργία, δηλαδή η συμφωνημένη συλλογική διακοπή της εργασίας
των με σχέση εξηρτημένης εργασίας μισθωτών, είτε ορισμένου επαγγελματικού
κλάδου, είτε ορισμένης επιχείρησης ή τμήματος αυτής ή των δημοσίων υπαλλήλων
που απασχολούνται στο δημόσιο ή σε δημόσιο φορέα, αποτελεί δικαίωμα των
εργαζομένων και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις
αυτών για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών,
συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων (ΑΠ 468/2012).
Εννοιολογικά στοιχεία της απεργίας είναι: α) η
αποχή από την εργασία, η οποία εκδηλώνεται με την άρνηση εκ μέρους των απεργών
της παροχής των υπηρεσιών που οφείλονται στον εργοδότη από τη μεταξύ τους σχέση
εργασίας, β) η ιδιότητα των απεργών ως συνδεομένων με τον εργοδότη τους με
σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ή με σχέση δημοσίου υπαλλήλου, γ) η
πρόσκαιρη αναστολή της λειτουργίας της εργασιακής σχέσης με πρόθεση των απεργών
να επιστρέψουν και να συνεχίσουν κανονικά την εργασία τους, μετά τη λήξη της
απεργίας, δ) ο συλλογικός χαρακτήρας της αποχής, ο οποίος εκφράζεται τόσο στο
επίπεδο της λήψης της σχετικής απόφασης, όσο και στο πεδίο συμμετοχής στην
απεργία, ε) ο θεσμικός τρόπος της λήψης της απόφασης για την κήρυξη της
απεργίας, από νόμιμα οργανωμένο συνδικαλιστικό φορέα και στ) ο αγωνιστικός
σκοπός, ο οποίος συνίσταται στη διαφύλαξη ή την προαγωγή των εργασιακών,
οικονομικών, ασφαλιστικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων για
τα οποία υποβάλλονται συγκεκριμένα αιτήματα προς ικανοποίησή τους από τον
εργοδότη.
Επομένως εάν δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες
από τις ως άνω προϋποθέσεις, η άρνηση παροχής των οφειλομένων υπηρεσιών από
τους απέχοντες από την εργασία τους μισθωτούς, έστω και εάν αυτή φέρει
συλλογικό χαρακτήρα και κηρύσσεται από νόμιμα οργανωμένο συνδικαλιστικό φορέα,
δεν φέρει το χαρακτήρα απεργίας, αλλά συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά των
μισθωτών επαγομένη τις από το νόμο προβλεπόμενες συνέπειες της μερικής
αδυναμίας παροχής από υπαιτιότητα του οφειλέτη (μισθωτού) επί αμφοτεροβαρών
συμβάσεων, όπως είναι και η σύμβαση εργασίας (άρθ. 382 σε συνδ. προς άρθ. 648
και 652 του ΑΚ), υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης που η διακοπή της εργασίας εκ
μέρους των μισθωτών οφείλεται σε πρωτοβουλία του ιδίου του εργοδότη στο πλαίσιο
άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος και κατά συνέπεια ανάγεται στη σφαίρα
επιρροής του εργοδότη, οπότε ο τελευταίος εξακολουθεί να οφείλει το μισθό και
για το διάστημα της διακοπής (άρθ. 656 του ΑΚ).
Εάν δε η κατά τα άνω συλλογική αποχή των
μισθωτών από την εργασία τους δεν φέρει το χαρακτήρα της απεργίας, είναι
αδιάφορος ο εκ μέρους του συνδικαλιστικού φορέα σχετικός χαρακτηρισμός.
Περαιτέρω για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, μεταξύ άλλων
απαιτείται, σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 19 του Ν. 1264/1982, και προειδοποίηση του εργοδότη ή της συνδικαλιστικής
του οργάνωσης είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες πριν την πραγματοποίησή
της.
Η ως άνω υποχρέωση, η οποία πηγάζει από τις
αρχές της καλής πίστης, αποσκοπεί αφενός μεν στην παροχή ενός ελάχιστου χρόνου
στον εργοδότη για τη λήψη των στοιχειωδών μέτρων για την αντιμετώπιση των
προβλημάτων που προκύπτουν στην επιχείρησή του από την πραγματοποίηση της
απεργίας, αφετέρου δε στην παροχή στα μέρη μίας στοιχειώδους δυνατότητας
αποφυγής της απεργιακής κινητοποίησης με την ενδεχόμενη ικανοποίηση κάποιου ή
κάποιων εκ των αιτημάτων των εργαζομένων με άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των
μερών. Η προειδοποίηση αυτή, η οποία πρέπει ν’ αναφέρει επακριβώς το χρονικό
σημείο έναρξης και λήξης της απεργίας προκειμένου να αποφεύγεται ο αιφνιδιασμός
του εργοδότη και των τρίτων που συναλλάσσονται με αυτόν, είναι άτυπη και μπορεί
να γίνει γραπτώς ή προφορικώς, τηλεγραφικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή
τηλεφώνου. Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει και για τις ολιγόωρες στάσεις εργασίας,
οι οποίες αποτελούν και αυτές νόμιμη μορφή απεργιακής κινητοποίησης (ΟλΑΠ
1100/1986). Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση, εάν ο ακριβής χρόνος έναρξης
και λήξης της διακοπής εργασίας στο πλαίσιο απεργιακής κινητοποίησης ήταν ήδη
γνωστός στον εργοδότη, διότι λχ η οικεία συνδικαλιστική οργάνωση είχε κατά τις
διαπραγματεύσεις ενημερώσει τον εργοδότη γι’ αυτό, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων,
είτε διότι ο χρόνος της διακοπής της εργασίας είχε καθορισθεί με πρωτοβουλία
του ίδιου του εργοδότη.
Αριθμός 185/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη
Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα –
Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23
Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να
δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: πρωτοβάθμιου επαγγελματικού
σωματείου με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην Αθήνα και
εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος του Η. Κ. μετά του
πληρεξουσίου δικηγόρου του …….., που κατέθεσε προτάσεις. Της
αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “….”, η οποία
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ……., με δήλωση του άρθρου
242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2011 αγωγή
της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1811/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 559/2016 του
Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το
αναιρεσείον με την από 2/5/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής,
που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο
πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την
καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2.5.2016 και με αριθ. κατάθεσης
…1/289/11.5.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων
εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ.
559/16.2.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη
απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία η από 22 Σεπτεμβρίου 2014
και με αριθ. κατάθ. …63/30.9.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος
πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου κατά της υπ’ αριθ. 1811/3.6.2014
απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως
ουσιαστικά βάσιμη την από 7.4.2011 και υπ’ αριθ. κατάθ. …60/2107/12.4.2011
αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και είχε
αναγνωρίσει ότι η απεργιακή κινητοποίηση, με τη μορφή στάσης εργασίας του
εναγομένου σωματείου, η οποία κηρύχθηκε από αυτό και έλαβε χώρα στις 17.2.2011
και από ώρα 20.00 έως 22.00 μμ, ήταν παράνομη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε
νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144
του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να
ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3
ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του
ισχύοντος Συντάγματος, η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα
συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των
οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων, κατά δε τη
διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 1264/1982 η απεργία αποτελεί
δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις: α) ως
μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών
και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για
τους αυτούς σκοπούς και β) ως εκδήλωση αλληλεγγύης εργαζομένων επιχειρήσεων ή
εκμεταλλεύσεων που εξαρτώνται από πολυεθνικές εταιρείες προς εργαζομένους σε
επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή στην έδρα της ίδιας πολυεθνικής εταιρείας, και
εφόσον η έκβαση της απεργίας των τελευταίων θα έχει άμεσες επιπτώσεις στα
οικονομικά ή εργασιακά συμφέροντα των πρώτων.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει
ότι η απεργία, δηλαδή η συμφωνημένη συλλογική διακοπή της εργασίας των με σχέση
εξηρτημένης εργασίας μισθωτών, είτε ορισμένου επαγγελματικού κλάδου, είτε
ορισμένης επιχείρησης ή τμήματος αυτής ή των δημοσίων υπαλλήλων που
απασχολούνται στο δημόσιο ή σε δημόσιο φορέα, αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων
και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις αυτών για τη
διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών
συμφερόντων των εργαζομένων (ΑΠ 468/2012).
Εννοιολογικά στοιχεία της απεργίας είναι: α) η
αποχή από την εργασία, η οποία εκδηλώνεται με την άρνηση εκ μέρους των απεργών
της παροχής των υπηρεσιών που οφείλονται στον εργοδότη από τη μεταξύ τους σχέση
εργασίας, β) η ιδιότητα των απεργών ως συνδεομένων με τον εργοδότη τους με
σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ή με σχέση δημοσίου υπαλλήλου, γ) η
πρόσκαιρη αναστολή της λειτουργίας της εργασιακής σχέσης με πρόθεση των απεργών
να επιστρέψουν και να συνεχίσουν κανονικά την εργασία τους, μετά τη λήξη της
απεργίας, δ) ο συλλογικός χαρακτήρας της αποχής, ο οποίος εκφράζεται τόσο στο
επίπεδο της λήψης της σχετικής απόφασης, όσο και στο πεδίο συμμετοχής στην
απεργία, ε) ο θεσμικός τρόπος της λήψης της απόφασης για την κήρυξη της
απεργίας, από νόμιμα οργανωμένο συνδικαλιστικό φορέα και στ) ο αγωνιστικός
σκοπός, ο οποίος συνίσταται στη διαφύλαξη ή την προαγωγή των εργασιακών,
οικονομικών, ασφαλιστικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων για
τα οποία υποβάλλονται συγκεκριμένα αιτήματα προς ικανοποίησή τους από τον
εργοδότη.
Επομένως εάν δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες από
τις ως άνω προϋποθέσεις, η άρνηση παροχής των οφειλομένων υπηρεσιών από τους
απέχοντες από την εργασία τους μισθωτούς, έστω και εάν αυτή φέρει συλλογικό
χαρακτήρα και κηρύσσεται από νόμιμα οργανωμένο συνδικαλιστικό φορέα, δεν φέρει
το χαρακτήρα απεργίας, αλλά συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά των μισθωτών
επαγομένη τις από το νόμο προβλεπόμενες συνέπειες της μερικής αδυναμίας παροχής
από υπαιτιότητα του οφειλέτη (μισθωτού) επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, όπως είναι
και η σύμβαση εργασίας (άρθ. 382 σε συνδ. προς άρθ. 648 και 652 του ΑΚ), υπό
την επιφύλαξη της περίπτωσης που η διακοπή της εργασίας εκ μέρους των μισθωτών
οφείλεται σε πρωτοβουλία του ιδίου του εργοδότη στο πλαίσιο άσκησης του
διευθυντικού του δικαιώματος και κατά συνέπεια ανάγεται στη σφαίρα επιρροής του
εργοδότη, οπότε ο τελευταίος εξακολουθεί να οφείλει το μισθό και για το
διάστημα της διακοπής (άρθ. 656 του ΑΚ).
Εάν δε η κατά τα άνω συλλογική αποχή των
μισθωτών από την εργασία τους δεν φέρει το χαρακτήρα της απεργίας, είναι
αδιάφορος ο εκ μέρους του συνδικαλιστικού φορέα σχετικός χαρακτηρισμός.
Περαιτέρω για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, μεταξύ άλλων απαιτείται,
σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 19 του Ν. 1264/1982, και προειδοποίηση του εργοδότη ή της συνδικαλιστικής
του οργάνωσης είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες πριν την πραγματοποίησή
της. Η ως άνω υποχρέωση, η οποία πηγάζει από τις αρχές της καλής πίστης,
αποσκοπεί αφενός μεν στην παροχή ενός ελάχιστου χρόνου στον εργοδότη για τη
λήψη των στοιχειωδών μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν
στην επιχείρησή του από την πραγματοποίηση της απεργίας, αφετέρου δε στην
παροχή στα μέρη μίας στοιχειώδους δυνατότητας αποφυγής της απεργιακής
κινητοποίησης με την ενδεχόμενη ικανοποίηση κάποιου ή κάποιων εκ των αιτημάτων
των εργαζομένων με άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών. Η προειδοποίηση
αυτή, η οποία πρέπει ν’ αναφέρει επακριβώς το χρονικό σημείο έναρξης και λήξης
της απεργίας προκειμένου να αποφεύγεται ο αιφνιδιασμός του εργοδότη και των
τρίτων που συναλλάσσονται με αυτόν, είναι άτυπη και μπορεί να γίνει γραπτώς ή
προφορικώς, τηλεγραφικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεφώνου. Η ανωτέρω
υποχρέωση ισχύει και για τις ολιγόωρες στάσεις εργασίας, οι οποίες αποτελούν
και αυτές νόμιμη μορφή απεργιακής κινητοποίησης (ΟλΑΠ 1100/1986). Δεν συντρέχει
όμως τοιαύτη περίπτωση, εάν ο ακριβής χρόνος έναρξης και λήξης της διακοπής
εργασίας στο πλαίσιο απεργιακής κινητοποίησης ήταν ήδη γνωστός στον εργοδότη,
διότι λχ η οικεία συνδικαλιστική οργάνωση είχε κατά τις διαπραγματεύσεις
ενημερώσει τον εργοδότη γι’ αυτό, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων,
είτε διότι ο χρόνος της διακοπής της εργασίας είχε καθορισθεί με πρωτοβουλία
του ίδιου του εργοδότη.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α
του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού
δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των
δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο,
εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν
εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή
εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί
εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα
δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια
διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’
αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο
συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται
τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής
βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και
τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της
διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται
από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που
δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των
προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την
αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: “Η εφεσίβλητη ανώνυμη
εταιρεία με την επωνυμία “…” [ήδη αναιρεσίβλητη] με το Ν.
3139/2003, ανέλαβε από την εταιρεία ” … ΑΕ (…)”, τη διοίκηση,
διαχείριση και εκμετάλλευση της επιχειρηματικής μονάδας …………………..
(…), στη μετοχική σύνθεση της οποίας συμμετέχουν επίσης η άνω
“…”, καθώς και η εταιρεία “…”. Οι εργαζόμενοι της
εφεσίβλητης εταιρείας αποτελούν μέλη του εκκαλούντος σωματείου με την επωνυμία
“………………..” [ήδη αναιρεσείον], το οποίο τυγχάνει
πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Στις 15.2.2011, στο πλαίσιο των
διαπραγματεύσεων που ελάμβαναν χώρα μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της
εφεσίβλητης και του εκκαλούντος σωματείου για την κατάρτιση νέας επιχειρησιακής
συλλογικής σύμβασης εργασίας, η εφεσίβλητη απηύθυνε στους εργαζόμενους
πρόσκληση σε ανοικτή συνάντηση με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, Σ. Θ., στις
17 Φεβρουαρίου 2011 και ώρα 20.30 στο εστιατόριο εξυπηρέτησης προσωπικού, στο
οποίο μεταβαίνουν οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια του διαλείμματος από την
εργασία τους (βλ. την από 15.2.2001 ανακοίνωση – πρόσκληση της εφεσίβλητης).
Την επομένη ημέρα το διοικητικό συμβούλιο του εκκαλούντος σωματείου συνήλθε
περί ώρα 15.00 στην επί της οδού …….. αρ. …. έδρα του και τα μέλη του
αποφάσισαν ομόφωνα την πραγματοποίηση στάσης εργασίας στις 17.2.2011 και από
ώρα 20.00 έως 22.00, προκειμένου να παρευρεθούν τα μέλη του – εργαζόμενοι στην
ανωτέρω συνάντηση (βλ. το από 16.2.2011 απόσπασμα πρακτικού του διοικητικού
συμβουλίου του εκκαλούντος). Για την απεργιακή αυτή κινητοποίηση, με τη μορφή
της δίωρης στάσης εργασίας, η εφεσίβλητη ενημερώθηκε στις 17.2.2011 και ώρα
17.41, με την αποστολή στις εγκαταστάσεις της, μέσω τηλεομοιοτυπίας (fax) από το διοικητικό συμβούλιο του εκκαλούντος εγγράφου
“γνωστοποίησης απεργιακής κινητοποίησης”, στο οποίο αναφέρεται ότι
“Το ΔΣ, μετά και την πρόσκληση της εταιρείας για συνάντηση του προσωπικού
με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, αποφάσισε την κήρυξη δίωρης στάσης εργασίας την
Πέμπτη 17 Φλεβάρη και από ώρας 20.00 έως 22.00, προκειμένου οι εργαζόμενοι να
διευκολυνθούν και να συμμετέχουν στην προγραμματισμένη αυτή συνάντηση. Για την
πρόληψη καταστροφών ή ατυχημάτων κατά τη διάρκεια της ως άνω απεργίας,
γνωστοποιούμε ότι θα έχουμε στη διάθεσή Σας το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας, όπως
αυτό έχει καθορισθεί σύμφωνα με την από 18.11.2010 συμφωνία μας” (βλ.
έγγραφο γνωστοποίησης απεργιακής κινητοποίησης, καθώς και την απόδειξη
αποστολής του με αναγραφή επ’ αυτής της ημέρας και ώρας). Πράγματι στις
17.2.2011, πραγματοποιήθηκε η ως άνω εξαγγελθείσα απεργιακή κινητοποίηση, στην
οποία συμμετείχαν αρκετοί εργαζόμενοι – μέλη του εκκαλούντος σωματείου που
εκείνη την ώρα εκτελούσαν βάρδια στους χώρους του καζίνο, πλην όμως χωρίς να
τηρηθεί η προβλεπομένη από το άρθρο 19 του Ν. 1264/1982 προϋπόθεση προειδοποίησης,
αφού η εν λόγω απεργιακή κινητοποίηση και το άνω αίτημα της δεν γνωστοποιήθηκαν
στην εφεσίβλητη εργοδότρια είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν την πραγματοποίησή
της. Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος σωματείου ότι αμέσως μετά τη λήψη της
απόφασης από τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου περί της ανωτέρω δίωρης
στάσης εργασίας, ο Πρόεδρος του Α. Τ. μετέβη στο γραφείο του Γενικού Διευθυντή
της εφεσίβλητης κ. B. περί ώρα 17.00 και τον
ενημέρωσε προφορικά για την απεργιακή κινητοποίηση και το αίτημα αυτής κρίνεται
μη ανταποκρινόμενος στην αλήθεια. Και τούτο διότι […]. Επομένως η ανωτέρω
απεργιακή κινητοποίηση, με τη μορφή της δίωρης στάσης εργασίας, που εξαγγέλθηκε
και πραγματοποιήθηκε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εκκαλούντος στις
17.2.2011 είναι παράνομη, διότι δεν τηρήθηκε η υποχρέωση προειδοποίησης της
εργοδότριας εφεσίβλητης είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν την πραγματοποίησή της,
καθώς και τη γνωστοποίηση του αιτήματος που τη θεμελίωνε. Η προβλεπομένη αυτή
από το νόμο υποχρέωση επιβαλλόταν και στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον η
εφεσίβλητη θα ελάμβανε γνώση του αιτήματος που θεμελίωνε την απεργιακή
κινητοποίηση και συγκεκριμένα τη συμμετοχή των εργαζομένων στην ανοικτή
συνάντηση με το Διευθύνοντα Σύμβουλο και θα είχε έτσι την ευχέρεια να το
επιλύσει και ν’ αποτρέψει τη στάση εργασίας, οργανώνοντας το συγκεκριμένο δίωρο
τη λειτουργία της επιχείρησής της, με τρόπο ώστε να εξασφαλίσει τη συνάντηση με
το Διευθύνοντα Σύμβουλο και των απασχολουμένων στην επιχείρησή της κατά τις
συγκεκριμένες δύο ώρες. Πάντως σε κάθε περίπτωση, ενόψει της προγραμματισμένης
παραμονής του Διευθύνοντος Συμβούλου επί δύο (2) ώρες στο χώρο ανάπαυσης των
εργαζομένων, αλλά και της δυνατότητας διαλείμματος μισής ώρας όλων των
εργαζομένων και ειδικά αυτών των τεχνικών επιτραπέζιων παιγνίων, που αποτελεί
και την πλειοψηφία, ανά μία ώρα εργασίας, η συνάντηση με τον Διευθύνοντα
Σύμβουλο όσων εργαζομένων είχαν βάρδια το συγκεκριμένο δίωρο και το επιθυμούσαν
ήταν ευχερής. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση
δέχθηκε ότι η απεργιακή κινητοποίηση του εκκαλούντος σωματείου, με τη μορφή της
δίωρης στάσης εργασίας, έγινε κατά παράβαση της προβλεπομένης από το νόμο
υποχρέωσης προειδοποίησης της εφεσίβλητης είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν την
πραγματοποίησή της και ακολούθως αναγνώρισε αυτήν ως παράνομη, ορθώς το νόμο εφάρμοσε
και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο
έφεσης κρίνονται κατ’ ουσία αβάσιμα και απορριπτέα”.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του Ν. 1264/1982, την οποία εφάρμοσε, αν και με βάση τις αναιρετικά
γενόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η διάταξη αυτή δεν μπορούσε να
εφαρμοσθεί. Και τούτο διότι, υπό τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, η δίωρη
συλλογική διακοπή της εργασίας εκ μέρους των μισθωτών της αναιρεσίβλητης
ανώνυμης εταιρείας, η οποία αποφασίσθηκε και πραγματοποιήθηκε από το
αναιρεσείον πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό σωματείο των εργαζομένων σε αυτήν, ως
αρμόδιο συνδικαλιστικό φορέα, δεν έφερε κατά νόμο τον χαρακτήρα
“απεργίας” υπό τη μορφή της ολιγόωρης στάσης εργασίας, αφού δεν
υπήρχε το στοιχείο του αγωνιστικού σκοπού, ήτοι της υποβολής συγκεκριμένου
αιτήματος προς την εργοδοσία για τη διαφύλαξη ή την προαγωγή των εργασιακών,
οικονομικών, ασφαλιστικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων στην
αναιρεσίβλητη. Τέτοιο αίτημα δεν αποτελεί ο λόγος της δίωρης διακοπής της
εργασίας που συνίστατο στη συμμετοχή των εργαζομένων στη προγραμματισμένη για
τις 17.2.2011 και ώρα 20.30 από την αναιρεσίβλητη και στο πλαίσιο του
διευθυντικού της δικαιώματος αποφασισθείσα συνάντηση των εργαζομένων με τον
διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης Σ. Θ.. Ούτε υπάρχει παραδοχή στην
προσβαλλόμενη απόφαση ότι στην από 15.2.2011 πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς
τους εργαζομένους για την ανωτέρω συνάντηση γινόταν σαφής μνεία ότι δεν θα
μετείχαν στην εν λόγω συνάντηση όσοι μισθωτοί είχαν φυλακή (βάρδια) κατά την
ώρα της πραγματοποίησης αυτής. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η δίωρη αυτή
διακοπή χαρακτηρίσθηκε από το αναιρεσείον στην από 15.2.2011 απόφαση αυτού ως
“στάση εργασίας”, που συνιστά πράγματι μορφή απεργιακής κινητοποίησης.
Σε κάθε δε περίπτωση η διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. τελ. του Ν. 1264/1982 δεν ήταν εφαρμοστέα στη
συγκεκριμένη περίπτωση, καθότι δεν συνέτρεχε ο από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση
επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον αφενός μεν δεν υπήρχε αίτημα που θα είχε την
ευχέρεια να επιλύσει η αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια του χρόνου της
προειδοποίησης προ 24 ωρών, αφού ο λόγος της διακοπής της εργασίας των
απασχολουμένων σε αυτή μισθωτών αφορούσε αποκλειστικά την πιο πάνω συνάντηση,
αφετέρου δε διότι ο χρόνος διακοπής ήταν ήδη γνωστός στην αναιρεσίβλητη που με
την από 15.2.2011 πρόσκλησή της προς τους εργαζομένης είχε η ίδια καθορίσει την
ημερομηνία και το χρονικό σημείο έναρξης της συνάντησης αυτής, και κατά
συνέπεια είχε την ευχέρεια να λάβει όλα τ’ αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση
των προβλημάτων από τη διακοπή εργασίας του προσωπικού της, λόγω συμμετοχής του
στην εν λόγω συνάντηση. Επομένως κατά παραδοχή του περί τούτου από τον αριθμό 1
του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης, ως βάσιμου, πρέπει, να
αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου και
τελευταίου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον
οποίο το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό σωματείο
προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, απέρριψε
ως απαράδεκτη την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της
ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας να ζητήσει την αναγνώριση ως
παράνομης της πραγματοποιηθείσας δίωρης στάσης εργασίας. Ενόψει δε του ότι η
υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ’ εφαρμογή του άρθρου
580 παρ. 3 εδ. β του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν
αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να γίνει δεκτή η από 22 Σεπτεμβρίου 2014 και
με αριθ. κατάθ. …63/30.9.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος
πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η
εκκαλουμένη υπ’ αριθμό 1811/3.6.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από
7.4.2011 και υπ’ αριθ. κατάθ. …60/2107/12.4.2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης
ανώνυμης εταιρείας και είχε αναγνωρίσει ότι η απεργιακή κινητοποίηση, με τη
μορφή στάσης εργασίας του εναγομένου σωματείου, που έλαβε χώρα στις 17.2.2011
και από ώρα 20.00 έως 22.00 μμ, ήταν παράνομη, να ερευνηθεί η αγωγή και
απορριφθεί αυτή ως κατ’ ουσία αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η
αναιρεσίβλητη εταιρεία, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων
της αναιρετικής δίκης στα οποία υποβλήθηκε το αναιρεσείον σωματείο, που
κατέθεσε προτάσεις, ως και των δικαστικών εξόδων αυτού και για τους δύο βαθμούς
δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο
διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 559/16.2.2016 απόφαση του
Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ’ ουσία την από 22 Σεπτεμβρίου 2014
και με αριθμό κατάθεσης …63/30.9.2014 έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’
αριθμό 1811/3.6.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δικάζει την
από 7 Απριλίου 2011 και με αριθμό κατάθεσης ….660/2107/12.4.2011 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των
δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων
τριακοσίων (2300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και επί πλέον στην πληρωμή των
δικαστικών εξόδων αυτού, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο
ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29
Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΑΠ 444/2019 Μεταβίβαση επιχείρησης ερμηνεία – Εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται – Είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν’ αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων.
Περίληψη
Οι εργαζόμενοι, των οποίων
λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται
στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να συνεχίσουν την
παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην
οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα
συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται). Όπως
αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του
εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου,
συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η
μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος
κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε,
εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου
Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου –
Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία
και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία “…”, με
το διακριτικό τίτλο “… Ε.Ε.”, η οποία εδρεύει στη … και
εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους
της Δημήτριο Ζερδελή και Δημήτριο Βασιλείου, που κατέθεσαν προτάσεις. Της
αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με τον
πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζηκογιάννη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/3/2013 και από 16/12/2013 αγωγές της ήδη
αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και
συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και
2453/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης
ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 11/9/2017 αίτησή της και τους από
20/3/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε
από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι
πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των
προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε
την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11.9.2017 και με αριθ. κατάθεσης 6340/595/11.9.2017 αίτηση αναίρεσης
και τους από 20.3.2018 και με αριθ. κατάθ. 35/21.3.2018 δι’ ιδίου δικογράφου
ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων
εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ.
2453/23.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη
απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 5.11.2015 και με
αριθ. κατάθ. 6669/10.11.2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας
ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “…”, εξαφανίσθηκε στο σύνολό
της για το ενιαίο της εκτέλεσης ως προς την ως άνω διάδικο η υπ’ αριθ.
34/5.1.2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το
δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε κατ’ ουσία την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα
μέρος ως κατ’ ουσία βάσιμη την από 16.12.2013 και με αριθ. κατάθ.
176363/6046/2013 (δεύτερη) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της
άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και υποχρέωσε αυτή (όπως και το
πρωτοβάθμιο δικαστήριο) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 12.954,36 ευρώ
γι’ αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 21.1.2013 έως 20.1.2014, λόγω
άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εταιρείας αυτής από την αρχική
εργοδότρια αυτής εταιρεία “…”, την οποία αρχικά διαδέχθηκε η
εταιρεία “…”, εναγομένη στην από 16.3.2013 και με αριθ. κατάθ.
51178/1690/2013 πρώτη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και στη
συνέχεια η άνω εναγομένη της δεύτερης αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη
εταιρεία. Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την δεύτερη
αγωγή κατά το κεφάλαιο καταβολής του ποσού των 5.037,81 ευρώ για αποζημίωση
απόλυσης που είχε πρωτοδίκως επιδικασθεί σε βάρος της εναγομένης και ήδη
αναιρεσείουσας εταιρείας, το οποίο με την αγωγή είχε ζητηθεί επικουρικά για την
περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας
ήθελε κριθεί έγκυρη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα,
καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 12.7.2017,
όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση επί της προσβαλλόμενης απόφασης του
δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Κ., η δε αναίρεση κατατέθηκε στη
γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 11.9.2017,
ήτοι την 30η ημέρα από την επομένη της άνω επίδοσης, μετ’ αφαίρεση του διαστήματος
από 1 έως 31 Αυγούστου 2017 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1,
144 και 147 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν
παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου
στις 21 Μαρτίου 2018 (αρ. κατ. 35/21.3.2018) και επίδοση αυτού την ίδια ημέρα
στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη με
αριθμό ….47/21.3.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο
Αθηνών Κ. Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα
δικάσιμο της 24ης Απριλίου 2018 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ), οπότε η συζήτηση
της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν
περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω
δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2112/1920 ορίζεται ότι “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου,
οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου
διατάξεων του παρόντος”. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1
του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ
Α’ 162/12-7-2002) λήφθηκαν “μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων
των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων
εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του
Συμβουλίου”. Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002
καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η
ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ
Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά
κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος
178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων
των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων
εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε
συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή
τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου
του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς,
οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε
κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών,
ως “μεταβίβαση” θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που
διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με
σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας
(άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως “μεταβιβάζων”
(“εκχωρητής”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε
φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια,
χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα
επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως “διάδοχος” (“εκδοχέας”, κατά
την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το
οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του
εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ). Η Οδηγία
αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω
προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η “υπόστασή”
τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το “περιεχόμενο”
τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της
οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο
της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ
γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ
τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της “μεταβίβασης”
ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να
υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να
πρόκειται για μια “οικονομική οντότητα”. Πρέπει δηλαδή να
μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή
ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε
τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική
οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να
παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο
προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015,
ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί
την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του
φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η
ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος
προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις,
προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση
εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη
διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν
συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους,
εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η
μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η
μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί
τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους
του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο
επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των
δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της
ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006).
Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων
προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος
αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ’ αποδοθεί στο
καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και
αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και
εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.
Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων
δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την
λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής
δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής
ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από
πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον
εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με
τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν
τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον
ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή
εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 Klarenberg).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του
Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία
αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο
μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε
προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση
αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν
προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο
διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την
επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή
διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο
διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από
συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση
εργασίας.
Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης
επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο
εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 “περί
επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ” (και του ήδη καταργημένου
άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).
Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της
επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη
μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι
πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι
αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.
Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις
οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο
γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν
συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν
ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018).
Επομένως ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν
άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του
τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται
συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή
κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών
υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο
απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην
ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998)
Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν
διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου
της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των
εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους
αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν’
αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων
και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων. Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος
178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή
εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό,
βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες
απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή
οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ.
β’). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω
του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος
του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης
θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των
οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να
υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να
συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του
διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων
είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που
μεταβιβάζεται). Όπως αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ
επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των
εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια,
εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο
τελευταίος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν.2112/1920έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην
καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται
με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται
με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό
της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα
ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα
απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε
λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη
διαπίστωση ή όχι της νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ
16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική,
αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα
πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα
δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ
στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των
όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του
συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η
απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ
180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο
του δικογράφου της από 16.12.2003 και με αριθ. κατάθ. 176363/6046/2013 ένδικης
(δεύτερης) αγωγής στο πλαίσιο έρευνας σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.
2 του ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, αφού διέλαβε σε αυτήν κατά λέξη
το περιεχόμενο της προηγούμενης από 16.3.2013 και με αριθ. κατάθ.
51178/1690/2013 αγωγής αυτής που στρεφόταν κατά της εταιρείας με την επωνυμία
“…” με την οποία, κατόπιν μερικού περιορισμού του αντικειμένου της
αγωγής κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζητούσε να υποχρεωθεί η
τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 12.954,36 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας
του διαστήματος από 21.1.2013 έως 20.1.2014, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας
της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτής συνεπεία βλαπτικής
μεταβολής των όρων εργασίας της, στην οποία είχε προβεί η μέχρι τότε εργοδότρια
αυτής εταιρεία με την επωνυμία “…”, της οποία η επιχείρηση είχε
μεταβιβασθεί κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα στην ως άνω εναγομένη (διάδοχο της
αρχικής εργοδότριας), και επικουρικά το ποσό των 5.037,81 ευρώ ως αποζημίωση
απόλυσης, πλέον του ποσού των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική
βλάβη την οποία υπέστη, στη συνέχεια ισχυρίσθηκε με την άνω (δεύτερη) αγωγή της
ότι, επειδή έναντι της ως άνω εναγομένης της προαναφερόμενης (πρώτης) αγωγής
άρχισαν ν’ ασκούνται αγωγές απολυμένων εργαζομένων, οι οποίες στρέφονταν κατ’
αυτής, θεωρώντας ορθά ότι αυτή, ως διάδοχος εργοδότρια, είχε υπεισέλθει στις
υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της προκατόχου της αρχικής εργοδότριας κατ’
εφαρμογή των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 4 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, τον Αύγουστο του έτους
2013 τα ίδια πρόσωπα που διαχειρίζονταν την ως άνω εναγομένη εταιρεία …
προέβησαν στην ίδρυση της νυν εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με
την επωνυμία “…”, στην οποία μεταβιβάσθηκαν τα κυριότερα
περιουσιακά στοιχεία της πρώτης και ειδικότερα το πελατολόγιο και ο βασικός
πυρήνας των εργαζομένων σε αυτή, που χάρη στην επάρκεια και την εμπειρία του
είχε αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πελάτες, προκειμένου να διατηρηθεί
η οικονομική ενότητα και να συνεχίσει να επιδιώκεται από τη νεοσυσταθείσα
επιχείρηση ο ίδιος οικονομικός σκοπός σε γειτονικές εγκαταστάσεις με παράλληλη
παύση της λειτουργίας του καταστήματος της προηγούμενης εταιρείας, με συνέπεια
η νεοσυσταθείσα εταιρεία (εναγομένη της δεύτερης αγωγής) ν’ αναλάβει τη
συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της άνω εναγομένης (εταιρείας …),
επιδιώκοντας με τα ίδια μέσα τον ίδιο με αυτήν οικονομικό σκοπό, απασχολώντας
τους ίδιους εργαζόμενους και προσφέροντας στους ίδιους πελάτες τις ίδιες
υπηρεσίες αισθητικής και αδυνατίσματος. Επικαλούμενη δε τις αυτές ως άνω
διατάξεις, ζήτησε να υποχρεωθεί η ως άνω εναγομένη της δεύτερης αγωγής, ως εις
ολόκληρο υπόχρεη με την εναγομένη της πρώτης αγωγής, να της καταβάλει τα πιο
πάνω χρηματικά ποσά. Με τον έβδομο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559
του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη
απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αβάσιμο τον προταθέντα
πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ισχυρισμό αυτής περί αοριστίας της ως άνω αγωγής,
καθότι δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο συγκεκριμένα στοιχεία
θεμελιωτικά της συνδρομής περίπτωσης διαδοχής του εργοδότη, όπως το χρονικό
σημείο της μεταβίβασης της επιχείρησης, ονόματα πελατών και ονόματα εργαζομένων
σε αυτήν, ενώ δεν επικαλείται εάν έλαβε χώρα μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων
της μεταβιβαζομένης επιχείρησης σε αυτήν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι
στο δικόγραφο της αγωγής το μεν ρητά διαλαμβάνεται ότι τον Αύγουστο του 2013
συνεστήθη η αναιρεσείουσα εταιρεία στην οποία μεταβιβάσθηκε το πελατολόγιο της
προηγούμενης εταιρείας και ο πυρήνας των σε αυτήν εργαζομένων, ούτως ώστε να
συνεχισθεί η άσκηση της αυτής οικονομικής δραστηριότητας από το νέο φορέα και
ότι την περίοδο από 13.9.2013 έως 21.1.2014 έπαυσε η λειτουργία της αρχικής
εναγομένης εταιρείας … ενώ ξεκίνησε η λειτουργία της εναγομένης [ήδη
αναιρεσείουσας], το δε δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση της
ιστορικής βάσης της αγωγής ο προσδιορισμός των ονομάτων των εργαζομένων που
προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα ή η μνεία ονομάτων πελατών, αφού πρόκειται
για στοιχεία που μπορεί να προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία. Για το
ορισμένο της αγωγής αρκούσε η μνεία ότι τα βασικά περιουσιακά στοιχεία της
μεταβιβαζομένης επιχείρησης, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τα στην
αγωγή εκτιθέμενα ήταν το πελατολόγιο και το εργαζόμενο σε αυτή προσωπικό [που
είχε αναπτύξει στενές σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πελάτες], μεταβιβάσθηκαν
στην αναιρεσείουσα διάδοχο εταιρεία, η οποία, ως νέος φορέας, ανέλαβε τη
συνέχιση της αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας αισθητικής και αδυνατίσματος,
όπως και η προηγούμενη εταιρεία, την ίδια περίοδο που η τελευταία διέκοψε τη
λειτουργία της, περιστατικά τα οποία διαλαμβάνονται στο οικείο αγωγικό
δικόγραφο. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως,
απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αοριστίας της αγωγής πρώτο λόγο έφεσης της
τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, ορθά έκρινε και κατά συνέπεια
ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη
του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε
κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί
κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή
ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν
εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή
εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν
εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του
κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια
διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’
αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο
συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο
αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση
της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων,
καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας
της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού
ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά
περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν
αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ
1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ,
αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει
καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που
ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία
αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που
επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα
αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται
όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου
πραγματικά περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα
δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του
εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας
που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της “ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν
αντιφάσκουν μεταξύ τους “αντιφατική αιτιολογία” (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά
περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της
για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που
τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ
τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την
υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου
κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής
περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν
προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη
στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που
εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται
ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων,
εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και
πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος
πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου,
του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της
απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και
γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό
διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι
αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και
σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του
δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν
παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως
εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης
του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα
ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19
του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως
και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων
(ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος κατά τη διάταξη
του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο
παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη
πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά
την έννοια της διάταξης αυτής ως “πράγματα” θεωρούνται οι πραγματικοί
ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή
παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως
επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το
αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003,
ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται “πράγματα” κατά
την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών,
ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του
δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και
οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι
ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014,
1720/2013, 232/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με
την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με
επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά
ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: “Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη]
προσελήφθη στις 15.3.2004 από την εταιρία με την επωνυμία “…” και
το διακριτικό τίτλο …, που είχε την έδρα της στη … επί της οδού … και
δραστηριοποιείτο στο χώρο αδυνατίσματος, αισθητικής, αποτρίχωσης και διατροφής,
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με πενθήμερη εργασία, ως
πωλήτρια – αισθητικός και εργάσθηκε σε αυτήν με την ειδικότητα αυτή έως τον
Αύγουστο του 2011, οπότε έλαβε την άδεια εγκυμοσύνης. Ο μηνιαίος μισθός της
ενάγουσας, όπως είχε διαμορφωθεί το έτος 2011, ανερχόταν στο ποσό των 1.079,53
ευρώ, ήταν δε, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, καταβλητέος τη δεκάτη ημέρα κάθε
μήνα. Από τον Αύγουστο 2011 η ενάγουσα βρισκόταν σε άδεια εγκυμοσύνης,
ακολούθως δε λοχείας και μητρότητας, εν συνεχεία δε έλαβε και την εξάμηνη άδεια
από τον ΟΑΕΔ. Η ανωτέρω εταιρία ανήκει στον επιχειρηματικό όμιλο των εταιρειών
του Λ. Λ., που αριθμούσε, μέχρι το έτος 2011, περίπου 100 εταιρίες σε όλη την
Ελλάδα, δεδομένου ότι κάθε κέντρο αισθητικής ήταν ξεχωριστή νομική
προσωπικότητα, και απασχολούνταν στον όμιλο περί τους 2.000 εργαζόμενους. Την
14.2.2011 ο Λ. Λ., ως νόμιμος εκπρόσωπος των εταιριών με το διακριτικό τίτλο
“… … AE” και “… ΕΠΕ”, παραχώρησε
στην εταιρία με την επωνυμία “… …” και το διακριτικό τίτλο
“…”, που έχει την έδρα της στη …, την παράλληλη χρήση, διάθεση,
εμπορία και μεταπώληση των προϊόντων τους, χορηγώντας την παράλληλη χρήση των
σημάτων … και …, με αντάλλαγμα ποσοστό 6% επί των εσόδων που θα προέκυπταν
από την εκμετάλλευση της παράλληλης χρήσης. Δυνάμει της ανωτέρω παραχώρησης των
σημάτων και της χρήσης των προϊόντων των ως άνω εταιρειών (“… … AE” και “… ΕΠΕ”) συστήθηκε από τη μητρική
εταιρία “… …” περί τα μέσα του έτους 2012 η εταιρία με την
επωνυμία “… … & …” και με τον διακριτικό τίτλο
“…”, η οποία είχε έδρα την ίδια έδρα που βρισκόταν η αρχική
εργοδότρια της ενάγουσας “…”. Η εταιρία “… … &
…”, ως έχουσα το ίδιο αντικείμενο εργασιών με την προαναφερόμενη εταιρία
“…”, άρχισε άμεσα την δραστηριότητά της, έχοντας διαδεχθεί την
τελευταία, χρησιμοποιώντας το πελατολόγιο, τα μηχανήματα που υπήρχαν στο
κατάστημα, τα πάγια και γενικά τον εξοπλισμό της, όπως επίσης και μεγάλο μέρος
του προσωπικού της. Επιστρέφοντας η ενάγουσα, μετά την άδεια, στην εργασία της
την 21.1.2013 βρέθηκε αντιμέτωπη με το γεγονός ότι στο επί της οδού … στη …
οίκημα λειτουργούσε πλέον η εταιρία “… … & …”, η οποία, ως
προαναφέρθηκε, είχε διαδεχθεί την αρχική επιχείρηση, εργοδότρια της ενάγουσας,
είχε το ίδιο αντικείμενο εργασιών (παροχή υπηρεσιών αισθητικής και
αδυνατίσματος) και είχε αναλάβει την εκμετάλλευση αυτής, έχοντας στην κατοχή
της τα μηχανήματα και την εγκατάσταση της τελευταίας και χρησιμοποιώντας το
ανθρώπινο δυναμικό, το πελατολόγιο και τον διακριτικό τίτλο της τελευταίας.
Μέρος των εργαζομένων της εργοδότριας της ενάγουσας, αλλά και των λοιπών
εταιρειών του ομίλου … του Λ. Λ., υπό την απειλή της απόλυσης υποχρεώθηκαν να
υπογράψουν παραιτήσεις από την αρχική εργοδότρια τους, η οποία ήταν είτε οι
μητρικές εταιρίες “… … AE” και “… ΕΠΕ”, είτε οι εταιρίες που
ιδρύονταν για να λειτουργήσουν τα καταστήματα αισθητικής και των οποίων κύριος
μέτοχος ήταν μία εκ των προαναφερόμενων μητρικών εταιρειών, και ταυτόχρονα να
συνάψουν νέες συμβάσεις εργασίας με τις εταιρίες που ιδρύθηκαν για να
λειτουργήσουν τα καταστήματα αισθητικής και των οποίων κύριος εταίρος ήταν η
μητρική κυπριακή εταιρία “… …”, συμφωνώντας να απολέσουν όλα τα
εργασιακά δικαιώματά τους από την μέχρι τότε υφισταμένη σύμβαση εργασίας. Όσοι
εκ των εργαζομένων δεν αποδέχθηκαν να παραιτηθούν, απολύθηκαν με την καταβολή
της νόμιμης αποζημίωσής τους, καταβλητέας σε δόσεις, οι οποίες, από κάποιο
χρονικό σημείο και εντεύθεν σταμάτησαν να καταβάλλονται. Η αυτή τακτική
ακολουθήθηκε και στην περίπτωση της ενάγουσας, καθότι προσερχόμενη στην εργασία
της μετά από την άδεια της (21.1.2013), οι εκπρόσωποι της εταιρίας “…
… & …”, της γνωστοποίησαν τα ως άνω τετελεσμένα και δεδομένα,
δίχως την παραδοχή ότι η εταιρία την οποία εκπροσωπούσαν και η οποία
λειτουργούσε ήδη στο χώρο που λειτουργούσε η αρχική εργοδότρια εταιρία της
ενάγουσας “…” ήταν διάδοχος της τελευταίας και της προέτειναν δύο
εναλλακτικές λύσεις, είτε δηλαδή ν’ αποδεχθεί να γίνει “εικονική”
απόλυσή της από την προαναφερόμενη εταιρεία “…” δίχως την καταβολή
ουδεμίας αποζημίωσης, ώστε να δυνηθεί να λάβει το επίδομα ανεργίας από τον
ΟΑΕΔ, είτε να συνεχίσει να εργάζεται για την τελευταία σε κάποιο γραφείο της
στα Πατήσια επί της οδού … στην …, όπου δεν υπήρχε καμία απολύτως
δραστηριότητα και ν’ αμείβεται με δόσεις, όπως οι αποζημιώσεις των συναδέλφων
της κατά τα ως άνω. Η ενάγουσα δεν συμφώνησε σε οιαδήποτε εκ των ανωτέρω
λύσεων, καθότι η πρώτη ισοδυναμούσε με άμεση παραίτηση, η δε δεύτερη με έμμεση
παραίτηση και με μέσο εξώθησης σε παραίτηση, η οποία θα σήμαινε τη διακοπή της
εργασιακής σχέσης, χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Κατόπιν αυτών η
ενάγουσα κοινοποίησε τόσο στην αρχική εργοδότρια της, όσο και στην “…
… & …” την από 29.1.2013 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση, στην οποία,
αφού εξέθεσε τα προαναφερόμενα, δήλωσε την άρνησή της να συμμορφωθεί με κάποια
εκ των προαναφερθεισών προτάσεων, δήλωσε δε ότι εκλαμβάνει την ενέργεια της
εργοδότριάς της ως άκυρη απόλυση της σύμβασης εργασίας της, επιφυλασσομένη
παντός νομίμου δικαιώματος της εκ των συνεπειών αυτής και δη της αξίωσης
καταβολής μισθών υπερημερίας εκ της αρνήσεως αποδοχής της προσήκουσας προς την
ίδια προσφερόμενης εργασίας. Την ενέργεια αυτή της αρχικής εργοδότριας
εταιρείας η ενάγουσα ορθώς θεώρησε ως μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας της
βλαπτική για το πρόσωπο της ως εργαζόμενης, όπως και την πρόταση εικονικής
απόλυσής της ορθώς την θεώρησε άκυρη, επειδή έγινε χωρίς προειδοποίηση, χωρίς
την τήρηση του έγγραφου τύπου και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης,
με πρωτεύοντα όμως λόγο της ακυρότητας της καταγγελίας αυτόν που ερείδεται στο άρθρο 15 του ν. 1483/1984 σύμφωνα με το οποίο “απαγορεύεται και είναι απολύτως
άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη
της τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για χρονικό διάστημα
δεκαοκτώ μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο λόγω
ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή στον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος
λόγος για την καταγγελία”. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω και δεδομένης της
γέννησης του υιού της την 17.4.2012 προκύπτει ότι η περιγραφείσα καταγγελία της
σύμβασής της είναι απολύτως άκυρη, καθόσον έγινε πριν παρέλθει διάστημα 18
μηνών από τον τοκετό, όπως επιβάλλει η παραπάνω διάταξη, θεωρείται δε
καταγγελία της σύμβασής της η ως άνω μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων
υπαλληλικής σύμβασης, καθότι με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 “πάσα μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της
υπαλληλικής συμβάσεως εργασίας, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως
καταγγελία ταύτης, δια την οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου”.
Ακολούθως, διαπιστώνοντας οι υπεύθυνοι της μητρικής εταιρίας “…
…” ότι έχουν ανακύψει αξιώσεις των εργαζομένων, εξαιτίας των οποίων θα
μπορούσε να διακινδυνεύσει η περιουσία τόσο της ιδίας, όσο και των θυγατρικών
της εταιριών, μεταξύ των οποίων και της “… … & …”, η
τελευταία τον Σεπτέμβριο του 2013 έπαυσε τη λειτουργία της και μέχρι τις αρχές
του 2014 έπαυσε τη λειτουργία και όλων των καταστημάτων που διατηρούσε η
μητρική εταιρεία “… …” με το σήμα “…” και “…”
σε όλη την Ελλάδα. Στο μεσοδιάστημα, ήτοι την 14.3.2013 οι Σ. Κ., Ε. Κ., Λ. Μ.,
Λ. Ν., Λ. Ε. και Κ. Ε. – Β. συνέστησαν με την υπ’ αριθ. …386 πράξη της
συμβολαιογράφου Έ. Κ. ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “…”, της
οποίας σκοπός, μεταξύ άλλων, είναι “1. Η απόκτηση, διαχείριση και διάθεση
μετοχών και εν γένει μετοχικών δικαιωμάτων ή εταιρικών μεριδίων, ημεδαπών ή
αλλοδαπών εταιριών που έχουν συσταθεί ή θα συσταθούν, οποιασδήποτε μορφής, με
σκοπό την παροχή υπηρεσιών αισθητικής και αδυνατίσματος (πολυδύναμα κέντρα
αισθητικής και αδυνατίσματος) ή με οποιοδήποτε άλλο σκοπό και οποιοδήποτε
εταιρικό τύπο, καθώς και η σύσταση ή ίδρυση τέτοιων με οποιοδήποτε αντικείμενο
δραστηριότητας. 2… 3… 4 Η εμπορία, αντιπροσώπευση, εισαγωγή, εξαγωγή,
πώληση, διανομή και διάθεση κάθε είδους καλλυντικών προϊόντων και σκευασμάτων
ομορφιάς και υγείας (μακιγιάζ, φροντίδας του δέρματος κλπ), διαιτητικών
προϊόντων, ειδών και εξοπλισμού γυμναστικής και αθλητισμού και κάθε άλλου
προϊόντος, εξοπλισμού, υλικού ή υπηρεσίας…”. Το μετοχικό κεφάλαιο της
εταιρίας ορίσθηκε στο ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε τοις
μετρητοίς και ειδικότερα οι Σ. Κ. κατέβαλε το ποσό των 30.000 ευρώ, η Ε. Κ. το
ποσό των 30.000 ευρώ, η Μ. Λ. το ποσό των 14.000 ευρώ, η Ν. Λ. το ποσό των
14.000 ευρώ, η Ε. Λ. το ποσό των 2.000 ευρώ και η Ε. – Β. Κ. το ποσό των 10.000
ευρώ. Από τους προαναφερόμενους ιδρυτές, η Ε. Λ. υπήρξε μέχρι το Νοέμβριο του
2011, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, οικονομική διευθύντρια της εταιρίας … ΕΠΕ,
μέλος του ομίλου των εταιριών του Λ. Λ. και υπεύθυνη για το φορολογικό και
εσωτερικό έλεγχο των εταιριών, με τις οποίες η προαναφερόμενη εταιρεία είχε
συνάψει συμβάσεις δικαιόχρησης, οι Σ. Κ. και Ε. Κ. υπήρξαν στελέχη του ομίλου
και συγκεκριμένα manager καταστημάτων εταιριών
που ήταν υπό τον έλεγχο του Λ.Λ., μετά δε την μεταβίβαση των επιχειρήσεων
(καταστημάτων) στις θυγατρικές εταιρίες της μητρικής εταιρίας …, ο μεν Σ. Κ.
εργαζόταν αρχικά στην εταιρία “… … & …”, από την οποία
απολύθηκε την 1.4.2013, ακολούθως δε την 8.4.2013 προσελήφθη από την εταιρία
“… … ΕΠΕ” από την οποία απολύθηκε στις 4.7.2013, η δε Κ. Ε.
εργαζόταν αρχικά στην εταιρία “… … … ΕΕ”, από την οποία
απολύθηκε την 1.4.2013, ακολούθως δε την 8.4.2013 προσελήφθη από την εταιρία
“… … ΕΠΕ” από την οποία απολύθηκε στις 31.7.2013, οι Μ. Λ. και Ν.
Λ. είναι κόρες της Ε. Λ. και η Β. Κ., δικηγόρος. Η ανώνυμη αυτή εταιρία, η
οποία χρησιμοποιεί ως σήμα τη λέξη VIVIFY, το οποίο και κατοχύρωσε στις αρμόδιες υπηρεσίες,
συνέστησε τέσσερις ετερόρρυθμες εταιρίες, των οποίων ομόρρυθμος εταίρος κατά
ποσοστό 98% είναι η ίδια και έδρες των οποίων είναι το …, η …., η … και η …. Η
ετερόρρυθμη εταιρία που λειτούργησε και η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι
σήμερα στην …. έχει την έδρα της στη …, δηλαδή στην ίδια διεύθυνση που είχε
την έδρα της η εταιρία … – … … ΕΕ που ανήκε στον όμιλο Λ., η ετερόρρυθμη
εταιρία που λειτούργησε και η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα στη
….έχει την έδρα της στην οδό …, δηλαδή στην ίδια διεύθυνση που είχε την έδρα
της η εταιρία … – … … … ΕΕ, η οποία είναι διάδοχη εταιρεία θυγατρικής
εταιρείας του ομίλου Λ., η ετερόρρυθμη εταιρία που λειτούργησε και η οποία
εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα στο Σύνταγμα έχει την έδρα της στην οδό
… αρ. …, ενώ η εταιρεία … – … … … ΕΕ, η οποία είναι διάδοχη εταιρεία
θυγατρικής εταιρίας του ομίλου Λ. είχε την έδρα της επί της οδού … αρ. 2 και
η ετερόρρυθμη εταιρία που λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι
σήμερα στο Δήμο …. έχει την έδρα της επί της οδού …, ενώ η … … ΚΑΙ …, η
οποία ήταν διάδοχη εταιρία της … …Σ και ανήκε στον όμιλο Λ., είχε την έδρα
της επί της οδού …, ήτοι σε απόσταση δύο οικοδομικών τετραγώνων από την οδό
…. Μεταξύ των ετερορρύθμων εταιριών που συνέστησε η προαναφερόμενη ανώνυμη
εταιρία (“… ΑΕ”) ήταν και η εκκαλούσα [ήδη αναιρεσείουσα], η οποία
συνεστήθη την 20.6.2013 από την ανώνυμη εταιρία ως ομόρρυθμο εταίρο και την Ε.
– Ε. Γ., ως ετερόρρυθμο εταίρο, το εταιρικό κεφάλαιο ορίσθηκε στο ποσό των
20.000 ευρώ, εκ των οποίων 19.600 ευρώ κατέβαλε ο ομόρρυθμος εταίρος και 400
ευρώ η Ε. – Ε. Γ., έδρα της εταιρίας ορίσθηκε ο Δήμος ….και συγκεκριμένα το επί
της οδού … ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, σκοπός δε της εταιρίας ορίσθηκε,
μεταξύ άλλων “α. η παροχή υπηρεσιών αισθητικής και αδυνατίσματος με την
εγκατάσταση και λειτουργία πολυδύναμου κέντρου αισθητικής και αδυνατίσματος, β.
η εμπορία, αντιπροσώπευση, εισαγωγή, εξαγωγή, πώληση, διανομή και διάθεση κάθε
είδους καλλυντικών προϊόντων, προϊόντων και σκευασμάτων ομορφιάς και υγείας
(μακιγιάζ, φροντίδας του δέρματος κλπ), διαιτητικών προϊόντων, ειδών και
εξοπλισμού γυμναστικής και αθλητισμού και κάθε άλλου προϊόντος, εξοπλισμού,
υλικού ή υπηρεσίας …”. Προς επίτευξη του σκοπού της, η ως άνω ανώνυμη
εταιρία ως ομόρρυθμος εταίρος της εκκαλούσας και για λογαριασμό της ετερόρρυθμης
εταιρίας μίσθωσε από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία
“… ΕΠΕ” ένα διώροφο κτήριο, κείμενο επί της οδού … στη …,
προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση επιχείρησης με σκοπό την
παροχή αισθητικής και αδυνατίσματος, εμπορία συναφών προϊόντων και συναφείς
δραστηριότητες, το μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 10.000 ευρώ μηνιαίως, εγγυητές
για την καταβολή του μισθώματος ορίσθηκαν και οι προαναφερόμενοι ιδρυτές της
ανωνύμου εταιρίας Σ. Κ., Ε. Κ. και Ε. Λ., ήτοι τα άτομα που εργάζονταν για
κάποια εκ των εταιριών του ομίλου Λ. ή των διαδόχων εταιριών. Προκειμένου να
λειτουργήσει το κέντρο αισθητικής και αδυνατίσματος επί της οδού …, η
εκκαλούσα “… ΑΕ … ΕΕ” προέβη στις αναγκαίες επισκευές και
ειδικότερα προέβη στις αναγκαίες ηλεκτρολογικές, υδραυλικές και αποχετευτικές
εγκαταστάσεις για τις οποίες προσκομίζει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία. Για
τη λειτουργία της όμως, εκτός των ως άνω εγκαταστάσεων, η εκκαλούσα κατέβαλε
και τα αναγκαία χρηματικά ποσά για την κατασκευή και τοποθέτηση ντουλαπιών,
αγορά πολυθρονών, λαμπών, ενός μηχανήματος αποτρίχωσης και ενός μηχανήματος Diamond RUS, για τα οποία
προσκομίζονται τα ανάλογα παραστατικά στοιχεία. Περαιτέρω η εκκαλούσα
προσκομίζει τιμολόγια εκδοθέντα από τις εταιρίες “… ΑΕ” και
“… ΑΕ … ΑΕ”, στα οποία φέρεται ότι η εκκαλούσα αγοράζει από τη
μητρική εταιρία, αλλά και από την έτερη θυγατρική εταιρία της μητρικής εταιρίας
τα αναγκαία για τη λειτουργία του κέντρου αισθητικής μηχανήματα (πχ μηχάνημα electrostimulation devide, μία θερμοκουβέρτα,
πολυθρόνα LCR, μηχάνημα
ηλεκτροθεραπείας, ένα ζυγό λιπομετρητή, ένα trans libero κλπ), το τηλεφωνικό
κέντρο, καθώς και όλα τα αναγκαία κλιματιστικά μηχανήματα, χωρίς να εξηγείται ο
λόγος για τον οποίο όλα αυτά τα απαραίτητα για τη λειτουργία του κέντρου
στοιχεία δεν αγοράσθηκαν απευθείας από την εκκαλούσα. Ακολούθως η εκκαλούσα,
προκειμένου να λειτουργήσει το κέντρο αδυνατίσματος προσέλαβε τουλάχιστον 40
άτομα, εκ των οποίων κάποια προσελήφθησαν μέσω αγγελιών και κάποια άλλα μέσω
ΟΑΕΔ. Η πλειονότητα των ατόμων που προσελήφθησαν μέσω ΟΑΕΔ, περί τα 25,
εργάζονταν προηγούμενα αρχικά σε εταιρία του ομίλου Λ. με το διακριτικό τίτλο
…, που λειτουργούσε στη …, μεταγενέστερα δε στην εταιρία με την επωνυμία
“… … ΚΑΙ …”, η οποία χρησιμοποιούσε το σήμα …. Τα ονόματα των
εργαζομένων ήταν Τ. Μ., Φ. Φ., Σ. Θ., Π. Κ., Κ. Μ., Π. Ε., Σ. Φ., Δ. Μ., Κ. Β.,
Ι. Α., Μ., Κ. Δ., Τ. Α., Κ. Ε., Τ., Σ. Ά., Δ. Α., Κ. Π., Γ. Α., Σ. Μ., Ξ. Μ.,
Σ. Μ., Μ. Ε., Γ. Κ., Σ. Ε., Σ. Γ. και Ζ. Γ.. Πέραν αυτών, σύμφωνα με την πάγια
πρακτική των …, οι υπάλληλοι των εταιριών του ομίλου Λ. και μεταγενέστερα του
ομίλου … μεταφέρονταν από κατάστημα σε κατάστημα και συγκεκριμένα αποδείχθηκε
ότι οι υπάλληλοι των καταστημάτων ….Π. Α. και Π., Π. Σ. και Κ. και οι υπάλληλοι
της κεντρικής διοίκησης Γ. Ε. και Τ. μεταφέρθηκαν στο κατάστημα της ….
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κύρια πελατεία των καταστημάτων …, είτε του
ομίλου Λ., είτε του ομίλου … μεταφέρθηκε στο νέο κατάστημα και συνέχισε να
λαμβάνει τις υπηρεσίες που είχε προπληρώσει. Σημειώνεται ότι η εναγομένη και
νυν εκκαλούσα, προκειμένου να αντικρούσει την αγωγή και να αποδείξει
ανταποδεικτικά τον ισχυρισμό της ότι δεν είναι διάδοχος εταιρία της εταιρίας
“… … Ι …” και ότι οι ανεκτέλεστες υπηρεσίες μεταφέρθηκαν στα ινστιτούτα
…υ και όχι στην ίδια, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, προσκομίζει την από
25.10.2013 καταγγελία της Σ. – Ε. Μ. κατά της εταιρίας “… … … ΕΕ
” προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, στην οποία η
καταγγέλλουσα αναφέρει ότι ήταν πελάτης της εταιρίας αυτής και ότι ειδοποιήθηκε
από την υπάλληλο της … Π. Γ. ότι τα προσωπικά της στοιχεία και οι
ανεκτέλεστες υπηρεσίες της έχουν μεταφερθεί στα ινστιτούτα …. Το έγγραφο αυτό
όμως δεν δύναται ν’ αποδείξει τον ισχυρισμό της, ήτοι ότι δεν είναι διάδοχος
της εταιρίας …, αφού τα ινστιτούτα … διαδέχθηκαν την τελευταία, και τούτο
διότι η καταγγέλλουσα δεν αναφέρει ότι ειδοποιήθηκε από υπάλληλο των
ινστιτούτων …, όπως θα γινόταν σε περίπτωση που είχαν πράγματι μεταβιβασθεί
οι ανεκτέλεστες υπηρεσίες, αλλά από υπάλληλο της …, με συνέπεια να μην
αποδεικνύεται το γεγονός ότι οι ανεκτέλεστες υπηρεσίες πελατών της …
μεταφέρθηκαν στα ινστιτούτα … και εκτελέστηκαν από αυτά, αφού ουδεμία εμπλοκή
των ινστιτούτων … υπήρξε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Κ. Ε., μία εκ των
ιδρυτών της εταιρίας “… ΑΕ”, με ποσοστό συμμετοχής 30%, η οποία
είναι ομόρρυθμο εταίρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, υπήρξε εκ των
εμπίστων του ιδρυτή των εταιριών του ομίλου Λ.Λ. και τούτο διότι στις 19.3.2004
με το υπ’ αριθ. …84 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μ. Μ., ο Λ. Λ.ς, ως νόμιμος
εκπρόσωπος και διαχειριστής της μητρικής εταιρίας “… ΕΠΕ”, η οποία
ήταν διαχειρίστρια της εταιρίας “… …”, και ως διαχειριστής της
τελευταίας, την διόρισε πληρεξουσία και αντίκλητο της τελευταίας αναφερόμενης
εταιρίας και ειδικότερα της έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα να αναλαμβάνει
χρήματα, να κινεί τους λογαριασμούς της εταιρίας, να ρευστοποιεί και να
εισπράττει κάρτες πελατών, καθώς και να την αντιπροσωπεύει στον ΟΑΕΔ, στην
Επιθεώρηση Εργασίας, στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, να προβαίνει σε κάθε
ενέργεια για την πρόσληψη υπαλλήλων, να διεκπεραιώνει κάθε υπόθεσή της, να
διορίζει άλλους πληρεξουσίους στους οποίους να παρέχει την εντολή για
ρευστοποίηση και είσπραξη των πιστωτικών καρτών ή επιταγών των πελατών και
γενικά να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο για την περαίωση των ανωτέρω εντολών.
Το ως άνω πληρεξούσιο ανακλήθηκε στις 29.3.2012 με την υπ’ αριθ. 9503 πράξη της
ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Ο Λ. Λ.ς, ως διαχειριστής των εταιριών “…
ΕΠΕ” και “… ΕΠΕ”, οι οποίες ήταν διαχειρίστριες των εταιριών
“… …”, “… …” και “… ΕΠΕ”, με τα υπ’
αριθ. …06/11.2.2008, ….07/11.2.2008 και …94/30.1.2008 πληρεξούσια της ιδίας ως
άνω συμβολαιογράφου αντίστοιχα, διόρισε την προαναφερόμενη Κ. Ε. ως πληρεξουσία
και αντίκλητο των τελευταίων αυτών εταιριών και της έδωσε την εντολή και
πληρεξουσιότητα να αναλαμβάνει χρήματα, να κινεί τους λογαριασμούς της
εταιρίας, να ρευστοποιεί και να εισπράττει κάρτες πελατών, καθώς και να την
αντιπροσωπεύει στον ΟΑΕΔ, στην Επιθεώρηση Εργασίας, στους οργανισμούς κοινής
ωφέλειας, να προβαίνει σε κάθε ενέργεια για την πρόσληψη υπαλλήλων, να
διεκπεραιώνει κάθε υπόθεσή της, να διορίζει άλλους πληρεξουσίους στους οποίους
να παρέχει την εντολή για ρευστοποίηση και είσπραξη των πιστωτικών καρτών ή
επιταγών των πελατών και γενικά να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο για την
περαίωση των ανωτέρω εντολών. Τα τελευταία αυτά πληρεξούσια ουδέποτε
ανακλήθηκαν από τον Λ. Λ., με συνέπεια η Κ. Ε. να παραμένει μέχρι σήμερα
πληρεξουσία και αντίκλητος των εταιριών “… …”, “…
…” και “… ΕΠΕ”. Περαιτέρω αποδείχθηκε αφενός μεν ότι η
εταιρία “… ΑΕ” συνήψε με το Νέο …. στις 11.7.2013 και 10.10.2013
δύο έντοκα δάνεια ποσού 150.000 ευρώ έκαστο, αφετέρου δε ότι η ετερόρρυθμη
εταιρία “… ΑΕ … ΕΕ” [εκκαλούσα] συνήψε στις 17.1.2014 με την
τράπεζα … ΑΕ έντοκο δάνειο 50.000 ευρώ, τα οποία εγγυήθηκαν με την προσωπική
τους περιουσία μόνο οι τρεις εκ των έξι ιδρυτών της ανωνύμου εταιρίας Ε. Κ., Σ.
Κ. και Ε. Λ., δηλαδή μόνο τα άτομα που συνδέονταν με τον Λ.Λ., αφού στις
εταιρίες αυτού εργάζονταν και ειδικότερα ο Σ. Κ. ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος και manager καταστημάτων, η Ε. Κ. υψηλόβαθμο στέλεχος, manager καταστημάτων, αλλά και εκ των εμπίστων, δεδομένου ότι
είχε οριστεί και πληρεξουσία κάποιων εταιριών του Λ.Λ. και η Ε. Λ. υπήρξε
οικονομική διευθύντρια της εταιρίας … ΕΠΕ, μέλος του ομίλου εταιριών του
Λ.Λ.. Ας σημειωθεί ότι τα υπόλοιπα ιδρυτικά μέλη της ανωνύμου εταιρίας
“… ΑΕ” Λ. Μ., Λ. Ν., κόρες της Ε. Λ. και Κ. Ε. – Β., τα οποία δεν
συνδέονταν είτε με τον Λ. Λ. προσωπικά, είτε με σχέση εργασίας με τις εταιρίες
του, δεν εγγυήθηκαν κανένα δάνειο με την προσωπική τους περιουσία, μολονότι τα
ποσοστά συμμετοχής τους στην ΑΕ ήταν 14%, 14% και 10% αντίστοιχα, δηλαδή άτομα
που κατείχαν μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που κατείχε η Ε. Λ., η οποία κατείχε
μόλις το 2% και η οποία υπέγραψε τις δανειακές συμβάσεις ως εγγυήτρια. Από τα
προαναφερόμενα συνάγεται ότι η εταιρία “… … ΚΑΙ …”, η οποία
ήταν διάδοχος της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας “…”,
προκειμένου να απαλλαγεί από ένα μέρος του προσωπικού της, προς το οποίο δεν
επιθυμούσε ή αδυνατούσε πλέον να καταβάλει αμοιβή, αλλά και από υποχρεώσεις της
έναντι των δανειστών της, μεταβίβασε στην εκκαλούσα το μεγαλύτερο μέρος του
πελατολογίου της, τον πυρήνα των εργαζομένων, καθώς και το σημαντικότερο μέρος
του εξοπλισμού της, ήτοι τα βασικότερα στοιχεία της επιχείρησης, δηλαδή αυτά
που ήταν αναγκαία προκειμένου να διατηρηθεί η οικονομική της ενότητα και να
συνεχίσει να επιδιώκεται ο ίδιος οικονομικός σκοπός, με συνέπεια η τελευταία να
είναι διάδοχος εταιρία της μεταβιβαζομένης, να ευθύνεται για τις υποχρεώσεις
της και να νομιμοποιείται παθητικά. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο: 1. Η
εναγομένη συστήθηκε με εταιρική δομή, ως ετερόρρυθμη εταιρία με ομόρρυθμο
εταίρο μία ανώνυμη εταιρία κατά ποσοστό 98%, δομή όμοια με αυτή που υπήρχε τόσο
στις εταιρίες του ομίλου Λ., όπου σε αυτές ο ομόρρυθμος εταίρος ήταν μία ΕΠΕ με
ποσοστό 98%, όσο και στις εταιρίες …, όπου ομόρρυθμος εταίρος ήταν η κυπριακή
εταιρία “… …” με ποσοστό 98%, 2. η εναγομένη χρησιμοποίησε τον
πυρήνα των εργαζομένων που εργάζονταν στις εταιρίες του Λ. και εν συνεχεία στις
εταιρίες της …, 3. το μεγαλύτερο μέρος του πελατολογίου των εταιριών, κυρίως
της …. μεταφέρθηκε στην εναγομένη, 4. τα τρία ιδρυτικά μέλη της ομορρύθμου
εταίρου της εκκαλούσας, δηλαδή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…
ΑΕ” είναι πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης του Λ.Λ., 4.[ενν. 5]. τα
σημαντικότερα και τα αναγκαία μηχανήματα για τη λειτουργία του καταστήματος της
….ς αγοράσθηκαν από την εκκαλούσα κυρίως από την ομόρρυθμο εταίρο της, χωρίς να
δύναται να εξηγηθεί ο λόγος της μη αγοράς τους απευθείας από την ίδια, 5.[ενν.
6]. τα δύο από τα καταστήματα που λειτούργησε η μητρική εταιρία “…
ΑΕ”, της …. και της …., λειτούργησαν στον ίδιο χώρο που λειτουργούσαν
προηγουμένως καταστήματα της …, το τρίτο κατάστημα του Συντάγματος
λειτούργησε στο διπλανό κτήριο από αυτό που λειτουργούσε κατάστημα της … και
το τέταρτο κατάστημα, αυτό της …. είναι το μοναδικό κατάστημα που λειτούργησε
σε άλλο χώρο από αυτόν που λειτουργούσε το κατάστημα …, πλην όμως και αυτό
βρίσκεται σε απόσταση μόλις δύο οικοδομικών τετραγώνων από το κατάστημα που
βρισκόταν το …, 6 [ενν. 7]. Ο σκοπός της εκκαλούσας είναι ταυτόσημος με τον
σκοπό που είχαν οι ετερόρρυθμες εταιρίες …. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο
επομένως, το οποίο δέχθηκε ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρηση από την “…
……” στην εκκαλούσα δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και
πρέπει, αφού συμπληρωθεί κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ η αιτιολογία της απόφασης με την
παρούσα, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι
έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εργοδότρια εταιρία “… … …”,
διάδοχος της αρχικής εργοδότριας “…” δεν κατήγγειλε εγκύρως τη
σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και δεν την προσκάλεσε να επανέλθει στην εργασία
της, παρά την κοινοποίηση της εξώδικου δήλωσης της ενάγουσας προς αυτήν, με
συνέπεια η εργοδότρια να έχει περιέλθει σε υπερημερία αποδοχής των
προσφερομένων εκ μέρους της υπηρεσιών, εξαιτίας της οποίας οφείλει να της
καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την 21.1.2013, ότε επέστρεψε η ενάγουσα στην
εργασία της μετά τη νόμιμη άδεια μητρότητας μέχρι τέλος Αυγούστου 2013, οπότε
έπαυσε να λειτουργεί, μισθούς τους οποίους οφείλει και η εκκαλούσα ως διάδοχος
εταιρία. Η τελευταία δε, ως διάδοχος εταιρία της “… … ΚΑΙ …”
οφείλει στην ενάγουσα και τους μισθούς υπερημερίας από Σεπτέμβριο 2013 μέχρι
21.1.2014, δηλαδή η εκκαλούσα οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των
(1.079,53 Χ 12 μήνες=) 12.954,36 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 8.348,37 ευρώ ως
διάδοχος της “… … ΚΑΙ …” και 4.605,99 ευρώ ως οφειλέτρια η
ίδια, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους μισθός κατέστη απαιτητός
και ληξιπρόθεσμος, ήτοι την δέκατη ημέρα του επόμενου κάθε φορά μήνα”. Στη
συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου
έφεσης της εναγομένης – εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας έκρινε ότι
εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιδικάσει στην ενάγουσα και ήδη
αναιρεσίβλητη, πέραν των αποδοχών υπερημερίας, και επί πλέον το ποσό των
5.037,81 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, ποσό το οποίο είχε ζητηθεί με την αγωγή
επικουρικά για την περίπτωση που η ως άνω καταγγελία ήθελε κριθεί έγκυρη,
εξαφάνισε για το ενιαίο της εκτέλεσης στο σύνολό της ως προς την εκκαλούσα και
ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου
και, δικάζοντας την από 16.12.2013 και με αριθ. κατάθ. 176363/6046/2013 κατ’
αυτής αγωγή, υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό
ποσό των 12.954,36 ευρώ γι’ αποδοχές υπερημερίας του πιο πάνω χρονικού
διαστήματος, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαίος μισθός κατέστη
απαιτητός και μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε αντιφατικές και
ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς
την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920, 2 παρ. 1, 3
και 4 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη περίπτωσης
μεταβίβασης επιχείρησης από την εταιρεία με την επωνυμία “… … ΚΑΙ
…” στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία
“…” υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του
ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα: α) ως προς το στοιχείο της πρόσληψης ή
μη σημαντικού μέρους του προσωπικού της προηγουμένης επιχείρησης από την
αναιρεσείουσα, ως καθοριστική ένδειξη της μεταβίβασης επιχείρησης, η
προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε τον πυρήνα
των εργαζομένων στην επιχείρηση του ομίλου Λ. που λειτουργούσε με το διακριτικό
τίτλο … στη … και μεταγενέστερα στην εταιρεία με την επωνυμία “… …
…” που λειτουργούσε ωσαύτως υπό τον τίτλο … στη …. και ειδικότερα ενώ
δέχεται ότι αυτή (αναιρεσείουσα) προσέλαβε τουλάχιστον 40 άτομα, εκ των οποίων
κάποια μέσω αγγελιών και άλλα μέσω του ΟΑΕΔ, και ότι από τα άτομα που προσέλαβε
μέσω του ΟΑΕΔ, τα είκοσι πέντε, τα ονοματεπώνυμα των οποίων παραθέτει, απασχολούντο
προηγούμενα στις ως άνω εταιρείες που λειτουργούσαν με το διακριτικό τίτλο …
στη …, δεν διευκρινίζει ειδικότερα πόσα συνολικά άτομα απασχολούσε προηγουμένως
η εταιρεία “… … …” και με ποίες ειδικότητες, πόσους
εργαζόμενους συνολικά και με ποίες ειδικότητες περιελάμβανε τελικά το προσωπικό
της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία “…”, ούτως ώστε να
διαπιστωθεί η αναλογία των 25 εργαζομένων σε σχέση με το σύνολο του προσωπικού
της αναιρεσείουσας [ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία για
“τουλάχιστον” 40 προσλήψεις, η δε αναιρεσείουσα στην έφεσή της – σελ.
20 αυτής – είχε επικαλεσθεί ότι είχε προβεί σε 85 προσλήψεις], ούτε τέλος
διευκρινίζει ποίες ειδικότητες είχαν τα είκοσι πέντε αυτά άτομα που προσλήφθηκαν
από την αναιρεσείουσα μέσω ΟΑΕΔ, ούτως ώστε να κριθεί εάν εξ αιτίας των γνώσεων
ή των καθηκόντων τους απετέλεσαν τον πυρήνα των εργαζομένων της μεταβιβασθείσας
επιχείρησης. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει τη χρονική περίοδο
κατά την οποία λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας των πιο πάνω προσληφθέντων μέσω
ΟΑΕΔ εργαζομένων, είτε με παραίτηση είτε με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας
τους από την προηγουμένη εργοδότρια εταιρεία “… … ΚΑΙ …”, ούτως
ώστε να κριθεί εάν η λύση των συμβάσεων εργασίας αυτών έλαβε χώρα αποκλειστικά
με την προοπτική της ένταξης αυτών στο προσωπικό της αναιρεσείουσας με άμεση
πρόσληψη αυτών από αυτήν εντός του απολύτως αναγκαίου προς τούτο χρόνου, β) ως
προς το στοιχείο της μεταβίβασης του εξοπλισμού, ως καθοριστικής ένδειξης της
μεταβίβασης επιχείρησης, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα
εταιρεία με την επωνυμία “…”, πέραν ορισμένων μηχανημάτων
(πολυθρόνων, λαμπών, ενός μηχανήματος αποτρίχωσης και ενός μηχανήματος Diamond RUS) που προμηθεύθηκε η
ίδια, αγόρασε τα σημαντικότερα και τα αναγκαία μηχανήματα για τη λειτουργία του
καταστήματός της στη …. (μηχάνημα electrostimulation devide, μία θερμοκουβέρτα,
πολυθρόνα LCR, μηχάνημα
ηλεκτροθεραπείας, ένα ζυγό λιπομετρητή, ένα trans libero κλπ, το τηλεφωνικό
κέντρο και τ’ αναγκαία κλιματιστικά) από το ομόρρυθμο αυτής μέλος “…
ΑΕ” και από τη θυγατρική αυτού εταιρεία με την επωνυμία “… ΑΕ …
..”, χωρίς να δύναται να εξηγηθεί ο λόγος της μη αγοράς τους απευθείας από
την ίδια, αν και στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται μνεία περί μεταβίβασης
εξοπλισμού στην αναιρεσείουσα εταιρεία ως στοιχείου θεμελιωτικού της ιστορικής
βάσης για μεταβίβαση επιχείρησης. Αντιθέτως στην αγωγή γίνεται σαφής μνεία ότι,
πλην του πελατολογίου και του βασικού ανθρώπινου δυναμικού, από τα οποία το
κυριότερο και το πιο προσοδοφόρο τμήμα του πελατολογίου και ο βασικός πυρήνας
των εργαζομένων, που χάρη στην επάρκεια και την εμπειρία τους είχαν αναπτύξει
σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πελάτες, μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα
εταιρεία που ανέλαβε να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα,
προσφέροντας στους ίδιους πελάτες τις ίδιες υπηρεσίες αισθητικής και
αδυνατίσματος, η επιχείρηση στερείτο άλλων αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει στο σημείο αυτό
αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται αρχικά ότι ο ανωτέρω εξοπλισμός
μεταβιβάσθηκε από τις πιο πάνω εταιρείες “… ΑΕ” και “… ΑΕ
… ….” στην αναιρεσείουσα (σελ. 24 και 30 προσβαλλομένης), χωρίς μάλιστα
να διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχή ότι ο εξοπλισμός αυτός χρησιμοποιείτο από την
εταιρεία “… … …” κατά την άσκηση της δραστηριότητάς της, στη
συνέχεια η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται αντιφατικά (σελ. 29 προσβαλλομένης)
ότι η εταιρεία “… … …” [και όχι οι πιο πάνω εταιρείες] είναι
εκείνη που μεταβίβασε το σημαντικότερο μέρος του εξοπλισμού της στην
αναιρεσείουσα εταιρεία, γ) ως προς το στοιχείο της διάρκειας της τυχόν διακοπής
της δραστηριότητας αυτών, ως καθοριστικής ένδειξης της μεταβίβασης επιχείρησης,
η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013 η
εταιρεία “… … …” διέκοψε τη λειτουργία της [και μέχρι τις αρχές
του 2014 έπαυσε η λειτουργία όλων των καταστημάτων που διατηρούσε η μητρική
εταιρεία “… …” υπό τον διακριτικό τίτλο …] και ότι στις 20.6.2013
συνεστήθη η αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρεία με ομόρρυθμο μέλος τη συσταθείσα
στις 14.3.2013 μητρική εταιρεία “… ΑΕ” και ετερόρρυθμο μέλος την Ε.
– Ε. Γ., δεν διευκρινίζει περαιτέρω τον ακριβή χρόνο έναρξης της
επιχειρηματικής της δραστηριότητας της αναιρεσείουσας [και όχι απλώς σύστασης
αυτής] μετά τη μεταβίβαση σε αυτήν του μεγαλυτέρου μέρος του πελατολογίου, του
πυρήνα του προσωπικού και μέρους του εξοπλισμού της προηγούμενης επιχείρησης,
ενόψει μάλιστα της παραδοχής ότι η αναιρεσείουσα, προκειμένου να λειτουργήσει
το κέντρο αισθητικής και αδυνατίσματος σε μισθωμένο από τη μητρική της εταιρεία
κτήριο επί της οδού … στη …., προέβη στις αναγκαίες ηλεκτρολογικές,
υδραυλικές και αποχετευτικές εγκαταστάσεις, την κατασκευή ντουλαπιών και την αγορά
μέρους του εξοπλισμού (γεγονός που επάγεται την παρέλευση χρόνου), ούτως ώστε
να κριθεί εάν υπήρξε ή όχι και σε ποία χρονική έκταση διακοπή της
επιχειρηματικής δραστηριότητας μεταξύ της παύσης λειτουργίας της εταιρείας
“… … …” και της (πραγματικής) έναρξης της λειτουργίας της
αναιρεσείουσας εταιρείας και επί πλέον εάν τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία
μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα ως οργανωμένο σύνολο, διατηρώντας τον
λειτουργικό και οργανωτικό τους σύνδεσμο για την επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού ή
αντιθέτως μεταβιβάσθηκαν ως επί μέρους περιουσιακά στοιχεία. Ούτε επίσης
διευκρινίζει τον τρόπο με το οποίο έλαβε χώρα η μεταβίβαση σε αυτήν του
μεγαλύτερου μέρους του πελατολόγιου (πχ. μεταφορά ηλεκτρονικών αρχείων πελατών,
τρόπος ενημέρωσης αυτών για τη εκτέλεση εκκρεμών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών
αισθητικής ή αδυνατίσματος από την ίδια κλπ). Επομένως είναι βάσιμοι οι από τον
αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος υπό στοιχεία (α) και (γ), και έκτος
κατά το πρώτο αυτού σκέλος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, καθώς και οι
πρώτος πρόσθετος κατά το τελευταίο αυτού σκέλος και δεύτερος πρόσθετος κατά το
πρώτο αυτού σκέλος, ως και ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος
κατά το δεύτερο αυτού σκέλος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου. Αντιθέτως
κρίνονται αβάσιμοι οι λοιποί από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος,
δεύτερος, τρίτος υπό στοιχείο (β), τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης του
κυρίως δικογράφου και δεύτερος πρόσθετος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος υπό
στοιχείο (α) και (β) λόγοι αναίρεσης. Και τούτο διότι ναι μεν δεν συνιστούν
καθοριστικές ενδείξεις της μεταβίβασης της επιχείρησης, α) οι σχέσεις των
φυσικών προσώπων που διαχειρίζονται τη διάδοχο επιχείρηση με τα φυσικά πρόσωπα
που διαχειρίζονταν την προηγούμενη επιχείρηση ή τη μητρική της εταιρεία ή άλλη
εταιρεία του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου, καθότι για τη μεταβίβαση της
επιχείρησης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 2 και 3 του Π.Δ/τος 178/2002 κρίσιμη είναι μόνο η
μεταβολή του φορέα αυτής, ενώ εξακολουθεί η επιχείρηση να διατηρεί την
ταυτότητα αυτής, ενόψει μάλιστα του ότι ο νέος φορέας μπορεί να είναι (και)
οιοσδήποτε τρίτος, ο οποίος δεν είχε ουδεμία σχέση με την μεταβιβασθείσα επιχείρηση
ή τον φορέα αυτής, β) η ομοιότητα της εταιρικής μορφής της διαδόχου επιχείρησης
σε σχέση με την εταιρική μορφή που διατηρούσε η προηγούμενη επιχείρηση, γ) η
τήρηση της ιδίας πρακτικής της κινητικότητας του προσωπικού μεταξύ εταιρειών
του ομίλου, στους οποίους περιλαμβανόταν η μεταβιβασθείσα επιχείρηση, για τη
πρόσληψη από τη διάδοχο επιχείρηση μέρους του προσωπικού της που προηγουμένως
εργαζόταν όχι στη μεταβιβασθείσα επιχείρηση, αλλά σε άλλη εταιρεία του ιδίου
επιχειρηματικού ομίλου, δ) η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων λειτουργίας της
επιχείρησης με τις εγκαταστάσεις όπου προηγουμένως λειτουργούσε η
μεταβιβασθείσα επιχείρηση και ε) η χρησιμοποίηση των αυτών καταστημάτων από
άλλες θυγατρικές εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκει και η διάδοχος επιχείρηση
[και όχι από την ιδία] τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι θυγατρικές εταιρείες του
ομίλου στον οποίο ανήκε η μεταβιβασθείσα επιχείρηση, πλην όμως τα περιστατικά
αυτά μπορεί να ληφθούν υπόψη ως επί πλέον (απλές) ενδείξεις της διατήρησης της
ταυτότητας της επιχείρησης, στο πλαίσιο της καθόλα εκτίμησης από το δικαστήριο
της ουσίας της συνδρομής ή μη περίπτωσης μεταβίβασης επιχείρησης με βάση τις
προαναφερθείσες καθοριστικές ενδείξεις [οι οποίες όμως, όπως προαναφέρθηκε στη
μείζονα σκέψη της παρούσας δεν αποκλείουν τη συνεκτίμηση και άλλων παραγόντων,
ως επί πλέον ενδείξεων] και συνακόλουθα ευθύνης της διαδόχου για χρέη του
προηγούμενου εργοδότη. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την
προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στη συνεκτίμηση και των πιο πάνω παραγόντων,
προκειμένου να καταλήξει σε θετική κρίση περί συνδρομής περίπτωσης μεταβίβασης
επιχείρησης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των
άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 2 και 3 του Π.Δ/τος 178/2002 και συνακόλουθα οι περί
του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους πιο πάνω
αναιρετικούς λόγους, με τους οποίους προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την
από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, δεν είναι
βάσιμες. Αβάσιμος δε κρίνεται και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το
δεύτερο αυτού σκέλος υπό στοιχείο (γ), καθότι για την επάρκεια της αιτιολογίας
της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το κριτήριο του βαθμού ομοιότητας των
δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση, αρκεί η παραδοχή σε αυτήν ότι
παρέχονταν οι ίδιες υπηρεσίες αισθητικής και αδυνατίσματος, δεν απαιτείτο δε
περαιτέρω αναφορά και του σκοπού της προηγουμένης εταιρείας “… … …
” [πέραν του σκοπού της μητρικής εταιρείας “… ΑΕ” και του
σκοπού της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται μεταξύ των παραδοχών της
προσβαλλομένης], καθότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η ομοιότητα του κατά το
καταστατικό αυτών αναγραφομένου σκοπού, αλλά η ομοιότητα της ασκουμένης
επιχειρηματικής δραστηριότητας. Τέλος αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης
προϋπόθεσης, κρίνεται ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού
σκέλος καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε με την προσβαλλόμενη
απόφαση ότι δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση επιχείρησης μεταξύ θυγατρικών
εταιρειών του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου, ούτε ενέπλεξε στοιχεία που
αφορούσαν είτε τη μητρική εταιρεία του ομίλου, είτε άλλες θυγατρικές εταιρείες,
με τις αναφορές του στη μετοχική σύνθεση αυτών, τις εγκαταστάσεις άλλων
θυγατρικών εταιρειών κλπ προκειμένου να αχθεί στην ανωτέρω κρίση του, αλλά
προέβη στη συνεκτίμηση και των πιο πάνω παραγόντων ως επί πλέον ενδείξεων,
πέραν των καθοριστικών τοιούτων, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση αυτού περί
μεταβίβασης επιχείρησης. Επομένως, κατά παραδοχή των τρίτου υπό στοιχείο (α)
και (γ) και έκτου λόγων αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, καθώς και των πρώτου
πρόσθετου κατά το τελευταίο αυτού σκέλος και δεύτερου πρόσθετου λόγων αναίρεσης
κατά το πρώτο αυτού σκέλος ως βάσιμων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη
απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση
προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του
από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η
αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας,
που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 του
ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 2453/23.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα
συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της
αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων
(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19
Απριλίου 2019.
Άρειος Πάγος 491/2019 Aποζημίωση απόλυσης του μισθωτού που αμείβεται με μισθό και ποσοστά επί πωλήσεων
Αριθμός 491/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “….”, που εδρεύει στη …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της …………, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………………, που κατέθεσε προτάσεις. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την ανάκληση της αναστολής εκτέλεσης που δόθηκε με την 121/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, σε άλλη περίπτωση να δοθεί εγγυοδοσία 20.000 ευρώ. Για το ζήτημα αυτό λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος εξέφρασε αντιρρήσεις. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7/6/2018 αίτησή της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7.6.2018 και με αριθ. κατάθεσης 27/27.6.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ. 92/17.4.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία η από 4.11.2014 και με αριθ. κατάθ. 75/6.11.2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, κατά της με αριθ. 246/13.6.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε κατά τ’ ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη η από 20.6.2011 και με αριθ. κατάθ. 274/21.6.2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και επιδικάσθηκε σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας το συνολικό ποσό των 46.799,34 ευρώ προς συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, ως υπαλλήλου υπευθύνου για την προώθηση των πωλήσεων αυτής, με βάση τις συμφωνηθείσες αποδοχές του σε ποσοστά επί των πωλήσεων, πλέον του σταθερού μηνιαίως ποσού των αποδοχών του, βάσει του οποίου μόνο υπολογίσθηκε η ως άνω αποζημίωση απόλυσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ’ αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου” που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη προς το μισθωτό, την οποία υποχρεούται ο εργοδότης να χορηγήσει στον μισθωτό ως αντάλλαγμα της εργασίας του. Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρά) σε χρονικές περιόδους ή σε μονάδες εργασίας ή σε ποσοστά επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος, σε βασικό μισθό και σε επιδόματα, να αντιστοιχεί σε τακτική ή έκτακτη εργασία και να παρέχεται από τον εργοδότη ή από τρίτους (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 2056/2006).
Κατά συνέπεια μισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πώλησης των πωλουμένων ειδών, είτε από τον ίδιο το μισθωτό (παραγωγό πλασιέ), είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων κ.λπ.), εφόσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια) καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας (ΑΠ 379/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 και 5 παρ. 1 εδ. α του Ν. 3198/1955, η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί από τον εργοδότη στον μισθωτό για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθορίζεται με βάση τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ειδικώς δε η αποζημίωση του μισθωτού που αμείβεται με ποσοστά, καθορίζεται, κατά την παρ.2 εδ. α του ως άνω άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, με βάση το μέσο όρο των αποδοχών αυτού κατά τους δύο τελευταίους μήνες πριν από την καταγγελία της σχέσης εργασίας.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παραπάνω αποζημίωση απόλυσης του μισθωτού που αμείβεται με μισθό και ποσοστά υπολογίζεται αθροιστικά με βάση τις τακτικές αποδοχές (μισθός) του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και του μέσου όρου των αποδοχών σε ποσοστά του τελευταίου πριν από την απόλυση εργασιακού διμήνου (ΑΠ 284/2013).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της “ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους “αντιφατική αιτιολογία” (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992 σχετ. ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: “Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα] έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας της τις εισαγωγές – εξαγωγές, την αντιπροσωπεία, την εμπορία και την πώληση μηχανημάτων, υλικών, τελάρων και λοιπών αντικειμένων συσκευασίας. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, στις 1.9.2000 καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος [ήδη αναιρεσίβλητου] σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων παρείχε την εργασία του ως υπεύθυνος πωλήσεων, με αντικείμενο την προώθηση των προϊόντων της εταιρείας στους πελάτες της με έδρα την Κρήτη. Από την 1η Ιανουαρίου 2004 και εφεξής, ενόψει της επεκτάσεως της δραστηριότητας της εναγομένης σε ολόκληρη την Ελλάδα, ο ενάγων προήχθη σε διευθυντή πωλήσεων με ειδικότερα καθήκοντα την προώθηση της πωλήσεως των προϊόντων της εναγομένης (τελάρα, υλικά συσκευασίας, μηχανήματα κλπ) και στους πελάτες της εκτός της Κρήτης, καθώς και την προώθηση στους ανωτέρω πελάτες των ολοκληρωμένων γραμμών συσκευασίας μηχανημάτων. Ως αμοιβή του ενάγοντος για τις ανωτέρω υπηρεσίες του συμφωνήθηκε η καταβολή μισθού σε μηνιαία βάση, πλέον της προμήθειας επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούντο με τη διαμεσολάβησή του. Ειδικότερα, ο αρχικός μισθός του ενάγοντος ήταν 645,63 ευρώ, συν τα ποσοστά, τα οποία συμφωνήθηκε εγγράφως να λαμβάνει επί των πωλήσεων των προϊόντων και των μηνιαίων εισπράξεων, τα οποία έως το τέλος του 2008, διαμορφώθηκαν ως εξής: […]. Ωστόσο από την αρχή του έτους 2009 και εξής ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντος, αναφορικά με τα ποσοστά που θα ελάμβανε, διαφοροποιήθηκε. Ειδικότερα συμφωνήθηκε προφορικά ο ενάγων να λαμβάνει ανά μήνα, πέραν του μηνιαίου μισθού του, ο οποίος κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο ήταν 1.243,98 ευρώ (μικτά), και τα ακόλουθα ποσοστά, βάσει των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων: α) για πωλήσεις υλικών συσκευασίας ποσοστό 2,5% επί του τζίρου για πελάτες με έδρα την Κρήτη, β) για πωλήσεις χαρτοκιβωτίων (χαρτοτελάρων) 0,007 λεπτά του ευρώ ανά τεμάχιο (διαμορφωμένο ή αδαμόρφωτο) για πελάτες με έδρα την Κρήτη, γ) για πωλήσεις μικρομηχανών και εργαλείων αξίας έως 10.000 ευρώ, ποσοστό 2,5% επί του τζίρου για πελάτες με έδρα την Κρήτη και δ) για πωλήσεις ολοκληρωμένων γραμμών συσκευασίας μηχανημάτων και κάθε άλλου τύπου μηχανήματος ή εργαλείων, για πελάτες με έδρα την Κρήτη ποσοστό 15% επί του μικτού κέρδους, όπως αυτό θα προέκυπτε μετά την εγκατάσταση και παράδοση στον πελάτη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 24.12.2008, προκειμένου αμφότεροι οι διάδικοι να τύχουν φορολογικών ελαφρύνσεων και απαλλαγών από την ισχύουσα νομοθεσία, συνεστήθη ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “… ΕΕ”, στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα με τα οποία ο ενάγων συνδεόταν με ιδιαίτερες σχέσεις και συγκεκριμένα, ετερόρρυθμο μέλος ήταν η Μ. Ψ., σύντροφος του ενάγοντος και ομόρρυθμο μέλος ο υιός της ανωτέρω Γ. Κ.. Η εταιρεία αυτή, η οποία είχε αντικείμενο όμοιο με αυτό της εναγομένης, συνήψε με την τελευταία σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να προωθεί τα προϊόντα της εναγομένης, αντί ανταλλάγματος, που προσδιορίσθηκε σε ποσοστά επί των πωλήσεων τις οποίες θα πραγματοποιούσε, κατά το ειδικότερο περιεχόμενο της από 15.1.2009 έγγραφης συμφωνίας τους. Όμως, εν τοις πράγμασι, τις ανωτέρω υπηρεσίες τις παρείχε ο ενάγων και όχι η συσταθείσα για τους ως άνω λόγους ετερόρρυθμη εταιρεία. Ο τελευταίος, και μετά τη σύσταση της εν λόγω εταιρείας, συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη με την αρχική του ιδιότητα, αμειβόμενος με τον αυτό τρόπο (πάγιο μισθό και ποσοστά επί των πωλήσεων), γεγονός, άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητείται από την εναγομένη. Συνεπώς, η καταβολή της αμοιβής που ο ενάγων δικαιούτο επί των ποσοστών των μηνιαίων πωλήσεων, όχι απευθείας στον ίδιο, αλλά στην ετερόρρυθμη εταιρεία, δεν αναιρεί ούτε το είδος της σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη (σχέση εξαρτημένης εργασίας), ούτε τον χαρακτήρα της αμοιβής του (ποσοστά επί των πωλήσεων πέραν του βασικού του μισθού), ως τακτικού και ανελλιπώς καταβαλλομένου σε μηνιαία βάση ανταλλάγματος για την παρεχομένη από τον ενάγοντα εργασία, που είχε καθιερωθεί ως μισθός και μάλιστα κατά πολύ μεγαλύτερος του αντίστοιχου τακτικού μισθού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στις 5.1.2011 κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Ο ενάγων, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του είχε συμπληρώσει πραγματικό χρόνο απασχολήσεως στην εναγομένη 10 έτη και 4 μήνες. Εν όψει δε ότι αμειβόταν με μισθό και ποσοστά η οφειλομένη σ’ αυτόν αποζημίωση απολύσεως θα υπολογισθεί βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα και του μέσου όρου των αποδοχών σε ποσοστά, που εισέπραξε τους τελευταίους δύο μήνες πριν την καταγγελία. Ως μήνας για τον παραπάνω υπολογισμό νοείται το διάστημα εργασίας ενός μηνός (ΑΠ 248/2013). Έτσι, για την εξεύρεση του μέσου όρου των προμηθειών που εισέπραξε ο ενάγων τους δύο τελευταίους μήνες πριν την απόλυσή του, ο οποίος (μέσος όρος) θα ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες που εισέπραξε τα χρονικά διαστήματα από 6.11.2010 έως 5.11.2010 [ενν. 5.12.2010] και από 6.12.2010 έως 5.1.2011. Ο τελευταίος μισθός του ενάγοντος τον τελευταίο μήνα πριν από την λύση της εργασιακής σχέσης του ανερχόταν στο ποσό των 1.243,78 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος των προμηθειών που εισέπραξε τους ανωτέρω δύο εργασιακούς μήνες πριν από την καταγγελία, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη κατάσταση πωλήσεως χαρτοτελάρων – για τις πωλήσεις υλικών συσκευασιών δεν προσκομίζονται στοιχεία σε μηνιαία βάση – ανέρχεται στο ποσό των 7.301,91 ευρώ [5.191,66 ευρώ προμήθειες χρονικού διαστήματος από 5.11.2010 έως 30.11.2010 (συνολικό ποσό προμήθειας του μήνα αυτού 6.230 ευρώ Χ 25/30, δηλαδή πώληση 890.550 χαρτοτελάρων. Θα ληφθεί, όμως, υπ’ όψη η μικρότερη πωληθείσα ποσότητα των 890.000 χαρτοτελάρων που αναφέρεται στην αγωγή Χ 0,007 ευρώ για την πώληση του καθενός από αυτά, κατά την συμφωνία) + 9.412,15 προμήθειες του μηνός Δεκεμβρίου 2010 (πώληση 1.344.593 χαρτοτελάρων Χ 0,007 ευρώ για την πώληση του καθενός από αυτά) = 14.603,81 ευρώ : 2]. Σημειώνεται ότι για το πρώτο πενθήμερο του μηνός Ιανουαρίου 2011 δεν προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία. Η εναγομένη δεν αμφισβητεί ειδικώς το ύψος των ποσοστών πωλήσεων, αλλά μόνο τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής του, ενώ και ο μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε με σαφήνεια ότι ο ενάγων αμειβόταν με μισθό και ποσοστά.
Συνεπώς ο μηνιαίος μισθός που θα ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως ανέρχεται στο ποσό των 8.545,98 ευρώ [1.234,98 + 7.301,91]. Ωστόσο, επειδή οι εν λόγω μηνιαίες αποδοχές ξεπερνούν το όριο του άρθρου 5 ν. 3198/1955, θα ληφθεί ως βάση υπολογισμού το ποσό των 7.929,60 ευρώ (33,04 ημερομίσθιο αναιδίκευτου εργάτη κατά τον χρόνο της καταγγελίας, βάσει της οικείας ισχύουσας ΕΓΣΣΕ Χ 8 Χ 30). Επομένως το ποσό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται σε 55.507,20 ευρώ [7.929,60 ευρώ Χ 6 μήνες = 47.577,60 + 1/6 για αναλογία δώρων και επιδόματος αδείας (7.929,60 ευρώ)]. Η εναγομένη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως απολύσεως του ενάγοντος έλαβε ως βάση μόνο τον πάγιο μισθό του, κατέβαλε δε στον ενάγοντα το ποσό των 8.707,86 ευρώ, όπως προκύπτει από το έγγραφο της καταγγελίας και όχι το ποσό των 5.865,24 ευρώ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων. Κατά συνέπεια η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τη διαφορά που προκύπτει από την αποζημίωση που δικαιούτο να λάβει ο ενάγων κατά τη λύση της εργασιακής του συμβάσεως – κατά το μέρος που αντιστοιχεί στις καταβληθείσες προμήθειες – και εκείνης που πράγματι κατέβαλε σ’ αυτόν, ήτοι το ποσό των 46.799,34 ευρώ [55.507,20 – 8.707,86]. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της εφέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος”. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη την από 4.11.2014 έφεση της εναγομένης – εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία κατά παραδοχή της από 20.11.2011 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είχε επιδικάσει σε αυτόν το συνολικό ποσό των 46.799,34 ευρώ ως διαφορά στην αποζημίωση καταγγελίας, συνυπολογίζοντας σε αυτήν την εκ ποσοστών αμοιβή του τελευταίου διμήνου πριν την καταγγελία.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. α του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ’ αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου” που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα του συνυπολογισμού ή μη των εκ των πωλήσεων προμηθειών στην αποζημίωση καταγγελίας του αναιρεσίβλητου, εν όψει των γενομένων κατά τα άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι δυνάμει της από 15.1.2009 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… ΕΕ” [στην οποία μάλιστα δεν μετείχε ως μέλος ο αναιρεσίβλητος], η τελευταία ανέλαβε την προώθηση των πωλήσεων της πρώτης έναντι αμοιβής που υπολογιζόταν σε ποσοστά επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε και ότι εν τοις πράγμασι τις ανωτέρω υπηρεσίες παρείχε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος συνέχισε, όπως και προηγουμένως, ν’ αμείβεται με μηνιαίο μισθό και ποσοστά επί των πωλήσεων (υπό την προφανή έννοια ότι ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του αυτής η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να καταβάλει απ’ ευθείας σε αυτόν την εκ των ποσοστών επί των πωλήσεων αμοιβή του, ως τμήμα των τακτικών αποδοχών του), στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά ότι η καταβολή της ως άνω αμοιβής εκ ποσοστών επί των πωλήσεων γινόταν όχι απ’ ευθείας στον ίδιο, αλλά στην ετερόρρυθμη εταιρεία (υπό την προφανή έννοια της καταβολής της αμοιβής αυτής για τις υπηρεσίες που παρέσχε, μέσω του αναιρεσίβλητου, στην αναιρεσείουσα εταιρεία, δυνάμει της πιο πάνω από 15.1.2009 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία με τη σειρά της πλήρωνε τον αναιρεσίβλητο) και ότι το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως άνω αμοιβής ως τακτικού και ανελλιπώς καταβαλλομένου σε μηνιαία βάση ανταλλάγματος για την από τον αναιρεσίβλητο παρεχομένη εργασία. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της προκειμένης δίκης του χαρακτηρισμού της εκ ποσοστών επί των πωλήσεων προμήθειας, ως τμήματος των τακτικών αποδοχών του αναιρεσίβλητου από την παροχή της εργασίας του στην αναιρεσείουσα εταιρεία ή ως αμοιβής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… ΕΕ” για την από αυτήν παροχή των υπηρεσιών προώθησης των πωλήσεων της αναιρεσείουσας, δυνάμει της μεταξύ αυτών από 15.1.2009 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (άρθ. 648 του ΑΚ), τις οποίες (υπηρεσίες) η πιο πάνω ετερόρρυθμη εταιρεία παρείχε στην αναιρεσείουσα με τον αναιρεσίβλητο, δυνάμει συνδέουσας τον τελευταίο με αυτήν (ετερόρρυθμη εταιρεία) έννομης σχέσης (ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εργασίας, εντολής), εν όψει μάλιστα του ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η σύσταση της πιο πάνω εταιρείας στις 24.12.2008 δεν είχε λάβει χώρα εικονικά, αλλά αποσκοπούσε στην απόκτηση φορολογικών ελαφρύνσεων και απαλλαγών προς όφελος αμφοτέρων των διαδίκων. Επομένως ο περί τούτου δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Αντιθέτως δεν είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν λάμβανε πέραν του μισθού του αμοιβή υπολογιζόμενη σε ποσοστά επί των πωλήσεων και ότι η εκ ποσοστών επί των πωλήσεων προμήθεια καταβαλλόταν στην ετερόρρυθμη εταιρεία (αποκλειστικά) ως αμοιβή αυτής, δυνάμει της πιο πάνω από 15.1.2009 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας, ως διαλαμβάνεται στον σχετικό αναιρετικό λόγο, αλλά διέλαβε σχετικά τις προπαρατεθείσες αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης ως βάσιμου, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 92/17.4.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.
Άρειος Πάγος 831/2019 Επιχειρησιακή συνήθεια – Αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών – Όροι ΣΣΕ
Απόφαση 831 / 2019
(Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Περίληψη
Επειδή, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το
εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν
εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως
αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την
εργασιακή σχέση (νόμου, συλλογικής συμβάσεως, ατομικής συμβάσεως, κανονισμού).
Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωσε αρχικά το άρθρο 3
παρ. 1 του ν. 2329/1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8-5-1990) και στη συνέχεια το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ.
οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας
υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (Ολ. ΑΠ
1/2007). Επίσης, οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή οι όροι των
ατομικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους
υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με
αμφιμερή ενέργεια (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990). Οι όροι εργασίας όμως που
ρυθμίζονται με ΣΣΕ-ΔΑ ή από το νόμο, μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη ΣΣΕ
του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος
των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, αλλά η
αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με ατομική
σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ ή του
ευνοϊκότερου νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων
της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό,
του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή να τη θεωρήσει ως άτυπη
καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση
για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους
της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρησή τους. Ο εργοδότης όμως μπορεί να μεταβάλει
μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού,
όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη
νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως ή τον τυχόν υπάρχοντα
κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Σε περίπτωση όμως που η μονομερής μεταβολή
δεν είναι αντίθετη στο νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ`
ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, τότε ο εργαζόμενος
προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την
καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.
Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από
μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις
εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο της επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της
πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό
συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς, με ανακοίνωσή του, υπόσχεται στους
εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε,
χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών
αυτών από τους εργαζόμενους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί
το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι
οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές στις
οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζόμενους χωρίς να έχει νομική δέσμευση.
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι
Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας (γενικής
αρχής της ισότητας) αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β` του
Συντάγματος, με την οποία προβλέπεται το δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίσης αξίας
παρεχόμενη εργασία, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του
νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε τον κοινό
νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια
πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται
κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας
διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η
συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει
από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από
τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων,
για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, ο οποίος επιβάλλει την ειδική
μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι
ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή
προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση,
κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την
παροχή αυτή και σε εκείνους, που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Πρέπει, όμως, η εν
λόγω παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο.
Διαφορετικά δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι ισότητα
στην παρανομία δεν νοείται. Ακόμη, η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει
από το άρθρο 288 Α.Κ. και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος
και 119 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., επιβάλλει ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων,
που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές
συνθήκες, συνακόλουθα δε παρέχει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον
εργοδότη του την παροχή, την οποία καταβάλλει οικειοθελώς (βάσει συμβατικής ρυθμίσεως)
σε άλλο εργαζόμενο, ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες
υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή
πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη. Για την
εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή
χαρακτήρα αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο
χορήγηση οικειοθελών παροχών σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη
αξίωση των μισθωτών, που δεν τις έλαβαν, διότι η αξίωση από την αρχή της ίσης
μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία, αφού, όπως
προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν μπορεί να αξιωθεί (ΑΠ 334/2013, ΑΠ
431/2011).
Περαιτέρω δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις
εργαζομένων και εργοδοτών και οι μεμονωμένοι εργοδότες έχουν δικαίωμα και
υποχρέωση να διαπραγματεύονται για την κατάρτιση της συλλογικής σύμβασης
εργασίας. Στα πλαίσια των διατάξεων αυτών, οι νόμιμοι εκπρόσωποι του … και της
…, μετά από διαπραγματεύσεις, υπέγραψαν την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση
Εργασίας [ΕΣΣΕ] έτους 1993, η οποία κατατέθηκε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας
της Νομαρχίας Αθηνών στις 6-8-1993 και μετά από προηγούμενη έγκριση από το
Διοικητικό Συμβούλιο. Δυνάμει της ως άνω Συμβάσεως, συμφωνήθηκαν και έγιναν
αμοιβαία αποδεκτοί οι όροι του Νέου Μισθολογικού Συστήματος έτους 1993 (αριθμ.
…49/27.7.1993), το οποίο εφαρμόσθηκε στο Τακτικό Προσωπικό του Δικτύου
[Μόνιμο και Δόκιμο] από 1η Ιουλίου 1993. Συνεπεία όλων αυτών των όρων,
προϋποθέσεων και διατάξεων του ενιαίου Μισθολογίου, όλο το προσωπικού του
Κλάδου Ελιγμών εντάχθηκε από 1-7-1993 στην μισθολογική κατηγορία της
Υποχρεωτικής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης [ΥΕ]. Εξάλλου, με την καθιέρωση Νέου …
που κυρώθηκε με τον νόμο 2671/1998- ΦΕΚ 289/28.12.1998 και δυνάμει του άρθρου
68 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι “οι αποδοχές του Προσωπικού καθορίζονται με
βάση την ισχύουσα, κάθε φορά, Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, την
Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τις διατάξεις της Εργατικής
Νομοθεσίας [άρθρο 68 παρ. 1]. Με το άρθρο δε 18 αυτού ορίζεται ως ειδικό προσόν
πρόσληψης στον κλάδο προσωπικού Ελιγμών ο απολυτήριος τίτλος 9ετούς
υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή άλλης ισοτίμου προς αυτόν. Με την ΕΣΣΕ έτους 1999-
άρθρο ΙΙ-ΘΕΣΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ παράγραφος 2 : “Στο τέλος του εδαφίου ιδ της παραγράφου
1 τον άρθρου 18 του ΓΕΚΑΠ προστέθηκε η εξής παράγραφος 2 “Στον Κλάδο
Προσωπικού Ελιγμών μπορούν να προσληφθούν και οι κατέχοντες απολυτήριο Λυκείου
γενικής κατεύθυνσης ή ενιαίου πολυκλαδικού Λυκείου αναλόγου ειδικότητας, αυτής
καθοριζόμενης με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου με την προκήρυξη των θέσεων
ή Τεχνικού ή Επαγγελματικού Λυκείου ή Τεχνικού – Επαγγελματικού Λυκείου
αναλόγου ειδικότητας, αυτής καθοριζομένης με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου
με την προκήρυξη των θέσεων ή εξαταξίου γυμνασίου”. Περαιτέρω, με το άρθρο
17 του ως άνω Ν. 2671/ 1998 ορίζεται ότι, “1. Από τη θέση σε ισχύ του
παρόντος νόμου καταργείται κάθε διάταξη νόμου, κανονισμού εργασίας (ΓΕΚΑΠ,
ΚΩΕΑΠ, ΚΔΑ) με ισχύ νόμου ή συλλογικής σύμβασης εργασίας, όροι επιχειρησιακών
συλλογικών συμφωνιών, αποφάσεις της Διοίκησης του Οργανισμού ή των εντεταλμένων
οργάνων του και πρακτική, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που
αντίκειται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του”, ενώ με το άρθρο 21 του
ίδιου νόμου ορίστηκε ότι η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α` 289/28-12 -1998). Εν συνεχεία δυνάμει
της ΕΣΣΕ έτους 2005 όσοι από το Προσωπικό του Κλάδου Ελιγμών κατείχαν
Απολυτήριο Λυκείου η Ισότιμων με αυτό Σχολών Μέσης Εκπαίδευσης, εντάχθηκαν στην
μισθολογική κατηγορία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης [ΔΕ] από 1-8-2005.
Ειδικότερα, η από 19.9.2005 ΕΣΣΕ, στην παράγραφο Ι – άρθρο 9 αυτής ορίζει ότι
“Από 1.8.2005 Προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών το οποίο κατέχει
Απολυτήριο Λυκείου ή Ισότιμων με αυτό Σχολών Μέσης Εκπαίδευσης, εντάσσεται στη
μισθολογική κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης [ΔΕ] τροποποιούμενης στο
σημείο αυτό της περιπτώσεως β της παραγράφου 4 του Νέου Μισθολογικού Συστήματος
έτους 1993”. Με την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας έτους 2011, το προσωπικό
του ΟΣΕ κατατάχθηκε από 1.6.2011 σε ανάλογη κατηγορία [ΥΕ, ΜΕ, ΠΕ4 ΚΑΙ ΠΕ5] με
βάση τα προσόντα του, εφόσον το πτυχίο που διέθετε περιλαμβανόταν στις
προϋποθέσεις για την απασχόληση στην θέση που κατείχε στις 31.12.2010. Ειδικότερα,
η από 23.03.2011 ΕΣΣΕ στο άρθρο 2 παράγραφοι 1-6 αυτής, ορίζει τα εξής:
“Εφόσον περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις για την απασχόληση του στη θέση
που κατέχει στις 31/12 κάθε ημερολογιακού έτους, το Πτυχίο κάθε Εργαζομένου
προσδιορίζει την Κατηγορία που κατατάσσεται την 1/1 του επόμενου ημερολογιακού
έτους, ως εξής: Κατηγορία ΥΕ: απολυτήριο Γυμνασίου η ισότιμο, Κατηγορία ΜΕ:
απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμο ,Κατηγορία ΠΕ 4: πτυχίο ΑΕΙ Ή ΤΕΙ ή ισότιμο
(4ετούς φοίτησης), Κατηγορία ΠΕ5: πτυχίο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. ή ισότιμο (5 έτους
φοίτησης) .
Αριθμός 831/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου
Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου – Εισηγήτρια
και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία
και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.”,
που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την
πληρεξούσια δικηγόρο της …….., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του
Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Γ. του Μ., 2)Δ. Γ. του Ε., 3)Χ. Δ. του Σ., 4)Ι. Δ. του
Η., 5)Δ. Θ. του Π., 6)Β. Κ. του Γ., 7)Χ. Κ. του Ν., 8)Α. Κ. του Ι., 9)Σ. Κ. του
Ν., 10)Χ. Κ. του Δ., 11)Α. Κ. του Ε., 12)Κ. Λ. του Γ., 13)Γ. Μ. του Δ., 14)Ε.
Μ. του Α., 15)Ν. Ν. του Μ., 16)Δ. Ν. του Χ., 17) Α. Ν. του Ν., 18)Ν. Π. του Α.,
19)Γ. Π. του Ε., 20)Ν. Π. του Β., 21)Κ. Ρ. του Ε., 22)Κ. Σ. του Β., 23)Κ. Σ.
του Ι., 24)Ι. Τ. του Κ., 25)Β. Φ. του Δ., 26)Γ. Χ. του Π., 27)Β. Α. του Ε.,
28)Θ. Α. του Ι., 29)Δ. Δ. του Γ., 30)Γ. Κ. του Κ., 31)Π. Σ. του Ε. και 32)Δ. Τ.
του Θ., όλων πλην του 9ου κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την
πληρεξούσια δικηγόρο τους ………., η οποία δήλωσε ότι ο 9ος (Σ. Κ.) απεβίωσε
και κληρονομήθηκε από τους α) Φ. χήρα Σ. Κ., το γένος Α. Κ., β)Ν. Κ. του Σ. και
γ) Μ. Κ. του Σ., …, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και
εκπροσωπούνται από την ίδια, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που
κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2016 του ίδιου
Δικαστηρίου και 11289/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της
τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 11/1/2018 αίτησή
της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των
αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου
τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 11-1-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 11289/2017 απόφαση του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάζοντος ως Εφετείου), που εκδόθηκε αντιμωλία
των διαδίκων, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της
119/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση,
απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, και επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του
Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων και ήδη
αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει σε καθένα τους
τα ποσά που εκεί αναφέρονται, νομιμότοκα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και
εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το
παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
2. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εκ των οποίων ο 9ος απεβίωσε και
νομίμως συνεχίζουν τη δίκη, με δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της
παρούσας, οι κληρονόμοι του α)Φ. χήρα Σ. Κ., β) Ν. Κ. και γ)Μ. Κ., με αγωγή
ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη
και ήδη αναιρεσείουσα στις αναφερόμενες ημερομηνίες και με την αναφερόμενη
ειδικότητα, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου
και εντάχθηκαν στον Κλάδο Προσωπικού Ελιγμών και στη μισθολογική κατηγορία
προσωπικού Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ), στον οποίο εντάσσονταν μόνο οι
κατέχοντες απολυτήριο 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αμειβόμενοι με τα
προβλεπόμενα από τον …… Ότι βάσει του νέου μισθολογικού συστήματος έτους
1993, στο οποίο υπήχθη από 1.7.1993 το τακτικό προσωπικό του ….., η κατοχή
ανώτερων τυπικών προσόντων από τα απαιτούμενα για την πρόσληψη στον κλάδο ΥΕ
δεν λαμβάνονταν υπόψη για την κατάταξη του στα μισθολογικά κλιμάκια, ωστόσο, με
την από 9.6.1999 ΣΣΕ διευρύνθηκαν τα τυπικά προσόντα για την πρόσληψη στον ως άνω
κλάδο, κι έτσι εντάχθηκαν σε αυτόν και εργαζόμενοι κάτοχοι απολυτηρίου Λυκείου
γενικής κατεύθυνσης ή ενιαίου πολυκλαδικού λυκείου αναλόγου ειδικότητας, οι
οποίοι όμως βάσει της περ. β’ της παρ. 4 του νέου μισθολογικού συστήματος έτους
1993, εντάχθηκαν στην κατηγορία προσωπικού ΥΕ και όχι Δευτεροβάθμιας
Εκπαίδευσης (ΔΕ). Ότι με την από 19.5.2005 ΣΣΕ (όρος 9) τροποποιήθηκε η περ. β’
της παρ. 4 του … έτσι ώστε από 1.8.2005 όσοι από προσωπικό του Κλάδου Ελιγμών
κατείχαν απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμων σχολών Μέσης Εκπαίδευσης εντάχθηκαν στην
μισθολογική κατηγορία ΔΕ. Ότι έκτοτε, η εναγομένη, μη τηρώντας τη μισθολογική
διάκριση μεταξύ των κατόχων απολυτηρίου 9ετούς εκπαίδευσης και των κατόχων
απολυτηρίου Λυκείου, άρχισε σταδιακά, χωρίς κριτήρια και με αδιαφανείς
διαδικασίες των Οργάνων της, να εντάσσει στην μισθολογική κατηγορία ΔΕ και
εργαζομένους της που δεν είχαν απολυτήριο Λυκείου, επικύρωσε δε την παραπάνω
τακτική της με την παρ. 6 του άρθρου 2 της κανονιστικής διάταξης της από
23.3.2011 ΣΣΕ, σύμφωνα με την οποία οι κάτοχοι τίτλου σπουδών ΥΕ που έως
31.12.2010 είχαν ενταχθεί στην μισθολογική κατηγορία ΔΕ, διατήρησαν την ευνοϊκή
κατ’ εξαίρεση υπέρ τους μεταχείριση. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να
καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, που αποτελεί
την αναδρομική καταβολή σε αυτούς των επιδίκων ποσών που αντιστοιχούν στις
διαφορές επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος των ετών 2008-2012
νομιμότοκα, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, κυρίως προς
αποκατάσταση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της συνταγματικής αρχής της
ισότητας, εφόσον από το έτος 2005 και εντεύθεν υφίστανται αδικαιολόγητη
μισθολογική διάκριση σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους, που εντάχθηκαν στην
μισθολογική κατηγορία ΔΕ, ενώ και οι ίδιοι έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα. Επί
της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 119/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία
έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να
καταβάλει σε καθένα ενάγοντα τα ποσά που εκεί αναφέρονται αναλυτικά νομιμότοκα.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη και επ’αυτής εκδόθηκε η
προσβαλλομένη 11289/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(που δίκασε
ως Εφετείο), η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της (εναγομένης),
επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια άνω απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής του άσκησε
την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η εναγομένη-αναιρεσείουσα.
3. Επειδή, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το
εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν
εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως
αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την
εργασιακή σχέση (νόμου, συλλογικής συμβάσεως, ατομικής συμβάσεως, κανονισμού).
Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωσε αρχικά το άρθρο 3
παρ. 1 του Ν. 2329/1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8-5-1990} και στη συνέχεια το
άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ.
οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας
υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (Ολ. ΑΠ
1/2007). Επίσης, οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή οι όροι των
ατομικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους
υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με
αμφιμερή ενέργεια (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990). Οι όροι
εργασίας όμως που ρυθμίζονται με ΣΣΕ-ΔΑ ή από το νόμο, μπορούν να
τροποποιούνται με νεότερη ΣΣΕ του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο
νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή δεν
ισχύει η αρχή της προστασίας, αλλά η αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την
περίπτωση κατά την οποία με ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους
κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ ή του ευνοϊκότερου νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7
του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων
της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό,
του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή να τη θεωρήσει ως άτυπη
καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση
για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους
της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρησή τους. Ο εργοδότης όμως μπορεί να μεταβάλει
μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού,
όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη
νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως ή τον τυχόν υπάρχοντα
κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Σε περίπτωση όμως που η μονομερής μεταβολή
δεν είναι αντίθετη στο νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ`
ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, τότε ο εργαζόμενος
προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την
καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια,
δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό
ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο
χώρο της επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά
μπορεί να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης,
είτε ρητώς, με ανακοίνωσή του, υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση
μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε, χωρίς θετική υπόσχεση,
χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους
εργαζόμενους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί το χαρακτήρα της
μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο
αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του
εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές στις οποίες αυτός προβαίνει προς
τους εργαζόμενους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 4
παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του
νόμου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας (γενικής αρχής της ισότητας) αποτελεί η
διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος, με την οποία προβλέπεται το
δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, καθιερώνει όχι μόνο
την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι
αυτών, δεσμεύει δε τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να
ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες
προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές
εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι
κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο
των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη
κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη
δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος
λόγος, ο οποίος επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει
τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια
ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς
δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση, κατά την
οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή
και σε εκείνους, που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Πρέπει, όμως, η εν λόγω παροχή
να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο. Διαφορετικά δεν
παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι ισότητα στην παρανομία δεν
νοείται. Ακόμη, η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288
Α.Κ. και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος και 119 της
Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., επιβάλλει ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων, που ανήκουν
στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες,
συνακόλουθα δε παρέχει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη
του την παροχή, την οποία καταβάλλει οικειοθελώς (βάσει συμβατικής ρυθμίσεως)
σε άλλο εργαζόμενο, ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες
υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή
πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη. Για την
εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή
χαρακτήρα αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο
χορήγηση οικειοθελών παροχών σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη
αξίωση των μισθωτών, που δεν τις έλαβαν, διότι η αξίωση από την αρχή της ίσης
μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία, αφού, όπως
προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν μπορεί να αξιωθεί (ΑΠ 334/2013, ΑΠ
431/2011).
4. Περαιτέρω δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, οι
συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών και οι μεμονωμένοι
εργοδότες έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαπραγματεύονται για την κατάρτιση
της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Στα πλαίσια των διατάξεων αυτών, οι νόμιμοι
εκπρόσωποι του … και της …, μετά από διαπραγματεύσεις, υπέγραψαν την
Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας [ΕΣΣΕ] έτους 1993, η οποία κατατέθηκε
στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών στις 6-8-1993 και μετά από
προηγούμενη έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο. Δυνάμει της ως άνω Συμβάσεως,
συμφωνήθηκαν και έγιναν αμοιβαία αποδεκτοί οι όροι του Νέου Μισθολογικού
Συστήματος έτους 1993 (αριθμ. …49/27.7.1993), το οποίο εφαρμόσθηκε στο
Τακτικό Προσωπικό του Δικτύου [Μόνιμο και Δόκιμο] από 1η Ιουλίου 1993. Συνεπεία
όλων αυτών των όρων, προϋποθέσεων και διατάξεων του ενιαίου Μισθολογίου, όλο το
προσωπικού του Κλάδου Ελιγμών εντάχθηκε από 1-7-1993 στην μισθολογική κατηγορία
της Υποχρεωτικής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης [ΥΕ]. Εξάλλου, με την καθιέρωση Νέου
… που κυρώθηκε με τον νόμο 2671/1998- ΦΕΚ 289/28.12.1998 και δυνάμει του
άρθρου 68 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι “οι αποδοχές του Προσωπικού
καθορίζονται με βάση την ισχύουσα, κάθε φορά, Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση
Εργασίας, την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τις διατάξεις της
Εργατικής Νομοθεσίας [άρθρο 68 παρ. 1]. Με το άρθρο δε 18 αυτού ορίζεται ως
ειδικό προσόν πρόσληψης στον κλάδο προσωπικού Ελιγμών ο απολυτήριος τίτλος
9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή άλλης ισοτίμου προς αυτόν. Με την ΕΣΣΕ έτους
1999- άρθρο ΙΙ-ΘΕΣΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ παράγραφος 2 : “Στο τέλος του εδαφίου ιδ της
παραγράφου 1 τον άρθρου 18 του ΓΕΚΑΠ προστέθηκε η εξής παράγραφος 2 “Στον
Κλάδο Προσωπικού Ελιγμών μπορούν να προσληφθούν και οι κατέχοντες απολυτήριο
Λυκείου γενικής κατεύθυνσης ή ενιαίου πολυκλαδικού Λυκείου αναλόγου
ειδικότητας, αυτής καθοριζόμενης με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου με την
προκήρυξη των θέσεων ή Τεχνικού ή Επαγγελματικού Λυκείου ή Τεχνικού –
Επαγγελματικού Λυκείου αναλόγου ειδικότητας, αυτής καθοριζομένης με απόφαση του
Διευθύνοντος Συμβούλου με την προκήρυξη των θέσεων ή εξαταξίου γυμνασίου”.
Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του ως άνω Ν. 2671/ 1998 ορίζεται ότι, “1. Από τη
θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργείται κάθε διάταξη νόμου, κανονισμού
εργασίας (ΓΕΚΑΠ, ΚΩΕΑΠ, ΚΔΑ) με ισχύ νόμου ή συλλογικής σύμβασης εργασίας, όροι
επιχειρησιακών συλλογικών συμφωνιών, αποφάσεις της Διοίκησης του Οργανισμού ή
των εντεταλμένων οργάνων του και πρακτική, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής
δεσμευτικότητας, που αντίκειται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του”, ενώ
με το άρθρο 21 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από
τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α` 289/28-12 -1998). Εν
συνεχεία δυνάμει της ΕΣΣΕ έτους 2005 όσοι από το Προσωπικό του Κλάδου Ελιγμών
κατείχαν Απολυτήριο Λυκείου η Ισότιμων με αυτό Σχολών Μέσης Εκπαίδευσης,
εντάχθηκαν στην μισθολογική κατηγορία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης [ΔΕ] από
1-8-2005. Ειδικότερα, η από 19.9.2005 ΕΣΣΕ, στην παράγραφο Ι – άρθρο 9 αυτής
ορίζει ότι “Από 1.8.2005 Προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών το οποίο
κατέχει Απολυτήριο Λυκείου ή Ισότιμων με αυτό Σχολών Μέσης Εκπαίδευσης,
εντάσσεται στη μισθολογική κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης [ΔΕ]
τροποποιούμενης στο σημείο αυτό της περιπτώσεως β της παραγράφου 4 του Νέου
Μισθολογικού Συστήματος έτους 1993”. Με την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας
έτους 2011, το προσωπικό του ΟΣΕ κατατάχθηκε από 1.6.2011 σε ανάλογη κατηγορία
[ΥΕ, ΜΕ, ΠΕ4 ΚΑΙ ΠΕ5] με βάση τα προσόντα του, εφόσον το πτυχίο που διέθετε
περιλαμβανόταν στις προϋποθέσεις για την απασχόληση στην θέση που κατείχε στις
31.12.2010. Ειδικότερα, η από 23.03.2011 ΕΣΣΕ στο άρθρο 2 παράγραφοι 1-6 αυτής,
ορίζει τα εξής: “Εφόσον περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις για την
απασχόληση του στη θέση που κατέχει στις 31/12 κάθε ημερολογιακού έτους, το
Πτυχίο κάθε Εργαζομένου προσδιορίζει την Κατηγορία που κατατάσσεται την 1/1 του
επόμενου ημερολογιακού έτους, ως εξής: Κατηγορία ΥΕ: απολυτήριο Γυμνασίου η
ισότιμο, Κατηγορία ΜΕ: απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμο ,Κατηγορία ΠΕ 4: πτυχίο ΑΕΙ
Ή ΤΕΙ ή ισότιμο (4ετούς φοίτησης), Κατηγορία ΠΕ5: πτυχίο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. ή
ισότιμο (5 έτους φοίτησης).
1. Για τις ανάγκες της παρούσας ως Πτυχίο νοείται κάθε τίτλος σπουδών σχολείου
(δημοτικού, Γυμνασίου ή Λυκείου) ή Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή
Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της ημεδαπής (ή κατά νόμο αναγνωρισμένος
ως ισότιμος αυτού), που ο Εργαζόμενος κατέχει και έχει καταθέσει μέχρι τις
31/12 κάθε προηγούμενου ημερολογιακού έτους στην αρμόδια για το Ανθρώπινο
δυναμικό Λειτουργική Μονάδα της Εταιρείας. Όπως και κάθε άλλη, προβλεπόμενη,
στην παρούσα κατάθεση εγγράφου, η κατάθεση αυτή αποδεικνύεται μόνο με έγγραφη
και ενυπόγραφη βεβαίωση κατάθεσης της παραπάνω Λειτουργικής Μονάδας,
αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου.
2. Για την κατάταξη σε Κατηγορία, λαμβάνεται υπόψη μόνον ένα Πτυχίο ανά
Εργαζόμενο, το εκάστοτε υψηλότερο κατατεθέν κατά την προηγούμενη παράγραφο. 3.
Πτυχίο, η κτήση του οποίου δεν περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις για την
κατάληψη της θέσης όπου ασχολείται ο Εργαζόμενος, δεν λαμβάνεται υπόψη στον
προσδιορισμό της Κατηγορίας του.
4. Η διάκριση της παρ. 1 μεταξύ πτυχίου 4ετούς και πτυχίου δετούς φοίτησης
αναφέρεται στην ελάχιστη επιτρεπτή χρονική διάρκεια κτήσης του πτυχίου.
5. Κατ’ εξαίρεση των συμφωνούμενων στο παρόν Άρθρο, εφόσον στις 31-12-2010
Εργαζόμενος στερούμενος Απολυτηρίου Λυκείου ή ισότιμου είχε παρά ταύτα ενταχθεί
στην Κατηγορία ΜΕ (Μέσης Εκπαίδευσης), παραμένει σ’ αυτήν”. Η από 3-8-1993
Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η από 9-6-1999 Επιχειρησιακή
Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η από 19.09.2005 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση
Εργασίας και η από 23.03.2011 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, έχουν περιβληθεί όλων
των απαιτούμενων διατυπώσεων δημοσιότητας και έχουν αποκτήσει ισχύ νόμου. Ο
προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης
ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας
ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι
προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι
προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση
εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε
αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται
εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την
κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με
τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας
κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των
διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών
παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το
δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης, η
αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του
άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή (με το
περιεχόμενο που αναφέρθηκε στην με αριθμό 2 σκέψη) ως νόμιμη, παραβίασε τις
διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και δη το
άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 532/1972, το άρθρο 17 παρ. 2 περ. ι’ της ΚΥΑ
41342/4616 (ΦΕΚ 1168Β/27-12-1996), την ΕΣΣΕ 1993, το άρθρο 68 παρ. 1 του νέου
… την ΕΣΣΕ 2005, την ΕΣΣΕ 2011 και δη τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1-6 και
του άρθρου 4 παρ. 2 αυτής, την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, τις διατάξεις
των άρθρων 14 παρ. 3 της ΕΣΣΕ 2011, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2
του ν. 3899/2010 και τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος. Από
την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που
δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ” Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι,
απασχολούνται στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία
“… Α.Ε.” με την αναφερόμενη στην αγωγή για τον καθένα ειδικότητα
και ανήκουν στον Κλάδο Προσωπικού Ελιγμών, έχοντας ενταχθεί στη μισθολογική
κατηγορία ΥΕ ως κάτοχοι απολυτηρίου 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Με την υπ’
αριθ….49/27.7.1993 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του …., καταρτίσθηκε το νέο
μισθολογικό σύστημα στο οποίο υπήχθη το τακτικό προσωπικό της εναγομένης και
ήδη εκκαλούσας από 1.7.1993, με το οποίο επιχειρήθηκε η οργάνωση μισθολογίου με
βάση τα τυπικά προσόντα του προσωπικού, δηλαδή υποχρεωτική πρωτοβάθμια
εκπαίδευση (ΥΕ), δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ΔΕ) κλπ, να ενταχθούν οι κλάδοι,
δηλαδή οι ειδικότητες, των εργαζομένων σε μισθολογικές κατηγορίες για να
εξαλειφθούν ανισότητες και ενδοκλαδικές αντιθέσεις εργαζομένων με όμοια τυπικά
προσόντα και διαφορετικές ειδικότητες. Ο σκοπός όμως αυτός δεν επιτεύχθηκε,
καθώς στην πράξη, με αποφάσεις της Διοίκησης του …, αναβαθμίσθηκαν μισθολογικά
εργαζόμενοι της μισθολογικής κατηγορίας ΥΕ σε κατηγορία ΔΕ, με αποτέλεσμα η
ένταξη διαφόρων ειδικοτήτων εργαζομένων, που ανήκαν μεν σε διαφορετικούς
κλάδους αλλά είχαν τα ίδια τυπικά προσόντα, να έχουν διαφορετική μισθολογική
μεταχείριση. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε παράπονα σε μερίδα εργαζομένων, που
ανήκαν στην κατηγορία ΥΕ, όπως οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι. Το ζήτημα αυτό
μάλιστα είχε ευρέως συζητηθεί και στο σωματείο του Προσωπικού Ελιγμών … καθώς
και στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών, που το υποστήριξαν με
παραστάσεις στη Διοίκηση του …., η οποία πάντα υποσχόταν ότι το θέμα θα λυθεί.
Όλοι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι έχουν ενταχθεί στην μισθολογική κατηγορία
ΥΕ, σύμφωνα με το μισθολόγιο του 1993, διότι ανήκουν στον κλάδο Προσωπικού
Ελιγμών και έχουν απολυτήριο 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ομοίως, έχουν
απολυτήριο 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης άλλες ειδικότητες εργαζομένων, οι
οποίοι ανήκουν στον κλάδο τεχνιτών μηχανοστασίων – εργοστασίων, ο οποίος
εντάσσεται στην κατηγορία ΔΕ και αμείβονται με το μισθολόγιο της κατηγορίας
αυτής ως εάν να ήταν κάτοχοι απολυτηρίου Λυκείου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι όλοι
οι παραπάνω εργαζόμενοι, μετά την πρόσληψη τους στον …, εκπαιδεύονται κατάλληλα
για να εκτελέσουν τα καθήκοντα του κλάδου, δηλαδή της ειδικότητάς τους, χωρίς η
εκπαίδευση αυτή να αποτελεί προσόν μισθολογικής προαγωγής, ένταξης ή
αναβάθμισης. Η άνιση αυτή μεταχείριση των εργαζομένων στον … με τυπικό προσόν
την 9ετή υποχρεωτική εκπαίδευση, εξουδετέρωσε στην πράξη τη μισθολογική
κατηγορία ΥΕ και έκανε ενιαία τη μισθολογική κατηγορία ΔΕ, η οποία πλέον
περιέχει εργαζομένους διαφόρων ειδικοτήτων, αυτών δηλαδή που το μισθολόγιο του
έτους 1993 υπήγαγε στις μισθολογικές κατηγορίες ΥΕ και ΔΕ. Ενδεικτικά στους
εργαζομένους αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι τεχνίτες Δ. Μ., Ι. Μ., Γ. Β., Γ.
Κ. και Α. Ρ., ο οποίος έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί, οι οποίοι έχουν τυπικό προσόν
9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης και παρά ταύτα αντί να ανήκουν στη μισθολογική
κατηγορία ΥΕ, όπως οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ήταν και είναι έως σήμερα
ενταγμένοι στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ, χωρίς να διαθέτουν το εκεί απαιτούμενο
τυπικό προσόν της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Όπως συνομολογεί και η εναγομένη
και ήδη εκκαλούσα, το Δ.Σ. της … είχε τη δυνατότητα να προβαίνει μονομερώς
και προς όφελος των εργαζομένων, δηλαδή χωρίς σύναψη ΕΣΣΕ στην τροποποίηση
διατάξεων του νέου μισθολογικού συστήματος του 1993. Στα πλαίσια δε αυτής της
δυνατότητας, προέκυψαν και οι δυσμενείς αυτές διακρίσεις με την αναβάθμιση κλάδων
εργαζομένων στην μισθολογική κατηγορία ΔΕ. Η δυνατότητα αυτή καταργήθηκε με τη
νεότερη διάταξη του άρθρου 68 του νέου ΓΕΚΑΠ (ΦΕΚ 289Α/28.12.1998), σύμφωνα με
την τελευταία παράγραφο του οποίου, οι αποδοχές του προσωπικού καθορίζονταν με
βάση την ισχύουσα κάθε φορά Επιχειρησιακή ΣΣΕ, την Εθνική Γενική ΣΣΕ και τις
διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Και στον νέο ΓΕΚΑΠ, με το άρθρο 18 αυτού,
το τυπικό προσόν πρόσληψης στον Κλάδο Προσωπικού Ελιγμών εξακολούθησε να
υφίσταται, ως απολυτήριος τίτλος 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή άλλης
ισοτίμου προς αυτήν σχολής, δηλ. της ΥΕ. Στο εν λόγω τυπικό προσόν πρόσληψης
στον συγκεκριμένο κλάδο, προστέθηκε και το απολυτήριο Λυκείου γενικής
κατεύθυνσης ή εξαταξίου γυμνασίου κλπ, με την ΕΣΣΕ 1999. Με την ΕΣΣΕ 2005, προσωπικό
του Κλάδου Ελιγμών που κατείχε απολυτήριο Λυκείου ή ισοτίμων με αυτό σχολών
μέσης εκπαίδευσης από 1.8.2005 εντάχθηκε στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ,
τροποποιούμενης στο σημείο αυτό της περ. β’ της παρ. 4 του Νέου Μισθολογικού
Συστήματος έτους 1993. Στην από 23.3.2011 ΣΣΕ, στο άρθρο 2 είχε προβλεφθεί ότι
“κατ’ εξαίρεση των συμφωνηθέντων στο παρόν άρθρο, εφόσον στις 31.12.2010
εργαζόμενος στερούμενος απολυτηρίου λυκείου ή ισοτίμου είχε παρά ταύτα ενταχθεί
στην κατηγορία μέσης εκπαίδευσης (ΜΕ), παραμένει σε αυτήν”. Με βάση τα
ανωτέρω, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν έχει ήδη από το 1998
τη δυνατότητα να αναβαθμίζει κλάδους εργαζομένων σε ανώτερη μισθολογική κλίμακα
παρά μόνο ακολουθώντας τις σχετικές ΣΣΕ, και ότι πλέον με τις ΣΣΕ 2005 και 2011
ορίσθηκε ότι στην μισθολογική κατηγορία ΔΕ έχουν ενταχθεί οι εργαζόμενοι του
προσωπικού του Κλάδου Ελιγμών που κατείχαν απολυτήριο λυκείου, ενώ όσοι εκ των
λοιπών εργαζομένων σε άλλους κλάδους αναβαθμίσθηκαν στο παρελθόν από ΥΕ σε ΔΕ
χωρίς να έχουν τα τυπικά προσόντα, παραμένουν στην μισθολογική κατηγορία ΔΕ,
χωρίς όμως να υπάρχει πλέον δυνατότητα επέκτασης αυτής της αναβάθμισης και
στους λοιπούς εργαζομένους των ιδίων τυπικών προσόντων. Ο ισχυρισμός της
εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ότι εφαρμόζει απλώς τις ισχύουσες ΣΣΕ χωρίς να
έχει διαφορετική δυνατότητα και συνεπώς ότι εκ του λόγου αυτού δεν υπάρχει
δυσμενής διάκριση, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς ήδη η δυσμενής
διάκριση από μέρους της έγινε με την αναβάθμιση μερικών μόνο κλάδων εργαζομένων
που είχαν τα ίδια τυπικά προσόντα με άλλους, η δε αποστέρηση το 1998 της
δυνατότητας λήψης τέτοιων αποφάσεων από το ΔΣ της …. δεν ανατρέπει το αρχικώς
δυσμενές της διακρίσεως. Ο δε ισχυρισμός της ότι δεν μπορεί να παραβλέψει τις
υποχρεωτικές γι’ αυτήν ΣΣΕ είναι απορριπτέος καθώς η πρόβλεψη της ΣΣΕ του 2011
ότι όποιος εργαζόμενος είχε ήδη ενταχθεί χωρίς τυπικά προσόντα στην ανώτερη
μισθολογική κατηγορία παραμένει σε αυτήν, δηλαδή χωρίς να επανέρχεται στην
κατηγορία ΥΕ από όπου είχε αναβαθμισθεί άνευ των τυπικών προσόντων στην
κατηγορία ΔΕ, αλλά και χωρίς να προβλέπεται δυνατότητα απάλειψης των δυσμενών
διακρίσεων με την αναβάθμιση και των λοιπών εργαζομένων με τα ίδια τυπικά
προσόντα, είναι άκυρη ως αντίθετη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και συνεπώς
μη εφαρμοστέα ως προς τους άλλους εργαζομένους ως αντισυνταγματική. Κατ’
ακολουθίαν απορριπτέος είναι ο λόγος εφέσεως που προβάλλει η εναγομένη και ήδη
εκκαλούσα, σύμφωνα με τον οποίο αδυνατεί να προβεί σε αναβάθμιση και των
εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων λόγω των κανονιστικών διατάξεων της ΣΣΕ 2011. Για
τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο οι
ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία ΔΕ επειδή
δεν κατείχαν απολυτήριο λυκείου όπως προέβλεπε η ΣΣΕ 2005, καθώς όπως προελέχθη
η αναβάθμισή τους στην κατηγορία ΔΕ πρέπει να γίνει ανεξαρτήτως του εάν
κατέχουν απολυτήριο λυκείου ή όχι, στα πλαίσια της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Τέλος απορριπτέος είναι και ο λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο η απόφαση στερείται
πλήρους αιτιολογίας, καθώς όπως ήδη προαναφέρθηκε μη εφαρμοστέα ως
αντισυνταγματική είναι η ΣΣΕ 2011 ως προς την παραμονή στην κατηγορία ΔΕ όσων
έχουν ήδη αναβαθμισθεί σε αυτήν στο παρελθόν άνευ των τυπικών προσόντων, χωρίς
όμως παράλληλα τη δυνατότητα αναβάθμισης και των άλλων εργαζομένων με τα ίδια
τυπικά προσόντα στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ. Η δε ανωτέρω άνιση μεταχείριση θα
απαλειφθεί μόνο με την εφαρμογή των ευνοϊκών ρυθμίσεων της ΣΣΕ 2011 και για
τους λοιπούς εργαζομένους, άρα και για τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους.
Έτσι, καθένας από αυτούς δικαιούται να λάβει αναδρομικά για τα έτη 2008-2012 τα
αιτούμενα χρηματικά ποσά, όπως τα επί μέρους κονδύλια λεπτομερώς αναφέρονται
στους συνημμένους στην αγωγή πίνακες, τους οποίους δεν αμφισβητεί ειδικότερα η
εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, νομιμοτόκως από τότε που κατέστη κάθε επί μέρους
κονδύλιο απαιτητό μέχρι την εξόφληση, γενομένης δεκτής της αγωγής ως κατ’
ουσίαν βάσιμης”. Μετά τις παραδοχές του αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο
απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την
πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε υποχρεωθεί η εναγομένη
να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα τα ποσά που εκεί αναλυτικά αναφέρονται, για
διαφορές επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος των ετών 2008 έως 2012
προς αποκατάσταση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της συνταγματικής αρχής
της ισότητας.
6. Με την κρίση αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο,
παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που
αναφέρονται στις με αριθμούς 3 και 4 μείζονες σκέψεις της παρούσας. Ειδικότερα,
σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 7 παρ. του ν. 1876/1990, οι
κανονιστικοί όροι των Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας έχουν άμεση
και αναγκαστική ισχύ, έχουν ουσιαστική ισχύ νόμου οι δε αποδοχές των
εργαζομένων της εναγομένης, η οποία αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει εξ
ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 1 του νέου Γενικού
Κανονισμού Προσωπικού του ….(ΓΕΚΑΠ έτους1998), καθορίζονται με βάση τις
ισχύουσες ΕΣΣΕ και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, επειδή δε για τους
εργαζομένους της στο κλάδο προσωπικού ελιγμών, όπως οι ενάγοντες, αρχικά
ορίστηκε ο απολυτήριος τίτλος 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή άλλης ισοτίμου
προς αυτήν κατά το άρθρο 18 του νέου ΓΕΚΑΠ, στη συνέχεια με την ΕΣΣΕ έτους 1999
προστέθηκε και το απολυτήριο Λυκείου γενικής κατεύθυνσης ή εξαταξίου Γυμνασίου,
δυνάμει δε της ΕΣΣΕ έτους 2005, όσοι από τον κλάδο των ελιγμών κατείχαν
απολυτήριο Λυκείου εντάχθηκαν από 1-8-2005 στη μισθολογική κατηγορία
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, και με βάση τέλος την ΕΣΣΕ έτους 2011, το προσωπικό
του … κατατάχθηκε από 1-6-2011 σε ανάλογη κατηγορία με βάση τα προσόντα που
κατείχε στις 31-12-2010, αφού η τελευταία έχει περιβληθεί, όπως άλλωστε και οι
προηγούμενες (ΕΣΣΕ), όλων των απαιτουμένων διατυπώσεων δημοσιότητας και έχουν
ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Συνεπώς, εφόσον η εναγομένη δεν ενέταξε τους ενάγοντες από 1-8-2005 στην
μισθολογική κατηγορία Μέσης Εκπαίδευσης, διότι δεν διέθεταν απολυτήριο Λυκείου,
(πράγμα που ισχυρίζονται στην αγωγή τους, ότι δηλαδή δεν κέκτηνται απολυτήρο
Λυκείου), στην συνέχεια δεν τους ενέταξε από 1-6-2011, στην κατηγορία υπαλλήλων
ΔΕ (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) από ΥΠ (υποχρεωτικής εκπαίδευσης), διότι αυτοί
δεν ενέπιπταν στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 της ΕΣΣΕ 2011 και εφόσον η
εναγομένη, δεν είχε πλέον σύμφωνα με το άρθρο 17 του ως άνω Ν. 2671/1998 από τη
θέση σε ισχύ του νόμου αυτού, που άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα
της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α` 289/28-12-1998), την εξουσία να τους υπαγάγει σε
υπαλλήλους ΔΕ, καθόσον αυτοί ήσαν ΥΕ, δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις (3ης και
4ης μείζονας σκέψης) και την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, τις
οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Αν η εναγομένη κατάτασσε τους ενάγοντες,
μετά την ισχύ του νέου της ΓΕΚΑΠ (έτος 1998) και την ισχύ των άνω ΕΣΣΕ, καίτοι
δεν είχαν απολυτήριο Λυκείου ή εξαταξίου Γυμνασίου, στην κατηγορία ΔΕ
(δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), εφόσον αυτοί είχαν απολυτήριο 9ετούς φοίτησης και
άρα ήσαν κατηγορίας ΥΕ, (υποχρεωτικής εκπαίδευσης), η παροχή αυτή της
εναγομένης προς τους ενάγοντες, δεν θα ήταν σύννομη και συνεπώς δεν μπορεί να
γίνει λόγος, στην προκειμένη περίπτωση, που η εναγομένη αρνήθηκε την εν λόγω
κατάταξη, για παραβίαση εκ μέρους της, της αρχής της ισότητας και της ίσης
μεταχείρισης, διότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελών παροχών σε ορισμένους
μισθωτούς, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών, που δεν τις έλαβαν,
διότι η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην
εργοδοτική παρανομία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν
μπορεί να αξιωθεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος. 7.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο
σύνολό της και παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου της αίτησης. Περαιτέρω και
σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α` ΚΠολΔ,( όπως έχει αντικατασταθεί με το
άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1
άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει
την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη
διευκρίνιση. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η
εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, εκεί
εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της,
διότι η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η
εκκαλούσα επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά
την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη
νόμιμη, διότι οι ενάγοντες δεν είχαν τα απαιτούμενα προσόντα για την κατάταξή
τους στην μισθολογική κατηγορία ΔΕ/ΜΕ, όπως τα προσόντα αυτά καθορίστηκαν με
τις αναφερόμενες, στις με αριθμούς 3 και 4 μείζονες σκέψεις, επιχειρησιακές
συμβάσεις εργασίας που αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο. Επομένως, δεν απαιτείται
περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να
κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του
λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση
του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Η
δικαστική δαπάνη ενώπιον του Αρείου Πάγου αλλά και του δεύτερου και πρώτου
βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω των
ερμηνευτικών δυσχερειών που υπήρξαν ως προς την αληθινή έννοια των διατάξεων
που εφαρμόσθηκαν (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 11289/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Δέχεται αυτή. Εξαφανίζει την 119/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 30-12-2014 (αριθμό κατάθεσης 2173/2014) αγωγή. Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Αρείου Πάγου αλλά
και του δεύτερου και πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2019.
Άρειος Πάγος 722/2019 Σύμβαση εργασίας καταρτισθείσα μεταξύ δημοτικής επιχειρήσεως και εργαζομένου κατά παρέκκλιση της διαδικασίας του Α.Σ.Ε.Π. είναι άκυρη, οπότε η άρνηση της δημοτικής επιχειρήσεως να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, δεν καθιστά αυτήν υπερήμερη
Απόφαση 722 / 2019
(Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 167 και 168 ΑΚ, κατά
τις οποίες αντιστοίχως “Η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο
αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί” και
“Η δήλωση της βούλησης δεν έχει καμιά ενέργεια, αν προηγουμένως ή
ταυτόχρονα περιήλθε σ’ εκείνον στον οποίο απευθύνεται ανάκλησή της”,
συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αναπτύσσει την άμεση
διαπλαστική ενέργεια αυτής, αφ’ ότου περιέλθει στο πρόσωπο, προς το οποίο
απευθύνεται, ανάκληση δε της καταγγελίας είναι δυνατή μόνον εάν η σχετική
δήλωση περιέλθει στον λήπτη, προ της περιελεύσεως της καταγγελίας ή συγχρόνως
με αυτή, ενώ, εάν περιέλθει μετά, δεν ανατρέπει αναδρομικώς την καταγγελία,
έστω και εάν συναινεί ο λήπτης αυτής, αλλά δύναται να οδηγήσει σε σύναψη νέας
συμβάσεως.
Επί αγωγής του εργαζομένου διωκούσης την επιδίκαση μισθών
υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι έχει καταγγείλει την
σύμβαση εργασίας συνιστά ένσταση, ο δε ισχυρισμός ότι ο εργοδότης ανακάλεσε την
καταγγελία και η σχετική δήλωση περιήλθε στον εργαζόμενο προ της περιελεύσεως της
καταγγελίας ή συγχρόνως με αυτή συνιστά αντένσταση του εργαζομένου.
Αφ’ ετέρου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και
3 του Συντάγματος αντιστοίχως, “Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος
σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται
από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με
προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού
δικαίου” και “Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και
τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που
προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την
πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που
προσλαμβάνεται”, ενώ με το από 6ης Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ’
Αναθεωρητικής Βουλής (Φ.Ε.Κ. 84Α’/17-4-2001) προσετέθησαν στο εν λόγω άρθρο 103
του Συντάγματος οι παράγραφοι 7 και 8, οι οποίες αντιστοίχως έχουν ως εξής:
“Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως
αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται
είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά
κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος
μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες
εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού
για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές
εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής” και “Νόμος ορίζει τους
όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο
Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για
την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο
της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά
το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί
να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο
μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των
συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν
και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου”.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 14
παρ. 1 περ. γ’ Ν. 2190/1994, ως η παρ. 1 του άρθρου 14 έχει αντικατασταθεί με
το άρθρο 1 Ν. 3812/2009, αντιστοίχως, “Η πλήρωση ιδρυόμενων ή υφιστάμενων
θέσεων, ο αριθμός, οι κατηγορίες και οι κλάδοι ή ειδικότητες των
προσλαμβανομένων αποφασίζονται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και κανονισμούς,
από τα αρμόδια όργανα της Κυβερνήσεως, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης
πρώτου και δεύτερου βαθμού και από τις διοικήσεις των νομικών προσώπων δημοσίου
και ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, σε όσες
περιπτώσεις δεν προσαπαιτείται εγκριτική απόφαση Υπουργών ή του Πρωθυπουργού ή
του Υπουργικού Συμβουλίου. Η πλήρωση των θέσεων που αποφασίζεται κατά την
παρούσα παράγραφο υπάγεται στην αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π., με επιφύλαξη των
διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 14 του παρόντος” και “Στις διατάξεις
των κεφαλαίων Α’, Β’ και Γ’, όπως ισχύουν, υπάγονται όλοι οι φορείς του
δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6
του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α’) και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν από την
τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’). Στον κατά τα πιο
πάνω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο
υπάγονται επίσης: … γ. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και
δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους”. Από τις ως άνω
διατάξεις συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας καταρτισθείσα μεταξύ δημοτικής
επιχειρήσεως και εργαζομένου κατά παρέκκλιση της διαδικασίας του Α.Σ.Ε.Π. είναι
άκυρη, οπότε η άρνηση της δημοτικής επιχειρήσεως να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του
εργαζομένου, δεν καθιστά αυτήν υπερήμερη.
Αριθμός 722/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου
Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη –
Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία
και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις
μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία “…”
που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο της ………., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Μ. του Σ., κατοίκου …, 2)Θ. Α. του Α., κατοίκου …,
3)Α. Α. του Χ., κατοίκου …, 4)Α. Τ. του Σ., κατοίκου …, και 5)Κ. Λ. του Β.,
κατοίκου …. Οι 1ος, 3η, 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο
δικηγόρο τους ………………., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του
Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια
δικηγόρο του ……………., που κατέθεσε προτάσεις, και B)Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του …………….., με δήλωση του
άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία “…” (…)
που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο της ……………, που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2013 αγωγή των Π. Μ., Θ. Α., Α. Α., Α.
Τ. και Κ. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι
αποφάσεις: 5727/2013 μη οριστική, 5060/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και
351/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης
ζητούν η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την από 1/9/2017 αίτησή της και ο
Π. Μ. με την από 4/10/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που
εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της δημοτικής επιχείρησης ζήτησε την παραδοχή της από 1/9/2017
αίτησης και την απόρριψη της από 4/10/2017 αίτησης, η πληρεξούσια του Θ. Α. την
απόρριψη της από 1/9/2017 αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους
στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει
να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των υπό κρίση από 1ης Σεπτεμβρίου 2017 και
4ης Οκτωβρίου 2017 αιτήσεων αναιρέσεως του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου –
δημοτικής επιχειρήσεως υπό την επωνυμία “…” και του Π. Μ. του Σ.
αντιστοίχως, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ’ αριθμόν 351/2017 απόφαση του
Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, καθ’ όσον λόγω της μεταξύ τους συναφείας διευκολύνεται
η διεξαγωγή της δίκης. Επειδή, οι ήδη αναιρεσίβλητοι της πρώτης των ως άνω
αιτήσεων αναιρέσεως Π. Μ. του Σ., Θ. Α. του Α., Α. Α. του Χ., Α. Τ. του Σ. και
Κ. Λ. του Β. άσκησαν κατά της δημοτικής επιχειρήσεως “…” την από
7ης Ιανουαρίου 2013 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενοι ότι συνεδέοντο με την
εναγομένη με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τις οποίες η
εναγομένη κατήγγειλε ακύρως λόγω μη καταβολής αποζημιώσεως απολύσεως, εζήτησαν
την αναγνώριση της ακυρότητος των εν λόγω καταγγελιών και την επιδίκαση υπέρ
εκάστου μισθών υπερημερίας και επικουρικώς αποζημιώσεως απολύσεως, διαφοράς
δεδουλευμένων αποδοχών και επικουρικώς αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου
πλουτισμού, και επιδομάτων εορτών και αδείας, εξεδόθη δε η υπ’ αριθμόν
5060/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν
μέρει δεκτή η αγωγή. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η εναγομένη “…” και
οι ως άνω ενάγοντες άσκησαν τις από 13ης Ιανουαρίου 2015 και 16ης Ιανουαρίου
2015 εφέσεις αντιστοίχως, μετά συνεκδίκαση των οποίων εξεδόθη αντιμωλία των
διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθη κατ’ ουσίαν η
έφεση των εναγόντων, έγινε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση της εναγομένης
και μετ’ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, εν
συνεχεία δε η “…” και ο Π. Μ. άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις
αναιρέσεως. Οι εν λόγω αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως
προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει
κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθούν περαιτέρω ως
προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους. Επειδή, κατά την διάταξη του
άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο κατά παράβαση
του νόμου εδέχθη ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει
δεδικασμένο επί τη βάσει αποφάσεως, η οποία έχει εξαφανισθεί συνεπεία ενδίκου
μέσου ή έχει αναγνωρισθεί ως ανύπαρκτη. Αφ’ ετέρου, από τις διατάξεις των
άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι οριστικές αποφάσεις
των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες δεν δύνανται να προσβληθούν δι’ ανακοπής
ερημοδικίας και εφέσεως, αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των ιδίων προσώπων, το
οποίο εκτείνεται και επί των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων, εφ’ όσον τα εν
λόγω ζητήματα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κριθέντος κυρίου ζητήματος και
το δικαστήριο είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει επ’ αυτών, ενώ μόνη η
άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως δεν αναστέλλει την ισχύ του δεδικασμένου της
αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Παρεμπίπτον ζήτημα επί αποφάσεως, με την οποία
επιδικάζονται επί μέρους αξιώσεις εργαζομένου, αποτελεί η βασική έννομη σχέση,
από την οποία εκπορεύονται οι εν λόγω αξιώσεις, το δεδικασμένο δε εκτείνεται
και επ’ αυτής, εφ’ όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις και δεν υφίσταται
μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος. Η εν λόγω βασική έννομη σχέση αποτελεί
στοιχείο του πραγματικού του δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την νέα αγωγή,
οπότε το δεδικασμένο ανάγεται στην ουσιαστική βασιμότητα του αντικειμένου της
νέας δίκης και το δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει την νέα αγωγή, είναι
υποχρεωμένο να δεχθεί ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει η προδικαστική έννομη σχέση,
όπως ακριβώς καλύπτεται από το δεδικασμένο, ενώ πάσα αμφισβήτηση αυτής ή
επίκληση αντιθέτων ισχυρισμών είναι απαράδεκτη.
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της
αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι από
την υπ’ αριθμόν 75/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς,
εκδοθείσα επί αγωγής του Π. Μ. κατά της δημοτικής επιχειρήσεως “…”,
με την οποία έχουν επιδικασθεί υπέρ αυτού δεδουλευμένες αποδοχές ως αποζημίωση
εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, προέκυπτε δεδικασμένο ως προς το ότι ο Π. Μ. είχε
απασχοληθεί υπό άκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 1ης
Νοεμβρίου 1996 μέχρι 6ης Δεκεμβρίου 2012, οπότε και απελύθη, βάσει δε της εν
λόγω παραδοχής, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι η απόλυση του Π. Μ. δεν έπασχε
ακυρότητα και επιδίκασε υπέρ αυτού αποζημίωση απολύσεως, επίδομα εορτών Χριστουγέννων
και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω διαφοράς
δεδουλευμένων αποδοχών. Με την αίτηση αναιρέσεως του Π. Μ. προσάπτεται με τον
μόνο λόγο αυτής η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο διέλαβε στην
αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της τηρήσεως
των όρων του Κανονισμού της επιχειρήσεως αναφορικώς με την πρόσληψη του
αναιρεσείοντος, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί της εγκυρότητος
ή μη της συμβάσεως εργασίας αυτού, ενώ με την αίτηση αναιρέσεως της δημοτικής
επιχειρήσεως “…” προσάπτονται οι αιτιάσεις: με τον πρώτο λόγο, καθ’
ο μέρος αφορά τον Π. Μ., ότι το Μονομελές Εφετείο διέλαβε στην
αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ανεπαρκή αιτιολογία, διότι απεφάνθη ότι ο εν λόγω
αναιρεσίβλητος είχε απασχοληθεί υπό σχέση εξηρτημένης εργασίας, χωρίς να δεχθεί
συγκεκριμένα περιστατικά εξαρτήσεως αυτού από την εργοδότιδα επιχείρηση, με τον
τρίτο λόγο, ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι ο Π. Μ. είχε απασχοληθεί υπό
σχέση εξηρτημένης εργασίας, ενώ είχε προσληφθεί υπό σύμβαση έργου, παρεβίασε
τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 4 εδ. α’ και β’ Ν. 2190/1994 και 6 παρ. 1 και
6 Ν. 2527/1997, και με τον τέταρτο λόγο, ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένως
εδέχθη την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ’ αριθμόν 75/2016 απόφαση του
Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, αφού έχει ασκηθεί κατ’ αυτής αίτηση αναιρέσεως
και εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως. ‘Όμως, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι. Ο
τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της δημοτικής επιχειρήσεως
“…” ως αβάσιμος, αφού η ύπαρξη δεδικασμένου δεν αναιρείται από μόνη
την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως, από την οποία προκύπτει το
δεδικασμένο, οι λοιποί δε λόγοι, ο μόνος της αιτήσεως αναιρέσεως του Π. Μ. και
οι πρώτος και τρίτος της αιτήσεως αναιρέσεως της δημοτικής επιχειρήσεως
“…”, ως απαράδεκτοι, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω η ύπαρξη
δεδικασμένου ως προς το παρεμπίπτον ζήτημα του είδους και του κύρους της
συμβάσεως, υπό την οποία απησχολήθη ο Π. Μ. στην “…”, το οποίο
αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα και της υπό κρίση διαφοράς, δεσμεύει την κρίση του
δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την παραδοχή ότι ο Π. Μ. απησχολήθη υπό άκυρη
σύμβαση εξηρτημένης εργασίας. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1
και 681 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και
διατηρηθεί εν ισχύι συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις
οποίες αντιστοίχως, “Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση
να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και
αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό”, “Με τη σύμβαση έργου ο
εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη
συμφωνημένη αμοιβή” και “Δια του όρου “μισθωτός” νοούνται
τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε
φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής. Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή
χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ)
ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του
αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας – αμοιβή κατ’
αποκοπήν)”, συνάγεται ότι σύμβαση εξηρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι
συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και ο
εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, ο
οποίος δικαιούται να δίδει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες προς τον εργαζόμενο
και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο
παροχής της εργασίας, ενώ, εάν ελλείπει το στοιχείο της εξαρτήσεως, υφίσταται
σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αντιδιαστέλλονται δε οι εν λόγω συμβάσεις από
την σύμβαση μισθώσεως έργου, με την οποία οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην
επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, ο δε εργολάβος δεν δεσμεύεται
από οδηγίες και εντολές του εργοδότη, υποχρεούμενος μόνον να εκτελέσει το έργο
συμφώνως προς τους όρους της συμβάσεως. Οι ειδικοί κανόνες του εργατικού
δικαίου, όπως οι περί αποζημιώσεως απολύσεως, χορηγήσεως αδείας, επιδομάτων
εορτών κλπ, ως έχοντες θεσπισθεί εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την
οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξηρτημένη εργασία, έχουν εφαρμογή
μόνον επί συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση
εξηρτημένης εργασίας, και όχι και επί συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή
μισθώσεως έργου. Ο χαρακτηρισμός δε της συμβάσεως ως εξηρτημένης εργασίας ή
ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή μισθώσεως έργου εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο
μετ’ αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών προσδίδει τον ορθό
νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίον
έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στην σύμβαση, ή τον οποίον προβλέπει ο κανονισμός του
εργοδότη έστω και εάν αυτός έχει ισχύν νόμου (ΟλΑΠ 7/2011, 8/2011), τούτο δε
ισχύει και επί των εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και του ευρυτέρου δημοσίου
τομέως (ΟλΑΠ 18/2006). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ,
αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν
στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί
ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν
στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς
πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα
οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού
δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει
ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη αναφορικώς προς τους αναιρεσιβλήτους Θ. Α., Α.
Α., Α. Τ. και Κ. Λ. τα εξής: “Κατά τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997 και
10 παρ.5 του Ν.3051/2002, οι επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., όπως η εναγομένη,
υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του Ν.2190/1994 καθόσον αφορά την πρόσληψη του
διοικητικού και μη προσωπικού τους όλων των κατηγοριών, με εξαίρεση μόνο του
ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των διευθυνόντων υπαλλήλων τους. Oι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη,…ο
δεύτερος” (Θ. Α.ς) “στις 1-6-2008, δυνάμει της υπ’ αριθμ.
1298/7.5.2008 απόφασης του Α’ Τμήματος του ΑΣΕΠ, η τρίτη” (Α. Α.)
“στις 1-3-1999, δυνάμει του υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού
“συνεργασίας”, εξάμηνης διάρκειας, ο τέταρτος” (Α. Τ.)
“στις 15-7-2000, δυνάμει του υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού
“σύμβασης έργου”, οκτάμηνης διάρκειας και ο πέμπτος” (Κ. Λ.)
“στις 1-4-1994 με “σύμβαση αορίστου χρόνου”, προκειμένου να
προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα των τεχνικών ήχου – ηχοληπτών.
Σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων παρείχαν την εργασία τους κατά τα ακόλουθα
χρονικά διαστήματα,…β) ο δεύτερος από τις 1.6.2008 έως τις 5.12.2012, γ) η
τρίτη από τις 1.3.1999 έως τις 6.12.2012, δ) ο τέταρτος από τις 15.7.2000 έως
τις 5.12.2012 και ε) ο πέμπτος από τις 1.4.1994 έως τις 28.12.1997 και από τις
1.4.2002 έως τις 5.12.2012. Όμως, μετά από καταγγελία ενώπιον του ΑΣΕΠ…οι
συμβάσεις των εναγόντων, όπως και άλλων υπαλλήλων, κρίθηκαν παράνομες και…η
εναγόμενη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, των μεν πρώτου και τρίτης
στις 6.12.2012, των δε λοιπών στις 5.12.2012, επιδίδοντας σ’ αυτούς εξώδικη δήλωση
– καταγγελία χωρίς ωστόσο να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Εξάλλου, μέχρι τότε όφειλε σε αυτούς υπόλοιπα δεδουλευμένων αποδοχών και
επιδομάτων εορτών και αδείας του έτους 2012…Ήδη με την αγωγή τους, όπως ήδη
αναφέρθηκε, ισχυρίζονται ότι συνδέονται με την εναγομένη με έγκυρη σύμβαση
εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και γι αυτό ακύρως κατήγγειλε τις
συμβάσεις τους, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης…Η τρίτη και ο
τέταρτος των εναγόντων, παρείχαν την εργασία τους συνεχώς και αδιαλείπτως από
τον χρόνο πρόσληψής τους…μέχρι και τον χρόνο απόλυσής τους…καλύπτοντας
πάγιες και διαρκείς ανάγκες της, η οποία χρειάζονταν σε σταθερή βάση τις
υπηρεσίες τους ως ηχοληπτών για την ομαλή λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού
της, χωρίς οι διαδοχικές σιωπηρές ανανεώσεις των συμβάσεων εργασίας τους να
δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς. Επομένως, το σύνολο των διαδοχικών,
διαρκώς ανανεούμενων σιωπηρώς, συμβάσεων εργασίας τους με την εναγομένη,
συνιστά μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα,
για μεν την τρίτη στις 1.3.1999, για δε τον τέταρτο στις 15.7.2000 και ούσες
ενεργές πριν από την ισχύ των παρ. 7 και 8 του αρθρ. 103 του Συντάγματος
(18.4.2001), καθώς και την ισχύ του ΠΔ 164/2004 και ειδικότερα κατά την
ημερομηνία που έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία
1999/70/ΕΚ (10.7.2002) καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3
του Ν. 2112/1920, ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των
παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην
προκειμένη περίπτωση εφαρμογή και ανεξαρτήτως της τήρησης των διατυπώσεων που
απαιτούνται με ποινή ακυρότητας από τους ν. 2190/1994 και 2527/1997 σύμφωνα με
τα άνω αναφερόμενα στη νομική σκέψη. Ο δεύτερος ενάγων προσλήφθηκε από την
εναγομένη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της
υπ’ αριθμ. 1298/07.05.2008 απόφασης του ΑΣΕΠ…Επομένως, εφόσον οι δεύτερος,
τρίτη και τέταρτος ενάγοντες συνδέονταν με την εναγομένη με έγκυρες συμβάσεις
αορίστου χρόνου, η τελευταία ακύρως προέβη σε καταγγελία δίχως να τους
καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αρνούμενη δε να αποδεχθεί τις προσηκόντως
προσφερόμενες υπηρεσίες τους περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και
τους οφείλει μισθούς υπερημερίας. Επιπλέον, οφείλει σ’ αυτούς τις δεδουλευμένες
αποδοχές και τα επιδόματα εορτών και αδείας των κατωτέρω χρονικών διαστημάτων,
σύμφωνα με την κύρια βάση της αγωγής τους, στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση
εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου…Επίσης, αναφορικά με τους δεύτερο και
τέταρτο, δεν ασκεί εν προκειμένω, έννομη επιρροή η γενόμενη στις 10.9.2010
καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους, διότι αυτή ανακλήθηκε στις 1.10.2010
και επομένως, εφόσον η ανάκληση αυτής έγινε με την συναίνεσή τους συνεπάγεται
τη συνέχιση της καταγγελθείσας σύμβασης, αφού με την ανάκληση αίρεται
αναδρομικά η δήλωση της καταγγελίας και θεωρείται ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση
λύσης της εργασιακής σχέσης …. Όσον αφορά τον πέμπτο δεν αποδείχθηκε ότι
παρείχε την εργασία του συνεχώς και αδιαλείπτως από τον χρόνο πρόσληψής του
στις 1.4.1994, μέχρι και τον χρόνο απόλυσής του, καθόσον από το προσκομιζόμενο
αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε παροχή της εργασίας του κατά το μεσοδιάστημα
από 28.12.1997 έως 1.4.2002, ώστε οι συμβάσεις του να μην μπορούν να
χαρακτηριστούν ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού
από τον χρόνο λήξης της τελευταίας σύμβασης στις 28.12.1997 μεσολάβησε μεγάλο
χρονικό διάστημα, μέχρι την κατάρτιση της επόμενης στις 1.4.2002, η οποία
(επομένη σύμβαση) έλαβε χώρα μετά την ισχύ των παρ.7 και 8 του άρθρ. 103 του
Συντάγματος (18.04.2001) που απαγορεύουν την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας
ορισμένου χρόνου ή έργου σε αορίστου χρόνου, ακόμα και σε περίπτωση που
καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου
τομέα και επομένως δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου
κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον για την
απασχόληση του πέμπτου δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τους Ν. 2527/1997 και
2190/1994 διαδικασία, η σύμβασή του με την εναγόμενη ήταν άκυρη και συνεπώς
συνδέονταν και αυτός με αυτήν με απλή εργασιακή σχέση ώστε η εναγομένη μη
αποδεχόμενη τις υπηρεσίες των άνω εναγόντων (πρώτου και πέμπτου) να μην
καθίσταται υπερήμερη και να μην υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας,
ούτε στη συνέχιση των σχέσεων εργασίας τους, αφού αυτές μη αναγνωριζόμενες από
τον νόμο δεν δύνανται να εξακολουθήσουν χωρίς την θέλησή της. Για το λόγο αυτό
πρέπει να απορριφθεί η σχετική κύρια βάση της αγωγής τους για καταβολή μισθών
υπερημερίας και δεδουλευμένων αποδοχών, στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση
εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όμως, δικαιούνται,
σύμφωνα με την επικουρική βάση της, αποζημίωση απόλυσης και τα οφειλόμενα σε
αυτούς επιδόματα εορτών και αδείας, των κατωτέρω αναφερόμενων χρονικών
διαστημάτων, τα οποία αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου…ενώ οι
δεδουλευμένες αποδοχές τους, για τα ίδια χρονικά διαστήματα, οφείλονται σε
αυτούς με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως συνιστώσες την
ωφέλεια την οποία απεκόμισε η εναγομένη και την οποία θα κατέβαλε, δυνάμει
έγκυρης σύμβασης, σε άλλους μισθωτούς του αυτού επαγγέλματος και των αυτών
επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την αυτή εργασία, υπό τις
επικρατούσες στον τόπο παροχής της συνθήκες, κατά την οποία η εναγομένη έχει
αδικαιολόγητα πλουτίσει”. Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως
αναιρέσεως της δημοτικής επιχειρήσεως “…”, καθ’ ο μέρος αφορά τους
Θ. Α., Α. Α., Α. Τ. και Κ. Λ., προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο
διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ανεπαρκή αιτιολογία, διότι απεφάνθη ότι
οι ανωτέρω απησχολήθησαν υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας οι τρεις πρώτοι και
υπό σχέση εξηρτημένης εργασίας ο τέταρτος, χωρίς να δεχθεί συγκεκριμένα
περιστατικά εξαρτήσεως αυτών από την εργοδότιδα επιχείρηση. Ο εν λόγω λόγος, εκ
του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως
προς τον Θ. Α., ο οποίος προσελήφθη υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου
χρόνου δυνάμει αποφάσεως του Α.Σ.Ε.Π., ενώ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει
δεκτός ως προς τους Α. Α., Α. Τ. και Κ. Λ., αφού, ενώ εδέχθη κατά τα ανωτέρω το
Μονομελές Εφετείο ότι αυτοί είχαν προσληφθεί υπό σύμβαση έργου, εν συνεχεία
έκρινε ότι πράγματι απησχολήθησαν υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας οι δύο
πρώτοι και υπό σχέση εξηρτημένης εργασίας ο τρίτος, χωρίς να παραθέσει
συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά καταδεικνύοντα την εν λόγω εξάρτηση, η εν
λόγω δε παράλειψη δημιουργεί έλλειμμα αιτιολογίας και ως προς την αναγνώριση
των συμβάσεων των δύο πρώτων και της σχέσεως του τρίτου ως εξηρτημένης εργασίας
και ως προς τα επιδικασθέντα υπέρ αυτών ποσά, αφού υποχρέωση καταβολής
αποζημιώσεως απολύσεως και επιδομάτων εορτών και αδείας υφίσταται κατά τα ανωτέρω
μόνον επί συμβάσεως ή σχέσεως εξηρτημένης εργασίας και όχι και εάν πρόκειται
σύμβαση ή σχέση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβαση έργου. Επειδή, από τις
διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α’ και 908 εδ. α’ ΑΚ, κατά τις οποίες
αντιστοίχως, “Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την
περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια” και
“Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που
τυχόν έλαβε απ’ αυτό”, συνάγεται αφ’ ενός ότι επί παροχής εργασίας υπό
άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιώτερος,
υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του
μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον
εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του
απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν παροχές προσιδιάζουσες
αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, αφ’ ετέρου ότι ο εν λόγω
πλουτισμός απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής της εργασίας
υπό άκυρη σύμβαση και συνεπώς υφίσταται και αν ακόμη ο εργοδότης δεν θα είχε
προσλάβει αντί του απασχοληθέντος άλλον μισθωτό υπό έγκυρη σύμβαση. Τα αυτά
ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου
σύμβαση προς το Δημόσιο ή τους φορείς του ευρυτέρου δημοσίου τομέως. Εξ άλλου,
κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν
έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,
εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως,
εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν
εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με
εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως της
δημοτικής επιχειρήσεως “…” προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές
Εφετείο, δεχόμενο ότι οι Π. Μ. και Κ. Λ. εδικαιούντο αποζημιώσεως εξ
αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών, ως συνιστώσης
την ωφέλεια, την οποία απεκόμισε η δημοτική επιχείρηση εκ του ότι θα κατέβαλλε
αυτήν σε άλλους μισθωτούς του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών
προσόντων και ικανοτήτων υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, παρεβίασε τις διατάξεις
των άρθρων 21 παρ. 1, 2 Ν. 2190/1994 και 904 επ. ΑΚ, αφού η δημοτική επιχείρηση
δεν είχε την δυνατότητα να προσλάβει προσωπικό υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ο
εν λόγω λόγος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει
να απορριφθεί, αφού, συμφώνως προς τα προαναφερθέντα, βάσει των κατά τα ανωτέρω
γενομένων δεκτών στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιστατικών, η δημοτική
επιχείρηση επλούτισε αδικαιολογήτως από μόνη την παροχή της εργασίας υπό άκυρη
σύμβαση των ανωτέρω μισθωτών, ενεχομένη σε απόδοση της εντεύθεν ωφελείας, αδιαφόρως
εάν θα είχε προσλάβει ή μη αντ’ αυτών άλλους μισθωτούς υπό έγκυρη σύμβαση.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 167 και 168 ΑΚ, κατά τις οποίες
αντιστοίχως “Η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου
περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί” και “Η
δήλωση της βούλησης δεν έχει καμιά ενέργεια, αν προηγουμένως ή ταυτόχρονα
περιήλθε σ’ εκείνον στον οποίο απευθύνεται ανάκλησή της”, συνάγεται ότι η
καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική ενέργεια αυτής,
αφ’ ότου περιέλθει στο πρόσωπο, προς το οποίο απευθύνεται, ανάκληση δε της
καταγγελίας είναι δυνατή μόνον εάν η σχετική δήλωση περιέλθει στον λήπτη, προ
της περιελεύσεως της καταγγελίας ή συγχρόνως με αυτή, ενώ, εάν περιέλθει μετά,
δεν ανατρέπει αναδρομικώς την καταγγελία, έστω και εάν συναινεί ο λήπτης αυτής,
αλλά δύναται να οδηγήσει σε σύναψη νέας συμβάσεως. Επί αγωγής του εργαζομένου
διωκούσης την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εναγομένου
εργοδότη ότι έχει καταγγείλει την σύμβαση εργασίας συνιστά ένσταση, ο δε
ισχυρισμός ότι ο εργοδότης ανακάλεσε την καταγγελία και η σχετική δήλωση
περιήλθε στον εργαζόμενο προ της περιελεύσεως της καταγγελίας ή συγχρόνως με
αυτή συνιστά αντένσταση του εργαζομένου. Αφ’ ετέρου, κατά τις διατάξεις του άρθρου
103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος αντιστοίχως, “Κανένας δεν μπορεί να
διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις
μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και
επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο
με σχέση ιδιωτικού δικαίου” και “Οργανικές θέσεις ειδικού
Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται
με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους
όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το
προσωπικό που προσλαμβάνεται”, ενώ με το από 6ης Απριλίου 2001 Ψήφισμα της
Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής (Φ.Ε.Κ. 84Α’/17-4-2001) προσετέθησαν στο εν λόγω άρθρο
103 του Συντάγματος οι παράγραφοι 7 και 8, οι οποίες αντιστοίχως έχουν ως εξής:
“Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως
αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται
είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά
κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος
μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες
εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού
για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές
εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής” και “Νόμος ορίζει τους
όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο
Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για
την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο
της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά
το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί
να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο
μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των
συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και
ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου”. Περαιτέρω, κατά τις
διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 14 παρ. 1 περ. γ’ Ν. 2190/1994, ως η παρ. 1
του άρθρου 14 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 Ν. 3812/2009, αντιστοίχως,
“Η πλήρωση ιδρυόμενων ή υφιστάμενων θέσεων, ο αριθμός, οι κατηγορίες και
οι κλάδοι ή ειδικότητες των προσλαμβανομένων αποφασίζονται, σύμφωνα με τις
κείμενες διατάξεις και κανονισμούς, από τα αρμόδια όργανα της Κυβερνήσεως, των
οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και από τις
διοικήσεις των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του
άρθρου 14 του παρόντος νόμου, σε όσες περιπτώσεις δεν προσαπαιτείται εγκριτική
απόφαση Υπουργών ή του Πρωθυπουργού ή του Υπουργικού Συμβουλίου. Η πλήρωση των
θέσεων που αποφασίζεται κατά την παρούσα παράγραφο υπάγεται στην αρμοδιότητα
του Α.Σ.Ε.Π., με επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 14 του
παρόντος” και “Στις διατάξεις των κεφαλαίων Α’, Β’ και Γ’, όπως
ισχύουν, υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται
με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α’) και τις
μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51
του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’). Στον κατά τα πιο πάνω δημόσιο τομέα και για την
εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο υπάγονται επίσης: … γ. Οι
Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως
επιχειρήσεις τους”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι σύμβαση
εργασίας καταρτισθείσα μεταξύ δημοτικής επιχειρήσεως και εργαζομένου κατά
παρέκκλιση της διαδικασίας του Α.Σ.Ε.Π. είναι άκυρη, οπότε η άρνηση της
δημοτικής επιχειρήσεως να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, δεν καθιστά
αυτήν υπερήμερη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της
αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι την 10η
Σεπτεμβρίου 2010 η δημοτική επιχείρηση κατήγγειλε τις συμβάσεις των Θ. Α. και
Α. Τ., εν συνεχεία όμως την 1η Οκτωβρίου 2010 προέβη με την συναίνεση των εν
λόγω εργαζομένων στην ανάκληση των καταγγελιών, η οποία συνεπάγεται την
συνέχιση των καταγγελθεισών συμβάσεων, καθ’ όσον με την ανάκληση αίρεται
αναδρομικώς η δήλωση της καταγγελίας και θεωρείται ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση
λύσεως της εργασιακής σχέσεως, βάσει δε και των εν λόγω παραδοχών έκρινε
περαιτέρω άκυρη την καταγγελία των συμβάσεων των Θ. Α. και Α. Τ. και επιδίκασε
υπέρ αυτών μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας και διαφορές
δεδουλευμένων αποδοχών. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε ευθέως
τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 167, 168 ΑΚ, 103 παρ. 2, 3, 7, 8 του
Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 14 παρ. 1 περ. γ’ Ν. 2190/1994, αφού συμφώνως προς
τα ανωτέρω η επιγενομένη ανάκληση των καταγγελιών δεν επέφερε την αναβίωση των
καταγγελθεισών συμβάσεων εργασίας, αλλά την σύναψη νέων συμβάσεων, οι οποίες
όμως, εφ’ όσον έγιναν κατά παρέκκλιση της διαδικασίας του Α.Σ.Ε.Π., πάσχουν
ακυρότητα και η μη αποδοχή των υπηρεσιών των ως άνω εργαζομένων από την
αναιρεσείουσα δεν κατέστησε αυτήν υπερήμερη.
Συνεπώς, οι πέμπτος και όγδοος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως της
δημοτικής επιχειρήσεως “…”, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,
με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο υπό τις
προαναφερόμενες παραδοχές, παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου,
είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων
118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της
αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο η
αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν
να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον
συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559
ΚΠολΔ λόγους.
Εν προκειμένω, με τον ένατο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως
αναιρέσεως της δημοτικής επιχειρήσεως “…” προσάπτεται η αιτίαση ότι
το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των Θ.
Α., Α. Α. και Α. Τ. έγινε ακύρως, χωρίς όμως να λάβει στοιχειώδη πρόνοια και να
ακυρώσει προς προστασία της δημοτικής επιχειρήσεως και την σχετική έκθεση του
Α.Σ.Ε.Π., με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω μισθωτοί είχαν
προσληφθεί ακύρως, παρεβίασε τις αρχές της αναλογικότητος και της δικαίας
δίκης. Ο εν λόγω λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής
εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα
κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον
ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί
δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε
συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και δια της
παραδοχής ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος,
κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι τυχόν περιλαμβανόμενοι άλλοι
λόγοι, εκτός εάν δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον. Εάν ο Άρειος
Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως
δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται
συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 – 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την
υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση
δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου
να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ’ αριθμ. 1, 2, 3, 6
έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση
ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την
αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από
άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.
Εν προκειμένω, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως της δημοτικής επιχειρήσεως
“…” οι αφορώντες τον Π. Μ. έχουν κατά τα ανωτέρω απορριφθεί,
επομένως η εν λόγω αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτόν, όπως επίσης
πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως του ιδίου, της οποίας ο μόνος
λόγος απερρίφθη ως απαράδεκτος. Ως προς τους Θ. Α., Α. Α., Α. Τ. και Κ. Λ. η
αίτηση αναιρέσεως της δημοτικής επιχειρήσεως “…”, εν όψει των κατά
τα ανωτέρω δεκτών γενομένων λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί
καθ’ ολοκληρίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς
περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η
σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση, ενώ
παρέλκει κατά τα προαναφερθέντα η εξέταση των έκτου και εβδόμου λόγων της εν
λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι αφορώντες την Α. Α. και τον Α. Τ.
αντιστοίχως περιέχουν αιτιάσεις ως προς επί μέρους διατάξεις, ως προς τις
οποίες η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει κατά τα ανωτέρω αναιρεθεί δυνάμει των
δεκτών γενομένων λόγων.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180
παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν η δημοτική επιχείρηση
“…” ως αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Π. Μ.
και ο Π. Μ. ως αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δημοτικής
επιχειρήσεως “…” επίσης οι Θ. Α.ς, Α. Α., Α. Τ. και Κ. Λ. στην
πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δημοτικής επιχειρήσεως “…”, ως
ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση από 1ης Σεπτεμβρίου 2017 και 4ης Οκτωβρίου
2017 αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμόν 351/2017 αποφάσεως του Μονομελούς
Εφετείου Πειραιώς.
Απορρίπτει την από 1ης Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως ως προς τον Π. Μ. του
Σ..
Απορρίπτει την από 4ης Οκτωβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους Θ. Α. του Α., Α. Α. του Χ., Α. Τ. του
Σ. και Κ. Λ. του Β..
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου,
συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει την δημοτική επιχείρηση “…” ως αναιρεσείουσα στην
πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Π. Μ. του Σ. ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800)
ευρώ και τον Π. Μ. του Σ. ως αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων
της δημοτικής επιχειρήσεως “…” ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ,
επίσης τους Θ. Α. του Α., Α. Α. του Χ., Α. Τ. του Σ. και Κ. Λ. του Β. στην
πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δημοτικής επιχειρήσεως “…” ποσού
χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-
Άρειος Πάγος 838/2019 Τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946) προκύπτει ότι τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του (ΑΠ 4/2012, ΑΠ 1811/2011, ΑΠ 177/2001, ΑΠ 13/1992).
Αριθμός 838/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα.
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ., κατοίκου …, 2)Σ. Α., κατοίκου …, 3)Κ. Α. κατοίκου …, 4)Ι. Α., κατοίκου …, 5)Κ.-Θ. Β., κατοίκου …, 6)Α. Β., κατοίκου …, 7)Ι. Γ., κατοίκου …, 8)Ν. Δ., κατοίκου …, 9)Α. Δ., κατοίκου …, 10)Α. Θ., κατοίκου …, 11)Ά. Κ., κατοίκου … 12)Α. Κ., κατοίκου …, 13)Α. Κ., κατοίκου …, 14)Α. Κ., κατοίκου …, 15)Ε. Κ., κατοίκου …, 16)Π. Κ., κατοίκου …, 17)Μ. Λ., κατοίκου …, 18)Β. Λ., κατοίκου …, 19)Μ. Μ., κατοίκου …, 20)Μ. Μ., κατοίκου …, 21)Π. Μ., κατοίκου …, 22)Ε. Ν., κατοίκου …, 23)Ά. Ν., κατοίκου …, 24)Μ. Π., κατοίκου …, 25)Ε. Π., κατοίκου …, 26)Ε. Σ., κατοίκου …, 27)Ν. Σ., κατοίκου …, 28)Ε. Σ., κατοίκου …, 29)Χ. Τ., κατοίκου …, 30)Γ. Φ., κατοίκου …, 31)Μ. Γ., κατοίκου …, 32)Μ. Δ., κατοίκου …, 33)Π. Δ., κατοίκου …, 34)Α. Κ., κατοίκου …, 35)Α. Κ., κατοίκου …, 36)Ι. Μ., κατοίκου …, 37)Μ. Σ., κατοίκου …, 38)Γ. Σ., κατοίκου …, 39)Δ. Σ., κατοίκου …, 40)Μ. Τ., κατοίκου …, 41)Π. Τ., κατοίκου …, 42)Π. Τ., κατοίκου …, 43)Ι. Τ., κατοίκου …, 44)Γ. Τ., κατοίκου …, και 45)Ε. Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ……………………, ο οποίος δήλωσε ότι ο 29ος παραιτείται του δικογράφου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ………………….., ο οποίος ανακάλεσε την από 22/3/2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2358/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6538/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/2/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα που αφορούν την διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποίος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον διάδικο αυτόν. Τις κλητεύσεις αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται κατά τη συζήτηση. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.3 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία στον Άρειο Πάγο η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Ειδικά όμως για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4509/2017. Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Επίσης από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.3, 98, 294, 296, 297, 299 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτονόητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της παραίτησης από το δικόγραφο ενδίκου μέσου, όπως είναι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, εκ μέρους διαδίκου (αναιρεσείοντος) εκπροσωπουμένου από δικηγόρο, είναι η προηγουμένη παροχή πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο, προς τούτο δε αρκεί και η παροχή γενικής πληρεξουσιότητας (ΑΠ 378/2016, ΑΠ 1377/2015). Διαφορετικά η σχετική δήλωση του δικηγόρου είναι ανίσχυρη και δεν επάγεται τα έννομα αυτής αποτελέσματα της κατάργησης της ανοιγείσας με την αναίρεση δίκης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης από 10.2.2016 και με αριθ. κατάθ. 240/2016 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (26 Μαρτίου 2019), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, άπαντες οι αναιρεσείοντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ………………….., ο οποίος δήλωσε παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 29ο των αναιρεσειόντων Τ. Χ.. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τον πιο πάνω διάδικο για την παραίτηση αυτή. Ούτε άλλωστε προκύπτει ότι από τον διάδικο αυτό είχε χορηγηθεί ρητή πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και τον εν συνεχεία προσδιορισμό αυτής ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, από το δικόγραφο της οποίας να μπορεί να παραιτηθεί στη συνέχεια ο ως άνω δικηγόρος εκπροσωπώντας τον διάδικο αυτό, εφ’ όσον δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από ΚΕΠ ή οποιαδήποτε δημόσια ή δημοτική αρχή περί παροχής πληρεξουσιότητας από αυτόν προς την πιο πάνω δικηγόρο. Επομένως, η δήλωση του ως άνω δικηγόρου ότι παραιτείται του δικογράφου ως προς τον διάδικο αυτόν είναι ανίσχυρη και δεν επάγεται κατάργηση της ανοιγείσας με την αναίρεση δίκης ως προς αυτόν. Εξ άλλου, η κατά τα άνω έλλειψη πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια ότι ο ανωτέρω διάδικος θεωρείται δικονομικά απών. Τέλος δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εάν ο διάδικος αυτός [από κοινού με τους λοιπούς ομοδίκους του που παρίστανται προσηκόντως] τελικά επέσπευσε (ακύρως) ή όχι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992) ή, αντιθέτως, επέσπευσε τη συζήτηση αυτής η αντίδικός του ανώνυμη εταιρεία, εφ’ όσον δεν προσκομίζεται η σχετική έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την επ’ αυτού επισημείωση της επίδοσης από τον δικαστικό επιμελητή. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αντιδίκου του 29ου των αναιρεσειόντων αναιρεσίβλητης εταιρείας κλήτευση αυτού, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι αυτός κλητεύθηκε νομίμως κατά τη συζήτηση, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 10.2.2016 και με αριθ. κατάθ. 240/26.4.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6538/31.10.2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 31.1.2012 και με αριθ. κατάθ. 1099/15.2.2012 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2358/20.12.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσία η ως άνω έφεση των εκκαλούντων – εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη [και με επικουρική σκέψη και ως αόριστη, – μη ερευνηθέντος του σχετικού λόγου έφεσης από το Εφετείο] την από 18.3.2010 και με αριθ. κατάθ. 59012/1619/2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την καταβολή του ποσού των 19.727,28 ευρώ στον καθένα από αυτούς για διαφορές στα φιλοδωρήματα των ετών 2005 έως 2008, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει σε απορριπτικό της έφεσής των πόρισμα, διέλαβε στο σκεπτικό της το μεν ανεπαρκείς, το δε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την αιτία για την οποία έχει συμφωνηθεί με όρο των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας μέρος των φιλοδωρημάτων να παρακρατείται από την αναιρεσίβλητη εταιρεία σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι από το παρακρατούμενο ποσό, μετά την αφαίρεση των όσων δικαιούτο ν’ αφαιρέσει, δεν απέμενε υπόλοιπο προς περαιτέρω διανομή, μη αξιολογώντας μάλιστα το με επίκληση προσκομισθέν από 27.3.2007 πρακτικό συμφωνίας για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθώς και ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού του συνόλου των εισπραττομένων φιλοδωρημάτων ως μισθού αυτών. Εφόσον όμως με την προσβαλλομένη απόφαση η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη, χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, οι επικαλούμενες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946) προκύπτει ότι τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του (ΑΠ 4/2012, ΑΠ 1811/2011, ΑΠ 177/2001, ΑΠ 13/1992). Εξ άλλου με το άρθρο 3 παρ. 8 εδ. τελ. του Ν. 2206/1994 “Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία, έλεγχος καζίνων και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α 62) ορίσθηκε ότι με υπουργική απόφαση ρυθμίζεται η λήψη φιλοδωρημάτων από το προσωπικό (των καζίνο). Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, με το άρθρο 9 παρ.1 της κατά τον επίδικο χρόνο (2005 – 2008) ισχύουσας με αριθ. Τ/6736/1 Ιουλίου 2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης “Κανονισμός Διοικητικού Ελέγχου και Εποπτείας της λειτουργίας των Καζίνο” (ΦΕΚ Β 929/4.7.2003), που αντικατέστησε την με αυτή καταργηθείσα προηγουμένη με αριθ. 962/17.5.1995 απόφαση του Υπουργού Τουρισμού (ΦΕΚ Β 440/1995), ρυθμίζονται τα της λήψης φιλοδωρημάτων από τους τεχνικούς υπαλλήλους τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών εκ μέρους των παικτών του Καζίνο. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ειδικότερα ότι: “Οι παίκτες του Καζίνο επιτρέπεται, κατά την διεξαγωγή των επιτραπέζιων παιχνιδιών, να δίνουν με δική τους βούληση και πρωτοβουλία φιλοδώρημα. Κανένας υπάλληλος των επιτραπέζιων παιχνιδιών δεν επιτρέπεται να λαμβάνει το φιλοδώρημα ιδιαιτέρως ή ατομικώς για αποκλειστικά ίδιο όφελος (εδ. α). Τα φιλοδωρήματα λαμβάνονται από τον κρουπιέρη, πρέπει δε να ρίπτονται αμέσως από αυτόν σε κουτί φιλοδωρημάτων (TIP’S BOX) των τραπεζιών παιχνιδιών (εδ. β). …(εδ. γ). Μετά τη λήξη των επιτραπέζιων παιχνιδιών και κατά το κλείσιμο των τραπεζιών, το περιεχόμενο κάθε κουτιού φιλοδωρημάτων καταμετράται και καταγράφεται, ξεχωριστά ανά τραπέζι, στο ημερήσιο δελτίο φιλοδωρημάτων. Στη διαδικασία αυτή παρίσταται υποχρεωτικά Εντεταλμένος για έλεγχο υπάλληλος της Διεύθυνσης Καζίνο, ο οποίος υπογράφει το δελτίο φιλοδωρημάτων και κρατά ένα αντίγραφο αυτού. Οι καταμετρημένες μάρκες και το δελτίο φιλοδωρημάτων παραδίδονται στο ταμείο του Καζίνο (εδ. δ). Το φιλοδώρημα κατανέμεται μηνιαία αποκλειστικά μεταξύ των υπαλλήλων των επιτραπέζιων παιχνιδιών, όπως ειδικότερα ορίζεται από τη Σύμβαση Εργασίας των υπαλλήλων με το Καζίνο (εδ. ε). Δεν επιτρέπεται στο Καζίνο να κατανέμει στους υπαλλήλους που εργάζονται στα τμήματα του Κλειστού Συστήματος Οπτικοακουστικής Παρακολούθησης (C.C.T.V.) και Ασφάλειας – Φύλαξης (Security) ποσοστό φιλοδωρημάτων που προέρχονται από τα επιτραπέζια τυχερά παιχνίδια (εδ. στ)”. Εξ άλλου στο παράρτημα Α των από 20.10.2003, 2.6.2005 και 21.5.2007 επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ε.σ.σ.ε.), που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (2005 -2008) και ειδικότερα από 1.9.2003 έως 31.12.2005 η πρώτη (άρθ.13 αυτής), από 1.1 έως 31.12.2006 η δεύτερη (η οποία παρέτεινε την ισχύ της πρώτης μέχρι 31.12.2006) και από 1.1.2007 έως 31.12.2008 η τρίτη (άρθ. 12 αυτής), καθορίσθηκαν ειδικότερα οι όροι εργασίας και αμοιβής των τεχνικών υπαλλήλων τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών καζίνο που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία “… ΑΕ”, στο πλαίσιο συλλογικών συμφωνιών που καταρτίσθηκαν μεταξύ της τελευταίας και του Πανελλαδικού Σωματείου Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων.
Με το άρθρο 5 της πρώτης ε.σ.σ.ε. και το ομοίου περιεχομένου με μικρές διαφοροποιήσεις άρθρο 4 της τρίτης ε.σ.σ.ε. ορίσθηκαν σχετικά τ’ ακόλουθα, όσον αφορά τα φιλοδωρήματα: “Α) τα φιλοδωρήματα που προβλέπονται στο άρθρο 9 της Τ/6736/1.7.2003 (ΦΕΚ 929/Β/4.7.2003) απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης (νυν Τουριστικής Ανάπτυξης) [στην πρώτη από 20.10.2003 ε.σ.σ.ε. γίνεται μνεία του άρθρου 16 της – προηγουμένης – 962/17.5.95 ΦΕΚ Β 18.5.95 Υ.Α.] διανέμονται μηνιαίως και μέχρι ύψους 425.532 ευρώ για το καζίνο ως εξής, [καταργουμένης κάθε σχετικής προηγουμένης ρύθμισης – η φράση αυτή προστέθηκε με την τελευταία ε.σ.σ.ε.]: 1) Σε ποσοστό 70% μεταξύ των αμειβομένων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει 15 έτη προϋπηρεσία στα Καζίνο της Ελλάδας. 2) Σε ποσοστό 50% μεταξύ των αμειβομένων, οι οποίοι προσλαμβάνονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 2003. 3) Το δε υπόλοιπο ποσοστό 30% ή και 50% κατά περίπτωση, παραμένει στα έσοδα του καζίνο για την κάλυψη μέρους των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων. Σε περίπτωση που το μηνιαίο φιλοδώρημα για το καζίνο υπερβεί το ποσό των 425.532 ευρώ, η κατά τα παραπάνω κατανομή του υπερβαίνοντος τα 425.532 ευρώ φιλοδωρήματος θα γίνεται κατά ποσοστό 60% στους εργαζομένους και 40% στον εργοδότη, για την περίπτωση (1) ανωτέρω. Β) Στη διανομή του φιλοδωρήματος δεν συμμετέχουν α) όσοι δεν ασκούν πραγματική υπηρεσία ως τεχνικοί παιγνίων στα επιτραπέζια παίγνια και για όσο χρόνο διαρκεί η μη πραγματική απασχόλησή τους στα επιτραπέζια παίγνια και β) οι μη συμπληρώσαντες δύο μήνες υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της προϋπηρεσίας των (νεοπροσλαμβανόμενοι), γ) Η διανομή των φιλοδωρημάτων γίνεται με μοναδικό κριτήριο το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας σε καζίνο της Ελλάδας με την ειδικότητα του τεχνικού παιγνίων στα επιτραπέζια παίγνια ως εξής: Με τη συμπλήρωση δύο μηνών λαμβάνεται ένας πόντος και στη συνέχεια ένας πόντος ανά δύο μήνες μέχρι και τη συμπλήρωση του 24ου μήνα. Δηλαδή σύνολο χορηγουμένων πόντων με τη συμπλήρωση του δεύτερου έτους δώδεκα (12) πόντοι συνολικά. Με τη συμπλήρωση του τρίτου έτους ένας πόντος για κάθε έτος, μέχρι τη συμπλήρωση του ενάτου χρόνου (δηλ. για τα εννέα έτη συμπληρωμένα λαμβάνονται 19 πόντοι συνολικά). Από το δέκατο έτος και εφεξής και μέχρι τέλους υπηρεσίας, χορηγείται ένας πόντος ανά δύο έτη. δ) Για κάθε αδικαιολόγητη απουσία θα περικόπτεται το 1/22 του μηνιαίου ποσού φιλοδωρημάτων που αναλογούν στον εργαζόμενο που απουσίασε. ε) Τα ποσά των φιλοδωρημάτων που αφαιρούνται θα μεταφέρονται στον επόμενο μήνα και θα προστίθενται στο διανεμητέο ποσό του μήνα αυτού. στ) Σε περίπτωση ασθενείας, τα αναλογούντα στον εργαζόμενο φιλοδωρήματα χορηγούνται κανονικά για το χρονικό διάστημα απουσίας λόγω ασθενείας, σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία (25 ημέρες). ζ) Τα φιλοδωρήματα καταβάλλονται στην εργαζομένη και καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και λοχείας, εφόσον βρίσκεται σε νόμιμη άδεια. η) Τα φιλοδωρήματα καταβάλλονται και στις ημέρες ρεπό που προβλέπονται από την παρούσα, τις ημέρες αδείας μετ’ αποδοχών που προβλέπονται από την παρούσα, την εργατική νομοθεσία καθώς και τις ημέρες συνδικαλιστικής αδείας. θ) Τα φιλοδωρήματα, ως κυμαινόμενες μηνιαίες αποδοχές, αποτελούν μέρος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών και λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό δώρων εορτών, επιδόματος αδείας, αμοιβής για νυχτερινή απασχόληση, απασχόληση καθ’ ημέρα Κυριακή και αργία, υπερωριακή απασχόληση και λοιπών υποχρεώσεων του εργοδότη που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία. ι) Κατά τις ημέρες που η επιχείρηση Καζίνο παραμείνει εκτός λειτουργίας από υπαιτιότητα του εργοδότη, το διανεμητέο φιλοδώρημα συμπληρώνεται από τον εργοδότη μέχρι του ύψους του μέσου όρου των τελευταίων 12 μηνών [Ρητά συμφωνείται ότι στην περίπτωση αυτή δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση ανωτέρας βίας και δυσμενών καιρικών συνθηκών – το εδάφιο αυτό προστέθηκε στην τρίτη από 21.5.2007 ε.σ.σ.ε)] .
κ) Ο εργοδότης παραδίδει στο Σωματείο στο τέλος κάθε μήνα ημερήσιο και μηνιαίο δελτίο φιλοδωρήματος, καθώς και αναλυτικό μηνιαίο πίνακα κατανομής φιλοδωρημάτων”. Με τη διάταξη αυτή των ως άνω ε.σ.σ.ε., ενώ ρυθμίζεται και μάλιστα λεπτομερώς ο τρόπος υπολογισμού του ύψους των διανεμομένων φιλοδωρημάτων στους απασχολουμένους στα τυχερά επιτραπέζια παίγνια τεχνικούς, ως και η τύχη αυτού σε διάφορες περιπτώσεις (αδικαιολόγητη απουσία, ασθένεια, άδεια για διάφορους λόγους, υπερημερία εργοδότη), δεν ρυθμίζεται ρητά η τύχη του τυχόν εναπομένοντος υπολοίπου (μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων) από το ποσοστό του 30% ή 50% [και για ποσά φιλοδωρημάτων άνω των 425.532 ευρώ μηνιαίως ποσοστό 40%] που παρακρατείται από την αναιρεσίβλητη εταιρεία και ειδικότερα εάν το υπόλοιπο αυτό θα παραμείνει στην εργοδότρια εταιρεία ως έσοδο ή θα διανεμηθεί και αυτό στους εν λόγω εργαζομένους. Από την αναφορά όμως στη σχετική ρύθμιση υπό στοιχείο Α αριθ. 3 της ως άνω διάταξης των ε.σ.σ.ε ότι το ως άνω ποσοστό παραμένει στα έσοδα του καζίνο “για την κάλυψη μέρους των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων”, ρύθμιση με την οποία συναρτάται η παρακράτηση του πιο πάνω ποσού με συγκεκριμένο σκοπό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το προαιρετικώς καταβαλλόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδώρημα αποτελεί μέρος του μισθού των εργαζομένων, εφ’ όσον τούτο έχει συμφωνηθεί ρητά (όπως στην προκειμένη περίπτωση) ή σιωπηρά, ότι ανεξαρτήτως του κινήτρου του πελάτη (για λόγους επιβράβευσης της εξυπηρέτησης αυτού από τον εργαζόμενο ή για λόγους πρόληψης ή τύχης κατά τη διάρκεια του παιγνίου) το φιλοδώρημα απευθύνεται από αυτόν προς τον εργαζόμενο και όχι προς την επιχείρηση με συνέπεια να μην μπορεί να θεωρηθεί ως “έσοδο” αυτής και με την διέπουσα το εργατικό δίκαιο αρχή ότι σε περίπτωση αμφιβολίας οι κανονιστικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται υπέρ του εργαζομένου, συνάγεται ότι σε περίπτωση που μετά την αφαίρεση των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών παραμένει υπόλοιπο από το παρακρατούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό φιλοδωρημάτων, το υπόλοιπο αυτό είναι διανεμητέο μεταξύ των δικαιούχων τεχνικών τυχερών επιτραπεζίων παιγνίων, ανάλογα με τους πόντους του καθενός κατά την περί τούτου από το εδάφιο (γ) σχετική ρύθμιση, αναλόγως εφαρμοζομένη (πρβλ. ΑΠ 4/2012, όπου όμως στην σχετική ε.σ.σ.ε που αφορούσε τους τεχνικούς τυχερών επιτραπέζιων παιγνίων που απασχολούντο στο Καζίνο του …. ρητώς προβλεπόταν η καταβολή στους άνω εργαζομένους του εναπομένοντος υπολοίπου, μετά την αφαίρεση των κρατήσεων, στο τέλος κάθε έτους). Είναι δε αδιάφορο ότι στην ανωτέρω ε.σ.σ.ε δεν ορίζεται ρητά ότι το τυχόν υπόλοιπο επαναδιανέμεται μεταξύ των δικαιούχων, ούτε συνακόλουθα ρυθμίζεται ο τρόπος επαναδιανομής του. Τελείως δε διάφορο είναι το ζήτημα της τυχόν μη ύπαρξης καταλοίπου από το ποσοστό αυτό μετ’ αφαίρεση των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών, ζήτημα που αναφέρεται στην ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής αξίωσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 18.3.2010 και με αριθ. κατάθ. 59012/1619/2010 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες [επί συνόλου 45 αρχικά εναγόντων] ιστορούσαν ότι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθησαν στις 11.2.2004 η 1η, στις 12.2.2004 οι 2ος έως και 30ος και στις 20.2.2004 οι 31η έως 45η εξ αυτών από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία που εκμεταλλεύεται το καζίνο της …., ως τεχνικοί τυχερών επιτραπέζιων παιγνίων (γκρουπιέ) και απασχολούνται με την ειδικότητα αυτή μέχρι σήμερα (πλην της 3ης εξ αυτών, της οποίας λύθηκε η σύμβαση στις 2.7.2009). Ότι βάσει των σχετικών διατάξεων των από 20.10.2003, 2.6.2005 και 21.5.2007 επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που κατήρτισε το κλαδικό σωματείο των τεχνικών υπαλλήλων τυχερών επιτραπέζιων παιγνίων με την εναγομένη εταιρεία (τις οποίες παραθέτει), προβλέφθηκε ο τρόπος και η διαδικασία διανομής των φιλοδωρημάτων μεταξύ αυτών και της εναγομένης. Ότι μετά την διανομή των φιλοδωρημάτων κατά τον ανωτέρω συμφωνηθέντα τρόπο, επί των οποίων η εναγομένη εταιρεία προέβαινε σε κρατήσεις των νόμιμων εργατικών ασφαλιστικών εισφορών κατά την πληρωμή αυτών, και μετά και την αφαίρεση και των αναλόγων εργοδοτικών εισφορών επί του παρακρατουμένου από την εναγομένη ποσοστού επί των φιλοδωρημάτων, παραμένουν αδιανέμητα σημαντικά συνολικά ανά μήνα χρηματικά ποσά φιλοδωρημάτων, τα οποία θα έπρεπε να διανεμηθούν σε αυτούς. Ότι τα ποσά αυτά για το χρονικό διάστημα των ετών 2005, 2006, 2007, 2008, αφού αφαιρεθούν κατά τα άνω οι εργοδοτικές εισφορές, με βάση τους γενόμενους στην αγωγή ανά μήνα λεπτομερείς υπολογισμούς αναλόγως του αριθμό των πόντων που συγκεντρώνει ο καθένας των εναγόντων, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 19.727,28 ευρώ για τον καθένα από αυτούς. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 19.727,28 ευρώ με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους ποσό μηνιαίως που μνημονεύεται στην αγωγή από το τέλος κάθε μήνα που αυτό έπρεπε να καταβληθεί και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 2358/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερμηνεύοντας τις σχετικές ρυθμίσεις των ε.σ.σ.ε. αποφάνθηκε ότι, λόγω έλλειψης σχετικής ρύθμισης των ε.σ.σ.ε, το δικαίωμα των εναγόντων για τη λήψη των φιλοδωρημάτων που τους αντιστοιχεί εξαντλείται με την αρχική διανομή και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. Με επικουρική σκέψη και για τους εκεί αναγραφόμενους λόγους απέρριψε και ως αόριστη την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 31.1.2012 και με αριθ. 1099/2012 έφεσή αυτών, παραπονούμενοι τόσο για την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, όσο και ως αόριστης. Επί της ως άνω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτό, αφού διέλαβε στο σκεπτικό του τις πιο πάνω διατάξεις των ε.σ.σ.ε, έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή με την εξής αιτιολογία: “Από το ανωτέρω άρθρο των προαναφερόμενων συλλογικών συμβάσεων εργασίας συνάγεται σαφώς, χωρίς να δημιουργείται κανένα κενό, ότι τα φιλοδωρήματα κατανέμονται μεταξύ των αμειβομένων και της εναγομένης κατά τα ως άνω ποσοστά, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε επαναδιανομή οιουδήποτε ποσού ή οποιουδήποτε ποσοστού. Αν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν κάτι τέτοιο θα το όριζαν σαφώς, καθώς και τον τρόπο οποιασδήποτε επαναδιανομής, όπως ορίζεται με κάθε λεπτομέρεια ο τρόπος της διανομής, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, κάτι που δεν συνάγεται εν προκειμένω. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι σαφείς ως προς το σημείο αυτό, ορίζοντας ότι το ποσοστό 30% ή και 50% κατά περίπτωση παραμένει στα έσοδα του καζίνο και δεν συνάγεται οποιαδήποτε βούληση των μερών για οτιδήποτε διαφορετικό, ούτε αφήνεται περιθώριο ερμηνείας των συλλογικών συμβάσεων”. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες – ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής των ως μη νόμιμης και συνακόλουθα την έφεση στο σύνολό της.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε τις κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 5 στοιχ. α αριθ. 3 της από 20.10.2003 ε.σ.σ.ε, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε μέχρι τέλος του 2006 με την 2.6.2005 ομοία ε.σ.σ.ε. και του ομοίου περιεχομένου άρθρου 4 στοιχ. Α αριθ. 3 της από 21.5.2007 ε.σ.σ.ε σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της με αριθ. Τ/6736/1.7.2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 εδ. τελ. του Ν. 2206/1994 και με εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946). Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Αντιθέτως δεν είναι βάσιμος ο επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και εμμέσως διέγνωσε κενό στις πιο πάνω ρυθμίσεις των ε.σ.σ.ε., οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν παύουν να φέρουν τον χαρακτήρα σύμβασης που προκύπτει μετά από συλλογικές διαπραγματεύσεις, δεν εφάρμοσε για την ερμηνεία του σχετικού όρου αυτών τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Είναι δε αβάσιμος ο αναιρετικός αυτός λόγος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 7 του Ν.1876/1990 που ορίζει στην παρ. 1 ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, προκύπτει ότι οι κανονιστικοί, ως εν προκειμένω, όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων, όπως είναι και οι προαναφερθείσες διατάξεις, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και επομένως δεν έχουν επ’ αυτών εφαρμογή οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1426/1998, ΑΠ 264/1999). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, απορριπτομένων των λοιπών, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.2.2016 αίτησης αναίρεσης ως προς τον 29ο των αναιρεσειόντων Τ. Χ..
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την με αριθ. 6538/31.10.2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.