ΑΠ 380/2019 Πειθαρχική ποινή – Εσωτερικός κανονισμός – Επιλογή από τον εργοδότη ηπιότερου μέτρου έναντι της καταγγελίας.

Απόφαση 380 / 2019    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Περίληψη

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012).

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013ΑΠ 904/2012). Όμως για την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή / και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν.

Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 3789/1957 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας”, η οποία ορίζει “Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών…” (σχετ. ΑΠ 157/2003, ΑΠ 769/2016).

Κατά συνέπεια εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, που να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή / και τις πειθαρχικές ποινές που μπορεί να επιβληθούν γι’ αυτά ή / και που να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, για το λόγο ότι ο εργοδότης, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής. Δεν αποκλείεται βεβαίως σε όλως οριακές περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση της έλλειψης εσωτερικού κανονισμού προβλέποντος πειθαρχικό έλεγχο του εργαζομένου, ο έλεγχος από το δικαστήριο του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από την άποψη της εκ μέρους του εργοδότη παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία ουσιαστικά συνιστά την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 897/2012, ΑΠ 1889/2017).

Αριθμός 380/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: δευτεροβάθμιου σωματείου με την επωνυμία “…”, (…), που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σοφία Μαϊλιάνη και Ευτύχιο – Δημήτριο Καλαμίδα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Βασιλακάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά του αναιρεσιβλήτου: τριτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία “…” (….), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο – Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της … (….). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 769/2016 απόφαση του Β1′ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Κατόπιν της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 122/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από 28/12/2017 αίτησή του και το προσθέτως παρεμβαίνων σωματείο με την από 30/7/2018 πρόσθετη παρέμβασή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματίου ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 622 παρ. 2 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, (όπως η διάταξη αυτή ισχύει από 1.1.2016 μετά την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ – άρθ. 591 έως 681 Δ – με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ενόψει του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης την 29.12.2017), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση. Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το Ν. 4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ. 2 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 675 Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθ. 9 παρ.1 του Ν. 3189/2003. Επομένως το προσθέτως παρεμβάν τριτοβάθμιο σωματείο με την επωνυμία “… (….).”, του οποίου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δευτεροβάθμιο σωματείο με την επωνυμία “… (…)”, υπέρ του οποίου παρενέβη, τυγχάνει τακτικό μέλος, επικαλούμενο ως έννομο συμφέρον την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των μελών του, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος, αλλά και του ιδίου, εφόσον αυτό είναι υπόχρεο στην καταβολή ποσού που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία ενός μηνός των υπηρετούντων φυλάκων θήρας των μελών του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, παραδεκτώς παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς υπεράσπιση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του υπέρ ου παρενέβη διαδίκου, καταθέτοντας το από 30.7.2018 και με αριθ. κατάθεσης 9/2018 ίδιο δικόγραφο, το οποίο εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτού προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο “πρόσθετης παρέμβασης” ως επιγράφεται, καθότι αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι το προσθέτως παρεμβαίνον είχε ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τότε εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δευτεροβάθμιου σωματείου κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκη και κατά συνέπεια την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος είχε διατηρήσει στη συνέχεια τόσο κατά την δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παρέστη, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Με την από 28 Δεκεμβρίου 2017 και με αριθ. κατάθ. 39/29.12.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 122/17.10.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθ. 769/21.12.2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε κατά πλειοψηφία η προηγουμένη με αριθ. 118/3.12.2014 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 122/2017 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως κατ’ ουσία αβάσιμη η από 12 Οκτωβρίου 2011 και με αριθ. κατάθ. 43/21.10.2011 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η με αριθ. 46/20.4.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10.9.2008 και με αριθ. κατάθ. 38/16.9.2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά τα κεφάλαια αναγνώρισης της ακυρότητας της από 30.4.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σωματείου και υποχρέωσης του τελευταίου ν’ αποδεχθεί την εργασία του ενάγοντος ως θηροφύλακα με απειλή χρηματικής ποινής (με την πρωτόδικη απόφαση είχε επίσης απορριφθεί ως αόριστη η αγωγή κατά τα κεφάλαια καταβολής αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μετά τον γενόμενο μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό) και στη συνέχεια, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ’ ουσία από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της κατά τα άνω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε το εναγόμενο σωματείο ν’ αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με απειλή χρηματικής ποινής. Σημειώνεται ότι ομοίως είχε κρίνει κατ’ ουσία και η αναιρεθείσα προηγουμένη με αριθ. 118/2014 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012). Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013ΑΠ 904/2012). Όμως για την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή / και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 3789/1957 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας”, η οποία ορίζει “Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών…” (σχετ. ΑΠ 157/2003, ΑΠ 769/2016). Κατά συνέπεια εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, που να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή / και τις πειθαρχικές ποινές που μπορεί να επιβληθούν γι’ αυτά ή / και που να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, για το λόγο ότι ο εργοδότης, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής. Δεν αποκλείεται βεβαίως σε όλως οριακές περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση της έλλειψης εσωτερικού κανονισμού προβλέποντος πειθαρχικό έλεγχο του εργαζομένου, ο έλεγχος από το δικαστήριο του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από την άποψη της εκ μέρους του εργοδότη παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία ουσιαστικά συνιστά την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 897/2012, ΑΠ 1889/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της “ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους “αντιφατική αιτιολογία” (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: “Το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] ν.π.ι.δ. με την επωνυμία “…” αποτελεί δευτεροβάθμιο σωματείο (ομοσπονδία), μέλη του οποίου είναι οι κυνηγετικοί σύλλογοι της περιφέρειας …. Αποτελεί μέλος του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος τριτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία “…”. Στις 21.3.2001 το εναγόμενο σωματείο προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (11 μηνών και 11 ημερών), προκειμένου αυτός να προσφέρει την εργασία του ως ιδιωτικός φύλακας θήρας (θηροφύλακας). Κύρια καθήκοντα αυτού βάσει της σύμβασης, ήσαν η συνεχής φυσική παρουσία του στους τόπους άσκησης θήρας, καταφύγια θηραμάτων κλπ, η διενέργεια ελέγχου και λοιπών πράξεων σε εκτέλεση των νόμων και επιταγών της νομοθεσίας περί θήρας και η καταγγελία παρανόμων πράξεων ή συμβάντων καταστροφής της θηραματικής πανίδας και του φυσικού περιβάλλοντος γενικότερα, ενώ ήταν υποχρεωμένος να τηρεί λεπτομερές ημερολόγιο ενεργειών που ελεγχόταν από την εργοδότρια του (βλ. υπ’ αριθ. 1 Δ όρο σύμβασης).

Με την 25148/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου από την αρχή της προσλήψεως. Με το 537/5.3.2008 έγγραφό της η εφεσίβλητη κάλεσε τον εκκαλούντα να δώσει εξηγήσεις, διότι στο δελτίο ελέγχου ανέφερε ότι στις 19.1.2000 [ενν. 2008] ο Κ. Α. τέλεσε παράνομη θήρα λαγού. Ο συντονιστής θηροφύλακας Σ. Λ., μέσω του οποίου διαβιβάσθηκε το εν λόγω δελτίο, σημείωσε ότι “φυσιολογικά θα αναμένουμε και μήνυση”. Ο ενάγων ανέφερε στο Δασαρχείο … “19.1.2008. Υπηρεσία 04.00 έως 11.00. Βγήκα μαζί με τον Κ. Ν. και το όχημα …18 στην περιοχή …. Βρήκαμε τον Α. Κ., ο οποίος κατείχε άδεια τοπική και είχε θηρεύσει μία μπεκάτσα”. Το ημερολόγιο θεωρήθηκε από τον υπεύθυνο θήρας της Διεύθυνσης Δασών …. την 1.2.2008. Ο ενάγων προσήλθε και παρέσχε εξηγήσεις. Το Δ.Δ. [ενν. το Διοικητικό Συμβούλιο] του εναγομένου αποφάσισε ομόφωνα να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (βλ. απόσπασμα πρακτικού 560/13.3.2008). Αυτή επισυνέβη στις 30.4.2008, ενώ ταυτόχρονα του πρόσφερε τη νόμιμη αποζημίωση και λοιπές αποδοχές ύψους 5.903,33 ευρώ, που κατετέθη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η καταγγελία έγινε: α) διότι δεν υπέβαλε μήνυση κατά του Κ. Α., β) σταμάτησε, παρά τη σύμβαση, να συμπληρώνει από τον Ιανουάριο 2008 ημερολόγιο ενεργειών υπηρεσίας, ενώ το 2007 κατέγραψε επιγραμματικά τις κινήσεις του, γ) δεν ενημέρωσε την ομοσπονδία, ούτε την πληρεξούσια δικηγόρο της στην … ότι μετά την ματαίωση στις 13.12.2006 της εκδίκασης της μήνυσης του κατά του Τ. Μ. και Γ. Α. στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 16.5.2007, αλλά το έκανε μόνο την ημερομηνία της δικασίμου, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής η δικηγόρος τους, γεγονός για το οποίο του απηύθηναν αυστηρή παρατήρηση, δ) επειδή έχουν δεχθεί κατά καιρούς καταγγελίες για το συγκεκριμένο θηροφύλακα, ο οποίος διενεργεί ελάχιστους ελέγχους σε σχέση με άλλους συναδέλφους του, για ανάρμοστη συμπεριφορά και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και ε) επειδή δεν τους απέστειλε, ως όφειλε, επικυρωμένα αντίγραφα των μηνύσεων που κατέθεσε στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκαν εγγράφως με την από 15.11.2007 εξώδικη διαμαρτυρία – δήλωσή τους.

Οι αιτήσεις του ΔΔ [ενν. οι αιτιάσεις του Δ.Σ.] του εναγομένου είναι αβάσιμες. Σχετικά με την αναφορά περί θήρας λαγού από τον Α. και όχι του ορθού μπεκάτσας, οφείλεται σε παραδρομή του ενάγοντος. Όταν η γραμματέας θηροφυλακής Ε. Β. επικοινώνησε μαζί του, τον ρώτησε αν γνώριζε κάποιον Α. και ο ενάγων απάντησε ότι τον γνώριζε, καθότι είναι πατέρας του κουμπάρου του. Όταν η ανωτέρω τον ρώτησε αν θα υποβάλει μήνυση κατά του Α., αυτός απάντησε αρνητικά. Η απάντηση υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι δεν είχε διαπιστώσει ότι ο ανωτέρω θήρευε παράνομα λαγό, όπως ανέγραψε. Την ημέρα εκείνη εκτελούσε κοινή υπηρεσία με το θηροφύλακα Κ.. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αμφότεροι θα προέβαιναν στις ενέργειες του νόμου (ακινητοποίηση οχήματος, έλεγχο του εσωτερικού για θήραμα, έλεγχο αδείας θήρας, κατάσχεση θηράματος, άμεση ενημέρωση κυνηγετικού συλλόγου και συντονιστή κλπ). Αν ο ενάγων επιθυμούσε να καλύψει τον Α., ο συνάδελφος Κ. είτε θα τον ανέφερε, είτε θα προέβαινε ο ίδιος στις παραπάνω ενέργειες, προκειμένου να μην διακινδυνεύσει και η δική του θέση εργασίας. Το παραπάνω περιστατικό επικαλέσθηκε προσχηματικώς το εναγόμενο, εμφανώς ενοχλημένο και από το γεγονός ότι ο ενάγων αποδέχθηκε, παρέλαβε και τηρούσε το ως άνω ημερολόγιο που ήταν θεωρημένο από το δασαρχείο … (βλ. στιχομυθία Ν. – Δ. στη συνεδρίαση της 13.3.2008). Ο ενάγων μέχρι το έτος 2007 συμπλήρωνε επιγραμματικώς το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει η Ομοσπονδία, το οποίο ουδέποτε του ζητήθηκε να προσκομίσει για οποιοδήποτε λόγο ή έλεγχο, ενώ από τον Ιανουάριο του 2008 σταμάτησε να το συμπληρώνει, χωρίς να ενημερώσει την εργοδότρια, και τηρούσε έκτοτε το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει το Δασαρχείο …, θεωρώντας ότι δια της τηρήσεως ήταν εφικτός ο έλεγχος εκ μέρους της Ομοσπονδίας (βλ. στιχομυθία Ν. – Κ. στο 560/2008 απόσπασμα πρακτικού). Επίσης μετά από μήνυση του ενάγοντος εις βάρος Τ. Μ. και Γ. Α. ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ’ αυτών και ορίσθηκε δικάσιμος η 13.12.2006. Η ομοσπονδία αποφάσισε να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα και έδωσε εντολή στη δικηγόρο Καστοριάς Αλμπάνη Ειρήνη, η οποία δεν παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης και απωλέσθη η δυνατότητα παράστασης. Ο ενάγων ουδεμία υποχρέωση υπείχε να ενημερώσει τον οποιονδήποτε σχετικά με τις δικασίμους. Ακόμη το μέλος του κυνηγετικού συλλόγου …Τ. Σ. κατήγγειλε τον ενάγοντα και τον Ε. Σ. ότι χρησιμοποιούσαν υπηρεσιακό όχημα για σκοπούς άσχετους με την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο ανωτέρω καθώς και ο Α. Μ. είχαν υποβάλει κατά των προαναφερθέντων (ενάγοντος και Ε. Σ.) και την 1.3.2016 [ενν. 1.3.2006] καταγγελία στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Καστοριάς για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος και ειδικότερα ότι, ενώ κατέλαβαν τον Δ. Κ. να θηρεύει, δεν προέβησαν στη σύλληψη, μήνυση κλπ. Για την εν λόγω πράξη ο ενάγων και ο Ε. Σ. αθωώθηκαν με την 890/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς και κήρυξε ενόχους τους καταγγείλαντες για παράνομη θήρα και απείθεια, για τις οποίες είχαν καταμηνυθεί από τον ενάγοντα, και με άλλη απόφαση ο Σ. Τ. καταδικάσθηκε επί συκοφαντική δυσφημίσει σε βάρος του ενάγοντος.

Εξάλλου καταγγελία προς την Ομοσπονδία υπέβαλλαν κατά του ενάγοντος και οι Σ. Δ., Κ. Ν. και Κ. Π. για ανάρμοστη συμπεριφορά, οι οποίοι όμως καταδικάσθηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο για παραβάσεις θήρας και νόμου περί όπλων ανεδείχθη [ενν. και κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε…] ότι ο ενάγων επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η αιτίαση του εναγομένου ότι ο ενάγων πραγματοποίησε ελάχιστους ελέγχους σε σχέση με τους συναδέλφους του δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο επίδοσης, διότι οι έλεγχοι δεν είναι εργασία γραφειοκρατικού τύπου, αλλά αστάθμητος παράγοντας, εξαρτημένος από πολλαπλές μεταβολές, όπως π.χ. περιοχή, περίοδος χρονική, καιρός, πλήθος κυνηγών κλπ, ούτε όμως είναι αληθής, διότι 10 – 15 ελέγχους το μήνα πραγματοποιούσαν περίπου όλοι. Το εναγόμενο δεν προσκόμισε συγκεντρωτικά στοιχεία όλων των υπαλλήλων θηροφυλάκων, ώστε να συναχθεί συνήθης ή μέσος αριθμός ελέγχων. Κατά τα έτη 2000 έως 2004, σύμφωνα με πίνακα που προσκομίζει ο ενάγων είχε 286 ελέγχους έναντι άλλων που είχαν ολιγότερους. Μέχρι και τον Οκτώβριο του 2007, ο ενάγων ακολουθώντας τις οδηγίες της εργοδότριάς του, απέστελλε ανεπικύρωτα αντίγραφα των μηνύσεων που υπέβαλλε ενώπιον των δασαρχείων στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του.

Με την από 15.11.2007 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση το εναγόμενο κάλεσε τον ενάγοντα α) να δηλώνει ενώπιον της αρμόδιας [ενν. αρχής] δικαστική παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της ομοσπονδίας, σύμφωνα και με την εξουσιοδότηση που του παρασχέθηκε με το υπ’ αριθ. …27/19.10.2007 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Α. Κ., καταθέτοντας το σχετικό παράβολο πολιτικής αγωγής και β) να ζητεί και λαμβάνει αντίγραφο της μηνύσεως, το οφείλει να προσκομίσει άμεσα μαζί με όλα τα έγγραφα της προδικασίας… Μετά την αποστολή της εξωδίκου, ο ενάγων υπέβαλε αίτηση στο Δασαρχείο …υ (11.12.2007) και στη Διεύθυνση [ενν. Δασών] … (18.12.2007), ζητώντας αντίγραφα μηνύσεων που είχαν υποβάλλει οι ανωτέρω υπηρεσίες, σύμφωνα με τα πρωτόκολλα μηνύσεων που είχε συντάξει ο ενάγων για να τα προσκομίσει στην … “με σκοπό την εμπλοκή της ως πολιτικώς ενάγουσας κατά την ακροαματική διαδικασία”. Το Δασαρχείο … επικαλούμενο ότι ο ενάγων καθώς και άλλοι συνάδελφοί του βρίσκονταν σε δικαστικό αγώνα με την Ομοσπονδία καθώς και ότι “οι νομικές τους γνώσεις ήταν περιορισμένες, για την αποφυγή της εμπλοκής της υπηρεσίας τους σ’ αυτόν” ζήτησαν από το αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης να τους πληροφορήσουν “αν και πότε μπορούν να χορηγούν αντίγραφα των υποβαλλομένων μηνύσεων στους ομοσπονδιακούς και ιδιωτικούς φύλακες θήρας”.

Αντίστοιχο ερώτημα υπέβαλλε και η Διεύθυνση Δασών …. Στα παραπάνω ερωτήματα μέχρι και την καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντα δεν εδόθη απάντηση και οι υπηρεσίες δεν χορήγησαν επικυρωμένα αντίγραφα των μηνύσεων στον ενάγοντα, ούτε απάντησαν αρνητικά στο αίτημά του. Η αποστολή εκ μέρους του ενάγοντος “μιας απλής εκτύπωσης του κειμένου από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή”, αντί των επικυρωμένων αντιγράφων των μηνύσεων, όπως αξίωσε το εναγόμενο, δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, αλλά στο γεγονός ότι οι ως άνω αρμόδιες υπηρεσίες δεν του χορηγούσαν επικυρωμένα αντίγραφα εν αναμονή της σχετικής γνωμοδοτήσεως από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Περαιτέρω ο ενάγων για τη διασφάλιση των εργασιακών του δικαιωμάτων άσκησε αγωγή κατά του εναγομένου και το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από του χρόνου αρχικής του προσλήψεως. Ο ενάγων είναι ενεργό μέλος του πρωτοβάθμιου σωματείου και διεκδικεί την επίλυση εργασιακών του θεμάτων, όπως να εποπτεύονται από την αρμόδια δασική αρχή, να υφίσταται πειθαρχική εξουσία επ’ αυτών από τον Γενικό Γραμματέα (Γ.Γ.) Περιφέρειας.

Επίσης αναδεικνύουν ζητήματα που αφορούν τον χαρακτηρισμό της θέσεως και της έδρας της εργασίας τους, δεδομένου ότι το εναγόμενο επιδιώκει ως έδρα της εργασίας τους να χαρακτηρίζεται το σύνολο της εδαφικής του αρμοδιότητας, δηλαδή ολόκληρη η Μακεδονία και η Θράκη και επιδιώκουν τη ρύθμιση των θεμάτων και της διαδικασίας των μετακινήσεων του σε διάφορες περιοχές. Ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η πλημμελής ή μη προσήκουσα άσκηση των συμβατικών καθηκόντων εκ μέρους του ενάγοντος ή μειωμένη αισθητά απόδοση αυτού εν σχέσει με τις ανάγκες της εργασίας και την απόδοση έως [ενν. ενός] μέσου συνετού θηροφύλακος και συνακόλουθα η ενάγουσα [ενν. η εναγομένη] όφειλε όπως μη απολύσει τον ενάγοντα, αν δεν [ενν. δε] ήθελε δελτία ημερολογίου μπορούσε να ζητήσει αντίγραφα από το δασαρχείο και συστήσει στον ενάγοντα απλώς την περαιτέρω τήρησή τους. Οδηγηθείσα παρά ταύτα στην απόλυση, έπραξε τούτο παρανόμως και κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, αφού στηρίχθηκε σε αβάσιμες αιτιολογίες που υπερβαίνουν τα όρια της καλής πίστης, καθώς και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ χρησιμοποιηθέντος μέσου και επιδιωκομένου σκοπού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς που απέρριψε την [ενν. αγωγή] ως αβάσιμη κατ’ ουσία, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο εσφαλμένως και εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις. Επομένως οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως του εκκαλούντος είναι βάσιμοι…”.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή της από 12.10.2011 και με αριθ. κατ. 43/2011 έφεσης του ενάγοντος – εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την με αριθ. 46/20.4.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 10.9.2008 και με αριθ. κατ. 38/16.9.2008 αγωγή αυτού, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 30.4.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού εκ μέρους του εναγομένου – εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος δευτεροβάθμιου σωματείου και υποχρέωσε το τελευταίο ν’ αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με τους ίδιους όρους και να τον απασχολεί πραγματικώς με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 669 παρ. 2, 174 και 180 του ΑΚ, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη περίπτωσης καταχρηστικότητας της από 30.4.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου εκ μέρους του αναιρεσείοντος σωματείου, επαγομένης ακυρότητα αυτής, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι κατά τον όρο 1 Δ της μεταξύ των μερών σύμβασης εξαρτημένης εργασίας η τήρηση από τον αναιρεσίβλητο λεπτομερούς ημερολογίου ενεργειών, που ελεγχόταν από το αναιρεσείον δευτεροβάθμιο σωματείο, περιλαμβανόταν στις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι ο αναιρεσίβλητος μέχρι το έτος 2007 συμπλήρωνε ελλιπώς το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει η Ομοσπονδία [αναιρεσείον], ενώ έπαυσε από τον Ιανουάριο του 2008 να συμπληρώνει αυτό, χωρίς να ενημερώσει την Ομοσπονδία, και ότι έκτοτε τηρούσε το ημερολόγιο που του είχε χορηγηθεί από το δασαρχείο …., στη συνέχεια κατέληξε αντιφατικά στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε πλημμελής ή μη προσήκουσα άσκηση των συμβατικών του καθηκόντων.

Επί πλέον αποφάνθηκε ότι αν το αναιρεσείον σωματείο ήθελε δελτία ημερολογίου, μπορούσε να ζητήσει αντίγραφα από το δασαρχείο, ενώ προηγουμένως δέχθηκε αντιφατικά ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ενημερώσει το αναιρεσείον για το ότι είχε διακόψει από τον Ιανουάριο του 2008 να τηρεί το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει το αναιρεσείον, τηρώντας έκτοτε το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει το δασαρχείο …. Περαιτέρω, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσίβλητου εκ μέρους του αναιρεσείοντος, το τελευταίο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, το οποίο θα μπορούσε να προβεί σε συστάσεις, δεν διέλαβε στο σκεπτικό του περαιτέρω παραδοχές περί του ότι στο πλαίσιο λειτουργίας του αναιρεσείοντος σωματείου προβλεπόταν κάποια πειθαρχική διαδικασία, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιλέξει το τελευταίο για τον κολασμό της παραβίασης της πιο πάνω συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού. Επομένως οι περί τούτου πρώτος κατά το πρώτο αυτού σκέλος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ] αναιρετικές πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Αντιθέτως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, σχετικά με την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου παράλειψη της ενημέρωσης της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος σωματείου για τη νέα δικάσιμο της εκδίκασης της μήνυσης αυτού κατά των Μ. Τ. και Α. Γ. και την συνακόλουθη απώλεια του δικαιώματος παράστασης του αναιρεσείοντος ως πολιτικώς ενάγοντος.

Και τούτο διότι τοιαύτη συμβατική υποχρέωση δεν συνάγεται από τον όρο της μεταξύ των μερών σύμβασης εργασίας, που προέβλεπε, μεταξύ των καθηκόντων – υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου, την διενέργεια ελέγχου και “λοιπών πράξεων” σε εκτέλεση των νόμων και επιταγών της περί θήρας νομοθεσίας και κατά συνέπεια η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε καμία υποχρέωση να ενημερώνει τον οποιονδήποτε σχετικά με τις δικασίμους και ότι συνακόλουθα δεν υπήρξε παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, καθώς η πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης [υπό την προφανή έννοια ότι την ως άνω δικηγόρο βάρυνε η σχετική υποχρέωση] και [έτσι] απωλέσθηκε η δυνατότητα παράστασης πολιτικής αγωγής, διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο αυτού σκέλος και του δευτέρου λόγου αναίρεσης πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλομένη με αριθ. 122/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την με αριθ. 769/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου μετά από αναίρεση της προηγουμένης με αριθ. 118/2014 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ’ εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ’ αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 503/2017, ΑΠ 481/2016, ΑΠ 2225/2014, ΑΠ 1725/2014). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος, που παρέστησαν με χωριστό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 176, 182 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 122/17.10.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για τον καθένα εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

7 Ιουνίου 2019 ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Αρ. Φύλλου 2167 Αριθμ. οίκ. 24869/1507 Κήρυξη γενικώς υποχρεωτικής της από 13.2.2019 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτρολόγων που απασχολούνται στα τεχνικά γραφεία ανελκυστήρων όλης της χώρας».

Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11 του N. 1876/1990 (Α΄ 27) «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις».

2. Τις διατάξεις του Π.Δ. 63/2005 (Α΄ 98) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».

3. Το άρθρο 27 του Ν. 4320/2015 (Α΄ 29) «Ρυθμίσεις για τη λήψη έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρώπινης κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών Οργάνων και λοιπές διατάξεις».

4. Το π.δ. 125/2016 (Α΄ 210) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

5. Το άρθρο 20 του Π.Δ. 134/2017 (Α΄ 168) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».

6. Την αριθμ. οίκ. 32921/2175/13.6.2018 Εγκύκλιο με θέμα: «Έλεγχος συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 » (ΑΔΑ: ΨΑΩΕ465Θ1Ω- 9ΚΩ).

7. Το αριθμ. ΕΞ-232228-2019/10001/30.5.2019 έγγραφο του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.).

8. Τη γνώμη που εξέφρασε το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας κατά τη συνεδρίασή του της 30.5.2019.

9. Τα στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν οι αριθμητικές προϋποθέσεις για την κήρυξη γενικώς υποχρεωτικής της πιο πάνω Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δηλαδή ότι οι δεσμευόμενοι εργοδότες απασχολούν το 51% των εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο.

10. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Κηρύσσουμε γενικώς υποχρεωτική την από 13.2.2019 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτρολόγων που απασχολούνται στα τεχνικά γραφεία ανελκυστήρων όλης της χώρας», με Πράξη Κατάθεσης 2/18.2.2019, για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στον κλάδο, που αφορά αυτή.

Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πηγή: e-forologia.gr

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

7 Ιουνίου 2019 ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Αρ. Φύλλου 2167 Αριθμ. οικ. 24815/687 Καθορισμός ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, των εργαζόμενων σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, για το Β΄ ημερολογιακό εξάμηνο 2019.

Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του π.δ. 63/2005 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 98) «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα».

2. Τις διατάξεις του π.δ. 134/2017 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 168) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».

3. Το άρθρο 27 του Ν. 4320/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 29) «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις».

4. Τις διατάξεις του π.δ. 125/2016 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 210) «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

5. Τις διατάξεις του π.δ. 95/1993 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 40) «Καθορισμός αρμοδιοτήτων που διατηρούνται από τον Υπουργό Εργασίας».

6. Τη διάταξη του άρθρου 18 του π.δ/τος της 08-04-1932 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 114), περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων των νόμων «περί χρονικών ορίων εργασίας εις τα καταστήματα κ.λ.π.», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 16 του ν.δ. 1037/1971 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 235) «περί χρονικών ορίων λειτουργίας καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού αυτών».

7. Τις διατάξεις του π.δ/τος της 27-06-1932 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 212), «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί δώρου εργασίας διατάξεων».

8. Τις διατάξεις του β.δ/τος της 14-08-1950 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 202), «περί κανονισμού ωρών εργασίας αγοραίων (ταξί) και ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων».

9. Τις διατάξεις του ν.δ/τος 515/1970 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 95) «περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών», και ιδίως του άρθρου 1, όπως συμπληρώθηκαν από το ν.δ. 264/1973 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 342).

10. Την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΑ. 13. του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 222), «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 35 του Ν. 4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 18).

11. Τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 80 του Ν. 4144/2013 (Φ.Ε.Κ. 88/Α΄), «Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας», όπως ισχύει.

12. Τη διάταξη του άρθρου 27 του Ν. 2081/1992 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 154), «Ρύθμιση του θεσμού των επιμελητηρίων, τροποποίηση των διατάξεων του ν. 1712/1987 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 115) για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελμάτων και άλλες διατάξεις».

13. Την από 24/05/2019 γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας (ΑΣΕ).

14. Το γεγονός ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό, αποφασίζουμε:

1. Καθορίζουμε ως ανώτατο όριο υπερωριακής απασχόλησης των εργαζομένων στις βιομηχανικές, βιοτεχνικές επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες για το Β΄ ημερολογιακό εξάμηνο 2019, τις τριάντα (30) ώρες.

2. Για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν όλο το 24ωρο με εναλλασσόμενες ομάδες, σε περιπτώσεις έκτακτης ασθένειας ή αυθαίρετης απουσίας εργαζομένου κάποιας ομάδας, μπορεί, για την κάλυψη της θέσης του εργαζομένου που απουσιάζει και για χρονικό διάστημα μέχρι πέντε (5) ημέρες στον ίδιο μήνα, να απασχοληθούν υπερωριακά μέχρι τέσσερις (4) ώρες την ημέρα και εντός των πλαισίων της παρ. 1, εργαζόμενοι της ίδιας ειδικότητας των άλλων ομάδων εργασίας με καταχώρηση της υπερωριακής εργασίας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 80 του Ν. 4144/2013, «Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας», όπως ισχύει.

3. Οι διατάξεις της απόφασης αυτής, δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό των αρτοποιείων, των αυτοκινήτων, των επιχειρήσεων που δεν υπάγονται στις διατάξεις του π.δ. της 27.6/4-7-1932 καθώς και των επιχειρήσεων στις οποίες οι διατάξεις «περί οκταώρου» επεκτάθηκαν με τη μορφή αυτοτελών ρυθμίσεων, χωρίς αναφορά στις διατάξεις του π.δ/τος της 27.6/4-7-1932.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πηγή: Taxheaven ©

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

1/6/2019 Εργόσημο ΟΓA

Το ΕΡΓΟΣΗΜΟ είναι ο νέος τρόπος αμοιβής των εργατών γης και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών τους.

Ο εργοδότης – κτηματίας, αντί για χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αμοιβή για την παρεχόμενη αγροτική εργασία, αποδίδει στον εργάτη γης που απασχολεί, εργόσημο ονομαστικής αξίας ίσης με την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η αμοιβή με εργόσημο – αντί χρηματικού ποσού – του εργάτη γης είναι υποχρεωτική.

Ο χρόνος ασφάλισης όλων των εργατών γης, στο εξής, θα υπολογίζεται αποκλειστικά και υποχρεωτικά, με βάση τις αμοιβές που έχουν λάβει με ΕΡΓΟΣΗΜΟ. Για το λόγο αυτό οι εργάτες γης θα πρέπει, οπωσδήποτε, για να κατοχυρώσουν το δικαίωμά τους για Ασφάλιση, Περίθαλψη και Σύνταξη από τον ΟΓΑ, να ζητούν την πληρωμή τους – μόνο με ΕΡΓΟΣΗΜΟ.

Το εργόσημο εκδίδεται από τα ΕΛ.ΤΑ. ή τις Τράπεζες. Προς το παρόν ο ΟΓΑ έχει υπογράψει σύμβαση για τη διάθεση εργοσήμων ΟΓΑ μόνο με τα ΕΛ.ΤΑ. και αναμένεται, σύντομα, η υπογραφή σύμβασης και με τις Ύράπεζες.

ΟΔΗΓΙΕΣ – ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΓΟΔΌΤΗ – ΚΤΗΜΑΤΊΑ

Ο εργοδότης, για την έκδοση – αγορά εργοσήμου ΟΓΑ, προσέρχεται στα ΕΛΤΑ ή στην Τράπεζα, δηλώνει τον ΑΜΚΑ του και τον ΑΦΜ του και αγοράζει ΕΡΓΟΣΗΜΟ για κάθε εργάτη γης που απασχολεί. Κατά τη συναλλαγή πρέπει απαραιτήτως να δηλώσει ότι αγοράζει εργόσημο για εργάτη γης (ΟΓΑ).

Η αγορά εργοσήμου από ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες (Ο.Ε., Ε.Ε.) που απασχολούν εργάτες γης γίνεται με τον ΑΜΚΑ τού εκπροσώπου της εταιρείας και τον ΑΦΜ της εταιρείας.

Δεν είναι απαραίτητο να εκδίδεται ξεχωριστό εργόσημο για κάθε ημέρα εργασίας.

Παράδειγμα: Εργοδότης που έχει συμφωνήσει να απασχολήσει εργαζόμενο για τρεις (3) ημέρες, μπορεί να αγοράσει ένα εργόσημο ποσού ίσου με το σύνολο της αμοιβής τού εργαζόμενου και για τις τρεις (3) ημέρες εργασίας.

Κάθε εργόσημο έχει δύο στελέχη – αντίτυπα. Ένα για τον εργοδότη και ένα για τον εργαζόμενο.

Κατά την παράδοση του εργοσήμου στον εργαζόμενο, ο εργοδότης συμπληρώνει στο εργόσημο τα στοιχεία του εργαζόμενου (ΑΜΚΑ και/ή ονομαστικά στοιχεία) και την ημερομηνία πληρωμής, ενώ ο εργαζόμενος το υπογράφει, επιβεβαιώνοντας έτσι την πληρωμή του με εργόσημο.

Στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν χρησιμοποιήσει το εργόσημο, έχει τη δυνατότητα να το ακυρώσει εντός τριών (3) μηνών από την έκδοσή του. Η ακύρωση και η επιστροφή του ποσού του εργοσήμου στον εργοδότη γίνεται από το φορέα έκδοσης, με την προσκόμιση και των δύο αντιτύπων του εργοσήμου.

ΟΔΗΓΙΕΣ – ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ – ΕΡΓΑΤΗ ΓΗΣ

Ο απασχολούμενος εργάτης γης εξαργυρώνει, αποκλειστικά ο ίδιος, το ΕΡΓΟΣΗΜΟ και εισπράττει το αναγραφόμενο πληρωτέο ποσό, το οποίο είναι η ονομαστική αξία του ΕΡΓΟΣΗΜΟΥ μείον ποσοστό 10% που παρακρατείται για ασφαλιστικές εισφορές ΟΓΑ.

Για την εξαργύρωση του εργοσήμου ο εργάτης γης θα πρέπει να απευθύνεται στα ΕΛ.ΤΑ. ή στην Τράπεζα έκδοσης έχοντας απαραιτήτως μαζί του α) το έντυπο του εργοσήμου, β) την ταυτότητά του ή το διαβατήριό του ή άλλο στοιχείο ταυτοποίησης και γ) την κάρτα του ΑΜΚΑ του ή άλλο έγγραφο από το οποίο προκύπτει ο ΑΜΚΑ του.

Κάθε εργόσημο ισχύει για τέσσερεις (4) μήνες από την ημερομηνία έκδοσής του. Για το λόγο αυτό ο εργαζόμενος θα πρέπει να ελέγχει, κατά την παραλαβή του, την ημερομηνία λήξης του και να το εξαργυρώνει εγκαίρως για να μη χάσει την αμοιβή του.

Η ημερομηνία λήξης αναγράφεται επί του εργοσήμου.

Υπολογισμός Χρόνου Ασφάλισης

Οι ημέρες εργασίας των εργατών γης υπολογίζονται ανά έτος, με βάση τα εργοσημά τους, και προκύπτουν από τη διαίρεση του συνόλου των αμοιβών που έχουν λάβει με εργόσημο εντός του έτους διά του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη (Η.Α.Ε.) τής 31ης Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Σύνολο αμοιβών έτους 2012 € 5.100 152 ημέρες ασφάλισης το έτος 2012
Η.Α.Ε 31ης – 12ου – 2011 € 33,57

Όσοι έχουν πραγματοποιήσει, εντός του έτους, 150 ημέρες εργασίας και άνω -υπολογισθείσες σύμφωνα με παραπάνω – ασφαλίζονται στον ΟΓΑ για ολόκληρο το έτος.

Για όσους έχουν πραγματοποιήσει, εντός του έτους, ημέρες εργασίας λιγότερες των 150 – υπολογισθείσες σύμφωνα με παραπάνω – ο χρόνος ασφάλισής τους υπολογίζεται σε μήνες, οι οποίοι προκύπτουν από τη διαίρεση του συνόλου των ημερών εργασίας του έτους διά του 25. Υπόλοιπο ημερών εργασίας άνω των 12 λογίζεται ως μήνας.

Π.χ: Οι 113 ημέρες εργασίας αντιστοιχούν σε πέντε (5) μήνες ασφάλισης.

Ο υπολογισμός του χρόνου ασφάλισης γίνεται από τον ΟΓΑ, βάσει του στοιχείων του Αρχείου εργοσήμου που τηρείται στην ΗΔΙΚΑ Α.Ε.

Όσοι είναι ήδη εγγεγραμμένοι στα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης του ΟΓΑ – είτε είναι εν ενεργεία ασφαλισμένοι είτε έχει διακοπεί η ασφάλισή τους- δεν χρειάζεται να προβούν σε καμία ενέργεια.

Όσοι απασχολούνται για πρώτη φορά, ως εργάτες γης και δεν έχουν εγγραφεί στα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης θα πρέπει, απαραιτήτως, με την έναρξη της απασχόλησης τους, να προσέλθουν στον Ανταποκριτή ΟΓΑ του τόπου μόνιμης κατοικίας τους για να υποβάλουν Δελτίο Απογραφής και Επιλογής Ασφαλιστικής Κατηγορίας, προκειμένου να εγγραφούν στα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου.

Ο ΟΓΑ σε τακτά χρονικά διαστήματα (τουλάχιστον μια φορά το χρόνο) θα ενημερώνει τους ασφαλισμένους του για το χρόνο ασφάλισής τους βάσει των εργοσήμων τους.

Σημειώνεται, ότι με το εργόσημο οι εργάτες γης ασφαλίζονται πλέον στον ΟΓΑ ακόμη και αν απασχολούνται περιστασιακά και ανεξαρτήτως αν είναι ασφαλισμένοι ή συνταξιούχοι άλλου φορέα κύριας ασφάλισης.

Παροχές Υγείας

Σύμφωνα με τον νόμο, στο εξής, οι εργάτες γης, προκειμένου να δικαιωθούν βιβλιάριο Υγείας από τον ΟΓΑ, θα πρέπει να έχουν πραγματοποιήσει 150 τουλάχιστον ημέρες εργασίας – υπολογισθείσες σύμφωνα με τα παραπάνω – το τρέχον ημερολογιακό έτος ή το προηγούμενο δωδεκάμηνο.

Όσοι είναι ήδη ασφαλισμένοι του ΟΓΑ, εφόσον δεν οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές, δικαιούνται βιβλιάριο Υγείας για το έτος 2012. Προκειμένου όμως να δικαιωθούν βιβλιάριο Υγείας από τον ΟΓΑ το έτος 2013 θα πρέπει να έχουν πραγματοποιήσει 150 ημέρες εργασίας με εργόσημο, σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το εργόσημο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στα Γραφεία του ΟΓΑ και στους Ανταποκριτές του ΟΓΑ.

Επίσης, αναλυτικές οδηγίες παρέχονται στην εγκύκλιο του ΟΓΑ με αριθμό 9/2011

Από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης του ΟΓΑ

Πηγή: e-forologia.gr

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

10 Ιουνίου 2019 ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Αρ. Φύλλου 2258 Αριθμ. 19296/1750 Τροποποίηση της 13097/661/13-4-2017 (Β΄ 1403 και Β΄ 1892) υπουργικής απόφασης με θέμα «Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων και μη ληξιπρόθεσμων οφειλών δικαιούχων εργατικής κατοικίας στους οικισμούς του τ. Ο.Ε.Κ. και επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής των ως άνω οφειλών».

Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος της Ελλάδος σχετικά με την «Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες».

2. Το β΄ εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν. 2224/1994 (Α΄ 112), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 66 του Ν. 4445/2016 (Α΄236) «Εθνικός Μηχανισμός Συντονισμού, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Πολιτικών Κοινωνικής Ένταξης και Κοινωνικής Συνοχής, ρυθμίσεις για την κοινωνική αλληλεγγύη και εφαρμοστικές διατάξεις του Ν. 4387/2016 (Α΄ 85) και άλλες διατάξεις».

3. Τα άρθρα 65 και 66 του Ν. 4430/2016 (Α΄ 205) «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και ανάπτυξη των φορέων της και άλλες διατάξεις».

4. Τον Ν. 2956/2001 (Α΄ 258) «Περί Αναδιάρθρωσης του ΟΑΕΔ» και ειδικά το άρθρο 2 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4144/2013 (Α΄ 88).

5. Το άρθρο 65 του Ν. 3518/2006 (Α΄ 272) «Αναδιάρθρωση των κλάδων του Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) και ρύθμιση άλλων θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας» και την 59734/2362/13-1-2016 υπουργική απόφαση (Β΄ 37).

6. Τις διατάξεις των άρθρων 25 , 34, παρ. 10 και 35, παρ. 1 του Ν. 4144/2013 (Α΄ 88) «Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας».

7. Τις διατάξεις των άρθρων 20 , 24 και 77 του Ν. 4270/2014 (Α΄143) «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) -δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις», όπως αυτές ισχύουν.

8. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του π.δ. 63/2005 (Α΄98).

9. Τις διατάξεις του π.δ. 125/2016 (Α΄210) «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

10. Τις διατάξεις του π.δ. 134/2017 (Α΄168) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης», όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 18 του Ν. 4529/2018 (Α΄ 56).

11. Τις διατάξεις του π.δ. 23/2019 (Α΄ 28) «Διορισμός Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού και Υφυπουργών».

12. Την οικ. 9673/Δ1.3298 απόφαση του Πρωθυπουργού και της Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Κωνσταντίνο Μπάρκα» (Β΄ 733).

13. Την εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 2 Ν.Δ. 2963/1954 απόφαση του Υπουργού Εργασίας αριθμ. 30727/4815/1971 «περί εγκρίσεως Κανονισμού «”περί προϋποθέσεων παροχής κατοικίας και δανείων υπό του Ο.Ε.Κ.”» (Β΄ 661), όπως ισχύει.

14. Την 3153/195/14-2-2017 απόφαση της Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σχετικά με τον «Καθορισμό όρων, προϋποθέσεων, διαδικασίας και μεθόδου υπολογισμού της χρεούμενης αξίας των παραχωρούμενων και των προς παραχώρηση κατοικιών σε οικισμούς του τ.Ο.Ε.Κ. (νυν Ο.Α.Ε.Δ.) σε όλη την Επικράτεια, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τίτλος οριστικής παραχώρησης» (Β΄474)

15. Τα άρθρα 34 παρ. 3 και 36 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2016/C 202/2002).

16. Το άρθρο 4 παρ. 3 εδάφια β΄ και γ΄ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

17. Τα άρθρα 14 και 106 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

18. Την 2005/842/ΕΚ απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L 312/67 της 29-11-2005).

19. Το γεγονός ότι τόσο ο Ο.Ε.Κ., υπό το καθεστώς της 2005/842/ΕΚ απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της με αριθμό 2012/21/ΕΕ απόφασης της Επιτροπής (από τις 31-1-2012 έως τις 14-2-2012) και των καταστατικών αυτού διατάξεων, όσο και ο Ο.Α.Ε.Δ., ως καθολικός διάδοχος του Ο.Ε.Κ., υπό το καθεστώς της με αριθμό 2012/21/ΕΕ απόφασης της Επιτροπής (από τις 18-4-2013 και εντεύθεν) και των καταστατικών αυτού διατάξεων, αποτέλεσαν/αποτελούν Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος (Υ.Γ.Ο.Σ.) στον τομέα της κοινωνικής κατοικίας υπό την έννοια των άρθρων 14 και 106 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά συνέπεια τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στον Ο.Α.Ε.Δ. ως καθολικού διαδόχου του τ. Ο.Ε.Κ.

20. Το γεγονός ότι σύμφωνα με το Πρωτόκολλο 26 το οποίο προσαρτήθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας, η κύρια αρμοδιότητα στον τομέα της ανάθεσης, παροχής, χρηματοδότησης και οργάνωσης των υπηρεσιών ΓΟΣ, εναπόκειται στα κράτη μέλη ευρεία διακριτική ευχέρεια επί του θέματος και ελευθερία δημοκρατικών επιλογών και ότι το ως άνω Πρωτόκολλο επιβάλλει, μεταξύ άλλων, στα κράτη μέλη να μεριμνούν για την εξασφάλιση «υψηλού επιπέδου οικονομικής προσιτότητας», και για την προώθηση της καθολικής πρόσβασης των ΥΓΟΣ τους.

21. Το γεγονός ότι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός της «υψηλού επιπέδου οικονομικής προσιτότητας» μιας ΥΓΟΣ, όπως επίσης δεν υπάρχει εργαλείο για τη μέτρησή της, ουδόλως απαλλάσσει τα κράτη μέλη από τη νομική υποχρέωση να εξασφαλίσουν οπωσδήποτε για όλες τις ΥΓΟΣ, της κοινωνικής στέγασης συμπεριλαμβανομένης, ένα «υψηλό επίπεδο οικονομικής προσιτότητας».

22. Την επίγνωση ότι ενδεχόμενη παράλειψη κράτους μέλους να διασφαλίσει «υψηλό επίπεδο οικονομικής προσιτότητας» στην κοινωνική στέγαση θα συνεπαγόταν ματαίωση της εφαρμογής του πρωτοκόλλου αριθ. 26 για τις ΥΓΟΣ, πλήττοντας με τον τρόπο αυτό την «αρχή της πλήρους αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου», αρχή, η οποία αποτυπώνεται ρητά με το άρθρο 4 παρ. 3 εδάφια β΄ και γ΄ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα με την οποία: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορ­ρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης».

23. Την 28/23-4-2019 (θέμα 104ο) απόφαση Δ.Σ. Ο.Α.Ε.Δ., η οποία μας διαβιβάσθηκε με το αριθμ. 258/25-4-2019 έγγραφο του Οργανισμού.

24. Το γεγονός ότι από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού και δεν επηρεάζεται το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του ΟΑΕΔ, σύμφωνα με την με αρ. πρωτ. οικ.21660/1934/15-5-2019 εισήγηση της Προϊσταμένης Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με την παρ.5(ε) του άρθρου 24 του ν.4270/2014 (Α΄ 143), αποφασίζουμε:

Την αντικατάσταση των ακόλουθων όρων της υπουργικής απόφασης 13097/661/13-4-2017 (Β΄ 1403 και Β΄ 1892), όπως ισχύει σήμερα, οι οποίοι διαμορφώνονται ως εξής:

1. Η περίπτωση 3 των Γενικών Ρυθμίσεων του Πρώτου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Όπου στις ρυθμίσεις που ακολουθούν αναφέρεται χρόνος αποπληρωμής ή υπολειπόμενος αριθμός δόσεων, η έναρξη των δόσεων νοείται από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης».

2. Η περίπτωση 9 των Γενικών Ρυθμίσεων του Πρώτου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών δικαιούχων, οι οποίοι εμπίπτουν στην περίπτωση Α του Δευτέρου Κεφαλαίου και έχουν την ιδιότητα του πολυτέκνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 1910/1944, η παρεχόμενη σε αυτούς έτοιμη κατοικία θα εξοφλείται με έκπτωση 50% επί της Τιμής Παραχώρησης (βλ. αριθμό 4α των Γενικών Ρυθμίσεων). Δικαιούχοι της κατηγορίας αυτής, οι οποίοι έχουν υπαχθεί στις ρυθμίσεις της παρούσας έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν συμπληρωματική αίτηση και να ζητήσουν επανυπολογισμό της τιμής της κατοικίας τους σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα.

Στους δικαιούχους κατοικίας στους οικισμούς του τ. ΟΕΚ (νυν ΟΑΕΔ) με 3 προστατευόμενα μέλη- παιδιά, στις μονογονεϊκές οικογένειες, στις περιπτώσεις χηρείας με ένα τουλάχιστον προστατευόμενο μέλος – παιδί, στις οικογένειες με προστατευόμενο μέλος ΑμΕΑ, στις οικογένειες με μέλος με διαπιστωμένη αναπηρία 67% και άνω και στους συνταξιούχους κατά τον υπολογισμό του Τελικού Τιμήματος Παραχώρησης, όπως προβλέπεται στην παρ. 4 των Γενικών Ρυθμίσεων, πραγματοποιείται έκπτωση 20%.».

3. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 11 των Γενικών Ρυθμίσεων του Πρώτου Κεφαλαίου, τροποποιείται ως εξής:

«Στις περιπτώσεις Β και Γ του Δεύτερου κεφαλαίου η προθεσμία υποβολής της αίτησης ένταξης στην παρούσα λήγει την 31-12-2019».

4. Στις «Γενικές Ρυθμίσεις» του Πρώτου Κεφαλαίου προστίθεται περίπτωση 13 ως εξής:

«Δικαιούχος που έχει καταθέσει αίτηση του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 (Α΄ 130) και εκκρεμεί η έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό ή έχει ζητήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δύναται να υποβάλει αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση τα αποτελέσματα της υπαγωγής του στις ρυθμίσεις της παρούσας θα επέρχονται με την προσκόμιση παραίτησης από την αίτηση του Ν.3869/2010 ή δικαστικής απόφασης ή δικαστικού συμβιβασμού.

Δικαιούχοι της κατηγορίας αυτής, οι οποίοι έχουν αιτηθεί την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της παρούσας και το αίτημά τους έχει απορριφθεί, έχουν το δικαίωμα εντός των προθεσμιών της περίπτωσης 11 να υποβάλουν και δεύτερη αίτηση και να ζητήσουν την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα».

5. Το τελευταίο εδάφιο της υποπερίπτωσης ε της περίπτωσης Α του Δεύτερου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Οι παραπάνω αναφερόμενοι χρόνοι εκκινούν από την ορισθείσα ημερομηνία για την καταβολή της πρώτης δόσης».

6. Το εδάφιο Β1. α της περίπτωσης Β του Δεύτερου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Μέχρι την 31-12-2019 (γενικές ρυθμίσεις 11) με αίτησή τους ζητούν τον επανυπολογισμό της Τιμής Παραχώρησης της κατοικίας τους, εφόσον αυτό αρχικά είχε υπολογισθεί με τιμή μεγαλύτερη από την προκύπτουσα με την εφαρμογή της υπουργικής απόφασης 3153/195/ 17-2-2017, απόφαση αριθμ. 536/13/28-2-2017 ΔΣ του ΟΑΕΔ)».

7. Το εδάφιο Β2.δ της περίπτωσης Β του Δεύτερου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Επί της νέας Οφειλής (όπως αυτή ορίζεται στο Β2 γ) είναι δυνατές οι προβλεπόμενες στο Α1ε (ε1, ε2, ε3) απομειώσεις και ο αναφερόμενος χρόνος καταβολής εκκινεί από την οριζόμενη, για την καταβολή της πρώτης δόσης, ημερομηνία».

8. Το εδάφιο Β3.δ της περίπτωσης Β του Δεύτερου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Επί της νέας Οφειλής, όπως αυτή ορίζεται στο (Β3β) είναι δυνατές οι απομειώσεις που αναφέρονται στο Αε (ε1, ε2, ε3) ο αναφερόμενος χρόνος καταβολής εκκινεί από την οριζόμενη για την καταβολή της πρώτης δόσης, ημερομηνία».

9. Το εδάφιο Γ.α της περίπτωσης Γ του Δεύτερου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Μέχρι την 31-12-2019 (γενικές ρυθμίσεις 11) ο δικαιούχος οικιστής με αίτησή του ζητά την ένταξή του στη ρύθμιση 1 παρ. 3 των γενικών ρυθμίσεων της παρούσας».

10. Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης ε της περίπτωσης Γ του Δεύτερου Κεφαλαίου τροποποιείται ως εξής:

«Ως χρόνος έναρξης των καταβολών νοείται η οριζόμενη για την καταβολή της πρώτης δόσης, ημερομηνία.»

11. Το Τρίτο Κεφαλαίο «Ενταξη και Αποδέσμευση στις Ρυθμίσεις της παρούσας» τροποποιείται ως εξής:

«α) Μοναδική προϋπόθεση ένταξης στις ρυθμίσεις της παρούσας αποτελεί η ιδιοκατοίκηση και η χρήση της κατοικίας από τον δικαιούχο, καθώς και από συγγενείς α΄ και β΄ βαθμού.

β) Κατ΄ εξαίρεση μπορεί να υπαχθεί στις ρυθμίσεις της παρούσας και δικαιούχος, ο οποίος δεν ιδιοκατοικεί και δεν κάνει χρήση της κατοικίας του λόγω ανυπαίτιου κωλύματος και εφόσον σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει εκμετάλλευση της κατοικίας του, που να συνεπάγεται αύξηση εσόδων και πλουτισμού του.

γ) Σε περίπτωση που δικαιούχος κάνει χρήση οποιασδήποτε εκ των αναφερόμενων στην παρούσα γενικών και ειδικών ρυθμίσεων και προβεί σε πώληση ή εκμίσθωση της οικίας του χωρίς έγκριση του ΟΑΕΔ εντός 10 ετών από την έκδοση του Οριστικού Παραχωρητηρίου για τους δικαιούχους της περίπτωσης Α και 5 ετών από την ένταξή του στις ρυθμίσεις της παρούσας για τους δικαιούχους των περιπτώσεων Β και Γ του Δευτέρου Κεφαλαίου, αυτόματα εκπίπτει από το δικαίωμα χρήσης των διατάξεων αυτών. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να καταβάλει στον ΟΑΕΔ, προ της πώλησης ή εκμίσθωσης, το ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκε.

δ) Στο διάστημα αυτό, των 5 και 10 ετών αντιστοίχως, η υποθήκη του ακινήτου παραμένει στον ΟΑΕΔ και αίρεται κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου και αφού καταβάλει το ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκε».

Κατά τα λοιπά η 13097/661/13-4-2017 (Β΄ 1403 και Β΄ 1892) υπουργική απόφαση ισχύει ως έχει.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πηγή: e-forologia.gr

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Π.Κ. 2/3-6-2019 Συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών Αυτοκινήτων – Πωλητών εμφιαλωμένων ποτών Βορείου Ελλάδος και των Βοηθών αυτών.

Στη Θεσσαλονίκη, την 29η Μαΐου 2019,

Αφενός

Ο κ. Ιωάννης Σταύρου, Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος, ενεργών ως νόμιμα εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία «Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ)», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, Πλατεία Μοριχόβου 1 και εκπροσωπείται νόμιμα,

Και αφετέρου

Οι κ.κ. Αριστοτέλης Μερκενίδης, Πρόεδρος και Γεώργιος Πρίπορας, Γενικός Γραμματέας του «Συνδικάτου Πωλητών -Οδηγών και Βοηθών Εμφιαλωμένων Ποτών και Τυποποιημένων Τροφίμων Βορείου Ελλάδος», το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, οδός Φιλίππου 43 και εκπροσωπείται νόμιμα,

συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν τη συνομολόγηση αυτής της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με τους παρακάτω ειδικότερους όρους:

`Αρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής

Στην παρούσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας υπάγονται οι οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων – πωλητές και οι επιβαίνοντες των ιδίων αυτοκινήτων – βοηθοί τους, οι οποίοι αποτελούν μέλη του Συνδικάτου και απασχολούνται σε επιχειρήσεις εμφιαλωμένων ποτών και αναψυκτικών της Βορείου Ελλάδος, οι οποίες είναι μέλη του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος.

`Αρθρο 2
Αποδοχές

Οι αποδοχές των υπαγόμενων στην παρούσα σύμβαση μισθωτών, σε πραγματικά ποσά, παραμένουν, για το έτος 2019, όπως έχουν διαμορφωθεί από την 31.12.2011.

`Αρθρο 3
Προηγούμενες ρυθμίσεις – Ρήτρα ευνοϊκότερης ρύθμισης

Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της από 30.06.2010 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, εφόσον από τη διατήρηση αυτή δεν προκαλείται μείωση των κατά τα ανωτέρω (άρθρο 2 της παρούσας Σύμβασης) αποδοχών, σε είδος και χρήμα, εις βάρος των εργαζομένων του άρθρου 1 της παρούσας. Ιδίως, συμφωνείται τυχόν μείωση της βάσης υπολογισμού των αποδοχών των εργαζομένων, που περιγράφονται στα άρθρα 4 και 7 της από 30.6.2010 Σ.Σ.Ε., να μην επιφέρει μείωση των διά του άρθρου 2 της παρούσας οριζομένων ελαχίστων αποδοχών.

`Αρθρο 4
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς της παρούσας σύμβασης ξεκινά από την 01.01.2019 και λήγει την 31.12.2019.

Πηγή: Taxheaven ©

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

18 Ιουνίου 2019 ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Αρ. Φύλλου 2362 Αριθμ. 26034/695 Υποχρεωτική καταβολή από τους εργοδότες των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και της αποζημίωσης απόλυσης αυτών, μέσω λογαριασμού πληρωμών.

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ -ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των άρθρων 41 και 90 του Κώδικα για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (Α΄/98), όπως ισχύουν.

2. Τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 38 του Ν. 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» (Α΄/85), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του Ν. 4611/2019 «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις» (Α΄/73, διορθ. σφαλμ. Α΄/75) και ισχύει.

3. Τις διατάξεις του Ν. 3996/2011 «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (Α΄/170), όπως ισχύει.

4. Τις διατάξεις του π.δ. 134/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (Α΄/168), όπως ισχύει.

5. Τις διατάξεις του π.δ. 142/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών» (Α΄/181), όπως ισχύει.

6. Τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 4320/2015 «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών Οργάνων και λοιπές διατάξεις» (Α΄/29), όπως ισχύει.

7. Τις διατάξεις του π.δ. 73/2015 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄/116).

8. Τις διατάξεις του π.δ. 125/2016 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄/210).

9. Την οικ. 22528/430/17.5.2017 απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών «Καθιέρωση της υποχρεωτικής καταβολής από τους εργοδότες των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, μέσω τραπεζικού λογαριασμού» (Β΄/1721).

10. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

`Αρθρο 1
Καταβολή αποδοχών και αποζημίωσης απόλυσης των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα μέσω λογαριασμού πληρωμών

1. Οι εργοδότες καταβάλλουν τις αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και την αποζημίωση απόλυσής τους, αποκλειστικά σε λογαριασμούς πληρωμών των δικαιούχων μισθωτών, αναφέροντας για κάθε καταβολή την αιτιολογία και το χρονικό διάστημα που αφορά.

2. Η καταβολή των αποδοχών και της αποζημίωσης απόλυσης στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής ή παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.

`Αρθρο 2
Κυρώσεις

Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 1 επιβάλλονται κυρώσεις από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του Ν. 3996/2011 , όπως ισχύουν.

`Αρθρο 3
Έναρξη ισχύος

1. Η απόφαση αυτή ισχύει από 1.7.2019.

2. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας η οικ. 22528/430/17.5.2017 (Β΄/1721) απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών καταργείται.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πηγή: e-forologia.gr

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αθήνα, 07-06-2019 ΘΕΜΑ: Αναβάθμιση του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ κατ΄ εφαρμογή των νομοθετικών ρυθμίσεων του άρθρου 48 του Ν.4611/2019 (Α΄ 73).

Στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 48 του Ν.4611/2019 (Α΄ 73) «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις», και δεδομένου ότι, διαπιστώνεται η ανάγκη της ομαλής μετάβασης και προσαρμογής της αγοράς εργασίας στις νέες διαδικασίες, σας ενημερώνουμε ότι, κατά την τακτική διακοπή την Τετάρτη 12.6.2019, θα πραγματοποιηθεί αναβάθμιση του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ στο Έντυπο Ε6 – Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (με ή χωρίς προειδοποίηση). Συγκεκριμένα, προστίθεται νέο πεδίο στο οποίο θα αναφέρεται ο βάσιμος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ο οποίος θα επιλέγεται από μία λίστα τιμών που θα δίνει τρεις επιλογές, όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016 (Α΄ 5) ως εξής: «1. Ικανότητα εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας, 2. Συμπεριφορά του εργαζομένου και 3. Λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης.»

Πηγή: e-forologia.gr

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

19 Ιουνίου 2019 ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Αρ. Φύλλου 2392 Αριθμ. οίκ. 26707/1590 Κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτικής της από 10-4-2019 Τοπικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις Νομού Ηρακλείου.

Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11 του Ν. 1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α΄) «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις».

2. Τις διατάξεις του Π.Δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98 Α΄) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».

3. Το άρθρο 27 του Ν. 4320/2015 (ΦΕΚ 29 Α΄) «Ρυθμίσεις για τη λήψη έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρώπινης κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις».

4. Το π.δ. 125/2016 (ΦΕΚ 210 Α΄) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

5. Το άρθρο 20 του π.δ. 134/2017 (ΦΕΚ 168 Α΄) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».

6. Την αριθμ. οίκ. 32921/2175/13-6-2018 εγκύκλιο με θέμα «Έλεγχος συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 » (Α.Δ.Α.: ΨΑΩΕ465Θ1Ω- 9ΚΩ).

7. Το αριθμ. ΕΞ-245470-2019/10001/7-6-2019 έγγραφο του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.).

8. Τη γνώμη που εξέφρασε το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας κατά τη συνεδρίασή του της 7-6-2019.

9. Τα στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν οι αριθμητικές προϋποθέσεις για την κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτικής της πιο πάνω Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δηλαδή ότι οι δεσμευόμενοι εργοδότες απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου.

10. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Κηρύσσουμε ως γενικώς υποχρεωτική την από 10-4-2019 «Τοπική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις Νομού Ηρακλείου», με πράξη κατάθεσης 7/11-4-2019 , για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους στον κλάδο και στον τόπο, που αφορά αυτή.

Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πηγή: e-forologia.gr

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

19 Ιουνίου 2019 ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Αρ. Φύλλου 2392 Αριθμ. οίκ. 26706/1589 Κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτικής της από 15-5-2019 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας».

Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11 του Ν. 1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α΄) «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις».

2. Τις διατάξεις του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98 Α΄) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».

3. Το άρθρο 27 του Ν. 4320/2015 (ΦΕΚ 29 Α΄) «Ρυθμίσεις για τη λήψη έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρώπινης κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις».

4. Το π.δ. 125/2016 (ΦΕΚ 210 Α΄) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

5. Το άρθρο 20 του π.δ. 134/2017 (ΦΕΚ 168 Α΄) «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».

6. Την αριθμ. οίκ. 32921/2175/13-6-2018 εγκύκλιο με θέμα «Έλεγχος συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 » (Α.Δ.Α.: ΨΑΩΕ465Θ1Ω-9ΚΩ).

7. Το αριθμ. ΕΞ-245470-2019/10001/7-6-2019 έγγραφο του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.).

8. Τη γνώμη που εξέφρασε το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας κατά τη συνεδρίασή του της 7-6-2019.

9. Τα στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν οι αριθμητικές προϋποθέσεις για την κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτικής της πιο πάνω Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δηλαδή ότι οι δεσμευόμενοι εργοδότες απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου.

10. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Κηρύσσουμε ως γενικώς υποχρεωτική την από 15-5-2019 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας», με πράξη κατάθεσης 9/24-5-2019 , για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του κλάδου, που αφορά αυτή.

Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πηγή: Taxheaven ©

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner