Α.1025/2020 Τύπος και περιεχόμενο της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων, της βεβαίωσης των αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και της βεβαίωσης εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα καθώς και υποβολή αυτών με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου για το φορολογικό έτος 2019

Αθήνα, 4 Φεβρουαρίου 2020
Αρ. Πρωτ.: Α 1025/04-02-2020

(ΦΕΚ Β’ 406/11-02-2020)



Ι. ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α΄ Β΄ ΚΑΙ Γ΄

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας: 101 84 Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3375311 – 312 – 314 – 315
ΦΑΞ: 210 3375001

ΙΙ. ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΗΛΕΚΤΡ. ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
1. Δ/ΝΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α΄
2. Δ/ΝΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α΄
3. Δ/ΝΣΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄

Α 1025/2020

ΘΕΜΑ: «Τύπος και περιεχόμενο της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων, της βεβαίωσης των αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και της βεβαίωσης εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα καθώς και υποβολή αυτών με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου για το φορολογικό έτος 2019».


ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:
α) του άρθρου 6 του ν.4174/2013 (170Α΄).
β) των παραγράφων 34 του άρθρου 15 του ν.4174/2013.
γ) του Κεφαλαίου Α΄ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του ν.4389/2016 (94Α΄) και ειδικότερα του άρθρου 7, της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και του άρθρου 41 αυτού, όπως ισχύουν.
δ) της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν.4172/2013 (167Α΄).
ε) των άρθρων 312131415212936373843Α455960616263646768 του ν.4172/2013.
στ) της απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1051/2015 (373 Β΄), της απόφασης Αναπληρωτή ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/2015 (2919 Β΄), της απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ ΠΟΛ.1025/2017 (618 Β΄), της απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ ΠΟΛ.1045/2018 (881 Β΄) και της απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ Α.1009/2019 (21 Β’), όπως ισχύουν.
ζ) των αποφάσεων ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1088/2015  (763 Β΄), ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1132/2015 (1407 Β΄), ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1041/2016 (926 Β΄), ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1096/2016 (2043 Β΄), της απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ ΠΟΛ.1034/2017 (759 Β΄), της απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ ΠΟΛ.1068/2018 (1319 Β΄) και της απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ Α.1041/2019 (353 Β΄), όπως ισχύουν.
η) της απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1033/2014 (276 Β΄),  όπως ισχύει.
θ) των αποφάσεων Διοικητή ΑΑΔΕ Α.1099/2019 (949 Β΄), Α.1100/2019 (951 Β΄) και Α.1101/2019 (948 Β΄), όπως ισχύουν.
ι) της αριθ. Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017 (968 Β΄ και 1238 Β’) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)», όπως ισχύει.
2. Την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (130 και 372 Β΄) απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαραγράφου α’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν.4389/2016, όπως ισχύουν.

3. Την αριθ. 1 της 20.1.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν.4389/2016, όπως ισχύουν, την αριθ. 39/3/30.11.2017 (Υ.Ο.Δ.Δ. 689) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.» και την αριθ. 5294 ΕΞ 17-01-2020 (Υ.Ο.Δ.Δ. 27) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.».

4. Την ανάγκη διασταύρωσης και προσυμπλήρωσης κατά περίπτωση των δηλούμενων εισοδημάτων και παρακρατούμενων φόρων στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με εκείνα που αναγράφονται στις βεβαιώσεις αποδοχών από μισθωτές υπηρεσίες, στις βεβαιώσεις αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και στις βεβαιώσεις εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα από τους καταβάλλοντες τα παραπάνω εισοδήματα.

5. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),

αποφασίζουμε

Άρθρο 1
Υπόχρεοι υποβολής στοιχείων βεβαιώσεων

Όσοι παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 596162 και 64 του ν.4172/2013, πλην των συμβολαιογράφων κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας, έχουν υποχρέωση να χορηγούν σε φυσικά και νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες στα οποία έγινε παρακράτηση, μοναδική βεβαίωση στην οποία αναγράφουν το σύνολο των αποδοχών από μισθωτή εργασία και συντάξεις, αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα που κατέβαλαν στο φορολογικό έτος και τον φόρο που παρακρατήθηκε.
Ίδια υποχρέωση υπάρχει και στις περιπτώσεις εισοδημάτων για τα οποία δεν προκύπτει φόρος για παρακράτηση, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 6 της παρούσας.
Υποχρέωση υπάρχει και για τα ποσά που ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 6 της παρούσας, τα οποία δεν αποτελούν πληρωμές υποκείμενες σε παρακράτηση.
Η υποχρέωση αυτή δεν υπάρχει στις περιπτώσεις εισοδημάτων από επιχειρηματική δραστηριότητα που δεν περιλαμβάνονται στον Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Άρθρο 2
Ορισμός τύπου και  περιεχομένου της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων (Έντυπο Φ–01.042).

1. Ορίζουμε ότι ο τύπος και το περιεχόμενο σε έντυπη μορφή της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων με το σύνολο των στοιχείων που υποχρεωτικά αναγράφονται επί αυτών, ποσά μισθών, συντάξεων και λοιπών παροχών καθώς και  τα ποσά φόρου εισοδήματος και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013 που παρακρατήθηκαν, έχει όπως το σχετικό υπόδειγμα το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα (Έντυπο Φ–01.042).

2. Ορίζουμε ότι τα χαρακτηριστικά των χρησιμοποιούμενων αποδεκτών μέσων  για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή μαγνητική μορφή, του εντύπου της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, έχουν όπως περιγράφονται στο συνημμένο στην παρούσα «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1».

3. Ορίζουμε ότι το περιεχόμενο της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων (Έντυπο Φ–01.042) των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου έχει απαραίτητα το σύνολο των στοιχείων που προβλέπονται στο επισυναπτόμενο έντυπο και «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1».

4. Η διαμόρφωση της δομής και των δεδομένων του αρχείου της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων είναι αυτή που ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 3
Ορισμός τύπου και περιεχομένου της βεβαίωσης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα (Έντυπο Φ–01.043)

1. Ορίζουμε ότι  ο τύπος και το περιεχόμενο σε έντυπη μορφή της βεβαίωσης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα με το σύνολο των στοιχείων που υποχρεωτικά αναγράφονται επί αυτών καθώς και τα ποσά φόρου εισοδήματος που παρακρατήθηκαν, έχει όπως το σχετικό υπόδειγμα το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα (Έντυπο Φ–01.043).

2. Ορίζουμε ότι τα χαρακτηριστικά των χρησιμοποιούμενων αποδεκτών μέσων  για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή μαγνητική μορφή, του εντύπου της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, έχουν όπως περιγράφονται στο συνημμένο στην παρούσα «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2».

3. Ορίζουμε ότι το περιεχόμενο της βεβαίωσης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα (Έντυπο Φ–01.043) των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου έχει απαραίτητα το σύνολο των στοιχείων που προβλέπονται στο επισυναπτόμενο έντυπο και «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2».

4. Η διαμόρφωση της δομής και των δεδομένων του αρχείου της βεβαίωσης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα είναι αυτή που ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 4
Ορισμός τύπου και  περιεχομένου της βεβαίωσης εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους , δικαιώματα (Έντυπο Φ–01.044)

1. Ορίζουμε ότι ο τύπος και το περιεχόμενο  σε έντυπη μορφή της βεβαίωσης εισοδήματος από μερίσματα νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τόκους (εκτός των τόκων τραπεζικών καταθέσεων) και δικαιώματα, με το σύνολο των στοιχείων που υποχρεωτικά αναγράφονται επί αυτών καθώς και τα ποσά φόρου εισοδήματος που παρακρατήθηκαν, έχει όπως το σχετικό υπόδειγμα το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα (Έντυπο Φ–01.044).

2. Ορίζουμε ότι τα χαρακτηριστικά των χρησιμοποιούμενων αποδεκτών μέσων  για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή μαγνητική μορφή, του εντύπου της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, έχουν όπως περιγράφονται στο συνημμένο στην παρούσα «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3».

3. Ορίζουμε ότι το περιεχόμενο της βεβαίωσης εισοδήματος από μερίσματα νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τόκους (εκτός των τόκων τραπεζικών καταθέσεων) και δικαιώματα (Έντυπο Φ–01.044) των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου, έχει απαραίτητα το σύνολο των στοιχείων που προβλέπονται στο επισυναπτόμενο έντυπο και «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3».

4. Η διαμόρφωση της δομής και των δεδομένων του αρχείου της βεβαίωσης εισοδήματος από μερίσματα νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τόκους (εκτός των τόκων τραπεζικών καταθέσεων) και δικαιώματα, είναι αυτή που ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

5. Το ηλεκτρονικό αρχείο που αφορά στους τόκους τραπεζικών καταθέσεων αποστέλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ΠΟΛ.1033/2014 Απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε., όπως ισχύει. Για τους τόκους αυτούς χορηγείται έντυπη βεβαίωση από τα πιστωτικά ιδρύματα (όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 του ν.4537/2018) στους δικαιούχους των εισοδημάτων αυτών. Ομοίως, το αρχείο μερισμάτων νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών αποστέλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ίδια απόφαση.

Άρθρο 5
Διαδικασία και τρόπος υποβολής των στοιχείων

1. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται με βάση τα ανωτέρω στις εκδιδόμενες βεβαιώσεις αποδοχών ή συντάξεων ή αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα φορολογικού έτους 2019, ο φόρος που παρακρατήθηκε επί αυτών καθώς και το ποσό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013, ανεξάρτητα από την τήρηση απλογραφικών ή διπλογραφικών βιβλίων και από τον τρόπο ενημέρωσής τους (μηχανογραφικά ή χειρόγραφα), υποβάλλονται αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας και αποστέλλονται με τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου μέσω διαδικτύου (TAXISnet). Για τον σκοπό αυτό οι υπόχρεοι δύνανται, για τη δημιουργία των κατάλληλων αρχείων, να χρησιμοποιούν τις αντίστοιχες εφαρμογές του TAXISnet.

2. Οι Δημόσιες Υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ. και γενικά όποιος παρακρατεί φόρο υποβάλλουν υποχρεωτικά τα παραπάνω στοιχεία της παραγράφου 1.
Για την υποβολή αρχείου συντάξεων αρμόδιος φορέας είναι αποκλειστικά και μόνο η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης (Η.ΔΙ.Κ.Α) για όσα ταμεία εποπτεύει.
Το αρχείο αμοιβών από εργόσημο υποβάλλεται αποκλειστικά και μόνο από τους αρμόδιους ασφαλιστικούς φορείς.
Ειδικά για τους φορείς του Δημοσίου, τυχόν διορθώσεις ή τροποποιήσεις υποβάλλονται αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο εκκαθαριστή, που έχει υποβάλλει το σχετικό αρχικό αρχείο.

3. Με την Λ.3000/ΠΟΛ.112/1968 διαταγή έγινε δεκτό ότι σε περίπτωση πτώχευσης, τη φορολογική υποχρέωση της παρακράτησης φόρου κατά την καταβολή αμοιβών σε ελεύθερους επαγγελματίες την έχει ο σύνδικος της πτωχεύσασας εταιρίας, ως ενεργών εν προκειμένω για λογαριασμό της εταιρίας. Κατ’ ανάλογη εφαρμογή στις περιπτώσεις που λύεται η επιχείρηση και τίθεται σε εκκαθάριση, την υποχρέωση υποβολής του αρχείου βεβαιώσεων την έχει ο αρμόδιος εκκαθαριστής. Επίσης, η σχετική υποχρέωση υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων υφίσταται και για τα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που διακόπτουν τις εργασίες τους, ανεξάρτητα από το αν τίθενται σε εκκαθάριση ή όχι, καθώς και για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και έχουν διακόψει τις εργασίες τους μέσα στο φορολογικό έτος 2019.

4. Περαιτέρω, σε περίπτωση μετασχηματισμού επιχειρήσεων (απορροφήσεις, μετατροπές, συγχωνεύσεις, διασπάσεις), υποχρέωση υποβολής του αρχείου βεβαιώσεων έχει η προερχόμενη από τον μετασχηματισμό επιχείρηση (απορροφώσα, κ.λπ.) για το χρονικό διάστημα από τον ισολογισμό μετασχηματισμού (ν. 2166/1993) ή την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού (ν.δ.1297/1972) και μετά, ενώ για το χρονικό διάστημα μέχρι τις ως άνω προθεσμίες υποχρέωση υποβολής του εν λόγω αρχείου έχει η μετατρεπόμενη ή συγχωνευόμενη επιχείρηση.

5. Υποχρέωση υποβολής του ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων υπάρχει και για τα υπό ίδρυση ιδρύματα, η έγκριση της σύστασης των οποίων εκκρεμεί, για τα εισοδήματα επί των οποίων έχουν διενεργήσει παρακράτηση φόρου, ως εν τοις πράγμασι νομίμως λειτουργούντα πρόσωπα στο πλαίσιο άσκησης των δραστηριοτήτων τους.

6. Δεν υπάρχει υποχρέωση υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων στην περίπτωση που καταβάλλονται αμοιβές από επιχειρηματική δραστηριότητα ή μερίσματα, τόκοι, δικαιώματα σε δικαιούχο νομικό πρόσωπο/νομική οντότητα με φορολογικό έτος που λήγει σε διαφορετική ημερομηνία από αυτή του ημερολογιακού έτους. Στην περίπτωση αυτή θα χορηγείται σχετική βεβαίωση σε έντυπη μορφή προκειμένου το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου να δηλώνεται στο έντυπο Ν σε σχετικό κωδικό χωρίς ηλεκτρονική πληροφόρηση.

7. Οι υπόχρεοι των παραγράφων 1,2,3,4 και 5 του άρθρου αυτού, εφόσον είναι νέοι χρήστες εγγράφονται στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες TAXISnet σύμφωνα με όσα ορίζονται με την με αριθμό ΠΟΛ.1178/2010 (1916 Β΄/9.12.2010) Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η διαδικασία αυτή δεν απαιτείται για τους ήδη πιστοποιημένους χρήστες σε οποιαδήποτε εφαρμογή. Οι υπόχρεοι της παραγράφου αυτής πιστοποιούνται στο TAXISnet με αντίστοιχο τρόπο, ανεξαρτήτως από το αν είναι ήδη πιστοποιημένοι για άλλες υπηρεσίες.

8. Τα στοιχεία των πιο πάνω βεβαιώσεων από υπόχρεο φυσικό πρόσωπο που έχει αποβιώσει υποβάλλονται με μαγνητικό μέσο στη Δ.Ο.Υ. από τους κληρονόμους του. Η Δ.Ο.Υ. διαβιβάζει με έγγραφο το μαγνητικό μέσο στη Γ.Δ.ΗΛΕ.Δ.

9. Οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΑΑΔΕ, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ασφαλή υποβολή και αποστολή των ηλεκτρονικών αρχείων από τους υπόχρεους, δύνανται να εφαρμόζουν ειδικές ασφαλιστικές δικλείδες.

10. Τα παραπάνω στοιχεία της παραγράφου 1 υποβάλλονται υποχρεωτικά για όλους τους κωδικούς του Πίνακα αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και για όλους τους κωδικούς του Πίνακα αμοιβών από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα. Οι υπόχρεοι υποβολής προσωρινής δήλωσης απόδοσης παρακρατούμενου φόρου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013 με αναλυτικές εγγραφές σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Α.1099/2019 Απόφαση Διοικητή ΑΑΔΕ, όπως ισχύει, δεν υποβάλλουν τα παραπάνω στοιχεία της παραγράφου 1.
Οι υπόχρεοι που υποβάλλουν την προσωρινή δήλωση κάνοντας χρήση των κωδικών 95 και 96 της Α.1099/2019 Απόφασης, οι καταβάλλοντες αποδοχές σε αξιωματικούς και κατώτερο πλήρωμα εμπορικών πλοίων καθώς και οι καταβάλλοντες εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις που δεν είναι υπόχρεοι σε υποβολή προσωρινής δήλωσης απόδοσης παρακρατούμενου φόρου και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013 με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου, ακόμα και όταν δεν προκύπτουν ποσά προς απόδοση, υποβάλλουν υποχρεωτικά τα παραπάνω στοιχεία της παραγράφου 1.     

Άρθρο 6
Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις αποδοχής

1. Τα υποβαλλόμενα στοιχεία γίνονται αποδεκτά εφόσον πληρούν τις κάτωθι προϋποθέσεις:
α) Υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου.
β) Υποβάλλονται με μαγνητικό μέσο στη Δ.Ο.Υ. εφόσον αφορούν μόνο την παράγραφο 8 του άρθρου 5 της παρούσας (αποβιώσαντες εργοδότες).
γ) Οι δικαιούχοι όλων των εισοδημάτων καταχωρούνται υποχρεωτικά με τον Α.Φ.Μ. τους.
δ) Ο ΑΜΚΑ καταχωρείται υποχρεωτικά για τους μισθωτούς και συνταξιούχους. Προκειμένου για δικαιούχους αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα καθώς και εισοδημάτων από μερίσματα Νομικών Προσώπων και Νομικών Οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, τόκους (εκτός των τόκων τραπεζικών καταθέσεων), δικαιώματα, ο ΑΜΚΑ καταχωρείται προαιρετικά.

2. Τα στοιχεία της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων που υποβάλλονται με διαφορετικό τρόπο από τον οριζόμενο στην παρούσα απόφαση, δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.

3. Με την υποβολή του ηλεκτρονικού αρχείου δεν εξαντλείται η υποχρέωση των εργοδοτών – ασφαλιστικών φορέων σχετικά με τις βεβαιώσεις όλων των εισοδημάτων, αλλά απαιτείται η χορήγηση βεβαιώσεων προς τους δικαιούχους σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή. Ο χρόνος χορήγησης της βεβαίωσης είναι ο ίδιος με τον χρόνο υποχρέωσης υποβολής του ηλεκτρονικού αρχείου.

4. Λόγω της κατάργησης από 1.1.2018 της μείωσης φόρου του 1,5% κατά την παρακράτηση του φόρου που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 60 του ν.4172/2013 στο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις (παρ.2 άρθ.69 ν.4472/2017), οι υπόχρεοι υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου αποστέλλουν μόνο τον φόρο που παρακρατήθηκε.

5. Όσον αφορά το χρόνο διενέργειας παρακράτησης και απόδοσης φόρου και κατ’ επέκταση  αποστολής του σχετικού ηλεκτρονικού αρχείου για τις αμοιβές διοίκησης και τις αμοιβές για συμβουλευτικές και άλλες παρόμοιες υπηρεσίες των διατάξεων των περ. δ΄ των παρ.1 των άρθρων 62 και 64 του ν.4172/2013, καθώς και για τις αμοιβές για τα αγαθά που προμηθεύονται και για τις υπηρεσίες που λαμβάνουν οι  φορείς γενικής κυβέρνησης, ισχύουν τα αναφερόμενα στο με αριθ. πρωτ. ΔΕΑΦ Β 1110696 ΕΞ 2016/18.7.2016 έγγραφο.

6. Αμοιβές που καταβάλλονται σε μισθωτούς και αφορούν αποζημίωση εξόδων διαμονής και σίτισης, ημερήσια αποζημίωση, αποζημίωση εξόδων κίνησης (περ. α΄ και β΄ παρ.1 άρθ.14 ν.4172/2013), επίδομα βιβλιοθήκης, δεν αποστέλλονται κατά την υποβολή του ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων καθόσον οι αμοιβές αυτές καταβάλλονται προκειμένου να αποζημιωθεί ο υπάλληλος για τα έξοδα που πραγματοποίησε για λογαριασμό της υπηρεσίας του. Για τον ίδιο λόγο δεν αποστέλλεται αρχείο, για την πρόσθετη μηνιαία αποζημίωση χρήσης και συντήρησης οχήματος της παρ.7 του άρθρου 56 του ν.4611/2019 που καταβάλλεται σε εργαζόμενους που απασχολούνται στη μεταφορά ή διανομή προϊόντων και αντικειμένων και οι οποίοι χρησιμοποιούν για την εκτέλεση της εργασίας τους μοτοποδήλατο ή μοτοσυκλέτα δικής τους ιδιοκτησίας, νομής ή κατοχής (ΔΕΑΦ Α 1152016 ΕΞ 2019/29.10.2019 έγγραφο). Ομοίως, δεν αποστέλλεται αρχείο, για το επίδομα που χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς προκειμένου για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (παρ. 3 άρθ.30 ν.3205/2003). Επίσης, δεν αποστέλλεται αρχείο, για το Επίδομα Στέγασης που σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.4472/2017 θεσπίζεται από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για νοικοκυριά που διαμένουν σε μισθωμένη κατοικία ή επιβαρύνονται με το κόστος εξυπηρέτησης στεγαστικού δανείου πρώτης κατοικίας και το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του ίδιου άρθρου και νόμου δεν εμπίπτει σε καμία κατηγορία εισοδήματος.

7. Ο ΟΠΕΚΑ δεν αποστέλλει αρχείο για τις ακόλουθες παροχές και υπηρεσίες που χορηγεί και διαχειρίζεται:
– έξοδα κηδείας της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 4 του ν.4520/2018
– παροχές και υπηρεσίες του Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας σύμφωνα με το ν.3050/2002 (περίπτωση δ΄ άρθ.4 ν.4520/2018)
– προνοιακές παροχές σε χρήμα σε άτομα με αναπηρία που αποσκοπούν στην κάλυψη των αναγκών της αναπηρίας τους και οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 του ν.4611/2019 δεν εμπίπτουν σε καμία κατηγορία εισοδήματος (υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄, γγ΄, δδ΄, εε΄, στστ΄, ζζ΄, ηη΄, θθ΄, ιι΄ της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 4 του ν.4520/2018)
– προνοιακές παροχές, οικονομικές και εισοδηματικές ενισχύσεις και κοινωνικές υπηρεσίες για την οικονομική στήριξη – ενίσχυση ειδικών και ευπαθών ομάδων (υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄, γγ΄ της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 4 του ν.4520/2018)
– παροχή της περίπτωσης θ΄ του άρθρου 4 του ν.4520/2018
– επίδομα ομογενών προσφύγων που χορηγείται βάσει των διατάξεων του ν.δ. 57/1973 στα πλαίσια παροχής προγραμμάτων Κοινωνικής Προστασίας του οποίου η διαδικασία χορήγησης προβλέπεται από τις υπουργικές αποφάσεις Γ1α/οικ842/19.4.1988 (Β΄ 242), Π3οικ/603/23.2.1994 (Β΄ 148), Π3οικ.2091/6.6.1995 (Β΄ 537), Π3/οικ.3427/5.10.1995 (Β΄ 868)
– έκτακτες εφάπαξ οικονομικές ενισχύσεις σε δικαιούχους που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές

8. Αμοιβές που καταβάλλονται σε αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα έτος, καθώς και σε ξεναγούς που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του ν.1545/1985, επί του καθαρού ποσού των οποίων διενεργείται, από 14.6.2018, παρακράτηση φόρου με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) (ΠΟΛ.1147/2018 εγκύκλιος), αποστέλλονται με τον κωδικό 1 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

9. Με τον κωδικό 17 που αφορά το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης αποστέλλεται το σύνολο των ποσών του εν λόγω εισοδήματος που αφορούν όλους τους μήνες του 2019 ανεξάρτητα από το πότε πραγματοποιήθηκε η καταβολή τους. Το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης που χορηγεί ο ΟΠΕΚΑ σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ζ΄ του άρθρου 4 του ν.4520/2018, αποστέλλεται με αυτόν τον κωδικό.

10. Η δέκατη τρίτη (13η) σύνταξη που χορηγείται στους δικαιούχους σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 120 του ν.4611/2019 καθώς και η ίδια παροχή που χορηγείται από τον ΟΠΕΚΑ (περ.γ΄ άρθρ.4 ν.4520/2018) σε δικαιούχους ανασφάλιστους υπερήλικες σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις (παρ.1 άρθ.120 ν.4611/2019) αποστέλλεται με τον κωδικό 23 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

11. Το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης που χορηγείται από τον ΟΠΕΚΑ (περ.β΄ άρθ.4 ν.4520/2018) σε ανασφάλιστους υπερήλικες του άρθρου 93 του ν.4387/2016 αποστέλλεται με τον κωδικό 26 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

12. Κατ’ ανάλογη εφαρμογή με το σκεπτικό της αριθ. 250/1996 γνωμοδότησης του ΝΣΚ που είχε γίνει δεκτή, τα εφάπαξ βοηθήματα που καταβάλλουν τα Μετοχικά Ταμεία των Ενόπλων δυνάμεων στα παιδιά των ενεργών μετόχων τους ή μερισματούχων τους για τη δημιουργία ή την ενίσχυση της οικογενειακής ή της επαγγελματικής αυτοτέλειάς τους, δεν θεωρούνται εισόδημα και δεν υπόκεινται σε φόρο σύμφωνα με την περ. στ΄ της παρ.1 του άρθρου 14 του ν.4172/2013. Τα ποσά αυτά αποστέλλονται με τον κωδικό 38 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

13. Η καταβαλλόμενη, από 11.10.2018, πτητική αποζημίωση στους πιλότους της πολιτικής αεροπορίας και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, αποστέλλεται με τον κωδικό 42 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις [άρθρο 35 ν.4569/2018 (179 Α΄)].

14. Τα εφάπαξ χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν στο φορολογικό έτος 2019 στους δικαιούχους των άρθρων 10 έως και 15 του ν.4575/2018 (στελέχη που εμπίπτουν σε ειδικά μισθολόγια καθώς και συνταξιούχοι των ίδιων κατηγοριών), τα οποία δεν είχαν αποσταλεί με το αρχείο βεβαιώσεων φορολογικού έτους 2018 αλλά αποτελούν εισόδημα του φορολογικού έτους 2018 (βάσει των οριζομένων στις ΚΥΑ με τις οποίες αυτά χορηγούνται) αποστέλλονται με τον κωδικό 51 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.  

15. Όσον αφορά αμοιβές της περ. δ΄ παρ. 2 άρθ. 12 ν.4172/2013 που καταβάλλονται σε μέλη ΔΣ εταιρίας ή κάθε άλλου ν.π. ή νομικής οντότητας, αυτές αποστέλλονται με το αρχείο εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συγκεκριμένα με τον κωδικό 5. Στις περιπτώσεις που διενεργείται παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, ο υπόχρεος υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων αποστέλλει τις ακαθάριστες αμοιβές και επιπλέον και τις κρατήσεις ασφαλιστικών εισφορών για να αφαιρεθούν από τις αμοιβές αυτές.16. Τα αναδρομικά επιδομάτων ανεργίας ΟΑΕΔ, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ, ΓΕΝΕ αποστέλλονται με τον κωδικό 55 με αναγραφή του έτους χρήσης που αυτά αφορούν.

17. Αμοιβές που καταβάλλονται σε απασχολούμενους – εποχιακά εργαζόμενους, για χρονικό διάστημα μέχρι 150 ημέρες ετησίως, σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις μεταποίησης, τυποποίησης προϊόντων και υπάγονται στην ασφάλιση ΕΦΚΑ – ΟΓΑ, αποστέλλονται με τον κωδικό 56.

18. Αμοιβές που καταβάλλονται για περιστασιακή απασχόληση στα μέλη αγροτικών ή γυναικείων συνεταιρισμών τα οποία υπάγονται στην ασφάλιση ΕΦΚΑ -ΟΓΑ,  αποστέλλονται με τον κωδικό 57.

19. Αμοιβές που καταβάλλονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περ. θ΄ της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν.4172/2013 ήτοι ποσοστό έως 35% των κερδών προ φόρων, το οποίο καταβάλλεται από τους Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας (όπως αυτοί είναι εγγεγραμμένοι στο αντίστοιχο Μητρώο που τηρείται από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) στους εργαζομένους τους, εντάσσονται στο εισόδημα από μισθωτή εργασία και  αποστέλλονται με τον κωδικό 58. Χρόνος κτήσης των εισοδημάτων αυτών θεωρείται ο χρόνος λήψης της απόφασης για την καταβολή αυτών των αμοιβών από την ετήσια γενική συνέλευση.

20. Το ποσό του «Κοινωνικού Μερίσματος» που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.4501/2017 (178 Α΄) καταβλήθηκε εφάπαξ στους δικαιούχους μέσα στο έτος 2019 προκειμένου για τη στήριξη των οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών, δεν έχει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά και δεν εμπίπτει σε καμία κατηγορία εισοδήματος του άρθρου 7 του ν.4172/2013, δεν φορολογείται και δεν υπόκειται στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013. Το ποσό αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη τεκμηρίου και αποστέλλεται με τον κωδικό 59 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

21. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 65 του ν.4520/2018 (30 Α΄) και βάσει των όσων διευκρινίσθηκαν και με την ΠΟΛ.1124/2018 εγκύκλιο, το επίδομα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων που καταβλήθηκε στους δικαιούχους μέσα στο έτος 2019, απαλλάσσεται από κάθε φόρο, δεν υπόκειται σε παρακράτηση φόρου και περαιτέρω απαλλάσσεται και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013. Το επίδομα αυτό δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιασδήποτε παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα και αποστέλλεται με τον κωδικό 60 του αρχείου εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

22. Για λόγους καλύτερης διαχείρισης και αντιμετώπισης των διαφόρων εισοδημάτων και επιδομάτων που χορηγούνται από διάφορους φορείς και χρήζουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης, στον Πίνακα κωδικοποίησης εισοδήματος μισθωτής εργασίας, συντάξεων και λοιπών εισοδημάτων πλην επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεν υφίσταται πλέον ο όρος «επιδόματα» στο λεκτικό των κωδικών 47, 48, 50 και 51 και εισάγονται οι νέοι κωδικοί 61 και 62 που αφορούν «Επιδόματα αυτοτελώς φορολογούμενα ή απαλλασσόμενα» και «Επιδόματα απαλλασσόμενα από φόρο και εισφορά στο σύνολό τους» αντίστοιχα καθώς και οι νέοι κωδικοί 63 και 64 για τα αναδρομικά ποσά των επιδομάτων των κωδικών 61 και 62 αντίστοιχα με αναγραφή του έτους / χρήσης που αυτά αφορούν.

23. Επίσης, τα αναδρομικά ποσά του επιδόματος παιδιού του κωδικού 39 (άρθ. 214 ν.4512/2018) αποστέλλονται με τον νέο κωδικό 65 με αναγραφή του έτους / χρήσης που αυτά αφορούν.

24. Λόγω της κατάργησης, από 1.1.2017 και μετά, της έκπτωσης από το φορολογητέο ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης των δαπανών άσκησης του λειτουργήματος του βουλευτή (άρθ.71 ν.4472/2017), οι υπόχρεοι υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων δεν θα εφαρμόσουν τα όσα είχαν οριστεί στην ΠΟΛ.1025/2017 Απόφαση Διοικητή ΑΑΔΕ περί συμπλήρωσης του κωδικού 47 με το ποσό της μείωσης του 25%. Η κατάργηση της έκπτωσης αυτής ισχύει και για τους εν ενεργεία και συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και λειτουργούς του ΝΣΚ καθώς και για τα μέλη των οικογενειών των αποβιωσάντων δικαστικών λειτουργών και λειτουργών του ΝΣΚ τα οποία συνταξιοδοτούνται κατά μεταβίβαση (σχετ. η ΠΟΛ.1112/2017 εγκύκλιος).  

25. Στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών από επιχειρηματική δραστηριότητα προς την Ιερά Κοινότητα, τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και τα εξαρτήματα αυτών, αποστέλλεται ηλεκτρονικό αρχείο βεβαιώσεων σύμφωνα με τον Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθόσον με τις διατάξεις της παραγράφου 4γ του άρθρου 99 του ν.4446/2016 καταργήθηκε η δυνατότητα αυτοαπόδοσης του φόρου από τον λήπτη της πληρωμής η οποία προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις [δεύτερη παράγραφος του άρθρου 61 του ν.4172/2013 (εκ παραδρομής αναφερόμενης στον νόμο ως δεύτερο εδάφιο), η οποία είχε προστεθεί με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 22 του ν.4283/2014] και πλέον, τα ως άνω πρόσωπα υποχρεούνται να παρακρατούν φόρο στις πληρωμές που διενεργούν σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα άρθρα 62 και 64 του ν.4172/2013, όπως εξάλλου ισχύει και για τα λοιπά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες με βάση τον νέο ΚΦΕ.
Στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών από μισθωτή εργασία προς τα ίδια ως άνω πρόσωπα, αποστέλλεται επίσης ηλεκτρονικό αρχείο βεβαιώσεων σύμφωνα με τον Πίνακα κωδικοποίησης εισοδήματος από μισθωτή εργασία χωρίς αναγραφή ποσού αναλογούντος και παρακρατηθέντος φόρου παρά μόνο με αναγραφή του  ποσού που προκύπτει εξαιτίας της παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013, καθόσον με τις διατάξεις των παραγράφων 4α και 4β του άρθρου 99 του ν.4446/2016 (οι οποίες κατάργησαν το δεύτερο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 59 του ν.4172/2013 όπως αυτό είχε προστεθεί με την περ.α΄ της παρ.4 του άρθρου 22 του ν.4283/2014 και προσέθεσαν νέα παράγραφο 7 στο τέλος του άρθρου 60 του ν.4172/2013 αντίστοιχα) στο ανωτέρω εισόδημα από μισθωτή εργασία δεν διενεργείται ούτε αυτοαπόδοση του φόρου από τον λήπτη της πληρωμής, ούτε και παρακράτηση και απόδοση του φόρου από τον καταβάλλοντα την πληρωμή. Εάν εκ παραδρομής παρακρατήθηκε φόρος εισοδήματος από μισθωτή εργασία από τον καταβάλλοντα την πληρωμή, οι υπόχρεοι υποβολής αποστέλλουν ηλεκτρονικό αρχείο βεβαιώσεων, αναγράφοντας στην περίπτωση αυτή το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου.

26. Σε περιπτώσεις αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, είτε αποδοχών, είτε συντάξεων τα οποία αφορούν το φορολογικό έτος 2019 και εφόσον το ποσό έχει επιστραφεί πλήρως από τον φορολογούμενο, οι φορείς που έχουν ενταχθεί και καταβάλλουν αμοιβές μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών (ΕΑΠ) καθώς και η ΗΔΙΚΑ, για όσα ταμεία εποπτεύει, είναι υπόχρεοι σε υποβολή ηλεκτρονικού αρχείου. Δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές καλούνται οι φορολογούμενοι να επιστρέψουν τα πληρωτέα ποσά με τα οποία πιστώθηκαν σύμφωνα με τις καταστάσεις μισθοδοσίας ή συντάξεων συν τον φόρο που παρακρατήθηκε και αποδόθηκε, οι ανωτέρω υπόχρεοι υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου,  αποστέλλουν ως καθαρές φορολογητέες αποδοχές ή συντάξεις τις νέες αποδοχές ή συντάξεις που προκύπτουν, αφού πρώτα αφαιρέσουν από τις αρχικές καθαρές (προ φόρου) την ανωτέρω επιστροφή (πληρωτέο συν φόρο). Ο παρακρατηθείς φόρος αποστέλλεται όπως αυτός παρακρατήθηκε και αποδόθηκε πριν την επιστροφή, καθόσον αυτός συμψηφίζεται κατά την εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2019 (σχετ. έγγραφο Δ12 Α 1099005 ΕΞ 3.7.2014).
Στην περίπτωση που η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων αφορά τα φορολογικά έτη 2018 και προηγούμενα, δεν αποστέλλεται ηλεκτρονικό αρχείο για τις περιπτώσεις αυτές αλλά χορηγούνται νέες βεβαιώσεις σε έντυπη μορφή για τα έτη αυτά, οι οποίες αποτυπώνουν σύμφωνα με τα ανωτέρω την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

27. Οι υπόχρεοι υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων αποστέλλουν τις αμοιβές που εντάσσονται στην περ.στ΄ της παρ.2 του άρθρου 12 του ν.4172/2013 συμπληρώνοντας τον κωδικό 1 του Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα.

28. Οι φορείς γενικής κυβέρνησης οι οποίοι προμηθεύονται βιβλία από συγγραφείς δημοσίους ή ιδιωτικούς υπαλλήλους (μη υπόχρεους σε τήρηση βιβλίων, οι οποίοι εκδίδουν με δικά τους έξοδα βιβλία και στη συνέχεια τα διαθέτουν έναντι αμοιβής), αποστέλλουν τις αμοιβές που προέρχονται από την πώληση βιβλίων και τις οποίες καταβάλουν στα εν λόγω φυσικά πρόσωπα συμπληρώνοντας τον κωδικό 6 του Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την καταβολή ή την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωμής, οι φορείς γενικής κυβέρνησης υποχρεούνται να παρακρατούν φόρο με συντελεστή 4% σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. ββ΄ της παρ.2 του άρθρου 64 του ν.4172/2013.
Επισημαίνεται ότι για τις αμοιβές με τίτλο κτήσης που αποτελούν για τους δικαιούχους φυσικά πρόσωπα εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα χωρίς έναρξη εργασιών και οι οποίες αποστέλλονται με τον κωδικό 6 του Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα, οι υπόχρεοι υποβολής ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων αποστέλλουν τις ακαθάριστες αμοιβές και επιπλέον και τις ασφαλιστικές κρατήσεις ΕΦΚΑ που επιβλήθηκαν για να αφαιρεθούν από τις αμοιβές αυτές.

29. Για την εφαρμογή των διατάξεων των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 64 του ν.4172/2013 και όσον αφορά την υποβολή του ηλεκτρονικού αρχείου της περίπτωσης αυτής, κατά την κωδικοποίηση του εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα, ο κωδικός 2 συμπληρώνεται από τον κύριο του έργου ενώ ο κωδικός 14 συμπληρώνεται από τον αρχικό ανάδοχο.
Ο αρχικός ανάδοχος καταχωρεί το ποσό της ακαθάριστης αμοιβής και τον φόρο που παρακρατήθηκε από τον κύριο του έργου και ο οποίος συμψηφίζεται από τον αναλογούντα φόρο της κατασκευάστριας εταιρείας ή κοινοπραξίας βάσει βεβαιώσεων που χορηγεί σε αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στις υπόψη διατάξεις. Στη συνέχεια, ο αρχικός ανάδοχος (νομικό πρόσωπο, νομική οντότητα που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα) θα πρέπει να διαγράψει κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του τον ως άνω παρακρατηθέντα από τον κύριο του έργου φόρο από τους αντίστοιχους κωδικούς των παρακρατηθέντων φόρων.

30. Στον Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα ο κωδικός 15 αφορά ακαθάριστα έσοδα ιατρών του ΕΣΥ από απογευματινά ιατρεία νοσοκομείων του ΕΣΥ τα οποία καταβάλλονται στο έτος 2019 και αφορούν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε  προηγούμενα έτη. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ΠΟΛ.1178/2017 εγκύκλιο, τα εισοδήματα που αντιστοιχούν σε υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 φορολογούνται στα έτη αυτά και συνεπώς υπάρχει υποχρέωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης από τους δικαιούχους στα έτη αυτά. Οι τροποποιητικές δηλώσεις υποβάλλονται μόνο για τα έτη αυτά και όχι για προγενέστερα, καθόσον τα εν λόγω εισοδήματα των ιατρών του ΕΣΥ που καταβλήθηκαν στο φορολογικό έτος 2019 και αφορούν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στα οικονομικά έτη 2014 και προηγούμενα (χρήσεις ετών 2013 και προηγούμενες) φορολογούνται συνολικά στο έτος είσπραξης ήτοι στο φορολογικό έτος 2019. Οι εν λόγω αμοιβές που φορολογούνται στο φορολογικό έτος 2019 αποστέλλονται με τον κωδικό 6 του αρχείου εισοδημάτων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ο φόρος 20% που παρακρατείται επί του συνόλου των ακαθαρίστων αμοιβών που καταβάλλονται, ανεξάρτητα από τα οικονομικά ή φορολογικά έτη που παρασχέθηκαν οι εν λόγω υπηρεσίες των ιατρών του ΕΣΥ, εκπίπτει από τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα που αποκτούν οι εν λόγω ιατροί κατά το φορολογικό έτος μέσα στο οποίο έγινε η καταβολή ή έκδοση της σχετικής εντολής πληρωμής, ήτοι στο φορολογικό έτος 2019.

31. Εισάγεται νέος κωδικός 16 στον Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα, που αφορά αμοιβές που καταβάλει ο ΕΦΚΑ σε δικαιούχους εξαιτίας της συμμετοχής τους σε επιτροπές – συνεδριάσεις του ΕΦΚΑ και οι οποίες βάσει της Φ10042/οικ. 13567/329/2018 εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης δεν εισφοροδοτούνται.

32. Όσον αφορά στα ατομικά ασφαλιστήρια συμβόλαια, όπου ο φορολογούμενος καταβάλλει από μόνος του τα ασφάλιστρα, το εισόδημα που προκύπτει είναι μόνο το ποσό που αναλογεί στην υπεραπόδοση των μαθηματικών αποθεματικών, το οποίο αποτελεί μέρισμα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν.4172/2013 (σχετ. η ΠΟΛ.1042/2015 εγκύκλιος). Για το ποσό αυτό υπάρχει υποχρέωση παρακράτησης φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 62 και της περ. α΄ της παρ.1 του άρθρου 64 του ν.4172/2013, του οποίου το ποσοστό ανέρχεται σε 10% για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2019. Συνεπώς, τα ποσά αυτά αποστέλλονται με τον κωδικό 1 του αρχείου εισοδήματος από μερίσματα – τόκους – δικαιώματα.

33. Ο χρόνος απόκτησης των μερισμάτων είναι αυτός που προβλέπεται στην ΠΟΛ.1223/2015 εγκύκλιο και συνεπώς στα εισοδήματα από μερίσματα με τον κωδικό 1 του Παραρτήματος 3 – Μερίσματα (προ φόρου) ν.π. και νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών με διπλογραφικά βιβλία – δεν περιλαμβάνονται τα προμερίσματα ΑΕ, καθώς και οι προσωρινές απολήψεις ΕΠΕ και ΙΚΕ, καθόσον αυτά αποτελούν εισόδημα του φορολογικού έτους 2020.

34. Στα μερίσματα με τον κωδικό 1 αναγράφονται και οι αμοιβές που καταβάλλονται με οποιαδήποτε μορφή στα μέλη ΔΣ, διαχειριστές και εργατοϋπαλληλικό προσωπικό από τα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας (ΠΟΛ.1042/2015 εγκύκλιο).

35. Στα μερίσματα με τον κωδικό 2 – Μερίσματα ν.π. και νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών με απλογραφικά βιβλία- δεν συμπληρώνεται φόρος, διότι δεν παρακρατείται, αφού τα εισοδήματα αυτά δεν φορολογούνται. Ο κωδικός αυτός συμπληρώνεται μόνο όταν ο δικαιούχος είναι φυσικό πρόσωπο.

36. Στα εισοδήματα από τόκους με τον κωδικό 3 – Τόκοι (προ φόρου) εκτός τόκων που αφορούν τραπεζικές καταθέσεις – περιλαμβάνονται όλες οι κατηγορίες των τόκων που υπάγονται σε φόρο, εκτός από τους τόκους τραπεζικών καταθέσεων της Απόφασης ΠΟΛ.1033/2014 (τόκοι εταιρικών ομολόγων, τόκοι δανεισμού, οι τόκοι των εφάπαξ χρηματικών ποσών που καταβάλλονται από το λογαριασμό νεότητας του Ο.Τ.Ε. Α.Ε., τόκοι από δικαστικές αποφάσεις, κ.λπ.).

37. Ο κωδικός 5, που αφορά σε μερίσματα που απαλλάσσονται του φόρου (πχ. μερίσματα, που δεν φορολογούνται με τις διατάξεις του ν.4607/2019 ημεδαπών πλοιοκτητριών εταιριών, καθώς και αλλοδαπών πλοιοκτητριών εταιριών που καταβάλλονται από γραφεία του άρθρου 25 του ν.27/1975 που διαχειρίζονται τα πλοία τους), συμπληρώνεται μόνο όταν ο δικαιούχος είναι φυσικό πρόσωπο.

38. Ο κωδικός 6 αφορά τόκους που απαλλάσσονται του φόρου, όπως τόκοι Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, Εντόκων Γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου και συμπληρώνεται μόνο όταν ο δικαιούχος είναι φυσικό πρόσωπο.

39. Στα μερίσματα με τον κωδικό 7 – Μερίσματα (προ φόρου) Ν.Π. και Νομικών Οντοτήτων εισηγμένων σε αλλοδαπά Χρηματιστήρια, αναγράφονται τα μερίσματα των μετοχών που διαπραγματεύονται σε αλλοδαπά χρηματιστήρια και καταβάλλονται σε ημεδαπά φυσικά πρόσωπα.
Το ηλεκτρονικό αρχείο με τα εισοδήματα αυτά υποβάλλεται από την εταιρία «Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Α.Ε.» (ATHEXCSD), εφόσον πρόκειται για μερίσματα από αλλοδαπούς εισηγμένους τίτλους που τηρούνται ή παρακολουθούνται στον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων Επενδυτή στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), ενώ εφόσον πρόκειται για μερίσματα από αλλοδαπούς εισηγμένους τίτλους που τηρούνται ή παρακολουθούνται σε Λογαριασμούς Χειριστή για λογαριασμό πελατών του Χειριστή με Μερίδα Επενδυτή στο Σύστημα Άυλων Τίτλων, καθώς επίσης αν πρόκειται για μερίσματα αλλοδαπών τίτλων των οποίων η διαχείριση γίνεται εκτός του Συστήματος  Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), το ηλεκτρονικό αρχείο υποβάλλεται από τις εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και τα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες θεματοφυλακής.
Στο πεδίο «Φόρος που παρακρατήθηκε» συμπληρώνεται ο φόρος που τυχόν παρακρατήθηκε στην αλλοδαπή, προκειμένου να αναγραφεί στην φορολογική δήλωση του δικαιούχου και να πιστωθεί από τον φόρο εισοδήματος που προκύπτει για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας και των διατάξεων του άρθρου 9 του ΚΦΕ

40. Στα μερίσματα με τον κωδικό 8 αποστέλλονται τα μερίσματα μετόχων ΑΕ με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον 3% ανεξαρτήτως αν λαμβάνουν αμοιβές λόγω συμμετοχής τους στο Δ.Σ. Αφορά ποσά που διανέμονται από τα κέρδη μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Ανωνύμων Εταιριών σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τους, με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο τουλάχιστον 3% και όχι μερίσματα άλλης μορφής Ν.Π. (π.χ. ΕΠΕ-ΙΚΕ) για τα οποία γίνεται η χρήση του κωδικού 1 του ίδιου αρχείου. Τα μερίσματα αυτά δεν θα σταλούν και με τον κωδικό 1 του ίδιου αρχείου. Ειδικά τα μερίσματα μετόχων ΑΕ με ποσοστό συμμετοχής μικρότερο του 3% που είναι και μέλη ΔΣ αποστέλλονται με τον κωδικό 1 του Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα.

41. Με τον κωδικό 9 του Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα, αποστέλλονται οι αμοιβές μελών Δ.Σ. Α.Ε. που δεν συμμετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο, προέρχονται από τα κέρδη της εταιρίας, εγκρίνονται από τη Γενική Συνέλευση και συνιστούν εισόδημα από μερίσματα (ΠΟΛ.1042/2015 εγκύκλιος).

42. Με τον νέο κωδικό 10 του Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα, αποστέλλονται τα μερίσματα ημεδαπών πλοιοκτητριών εταιριών στα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4607/2019 είτε απαλλάσσονται φόρου και εισφοράς είτε καταβάλλεται για αυτά οικειοθελής παροχή, με συντελεστή 10% με την οποία εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου από κάθε φόρο καθώς και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013  μέσω της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Με τον ίδιο κωδικό αποστέλλονται επίσης και τα μερίσματα αλλοδαπών πλοιοκτητριών εταιριών που φορολογούνται ως άνω με τις διατάξεις του ν.4607/2019 και που καταβάλλονται από γραφεία του άρθρου 25 του ν.27/1975 που διαχειρίζονται τα πλοία τους.

43. Με τον νέο κωδικό 11 του Πίνακα κωδικοποίησης αμοιβών από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα, αποστέλλονται τα μερίσματα από ημεδαπές ναυλομεσιτικές εταιρίες της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 43 του ν.4111/2013 καθώς και οι έκτακτες αμοιβές και τα ποσοστά (bonus) που οι ημεδαπές εταιρίες του άρθρου 25 του ν.27/1975 διανέμουν σε μέλη Δ.Σ. ή σε διευθυντές, στελέχη και υπαλλήλους τους. Οι δικαιούχοι των εισοδημάτων αυτών αποδίδουν οι ίδιοι συνολικό ποσό φόρου με συντελεστή 10% με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης του δικαιούχου από κάθε φόρο καθώς και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013).

44. Για τις ανάγκες προσδιορισμού φόρου εισοδήματος δεν υπάρχουν κρατήσεις από τα εισοδήματα του παραρτήματος 3 (μερίσματα, τόκοι, δικαιώματα), καθόσον με τις διατάξεις του ΚΦΕ, δεν προβλέπονται ποσά που εκπίπτουν από τα εισοδήματα αυτής της κατηγορίας και οι ακαθάριστες αποδοχές ταυτίζονται με τις καθαρές. Η παρακράτηση φόρου στους τόκους γίνεται επί του ποσού των τόκων μόνο, μη συνυπολογιζομένου του τυχόν επιβαλλόμενου χαρτοσήμου. Στα εισοδήματα αυτά δεν παρακρατείται ειδική εισφορά αλληλεγγύης.

45. Για καταβολή εισοδημάτων που αφορούν μερίσματα νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τόκους (εκτός των τόκων τραπεζικών καταθέσεων) και δικαιώματα σε νομικά πρόσωπα ή  νομικές οντότητες που δεν έχουν τη φορολογική κατοικία τους και δεν διατηρούν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, δεν απαιτείται η υποβολή ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων  από τους υπόχρεους σε παρακράτηση φόρου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 61 του ν.4172/2013.

46. Για καταβολή εισοδημάτων που αφορούν μερίσματα νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τόκους (εκτός των τόκων τραπεζικών καταθέσεων) και δικαιώματα σε ημεδαπά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες ή σε μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα αλλοδαπών νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, για τα οποία δεν προβλέπεται παρακράτηση φόρου, δεν απαιτείται η υποβολή ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων από τους υπόχρεους σε παρακράτηση φόρου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 61 του ν.4172/2013. Η υποβολή ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων από τους υπόχρεους σε παρακράτηση φόρου δεν απαιτείται επίσης για καταβολή εισοδημάτων που αφορούν μερίσματα νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων και τόκους για τα οποία με την παρακράτηση του φόρου επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης του δικαιούχου ημεδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

47. Δεν απαιτείται επίσης η υποβολή ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων για τα κεφαλαιακά κέρδη που προκύπτουν από την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (SWAP) στο πλαίσιο του προγράμματος διαχείρισης των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή της 1332/15.11.2017 Απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄3995), καθόσον τα κέρδη αυτά απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος καθώς και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και περαιτέρω δεν αναγράφονται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (ΠΟΛ.1106/2018 εγκύκλιος).

48. Στις περιπτώσεις που αποστέλλονται αμοιβές με τους κωδικούς 38, 40, 47, 48, 50, 51, 54, 61, 62, 63, 64  του αρχείου των μισθωτών και με τον κωδικό 5 του αρχείου των μερισμάτων, στη στήλη  «Διάταξη νόμου με την οποία χορηγήθηκαν τα ποσά» θα αναγράφεται υποχρεωτικά η διάταξη και ο νόμος με βάση τον οποίο χορηγήθηκαν τα ποσά.

Άρθρο 7
Ημερομηνία υποβολής

1. Για το φορολογικό έτος 2019 ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής ορίζεται η 13η Μαρτίου 2020. Ειδικά για τις περιπτώσεις καταβολής μερισμάτων σε φυσικά πρόσωπα από νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες με απλογραφικά βιβλία, ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής ορίζεται η προηγούμενη μέρα της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ν.π. και νομικών οντοτήτων.

2. Ως ημερομηνία υποβολής, κατά την ηλεκτρονική υποβολή, θεωρείται η ημερομηνία αποδοχής και επιτυχούς καταχώρησης αυτών στο σύστημα υποβολής των σχετικών βεβαιώσεων του TAXISnet με αυτόματη απόδοση στον αποστολέα – υπόχρεο μοναδικού αριθμού καταχώρησης.

3. Το ηλεκτρονικό αρχείο βεβαιώσεων δεν δύναται να υποβληθεί μετά το τέλος του αντίστοιχου έτους υποβολής του και η μη υποβολή του έως τότε επισύρει τις κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 54 του ΚΦΔ (ν.4174/2013).

Άρθρο 8
Αποδεικτικό ηλεκτρονικής υποβολής

Μετά την αποστολή του ηλεκτρονικού αρχείου βεβαιώσεων ως αποδεικτικά υποβολής εμφανίζονται και εκτυπώνονται κατά περίπτωση τα παρακάτω:
1. Το φορολογικό έτος.
2. Ο αριθμός και η ημερομηνία υποβολής δήλωσης TAXISnet.
3. Το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία και ο Α.Φ.Μ. δηλούντος.
4. Το σύνολο των ακαθαρίστων  αποδοχών, αμοιβών και εισοδημάτων.
5. Το σύνολο των καθαρών αποδοχών.
6. Το σύνολο των παρακρατηθέντων φόρων.
7. Το σύνολο των παρακρατηθέντων ποσών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α ν.4172/2013 προκειμένου για αποδοχές από μισθωτή εργασία και συντάξεις.
8. Χαρτόσημο και ΟΓΑ Χαρτοσήμου.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ Α.Α.Δ.Ε.
ΕΥΘ. ΣΑΪΤΗΣ
ΔΔΑΔ Γ 1178553 ΕΞ 2019

Πηγή: Taxheaven

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

122220 ΕΞ 2019 Διάθεση διαδικτυακής υπηρεσίας στοιχείων φυσικών προσώπων, νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη φορολογικού περιεχομένου σε Δήμους και φορείς του δημοσίου

Αριθμ. 122220 ΕΞ 2019

(ΦΕΚ B’ 4059/07-11-2019)

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

Α. Τις διατάξεις:

1. Των παραγράφων 2, 3 και 5 του άρθρου 47 του ν. 4623/2019 (ΦΕΚ Α΄ 134), όπως ισχύουν.

2. Του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις», όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν.

3. Του άρθρου 37 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α΄ 94), όπως ισχύουν.

4. Του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

5. Του ν. 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) «Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680».

6. Της αριθμ. 118944 ΕΞ 2019 απόφασης του Υπουργού Επικρατείας «Λειτουργία Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης» (ΦΕΚ Β΄ 3990).

7. Του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πρόγραμμα Καλλικράτης» (ΦΕΚ Α΄ 87/07-06-2010), όπως ισχύουν.

8. Του π.δ. 132/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Υ.Π.ΕΝ.)» (ΦΕΚ Α΄ 160), όπως ισχύουν.

9. Του π.δ. 142/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών» (ΦΕΚ Α΄ 181), όπως ισχύουν.

10. Του π.δ. 97/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων» (ΦΕΚ Α΄ 138), όπως ισχύουν.

11. Του π.δ. 75/2011 (ΦΕΚ Α΄ 182) «Περιφερειακές Ενώσεις Δήμων και Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας», όπως ισχύουν.

12. Του π.δ. 81/2019 «Σύσταση, συγχώνευση, μετονομασία και κατάργηση Υπουργείων και καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους Μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ Υπουργείων» (ΦΕΚ Α΄ 119).

13. Του π.δ. 83/2019 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών (ΦΕΚ Α΄ 121).

14. Της αριθμ. Υ6/2019 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υπουργό Επικρατείας» (ΦΕΚ Β΄ 2902).

15. Του άρθρου 90 του Κώδικα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για τη Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α΄ 96).

Β. Τα υποβληθέντα αιτήματα στην Εφαρμογή Διαχείρισης Αιτημάτων Διαλειτουργικότητας του Κέντρου Διαλειτουργικότητας (ΚΕ.Δ.) της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.

• το αριθμ. 1699/01-10-2019 αίτημα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,

• το αριθμ. 1601/19-07-2019 αίτημα του Υπουργείο Οικονομικών,

• το αριθμ. 1106/06-07-2018 αίτημα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων,

• το αριθμ. 585/3-05-2017 αίτημα του Δήμου Αγ. Δημητρίου,

• το αριθμ. 711/29-05-2017 αίτημα της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος,

Γ. Το αριθμ. ΔΣΑΕ 4005425 ΕΞ 2018/29-06-2018 αίτημα της Γ.Γ.Π.Σ.προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) με θέμα: «Έγκριση Αιτημάτων Διαλειτουργικότητας Φορέων του Δημοσίου που έχουν υποβληθεί στο Κέντρο Διαλειτουργικότητας του Υπουργείου Οικονομικών και αφορούν στην Περιοχή «Στοιχεία Μητρώου Υπουργείου Οικονομικών (Α.Α.Δ.Ε.)».

Δ. Το αριθμ. ΔΥΠΗΔΕΔ ΣΤ΄ 1140220 ΕΞ 2019/11-10-2019 έγγραφο της Α.Α.Δ.Ε. προς την Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. με θέμα «Έναρξη παραγωγικής λειτουργίας διαδικτυακών υπηρεσιών για τη χορήγηση στοιχείων από την Α.Α.Δ.Ε. σε τρίτους φορείς».

Ε. Την αριθμ. 120997 ΕΞ 2019/29-10-2019 (ΑΔΑ:653ΩΗ-Ι2Ξ) απόφαση έγκρισης του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης.

ΣΤ. Το γεγονός ότι από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

1. Τη διάθεση διαδικτυακής υπηρεσίας για τα κάτωθι στοιχεία φυσικών προσώπων μη φορολογικού περιεχομένου:

• Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.)
• Δ.Ο.Υ.
• Επώνυμο
• Όνομα
• Πατρώνυμο
• Μητρώνυμο
• Ημερομηνία γέννησης
• Τόπος γέννησης
• Πλήρη στοιχεία διεύθυνσης κατοικίας
• Πλήρη στοιχεία επικοινωνίας, στους παρακάτω φορείς:

-Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας
-Υπουργείο Οικονομικών
-Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
-Δήμος Αγ. Δημητρίου

Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία διαχειρίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), αντλούνται από το Φορολογικό Μητρώο του Υπουργείου Οικονομικών.

2. Την διάθεση διαδικτυακής υπηρεσίας για τα κάτωθι στοιχεία νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη φορολογικού περιεχομένου:

• Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.)
• Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.)
• Επωνυμία
• Διακριτικός τίτλος
• Πλήρη στοιχεία διεύθυνσης της έδρας
• Πλήρη στοιχεία επικοινωνίας, στους παρακάτω φορείς:

Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Ε.), Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υπουργείο Οικονομικών, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Δήμος Αγ. Δημητρίου.

Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία διαχειρίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), αντλούνται από το Φορολογικό Μητρώο του Υπουργείου Οικονομικών.

3. Σκοπός της διάθεσης διαδικτυακής υπηρεσίας στοιχείων φυσικών προσώπων, νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων μη φορολογικού περιεχομένου στους ανωτέρω φορείς είναι η ταυτοποίηση των στοιχείων φυσικών προσώπων, νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων κατά την άσκηση των κατά νόμο αρμοδιοτήτων των φορέων και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες.

4. Η διάθεση των διαδικτυακών υπηρεσιών διενεργείται μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας (ΚΕ.Δ.) της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ., σύμφωνα με το ισχύον Πλαίσιο Ασφάλειας Πληροφοριακών Συστημάτων της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και τις διατάξεις περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

5. Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΣτΕ 1768/2019 Αντικειμενική αξία των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομίας

Περίληψη

Τόσο υπό το καθεστώς του ν.δ. 118/1973 όσο και αυτό του ν. 2961/2001, ως φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομίας των κτωμένων αιτία θανάτου μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών καθώς και των συμμετοχών σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς ελαμβάνετο η αγοραία αξία αυτών κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρεώσεως, ο προσδιορισμός της οποίας αγοραίας αξίας εγίνετο με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο, εφαρμοζομένων αναλόγως των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 2961/2001, ήτοι ελαμβάνοντο υπ’ όψη και συνεκτιμώντο πράξεις μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως ή συμμετοχών στην επιχείρηση μέσα στο τελευταίο πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου εξάμηνο, καθώς επίσης και η εσωτερική αξία τους, εξευρισκομένης με διαίρεση της καθαρής θέσεως της επιχειρήσεως δια του αριθμού των μετοχών, που μπορούσε να αυξομειώνεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εν όψει ιδίως των κερδών που διανεμήθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, της φήμης και πελατείας της επιχειρήσεως και κάθε άλλου προσφόρου στοιχείου, ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους, ενώ, ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών κάθε κληρονόμου ή κληροδόχου, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών της εταιρίας, μπορούσε ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας να αυξομειώνει ανάλογα την συνολική αξία αυτών. Με τη νέα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 2961/2001, που προσετέθη με το παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3091/2002, θεσπίσθηκε για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομίας των ως άνω κληρονομιαίων στοιχείων (μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών και λοιπών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών και συμμετοχών σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς), παραλλήλως προς την μέθοδο της κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 12 του Κώδικα προσδιοριζομένης αγοραίας αξίας, νέος αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των εν λόγω κληρονομιαίων στοιχείων (βλ. την οικεία εισηγητική έκθεση), κατά τα οριζόμενα ειδικότερον με την προβλεπομένη να εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία, αντικειμενικώς προσδιοριζομένη αξία, μπορεί να αμφισβητηθεί από τον φορολογούμενο κατά τα ισχύοντα για την αντικειμενική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων [βλ. άρθρο 10 του Κώδικα, όπου υπό τον τίτλο “Αξία ακινήτων” προβλέπεται ως φορολογητέα αξία των κληρονομιαίων ακινήτων: Α. η “Αγοραία αξία” …. Β. η “Αντικειμενική αξία” (παρ. 1, 2, 3, 4, 5) Γ. η “Μικτή αξία” …].
Καθιερώθηκε έτσι η παράλληλη εφαρμογή δύο διαφορετικών μεθόδων προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των κληρονομιαίων μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών και συμμετοχών σε εταιρίες (αντικειμενική και αγοραία), οι οποίες αποβλέπουν και οι δυο στον προσδιορισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας των ως άνω κληρονομιαίων. Στην θεσπίσασα την ως άνω νέα ρύθμιση διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3091/2002 δεν προσεδόθη αναδρομική ισχύς και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 30 περ. ι του ιδίου νόμου, η ισχύς της, ελλείψει ειδικής διατάξεως, άρχισε από της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (24.12.2002).

Ως εκ τούτου, δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις κληρονομιών, στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε προγενεστέρως και, συνακόλουθα, η εξουσιοδότηση που παρεσχέθη με την ίδια διάταξη στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών να ορίσει τον χρόνο ενάρξεως της αποφάσεως, με την οποία θα εξειδικεύετο περαιτέρω ο τρόπος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των επιμάχων κληρονομιαίων στοιχείων για την επιβολή του φόρου κληρονομίας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι η εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως μπορεί να μετατεθεί σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου δημοσιεύσεως του ν. 3091/2002.

Συνεπώς, η επίμαχη υπουργική απόφαση, καθ’ ό μέρος επεξέτεινε την εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3091/2002 σε υποθέσεις αναγόμενες σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου δημοσιεύσεως του νόμου αυτού, είναι, κατά το μέρος αυτό, μη νόμιμη ως εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως, όπως αυτή ερμηνεύθη ανωτέρω.


Κατ’ ακολουθίαν, δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 3091/2002, καθ’ ό μέρος παρέσχε στον Υπουργό Οικονομικών εξουσιοδότηση να ορίσει τον χρόνο ενάρξεως της αποφάσεώς του, με την οποία θα καθοριζόταν ειδικότερα ο τρόπος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των κληρονομιαίων μη εισηγμένων μετοχών κλπ., τούτο δε ανεξαρτήτως εάν η παρασχεθείσα με την εν λόγω διάταξη εξουσιοδότηση αφορά τον προσδιορισμό φορολογικού αντικειμένου ή μέθοδο υπολογισμού της φορολογητέας ύλης (βλ. ΣτΕ 1609/2017 – ΣτΕ 1611/2017 επταμ.).

Αριθμός 1768/2019


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Σ. Βιτάλη, Αγ. Σδράκα, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Α. Φοβάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 13 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ……….., ο οποίος παρέστη με την Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ……….., κατοίκου ……….. (οδός ……….. αρ. …), ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης ……….., και ήδη κατά της ενήλικης ……….., η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. ……….. απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο


1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν προβλέπεται από το νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. ……….. αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή προσφυγή της ……….. κατά της υπ’ αριθμ. 138, 139, 140/16.11.2006 ενιαίας πράξεως προσδιορισμού φόρου κληρονομίας (και επιβολής πρόσθετου φόρου) του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ………… Καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, αυτή στρέφεται κατά της (ήδη ενήλικης) ……….., η οποία εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου (ως τότε ανήλικη) δια της ……….., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ήδη αναιρεσίβλητης.

2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213), «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας, ή έφεση, αν πρόκειται για ακυρωτική διαφορά […]». Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών έκρινε αντισυνταγματικές και ως εκ τούτου ανίσχυρες τις ρυθμίσεις της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3091/2002, με τις οποίες καθιερώθηκε νέος τεκμαρτός τρόπος προσδιορισμού της αξίας, μεταξύ άλλων, των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών και εταιρικών μεριδίων. Το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει προς θεμελίωση του παραδεκτού της αιτήσεώς του ότι το ως άνω ζήτημα αντισυνταγματικότητας δεν έχει κριθεί με προηγουμένη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αίτησης (14.2.2014) δεν υπήρχε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της επίδικης διάταξης. Συνεπώς, παραδεκτώς κατ’ άρθρο 2 του ν. 3900/2010 ασκείται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και είναι περαιτέρω εξεταστέα (πρβλ. ΣτΕ 1058/2019, ΣτΕ 107/2019, ΣτΕ 1609/2017 επταμ.).

3. Επειδή, στο άρθρο 78 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. 3. […]».

4. Επειδή, το ν.δ. 118/1973 «Περί κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» (ΦΕΚ Α΄ 202) όριζε στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού ότι «Επιβάλλεται φόρος, κατά τα ειδικώτερον εν τω παρόντι οριζόμενα, επί των κτώμενων αιτία θανάτου, δωρεάς ή προικός περιουσιών και επί των κερδών εκ λαχείων». Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 1 του Πρώτου Τμήματος του ως άνω Κώδικα (άρθρα 2-33) περί φορολογίας κτωμένων περιουσιών αιτία θανάτου ορίζετο ότι «Η φορολογική υποχρέωσις γεννάται κατά τον χρόνον θανάτου του κληρονομουμένου» και στο άρθρο 9 παρ.1 ότι «Ως αξία των αντικειμένων της κτήσεως διά τον υπολογισμόν του φόρου, λαμβάνεται η κατά τον χρόνον της γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως αγοραία αξία, προσδιοριζομένη κατά τα εν άρθροις 10 έως και 18, ειδικώτερον οριζόμενα». Ειδικότερα, το άρθρο 12 προέβλεπε ότι: «1. […] 2. Επί μη εισηγμένων εις το χρηματιστήριον μετοχών διά τον προσδιορισμόν της αξίας αυτών λαμβάνονται υπ’ όψιν και συνεκτιμώνται πράξεις μεταβιβάσεως μετοχών της επιχειρήσεως εντός του τελευταίου προ του θανάτου του κληρονομουμένου εξαμήνου, ως επίσης η εσωτερική αξία αυτών εξευρισκομένη δια της διαιρέσεως της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως διά του αριθμού των μετοχών. Η εσωτερική αυτή αξία δύναται να αυξομειούται υπό του οικονομικού εφόρου, λαμβάνοντος υπ’ όψιν ιδία: τα διανεμηθέντα εντός της τελευταίας πενταετίας κέρδη, την φήμην και πελατείαν της επιχειρήσεως και παν έτερον πρόσφορον στοιχείον το οποίον ασκεί ουσιώδη επίδρασιν επί της διαμορφώσεως της αγοραίας αξίας αυτών. Αναλόγως του αριθμού των περιερχομένων εις έκαστον κληρονόμον ή κληροδόχον μετοχών, εν σχέσει προς το σύνολον των μετοχών της εταιρείας, δύναται ο οικονομικός έφορος να αυξομειώνη αναλόγως την συνολικήν αξίαν αυτών. 3. Για τους λοιπούς μη εισηγμένους στο χρηματιστήριο τίτλους κινητών αξιών καθώς και για συμμετοχές σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς ο προσδιορισμός της αξίας αυτών γίνεται με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο και εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.».

5. Επειδή, στις 22.11.2001 δημοσιεύθηκε ο ν. 2961/2001 (ΦΕΚ Α΄ 266), με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, που διατήρησε την αρίθμηση των άρθρων της προηγουμένης κωδικοποιήσεως του ν.δ. 118/1973. Ούτω, ο νέος Κώδικας προβλέπει για την φορολογία περιουσιών που αποκτώνται αιτία θανάτου, στο άρθρο 6 αυτού, ότι «1. Η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. […]», στο άρθρο 9 ότι «1. Ως αξία των αντικειμένων της κτήσης, για τον υπολογισμό του φόρου, λαμβάνεται η αγοραία αξία κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, η οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στα άρθρα 10 έως και 18. […]» και στο άρθρο 12, υπό τον τίτλο «Αξία μετοχών, ομολογιών, κ.λπ.», μεταξύ άλλων, τα εξής: «2. Για τον προσδιορισμό της αξίας μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται πράξεις μεταβίβασης μετοχών της επιχείρησης μέσα στο τελευταίο πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου εξάμηνο, καθώς επίσης και η εσωτερική αξία τους που βρίσκεται με διαίρεση της καθαρής θέσης της επιχείρησης δια του αριθμού των μετοχών. Η εσωτερική αυτή αξία μπορεί να αυξομειώνεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος λαμβάνει υπόψη ιδίως: τα κέρδη που διανεμήθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, τη φήμη και πελατεία της επιχείρησης και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους. Ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών που περιέρχονται σε καθένα κληρονόμο ή κληροδόχο, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών της εταιρίας, μπορεί ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας να αυξομειώνει ανάλογα τη συνολική αξία αυτών. 3. Για τους λοιπούς μη εισηγμένους στο χρηματιστήριο τίτλους κινητών αξιών καθώς και για τις συμμετοχές σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς ο προσδιορισμός της αξίας αυτών γίνεται με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο και εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο». Στη συνέχεια, με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α΄ 330/24.12.2002) προστέθηκε στο προπαρατεθέν άρθρο 12 του ν. 2961/2001 παράγραφος 4 έχουσα ως εξής: «Για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας: α) των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα από τους τελευταίους πριν από τη μεταβίβαση ισολογισμούς και της απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης και β) ολόκληρης επιχείρησης, μερίδων ή μεριδίων και ποσοστών συμμετοχής, λαμβάνοντας υπόψη τα καθαρά κέρδη των τελευταίων πέντε (5) ετών, την αμοιβή του επιχειρηματία, το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και τα έτη λειτουργίας της. Εκτός των ανωτέρω μεγεθών, λαμβάνεται υπόψη και κάθε άλλο στοιχείο που επηρεάζει αυξητικά ή μειωτικά την αξία. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος αυτής, καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορά την εφαρμογή τους. Οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 της ενότητας Β΄ του άρθρου 10 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως». Κατ’ επίκληση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 1031583/253/Α΄0013/1.4.2003 (ΦΕΚ Β΄ 477/21.4.2003) [ΠΟΛ.1055/2003], που συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1106181/704/Α΄0013/ 25.11.2003 απόφαση του ιδίου Υπουργού (ΦΕΚ Β΄ 1827/18.12.2003) [ΠΟΛ.1127/2003]. Κατά την παρ. 1 κεφ. Δ του Μέρους Ι της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως «Η φορολογητέα αξία των εταιρικών μερίδων ή μεριδίων ή ποσοστών συμμετοχής σε επιχείρηση εξευρίσκεται αν η αξία, που προκύπτει κατά τα οριζόμενα πιο πάνω στα κεφάλαια Α, Β και Γ, πολλαπλασιαστεί με το μεταβιβαζόμενο ποσοστό συμμετοχής», στα δε κεφάλαια Α, Β και Γ καθορίζεται ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας επιχειρήσεως που τηρεί βιβλία Α΄ και Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή δεν τηρεί βιβλία (Α), επιχειρήσεως που τηρεί βιβλία Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. (Β) και ατομικής επιχειρήσεως (Γ). Περαιτέρω στο Μέρος ΙΙ της ιδίας αποφάσεως ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «1. Οι διατάξεις της παρούσας εφαρμόζονται στις υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών: α) στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννιέται από την 24η Δεκεμβρίου 2002 και μεταγενέστερα, β) στις οποίες η οικεία φορολογική δήλωση θα υποβληθεί από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας και μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης και γ) οι οποίες εκκρεμούν προς έλεγχο στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και δεν έχει εκδοθεί η οικεία πράξη επιβολής φόρου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας. 2. Οι υπόχρεοι σε φόρο, οι οποίοι υπέβαλαν δηλώσεις φόρου κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών μετά την 24η Δεκεμβρίου 2002, χωρίς την αναγραφή στην οικεία δήλωση της φορολογητέας αξίας, που προκύπτει με βάση την παρούσα, μπορούν να υποβάλουν συμπληρωματική δήλωση και να αποδεχθούν την αξία αυτή μέσα σε χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας, χωρίς την επιβολή προσθέτων φόρων ή προστίμων. Στην περίπτωση αυτή γίνεται νέα εκκαθάριση του φόρου και βεβαιώνεται ο επιπλέον φόρος ο δε τυχόν μεγαλύτερος φόρος εκπίπτεται […]». Εν συνεχεία, με την υπ’ αριθμ. 1106181/704/Α΄0013/ΠΟΛ.1127/2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών προσετέθη εδάφιο στο τέλος του στοιχείου γ’ της παρ. 1 του Μέρους ΙΙ της ως άνω υπουργικής αποφάσεως ως ακολούθως: «Στις υποθέσεις αυτές [ήτοι στις υποθέσεις που εκκρεμούν προς έλεγχο και δεν έχει εκδοθεί η οικεία πράξη επιβολής φόρου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της ως άνω ΑΥΟ], η αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, πριν την διενέργεια του ελέγχου, καλεί με απόδειξη τον υπόχρεο σε φόρο να υποβάλει ανέκκλητο αίτημα, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την πρόσκληση του, για την υπαγωγή του ή μη στην παρούσα ρύθμιση».

6. Επειδή, όπως συνάγεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις, τόσο υπό το καθεστώς του ν.δ. 118/1973 όσο και αυτό του ν. 2961/2001, ως φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομίας των κτωμένων αιτία θανάτου μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών καθώς και των συμμετοχών σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς ελαμβάνετο η αγοραία αξία αυτών κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρεώσεως, ο προσδιορισμός της οποίας αγοραίας αξίας εγίνετο με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο, εφαρμοζομένων αναλόγως των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 12, ήτοι ελαμβάνοντο υπ’ όψη και συνεκτιμώντο πράξεις μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως ή συμμετοχών στην επιχείρηση μέσα στο τελευταίο πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου εξάμηνο, καθώς επίσης και η εσωτερική αξία τους, εξευρισκομένης με διαίρεση της καθαρής θέσεως της επιχειρήσεως δια του αριθμού των μετοχών, που μπορούσε να αυξομειώνεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εν όψει ιδίως των κερδών που διανεμήθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, της φήμης και πελατείας της επιχειρήσεως και κάθε άλλου προσφόρου στοιχείου, ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους, ενώ, ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών κάθε κληρονόμου ή κληροδόχου, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών της εταιρίας, μπορούσε ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας να αυξομειώνει ανάλογα την συνολική αξία αυτών. Με τη νέα διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου 12 του ν. 2961/2001, που προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3091/2002, θεσπίσθηκε για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομίας των ως άνω κληρονομιαίων στοιχείων (μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών και λοιπών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών και συμμετοχών σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς), παραλλήλως προς την μέθοδο της κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 12 του Κώδικα προσδιοριζομένης αγοραίας αξίας, νέος αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των εν λόγω κληρονομιαίων στοιχείων (βλ. την οικεία εισηγητική έκθεση), κατά τα οριζόμενα ειδικότερον με την προβλεπομένη να εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία, αντικειμενικώς προσδιοριζομένη αξία, μπορεί να αμφισβητηθεί από τον φορολογούμενο κατά τα ισχύοντα για την αντικειμενική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων [βλ. άρθρο 10 του Κώδικα, όπου υπό τον τίτλο “Αξία ακινήτων” προβλέπεται ως φορολογητέα αξία των κληρονομιαίων ακινήτων: Α. η “Αγοραία αξία” …. Β. η “Αντικειμενική αξία” (παρ. 1, 2, 3, 4, 5) Γ. η “Μικτή αξία” …]. Καθιερώθηκε έτσι η παράλληλη εφαρμογή δύο διαφορετικών μεθόδων προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των κληρονομιαίων μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών και συμμετοχών σε εταιρίες (αντικειμενική και αγοραία), οι οποίες αποβλέπουν και οι δυο στον προσδιορισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας των ως άνω κληρονομιαίων. Στην θεσπίσασα την ως άνω νέα ρύθμιση διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3091/2002 δεν προσεδόθη αναδρομική ισχύς και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 30 περ. ι του ιδίου νόμου, η ισχύς της, ελλείψει ειδικής διατάξεως, άρχισε από της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (24.12.2002). Ως εκ τούτου, δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις κληρονομιών, στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε προγενεστέρως και, συνακόλουθα, η εξουσιοδότηση που παρεσχέθη με την ίδια διάταξη στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών να ορίσει τον χρόνο ενάρξεως της αποφάσεως, με την οποία θα εξειδικεύετο περαιτέρω ο τρόπος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των επιμάχων κληρονομιαίων στοιχείων για την επιβολή του φόρου κληρονομίας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι η εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως μπορεί να μετατεθεί σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου δημοσιεύσεως του ν. 3091/2002. Συνεπώς, η επίμαχη υπουργική απόφαση, καθ’ ό μέρος επεξέτεινε την εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3091/2002 σε υποθέσεις αναγόμενες σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου δημοσιεύσεως του νόμου αυτού, είναι, κατά το μέρος αυτό, μη νόμιμη ως εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως, όπως αυτή ερμηνεύθη ανωτέρω. Κατ’ ακολουθίαν, δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 3091/2002, καθ’ ό μέρος παρέσχε στον Υπουργό Οικονομικών εξουσιοδότηση να ορίσει τον χρόνο ενάρξεως της αποφάσεώς του, με την οποία θα καθοριζόταν ειδικότερα ο τρόπος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των κληρονομιαίων μη εισηγμένων μετοχών κλπ., τούτο δε ανεξαρτήτως εάν η παρασχεθείσα με την εν λόγω διάταξη εξουσιοδότηση αφορά τον προσδιορισμό φορολογικού αντικειμένου ή μέθοδο υπολογισμού της φορολογητέας ύλης (βλ. ΣτΕ 1609/2017 – ΣτΕ 1611/2017 επταμ.).

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και κρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (σκέψεις 8, 12, 16, 17 και 19): “8. Επειδή, με την ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 3091/2002, παρεσχέθη στον Υπουργό των Οικονομικών νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση αποφάσεων, με τις οποίες θα καθορίζεται, με την εφαρμογή ενιαίων κριτηρίων, ο τεκμαρτός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας «πραγματικής» αξίας των κληρονομουμένων μετοχών, εταιρικών συμμετοχών και μεριδίων μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο, κατ’ απόκλιση του προγενέστερου φορολογικού καθεστώτος, το οποίο προέβλεπε τον υπολογισμό του οικείου φόρου βάσει της αγοραίας αξίας αυτών, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τον χρόνο γεννέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως, δηλαδή κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2961/2001). Η ως άνω διάταξη δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ στο ρυθμιστικό της πεδίο, όπως επιτρεπτώς, πλην όμως εντός των περιορισμών που θέτει η ανωτέρω ερμηνευθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, θα ηδύνατο, αλλά παρέσχε εξουσιοδότηση στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση για τον καθορισμό του χρόνου ενάρξεως της ισχύος της εκδοθεισομένης Υπουργικής Αποφάσεως, δηλαδή του νέου τεκμαρτού τρόπου προσδιορισμού της πραγματικής αξίας μετοχών και μεριδίων μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο. Η παρασχεθείσα αυτή εξουσιοδότηση στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί των ως άνω κτήσεων αιτία θανάτου, που έχουν επαχθεί σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως της έτους, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων της αποφάσεως αυτής. Οι ρυθμίσεις όμως αυτές της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 12 του ν. 3091/2002 […] παραβιάζουν ευθέως τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις [του άρθρου 78 του Συντάγματος] και είναι ως εκ τούτου ανίσχυρες, προεχόντως διότι καθιστούν ανεπιτρέπτως αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του επιβάλλοντος τον νέο τεκμαρτό τρόπο προσδιορισμού της πραγματικής αξίας των μετοχών κλπ μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο, δηλαδή του επιβάλλοντος το σχετικό φορολογικό βάρος, νόμου. […] 12. […] Η προσφεύγουσα (κόρη) και λοιποί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (……….. και ……….., σύζυγος και υιός) του ……….., που απεβίωσε στις 25-6-1996, με την ……….. αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας, που υπέβαλαν προς τη ΔΟΥ ……….., δήλωσαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα κληρονομιαία στοιχεία […]. Εξάλλου, με την ……….. συμπληρωματική δήλωση φόρου κληρονομίας δηλώθηκε εταιρική συμμετοχή ποσοστού 50% επί της ομόρρυθμης εταιρίας «………..», με έδρα στον ….., οδός …… αριθ. ….. […] στην [σχετική] έκθεση ελέγχου προσδιορίστηκε κατόπιν σχετικής αίτησης των κληρονόμων η αγοραία αξία του εταιρικού μεριδίου ποσοστού 50% της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», σύμφωνα τις διατάξεις της 1031583/253/Α0013/ΠΟΛ.1055/2003 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών σε 19.911.488 δρχ. έναντι της δηλωθείσας αξίας ποσού 16.250.000 δρχ. […] Με βάση τα παραπάνω, ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ ……….., με την προσβαλλόμενη πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, καταλόγισε σε βάρος της προσφεύγουσας [………..], διαφορά κύριου φόρου 14.372.818 δρχ., καθώς και πρόσθετο φόρο, ποσού 16.022.262 δρχ., λόγω ανακρίβειας της δήλωσης. […] 16. Επειδή, επίσης η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι μη νόμιμα η φορολογική αρχή προέβη στον προσδιορισμό της αξίας του εταιρικού μεριδίου του κληρονομούμενου στην εταιρία «………..», εφαρμόζοντας την Υπουργική απόφαση 1031583/ ΠΟΛ.1055/2003, η οποία εκδόθηκε δυνάμει της διάταξης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3091/2002. Και τούτο διότι, όπως ισχυρίζεται η εν λόγω Υπουργική απόφαση είναι παράνομη ως αντισυνταγματική διότι δεν πληρούνται οι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 43 παρ. 2) προϋποθέσεις εξουσιοδότησης για έκδοση κανονιστικής πράξης από τη Διοίκηση, αφού μη νόμιμα με τη διάταξη αυτή αφήνεται στο διοικητικό όργανο να προσδιορίσει την έναρξη του χρόνου εφαρμογής του συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας. 17. Επειδή, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις και την ερμηνεία τους (βλ. σκέψεις 7 και 8 της παρoύσας), καθώς και α) ότι η φορολογική υποχρέωση της προσφεύγουσας γεννήθηκε κατά τον χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου του, δηλαδή την 25.6.1996, υπό το καθεστώς ισχύος των διατάξεων του ν.δ. 118/1973 και συνεπώς, εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, για την εξεύρεση της αξίας των κληρονομιαίων εταιρικών μεριδίων, τύγχανε η παρ. 2 του άρθρου 12 αυτού (ΣτΕ 366/2007, 2167/2003), β) ότι η φορολογούσα αρχή, προκειμένου να επιβάλει τον οικείο φόρο, προσδιόρισε την «πραγματική αξία» του εταιρικού μεριδίου (50%) της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», το οποίο αποτελούσε μέρος της κληρονομηθείσας περιουσίας, βάσει των ορισμών του άρθρου 12 του Ν. 3091/2002 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ’ αριθμ. 1031583/253/Α0013/ΠΟΛ.1055/2003 Υπουργικής Αποφάσεως, δηλαδή βάσει ανίσχυρων, κατά τα ανωτέρω κριθέντα, διατάξεων, κρίνει ότι παρά τον νόμο επιβλήθηκε, με βάση τον ως άνω προσδιορισμό, σε βάρος της προσφεύγουσας φόρος επ’ αυτού με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία ως εκ τούτου πρέπει να μεταρρυθμιστεί, κατά το εν λόγω κεφάλαιό της, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα. […] 19. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή και να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιβολή κύριου και πρόσθετου φόρου με βάση τον προσδιορισμό της αξίας του εταιρικού μεριδίου του κληρονομούμενου στην εταιρία «………..», που έγινε κατ’ εφαρμογή της Υπουργικής απόφασης 1031583/ΠΟΛ.1055/2003, αντί της εφαρμοστέας κατά τον κρίσιμο χρόνο διάταξης του άρθρου 12 παρ. 2 του ν.δ. 118/1973.”.

8. Επειδή, η τελευταία αυτή κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου είναι νόμιμη, ανεξαρτήτως των ειδικοτέρων αιτιολογιών της, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη 6), η υπ’ αριθμ. 1031583/253/Α΄0013/1.4.2003 υπουργική απόφαση, όπως συμπληρώθηκε, κατ’ εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη, κατά το μέρος αυτής που υπήγαγε στο πεδίο εφαρμογής της νέας ρυθμίσεως της παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 2961/2001 περί αντικειμενικής αξίας των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών και συμμετοχών σε εταιρίες, και υποθέσεις κληρονομιών, στις οποίες η φορολογική ενοχή είχε γεννηθεί, όπως εν προκειμένω, σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως του ν. 3091/2002 και της θέσεως σε ισχύ της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 12 του εν λόγω νόμου, που προσέθεσε την ως άνω παρ. 4 στο άρθρο 12 του ν. 2961/2001, ευρίσκεται εκτός της εξουσιοδοτήσεως που παρεσχέθη στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση με την διάταξη αυτή και είναι κατά το μέρος αυτό ανίσχυρη. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήσσεται αλυσιτελώς η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3091/2002, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (πρβλ. ΣτΕ 1609/2017 – ΣτΕ 1611/2017 επταμ.).

9. Επειδή, τούτων έπεται ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2019 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής του ιδίου μήνα και έτους.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΣτΕ 360/2019 Έκτακτη εισφορά νομικών προσώπων του άρθρου 5 του Ν. 3845/2010

(ΣτΕ 360/2019)
Έκτακτη εισφορά νομικών προσώπων του άρθρου 5 του Ν. 3845/2010.
Επιμέλεια:
Επιστημονική Ομάδα TAXHEAVEN

Με την υπ’ αριθμό 360/2019 απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την Αίτηση Αναίρεσης της φορολογούμενης εταιρείας και επικύρωσε την κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου.

Το τελευταίο, επί προσφυγής της εταιρείας κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος, χρήσης 2009, το οποίο είχε εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 3845/2010, είχε καταλήξει στην κρίση ότι η επίδικη έκτακτη εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης, η οποία επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη που απέκτησαν τα νομικά πρόσωπα κατά το οικονομικό έτος 2010, αποτελεί αναγκαστική παροχή που επιβλήθηκε σε βάρος τους, χάριν των κρατικών σκοπών, δεν αποτελεί φόρο εισοδήματος αλλά έκτακτη εφάπαξ φορολογική επιβάρυνση των οικονομικώς ισχυρότερων επιχειρήσεων, έχει έκτακτο χαρακτήρα και ειδικό σκοπό και τέλος, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή το καθαρό κέρδος, επί του οποίου αυτή υπολογίζεται, δεν αποτελεί το αντικείμενο της επιβλητέας εισφοράς, αλλά το κριτήριο, βάσει του οποίου θεωρείται, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, ότι υπάρχει σχετική φοροδοτική ικανότητα των υποκειμένων στην εισφορά νομικών προσώπων, καθώς και τη βάση υπολογισμού της.

Ισχυρισμός της αναιρεσείουσας εταιρείας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι μη νομίμως επιβλήθηκε με νόμο του έτους 2010, η εν λόγω εισφορά επί εισοδημάτων της χρήσης 2009, καθώς τούτο συνιστά ανεπίτρεπτη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του ΝΔ 2687/1953 επιβολή αναδρομικής φορολογίας, απερρίφθη ως αβάσιμος, καθώς η επίδικη εισφορά, αποτελούσα έκτακτη οικονομική επιβάρυνση επί του εισοδήματος και επιβληθείσα για ένα έτος προς αντιμετώπιση της κρίσης δημοσίου χρέους και ελλειμμάτων, δεν υπάγεται στην έννοια της, κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ΝΔ 2687/1953, φορολογίας.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εταιρείας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι η θέσπιση της επίδικης εισφοράς, αντίκειται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, ομοίως απερρίφθη ως αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπενθύμισε ότι ο νομοθέτης έχει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει εκάστοτε, το οικείο φορολογικό σύστημα, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, καθώς και να φορολογεί ή να μη φορολογεί ορισμένη ύλη, εκτιμώντας τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ότι σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και της προστασίας της εμπιστοσύνης του φορολογούμενου, ο νομοθέτης, μπορούσε, κατ’ αρχήν, να επιβάλλει το 2010, νέα φορολογική επιβάρυνση, όπως την επίδικη έκτακτη εισφορά, με βάση το εισόδημα της χρήσης 2009, εφόσον δεν προκαλείται υπέρμετρη επιβάρυνση των βαρυνόμενων προσώπων συνυπολογιζομένου και του, κατά τις πάγιες διατάξεις περί φόρου εισοδήματος, επιβαλλόμενου φόρου.

Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπογράμμισε ότι με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του ν. 3845/2010, δεν εισάγεται διακριτική φορολογική μεταχείριση σε βάρος των μητρικών εταιρειών των οποίων οι θυγατρικές είναι εγκατεστημένες σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 49 επ. ΣΛΕΕ (περί ελευθερίας εγκατάστασης) και των άρθρων 63 επ. ΣΛΕΕ (περί ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων), καθώς κριτήριο για την επιστροφή της έκτακτης εισφοράς, κατά την ως άνω διάταξη, δεν είναι η έδρα της θυγατρικής, αλλά το γεγονός ότι τα προερχόμενα από τη θυγατρική εταιρεία κέρδη, έχουν ήδη επιβαρυνθεί με την εν λόγω εισφορά.


Αριθμός 360/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Σ. Βιτάλη, Αγ. Σδράκα, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Μ. Σκανδάλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 14 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση:

της … εταιρείας με την επωνυμία “..” και ήδη εταιρείας … με την επωνυμία “….”, που εδρεύει στο .. (οδός .. αρ. ..), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2086/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Σκανδάλη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την εκπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 3377449, 1233173-4/2012 ειδικά έντυπα παραβόλου σειράς Α΄), ζητείται η αναίρεση της 2086/2012 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά του από 31.12.2010 εκκαθαριστικού σημειώματος έκτακτης εισφοράς νομικών προσώπων του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 του Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, οικονομικού έτους 2010, περί επιβολής σε βάρος της έκτακτης εισφοράς, ύψους 21.160.322, 20 ευρώ.

2. Επειδή, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα νομιμοποιητικά στοιχεία, μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης η αναιρεσείουσα εταιρεία συγχωνεύθηκε με την … εταιρεία .. (..) .. στο πλαίσιο διασυνοριακής συγχώνευσης με απορρόφησή της από αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26.10.2005 (L 310), η δε σχετική ανακοίνωση για την ολοκλήρωση της συγχώνευσης και τη διαγραφή της ελληνικής εταιρείας από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο δημοσιεύθηκε την .. στο φύλλο .. του Τεύχους ΑΕ – ΕΠΕ και ΓΕΜΗ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Κατά τα άρθρα 2 περ. 2 στοιχείο α) και 14 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας και της αντίστοιχης εσωτερικής νομοθεσίας, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της απορροφηθείσας εταιρείας μεταβιβάσθηκε στην απορροφώσα, καθιστάμενη καθολική διάδοχο αυτής και η απορροφηθείσα ελληνική εταιρεία έπαυσε να υφίσταται. Στη συνέχεια, με βάση τις διατάξεις της ίδιας Οδηγίας και της αντίστοιχης εσωτερικής νομοθεσίας, η ως άνω εταιρεία .. (…) … συγχωνεύθηκε με την … εταιρεία «….», η οποία υπεισήλθε κατά τα ανωτέρω ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Συνεπώς, η τελευταία νομίμως συνεχίζει τη δίκη.

3. Επειδή, η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζει ότι «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου» [η ως άνω διάταξη επαναλήφθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α΄ 240/22.12.2016), που αντικατέστησε, από 22.12.2016, την παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989]. Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως επίσης αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ …». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται σωρευτικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων τόσο της παραγράφου 3 του, κατά τα ως άνω, τροποποιηθέντος άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όσο και του προβλεπομένου στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου ελαχίστου ποσού της διαφοράς. Ειδικότερα, επί διαφοράς της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, επί ζητήματος δηλαδή αναγομένου στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του δικαίου (ουσιαστικού ή δικονομικού), η οποία (ερμηνεία) είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, είτε ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί συγκεκριμένου ομοίως νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχεται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για την διάγνωση των σχετικών υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, το δε κριθέν από αυτά νομικό ζήτημα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων αχθεισών διαφορών (ΣτΕ 4163/2012 7μ., 797/2013 7μ., 2598/2015 7μ., 2977/2015, 212/2016, 297/2016, 1727/2018 κ.ά.). Εφόσον δε με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται περισσότερες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ή τίθενται πλείονα νομικά ζητήματα, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να προβάλει ειδικούς, αυτοτελείς και συγκεκριμένους, υπό την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμούς για την θεμελίωση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως για καθένα από τους προβαλλομένους λόγους αναιρέσεως (ΣτΕ 1727/2018, 1648/2014, 4547/2013, 4155/2013, 3998/2013 κ.ά.). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίκληση της ελλείψεως νομολογίας ή της αντιθέσεως σε νομολογία, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τις ως άνω διατάξεις, δεν νοείται αναφορικά με ζητήματα αιτιολογίας περιοριζόμενα στο πραγματικό της κρινομένης υποθέσεως, αλλά πρέπει να αφορά αποκλειστικά ζητήματα τα οποία, αναγόμενα στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, μπορεί, ως εκ τούτου, να έχουν γενικότερη σημασία. Τούτο δε, ανεξαρτήτως εάν τα τελευταία αυτά ζητήματα ανακύπτουν στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (βλ. ΣτΕ 2111/2018, 1727/2018, 3178/2017, 2345/2017, 724/2017, 2138/2015, 3008-3012/2013 κ.ά.).

4. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 14.9.2012 και, επομένως, διέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 53 παρ. 3 και 4 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 3900/2010, άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά, το χρηματικό αντικείμενο της οποίας ανέρχεται σε 21.160.322,20 ευρώ, και επομένως υπερβαίνει το προβλεπόμενο ελάχιστο όριο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, με το εισαγωγικό δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 δέχθηκε ότι η επίδικη έκτακτη εισφορά δεν αποτελεί φόρο (επί του) εισοδήματος και απέρριψε τους λόγους προσφυγής, με τους οποίους είχε προβληθεί ότι α) η επίδικη εισφορά δεν επιβάλλεται νομίμως, λόγω του αναδρομικού της χαρακτήρα, επί επιχειρήσεων που έχουν ιδρυθεί διά κεφαλαίων εξωτερικού και υπάγονται στην υπέρτερης τυπικής ισχύος ειδική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.δ. 2687/1953, β) ότι η θέσπιση της επίδικης εισφοράς αντίκειται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, γ) ότι η θέσπισή της αντίκειται προς τις προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 παρ. 1 του Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δ) ότι η επιβολή έκτακτης εισφοράς στο τμήμα των κερδών της (ήδη αναιρεσείουσας) εταιρείας που προέρχονται από τη συμμετοχή σε θυγατρική της εταιρεία με έδρα στην Kύπρο είναι αντίθετη προς την ελευθερία εγκαταστάσεως και προς την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων, οι οποίες κατοχυρώνονται στα άρθρα 49 επ. και 63 επ. της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Ως προς τα τεθέντα με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους προσφυγής νομικά ζητήματα, τα οποία επαναφέρονται με τους αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως, δεν υπήρχε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αιτήσεως, όπως βασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και συνεπώς οι λόγοι αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς, κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, και είναι περαιτέρω εξεταστέοι κατ’ ουσίαν. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ειδικότερα ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η επίδικη εισφορά δεν αντίκειται προς τις προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις, διότι επιβλήθηκε για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, είναι αναιτιολόγητη, καθώς, κατά την αναιρεσείουσα, δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση του δημοσίου συμφέροντος η απλή αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3845/2010, ενώ, εξάλλου, οι δυσμενείς συνθήκες της οικονομίας που επικαλείται η αναιρεσιβαλλομένη δεν είναι, κατά την αναιρεσείουσα, ούτε πρωτόγνωρες, ούτε αιφνίδιες. Προς θεμελίωση δε του παραδεκτού του λόγου αυτού αναιρέσεως προβάλλεται με το εισαγωγικό δικόγραφο ο ισχυρισμός ότι ο ως άνω λόγος περί πλημμελούς ή ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης προβάλλεται παραδεκτώς λόγω ελλείψεως νομολογίας του Δικαστηρίου επί του ζητήματος. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει λόγο άρσεως του, κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, απαραδέκτου του ως άνω λόγου αναιρέσεως, διότι με τον λόγο αυτό, όπως προβάλλεται, δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας κανόνα δικαίου, αλλά ζήτημα επάρκειας της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, κατά τα δε εκτεθέντα ανωτέρω, η επίκληση της ελλείψεως νομολογίας, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την εν λόγω διάταξη, δεν νοείται αναφορικά με ζητήματα αιτιολογίας περιοριζόμενα στο πραγματικό της κρινομένης υποθέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

5. Επειδή, το άρθρο πέμπτο του ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65) ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Επιβάλλεται έκτακτη, εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης, στο συνολικό καθαρό εισόδημα, οικονομικού έτους 2010, των νομικών προσώπων του άρθρου 2 παράγραφος 4 και 101 παράγραφος 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, ΦΕΚ 151/Α΄). Η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στο καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 31 παράγραφος 19 και 105 παράγραφος 7 του ίδιου Κώδικα, εφόσον το εισόδημα αυτό υπερβαίνει τα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Η εισφορά επιβάλλεται στο σύνολο του καθαρού εισοδήματος. Αν το καθαρό εισόδημα είναι ίσο ή μικρότερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, δεν επιβάλλεται εισφορά. […]. 2. Η έκτακτη εισφορά, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή στα καθαρά κέρδη της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται ανά κλιμάκιο ως εξής: α) Για συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη από ένα (1) ευρώ έως και τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά ισούται με το γινόμενο τους επί συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%). β) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από τριακόσιες χιλιάδες ένα (300.001) ευρώ έως και ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) και γ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από ένα εκατομμύριο ένα (1.000.001) ευρώ έως και πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%). δ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από πέντε εκατομμύρια ένα (5.000.001) ευρώ και άνω, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση, ώστε το εναπομένον συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη, που απετέλεσαν τη βάση προσδιορισμού της, να μην υπολείπεται του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. 3. […]. 4. […]. 5. Για τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στην επιχείρηση. Η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της επιχείρησης κατά την οριζόμενη διαδικασία στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. […]. 6. […]. 7. Οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, καθώς και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ 97/Α΄), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την έκτακτη εισφορά του άρθρου αυτού, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του άρθρου αυτού. 8. […]. 9. Η έκτακτη εισφορά που καταβάλλεται, δεν εκπίπτει ως δαπάνη κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος. 10. Η έκτακτη εισφορά επιστρέφεται κατά το μέρος που αποδεδειγμένα το εισόδημα ή τα κέρδη επί των οποίων επιβλήθηκε, απετέλεσε και εισόδημα ή κέρδη άλλης επιχείρησης, για τα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 21 παρ. 17 του ν. 3943/2011, Α΄ 66/31.3.2011). 11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται η διαδικασία καταβολής της έκτακτης εισφοράς, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία επιστροφής της εισφοράς για την περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου και κάθε άλλο σχετικό θέμα …». Η προβλεφθείσα με το άρθρο πέμπτο του ν. 3845/2010 εισφορά κοινωνικής ευθύνης αποτελεί έκτακτη οικονομική επιβάρυνση των νομικών προσώπων, κυρίως εταιρειών, με βάση επιβολής το εισόδημα του οικονομικού έτους 2010 (χρήσης 2009), για την αντιμετώπιση της οξύτατης κρίσεως δημοσίου χρέους και ελλειμμάτων, που είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της Χώρας και πιθανή την χρεοκοπία της (πρβλ. ΣτΕ 1-3/2016 Ολομ., 99/2017 Ολομ., 2809/2017, 153-154/2018).

6. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα επιβλήθηκε σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας … εταιρείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010, έκτακτη εισφορά 21.160.322,20 ευρώ, η οποία υπολογίστηκε με βάση τα συνολικά καθαρά κέρδη που προέκυπταν από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της εταιρείας οικονομικού έτους 2010 (χρήσης 2009), ύψους 212.863.221,98 ευρώ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί προσφυγής της αναιρεσείουσας κατά του πιο πάνω εκκαθαριστικού σημειώματος, έγινε δεκτό ότι «η επίδικη έκτακτη εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης, η οποία επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη που απέκτησαν τα νομικά πρόσωπα κατά το οικονομικό έτος 2010, αποτελεί αναγκαστική παροχή που επιβλήθηκε σε βάρος τους χάριν των κρατικών σκοπών, ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου, για την αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών που προέκυψαν από το μεγάλο δημοσιονομικό πρόβλημα της Χώρας και στα πλαίσια της προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης και το Δ.Ν.Τ.. Περαιτέρω, η εισφορά αυτή, δεν αποτελεί φόρο εισοδήματος, αλλά έκτακτη εφάπαξ φορολογική επιβάρυνση των οικονομικώς ισχυροτέρων επιχειρήσεων, όπως προκύπτει από τις οριζόμενες εξαιρέσεις και τον τρόπο υπολογισμού της. Σε αντίθεση με το φόρο εισοδήματος, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό είναι η περιοδικότητα, η ανωτέρω εισφορά έχει έκτακτο χαρακτήρα και ειδικό σκοπό. Εξάλλου, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή το καθαρό κέρδος, επί του οποίου αυτή υπολογίζεται, δεν αποτελεί το αντικείμενο της επιβλητέας εισφοράς, αλλά το κριτήριο, βάσει του οποίου θεωρείται, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, ότι υπάρχει σχετική φοροδοτική ικανότητα των υποκειμένων στην εισφορά νομικών προσώπων, καθώς και τη βάση υπολογισμού της». Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν εφετείο απέρριψε τον λόγο προσφυγής ότι η επίδικη εισφορά έχει το χαρακτήρα φόρου, έκρινε δε ακολούθως ότι η επιβολή της δεν αντίκειται στην αυξημένης τυπικής ισχύος ειδική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.δ/τος 2687/1953 που απαγορεύει την αναδρομική φορολογία επί επιχειρήσεων ιδρυομένων δια κεφαλαίων εξωτερικού εισαγομένων κατά τις διατάξεις του νομοθετικού αυτού διατάγματος, ακριβώς διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί επιβολής αναδρομικής φορολογίας, αλλά περί επιβολής έκτακτης εφάπαξ φορολογικής επιβάρυνσης. Περαιτέρω, ο λόγος προσφυγής, με τον οποίο είχε προβληθεί ότι η επιβληθείσα εισφορά αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, υπό την έννοια ότι κατά το διάστημα 2004-2008 είχαν μειωθεί οι φορολογικοί συντελεστές στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων και υπήρχε πρόβλεψη και αντίστοιχη προσδοκία για περαιτέρω μείωση των φορολογικών συντελεστών και της φορολογικής επιβάρυνσης, απορρίφθηκε ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι η επικαλούμενη ευνοϊκή μεταχείριση όσον αφορά τη μείωση των φορολογικών συντελεστών στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων αφορά διαφορετικό ζήτημα από το κρινόμενο, που είναι η επιβολή της έκτακτης εισφοράς. Ομοίως ως αβάσιμος απορρίφθηκε ο λόγος της προσφυγής ότι η επιβληθείσα έκτακτη εισφορά αντίκειται στην αρχή της προστασίας της περιουσίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 παρ. 1 του Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την αιτιολογία ότι «με το άρθρο πέμπτο του ν. 3845/2010, επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ φορολογική επιβάρυνση στις οικονομικά ισχυρότερες επιχειρήσεις και μάλιστα με προοδευτικούς συντελεστές ανάλογα με το ύψος του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών αυτών και με τη ρητή πρόβλεψη περιορισμού του ποσού της έκτακτης εισφοράς, ώστε το υπόλοιπο του εναπομείναντος εισοδήματος να μην είναι κατώτερο των 100.000 ευρώ, προκειμένου να προστατευθεί, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου, το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που υπό τις παρούσες πρωτόγνωρες ιστορικά δυσμενείς συνθήκες της οικονομίας είναι και εθνικό συμφέρον, εξασφαλιζομένης, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του σεβασμού της περιουσίας των ως άνω νομικών προσώπων». Τέλος, με την προσφυγή της η αναιρεσείουσα είχε προβάλει ότι από τα δηλωθέντα καθαρά κέρδη της οικονομικού έτους 2010 ποσού 212.863.221,98 ευρώ, δεν πρέπει να υπαχθεί στην επίμαχη έκτακτη εισφορά ποσό 91.445.856,28 ευρώ (προμερίσματα), που προέρχεται από τη συμμετοχή της στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία «…», η οποία έχει έδρα στη … της … Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 απαλλάσσονται από την εισφορά τα κέρδη τα οποία αποκτά ημεδαπή μητρική εταιρεία λόγω συμμετοχής της σε ημεδαπή (εγκατεστημένη στην Ελλάδα) θυγατρική επιχείρηση, ενώ δεν απαλλάσσονται τα κέρδη που προέρχονται από θυγατρική εγκατεστημένη σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία περιλαμβάνονται στη φορολογητέα βάση της μητρικής στην Ελλάδα, με συνέπεια να εισάγεται δυσμενής φορολογική μεταχείριση παραβιάζουσα την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, που προβλέπονται στα άρθρα 49 επ. και 63 επ. της ΣΛΕΕ. Κατά το δικάσαν εφετείο από τις διατάξεις του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 συνάγεται ότι στο καθαρό εισόδημα και καθαρά κέρδη, τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού της έκτακτης εισφοράς, περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως εισοδήματα και κέρδη οικονομικού έτους 2010 (χρήσης 2009), τόσο από την εκμετάλλευση, όσο και τα παρεπόμενα έσοδα (π.χ. μερίσματα), είτε προέρχονται από την ημεδαπή, είτε την αλλοδαπή, και επομένως, επιβαρύνονται με έκτακτη εισφορά και τα κέρδη της μητρικής από τη συμμετοχή της σε ημεδαπή θυγατρική εταιρεία, μη εισαγομένης ανεπίτρεπτης δυσμενούς διάκρισης, η δε επιφύλαξη που ρητά ορίζεται στην παράγραφο 10 του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 έχει τεθεί προς αποφυγή της επιβολής διπλής έκτακτης εισφοράς επί των ίδιων κερδών, όταν η ημεδαπή θυγατρική εταιρεία έχει αποδεδειγμένα καταβάλει την ως άνω εισφορά. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι νομίμως, σύμφωνα με το άρθρο πέμπτο παρ. 10 του ν. 3845/2010, επιβαρύνθηκε η [ήδη αναιρεσείουσα] μητρική εταιρεία που εδρεύει στην Ελλάδα με έκτακτη εισφορά άπαξ για τα προερχόμενα από την αλλοδαπή θυγατρική επιχείρησή της κέρδη, αφού η αλλοδαπή θυγατρική (…) δεν τυγχάνει φορολογικά υπόχρεη στην Ελλάδα και τα κέρδη της δεν είχαν υπαχθεί σε έκτακτη εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3845/2010, και απέρριψε τον σχετικό λόγο προσφυγής ως αβάσιμο.

7. Επειδή, το ν.δ. 2687/1953 «Περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού» (Α΄ 317), που θεσπίστηκε ως εφ’ άπαξ εκδιδόμενος νόμος με αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952, ορίζει στο άρθρο 8 παρ. 5 τα εξής: «Δεν επιτρέπεται η επιβολή αναδρομικής φορολογίας επί επιχειρήσεων ιδρυομένων διά κεφαλαίων εξωτερικού εισαγομένων κατά τας διατάξεις του παρόντος Ν.Δ.. Η απαγόρευσις αύτη επεκτείνεται και εις τας ομοίας επιχειρήσεις τας υφισταμένας ή τας δι’ άλλων κεφαλαίων ιδρυομένας». Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι μη νομίμως επιβλήθηκε με νόμο του έτους 2010 η εν λόγω εισφορά επί εισοδημάτων της αναιρεσείουσας χρήσης 2009, καθώς τούτο αποτελεί ανεπίτρεπτη κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.δ. 2687/1953 επιβολή αναδρομικής φορολογίας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε (βλ. σκέψη 5), η επίδικη εισφορά, αποτελούσα έκτακτη οικονομική επιβάρυνση επί του εισοδήματος και επιβληθείσα για ένα έτος προς αντιμετώπιση της κρίσεως δημοσίου χρέους και ελλειμμάτων, δεν υπάγεται στην έννοια της κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.δ. 2687/1953 φορολογίας και, ως εκ τούτου, νομίμως υπόκεινται στην ένδικη εισφορά και επιχειρήσεις υπαγόμενες στις ως άνω διατάξεις (πρβλ. και ΣτΕ 1-3/2016 Ολομ., 153-154/2018). Επομένως, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι η επιβολή της ένδικης εισφοράς δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.δ. 2687/1953 είναι νόμιμη.

8. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο νομοθέτης έχει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει εκάστοτε το οικείο φορολογικό σύστημα, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, καθώς και να φορολογεί ή να μη φορολογεί ορισμένη ύλη, εκτιμώντας τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες (ΣτΕ 1222/2017, 1773/2018 7μ., πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1972/2012, Ολομ. 2563/2015 κ.ά.). Ειδικότερα, είναι κατ’ αρχήν συνταγματικώς ανεκτή η επιβολή έκτακτης εισφοράς, όπως η επίδικη, προς εξυπηρέτηση είτε των εν γένει δημοσιονομικών αναγκών της χώρας, στις οποίες περιλαμβάνεται προφανώς και η αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους και η κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος, είτε και ειδικού δημόσιου σκοπού, όπως είναι η κρατική οικονομική ενίσχυση ορισμένων, οικονομικά ασθενών ή ευπαθών, κατηγοριών προσώπων (ΣτΕ 2809/2017, πρβλ. ΣτΕ 1222/2017, 1773/2018 7μ., 2465/2018 7μ.). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία αποτελεί εκδήλωση της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της εμπιστοσύνης του φορολογουμένου, ο νομοθέτης μπορούσε, κατ’ αρχήν, να επιβάλλει το 2010 νέα φορολογική επιβάρυνση, όπως την επίδικη έκτακτη εισφορά, με βάση το εισόδημα της χρήσης του 2009, εφόσον δεν προκαλείται υπέρμετρη επιβάρυνση των βαρυνόμενων προσώπων συνυπολογιζομένου και του κατά τις πάγιες διατάξεις περί φόρου εισοδήματος επιβαλλομένου φόρου (πρβλ. ΣτΕ 2809/2017, 1222/2017). Με βάση τα ανωτέρω, ο λόγος της προσφυγής ότι η θέσπιση της επίδικης εισφοράς (χωρίς, κατά την αναιρεσείουσα, να υφίστανται έκτακτες και απρόβλεπτες συνθήκες, αφού η δημοσιονομική κρίση ήταν γνωστή ήδη από το έτος 2008) αντίκειται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, υπό την έννοια ότι δια της επιβολής της ανετράπη η δημιουργηθείσα έως τότε κατάσταση και συνακόλουθα η προσδοκία που είχε καλλιεργηθεί από τον φορολογικό νομοθέτη περί σταθερής και σταδιακά μειούμενης φορολογικής επιβάρυνσης των νομικών προσώπων, ήταν αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, ο μεν νομοθέτης στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει μπορούσε το έτος 2010 να επιβάλλει έκτακτη επιβάρυνση με βάση το εισόδημα της χρήσης 2009 προς αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, η δε αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι η ένδικη έκτακτη εισφορά επιβάρυνε υπέρμετρα τα καθαρά κέρδη που προέκυψαν κατά τη χρήση αυτή ή ότι κλόνισε ριζικά την οικονομική της κατάσταση (πρβλ. ΣτΕ 1222/2017). Εφόσον δε η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ούτε αμφισβητεί την ύπαρξη της δημοσιονομικής κρίσης κατά το χρόνο επιβολής της ένδικης έκτακτης εισφοράς, αλυσιτελώς προβάλλει ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ήταν γνωστή από ετών και ότι, ενόψει τούτου, ο νομοθέτης δεν θα έπρεπε να έχει καλλιεργήσει την προσδοκία για μείωση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων. Επομένως, ορθώς απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος προσφυγής με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών που διαλαμβάνονται σε αυτήν, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

9. Επειδή, με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010, με την οποία προβλέπεται επιστροφή της έκτακτης εισφοράς κατά το μέρος που το εισόδημα ή τα κέρδη επί των οποίων επιβλήθηκε αποτέλεσε και εισόδημα ή κέρδη άλλης επιχείρησης, για τα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά, λαμβάνεται μέριμνα προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή έκτακτης εισφοράς στα έσοδα των επιχειρήσεων από συμμετοχές, για τα οποία έχει ήδη καταβληθεί έκτακτη εισφορά, καθόσον σε διαφορετική περίπτωση θα υπήρχε διπλή επιβάρυνση των ίδιων κερδών. Επομένως, με την επίμαχη διάταξη δεν εισάγεται διακριτική φορολογική μεταχείριση σε βάρος των μητρικών εταιρειών των οποίων οι θυγατρικές είναι εγκατεστημένες σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 49 επ. ΣΛΕΕ (περί ελευθερίας εγκαταστάσεως) και των άρθρων 63 επ. ΣΛΕΕ (περί ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων), όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, καθώς κριτήριο για την επιστροφή της έκτακτης εισφοράς κατά τη διάταξη αυτή δεν είναι η έδρα της θυγατρικής, αλλά το γεγονός ότι τα προερχόμενα από τη θυγατρική εταιρεία κέρδη έχουν ήδη επιβαρυνθεί με την εν λόγω εισφορά. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, το τμήμα των κερδών της που προέρχεται από τη θυγατρική εταιρεία στην …, ύψους 91.445.856,28 ευρώ, δεν έχει επιβαρυνθεί με την ένδικη έκτακτη εισφορά, και επομένως δεν τίθεται θέμα απαλλαγής της αναιρεσείουσας ως προς το ποσό αυτό κατά την ως άνω διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου πέμπτου ν. 3845/2010, όπως με νόμιμη αιτιολογία κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, ενώ απορριπτέο είναι και το επικουρικό αίτημα της αναιρεσείουσας περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.

10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2018 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Φεβρουαρίου 2019.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΔΕΔ 5180/2019 Έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα ποσών διαγραφής απαίτησης – Προϋποθέσεις της παρ. 4 άρθρου 26 ΚΦΕ

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Έχοντας υπ’ όψη:

1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
β. Της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4331/2015 (ΦΕΚ Α’ 69).
γ. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
δ. Της ΠΟΛ.1064/2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ Β’ 1440/27-04-2014) «Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή), καθορισμός λεπτομερειών για τη λειτουργία της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων αυτής και ρύθμιση ζητημάτων καταβολής και αναστολής καταβολής του οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής».

2. Την ΠΟΛ.1069/2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

3. Την αριθμ. Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759 / τ. Β’ / 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.

4. Την από 31/08/2018 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή της εταιρείας με την επωνυμία ” “, ΑΦΜ , εδρεύουσας στο Μαρούσι Αττικής, επί της οδού κατά της τεκμαιρόμενης (σιωπηρής) απόρριψης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών επί της από με αρ. πρωτ /04-04-2018 αίτησης επιφύλαξης για το φορολογικό έτος 2017 (01/10/2016 – 30/09/2017) και της υπ’αριθμ /30-03-2018 Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος φορολογικού έτους από 2017 που υποβλήθηκε στις 30/03/2018 και τα προσκομιζόμενα με αυτή σχετικά έγγραφα.

5. Το με αρ. πρωτ. ΔΕΔ ΕΙ 2018/27-12-2018 υπόμνημα της προσφεύγουσας.

6. Το με αρ. πρωτ. ΔΕΔ ΕΙ 2018 ΕΜΠ/31-12-2018 υπόμνημα της προσφεύγουσας. 

7. Τις ως άνω πράξεις των οποίων ζητείται η επανεξέταση.

8. Τις απόψεις της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών.

9. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α2, όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.

Επί της από 31/08/2018 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής της εταιρείας με την επωνυμία ………….., ΑΦΜ , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα, και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:

Με την πάροδο απράκτου τριμήνου από την υποβολή στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε Αθηνών της με αρ. πρωτ /04-04-2018 αίτησης επιφύλαξης της, περί τροποποίησης της φορολογικής δήλωσης της, με την έκπτωση των δαπανών που προκύπτουν από διαγραφές εμπορικών απαιτήσεων και αποτελούν μέρος των δηλωθέντων λογιστικών διαφορών της φορολογικής της αναμόρφωσης, συνολικής αξίας 783.364,39 €, για το φορολογικό έτος 2017 (01/10/2016 – 30/09/2017), απορρίφθηκε το αίτημα της προσφεύγουσας για έκπτωση των συγκεκριμένων δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδα της.

Η προσφεύγουσα με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά να αναγνωριστεί ότι η ζημία που προέκυψε από τη μείωση οφειλής πελάτη έπειτα από συμβιβασμό ή αναγνώριση οφειλής πρέπει να αναγνωριστεί προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, της προβάλλοντας τους παρακάτω λόγους:

– Πληρούνται αθροιστικά οι προϋποθέσεις έκπτωσης επιχειρηματικής δαπάνης του άρθρου 22 του ν. 4172/2013.

– Σύμφωνα με τη ΠΟΛ.1113/2015 η έννοια των δικαιολογητικών είναι ευρύτερη των φορολογικών στοιχείων και περιλαμβάνει κάθε πρόσφορο δικαιολογητικό, όπως ενδεικτικά, στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.), δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, απολογιστικά στοιχεία (π.χ. αποσβέσεις), δήλωση στην περίπτωση ιδιοχρησιμοποίησης, κ.λπ.

– Η ΠΟΛ.1094/2016 έκρινε ότι η ζημία που προκύπτει από τη διαγραφή απαιτήσεων των επιχειρήσεων, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά τους, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται αθροιστικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013.

– Το άρθρο 23 του ν.4172/2013 αναφέρεται στις μη εκπιπτόμενες δαπάνες που κατονομάζει περιοριστικά (ΠΟΛ.1113/2015) και αναγράφει μεταξύ άλλων ότι δεν εκπίπτουν οι προβλέψεις εκτός των περιπτώσεων του άρθ. 26 του ΚΦΕ.

– Η μη έκπτωση της δαπάνης που προκύπτει από διαγραφή απαίτησης της οδηγεί σε διπλή φορολόγηση του ίδιου εισοδήματος, καθώς ταυτόχρονα με τη διαγραφή ο ωφελούμενος αντισυμβαλλόμενος οφείλει να απαλείψει την αντίστοιχη υποχρέωση που απορρέει και να φορολογηθεί το εισόδημα που προκύπτει από την μείωση των δαπανών.

– Η ζημία που προκύπτει από τον διενεργούμενο συμβιβασμό, είναι φορολογικά εκπιπτόμενη στο σύνολό της και πρέπει να αναγνωριστεί προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της

– Η ζημία που προκύπτει από την μείωση της οφειλής, στο πλαίσιο συμφωνητικού αναγνώρισης οφειλής, είναι φορολογικά εκπιπτόμενη και πρέπει να αναγνωρίζεται πλήρως προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της με τις διατάξεις του άρθ. 22 ΚΦΕ.

– Η εταιρεία υφίσταται μία πραγματική και οριστική ζημία που πρέπει να εκπεστεί και το γεγονός αυτό προκύπτει από τα σχετικά αποδεικτικά (συμφωνητικά, παραστατικά κλπ) και τις εγγραφές στα βιβλία.

Η Υπηρεσία μας απέστειλε στην προσφεύγουσα στις 21/12/2018 το με αρ. πρωτ. ΔΕΔ ΕΞ 2018 ΕΜΠ/21-12-2018 έγγραφο με θέμα την αποστολή στοιχείων λόγω ελλείψεων, προκειμένου η προσφεύγουσα να προσκομίσει επιπλέον δικαιολογητικά καθώς και τις σχετικές εγγραφές από τα βιβλία της, αποδεικνύοντας με κάθε πρόσφορο μέσον ότι ισχύουν οι προϋποθέσεις διαγραφής απαίτησης της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ν. 4172/2013. Σε απάντηση του ανωτέρου εγγράφου η προσφεύγουσα απέστειλε: τα α) με αρ. πρωτ. ΔΕΔ ΕΙ2018/27-12-2018 και β) με αρ. πρωτ. ΔΕΔ ΕΙ2018 ΕΜΠ/31-12-2018 υπομνήματα της προσκομίζοντας

I) σχετικά με τη διαγραφή της απαίτησης από την ύψους 701.220,37 € τα εξής:


-Εγγραφή Εσόδου αναφέροντας ότι έχει πραγματοποιηθεί στα βιβλία της εταιρείας με ΑΦΜ: , εταιρείας που κατείχε τον κλάδο υγείας πριν την μεταβίβαση του το 2016 στην προσφεύγουσα με ΑΦΜ: , η οποία πλέον είναι διάδοχος του συνόλου των δραστηριοτήτων του.

-Καρτέλα Πελάτη , όπου αποτυπώνεται το υπόλοιπο των 701.220,37 € το οποίο διαμορφώνεται από το τιμολόγιο Τ.Π. Α 96102 εκδόσεως 25.09.2008 αξίας 943.423,67 € μειούμενο από το ΠΤ Α 7437 αξίας 4.365,40 € καθώς και από πληρωμές συνολικής αξίας 237.837,90 €.

-Εγγραφή εισαγωγής της απαίτησης στα βιβλία της

-Εγγραφή διαγραφής της απαίτησης από τα βιβλία της

-Το Ιδιωτικό Συμφωνητικό Εξωδικαστικής Επίλυσης Διαφοράς και Τερματισμού της Δικαστικής Διαμάχης, όπου επιτυγχάνεται ο τελικός συμβιβασμός και κατάργηση των εκατέρωθεν ασκηθεισών προσφυγών με αποτέλεσμα την οριστική διευθέτηση των διαφορών.

-Το συμφωνητικό μεταβίβασης κλάδου καθώς και τη δήλωση χαρτοσήμου που κατατέθηκε στην Δ.Ο.Υ .

-Αγωγές της καθώς και της με ΑΦΜ:

-Καρτέλα Πελάτη , αναφέροντας ότι η ήγειρε αξιώσεις κατά της περί μη τήρησης συμβατικών υποχρεώσεων της κατά την ανάληψη κοινού έργου καθώς και περί μη παροχής υποστήριξης και συντήρησης λογισμικού του οποίου η προσφεύγουσα κατείχε τα δικαιώματα διάθεσης στην Ελλάδα. Για τις αξιώσεις αυτές η δεν είχε εκδώσει τιμολόγιο, ως εκ τούτου δεν υπήρχε λογιστικό έγγραφο προς καταχώριση στα βιβλία της προσφέυγουσας.

-Δήλωση Χαρτοσήμου καθώς και την πληρωμή του από την και από την , καθώς είχε συμφωνηθεί το χαρτόσημο να πληρωθεί εξ ημισείας.
Ν)σχετικά με τη διαγραφή της απαίτησης από την ύψους 52.144,02 € τα εξής:

-Εγγραφές εσόδων, αναφέροντας ότι αρκετές από τις εν λόγω απαιτήσεις προέρχονται από την εταιρεία Ιατρικές λύσεις και Μηχανήματα Διαγνωστικής Α.Ε με ΑΦΜ η οποία μαζί με την με ΑΦΜ απορροφήθηκαν από την με ΑΦΜ: και συνέστησαν την εταιρεία μετέπειτα

-Εγγραφές εισαγωγής των απαιτήσεων στα βιβλία της

-Εγγραφές διαγραφής των εν λόγω απαιτήσεων

-Το Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης Οφειλής και Διακανονισμού όπου επιτυγχάνεται η τελική διευθέτηση της οφειλής – διαφοράς . -Το ΦΕΚ σύστασης της

-Καρτέλες του πελάτη όπου φαίνεται η κατάθεση των συμφωνηθέντων ποσών.

Με τα ως άνω υπομνήματα η προσφεύγουσα προέβαλε επιπλέον τους κάτωθι ισχυρισμούς :

• Εφόσον η λύση του συμβιβασμού με την εταιρεία είναι τελεσίδικη και αμετάκλητη και ακολουθεί την ανάληψη όλων των νόμιμων ενεργειών από την προσφεύγουσα, καλύπτεται και η τρίτη σωρευτική προϋπόθεση του άρθρου 26 του 4172/2013 της παρ.4 γ. παρέχοντας της το δικαίωμα διαγραφής της εν λόγω απαίτησης και της έκπτωσής της για φορολογικούς λόγους

• Εφόσον η λύση της αναγνώρισης οφειλής και διακανονισμού με την εταιρεία είναι τελεσίδικη και αμετάκλητη και ακολουθεί την ανάληψη όλων των νόμιμων ενεργειών από προσφεύγουσα, καλύπτεται και η τρίτη σωρευτική προϋπόθεση του άρθρου 26 του 4172/2013 της παρ.4 γ. παρέχοντας της το δικαίωμα διαγραφής της εν λόγω απαίτησης και της έκπτωσής της για φορολογικούς λόγους.

• Με την υπ’ αριθμ. 1638/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε, ότι τα συμφωνητικά που υπογράφονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων είναι ισχυρά και νόμιμα, ακόμα και αν δεν υποβληθούν για θεώρηση στην αρμόδια εφορία. Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι το συμφωνητικό μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρείας έχει αποκτήσει βέβαια χρονολογία από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης χαρτοσήμου.

• Τα ποσά των διαγραφών συμπεριλαμβάνονται στη κατάσταση αναμορφώσεων της προσφεύγουσας.

• Όσον αφορά την αναγνώριση οφειλής και τον διακανονισμό δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής χαρτοσήμου καθώς η σύμβαση δεν αποτελεί συμβιβασμό, ο οποίος κατά το άρθρο 871 ΑΚ προϋποθέτει τη διάλυση φιλονικίας τους ή μίας αβεβαιότητας για κάποια έννομη σχέση (συμπεριλαμβανομένης και της επισφαλούς απαίτησης) με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Στην αναγνώριση οφειλής και διακανονισμό αυτής, εν προκειμένω, μόνο το ένα μέρος ( ) παραιτείται από κάποια απαίτηση διακανονίζοντας την όμως και εξασφαλίζοντας μέρος της συνολικής απαίτησης.

Επειδή με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 4174/2013 ορίζεται ότι:

«Άρθρο 20
Δήλωση με επιφύλαξη

1. Όταν ο φορολογούμενος αμφιβάλλει σχετικά με την υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης, έχει δικαίωμα να υποβάλει φορολογική δήλωση με επιφύλαξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογημένη. Κάθε γενική ή αόριστη επιφύλαξη θεωρείται άκυρη και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα.

Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό της φορολογητέας ύλης για την οποία διατυπώθηκε η επιφύλαξη εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της δήλωσης.

Σε περίπτωση απόρριψης της επιφύλαξης ή παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας απάντησης, ο φορολογούμενος μπορεί να προσφύγει στην Ειδική Διοικητική Διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα…”

Επειδή σύμφωνα με τη ΠΟΛ.1057/2018 “Τύπος και περιεχόμενο των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2017 των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων του άρθρου 45 του ν. 4172/2013 και καθορισμός δικαιολογητικών που υποβάλλονται μ’ αυτές – Υποβολή με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων του άρθρου 45 του ν. 4172/2013” : «…δ. Τα νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες που υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος με επιφύλαξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20 του ν. 4174/2013, προσκομίζουν στην αρμόδια για τη φορολογία τους Δ.Ο. Υ. εντός προθεσμίας τριών (3) εργάσιμων ημερών αντίγραφο της δήλωσης που έχουν υποβάλει ηλεκτρονικά, συνοδευόμενη με τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και στοιχεία, έτσι ώστε η Δ.Ο.Υ. να αποφανθεί για τη σχετική επιφύλαξη..»

Επειδή η προσφεύγουσα υπέβαλε εμπρόθεσμα και ηλεκτρονικά τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων για το φορολογικό έτος 2017 (01/10/2016 – 30/09/2017) και στη συνέχεια και εντός προθεσμίας τριών (3) εργάσιμων ημερών προέβη στην υποβολή της με αρ. πρωτ /04-04-2018 αίτησης επιφύλαξης της περί τροποποίησης της φορολογικής δήλωσης της με την έκπτωση των δαπανών που προκύπτουν από διαγραφές εμπορικών απαιτήσεων και αποτελούν μέρος των δηλωθέντων λογιστικών διαφορών της φορολογικής της αναμόρφωσης συνολικής αξίας 783.364,39 € για το φορολογικό έτος 2017 (01/10/2016 – 30/09/2017), προσκομίζοντας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών αντίγραφο της δήλωσης που είχε υποβληθεί ηλεκτρονικά, συνοδευόμενη με δικαιολογητικά έγγραφα και στοιχεία, έτσι ώστε η Δ.Ο.Υ. να αποφανθεί για τη σχετική επιφύλαξη. Με την πάροδο απράκτου τριμήνου από την υποβολή στη της ως άνω αίτησης επιφύλαξης της απορρίφθηκε το αίτημα της προσφεύγουσας για έκπτωση των συγκεκριμένων δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδα της.

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4172/2013 με τίτλο “Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες”: «Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες: α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της, β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση, γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.»

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 4172/2013 με τίτλο «Μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες»:

«Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν: α) τόκοι από δάνεια που λαμβάνει η επιχείρηση από τρίτους, εκτός από τα τραπεζικά δάνεια, “διατραπεζικά δάνεια, καθώς και τα ομολογιακά δάνεια που εκδίδουν ανώνυμες εταιρείες” κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τους τόκους που θα προέκυπταν εάν το επιτόκιο ήταν ίσο με το επιτόκιο των δανείων αλληλόχρεων λογαριασμών προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτό αναφέρεται στο στατιστικό δελτίο οικονομικής συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος για την πλησιέστερη χρονική περίοδο πριν την ημερομηνία δανεισμού, β) κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, γ) οι μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, δ) προβλέψεις [για διαγραφή επισφαλών απαιτήσεων] εκτός των οριζομένων στο άρθρο 26, ε) πρόστιμα και ποινές, περιλαμβανομένων των προσαυξήσεων, στ) η παροχή ή λήψη αμοιβών σε χρήμα ή είδος που συνιστούν ποινικό αδίκημα, ζ) ο φόρος εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων του τέλους επιτηδεύματος και των έκτακτων εισφορών, που επιβάλλεται για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., καθώς και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που αναλογεί σε μη εκπιπτόμενες δαπάνες, εφόσον δεν είναι εκπεστέος ως Φ.Π.Α. εισροών…».

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ν. 4172/2013: «4. Απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο, β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.»

Επειδή στη ΠΟΛ.1056/2015 με θέμα “Φορολογική μεταχείριση των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του νέου Κ.Φ.Ε. (ν.4172/2013) ” αναφέρεται ότι:

«…με βάση την αιτιολογική έκθεση του ν.4172/2013 προκύπτει ότι η προϋπόθεση της ανάληψης κατάλληλων ενεργειών για τη διασφάλιση δικαιώματος είσπραξης θέτει ένα ελάχιστο όριο για τη διεκδίκηση είσπραξης της απαίτησης, χωρίς να προσδιορίζει το μέσο για τη διεκδίκηση και κατά τούτο μπορεί να αναληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια για την είσπραξη, αρκεί να είναι πρόσφορη για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης. Σε κάθε περίπτωση ο κατάλληλος ή μη χαρακτήρας, ως θέμα πραγματικό, κρίνεται ad hoc με βάση το ύψος της απαίτησης, το φερέγγυο ή μη του καθ’ ου η απαίτηση, καθώς και από άλλους παράγοντες και εναπόκειται στην κρίση της ελεγκτικής αρχής. Ωστόσο οι όποιες ενέργειες, που εξαρτώνται από το ύψος της απαίτησης και την φερεγγυότητα του πελάτη, θα πρέπει να διασφαλίζουν το δικαίωμα της επιχείρησης να εισπράξει τις απαιτήσεις της.

Πέραν της άσκησης ένδικου βοηθήματος και της αίτησης για λήψη ασφαλιστικών ή αναγκαστικών μέτρων, κατάλληλες ενέργειες είναι η σφράγιση μίας επιταγής από την εκδότρια τράπεζα, η κατάθεση όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κ.λπ.

Διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα της επιχείρησης να εισπράξει τις απαιτήσεις της δεν διασφαλίζεται από ενέργειες όπως η ανάθεση διεκδίκησης της απαίτησης σε τρίτους (εισπρακτικές εταιρείες) ή η φραγή/διακοπή της παροχής υπηρεσιών στην περίπτωση εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, κ.λπ. Οι όποιες ενέργειες έχουν ήδη ληφθεί πριν την 01.01.2014 για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης και χαρακτηρίζονται ως κατάλληλες με βάση την παρούσα λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν απαιτείται να επαναληφθούν.


Στην περίπτωση που οι επιχειρήσεις δεν προέβησαν σε κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης, οι προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων δεν θα αναγνωρίζονται φορολογικά και η επιχείρηση θα πρέπει να προβαίνει στη σχετική φορολογική αναμόρφωση των λογιστικών αποτελεσμάτων….

…Προκειμένου για τη διαγραφή απαιτήσεων απαιτείται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η σωρευτική πλήρωση των τριών (3) προϋποθέσεων που ορίζονται στις υπόψη διατάξεις. Ειδικότερα, όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση με την οποία απαιτείται να έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης, διευκρινίζεται ότι με αυτές πρέπει να αποδεικνύεται ότι η σχετική απαίτηση είναι ανεπίδεκτη είσπραξης, δηλαδή ότι ο οφειλέτης είναι πράγματι αφερέγγυος. Η αφερεγγυότητά του μπορεί να αποδεικνύεται ενδεικτικά από τα ακόλουθα: α) τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου με την οποία να υποχρεώνεται ο οφειλέτης σε εξόφληση, β) πιστοποιητικό υποθηκοφυλακείου από το οποίο να προκύπτει, κατά περίπτωση, η μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή τα υπάρχοντα τοιαύτα με τα τυχόν βάρη τους, γ) σε περίπτωση διενέργειας πλειστηριασμού σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη, είτε κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης είτε συνεπεία μη επιτεύξεως πτωχευτικού συμβιβασμού, αντίγραφο του πίνακα κατάταξης ή διανομής από συμβολαιογράφο που ορίστηκε για τον πλειστηριασμό της περιουσίας του οφειλέτη, από τον οποίο να προκύπτει η μη ικανοποίηση του δανειστή από το εκπλειστηρίασμα,

δ) τη συμφωνία εξυγίανσης που επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σύμφωνα με το έκτο Κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), με την οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, και η μείωση των απαιτήσεων των πιστωτών έναντι της επιχείρησης (προπτωχευτική διαδικασία), ε) σε περίπτωση επιχείρησης που κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης και από τους επίσημους ισολογισμούς της προκύπτει ότι η επιχείρηση αυτή δεν έχει περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, πάγια, χρεόγραφα κλπ.) για να ικανοποιήσει τους οφειλέτες της. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της πτώχευσης. Επομένως, η κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης λόγω παύσης πληρωμών δεν επιφέρει από μόνη της απόσβεση της απαίτησης. στ) σε περίπτωση διακοπής εργασιών κεφαλαιουχικών εταιρειών. Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά ούτως ώστε να μην αποκλεισθούν και άλλα τα οποία, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, είναι σε θέση να αποδείξουν ότι δεν είναι δυνατή η είσπραξη της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως η επιχείρηση, η οποία φέρει και το βάρος της απόδειξης για την απώλεια συγκεκριμένης απαίτησης, οφείλει όταν της ζητηθεί να προσκομίσει τα δικαιολογητικά εκείνα που διαθέτει στην αρμόδια για τον έλεγχό της φορολογική αρχή η οποία και θα κρίνει τελικά ως θέμα πραγματικό την επισφάλεια και το ανεπίδεκτο της είσπραξης. Βεβαιώσεις ή επιστολές δικηγόρων για την αδυναμία είσπραξης της απαίτησης δεν αποτελούν απόδειξη της αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Ομοίως, η έκδοση ακάλυπτης επιταγής και η σχετική καταδίκη για την έκδοση αυτή δεν δημιουργούν μόνες τους ούτε αποδεικνύουν εξ αντικειμένου την αφερεγγυότητα του οφειλέτη..»

Επειδή από την εξέταση των λογιστικών εγγραφών και των δικαιολογητικών που προαναφέρθηκαν, τα οποία προσκομίστηκαν με τη κατάθεση της υπό κρίση ενδικοφανούς προσφυγής καθώς και των υπομνημάτων, προέκυψε ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 26 του 4172/2013, ήτοι οι υπό κρίση διαγραφείσες απαιτήσεις της προσφεύγουσας από τις εταιρείες και έχουν αρχικά εγγραφεί στα βιβλία της προσφεύγουσας ως έσοδο και στη συνέχεια έχουν διαγραφεί από τα βιβλία της.

Επειδή όσον αφορά την τρίτη σωρευτική προϋπόθεση του άρθρου 26 του 4172/2013, που αναφέρει να έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης, από τον έλεγχο των προσκομισθέντων δικαιολογητικών, από την εξέταση των στοιχείων του φακέλου δεν προέκυψε θεώρηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. α)του ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρείας και β)του ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης οφειλή και διακανονισμού αποπληρωμής αυτής μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρείας

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι με την υπ’ αριθμ /2001 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε, ότι τα συμφωνητικά που υπογράφονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων είναι ισχυρά και νόμιμα, ακόμα και αν δεν υποβληθούν για θεώρηση στην αρμόδια εφορία και ότι όσον αφορά το συμφωνητικό μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρείας , αυτό έχει αποκτήσει βέβαια χρονολογία από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης χαρτοσήμου.

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 16, του άρθρου 8, του Ν. 1882/1990, «Συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οιανδήποτε συναλλαγή θεωρούνται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από της ημερομηνίας καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Κατ’ εξαίρεση, δεν θεωρούνται τα συμφωνητικά του προηγούμενου εδαφίου που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο, τις τράπεζες, τους οργανισμούς, τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τους δήμους και τις κοινότητες, τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις επιχειρήσεις που εκδίδουν κάρτες συναλλαγών και τις εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986»

Επειδή, σύμφωνα με την κρατούσα διοικητική και δικαστηριακή νομολογία, γίνονται δεκτά τα εξής: Ο ν.1882/1990 περί μέτρων για την περιστολή της φοροδιαφυγής στο υπό τον υπότιτλο “Διαδικασία υποβολής στοιχείων για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των επιτηδευματιών” άρθρο 8, παράγραφο 16 ορίζει ότι συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οποιαδήποτε συναλλαγή θεωρούνται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Περαιτέρω, με το άρθρο Β, παράγραφο 2, ν.2386/1996 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην ως άνω παράγραφο, το οποίο ορίζει ότι κατ’ εξαίρεση δεν θεωρούνται τα συμφωνητικά του προηγούμενου εδαφίου που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο κ.λ.π. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται γενικώς το ανίσχυρο κάθε συμφωνητικού, δημόσιου ή ιδιωτικού, στο οποίο έχει καταχωριστεί σύμβαση μεταξύ εμπόρων ή άλλων επιτηδευματιών ή μεταξύ εκείνων και τρίτων, πλην Δημοσίου κ.λπ., είτε τούτο, βάσει άλλων διατάξεων, είναι συστατικό, είτε είναι αποδεικτικό της συμβάσεως, εφ’ όσον τούτο δεν έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα προς θεώρηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αλλά η δυσμενής αυτή συνέπεια ισχύει μόνο έναντι της φορολογικής Αρχής. Ο σκοπός της από εξέταση διατάξεως είναι η περιστολή της φοροδιαφυγής και στα πλαίσια αυτά, αναφορικά με τους επιτηδευματίες ή τους συναλλασσόμενους με εκείνους, καθιέρωσε τις προαναφερόμενες συνέπειες, έτσι ώστε τα εν λόγω φορολογούμενα πρόσωπα να μη μπορούν να επικαλεστούν τέτοιο συμφωνητικό προς όφελός τους, π.χ. προς έκπτωση δαπανών από το φορολογητέο εισόδημά τους, έναντι της φορολογικής αρχής, αν προηγουμένως δεν το έχουν εμπροθέσμως υποβάλει προς θεώρηση από αυτή την αρχή (Α.Π. 260/1998,735/2001, 761/2001 ,1698/2001 και 90/2005 ).

Ακόμη ο νομοθέτης με τη διάταξη του άνω άρθρου 8 παρ. 16 του ν. 1882/1990 όπως ερμηνεύθηκε με την προσθήκη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 2386/1996 θέλησε την υποβολή προς θεώρηση των συμφωνητικών που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών που συναλλάσσονται μεταξύ τους ή με τρίτους για να μη διαφεύγουν από την προβλεπομένη γι αυτά φορολογία ( ΕφΑθ 9385/1995, 5520/2001, 2807/2005)

Τέλος σύμφωνο με την άποψη ότι δεν καθιερώνεται ανίσχυρο κάθε συμφωνητικού, δημοσίου ή ιδιωτικού, στο οποίο έχει καταχωρισθεί σύμβαση μεταξύ εμπόρων ή άλλων επιτηδευματιών και μεταξύ εκείνων και τρίτων, εφόσον δεν έχει υποβληθεί εμπροθέσμως προς θεώρηση στη ΔΟΥ, αλλά η συνέπεια αυτή ισχύει μόνον έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων είναι και το Στε. (ΣτΕ 280/2009)

Επειδή στο άρθρο 16 παρ 5 του ν. 2523/1997, ορίζεται ότι: «Τα έγγραφα που δεν είναι νόμιμα χαρτοσημασμένα είναι απαράδεκτα ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής και εφόσον έχει παρέλθει η προθεσμία χαρτοσήμανσης τους πρέπει να προσκομιστούν ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής για την κατά νόμο επιβολή του τέλους χαρτοσήμου και των νόμιμων κυρώσεων. Εφόσον το έγγραφο χαρτοσημανθεί με πράξη της φορολογικής αρχής, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τα δικαστήρια ή άλλη αρχή το νόμιμο της χαρτοσήμανσής του. Τα προσαγόμενα ενώπιον οποιασδήποτε αρχής αντίγραφα ιδιωτικών εγγράφων, που υπόκεινται κατά νόμο σε τέλος χαρτοσήμου, για να γίνουν αποδεκτά απαιτείται να φέρουν επίσημη βεβαίωση ότι το πρωτότυπο χαρτοσημάνθηκε νόμιμα. Αν ελλείπει η βεβαίωση αυτή, το προσαγόμενο αντίγραφο υποβάλλεται στο τέλος χαρτοσήμου και στον πρόσθετο φόρο ως πρωτότυπο.»

Επειδή όσον αφορά το ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής και διακανονισμού αποπληρωμής αυτής που υπογράφηκε μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρείας , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής χαρτοσήμου καθώς η σύμβαση δεν αποτελεί συμβιβασμό, καθώς εν προκειμένω, μόνο το ένα μέρος ( ) παραιτείται από κάποια απαίτηση διακανονίζοντας την όμως και εξασφαλίζοντας μέρος της συνολικής απαίτησης.

Επειδή στη σελίδα 8 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα θα προβεί σε άφεση του εναπομείναντος υπολοίπου της Οφειλής (το οποίο ισούται με το ποσό που απομένει αφαιρούμενου του Μέρους της Οφειλής από την Οφειλή), ήτοι του συνολικού ποσού των τρακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα τεσσάρων ΕΥΡΩ και δέκα τριών ΛΕΠΤΩΝ (346.444,13 €) σύμφωνα με το άρθρο 484 ΑΚ.

Για τη σύναψη της συμφωνίας άφεσης χρέους δεν απαιτείται κάποιος συγκεκριμένος τύπος. Η κατάρτιση της σύμβασης παρότι δεν καθίσταται υποχρεωτική κατά τον Αστικό Κώδικα, κρίνεται σκόπιμη η υπογραφή και κατάθεσή της στην αρμόδια οικονομική εφορία. Όπως κάθε σύμβαση, έτσι και εδώ για τη σύναψή της πρέπει ο οφειλέτης να αποδεχθεί την παραίτηση του δανειστή, και η πρόταση αυτή προς τον οφειλέτη πρέπει να είναι σαφής και αναμφίβολη. Η σύμβαση αυτή ως αυτοτελής πράξη υπόκειται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Τελών και Χαρτοσήμου σε χαρτόσημο 3% (πλέον 20% ΟΓΑ χαρτοσήμου) εφόσον αναφέρεται σε αστική σχέση και 2% (πλέον 20% ΟΓΑ χαρτοσήμου) εφόσον αναφέρεται σε εμπορική σχέση, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 13 παρ. 1α ή 15 παρ. 1α του Κώδικα Χαρτοσήμου. Η υποχρέωση για την καταβολή του τέλους χαρτοσήμου και το βάρος της δαπάνης αυτού, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας, βαρύνει τον οφειλέτη κατά τον Α. Κ.

Επομένως εν προκειμένω το υπό κρίση συμφωνητικό υπόκειται σε χαρτόσημο 2% (πλέον 20% ΟΓΑ χαρτοσήμου) εφόσον αναφέρεται σε εμπορική σχέση.

Επειδή όσον αφορά το ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού (εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς και τερματισμού διαμάχης) που υπογράφηκε μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρείας , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το συμφωνητικό αυτό έχει αποκτήσει βέβαια χρονολογία από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης χαρτοσήμου. Ωστόσο κι ενώ στη σελίδα 2 του συμφωνητικού ρητά αναφέρεται ότι καταβλήθηκε χαρτόσημο 2,4%, το οποίο υπολογίστηκε επί της μεγαλύτερης εκ των συμβιβαζόμενων απαιτήσεων μεταξύ των δύο εταιρειών, ωστόσο από τα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά, ήτοι τις με γενικό αριθμό κατάθεσης /2013 και /2013 αγωγές από τις οποίες παραιτείται η εταιρεία , όπου αναφέρονται συνολικά ποσά απαίτησης ύψους 7.624.738,18 € και 3.458,591,66 € αντίστοιχα, καθώς και την με γενικό αριθμό κατάθεσης /2014 αγωγή από την οποία παραιτείται η προσφεύγουσα εταιρεία, όπου αναφέρεται συνολικό ποσό απαίτησης ύψους 705.585,77 € πλέον του νόμιμου τόκου υπερημερίας, δεν προκύπτει ο τρόπος υπολογισμού της αξίας συναλλαγής της δήλωσης τελών χαρτοσήμου. Δεν προκύπτει δηλαδή ότι η αξία συναλλαγής που υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου ύψους 3.698,948,03 €, όπως αυτή αναφέρεται στη προσκομιζόμενη δήλωση απόδοσης τελών χαρτοσήμου, είναι η μεγαλύτερη εκ των συμβιβαζόμενων απαιτήσεων μεταξύ των δύο εταιρειών.

Επειδή από έρευνα που πραγματοποιήθηκε για τις εταιρείες και στα μηχανογραφικά συστήματα elenxis και taxis, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για δύο φερέγγυες ενεργές εταιρείες, με μεγάλο κύκλο εργασιών, με κερδοφορία και με μηδενικά χρέη προς την εφορία. Ωστόσο από την εξέταση των στοιχείων του φακέλου δεν προκύπτει ότι από μέρους της προσφεύγουσας ελήφθησαν όλες οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος της είσπραξης των απαιτήσεων από τις ως άνω εταιρείες, όπως για παράδειγμα σφράγιση επιταγών, λήψη ασφαλιστικών μέτρων, κατάσχεση κινητής περιουσίας, κατάσχεση απαιτήσεων εις χείρας τρίτων κτλ.

Επειδή από τα προαναφερόμενα κι εφόσον
α) δεν ελήφθησαν όλες οι κατάλληλες ενέργειες από μέρους της προσφεύγουσας για τη διασφάλιση του δικαιώματος της είσπραξης των εν λόγω απαιτήσεων της,
β) δεν προκύπτει θεώρηση των υπό κρίση συμφωνητικών από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και
γ) δεν έχει πληρωθεί χαρτόσημο για το ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής και διακανονισμού αποπληρωμής αυτής μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρείας , κρίνεται ότι δεν πληρείται η τρίτη σωρευτική προϋπόθεση της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ν. 4172/2013 για διαγραφή απαίτησης για φορολογικούς σκοπούς.

Αποφασίζουμε

την απόρριψη της με αριθ. πρωτ /31-08-2018 ενδικοφανούς προσφυγής της εταιρείας με την επωνυμία ” “, ΑΦΜ , κατά της τεκμαιρόμενης (σιωπηρής) απόρριψης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών επί της με αρ. πρωτ /04-04-2018 αίτησης επιφύλαξης για το φορολογικό έτος 2017 (01/10/2016 – 30/09/2017) και της υπ’αριθμ /30- 03-2018 Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος φορολογικού έτους από 2017 που υποβλήθηκε στις 30/03/2018.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Άρειος Πάγος 895/2019 Σύμβαση ενεχύρου μετοχών – Ευθύνη ενεχυρούχου δανειστή – Εκποίηση ενεχυρασμένων μετοχών στο Χρηματιστήριο – Αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου – Περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης

ΑΠ  895/2019

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1210, 1211 εδ. β’, 1218 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικώς προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 35 – 47 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, όταν το ενέχυρο συνιστάται προς ανώνυμη εταιρία, περιεχόμενο και σκοπός του ενεχύρου είναι η προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από την αξία του ενεχυριασμένου πράγματος. Και τούτο γιατί το ενέχυρο είναι δικαίωμα αξίας, η οποία θα πάρει τη μορφή του πλειστηριάσματος όταν το πράγμα εκποιηθεί αναγκαστικά με πρωτοβουλία του δανειστή. Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και επί ανωνύμων τίτλων, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών, δηλαδή ως προς τη σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, την ενεχυρική σχέση, την εκποίηση και την απόσβεση του ενεχύρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση. Εξάλλου, από τα άρθρα 297, 298, 330, 1224 εδ. α’ , 1235 αρ. 1, 1243 αρ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου. Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ. ΑΠ 967/1973). Περαιτέρω, από τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας

Αριθμός 895/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… A.E.”, πρώην με την επωνυμία “… A.E.” και τον διακριτικό τίτλο “…”, που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της …………… Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του …………..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2536/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4609/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27/1998 και ΑΠ 28/1998). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1210, 1211 εδ. β’, 1218 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικώς προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 35 – 47 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, όταν το ενέχυρο συνιστάται προς ανώνυμη εταιρία, περιεχόμενο και σκοπός του ενεχύρου είναι η προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από την αξία του ενεχυριασμένου πράγματος. Και τούτο γιατί το ενέχυρο είναι δικαίωμα αξίας, η οποία θα πάρει τη μορφή του πλειστηριάσματος όταν το πράγμα εκποιηθεί αναγκαστικά με πρωτοβουλία του δανειστή. Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και επί ανωνύμων τίτλων, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών, δηλαδή ως προς τη σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, την ενεχυρική σχέση, την εκποίηση και την απόσβεση του ενεχύρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση. Εξάλλου, από τα άρθρα 297, 298, 330, 1224 εδ. α’ , 1235 αρ. 1, 1243 αρ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου. Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ. ΑΠ. 967/1973). Περαιτέρω, από τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως είτε από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ. Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 1500/2002). Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι “όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει” προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Όσον αφορά την πρόθεση δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (Ολ. ΑΠ 10/1991, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 419/2018). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1298/2017). Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει σ’ αυτήν ότι με την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “… Ανώνυμη Εταιρεία” σύναψε στις 25-7-2000, σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό αορίστου διαρκείας, με βάση την οποία η εναγομένη-αναιρεσείουσα του χορήγησε πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό ύψους 10.000.000 δρχ. (ισότιμου με 29.347,02 ευρώ) καθώς και σύμβαση παροχής ενεχύρου επί αξιογράφων εις ασφάλεια πιστοδοτήσεως, με βάση την οποία παραχώρησε στην εναγομένη το δικαίωμα ενεχύρου επί των μετοχών που αναφέρονται στην αγωγή συνολικού ποσού 19.479.000 δρχ. (ισότιμου με 57.165,07 ευρώ), προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της από τον ως άνω αλληλόχρεο λογαριασμό. Ότι στις 22-10-2003 η εναγομένη τον ενημέρωσε ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε στις 2-10-2003 και του γνωστοποίησε ότι το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του ανερχόταν στο ποσό των 43.953,26 ευρώ, για το μέγεθος του οποίου ο ενάγων δεν είχε καμία προγενέστερη ενημέρωση ή όχληση από την εναγομένη. Ότι εκδόθηκε σε βάρος του η με αριθμό 1750/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτασσόταν αυτός (ενάγων) να καταβάλλει στην εναγομένη το ως άνω ποσό των 43.953,26 ευρώ με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, και στη συνέχεια, στο πλαίσιο της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής, αυτή (εναγομένη) ενέγραψε προσημείωση σε διαμέρισμα του ευρισκόμενο στην …. Ότι κατά την ημερομηνία κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού (2-10-2003) η αξία των ενεχυρασθεισών μετοχών ανερχόταν στο ποσό των 13.141 ευρώ, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην μπορεί να καλύψει από τη ρευστοποίηση τους ούτε μικρό τμήμα του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου ενώ σε περίπτωση που η εναγομένη είχε κλείσει τον αλληλόχρεο λογαριασμό στις 25-1-2002, ήτοι μετά 18μήνο από τη σύναψη του, το χρεωστικό του υπόλοιπο θα ανερχόταν στο ποσό των 36.106,69 ευρώ και η αξία των ενεχυρασθεισών μετοχών στο ποσό των 23.570 ευρώ και συνεπώς μετά τη ρευστοποίηση τους, θα όφειλε στην εναγομένη το ποσό των (36.106.69 – 23.570) 12.536.69 ευρώ και, κατ’ επέκταση, λόγω του μικρού ύψους της οφειλής του θα είχε αποφευχθεί η αναγκαστική εκτέλεση επί του προαναφερθέντος περιουσιακού στοιχείου του. Ότι η εναγομένη, παρέλειψε να προβεί σε ειδοποίηση ή ενημέρωση του ενάγοντος σχετικά με την αξία των ενεχυρασθεισών μετοχών και να προβεί στο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού στις 25-1-2002 με ταυτόχρονη ρευστοποίηση των μετοχών αυτών υπαιτίως και κατά παράβαση της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών, του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος καθώς και των χρηστών ηθών. Ότι η ζημία που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας των ως άνω παραλείψεων της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των (43.952,26 – 12.536,69) 31.415,59 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό ζητούσε ο ενάγων να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλλει το προαναφερθέν ποσό των 31.415,57 ευρώ, νομιμοτόκως από 25-1-2002, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προαναφερθείσα εις βάρος του παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, δεν συνιστά παράνομη πράξη ούτε άλλωστε συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη, στα συναλλακτικά ήθη, στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της καθώς και στα χρηστά ήθη εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας το γεγονός ότι αυτή, ως ενεχυρούχος δανείστρια, δεν εκποίησε στις 25 Ιανουαρίου 2002 τις μετοχές των εταιρειών …, … και …, που τις είχε ενεχυράσει ο αναιρεσίβλητος, ως κύριος των μετοχών τούτων, παρά την υποχρέωσή της να κλείσει τον αλληλόχρεο λογαριασμό λόγω παρόδου 18μηνου από την κατάρτιση της μεταξύ τους συμβάσεως, άλλως στα πλαίσια του Κώδικα Δεοντολογίας σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ενεργώντας έτσι αντίθετα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται ευθύνη αυτής προς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο ίδιος, συνιστάμενη στη σημαντική μείωση της αξίας των μετοχών του στις 2 Οκτωβρίου 2003 και στη μη απομείωση του χρέους του προς την αναιρείουσα – εναγομένη κατά το ισόποσο του προϊόντος εκποιήσεως των μετοχών, αν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές και τις κατά νόμο υποχρεώσεις της. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση της απαιτήσεως, και μόνο εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου (πράγματος ή απαιτήσεως) παρέχεται το δικαίωμα και δεν δημιουργείται υποχρέωση στον εκάστοτε ενεχυρούχο δανειστή να ζητήσει από το δικαστήριο να του παρασχεθεί η άδεια να πωλήσει το ενέχυρο με πλειστηριασμό, εκτός αν ο ενεχυραστής οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα στην εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης – αναιρεσείουσας να καταβάλλει ως αποζημίωση στον ενάγοντα – αναιρεσίβλητο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914-919 ΑΚ το ποσό των 18.274,57 ευρώ με το νόμιμο τόκο καθώς και το ποσό των 4.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεδομένου ότι η συμπεριφορά της που συνιστά υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Ειδικότερα το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι η επιλογή της αναιρεσείουσας να ικανοποιηθεί από τη βασική σχέση, και όχι από την εκποίηση των μετοχών του δυνάμει της συμβάσεως ενεχύρου συνιστά παράνομη πράξη και αξίωσε απ’ αυτήν να έχει προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως σε συγκεκριμένη ημερομηνία και σε αυθημερόν εκποίηση των ενεχυρασμένων μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών …., εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις 281, 288, 361, 297, 298, 330, 914, 919, 1224 εδ. α’, 1235 αρ. 1, 1243 αρ. 1, 1256 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 35 επ., 41-47 και 64-67 του ν.δ. “Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών” της 17.7/13.8.1923 και άρθρ. 1 επ. 2843/2000. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων περί ενεχύρου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ “αν ο ʼρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές”. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι “οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν” συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για “περαιτέρω εκδίκαση” της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον ʼρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, ΑΠ 25/2001, ΑΠ 352/2018). Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο ʼρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου είναι μη νόμιμη, δεν υπάρχει στάδιο “περαιτέρω εκδικάσεως” της υποθέσεως. Γι’ αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να γίνει δεκτή η από 4-7-2013 έφεση της αναιρεσείουσας να εξαφανισθεί η υπ’ αριθμ. 2536/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να απορριφθεί η από 18-10-2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 4609/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Δέχεται την από 4-7-2013 έφεση της αναιρεσείουσας.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 2536/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 18-10-2007 αγωγή.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση αναιρέσεως. Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την αναιρετική όσο και την κατ’ έφεση δίκη.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2019.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΑΠ 906/2019 Ανώνυμες εταιρίες – Ενεχύραση ονομαστικών απαιτήσεων – Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης

Η κατά την έννοια των άρθρων 35, 36, 39 και 44 ν. δ/τος 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών”, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, ενεχύραση απαιτήσεως του οφειλέτη της πιστώτριας εταιρείας κατά τρίτου προς εξασφάλιση προγενέστερης απαιτήσεως αυτής λόγω δανείου, απλού ή υπό ανοικτό λογαριασμό, συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρηση της απαιτήσεως από τον οφειλέτη προς την πιστώτρια (άρθρα 455 επ. ΑΚ), η οποία δικαιούται να την εισπράξει ως εκδοχέας, το δε μετά την εξόφληση τυχόν υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1168/2015) από την επίδοση δε αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτον η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον (βλ. ΟλΑΠ 38/1988). Με τις διατάξεις αυτές, εισήχθη ως προς την ενεχύραση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό ή προγενέστερων απαιτήσεών τους εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής, και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ’ αυτόν, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ. Επομένως, με τη σύσταση ενός τέτοιου ενεχύρου, σε συνδυασμό με την εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασμένης απαιτήσεως προς τον ενεχυρούχο δανειστή ο τελευταίος καθίσταται ειδικός διάδοχος του οφειλέτη (ΑΠ 1447/2018).


 

Αριθμός 906/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου – Εισηγητή και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.”, που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της: 1) Ζ. Ε. και 2) Λ. Β.. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τους νομίμους εκπροσώπους της Α. Χ. και Ι. Χ., οι οποίοι διόρισαν πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ανδρέα Μακρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 9-10-2012 ανακοπές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4225/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1215/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Συμφώνως προς την παρ. 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ – όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 – ο ‘Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναιρέσεως από εκείνους που αναφέρονται στους αριθ. 1,4, 14, 16,17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. “. Η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφ’ ενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφ’ ετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ιδία παράγραφο λόγων αναιρέσεως (ΑΠ 287/2008). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ’ όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων( ΑΠ 1625/2018). Περαιτέρω, η κατά την έννοια των άρθρων 35, 36, 39 και 44 ν. δ/τος 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών”, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, ενεχύραση απαιτήσεως του οφειλέτη της πιστώτριας εταιρείας κατά τρίτου προς εξασφάλιση προγενέστερης απαιτήσεως αυτής λόγω δανείου, απλού ή υπό ανοικτό λογαριασμό, συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρηση της απαιτήσεως από τον οφειλέτη προς την πιστώτρια (άρθρα 455 επ. ΑΚ), η οποία δικαιούται να την εισπράξει ως εκδοχέας, το δε μετά την εξόφληση τυχόν υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1168/2015) από την επίδοση δε αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτον η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον (βλ. ΟλΑΠ 38/1988). Με τις διατάξεις αυτές, εισήχθη ως προς την ενεχύραση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό ή προγενέστερων απαιτήσεών τους εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής, και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ’ αυτόν, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ. Επομένως, με τη σύσταση ενός τέτοιου ενεχύρου, σε συνδυασμό με την εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασμένης απαιτήσεως προς τον ενεχυρούχο δανειστή ο τελευταίος καθίσταται ειδικός διάδοχος του οφειλέτη (ΑΠ 1447/2018).



Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο λόγο τμήμα της, τα ακόλουθα: ”…Η ανακόπτουσα, εταιρεία υπό την επωνυμία “…”, επέσπευσε κατά του οφειλέτη της Μ. Δ. του Α. αναγκαστική εκτέλεση των διαταγών πληρωμής 519/2012 και 328/ΠΙΤ/345/2012 των Δικαστών των Μονομελών Πρωτοδικείων Χανιών και Ρεθύμνου, αντιστοίχως, δι’ επιδόσεως των από 20-7-20-12 και 19.7.2012 επιταγών προς εκούσια συμμόρφωση που είναι γραμμένες κάτω από επικυρωμένα αντίγραφα των πρώτων εκτελεστών απογράφων των διαταγών αυτών, με τις οποίες τον επέταξε να της καταβάλει τα επιδικασθέντα υπέρ αυτής και εις βάρος εκείνου χρηματικά ποσά των 92.317,85 ευρώ και των 50.965,92 ευρώ, αντιστοίχως, ακολούθως δε με τα από 3.9.2012 κατασχετήρια έγγραφα, που επέδωσε στον καθού η εκτέλεση και στην καθής η ανακοπή την 6.9.2012, κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της καθής οι ανακοπές ως τρίτης, για τα ανωτέρω επιταχθέντα χρηματικά ποσά των 92.317,85 ευρώ και των 50.965,92 ευρώ, αντιστοίχως, τις απαιτήσεις του καθού η εκτέλεση που απορρέουν από χρηματικές καταθέσεις του που τηρούσε σε αυτήν. Η καθής οι ανακοπές, με τις υπ’ αριθμούς 38146/11.9.2012 κοα 38147/11.9.2012 δηλώσεις της που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δήλωσε μεν ότι ο καθού η εκτέλεση είχε ανοίξει και τηρούσε στα καταστήματα της …. και …. κοινούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου με υπόλοιπα 16.121,32 ευρώ, 24,10 ευρώ, 9,32 ευρώ, 7,06 λιρών Αγγλίας και 751,81 δολαρίων ΗΠΑ, παρέλειψε ωστόσο να δηλώσει και την υπ’ αριθμόν ….430 προθεσμιακή κατάθεση ποσού 422.461,79 δολαρίων ΗΠΑ που αυτός είχε ανοίξει και τηρούσε στο επί της Πλατείας 1866 κατάστημά της στα Χανιά. Την έναντι της καθής οι ανακοπές πιο πάνω απαίτησή του ο καθού η εκτέλεση την είχε ενεχυράσει υπέρ αυτής με την από 30.9.2009 σύμβαση ενεχύρασης προθεσμιακής κατάθεσης, την οποίαν και της επέδωσε την 12.1.2010 με δικαστικό επιμελητή, προς εξασφάλιση των έναντι αυτού απαιτήσεών της από την υπ’ αριθμόν 262/16.4.1996 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των μεταγενέστερων αυξητικών αυτής, με τις οποίες του είχε χορηγήσει πίστωση μέχρι του ποσού των 2.200.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 36 και 39 του ν. δ. 17.7/13.8.1923. Στην ενεχύραση υπήχθη και ο συνδεδεμένος με την προθεσμιακή κατάθεση υπ’ αριθμόν … – 109 λογαριασμός ταμιευτηρίου σε συνάλλαγμα, που ο καθού η εκτέλεση τηρούσε στην καθής οι ανακοπές, στον οποίο, κατά τους όρους της ενεχυρικής σύμβασης, θα πιστωνόταν το ποσό της προθεσμιακής κατάσχεσης κατά την ημέρα της λήξης της. Την ύπαρξη της προθεσμιακής αυτής κατάσχεσης γνωστοποίησε στην ανακόπτουσα ο ίδιος ο καθού η εκτέλεση, για να την πείσει ότι ήταν φερέγγυος με απώτερο σκοπό τη συνέχιση της συνεργασίας τους στον τομέα του τουρισμού, πλην όμως η καθής οι ανακοπές δεν την συμπεριέλαβε στις πιο πάνω υπ’ αριθμούς 38146/11.9.2012 και 38147/11.9.2012 δηλώσεις της που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Την παράλειψή της αυτή η καθής οι ανακοπές επιχειρεί να την δικαιολογήσει ισχυριζόμενη ότι για την απαίτηση αυτή δεν είχε υποχρέωση δηλώσεως, γιατί με την ενεχυρίασή της αυτή είχε, δι’ αναγκαστικής εκχωρήσεως, αποκοπεί από την περιουσία του καθού η εκτέλεση και πλέον ανήκε στην ίδια και όχι σε εκείνον ώστε να δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης εις χείρας της ως τρίτης. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός είναι, σύμφωνα και με την προηγούμενη υπό στοιχεία I σκέψη, μη νόμιμος, διότι η υπέρ αυτής ενεχυρίαση της από τον καθού η εκτέλεση δεν στερεί την από άλλους δανειστές του, όπω-ς εν προκειμένω είναι η ανακόπτουσα, κατάσχεσή της, αφού ο καθού η εκτέλεση παραμένει δικαιούχος αυτής.

 
Συνεπώς οι δηλώσεις που υπέβαλε ήταν ανακριβείς, η ανακρίβεια δε αυτή και η ύπαρξη της αποκρυβείσης προθεσμιακής κατάθεσης κρίνονται, σύμφωνα και με την προηγούμενη υπό στοιχεία II σκέψη, κατά τον χρόνο κατά τον οποίον αυτή, αν την είχε δηλώσει, είχε υποχρέωση να την καταβάλει στην ανακόπτουσα, ο οποίος, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η 15.9.2012, αφού τα κατασχετήρια επιδόθηκαν στον καθού η εκτέλεση την 6.9.2012, και συνεπώς η από το άρθρο 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ οκταήμερη προθεσμία για την έναρξη της καταβολής είχε την 14.9.2012 παρέλθει. Πλην όμως την 21.11.2012, μετά πάροδον διμήνου, έλαβαν χώρα τα ακόλουθα περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από την εκατέρωθεν επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 15.3.2012 βεβαίωση του καταστήματος της Πλατείας 1866 της καθής οι ανακοπές στα …. και του συνημμένου σε αυτήν αντιγράφου κίνησης του προαναφερόμενου υπ’ αριθμόν … – 109 ατομικού λογαριασμού του καθού η εκτέλεση κατά το διάστημα από 1.8.2012 έως 31.12.2012: α) Την 1.8.2012 υπήρχε κατατεθειμένο σε αυτόν το ποσό των 751,81 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο η καθής οι ανακοπές συμπεριέλαβε στις πιο πάνω δηλώσεις της, β) την 21.11.2012 πιστώθηκε στον πιο πάνω λογαριασμό το ποσό των 422.461,79 δολαρίων ΗΠΑ λόγω λήξεως της ενεχυρασμένης υπ’ αριθμόν …430 προθεσμιακής κατάθεσης καθώς και το ποσό των 4.752,70 δολαρίων των δεδουλευμένων συμβατικών τόκων αυτής, στη συνέχεια ήχθησαν εις χρέωση του καθού η εκτέλεση τα ποσά των δολαρίων ΗΠΑ 547,40, 420,53 και 127,62 για την αφαίρεση του προεξοφλητικού τόκου, του παρακρατούμενου φόρου επί των τόκων και των εξόδων διαχειρίσεως του λογαριασμού, αντιστοίχως, και το τελικό ποσό των 426.870,75 δολαρίων ΗΠΑ ήχθη εις χρέωση του καθού η εκτέλεση με συνέπεια ο λογαριασμός να μηδενιστεί. Οι ενέργειες αυτές εμφαίνουν ότι, με συμφωνία του καθ ού η εκτέλεση και της καθής οι ανακοπές, λύθηκε πρόωρα η σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης και ο καθού η εκτέλεση ανέλαβε το ποσό της. Με την εκ μέρους της καθής οι ανακοπές εξόφληση του καθού η εκτέλεση, όμως, αποσβήστηκε η εκ της επίδικης προθεσμιακή: κατάθεσης απαίτησή του και συνακόλουθα και το ενέχυρο που αυτός είχε υπέρ εκείνης συστήσει, σύμφωνα και με την προηγούμενη υπό στοιχεία II σκέψη, με συνέπεια η απαίτηση να καταστεί έκτοτε (21.11.2012) ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Η δια καταβολής όμως απόσβεση της επίδικης απαίτησης, ενώ παρήγαγε τις έννομες συνέπειές της για τον καθού η εκτέλεση (δανειστή) και την καθής οι ανακοπές (οφειλέτρια), ουδόλως επέδρασε στις έννομες σχέσεις της ανακόπτουσας με την επίδικη απαίτηση για δύο λόγους: πρώτον, γιατί η ανακρίβεια των δηλώσεων της καθής οι ανακοπές και η ύπαρξη της επίδικης απαίτησης κρίνονται σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 15.9.2012, όπως εκτέθηκε παραπάνω, με συνέπεια η μεταγενέστερη δια καταβολής απόσβεσή της να στερείται έννομης επιρροής και δεύτερον γιατί η καταβολή αυτή, γενομένη μετά την αναγκαστική εκχώρηση της επίδικης απαίτησης στην ανακόπτουσα, ουδέν έναντι αυτής έννομο αποτέλεσμα παράγει. Από τα παραπάνω έπεται ότι η ανακόπτουσα έχει δικαίωμα, εκτός από την αναγνώριση της υπάρξεως της επίδικης απαίτησης που η καθής οι ανακοπές παρέλειψε να δηλώσει, να ζητήσει και την καταβολή των πιο πάνω χρηματικών ποσών των 92.317,85 ευρώ και των 50.965,92 ευρώ για τα οποία επέβαλε την κατάσχεση, αφού με την απόσβεση του ενεχύρου της καθής οι ανακοπές πάνω στην αποκρυβείσα απαίτηση, η τελευταία κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, το ποσό δε αυτής, ανερχόμενο σε 422.461,79 δολάρια ΗΠΑ, υπερκαλύπτει τα προαναφερόμενα ποσά της κατάσχεσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς μεν με την εκκαλούμενη απόφασή του αναγνώρισε την ύπαρξη της αποκρυβείσας από την καθής η ανακοπή επίδικης προθεσμιακής κατάθεσης, κεφάλαιο το οποίο οι διάδικοι δεν έχουν δι’ εφέσεως προσβάλει, εσφαλμένα, όμως, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το καταψηφιστικό αίτημα των υπό κρίση ανακοπών, όπως βασίμως η ανακόπτουσα με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσής της υποστηρίζει…”. Ακολούθως, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 7.11.2014 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξή της, με την οποία απέρριψε το καταψηφιστικό αίτημα των υπό κρίση ανακοπών, ακολούθως δε δέχθηκε τις ανακοπές, και υποχρέωσε την καθ’ ης-αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ανακόπτουσα-αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 143.083,77 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεώς τους.

Έτσι που έκρινε το ως άνω δικαστήριο διέλαβε, αναφορικώς προς την οφειλομένη αποζημίωση εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας λόγω παραλείψεως δηλώσεως χρηματικού ποσού, το οποίο κατά τον χρόνο της κατασχέσεως ευρίσκετο στον τραπεζικό λογαριασμό τού οφειλέτη του επισπεύδοντος την κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης, ασαφείς και ανεπαρκείς, προσέτι δε αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 986 ΚΠολΔ και εκείνων των του ν. δ/τος 17-7/13-8-1923, που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα: Υπό τις ως άνω παραδοχές ουδόλως εξηγείται γιατί, ενώ το ποσόν των 422.461,79 δολαρίων ΗΠΑ πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό την 21-11-2012, η ανακρίβεια των δηλώσεων της καθ’ ης οι ανακοπές και η ύπαρξη της επίδικης απαιτήσεως κρίνονται σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένως την 15-9-2012( ημέρα παρελεύσεως της προθεσμίας προς υποβολή Δηλώσεως). Περαιτέρω, η προσβαλλομένη υποπίπτει σε αντίφαση, διότι ενώ δέχεται ότι, το τελικό ποσό των 426.870,75 δολαρίων ΗΠΑ ήχθη εις χρέωση του καθ’ ου η εκτέλεση, ακολούθως δέχεται ότι ο ειρημένος ανέλαβε το ποσό από τη σύμβαση προθεσμιακής καταθέσεως, εντεύθεν συνάγει ότι η εν λόγω απαίτηση της ενάγουσας αναιρεσίβλητης κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Στις παραδοχές της προσβαλλομένης συγχέονται περιστατικά, η ύπαρξη των οποίων ναι μεν δημιουργεί ανακρίβεια των Δηλώσεων της Τράπεζας, εν τούτοις συνδέονται με διαφορετικές έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένως, άλλο τυγχάνει το θέμα της παραλείψεως δηλώσεως περί υπάρξεως ενεχυρασμένης απαιτήσεως, η οποία ενδεχομένως να θεμελιώσει αξίωση σε περίπτωση υπάρξεως ζημίας, συνδεομένης αιτιωδώς με την παράλειψη, και άλλο το επίδικο ζήτημα περί παραλείψεως δηλώσεως χρηματικού ποσού, το οποίο κατά τον χρόνο της κατασχέσεως ευρίσκετο στον τραπεζικό λογαριασμό τού οφειλέτη του επισπεύδοντος την κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης. Η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι λόγω παραλείψεως εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας να δηλώσει την ύπαρξη ενεχυρασμένης απαιτήσεως υποχρεούται αυτή να καταβάλει τα αξιούμενα από την ενάγουσα χρηματικά ποσά, παρά το ανελέγκτως γενόμενο δεκτό γεγονός ότι το ποσόν της ενεχυρασμένης απαιτήσεως των 422.461,79 ευρώ δεν ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο ατομικό λογαριασμό του οφειλέτη κατά τον χρόνο επιβολής των κατασχέσεως εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης (6-9-2012) – οπότε θα θεμελιωνόταν η επίδικη αξίωση της ενάγουσας – αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο, και δη την 21-11-2012, όταν το ποσό τούτο πιστώθηκε στον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό. Οι ως άνω πλημμέλειες ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη στην θεμελίωση της ευθύνης της εναγομένης, λόγω της αποδιδομένης σ’ αυτήν παραλείψεως να περιλάβει στη Δήλωση της ως τρίτης την ύπαρξη ενεχυρασμένης απαιτήσεως του οφειλέτη της ενάγουσας.

Συνεπώς, η πληττομένη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως υπό του παρόντος Δικαστηρίου, εφ’ όσον με το αναιρετήριο διώκεται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 1215/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΠΗΓΗ: <TAXHEAVEN>

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΔΕΔ 1411/2019 Λογιστικές διαφορές – Ενδοομιλικά μερίσματα και χρόνος απόκτησης φορολογικού πλεονεκτήματος – Ταμειακές εγγραφές χωρίς παραστατικά και προσθήκη αυτών σαν λογιστικές διαφορές

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Έχοντας υπ’ όψη:

1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
β. Της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4331/2015 (ΦΕΚ Α’ 69).
γ. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
δ. Της ΠΟΛ.1064/2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ Β’ 1440/27-04-2014) «Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή), καθορισμός λεπτομερειών για τη λειτουργία της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων αυτής και ρύθμιση ζητημάτων καταβολής και αναστολής καταβολής του οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής».

2. Την ΠΟΛ.1069/2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

3. Την αριθμ. Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759 / τ. Β’ / 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.

4. Τη με ημερομηνία κατάθεσης 11/01/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή της εταιρείας με την επωνυμία , ΑΦΜ , με έδρα επιχείρησης στις , κατά: α) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, β) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, γ) υπ’ αριθμ. /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2016, δ) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, ε) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, στ) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2016, ζ) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού τελών χαρτοσήμου του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, η) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού παρακρατούμενου φόρου στα εισοδήματα από μερίσματα του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, θ) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 7 ν. 4337/2015 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, ι) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 7 ν.4337/2015 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, ια) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 54 ν. 4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, ιβ) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 54 ν. 4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, ιγ) της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 56 ν. 4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2018, καθώς και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.

5. α) Τις ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις, των οποίων ζητείται η ακύρωση, καθώς και τις από 26/11/2018 οικείες εκθέσεις ελέγχου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.

6. Τις απόψεις του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.

7. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α4, όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.

Επί της από 11/01/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής της εταιρείας με την επωνυμία , ΑΦΜ , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα, και μετά τη μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:

1. ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

α) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας κύριος φόρος ποσού 73.784,750 ευρώ πλέον προστίμου φόρου λόγω ανακρίβειας ποσού 36.892,38 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 110.677,13 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 και του άρθρου 49 παρ. 1 του ν.4509/2017.

β) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας κύριος φόρος ποσού 185.176,54 ευρώ πλέον προστίμου φόρου λόγω ανακρίβειας ποσού 92.588,27 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 277.764,81 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 και του άρθρου 49 παρ. 1 του ν.4509/2017.

γ) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2016, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας κύριος φόρος ποσού 1.529,43 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013.

Οι παραπάνω οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος εκδόθηκαν συνεπεία της από 26/11/2018 έκθεσης μερικού ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., η οποία συντάχθηκε βάσει της υπ’ αριθμ -13/04/2018 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση διαπιστώθηκε διαφορά μεταξύ του πραγματικού φορολογητέου εισοδήματος της προσφεύγουσας επιχείρησης και του δηλωθέντος με τις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και καταστάσεις φορολογικής αναμόρφωσης για τις χρήσεις 2014, 2015 και 2016. Πιο συγκεκριμένα δεν αναγνωρίστηκαν επιπλέον από τον έλεγχο και προστέθηκαν στα καθαρά φορολογητέα κέρδη της προσφεύγουσας οι κάτωθι λογιστικές διαφορές:

01/01/2014-31/12/2014
 

Κωδικός Περιγραφή Λογαριασμού Ποσό βάση βιβλίων Ποσό αναμόρφωσης βάση δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση ελέγχου Διαφορά
20-00­00-0036 Αγορές εμπορευμάτων εσωτερικού 13% 281.769,60 0 600,96 600,96
64-02­06-0000 Έξοδα υποδοχής και φιλοξενίας άνευ ΦΠΑ 433,34 0 83,97 83,97
64-02­06-0036 Έξοδα υποδοχής και φιλοξενίας 67,82 0 62,65 62,65
64-02­06-0037 Μη εκπιπτόμενα έξοδα υποδοχής και φιλοξενίας 13% 176,99 0 176,99 176,99
63-98­09-1000 ΦΠΑ μη εκπιπτόμενο στην φορολογία εισοδήματος 38,14 0 38,14 38,14
61-00­00-0057 Αμοιβές και έξοδα δικηγόρων ΦΠΑ 23% 615,44 0 615,44 615,44
64-01­00-0000 Έξοδα ταξιδιών εσωτερικού 716,52 0 574,88 574,88
76-00­04-0000 Μέρισμα από συμμετοχή σε άλλη εταιρία 14.999,51 0 14.999,51 14.999,51
70 Πωλήσεις εμπορευμάτων άνευ φπα – Βάσει ελέγχου – παρ. 4.3 «Ειδικές Ελεγκτικές Επαληθεύσεις» περ. β (Έλεγχος αποθήκης υποπερ.3Α) 0 0 266.634,97 266.634,97
ΣΥΝΟΛΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 283.787,51 283.787,51


01/01/2015-31/12/2015
 

Κωδικός Περιγραφή Λογαριασμού Ποσό βάση βιβλίων Ποσό αναμόρφωσ ης βάση αρχικής δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση Τροποποιητικής δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση ελέγχου Διαφορά
20-00-00­0057 Αγορές εμπορευμάτων εσωτερικού 23% 213.412,92 0 0 624,00 624,00
20-00-00­0000 Αγορές εμπορευμάτων εσωτερικού χωρίς ΦΠΑ 18.162.626,37 0 0 315.680,44 315.680,44
20 Αγορές Διαφορά αγορών από την 2801/ 13­08-2018 Τροποποιητική Δήλωση   0 0 18.817,01 18.817,01
61-02­01-0000 Προμήθειες για πωλήσεις άνευ ΦΠΑ 4.651,00 0 1.665,00 1.665,00 0
61-02­99-0000 Λοιπές προμήθειες τρίτων άνευ ΦΠΑ 948,83 0 0 948,83 948,83
61-98­00-0057 Αμοιβές διαφόρων με ΦΠΑ 23% 740,67 0 0 465,43 465,43
62-04­03-0000 Ενοίκια μεταφορικών μέσων 7.074,03 0 7.074,03 7.074,03 0
63-98­08-0002 ΦΠΑ ΠΡΟΡΑΤΑ μη εκπιπτόμενο 7.312,76   7.312,76 7.312,76 0
63-98­99-0000 Λοιποί φόροι τέλη 57.513,48 57.513,48 58.455,68 58.455,68 0
64-01­01-0000 Έξοδα ταξιδίων εξωτερικού άνευ ΦΠΑ 528,00 0 0 528,00 528,00
64-98­99-0058 Διάφορα έξοδα με ΦΠΑ 678,29 0 0 200,00 200,00
65-98­99-0000 Διάφορα έξοδα τραπεζών 6.014,17 0 6.014,17 6.014,17 0
74 (βάσει ΕΛΠ) Έσοδα Συμμετοχών 0 0 37.715,63 37.715,63 0
Αρ.28 Ν.3296/ 2004 Διαφορά ταμείου 0 0 0 301.276,09 301.276,09
ΣΥΝΟΛΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 118.237,27 756.777,07 638.539,80


01/01/2016-31/12/2016
 

Κωδικός Περιγραφή Λογαριασμού Ποσό βάση βιβλίων Ποσό αναμόρφωσης βάση δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση ελέγχου Διαφορά
63-98­99-0000 Λοιποί φόροι τέλη 800,00 800,00 800,00 0
61-02­01-0000 Προμήθειες για πωλήσεις άνευ ΦΠΑ 10.452,00 0 1.344,00 1.344,00
64-98­99-0058 Διάφορα έξοδα με ΦΠΑ 23% 788,99 0 730,89 730,89
79 (Βάσει ΕΛΠ) Ασυνήθη έσοδα και κέρδη 0 0 3.199,02 3.199,02
ΣΥΝΟΛΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 800,00 6.073,91 5.273,91


2. ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ Φ.Π.Α.

δ) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας κύριος φόρος ποσού 84,06 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2859/2000.

ε) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας κύριος φόρος ποσού 2.625,25 ευρώ πλέον προστίμου φόρου λόγω ανακρίβειας ποσού 745,73 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 3.370,98 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2859/2000 και του άρθρου 49 παρ. 1 του ν.4509/2017.

στ) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2016, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας κύριος φόρος ποσού 3,34 ευρώ πλέον προστίμου φόρου λόγω ανακρίβειας ποσού 1,67 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 5,01 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2859/2000 και του άρθρου 49 παρ. 1 του ν.4509/2017.

Οι παραπάνω οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. εκδόθηκαν συνεπεία της από 26/11/2018 έκθεσης μερικού ελέγχου προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., σύμφωνα με την οποία προέκυψαν διαφορές μεταξύ των δεδομένων των βιβλίων, αυτών των περιοδικών δηλώσεων της χρήσης και του ελέγχου:

– Για το φορολογικό έτος 2014 διαπιστώθηκαν διαφορές στις φορολογητέες δαπάνες κατά 615,44 ευρώ, οι οποίες οφείλονται στο γεγονός ότι η επιχείρηση συμπεριέλαβε στις φορολογητέες δαπάνες της το παραπάνω ποσό που αφορά δαπάνη για προσημείωση υποθήκης ακινήτου που ανήκει στα μέλη της εταιρείας, όπως έχει παρουσιαστεί και στον παραπάνω πίνακα των λογιστικών διαφορών στη φορολογία εισοδήματος της χρήσης 2014, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 30-32 του ν.2859/2000. Το ποσό του μη εκπεστέου Φ.Π.Α. ανέρχεται σε 141,55 ευρώ.

– Για το φορολογικό έτος 2015 διαπιστώθηκαν οι κάτωθι διαφορές:

1. στις φορολογητέες εκροές με συντελεστή 13%, ποσού 3.008,83 ευρώ και στις φορολογητέες εκροές με συντελεστή 23%, ποσού 4.738,80 ευρώ, ήτοι συνολική διαφορά φορολογητέων εκροών 7.747,63 ευρώ.

Τα παραπάνω ποσά προέκυψαν από αναγωγή σε φορολογητέες εκροές και σε απαλλασσόμενες εκροές του ποσού των 301.276,09 ευρώ που θεωρήθηκε αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη (άρθρο 28 ν. 3296/04) και προστέθηκε ως λογιστική διαφορά στα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας, όπως έχει παρουσιαστεί και στον παραπάνω πίνακα των λογιστικών διαφορών στη φορολογία εισοδήματος της χρήσης 2015.

2. στις φορολογητέες δαπάνες κατά 6.479,46 ευρώ, οι οποίες οφείλονται στο γεγονός ότι η επιχείρηση συμπεριέλαβε στις φορολογητέες δαπάνες της τα παρακάτω ποσά: α) τη δαπάνη του λογαριασμού ποσού 5.814,03 ευρώ που αφορά δαπάνη μίσθωσης Ε.Ι.Χ. με αριθμό κυκλοφορίας , για την οποία δεν παρέχεται έκπτωση του Φ.Π.Α. σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 30 παρ. 4 του ν. 2859/2000, με το ποσό του μη εκπεστέου Φ.Π.Α. να ανέρχεται σε 1.337,23 ευρώ, β) τη δαπάνη για προσημείωση υποθήκης ακινήτου που ανήκει στα μέλη της εταιρείας, για την οποία δεν παρέχεται έκπτωση του Φ.Π.Α., με το ποσό του μη εκπεστέου Φ.Π.Α. να ανέρχεται σε 107,05 ευρώ και γ) τη δαπάνη του λογαριασμού ποσού 200,00 ευρώ, της οποίας το δικαιολογητικό δεν εκδόθηκε προς την προσφεύγουσα επιχείρηση, αλλά προς την , ΑΦΜ , με το ποσό του μη εκπεστέου Φ.Π.Α. να ανέρχεται σε 46,00 ευρώ.

– Για το φορολογικό έτος 2016 διαπιστώθηκαν διαφορές στις φορολογητέες δαπάνες κατά 730,89 ευρώ, οι οποίες οφείλονται στο γεγονός ότι η επιχείρηση συμπεριέλαβε στις φορολογητέες δαπάνες της το παραπάνω ποσό που έχει καταχωρηθεί στο λογαριασμό και αφορά προσωπικές δαπάνες των μελών της εταιρείας, όπως έχει παρουσιαστεί και στον παραπάνω πίνακα των λογιστικών διαφορών στη φορολογία εισοδήματος ης χρήσης 2016, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 30-32 του ν.2859/2000. Το ποσό του Φ.Π.Α. χωρίς δικαίωμα έκπτωσης ανέρχεται σε 168,11 ευρώ.

3. ΧΑΡΤΟΣΗΜΟ ΑΝΑΛΗΨΕΩΝ – ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ

ζ) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού τελών χαρτοσήμου του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, καταλογίστηκαν σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας τέλη χαρτοσήμου ποσού 250,00 ευρώ πλέον εισφοράς 20% υπέρ ΟΓΑ επί χαρτοσήμου ποσού 50,00 ευρώ πλέον προστίμου φόρου τέλους χαρτοσήμου ποσού 125,00 ευρώ πλέον πρόσθετου φόρου ΟΓΑ χαρτοσήμου ποσού 25,00 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 450,00 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου και του άρθρου 49 του ν. 4509/2017.

4. ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΎΜΕΝΟΣ ΦΟΡΟΣ ΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ

η) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού παρακρατούμενου φόρου στα εισοδήματα από μερίσματα του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας κύριος φόρος ποσού 1.499,95 ευρώ πλέον προστίμου φόρου λόγω ανακρίβειας ποσού 749,98 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 2.249,93 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 και του άρθρου 49 παρ. 1 του ν.4509/2017.

5. Κ.Φ.Α.Σ. – Ε.Λ.Π. – Κ.Φ.Δ.

θ) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξη επιβολή προστίμου άρθρου 7 ν.4337/2015 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας πρόστιμο ποσού 66.658,74 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 περ. στ’ του ν. 4337/2015. Η παράβαση καταλογίστηκε διότι η προσφεύγουσα κατά το παραπάνω φορολογικό έτος δεν εξέδωσε παραστατικά στοιχεία, τουλάχιστον σε μία περίπτωση, συνολικής αξίας 266.634,97 ευρώ, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 6, 7, 8 του Κ.Φ.Α.Σ. και του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 4174/2013.

ι) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 7 ν.4337/2015 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας πρόστιμο συνολικού ποσού 126.272,18 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 περ. β’ του ν. 4337/2015. Η παράβαση καταλογίστηκε διότι η προσφεύγουσα κατά το παραπάνω φορολογικό έτος καταχώρησε στα βιβλία, αγορές ή έξοδα που δεν έχουνε πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 4174/2013 και του άρθρου 2 παρ. 3 του Κ.Φ.Α.Σ. ή 5 των Ε.Λ.Π. Συγκεκριμένα οι ανύπαρκτες συναλλαγές που καταχωρήθηκαν στα βιβλία, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί φορολογικά στοιχεία αναλύονται ως ακολούθως:
 

Είδος στοιχείου Αριθμός/ Ημερομηνία Αξία/ Φόρος Συντελεστής/ Ποσό Σύνολο προστίμου
  02/02/2015 70.212,65 40,00% 28.085,06
  06/04/2015 176.210,53 40,00% 70.484,21
  07/09/2015 69.257,26 40,00% 27.702,90


ια) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 54 ν. 4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014, επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας πρόστιμο συνολικού ποσού 2.600,00 ευρώ. Η παράβαση καταλογίστηκε διότι η προσφεύγουσα κατά το παραπάνω φορολογικό έτος:

1. Υπέβαλε ανακριβή Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Ενδοκοινοτικών Αποκτήσεων (listing), που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 5δ του ν.2859/00, όπως ίσχυε για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποίησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 και 12 του ν.2859/0000, κατά το μήνα Μάιο 2014.

Για την παράβαση αυτή επιβάλλεται συνολικό πρόστιμο 100,00 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 1 περ. α’ και παρ. 2 περ.α’ του ν. 4174/2013.

2. Δε συμμορφώθηκε με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της, ήτοι δεν τήρησε το Λογαριασμό 94, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 4 της υποπαραγράφου Ε1 της παραγράφου Ε του ν. 4093/2012 (Κ.Φ.Α.Σ.), κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.4174/2013.

Για την παράβαση αυτή επιβάλλεται συνολικό πρόστιμο 2.500,00 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 1 περ. η’ και παρ. 2 περ. ε’ του ν. 4174/2013.

ιβ) Με την υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 54 ν.4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015, επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας πρόστιμο ποσού 100,00 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 1 περ. α’ και παρ. 2 περ. α’ του ν. 4174/2013. Η παράβαση καταλογίστηκε διότι η προσφεύγουσα κατά το παραπάνω φορολογικό έτος υπέβαλε ανακριβή Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Ενδοκοινοτικών Αποκτήσεων (listing), που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 5δ του ν.2859/00, όπως ίσχυε για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποίησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 και 12 του ν.2859/00, κατά το μήνα Απρίλιο 2015.

ιγ) Με την υπ’ αριθμ. της /26-11-2018 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 54 ν.4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2018, επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας πρόστιμο ποσού 5.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 4 και 56 παρ. 3 του ν. 4174/2013. Η παράβαση καταλογίστηκε διότι η προσφεύγουσα δεν έθεσε στη διάθεση της φορολογικής αρχής το Φάκελο Τεκμηρίωσης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 4174/2013 (για το φορολογικό έτος 2016).

Επειδή η προσφεύγουσα εταιρεία στρέφεται κατά των παρακάτω πράξεων και ζητάει την ακύρωσή τους:

1. της υπ’ αριθμ /26-11-2018 οριστικής πράξη διορθωτικού προσδιορισμού τελών χαρτοσήμου του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014,

2. της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 54 ν. 4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2014,

3. της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 54 ν. 4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2015 και

4. της υπ’ αριθμ /26-11-2018 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 56 ν. 4174/2013 του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., φορολογικού έτους 2018, χωρίς ωστόσο να επικαλείται οποιοδήποτε στοιχείο ή συγκεκριμένους ισχυρισμούς για την ακύρωση αυτών.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΟΡΟ ΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 4172/2013:

«1. Ο όρος «μερίσματα» σημαίνει το εισόδημα που προκύπτει από μετοχές, ιδρυτικούς τίτλους, ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από οφειλές (χρέη), καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μερίδια, οι μερίδες συμπεριλαμβανομένων των προμερισμάτων και μαθηματικών αποθεματικών, οι συμμετοχές σε κέρδη προσωπικών επιχειρήσεων, οι διανομές των κερδών από κάθε είδους νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, καθώς και κάθε άλλο συναφές διανεμόμενο ποσό.

2. Εάν η διανομή των μερισμάτων υπόκειται σε παρακράτηση φόρου, όπως ορίζεται στο Μέρος Τέταρτο του Κ.Φ.Ε., ο παρακρατούμενος φόρος εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση μόνο για τα φυσικά πρόσωπα και για το συγκεκριμένο είδος εισοδήματος του φορολογούμενου με βάση τον Κ.Φ.Ε.»

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4172/2013, όπως ίσχυε για το φορολογικό έτος 2014: «1. Τα μερίσματα φορολογούνται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%)».

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 4172/2013:

«1. Τα ενδοομιλικά μερίσματα που εισπράττει ένα νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, απαλλάσσονται από το φόρο, εάν το νομικό πρόσωπο που προβαίνει στη διανομή: α) περιλαμβάνεται στους τύπους που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι Μέρος Α’ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ, όπως ισχύει, και

β) είναι φορολογικός κάτοικος κράτους-μέλους της ΕΕ, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού και δεν θεωρείται κάτοικος τρίτου κράτους εκτός ΕΕ κατ’ εφαρμογήν όρων σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συναφθεί με αυτό το τρίτο κράτος, και

γ) υπόκειται, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής, σε έναν από τους φόρους που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι Μέρος Β’ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ ή σε οποιοδήποτε άλλον φόρο αντικαταστήσει έναν από τους φόρους αυτούς, και

δ) ο λήπτης φορολογούμενος κατέχει ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας ή του πλήθους του μετοχικού ή βασικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του νομικού προσώπου που διανέμει, και

ε) το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής διακρατείται τουλάχιστον είκοσι τέσσερεις (24) μήνες.

3. Εάν διανέμονται κέρδη από νομικό πρόσωπο σε λήπτη φορολογούμενο που δεν έχει διακρατήσει το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής επί είκοσι τέσσερεις (24) μήνες, αλλά πληρούται η προϋπόθεση γ’ της παραγράφου 1, ή αυτή της παραγράφου 2, ο λήπτης φορολογούμενος μπορεί προσωρινά να ζητήσει την απαλλαγή που προβλέπεται στις εν λόγω παραγράφους, εφόσον καταθέσει στη Φορολογική Διοίκηση εγγυητική επιστολή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ίση με το ποσό του φόρου που θα όφειλε να καταβάλει σε περίπτωση μη χορήγησης της απαλλαγής. Η απαλλαγή καθίσταται οριστική και η εγγύηση λήγει κατά την ημερομηνία που συμπληρώνονται είκοσι τέσσερεις (24) μήνες διακράτησης του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής. Εάν ο φορολογούμενος παύει να διακρατεί το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής πριν τη συμπλήρωση των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, η εγγύηση καταπίπτει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ημερομηνία αυτή.»

4. Εάν η διανομή κερδών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και 2 προκύπτει από συμμετοχή σε άλλο νομικό πρόσωπο, ο φορολογούμενος δεν μπορεί να εκπέσει τις επιχειρηματικές δαπάνες που συνδέονται με τη συμμετοχή αυτή.»

Επειδή με την ΠΟΛ. 1039/26.1.2015 με θέμα “Οδηγίες για την εφαρμογή των άρθρων 48 και 63 του Ν.4172/2013, αναφορικά με την απαλλαγή ενδοομιλικών μερισμάτων και παρακράτησης φόρου ενδοομιλικών πληρωμών” διευκρινίστηκαν τα εξής:

«Άρθρο 48
Απαλλαγή ενδοομιλικών μερισμάτων

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού παρέχεται απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος για τα μερίσματα που εισπράττει ένα νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) το νομικό πρόσωπο που προβαίνει στη διανομή (καταβάλλων):

i) περιλαμβάνεται στους τύπους που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι Μέρος Α’ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ, όπως ισχύει,

ii) είναι φορολογικός κάτοικος κράτους – μέλους της ΕΕ, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού και δεν θεωρείται κάτοικος τρίτου κράτους εκτός ΕΕ κατ’ εφαρμογή όρων σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συναφθεί με αυτό το τρίτο κράτος και

iii) υπόκειται, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής, σε έναν από τους φόρους που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι Μέρος Β’ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ ή σε οποιονδήποτε άλλον φόρο αντικαταστήσει έναν από τους φόρους αυτούς και

β) το νομικό πρόσωπο που λαμβάνει τα μερίσματα (λήπτης):

i) κατέχει ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας ή του πλήθους του μετοχικού ή βασικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του νομικού προσώπου που διανέμει και

ii) διακρατεί το ως άνω ποσοστό τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες.

Ως προς τον καταβάλλοντα τα μερίσματα διευκρινίζεται ότι στο Παράρτημα Ι Μέρος Α’ της Οδηγίας Μητρικών – Θυγατρικών, στον πίνακα των εταιρειών που αναφέρονται στο άρθρο 2 περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι εταιρείες του ελληνικού δικαίου που αποκαλούνται «ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε), καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του ελληνικού δικαίου και υπόκεινται σε φορολογία εταιρειών στην Ελλάδα». Επίσης, στο Μέρος Β’ του ίδιου ως άνω Παραρτήματος, στον πίνακα φόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο α περίπτωση iii, περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα στην Ελλάδα.

Επομένως, προκειμένου για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ο καταβάλλων μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο είτε της ημεδαπής είτε της αλλοδαπής (Ε.Ε.) και περαιτέρω, προκειμένου για νομικά πρόσωπα της ημεδαπής, αυτά μπορεί να είναι, πέρα από τα ρητά κατανομαζόμενα στο Παράρτημα της Οδηγίας (Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), οι ΙΚΕ, καθώς και οι προσωπικές εταιρίες, οι οποίες πλέον υπόκεινται σε φορολογία εταιρειών στην Ελλάδα

Ομοίως, ως προς τον λήπτη των μερισμάτων, φορολογικό κάτοικο Ελλάδος, επισημαίνεται ότι και αυτός πρέπει να είναι, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, νομικό πρόσωπο. Ως τέτοιο νοείται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και πιο πάνω, τα οριζόμενα στην περ. γ’ του άρθρου 2 του Ν.4172/2013 πρόσωπα, ήτοι επιχείρηση ή εταιρεία με νομική προσωπικότητα ή ένωση επιχειρήσεων ή εταιρειών με νομική προσωπικότητα (κεφαλαιουχικές και προσωπικές εταιρείες).

Το ποσό των εισπραττόμενων μερισμάτων που απαλλάσσεται της φορολογίας εισοδήματος με βάση τις κοινοποιούμενες διατάξεις, προκειμένου για τα νομικά πρόσωπα που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, εμφανίζεται σε ειδικό λογαριασμό αποθεματικού, το οποίο όμως δεν φέρει τον όρο «αφορολόγητο» όπως άλλωστε έχει διευκρινιστεί με την ΠΟΛ.1007/2014 εγκύκλιό μας για τα αφορολόγητα έσοδα που προβλέπονται από τις διατάξεις του νέου Κ.Φ.Ε, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα εισπραττόμενα μερίσματα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48. Για τα λοιπά νομικά πρόσωπα που τηρούν απλογραφικά βιβλία, το απαλλασσόμενο ποσό θα αφαιρείται κατ’ ανάγκη από τα καθαρά κέρδη προκειμένου για το προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών τους, δίχως να εμφανίζεται σε λογαριασμό αποθεματικού.

Για την τεκμηρίωση της πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 48 το νομικό πρόσωπο που λαμβάνει τα μερίσματα δεν συμπληρώνει ειδικό έντυπο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, καθόσον για την εκπλήρωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του άρθρου αυτού έχει ενσωματωθεί στο έντυπο φορολογίας εισοδήματος, ειδικός πίνακας ο οποίος συμπληρώνονται μαζί τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος στις αντίστοιχες προθεσμίες υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους μέσα στο οποίο αποκτήθηκαν τα υπόψη εισοδήματα, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 68 του ίδιου νόμου.

3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου προβλέπεται ότι εάν ο λήπτης (νομικό πρόσωπο), δικαιούχος του εισοδήματος, δεν πληροί την προϋπόθεση διακράτησης του ποσοστού συμμετοχής (24 μήνες) κατά το χρόνο χορήγησης του φορολογικού πλεονεκτήματος, ήτοι κατά το χρόνο λήψης της απόφασης διανομής των μερισμάτων από τα αρμόδια όργανα του καταβάλλοντος νομικού προσώπου ή προκειμένου για τα μερίσματα που διανέμουν οι προσωπικές εταιρίες κατά το χρόνο απόκτησης αυτών από τα μέλη τους, αλλά πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, ο λήπτης φορολογούμενος μπορεί προσωρινά να ζητήσει απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος για τα εισπραττόμενα μερίσματα, εφόσον καταθέσει στη Φορολογική Διοίκηση εγγυητική επιστολή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ίση με το ποσό του φόρου που θα όφειλε να καταβάλει σε περίπτωση μη χορήγησης της απαλλαγής. Ως εισπραττόμενα μερίσματα λαμβάνεται το καθαρό ποσό των μερισμάτων που εισέπραξε ο δικαιούχος μετά την αναγωγή του σε μικτό ποσό με την προσθήκη του φόρου εισοδήματος του αλλοδαπού νομικού προσώπου και του παρακρατηθέντος φόρου. Κατά συνέπεια, το ποσό της εγγυητικής επιστολής προκύπτει ως εξής:

Φορολογικός συντελεστής x εισπραττόμενο ποσό (μικτό)

Η απαλλαγή καθίσταται οριστική και η εγγύηση λήγει κατά την ημερομηνία που συμπληρώνονται είκοσι τέσσερεις (24) μήνες διακράτησης του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής. Εάν ο φορολογούμενος παύει να διακρατεί το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής πριν τη συμπλήρωση των 24 μηνών, η εγγύηση καταπίπτει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ημερομηνία αυτή και περαιτέρω επιβάλλεται αναδρομικά φορολογία στα κέρδη του νομικού προσώπου, με τις κυρώσεις που προβλέπονται με βάση τις διατάξεις του Ν.4174/2013.

Η εγγυητική επιστολή θα πρέπει να κατατίθεται χειρόγραφα στην αρμόδια Φορολογούσα Αρχή (Δ.Ο.Υ.) μέχρι την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους μέσα στο οποίο αποκτήθηκε το σχετικό εισόδημα για το οποίο αιτείται η σχετική απαλλαγή. Τα στοιχεία της εγγυητικής επιστολής θα πρέπει να αναγράφονται στο σχετικό έντυπο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος σε ειδικό πίνακα που έχει προβλεφθεί για το σκοπό αυτό.»


Επειδή, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα επιχείρηση συμμετέχει με ποσοστό 50%, ως ομόρρυθμο μέλος, στην επιχείρηση ΑΦΜ Κατά το φορολογικό έτος 2014 η προσφεύγουσα εισέπραξε ενδοομιλικά μερίσματα από την ανωτέρω επιχείρηση, ποσού 14.999,51 ευρώ. Όπως αναφέρεται και στην οικεία έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.:

• Ως προς την καταβάλλουσα τα μερίσματα επιχείρηση αυτή:

α) περιλαμβάνεται στους τύπους που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι Μέρος Α’ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ,

β) είναι φορολογικός κάτοικος κράτους μέλους της ΕΕ, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού και δε θεωρείται κάτοικος τρίτου κράτους εκτός ΕΕ κατ’ εφαρμογή όρων σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συναφθεί με αυτό το τρίτο κράτος, και

γ) υπόκειται, χωρίς την δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής σε έναν από τους φόρους που αναφέρονται στο παράρτημα Ι Μέρος Β’της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ ή σε οποιονδήποτε άλλον φόρο αντικαταστήσει έναν από τους φόρους αυτούς.

• Ως προς την προσφεύγουσα, λήπτη των μερισμάτων, αυτή:

α) κατέχει ποσοστό συμμετοχής 50%, επομένως πληροί την προϋπόθεση του ποσοστού συμμετοχής τουλάχιστον 10% της αξίας ή του πλήθους του μετοχικού ή του βασικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του νομικού προσώπου που διανέμει και β) η ημερομηνία κτήσης της συμμετοχής είναι στις 09/05/2014.

Επειδή, με βάση τα ανωτέρω, η προσφεύγουσα κατά το χρόνο χορήγησης του φορολογικού πλεονεκτήματος, ήτοι προκειμένου για τα μερίσματα που διανέμουν οι προσωπικές εταιρίες κατά το χρόνο απόκτησης αυτών από τα μέλη τους, δηλαδή την 31/12/2014, δεν πληρούσε την προϋπόθεση διακράτησης του ποσοστού συμμετοχής (24 μήνες). Συνεπώς όφειλε, προκειμένου να τύχει απαλλαγής από από το φόρο εισοδήματος για τα εισπραττόμενα μερίσματα, να εκδόσει εγγυητική επιστολή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και να την καταθέσει χειρόγραφα στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάεξις της Π0Λ.1039/2015. Ωστόσο, αν και εξέδωσε τη με αριθμ./29-07-2015 εγγυητική επιστολή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 6.044,80 ευρώ, ουδέποτε την κατέθεσε, ως όφειλε, χειρόγραφα στην αρμόδια φορολογική αρχή. Συνεπώς δε δύναται να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 4172/2013 και η προσφεύγουσα έπρεπε να είχε φορολογηθεί για το ποσό των 14.991,51 ευρώ που εισέπραξε ως μερίσματα από την εταιρεία με ΑΦΜ Επομένως ορθώς ο έλεγχος αφενός πρόσθεσε ως λογιστική διαφορά το παραπάνω ποσό και αφετέρου δεν το αφαίρεσε κατά την διανομή των κερδών της, ώστε να παρακρατηθεί ο φόρος με συντελεστή 10%.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Α. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΤΟΣ 2014

Επειδή από το σύνολο των λογιστικών διαφορών για το φορολογικό έτος 2014, η προσφεύγουσα προσβάλλει τις κάτωθι:
 

Κωδικός Περιγραφή Λογαριασμού Ποσό βάση βιβλίων Ποσό αναμόρφωσης βάση δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση ελέγχου Διαφορά
76-00­04-0000 Μέρισμα από συμμετοχή σε άλλη εταιρία 14.999,51 0 14.999,51 14.999,51
70 Πωλήσεις εμπορευμάτων άνευ φπα – Βάσει ελέγχου – παρ. 4.3 «Ειδικές Ελεγκτικές Επαληθεύσεις» περ. β (Έλεγχος αποθήκης υποπερ.3Α) 0 0 266.634,97 266.634,97
ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 281.634,48 281.634,48


Επειδή, ως προς την πρώτη λογιστική διαφορά ποσού 14.999,51 ευρώ, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 48 του ν. 4172/2013. Η εγγυητική επιστολή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου είχε εκδοθεί, αλλά η αρμόδια φορολογική αρχή δε δέχτηκε να την παραλάβει, ωστόσο η άρνηση αυτή της φορολογικής αρχής δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της.

Επειδή, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω στα σχετικά με το φόρο μερισμάτων, κατά τον χρόνο του φορολογικού πλεονεκτήματος δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 48 του ν. 4172/2013, και επιπλέον δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο η άρνηση της αρμόδιας φορολογικής αρχής να παραλάβει τη με αριθμ /29-07-2015 εγγυητική επιστολή της προσφεύγουσας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ο σχετικός ισχυρισμός της προσφεύγουσας απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Επειδή, ως προς η δεύτερη λογιστική διαφορά ποσού 266.634,97 ευρώ, η προσφεύγουσα για το φορολογικό έτος 2014 δεν τήρησε, ως όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 4 του ν. 4093/2012 (Κ.Φ.Α.Σ.) και της ερμηνευτικής ΠΟΛ. 1004/2013, τον «Λογαριασμό 94» για το φορολογικό έτος 2014, ο έλεγχος των αποθεμάτων έγινε με την μέθοδο της κλειστής αποθήκης κατά την 29/12/2014, 30/12/2014 και την 31/12/2014 και προέκυψαν για 63 είδη διαφορές συνολικού ποσού 266.634,97 ευρώ. Ο έλεγχος θεώρησε ότι όλες οι διαφορές στις ποσότητες των ειδών αυτών, όπως καταγράφονται αναλυτικά στις σελ. 72-74 της οικείας έκθεσης ελέγχου φορολογίας εισοδήματος, πουλήθηκαν τουλάχιστον σε μία περίπτωση χωρίς την έκδοση του αντίστοιχου φορολογικού στοιχείου πώλησης. Συνεπώς η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη ποσού 266.634,97 ευρώ προστέθηκε ως λογιστική διαφορά στα φορολογητέα κέρδη της προσφεύγουσας.

Επειδή η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται φοροδιαφυγή ούτε απόκρυψη συναλλαγής, αντίθετα υπήρχαν φορολογικά στοιχεία που δεν είχαν από προφανές σφάλμα καταχωρηθεί. Συγκεκριμένα, δεν καταχωρήθηκαν τα υπ’ αριθμ -27/01/2014 και /15-12-2014 τιμολόγια της εταιρίας , αξίας 136.183,26 ευρώ και 119.359,75 ευρώ αντίστοιχα. Σε ότι αφορά τη μη καταχώρηση τους, αυτή δε συνιστά απόκρυψη φορολογητέας ύλης, αλλά δαπάνη εκπεστέα. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να τεθεί θέμα φορολογικής παράβασης, ούτε βέβαια η εν λόγω δαπάνη μπορεί να αντιμετωπισθεί ως αποκρυβέν εισόδημα, καθώς το έλλειμμα οφείλεται συγκεκριμένα σε μη καταχώρηση δαπανών και δε μπορεί να γίνει αναγωγή σε παράβαση μη έκδοσης.

Επειδή τα παραπάνω τιμολόγια της εταιρίας που επικαλείται η προσφεύγουσα αφενός δεν αντιστοιχούν στις ημερομηνίες που έγινε ο έλεγχος της κλειστής αποθήκης, δηλαδή κατά την 29/12/2014, 30/12/2014 και την 31/12/2014, και αφετέρου αν λαμβάνονταν υπόψη από τον έλεγχο, η διαπιστωθείσα διαφορά δε θα καλυπτόταν αλλά θα αυξανόταν (επειδή θα αυξανόταν η ποσότητα των αγορών), ο παραπάνω ισχυρισμός της προσφεύγουσας απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Β. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΤΟΣ 2015

Επειδή από το σύνολο των λογιστικών διαφορών για το φορολογικό έτος 2015, η προσφεύγουσα προσβάλλει τις κάτωθι:
 

Κωδικός Περιγραφή Λογαριασμού Ποσό βάση βιβλίων Ποσό αναμόρφωσης βάση αρχικής δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση Τροποποιητικής δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση ελέγχου Διαφορά
20-00-00­0000 Αγορές εμπορευμάτων εσωτερικού χωρίς ΦΠΑ 18.162.626,37 0 0 315.680,44 315.680,44
20-00­00-0000 Αγορές Διαφορά αγορών από την … / 13-08-2018 Τροποποιητική Δήλωση   0 0 18.817,01 18.817,01
61-02­99-0000 Λοιπές προμήθειες τρίτων άνευ ΦΠΑ 948,83 0 0 948,83 948,83
61-98­00-0057 Αμοιβές διαφόρων με ΦΠΑ 23% 740,67 0 0 465,43 465,43
Αρ.28 Ν.3296/ 2004 Διαφορά ταμείου 0 0 0 301.276,09 301.276,09
ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 0 637.187,80 637.187,80


Επειδή ως προς τις λογιστικές διαφορές του λογαριασμού 20-00-00-0000 «Αγορές εμπορευμάτων εσωτερικού χωρίς ΦΠΑ»:

α) το ποσό 315.680,44 ευρώ αφορά αγορές εμπορευμάτων, οι οποίες καταχωρήθηκαν δύο φορές στα βιβλία της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην οικεία έκθεση ελέγχου, οι συναλλαγές με αριθμό εγγραφής ημερολογίου , και δεν πληρούν την προϋπόθεση που ορίζεται με την περίπτωση β’ του άρθρου 22 του ν. 4172/2013 (ήτοι δεν αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή) και δεν αναγνωρίστηκαν προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της προσφεύγουσας.

β) το ποσό 18.817,01 ευρώ προέκυψε καθώς η προσφεύγουσα στην υποβληθείσα με αριθμ. /13-08-2018 τροποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2015 συμπεριέλαβε για τον προσδιορισμό του αποτελέσματος αγορές, οι οποίες δεν ήταν καταχωρημένες στα τηρούμενα βιβλία της και συνεπώς δεν αναγνωρίστηκαν προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ του άρθρου 22 του ν.4172/2013.

Επειδή η προσφεύγουσα επικαλείται έγγραφη βεβαίωση του μηχανικού που ήταν υπεύθυνος για το μηχανογραφικό σύστημα του λογιστηρίου που τηρούσε τα βιβλία της, από την οποία προκύπτει ότι υπήρχε τεχνικό σφάλμα με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται κάποιες εγγραφές, ενώ άλλες να εμφανίζονται διπλές. Μετά την παραμετροποίηση και την διόρθωση της βάσης δεδομένων οι εγγραφές εμφανίζονται κανονικά. Τα μη καταχωρηθέντα ποσά υπερέβαιναν σε αξία κατά 17.101,35 ευρώ τα φερόμενα ως διπλοκαταχωρημένα, από το οποίο σαφώς προκύπτει ότι δεν υπήρξε πρόθεση φοροδιαφυγής αλλά τεχνικό σφάλμα. Σε κάθε περίπτωση η εταιρεία υπέβαλε την υπ’ αριθμ /13-08-2018 τροποποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2015 που απεικόνιζε την πραγματική φορολογητέα ύλη για την οποία η εταιρεία έπρεπε να καταβάλει φόρο.

Επειδή στο άρθρο 22 του ν. 4172/2013 ορίζεται:

«Άρθρο 22 Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες

Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες:

β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση,

γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά».

Επειδή στην ΠΟΛ. 1113/2.6.2015 διευκρινίζεται:

«Άρθρο 22
Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τίθεται ο γενικός κανόνας για την έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, οι οποίες πληρούν αθροιστικά τα ακόλουθα κριτήρια, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 και της παραγράφου 4 του άρθρου 48, αναφορικά με τις δαπάνες που κατά ρητή διατύπωση του νόμου δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.

2. Ειδικότερα, εκπίπτουν οι δαπάνες που:

γ) εγγράφονται στα λογιστικά αρχεία (βιβλία) της επιχείρησης την περίοδο που πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.

Επομένως, οι δαπάνες θα πρέπει να έχουν καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία του φορολογικού έτους που αυτές έχουν πραγματοποιηθεί με βάση τα κατάλληλα δικαιολογητικά »

Επειδή στις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.) ορίζεται:

«Άρθρο 3 Λογιστικό σύστημα και βασικά λογιστικά αρχεία

1. Η οντότητα τηρεί, ως μέρος του λογιστικού συστήματός της, αρχείο κάθε συναλλαγής και γεγονότος αυτής που πραγματοποιείται στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, καθώς και των προκυπτόντων πάσης φύσεως εσόδων, κερδών, εξόδων, ζημιών, αγορών και πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων, εκπτώσεων και επιστροφών, φόρων, τελών και των πάσης φύσεως εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς.

2. Το λογιστικό σύστημα της οντότητας παρακολουθεί σε αρχείο κάθε στοιχείο του ισολογισμού, καθώς και κάθε μεταβολή αυτού.

5. Το λογιστικό σύστημα της οντότητας απαιτείται να παρακολουθεί τη λογιστική βάση των στοιχείων των εσόδων, εξόδων, περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και καθαρής θέσης, κατά περίπτωση, με σκοπό την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της οντότητας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Το λογιστικό σύστημα της οντότητας απαιτείται να παρακολουθεί και τη φορολογική βάση των στοιχείων των εσόδων, εξόδων, περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και καθαρής θέσης, κατά περίπτωση, με σκοπό τη συμμόρφωση με τη φορολογική νομοθεσία και την υποβολή φορολογικών δηλώσεων.

10. Όταν η οντότητα συντάσσει ισολογισμό, χρησιμοποιεί ένα κατάλληλο διπλογραφικό σύστημα για την παρακολούθηση των στοιχείων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και τηρεί: α) Αρχείο στο οποίο καταχωρείται αναλυτικά κάθε συναλλαγή και γεγονός (ημερολόγιο).

β) Αρχείο με τις μεταβολές κάθε τηρούμενου λογαριασμού (αναλυτικό καθολικό).

γ) Σύστημα συγκέντρωσης του αθροίσματος των αυξήσεων και μειώσεων (χρεώσεων και πιστώσεων), καθώς και το υπόλοιπο κάθε τηρούμενου λογαριασμού (ισοζύγιο).

Άρθρο 5 Διασφάλιση αξιοπιστίας λογιστικού συστήματος

1. Η διοίκηση της οντότητας έχει την ευθύνη της τήρησης αξιόπιστου λογιστικού συστήματος και κατάλληλων λογιστικών αρχείων για τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και άλλων πληροφοριών, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου ή, σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α., κατά περίπτωση. Το λογιστικό σύστημα και τα λογιστικά αρχεία εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά τα επιμέρους συστατικά τους, σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία και την καταλληλότητά τους για τους σκοπούς αυτού του νόμου.

2. Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης της παραγράφου 1, τα λογιστικά αρχεία:

α) Τηρούνται με τάξη, πληρότητα και ορθότητα ως προς τον εντοπισμό, την καταγραφή και την επεξεργασία των λογιστικών δεδομένων που προκύπτουν από τις συναλλαγές και τα γεγονότα της οντότητας.

β) Συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις αυτού του νόμου.

γ) Υποστηρίζουν τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτού του νόμου.

7. Η οντότητα εφαρμόζει κατάλληλες κατά την κρίση της δικλίδες για:

α) Τη διασφάλιση ότι υπάρχει αξιόπιστη και ελέγξιμη αλληλουχία τεκμηρίων (ελεγκτική αλυσίδα) για κάθε συναλλαγή ή γεγονός, από το χρόνο που προέκυψαν μέχρι το διακανονισμό τους.

β) Τη δημιουργία αξιόπιστης και ελέγξιμης αλληλουχίας τεκμηρίων, που διασφαλίζει την ευχερή συσχέτιση των συναλλαγών και άλλων γεγονότων με τα λογιστικά αρχεία και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.

γ) Την επίτευξη εύλογης διασφάλισης ως προς την αυθεντικότητα των παραστατικών (τεκμηρίων) της προηγούμενης παραγράφου και την ακεραιότητα του περιεχομένου τους, με σκοπό την επιβεβαίωση της προέλευσης αυτών και την τεκμηρίωση της συναλλαγής.

10. Από το τηρούμενο λογιστικό σύστημα πρέπει να παρέχονται ευχερώς, αναλυτικά και σε σύνοψη, όλα τα δεδομένα και πληροφορίες που απαιτούνται για να καθίσταται ευχερής η διενέργεια συμφωνιών και επαληθεύσεων κατά τη διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου.

18. Η οντότητα μπορεί να αναθέτει σε τρίτο πρόσωπο (εξωτερικός λογιστής) την τήρηση μέρους ή του συνόλου του λογιστικού της συστήματος ή τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών της καταστάσεων. Η ανάθεση της τήρησης του λογιστικού συστήματος ή της κατάρτισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων σε τρίτο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τη διοίκηση της οντότητας από τη σχετική ευθύνη που προκύπτει, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή εν γένει την κείμενη νομοθεσία, για τα λογιστικά αρχεία και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.

Άρθρο 6 Χρόνος ενημέρωσης λογιστικών αρχείων

1. Η ενημέρωση των λογιστικών αρχείων (βιβλίων) γίνεται ως εξής:

α) Όταν η οντότητα συντάσσει ισολογισμό, η ενημέρωση για τα εκδιδόμενα ή λαμβανόμενα παραστατικά του κάθε μήνα γίνεται το αργότερο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα.

γ) Σε κάθε περίπτωση, η ενημέρωση γίνεται εντός του απαιτούμενου χρόνου για την έγκαιρη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων.»

Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πραγματικά δεδομένα, και αναλυτικά περιγράφεται στην από 26/11/2018 έκθεση μερικού ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., για τις επίμαχες δαπάνες συνολικού ποσού 334.497,45 ευρώ του λογαριασμού 20-00-00-0000 «Αγορές εμπορευμάτων εσωτερικού χωρίς ΦΠΑ», δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ν. 4172/2013 και της ΠΟΛ 1113/2015 και επομένως δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκπτωσης τους από τα ακαθάριστα έσοδα. Επιπλέον η προσφεύγουσα, ενώ είχε την υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις των Ε.Λ.Π., δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διασφαλίσει την αξιοπιστία του λογιστικού της συστήματος και των λογιστικών της αρχείων, και κατ’ επέκταση των χρηματοοικονομικών της καταστάσεων (επαληθεύσεις, συμφωνίες καταστάσεων με προμηθευτή κτλ.). Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας εταιρείας ότι ο έλεγχος έσφαλε διότι δεν έλαβε υπόψη του τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 4174/2013 περί υποβολής τροποποιητικής δήλωσης, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθώς ο έλεγχος δε θεώρησε ότι η υπ’ αριθμ /13-08-2018 τροποποιητική της δήλωση για το φορολογικό έτος δεν ήταν νόμιμη, αλλά ότι τα δεδομένα της ότι δεν αντιστοιχούν στα δεδομένα των βιβλίων, μη δεχόμενος τον ισχυρισμό της περί τεχνικού σφάλματος.

Συνεπώς το φορολογητέο αποτέλεσμα βάσει ελέγχου προσδιορίσθηκε με βάση τα αρχικώς παραδοθέντα ηλεκτρονικά αρχεία, τα οποία ταυτίζονταν απόλυτα με τις αρχικώς υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά (Ε3, κατάσταση φορολογικής αναμόρφωσης κλπ) και τους Ισολογισμούς για όλα τα φορολογικά έτη 2014, 2015 και 2016, και τα πρόσθετα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν τροποποίησαν την αρχική κρίση του ελέγχου.

Επειδή, ως προς τη λογιστική διαφορά του λογαριασμού 38-00-00-0000 «Ταμείο» ποσού 301.276,09 ευρώ, ο έλεγχος διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε καταχωρήσει στα βιβλία της την παρακάτω εγγραφή:
 

Αριθμός εγγραφής Ημερομηνία Παραστατικό Λογαριασμός Περιγραφή Ποσό Χρέωσης Ποσό Πίστωσης
91754 01/12/2015 ΑΝΕΥ 38-00-00-0000 ΤΑΜΕΙΟ 281.354,65  
91754 01/12/2015 ΑΝΕΥ 50-00-00-0001     281.354,65


για την οποία δεν υφίσταται παραστατικό, ενώ από τα δεδομένα που στάλθηκαν στον έλεγχο από την επιχείρηση , δεν υφίσταται η ανωτέρω καταβολή χρημάτων ποσού 281.354,65 ευρώ προς την προσφεύγουσα. Επιπρόσθετα στα πλαίσια του ελέγχου ως προς την φορολογία του ΦΠΑ διαπιαστώθηκε ότι η προσφεύγουσα καταχώρησε στα βιβλία της την ακόλουθη εγγραφή:
 

Αριθμός εγγραφής Ημερομηνία Παραστατικό Λογαριασμός Περιγραφή Ποσό Χρέωσης Ποσό Πίστωσης
99386 31/12/2015 ΑΝΕΥ 38-00-00-0000 ΤΑΜΕΙΟ 19.921,44  
99386 31/12/2015 ΑΝΕΥ 54-00-99-0000 ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΦΠΑ   19.921,44


για την οποία δεν υφίσταται παραστατικό, ενώ από τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ο έλεγχος δεν προέκυπτε ποσό 19.921,44 ευρώ «Απόδοση – εκκαθάριση ΦΠΑ» που να εισπράχθηκε από την προσφεύγουσα από οποιαδήποτε αιτία.

Με βάση τα παραπάνω, οι ως άνω εγγραφές με αριθμό 91754 και 99386 δε λήφθηκαν υπόψη από τον έλεγχο και το ποσό αυτών συνολικού ύψους 301.276,09 ευρώ θεωρήθηκε αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη και προστέθηκε ως λογιστική διαφορά στα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας.

Επειδή η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν.3296/2004, με βάση την οποία ο έλεγχος καταλόγισε τη λογιστική διαφορά, εκδόθηκε στα πλαίσια του προγενέστερου συστήματος του Κ.Φ.Ε., ήτοι του ν. 2238/1994, και έχει παύσει να ισχύει μετά την 01/01/2004 και την εφαρμογή του ν. 4172/2013. Σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος έπρεπε να περιοριστεί αποκλειστικά στο ποσό απόκλισης (της θετικής ή αρνητικής διαφοράς) του πραγματικού ταμείου και λογαριασμού ταμείου, για τον έλεγχο του ταμείου απαιτούνταν να γίνει καταμέτρηση των ταμειακών διαθεσίμων, προκειμένου να προκύπτει η τυχούσα πραγματική διαφορά, με βάση το σύνολο των στοιχείων, ενώ μόνο το κόκκινο ταμείο μπορεί να θεωρηθεί ως απόκλιση άρα και λογιστική διαφορά.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 του ν. 4308/2014:
«5. Κάθε συναλλαγή και γεγονός που αφορά την οντότητα τεκμηριώνεται με κατάλληλα παραστατικά (τεκμήρια). Τα παραστατικά αυτά εκδίδονται είτε από την οντότητα είτε από τους συναλλασσόμενους με αυτήν είτε από τρίτους, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν. Τα παραστατικά αναφέρουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την ασφαλή ταυτοποίηση κάθε μίας συναλλαγής ή γεγονότος, και σε κάθε περίπτωση όσα ορίζει ο παρών νόμος.»
Επειδή, περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 2 του ν. 3296/2004, σχετικά με θέματα φορολογικών ελέγχων, ορίζεται:
«2. Κατά τους διενεργούμενους σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις φορολογικούς ελέγχους επί επιτηδευματιών με βιβλία Γ’ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., διενεργείται υποχρεωτικώς έλεγχος ταμείου και αξιογράφων, ο οποίος και προηγείται των λοιπών ελεγκτικών επαληθεύσεων. Σε περιπτώσεις διαπίστωσης αρνητικών ή θετικών διαφορών με βάση τον παραπάνω έλεγχο, οι διαφορές αυτές, πέραν των λοιπών συνεπειών και ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, προστίθενται ως διαφορές καθαρών κερδών και παράλληλα προσαυξάνουν τα ακαθάριστα έσοδα του υπόχρεου, προκειμένου τα έσοδα αυτά να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό των φόρων, τελών και εισφορών στις λοιπές φορολογίες.»

Επειδή από καμία διάταξη των νόμων 4172/2013 και 4174/2013 δεν προκύπτει η κατάργηση της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 3296/2004, αντίθετα σύμφωνα με τις ΠΟΛ. 1124/2015 και ΠΟΛ.1036/2017, με βάση τις οποίες διενεργήθηκε ο έλεγχος και αφορούν ελέγχους επιχειρήσεων που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, απαιτείται να γίνει έλεγχος ταμείου για διαπίστωση πιστωτικών υπολοίπων ή διαφορών. Εξάλλου οι εγγραφές στα βιβλία απεικονίζουσες, κατ’ επιταγή των διατάξεων του ν. 4172/2013 και ν.4308/2014, τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης, πρέπει να εμφανίζουν την πραγματική κατάσταση των ταμειακών διαθεσίμων αυτής. Ο έλεγχος περιορίστηκε στο ποσό απόκλισης πραγματικού ταμείου και λογαριασμού ταμείου, ήτοι:
 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΑΜΕΙΟ ΒΑΣΕΙ ΒΙΒΛΙΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΒΑΣΕΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΙΑΦΟΡΑ
01/12/2015 569.211,41 287.856,76 281.354,65
31/12/2015 241.812,51 -59.463,58 301.276,09
Στο ανωτέρω ποσό περιλαμβάνεται και η διαφορά από την 01/12/2015 ήτοι: 281.354,65


Επιπλέον, ως προς την ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι για τον έλεγχο του ταμείου απαιτούνταν να γίνει και καταμέτρηση των ταμειακών διαθεσίμων, αυτή έγινε από την προσφεύγουσα κατά την 31/12/2014, καθώς για το υπόλοιπο του ταμείου την 31/12 κάθε έτους πραγματοποιείται φυσική καταμέτρηση/απογραφή, η οποία απαιτείται να είναι λεπτομερής και πραγματική και να απεικονίζει την πραγματική κατάσταση της επιχείρησης, καθώς με αυτήν επιτυγχάνεται η επαλήθευση των εγγραφών που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία.

Επειδή, με βάση όλα τα ανωτέρω και τις ισχύουσες διατάξεις ορθώς ο έλεγχος θεώρησε το ποσό των 301.276,09 ευρώ αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη και το πρόσθεσε ως λογιστική διαφορά στα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας.

Επειδή σχετικά με τις λοιπές λογιστικές διαφορές των λογαριασμών 61 -02-99-0000 «Λοιπές προμήθειες τρίτων άνευ ΦΠΑ» και 61-98-00-0057 «Αμοιβές διαφόρων με ΦΠΑ 23%, που καταλόγισε ο έλεγχος αυτές αφορούν τα παρακάτω φορολογικά στοιχεία:
 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΟ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟ
22/04/2015     15,00
1/9/2015     15,00
1/9/2015     918,83
ΣΥΝΟΛΟ 61-02-99-0000 948,83
1/9/2015 1912   465,43
ΣΥΝΟΛΟ 61-98-00-0057 465,43


Σύμφωνα με τον έλεγχο τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία αφορούν δαπάνες για προσημείωση υποθήκης ακινήτου που ανήκει στα μέλη της εταιρείας, επομένως πρόκειται για προσωπική δαπάνη και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της προσφεύγουσας.

Επειδή η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω έξοδα δικηγόρων και υποθηκοφυλάκων αφορούν σε παραγωγική δαπάνη της επιχείρησης ασχέτως που τα ακίνητα δεν ανήκουν σε αυτήν, αφού το δάνειο εκδόθηκε για σκοπούς της εταιρείας.

Επειδή στα άρθρα 22 και 23 του ν. 4172/2013, όπως ίσχυαν κατά το φορολογικό έτος 2015, ορίζεται:

«Άρθρο 22 Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες

Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες:

α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,

Άρθρο 23 Μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες

Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν:

ιβ) προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες και
»

Επειδή στην ΠΟΛ. 1113/2.6.2015 διευκρινίζεται:

«Άρθρο 22
Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τίθεται ο γενικός κανόνας για την έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, οι οποίες πληρούν αθροιστικά τα ακόλουθα κριτήρια, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 και της παραγράφου 4 του άρθρου 48, αναφορικά με τις δαπάνες που κατά ρητή διατύπωση του νόμου δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.

2. Ειδικότερα, εκπίπτουν οι δαπάνες που:

α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της.

Συγκεκριμένα, στις δαπάνες της περίπτωσης αυτής εμπίπτει κάθε δαπάνη, που κρίνεται απαραίτητη από τον επιχειρηματία ή τη διοίκηση της επιχείρησης, ανεξάρτητα εάν αυτή πραγματοποιείται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, για την επίτευξη του επιχειρηματικού σκοπού, την ανάπτυξη των εργασιών, τη βελτίωση της θέσης της στην αγορά, εφόσον αυτή ενεργείται στα πλαίσια της οικονομικής αποστολής της ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της και μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία εισοδήματος ή άλλως αποβλέπει στη διεύρυνση των εργασιών της και στην αύξηση του εισοδήματός της (ΣτΕ 2033/2012) ή στην υλοποίηση δράσεων στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Δεν επιτρέπεται, δε, στη φορολογική αρχή να ελέγχει τη σκοπιμότητα και το προσήκον μέτρο των δαπανών αυτών (ΣτΕ 2963/2013, 1729/2013, 1604/2011, κ.ά.), εκτός αν τούτο ορίζεται ρητά και ειδικά στο νόμο (π.χ. ενδοομιλικές συναλλαγές).
»

Επειδή σύμφωνα με την οικεία έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος από τα παραστατικά που επιδείχθηκαν στον έλεγχο προέκυψε ότι οι παραπάνω δαπάνες αφορούσαν υπηρεσίες για προσημείωση υποθήκης ακινήτου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν έχει ακίνητα στην κυριότητα της και ούτε προσκομίστηκαν στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η προσημείωση αφορούσε δάνειο της εταιρίας, ορθώς ο έλεγχος απέρριψε τις δαπάνες αυτές ως μη παραγωγικές και τις πρόσθεσε στα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας.

Επειδή η προσφεύγουσα εταιρεία στην ενδικοφανή της προσφυγή ισχυρίζεται ότι λανθασμένα προστέθηκε ως λογιστική διαφορά στα κέρδη της ποσό 1.665,00 ευρώ που αφορά δαπάνες προμηθειών που έγιναν την 31/12/2015, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι για το ποσό αυτό η ίδια η προσφεύγουσα έχει προβεί σε αναμόρφωση με την υποβληθείσα τροποποιητική της δήλωση και δεν έχει προστεθεί από τον έλεγχο η εν λόγω λογιστική διαφορά στα καθαρά της κέρδη.

Γ. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΤΟΣ 2016

Επειδή από το σύνολο των λογιστικών διαφορών για το φορολογικό έτος 2016, η προσφεύγουσα προσβάλλει τις κάτωθι:
 

Κωδικός Περιγραφή Λογαριασμού Ποσό βάση βιβλίων Ποσό αναμόρφωσης βάση δήλωσης Ποσό αναμόρφωσης βάση ελέγχου Διαφορά
61-02­01-0000 Προμήθειες για πωλήσεις άνευ ΦΠΑ 10.452,00 0 1.344,00 1.344,00
ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 1.344,00 1.344,00


Η ως άνω λογιστική διαφορά αφορά τις κάτωθι αγορές εμπορευμάτων εσωτερικού των οποίων η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. β του άρθρου 23 του ν. 4172/2013:
 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΑΡΑΣΤ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟ
31/12/2016     588,00
31/12/2016     756,00
ΣΥΝΟΛΟ 1.344,00


Επειδή η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω ποσά αφορούσαν δαπάνες που δίδονταν για πώληση λαχείων σκρατς, οι οποίες δίνονταν μεμονωμένα και τμηματικά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και ήταν συναλλαγές κάτω του ποσού των 500,00 ευρώ, απλώς στα βιβλία της, λόγω της φύσης της συναλλαγής, αποτυπώνονταν συγκεντρωτικά.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 23 του ν. 4172/2013, όπως ίσχυε για το φορολογικό έτος 2015:

«Άρθρο 23 Μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες

Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν:

β) κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, »

Επειδή στα παραστατικά με τα οποία πραγματοποιήθηκαν οι εγγραφές στα βιβλία της προσφεύγουσας που επιδείχθηκαν στον έλεγχο, δεν αναγράφονταν τμηματικές συναλλαγές, αλλά ούτε συνοδεύονταν από έγγραφα, ώστε να αποδεικνύεται ότι αφορούν τμηματικές συναλλαγές κάτω των 500,00 ευρώ, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας απορρίπτεται ως αναπόδεικτος.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΟΡΟ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ

Επειδή σχετικά με τον προσδιορισμό του Φ.Π.Α. για τη χρήση 2015, η προσφεύγουσα προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο έλεγχος εσφαλμένα έλαβε υπόψη του ως εκροή το ποσό των 301.276,09 ευρώ, καθώς σύμφωνα με τη νομολογία του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάση επιβολής του φόρου αποτελεί μόνο ό,τι πραγματικά έχει καταβληθεί και όχι μια πλασματική, κατ’ αντικειμενικό τρόπο προσδιοριζόμενη αξία. Επιπλέον η φορολόγηση μη πραγματικού εισοδήματος παραβιάζει ευθέως τις θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 (αρχή της νομιμότητας του φόρου) και του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος (αρχή της φοροδοτικής ικανότητας).

Επειδή, όπως έχει παραπάνω ήδη αναφερθεί στην απόφασή μας, το ποσό των 301.276,09 ευρώ θεωρείται αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη και προστίθεται ως διαφορά καθαρών κερδών της προσφεύγουσας, ενώ παράλληλα προσαυξάνει τα ακαθάριστα έσοδα της ελεγχόμενης επιχείρησης, προκειμένου τα έσοδα αυτά να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό των φόρων, τελών και εισφορών στις λοιπές φορολογίες, όπως σαφώς αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 3296/2004.

Επειδή, η προσφεύγουσα εταιρία υπάγεται, όσον αφορά τα καπνοβιομηχανικά προϊόντα, στο ειδικό καθεστώς βιομηχανοποιημένων καπνών του άρθρου 44 του ν. 2859/2000 και παράλληλα ασκεί δραστηριότητες που υπάγονται στο κανονικό καθεστώς Φ. Π. Α., η διαφορά των 301.276,09 ευρώ ορθώς επιμερίστηκε από τον έλεγχο σε φορολογητέες εκροές και σε απαλλασσόμενες εκροές, ως ακολούθως:

ΑΝΑΛΥΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΚΡΟΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΤΆ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΦΠΑ 2015
 

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΤΟΣ 2015 ΣΥΝΤ. ΦΠΑ Εκροές φορολογητέες ανά συντελεστή ΦΠΑ βάσει βιβλίων σε ευρώ Εκροές φορολογητέες ανά συντελεστή ΦΠΑ Ελέγχου σε ευρώ Διαφορά Ποσοστό στο σύνολο των εκροών βάσει ελέγχου
  13% 187.362,38 190.371,21 3.008,83 0,9987%
  23% 295.088,79 299.827,59 4.738,80 1,5729%
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΚΡΟΩΝ   482.451,17 490.198,80 7.747,63  
ΕΚΡΟΕΣ ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΕΣ & ΕΞ. ΧΩΡΙΣ ΔΙΚ ΕΚ   18.278.261,63 18.571.790,09 293.528,46 97,4284%
ΣΥΝΟΛΟ ΕΚΡΟΩΝ   18.760.712,80 19.061.988,89 301.276,09 100%


Επειδή η προσφεύγουσα επικαλείται νομολογία του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των ν. 3296/2004, ωστόσο η κρίση περί συμμόρφωσης των διατάξεων του νόμου με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Διοίκησης, ενώ ο έλεγχος της συνταγματικότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος, ανήκει στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων και δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των οργάνων της διοίκησης, τα οποία οφείλουν, σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, να εφαρμόζουν το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ Κ.Φ.Α.Σ. – Κ.Φ.Δ.

Α. ΧΡΗΣΗ 2014


Επειδή η προσφεύγουσα, σχετικά με το πρόστιμο που της επιβλήθηκε για μη έκδοση φορολογικών στοιχείων συνολικού ποσού 266.634,97 ευρώ, ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται φοροδιαφυγή ούτε απόκρυψη συναλλαγής, αντίθετα υπήρχαν φορολογικά στοιχεία που δεν είχαν από προφανές σφάλμα καταχωρηθεί. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 55 παρ. 2 του ν. 4174/2013, ενώ σε κάθε περίπτωση πρέπει να εφαρμοστεί το ευνοϊκότερο καθεστώς το οποίο μεταφέρει στην κύρωση στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος με την επιβολή προστίμου για την προκύπτουσα ανακρίβεια.

Επειδή ο παραπάνω ισχυρισμός της προσφεύγουσας έχει ήδη απορριφθεί με την απόφασή μας ως αβάσιμος στο πλαίσιο της φορολογίας εισοδήματος.

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4337/2015:

«3. Για τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992, Α’ 84) και του Κ.Φ.Α.Σ. (Ν. 4093/2012, Α’ 222), που διαπράχθηκαν μέχρι την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 54 και 55 του Ν. 4174/2013 και κατά την κατάθεση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί οι οριστικές πράξεις επιβολής προστίμων, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.2523/1997 , αλλά επιβάλλονται τα κατωτέρω πρόστιμα:

στ) Για παραβάσεις που αφορούν μη έκδοση ή ανακριβή έκδοση στοιχείων ή άλλες παραβάσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, ποσό ίσο με το 25% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους της αποκρυβείσας (μη εμφανισθείσας) αξίας για κάθε παράβαση.

5. Οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και για τις οποίες είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 55 του Ν. 4174/2013 (Α ‘170)»

Επειδή η δημόσια διοίκηση δεσμεύεται από την αρχή της νομιμότητας, όπως αυτή καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 2, 43, 50, 82, 83 και 95 & 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 8721/1992, 2987/1994), και η οποία συνεπάγεται ότι η διοίκηση οφείλει ή μπορεί να προβαίνει μόνο σε ενέργειες που προβλέπονται και επιβάλλονται ή επιτρέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν το Σύνταγμα, οι νομοθετικές πράξεις, οι διοικητικές κανονιστικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς και από κάθε κανόνα ανώτερης ή ισοδύναμης προς αυτούς τυπικής ισχύος.

Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσφεύγουσα κατά το φορολογικό έτος 2014 δεν εξέδωσε φορολογικά στοιχεία συνολικού ποσού 266.634,97 ευρώ κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 6 και 7 του ν. 4093/2012 (Κ.Φ.Α.Σ.). Συνεπώς, ορθά και σύννομα επιβλήθηκαν οι προβλεπόμενες κυρώσεις του άρθρου 7 παρ. 3 περ. στ’ του ν.4337/2015 από τον έλεγχο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη προστίμου του φορολογικού έτους 2014.

Β. ΧΡΗΣΗ 2015

Επειδή η προσφεύγουσα, σχετικά με το πρόστιμο που της επιβλήθηκε για την καταχώρηση στα βιβλία της ανύπαρκτων συναλλαγών συνολικού ποσού 315.680,44 ευρώ, ισχυρίζεται ότι πρόκειται για διπλή καταχώρηση τιμολογίων η οποία έγινε από τεχνικό σφάλμα και δεν σχετίζεται με σκοπό απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης επιβολής προστίμου, η εφαρμοσθείσα διάταξη είχε καταργηθεί με το ν.4337/2015, και συνεπώς σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, του Δικαστηρίου της ΕΕ και του ΕΔΔΑ, πρέπει να εφαρμοσθεί η ευνοϊκότερη διάταξη, εκείνη που καταργεί την κύρωση.

Επειδή ο παραπάνω ισχυρισμός της προσφεύγουσας έχει ήδη απορριφθεί με την απόφασή μας ως αβάσιμος στο πλαίσιο της φορολογίας εισοδήματος.

Επειδή η δημόσια διοίκηση δεσμεύεται από την αρχή της νομιμότητας, όπως αυτή καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 2, 43, 50, 82, 83 και 95 & 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 8721/1992, 2987/1994), και η οποία συνεπάγεται ότι η διοίκηση οφείλει ή μπορεί να προβαίνει μόνο σε ενέργειες που προβλέπονται και επιβάλλονται ή επιτρέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν το Σύνταγμα, οι νομοθετικές πράξεις, οι διοικητικές κανονιστικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς και από κάθε κανόνα ανώτερης ή ισοδύναμης προς αυτούς τυπικής ισχύος.

Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσφεύγουσα κατά το φορολογικό έτος 2015 καταχώρησε στα βιβλία της αγορές που δεν έχουνε πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο, κατά παράβαση των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4174/2013 και της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 4308/2014. Συνεπώς, ορθά και σύννομα επιβλήθηκαν οι προβλεπόμενες κυρώσεις του άρθρου 7 παρ. 3 περ. β’ του ν.4337/2015 από τον έλεγχο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη προστίμου του φορολογικού έτους 2015.

Επειδή οι διαπιστώσεις του ελέγχου, όπως αυτές καταγράφονται στις από 26/11/2018 οικείες εκθέσεις ελέγχου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., επί της οποίας εδράζονται οι προσβαλλόμενες πράξεις, κρίνονται βάσιμες, αποδεκτές και πλήρως αιτιολογημένες.

Αποφασίζουμε

Την απόρριψη της με ημερομηνία κατάθεσης 11/01/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής της εταιρείας με την επωνυμία , ΑΦΜ

Οριστική φορολογική υποχρέωση της υπόχρεης εταιρείας – καταλογιζόμενο ποσό με βάση την παρούσα απόφαση :

Α) Φορολογικό έτος 2014

– Πρόστιμο άρθρου 7 παρ. 3 και 5 ν. 4337/2015: 66.658,47 ευρώ

– Πρόστιμο άρθρου 54 ν. 4174/2013: 2.600,00 ευρώ

– Φορολογία Εισοδήματος
 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
  ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΕΔ ΔΙΑΦΟΡΑ
  (1)   (2) (2)-(1)
ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΕΡΔΗ Ή ΖΗΜΙΑ 224.562,61 508.350,12 508.350,12 283.787,51
  Πιστωτικό ποσό        
ΦΟΡΟΣ Χρεωστικό ποσό 37.148,27 110.933,02 110.933,02 73.784,75
Προκαταβολή φόρου 32.112,45 32.112,45 32.112,45  
Τέλος Επιτηδεύματος ν. 3986/2011 800,00 800,00 800,00  
Πρόσθετος φόρος ανακρίβειας/μη υποβολής   36.892,38 36.892,38 36.892,38
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ 70.060,72 180.737,85 180.737,85 110.677,13


– Φορολογία Φ.Π.Α.
 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Φ.Π.Α.
  ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΕΔ ΔΙΑΦΟΡΑ
  (1)   (2) (2)-(1)
ΑΞΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΚΡΟΩΝ 539.378,68 539.378,68 539.378,68 615,44
ΑΞΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΙΣΡΟΩΝ 487.026,79 486.411,35 486.411,35  
ΦΟΡΟΣ ΕΚΡΟΩΝ 88.791,88 88.791,88 88.791,88  
ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΡΟΩΝ 88.791,88 88.707,82 88.707,82 84,06
ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ        
ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ   84,06 84,06 84,06
ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΦΟΡΟΙ Άρθρου 49 παρ. 1 Ν.4509/2017        
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ   84,06 84,06 84,06


– Κ.Ν.Τ.Χ.
 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΕΛΩΝ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ
Αξία υποκείμενη σε τέλη χαρτοσήμου ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΕΔ ΔΙΑΦΟΡΑ
Αξία υποκείμενη στα τέλη Χαρτοσήμου   25.000,00 25.000,00 25.000,00
Τέλος Χαρτοσήμου   250,00 250,00 250,00
Εισφορά 20% υπέρ ΟΓΑ επί χαρτοσήμου   50,00 50,00 50,00
Πρόστιμο άρθρου 58 Κ.Φ.Δ. χαρτοσήμου   125,00 125,00 125,00
Πρόστιμο άρθρου 58 Κ.Φ.Δ. ΟΓΑ χαρτοσήμου   25,00 25,00 25,00
ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗ   450,00 450,00 450,00


– ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ΦΟΡΟΣ ΣΤΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ
 

ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ Δ.Ε.Δ. ΔΙΑΦΟΡΑ
ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΣ ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΣ ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΣ ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΣ
Εισόδημα από διανομή κερδών χρήσης 165.376,33 16.537,63 180.375,84 18.037,58 180.375,84 18.037,58 14.999,51 1.499,95
ΣΥΝΟΛΟ 165.376,33 16.537,63 180.375,84 18.037,58 180.375,84 18.037,58 14.999,51 1.499,95
Πρόστιμο άρθρου 59 Κ.Φ.Δ.               749,98
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ 2.249,93


Β) Φορολογικό έτος 2015

– Πρόστιμο άρθρου 7 παρ. 3 και 5 ν. 4337/2015: 126.272,18 ευρώ

– Πρόστιμο άρθρου 54 ν. 4174/2013: 100,00 ευρώ

– Φορολογία Εισοδήματος
 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
  ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΕΔ ΔΙΑΦΟΡΑ
  (1)   (2) (2)-(1)
ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΕΡΔΗ Ή ΖΗΜΙΑ 198.812,69 837.352,49 837.352,49 638.539,80
ΦΟΡΟΣ Πιστωτικό ποσό        
Χρεωστικό ποσό 25.543,23 210.719,77 210.719,77 185.176,54
Προκαταβολή φόρου 42.535,11 42.535,11 42.535,11  
Τέλος Επιτηδεύματος ν. 3986/2011 800,00 800,00 800,00  
Πρόσθετος φόρος ανακρίβειας/μη υποβολής   92.588,27 92.588,27 92.588,27
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ 68.878,34 346.643,15 346.643,15 277.764,81


– Φορολογία Φ.Π.Α.
 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΊΣΜΟΥ Φ.Π.Α.
  ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΕΔ ΔΙΑΦΟΡΑ
  (1)   (2) (2)-(1)
ΑΞΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΚΡΟΩΝ 482.451,17 490.198,80 490.198,80 7.747,63
ΑΞΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΙΣΡΟΩΝ 370.425,52 363.946,06 363.946,06 6.479,46
ΦΟΡΟΣ ΕΚΡΟΩΝ 92.227,55 93.708,63 93.708,63 1.481,08
ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΡΟΩΝ 92.227,55 91.083,38 91.083,38 84,061.144,17
ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ        
ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ   2.625,25 2.625,25 2.625,25
ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΦΟΡΟΙ Άρθρου 49 παρ. 1 Ν.4509/2017   745,73 745,73 745,73
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ   3.370,98 3.370,98 3.370,98


Γ) Φορολογικό έτος 2016
 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
  ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΕΔ ΔΙΑΦΟΡΑ
  (1)   (2) (2)-(1)
ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΕΡΔΗ Ή ΖΗΜΙΑ 38.695,02 43.968,93 43.968,93 5.273,91
ΦΟΡΟΣ Πιστωτικό ποσό 31.313,55 29.784,12    
Χρεωστικό ποσό       1.529,43
Προκαταβολή φόρου 11.221,56 11.221,56 11.221,56  
Τέλος Επιτηδεύματος ν. 3986/2011 800,00 800,00 800,00  
Πρόσθετος φόρος ανακρίβειας/μη υποβολής        
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ 19.291,99 17.762,56 17.762,56  
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ       1.529,43


– Φορολογία Φ.Π.Α.
 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Φ.Π.Α.
  ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΕΔ ΔΙΑΦΟΡΑ
  (1)   (2) (2)-(1)
ΑΞΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΚΡΟΩΝ 173.941,73 173.941,73 173.941,73  
ΑΞΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΩΝ ΕΙΣΡΟΩΝ 96.792,77 96.061,88 96.061,88 730,89
ΦΟΡΟΣ ΕΚΡΟΩΝ 39.953,60 39.953,60 39.953,60  
ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΡΟΩΝ 50.223,90 50.220,56 50.220,56 3,34
ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ 10.270,30 10.270,30 10.270,30  
ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ   3,34 3,34 3,34
ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΦΟΡΟΙ Άρθρου 49 παρ. 1 Ν.4509/2017   1,67 1,67 1,67
ΣΥΝΟΛΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ     5,01 5,01
ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΦΟΡΟΥ ΓΙΑ ΕΚΠΤΩΣΗ 10.270,30 10.270,30 10.270,30  


Β) Φορολογικό έτος 2018

– Πρόστιμο άρθρου 56 ν. 4174/2013: 5.000,00 ευρώ

Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί από αρμόδιο όργανο με τη νόμιμη διαδικασία στον υπόχρεο.

ΠΗΓΗ: ΤΑΧHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΣτΕ 175/2019 Συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του ΝΔ 4600/1966

Με την υπ’ αριθμό 175/2019 απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την οικεία Αίτηση Αναίρεσης του αρμοδίου Προϊσταμένου ΔΟΥ.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των Διοικητικών Δικαστηρίων, εφόσον ζητηθεί και επέλθει διοικητική επίλυση της διαφοράς, η οποία προέκυψε από την έκδοση πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ, η σχετική δίκη καταργείται από το Δικαστήριο, χωρίς να ελέγχεται περαιτέρω, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το κύρος της διοικητικής πράξης με την οποία έλαβε χώρα η διοικητική επίλυση της διαφοράς. Η πράξη δε αυτή, λόγω της οποίας επέρχεται η κατάργηση της δίκης, ισχύει εφεξής για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αντί της σχετικής δικαστικής απόφασης.

Εν προκειμένω, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε στην κρίση ότι το ζήτημα της ύπαρξης αντικειμένου διαφοράς, προηγείται της εξέτασης παντός άλλου ζητήματος που αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού, σε σχέση με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος/μέσου.

Επομένως, όπως κρίθηκε, νομίμως το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, αφού διαπίστωσε την έλλειψη φορολογικής διαφοράς – ακριβώς εξαιτίας επίτευξης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων – κατήργησε την ενώπιόν του δίκη, δίχως να εξετάσει το εμπρόθεσμο και εν γένει παραδεκτό, της ασκηθείσας ενώπιόν του, Έφεσης.

Περαιτέρω, όπως υπογραμμίστηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα, δηλονότι, άλλωστε, δεν διευκρινίζεται ποιά βλάβη υφίσταται το Ελληνικό Δημόσιο από την κατάργηση της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου δίκης, συνεπεία του συμβιβασμού, στον οποίο το ίδιο προέβη με τον φορολογούμενο.

Αριθμός 175/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2019, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Σ. Βιτάλη, Αγ. Σδράκα, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Μ. Σκανδάλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 12 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, ο οποίος παρέστη με την Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά του …. του …, κατοίκου … (οδός ….), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ……………………. (Α.Μ. … Δ.Σ. …………), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. ΠΚΔ 66/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο


1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της ΠΚΔ 66/2016 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε κατηργημένη η δίκη επί εφέσεως που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 5280/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατόπιν εν μέρει αποδοχής προσφυγής του, είχε μεταρρυθμιστεί η …/23-9-2004 πράξη προσδιορισμού φ.π.α. διαχειριστικής περιόδου 1-1 έως 31-12-1995 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών και είχαν προσδιοριστεί οι φορολογητέες εκροές της επιχείρησής του σε 200.000.000 δραχμές.

2. Επειδή, η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (A’ 8), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213) και, περαιτέρω, με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016 – έναρξη ισχύος του άρθρου 15 από τη δημοσίευση του νόμου 4446/2016 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού), ορίζει, στο εδάφιο α΄, ότι «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. […]» (η ως άνω διάταξη τέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 και επαναλήφθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016). Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ […]». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων (βλ. ΣτΕ 1873/2012 7μ. κ.ά.). Ειδικότερα, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με την προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 3900/2010, μόνον όταν προβάλλεται από το διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, ήτοι επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία (ερμηνεία) είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, είτε ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 4163/2012 7μ., 2177/2011 7μ., 3719/2015 κ.ά.), ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος (βλ. ΣτΕ 4163/2012 7μ., 507/2014 κ.ά.).

3. Επειδή, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν διοικητικό εφετείο “έλαβε υπόψη του την με ημερομηνία 22-3-2011 δήλωση του εκκαλούντος [ήδη αναιρεσιβλήτου] με την οποία επιθυμεί τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 4600/1966, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, σύμφωνα με την αρ. Πρωτ. …./30-3-2011 πράξη αποδοχής, με την οποία αποδέχεται την παραπάνω δήλωση του εκκαλούντος και τη διαγραφή των καταλογισθέντων λόγω έλλειψης των εννοιολογικών στοιχείων παραγωγής (βλ. το υπογραφέν στις 22-3-2011 πρακτικό διοικητικής επίλυσης της διαφοράς) και προτείνει την κατάργηση της δίκης”. Ενόψει αυτών, το δικάσαν διοικητικό εφετείο κήρυξε τη δίκη κατηργημένη, λόγω συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 4600/1966.

4. Επειδή, με το εισαγωγικό δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως προβάλλεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 94 παρ. 2 του ν. 2717/1999 το δικάσαν διοικητικό εφετείο κήρυξε τη δίκη κατηργημένη λόγω συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ. 4600/1966 παραλείποντας την προηγούμενη έρευνα περί του εμπροθέσμου και εν γένει παραδεκτού της ασκηθείσης εφέσεως, η οποία, κατά τα υποστηριζόμενα από το Δημόσιο με την κρινόμενη αίτηση, ήταν εκπρόθεσμη. Προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως, το ύψος του ποσού του αντικειμένου της οποίας ανέρχεται, σύμφωνα με το …/13-11-2018 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, σε 358.098,31 ευρώ, προβάλλεται ότι με αυτήν τίθεται το νομικό ζήτημα “εάν η έρευνα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της εμπρόθεσμης και εν γένει παραδεκτής άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης προηγείται της κρίσης για τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάργησης της δίκης”, για το οποίο δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Λαμβανομένου υπόψη ότι επί του ζητήματος αυτού δεν υφίσταται, πράγματι, νομολογία του Δικαστηρίου, ο προς θεμελίωση του παραδεκτού ισχυρισμός προβάλλεται βασίμως, ο δε προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι, περαιτέρω, εξεταστέος ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.

5. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 2753/1999 (Α΄ 249), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 11 του ν. 2954/2001 (Α΄ 255), ορίζεται ότι: «Δικαστικός συμβιβασμός κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ. 4600/1966 (ΦΕΚ 242 Α΄) … μπορεί να ενεργείται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και σε κάθε στάση της δίκης». Εξάλλου, στο άρθρο 1 του ν.δ. 4600/1966, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43), ορίζεται ότι «Δικαστικός συμβιβασμός κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα είναι δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται διοικητική επίλυσις της διαφοράς. 2. Εν διεξαγομένη επ΄ ακροατηρίου συζητήσει ενώπιον οιουδήποτε φορολογικού δικαστηρίου και κατά πάσαν στάσιν της Δίκης, παρισταμένων αμφοτέρων των μερών, πας διάδικος δύναται να προτείνη την κατάργησιν της φορολογικής δίκης, επί τη καταθέσει δηλώσεως εις τον γραμματέα του Δικαστηρίου πέντε πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως. Η δήλωσις υπογραφομένη και υπό του αποδειχθέντος την πρότασιν και θεωρουμένη υπό του διευθύνοντος την συζήτησιν καταχωρίζεται ολόκληρος εις τα πρακτικά άτινα έχουν τ΄ αποτελέσματα αμετακλήτου αποφάσεως. 3. … 8. …». Τέλος, στο μεν άρθρο 52 του ν. 2859/2000 (Α΄ 248) προβλέπεται η δυνατότητα διοικητικής επίλυσης της διαφοράς στις περιπτώσεις εκδόσεως πράξεως επιβολής Φ.Π.Α. και των σχετικών προστίμων, στο δε άρθρο 53 παρ. 1 περ. γ αυτού ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων, το πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού αποτελεί τίτλο βεβαίωσης του φόρου. Περαιτέρω, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζητήσεως της εφέσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου, στο άρθρο 142 αυτού ορίζεται ότι: “1. Η δίκη καταργείται αν, πριν το πέρας της τελευταίας συζήτησης: α) εκλείψει το αντικείμενό της, ή β) … δ) … 2. Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δικαστηρίου … Ως προς την απόφαση αυτή, μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 189 και της παρ. 3 του άρθρου 193”, στο άρθρο 189 ότι “1. … 6. Οι αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζήτησης, αν στον Κώδικα δεν ορίζεται διαφορετικά, λαμβάνονται στην έδρα, διατυπώνονται δε συνοπτικά στο πρακτικό και δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση” και στο άρθρο 193 αυτού ότι “1. … 3. Στο πρακτικό της συζήτησης καταχωρούνται επίσης, οι κατά την παρ. 6 του άρθρου 189 αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζήτησης. 4. … 8. …”. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον ζητηθεί και επέλθει κατ’ εφαρμογήν τους διοικητική επίλυση διαφοράς, που προέκυψε από την έκδοση πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ, η σχετική δίκη καταργείται από το δικαστήριο, χωρίς να ελέγχεται περαιτέρω, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το κύρος της διοικητικής πράξεως, με την οποία εχώρησε η διοικητική επίλυση της διαφοράς. Η πράξη δε, αυτή, λόγω της οποίας επέρχεται η κατάργηση της δίκης, ισχύει εφεξής για τη συγκεκριμένη υπόθεση αντί της σχετικής δικαστικής αποφάσεως (ΣτΕ 281/2014, 3936/2004, πρβλ. 107-111/2016, 1199-1200/2015, 2297/2014 κ.ά.).

6. Επειδή, εν προκειμένω, όπως ανελέγκτως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από το Δημόσιο με την κρινόμενη αίτηση, με την προσκομισθείσα ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου κατ’ άρθρο 1 του ν.δ. 4600/1966 από 22-3-2011 δήλωση του ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, σύμφωνα με την αρ. Πρωτ. …/30-3-2011 πράξη αποδοχής, επετεύχθη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, με συνέπεια, κατά το χρόνο εκδίκασης της ασκηθείσης από τον αναιρεσίβλητο εφέσεως (22-9-2016) κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, να μην υφίσταται φορολογική διαφορά προς επίλυση, από το διοικητικό εφετείο. Το ζήτημα δε αυτό, της υπάρξεως αντικειμένου διαφοράς, ως συναρτώμενο με την εξουσία του εκάστοτε δικάζοντος δικαστηρίου να τάμει μια διαφορά, προηγείται της εξετάσεως παντός άλλου ζητήματος αφορώντος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού σε σχέση με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος-μέσου. Ως εκ τούτου, νομίμως το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αφού, εν προκειμένω, διαπίστωσε την έλλειψη φορολογικής διαφοράς, κατήργησε την ενώπιόν του ανοιγείσα δίκη. Τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με το εισαγωγικό δικόγραφο σε συνδυασμό με το από 18.1.2019 υπόμνημα του αναιρεσείοντος Δημοσίου -με τα οποία, άλλωστε, δεν διευκρινίζεται ποιά βλάβη υφίσταται το Δημόσιο από την κατάργηση της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου δίκης συνεπεία του συμβιβασμού, στον οποίο το ίδιο προέβη με τον αναιρεσίβλητο- είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα ως αβάσιμα, καθώς και η κρινόμενη αίτηση.

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΔΕΔ 2558/2019 Μη επιβολή προστίμου για εκπρόθεσμη τροποποιητική με προσθήκη τέκνου

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Έχοντας υπ’ όψη:

1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
β. Του άρθρου 11 της Δ.ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε)»
γ. Την ΠΟΛ 1064/12.04.2017 Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ΦΕΚ Β 1440/27-4-2017.

2. Την ΠΟΛ 1069/4-3-2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

3. Την αριθμ. Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759 / τ. Β’ / 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.

4. Τη με ημερομηνία κατάθεσης 25/04/2019 και αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή του του με ΑΦΜ , κατοίκου , Τ.Κ., κατά της υπ’ αριθμ /09-04-2019 πράξης επιβολής προστίμου του άρθρου 54 του ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ζακύνθου, για το φορολογικό έτος 2017, και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.

5. Την υπ’ αριθμ /09-04-2019 πράξη επιβολής προστίμου του άρθρου 54 του ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ζακύνθου, για το φορολογικό έτος 2017, της οποίας ζητείται η ακύρωση.

6. Τις απόψεις της Δ.Ο.Υ. Πύργου.

7. Την εισήγηση του ορισθέντος Υπαλλήλου του Τμήματος Α3, όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης. 

Επί της από 25/04/2019 και αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής του του , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:

Με τη με αριθμό /09-04-2019 πράξη επιβολής προστίμου του άρθρου 54 του ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ζακύνθου επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος πρόστιμο συνολικού ποσού ύψους 100,00 €, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του ν.4174/2013, γιατί υπέβαλε εκπρόθεσμα στις 11/12/2018 την με αριθμό καταχώρησης 1η τροποποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2017.

Ο προσφεύγων, με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά την ολική ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ισχυριζόμενος τα εξής: «Το φορολογικό έτος 2018 κατά την υποβολή της εκπρόθεσμης αρχικής φορολογικής δήλωσης του έτους αυτού εκ παραδρομής δεν είχε καταχωρηθεί το εξαρτώμενο μέλος της οικογενείας που γεννήθηκε το 2017 με ΑΜΚΑ , γεγονός που διορθώθηκε με τροποποιητική δήλωση στις 11/12/2018 με αριθμό δήλωσης χωρίς να μεταβάλλεται σε τίποτα το φορολογικό αποτέλεσμα. Σημειώνεται ότι στην δήλωση Α21 που υποβλήθηκε στις 09/07/2018 το εξαρτώμενο μέλος επιδοτήθηκε κανονικά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η παράλειψη αυτή είναι καθαρά πληροφοριακού χαρακτήρα και δεν επιφέρει καμία αλλαγή στον φόρο.»

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 4172/2013 ορίζεται ότι: «1. Αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει, ότι η φορολογική δήλωση που υπέβαλε στη Φορολογική Διοίκηση περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση.2. Αν ο φορολογούμενος υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση εντός της προθεσμίας υποβολής της αρχικής φορολογικής δήλωσης, τότε και η τροποποιητική φορολογική δήλωση επέχει θέση αρχικής δήλωσης και θεωρείται ότι και οι δύο, αρχική και τροποποιητική έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα.3. Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται οποτεδήποτε μέχρι την έκδοση εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της αρχικής δήλωσης με όλες τις συνέπειες περί εκπρόθεσμης δήλωσης. παρ. 1 του ν. 4174/2013.».

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 54 του ν.4174/2013 ορίζεται ότι: «1. Για καθεμία από τις παρακάτω παραβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο στον φορολογούμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο, εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του: α) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα «ή υποβάλει ελλιπή» δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου,

β) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση,

2. Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται ως εξής: α) εκατό (100) ευρώ, σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής σχετικά με την περίπτωση α’ της παραγράφου 1 και, στις φορολογίες κεφαλαίου, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων α’, β’, γ’, δ’ και στ’ της παραγράφου 1.

β) εκατό (100) ευρώ, «για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1» που ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος τήρησης λογιστικών βιβλίων

γ) «διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων «β’, γ’, δ’ και στ’» της παραγράφου 1, [με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων»,] σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα και »

Επειδή, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1138/2018 «Παράταση της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2017 φυσικών προσώπων του άρθρου 3 και νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων του άρθρου 45 του ν. 4172/2013» ορίζεται: «1. Η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2017 των φυσικών προσώπων του άρθρου 3 του ν. 4172/2013, η οποία παρατάθηκε με την Π0Λ.1121/2018 απόφαση της Υφυπουργού Οικονομικών μέχρι τις 26.7.2018, παρατείνεται μέχρι την 30η Ιουλίου 2018.»

Επειδή, σύμφωνα με τις οδηγίες της Π0Λ.1252/20-11-2015 με θέμα: «Παροχή διευκρινίσεων για την εφαρμογή των διατάξεων του Δέκατου Κεφαλαίου του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, άρθρα 53-62)» του Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων: «2. Διαδικαστικές παραβάσεις (άρθρο 54)

α) Μη υποβολή, εκπρόθεσμη υποβολή, ελλιπής υποβολή δηλώσεων από τις οποίες δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα (παρ. 1 περ. α)Για κάθε παράβαση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, από την οποία δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου (πιστωτικές και μηδενικές δηλώσεις), καθώς και φορολογικής δήλωσης πληροφοριακού χαρακτήρα, η οποία αφορά φορολογικά έτη, υποθέσεις και περιόδους από 1.1.2014 και μετά, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ (περ. α’ της παρ. 1 σε συνδυασμό με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 54).

Δηλώσεις πληροφοριακού χαρακτήρα είναι, μεταξύ άλλων, οι καταστάσεις φορολογικών στοιχείων πελατών-προμηθευτών της παρ. 3του άρθρου 14, οι ανακεφαλαιωτικοί πίνακες ενδοκοινοτικών συναλλαγών, τα έντυπα προϋπολογιστικού και απολογιστικού κόστους, οι γνωστοποιήσεις, οι δηλώσεις μητρώου (πλην της δήλωσης εγγραφής στο φορολογικό μητρώο), η δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης κ.λπ. … Δεν επιβάλλεται πρόστιμο σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη φορολογική υποχρέωση (εκ παραδρομής).».

Επειδή, ο προσφεύγων υπέβαλλε την αρχική δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2017 εμπρόθεσμα από την οποία δεν προέκυψε φόρος για καταβολή. Στη συνέχεια υπέβαλε μεν εκπρόθεσμα στις 11/12/2018 τη με αριθμ. καταχώρησης 1η τροποποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2017, χωρίς ωστόσο σε αυτή να περιλαμβάνεται αλλαγή της φορολογητέας ύλης καθόσον υποβλήθηκε για να καταχωρηθεί το εξαρτώμενο μέλος της οικογένειάς του που γεννήθηκε το 2017 και το οποίο εκ παραδρομής δεν είχε καταχωρηθεί στην αρχική δήλωση.

Επειδή, κατά το αληθές νόημά της, η έννοια της τροποποιητικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος καταλαμβάνει την τροποποίηση στοιχείων που άπτονται άμεσα της φορολογητέας ύλης. Τούτο διευκρινίζεται και από τη με αριθ. πρωτοκόλλου Δ12Α 1164337 ΕΞ 2014 Εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία «3. . .. τροποποιητικές δηλώσεις πρέπει να υποβάλλονται όταν γίνεται μεταβολή στη δηλούμενη φορολογητέα ύλη ή δηλώνεται νέα φορολογητέα ύλη ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται ουσιαστικά στοιχεία της δήλωσης, σύμφωνα με την οικεία απόφαση που καθιερώνει τον τύπο και το περιεχόμενό της. 4. Όμως, δεν απαιτείται η υποβολή τροποποιητικής δήλωσης όταν στα πλαίσια και κατά τη διάρκεια του διενεργούμενου ελέγχου παρέχονται από τον φορολογούμενο διευκρινίσεις ή προσκομίζονται από τον φορολογούμενο υποστηρικτικά έγγραφα ή άλλα στοιχεία ή υποβάλλονται έγγραφα τα οποία παραλαμβάνει η φορολογική αρχή με απλή αίτηση του φορολογούμενου».

Επειδή στην ως άνω ερμηνεία του περιεχομένου της τροποποιητικής δήλωσης συνηγορεί και η υπ’ αριθ. 14/2016 Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ., η οποία έγινε αποδεκτή από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων με την ΠΟΛ.1114/2016 «Διευκρινίσεις σχετικά με την υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.)» και στην οποία υπογραμμίζεται ότι στην έννοια της προβλεπόμενης κατ’ άρθρο 19 του ν.4174/2013 τροποποιητικής δήλωσης στεγάζεται πλέον τόσο η υπό την ισχύ της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του ν.2238/1994 συμπληρωματική δήλωση, με την οποία ο φορολογούμενος επαύξανε τις φορολογικές υποχρεώσεις του, όσο και η κατά την παραγράφου 4 του άρθρου 61 του ίδιου νόμου ανακλητική δήλωση, με την οποία ο φορολογούμενος απέβλεπε στη μείωση των υποχρεώσεών του που προέκυπταν από την αρχική του δήλωση. Αμφότερες δε οι κατηγορίες αυτές δηλώσεων (συμπληρωματική και ανακλητική) συνδέονταν, υπό το καθεστώς του ν.2238/1994, με την επαύξηση ή μείωση της φορολογητέας ύλης και όχι με την τροποποίηση λοιπών πληροφοριακών στοιχείων της δήλωσης, με την οποία, μάλιστα, δεν παραβιάζεται καμία φορολογική διάταξη.

Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση, η τροποποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προσφεύγοντος φορολογικού έτους 2017, υποβλήθηκε χωρίς να μεταβληθεί κανένα ουσιαστικό στοιχείο της δήλωσης, και δε δύναται, υπό το φως των αρχών της χρηστής διοίκησης και της νομιμότητας, να επισύρει επιβολή προστίμου, καθώς δεν στοιχειοθετείται η διαδικαστική παράβαση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 54 του ν.4174/2013.

Αποφασίζουμε

Την αποδοχή της με ημερομηνία κατάθεσης 25/04/2019 και αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής του προσφεύγοντος του με ΑΦΜ και την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

Οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου – καταλογιζόμενο ποσό με βάση την παρούσα απόφαση:

Υπ’ αριθμ /2019 πράξη επιβολής προστίμου του άρθρου 54 του ν.4174/2013, του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ζακύνθου για το φορολογικό έτος 2017:

Ποσό 0,00 € (μηδέν ευρώ)

Εντελλόμεθα όπως αρμόδιο όργανο κοινοποιήσει με τη νόμιμη διαδικασία την παρούσα απόφαση στον υπόχρεο.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner