ΔΔΘΕΚΑ Β 1140206 ΕΞ 2019 Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της περιφερειακής σύμβασης για πανευρωμεσογειακούς προτιμησιακούς κανόνες καταγωγής ή των πρωτοκόλλων για τους κανόνες καταγωγής που προβλέπουν διαγώνια σώρευση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της παρούσας σύμβασης

Θέμα: «Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της περιφερειακής σύμβασης για πανευρωμεσογειακούς προτιμησιακούς κανόνες καταγωγής ή των πρωτοκόλλων για τους κανόνες καταγωγής που προβλέπουν διαγώνια σώρευση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της παρούσας σύμβασης».

ΣΧΕΤ.: 1) Η αριθ. πρωτ. ΔΔΘΕΚΑ Β 1069105 ΕΞ2019/14.05.2019 (ΑΔΑ:65Ν346ΜΠ3Ζ-Ι8Ρ) διαταγή της υπηρεσίας μας (Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της Περιφερειακής Σύμβασης για πανευρωμεσογειακούς προτιμησιακούς κανόνες καταγωγής ή των πρωτοκόλλων για τους κανόνες καταγωγής που προβλέπουν διαγώνια σώρευση).

Σας κοινοποιούμε για ενημέρωση και εφαρμογή την εν θέματι αναφερόμενη ανακοίνωση της Επιτροπής με αριθμό 2019/C 333/03, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο τεύχος C 333/04.10.2019. Η παρούσα ανακοίνωση αντικαθιστά την ανακοίνωση 2019/C 158/06, η οποία κοινοποιήθηκε με την ανωτέρω (1) σχετική.

Επί της κοινοποιούμενης ανακοίνωσης, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

Ο Πίνακας 1 αποτελεί μια απλουστευμένη επισκόπηση των δυνατοτήτων σώρευσης την 1η Σεπτεμβρίου 2019. Ειδικότερα, με την ένδειξη «Χ» σημειώνεται η ύπαρξη συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ δυο εταίρων, η οποία περιέχει κανόνες καταγωγής που επιτρέπουν τη σώρευση βάσει πανευρωμεσογειακών προτύπων κανόνων καταγωγής. Για την εφαρμογή διαγώνιας σώρευσης μεταξύ τριών εταίρων θα πρέπει να υπάρχει η ένδειξη «Χ» στα σημεία τομής του πίνακα για όλους τους συνδυασμούς ζευγών μεταξύ των τριών εταίρων.

Στους Πίνακες 2 και 3 απεικονίζονται οι ημερομηνίες από τις οποίες αρχίζει να εφαρμόζεται η διαγώνια σώρευση.

Ειδικότερα, οι ημερομηνίες στον Πίνακα 2 αφορούν: α) στην ημερομηνία εφαρμογής της διαγώνιας σώρευσης, με βάση το άρθρο 3 του παραρτήματος Ι της Περιφερειακής Σύμβασης για τους πανευρωμεσογειακούς κανόνες καταγωγής (εφεξής: «Σύμβαση»), όπου η σχετική συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών παραπέμπει στη Σύμβαση (Convention). Στις περιπτώσεις αυτές πριν από την ημερομηνία τίθεται η ένδειξη «C» και β) στην ημερομηνία εφαρμογής των πρωτοκόλλων για τους κανόνες καταγωγής, που προβλέπουν διαγώνια σώρευση, τα οποία επισυνάπτονται στη σχετική συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών, στις λοιπές περιπτώσεις. 

Οι ημερομηνίες στον Πίνακα 3 αναφέρονται στην ημερομηνία εφαρμογής των πρωτοκόλλων για τους κανόνες καταγωγής που προβλέπουν διαγώνια σώρευση, τα οποία επισυνάπτονται στις συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ ΕΕ, Τουρκίας και των συμμετεχόντων στη Διαδικασία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης της ΕΕ. Κάθε φορά που σε συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών του Πίνακα 3, γίνεται αναφορά στη Σύμβαση, προστίθεται η σχετική ημερομηνία στον Πίνακα 2 με την ένδειξη (C) πριν από αυτή.

Ειδικότερα:

– Στον Πίνακα 3 προστέθηκε η ημερομηνία «1.9.2019» στις αντίστοιχες στήλες (σημείο τομής) μεταξύ Κοσσυφοπεδίου (KO) και Τουρκίας (TR), υποδηλώνοντας την ημερομηνία εφαρμογής των πρωτοκόλλων για τους κανόνες καταγωγής που προβλέπουν διαγώνια σώρευση, τα οποία επισυνάπτονται στη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ Τουρκίας και Κοσσυφοπεδίου.

Κατά συνέπεια, στον Πίνακα 1, προστέθηκε η ένδειξη «Χ» στις αντίστοιχες στήλες (σημείο τομής) μεταξύ Κοσσυφοπεδίου (KO) και Τουρκίας (TR), υποδηλώνοντας την ύπαρξη συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ των δυο εταίρων, η οποία περιέχει κανόνες καταγωγής που επιτρέπουν τη σώρευση βάσει πανευρωμεσογειακών προτύπων κανόνων καταγωγής. Σημειώνουμε ότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, για την εφαρμογή διαγώνιας σώρευσης μεταξύ τριών εταίρων θα πρέπει να υπάρχει η ένδειξη «Χ» στα σημεία τομής του πίνακα για όλους τους συνδυασμούς ζευγών μεταξύ των τριών εταίρων, π.χ για τους εταίρους ΕΕ, Κοσσυφοπέδιο και Τουρκία, θα πρέπει να υπάρχει η ένδειξη «Χ» στο σημείο τομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Κοσσυφοπέδιο, της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία και του Κοσσυφοπέδιου με την Τουρκία.

– Στον Πίνακα 2, προστέθηκε η ημερομηνία «1.6.2019» με την ένδειξη (C) πριν από αυτή, στις αντίστοιχες στήλες (σημείο τομής) μεταξύ Σερβίας (RS) και Τουρκίας (TR), υποδηλώνοντας ότι στη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών που έχει συναφθεί μεταξύ των εν λόγω μερών, γίνεται αναφορά στη Σύμβαση.

Οι επαγγελματικοί ή συνδικαλιστικοί φορείς προς τους οποίους κοινοποιείται η παρούσα με τα συνημμένα της, παρακαλούνται όπως μεριμνήσουν για τη σχετική ενημέρωση των μελών τους.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αριθμ. Α.1367 Τροποποίηση της ΠΟΛ. 1144/21.9.2017 (Β΄3477) υπουργικής απόφασης σχετικά με τον προσδιορισμό των ημερομηνιών έναρξης ισχύος και εφαρμογής της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών (ΠΣΑΑ) σε διμερή βάση δυνάμει του άρθρου πέμπτου παρ. 2 δεύτερο εδάφιο του N . 4428/2016 (Α΄ 190), όπως έχει τροποποιηθεί με την αριθμ. ΠΟΛ. 1090/17.5.2018 (Β΄ 1982) όμοια απόφαση και ισχύει. Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:

α) Του άρθρου πέμπτου, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο του Ν. 4428/2016 (Α΄ 190) «Κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών και διατάξεις εφαρμογής», σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου πρώτου του ίδιου νόμου και ιδίως το Τμήμα 1 περίπτ. η΄, Τμήμα 3 παρ. 3 και το Τμήμα 7 παρ. 1 περίπτ. α΄ και παρ. 2.1 της κυρωθείσας με το άρθρο αυτό Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών (ΠΣΑΑ).

β) Του άρθρου 28, παρ. 3 και 6 και του άρθρου 32 παρ. 1 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 της ίδιας Σύμβασης σχετικά με την αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα (Σύμβαση), όπως τροποποιήθηκε με το από 2010 Πρωτόκολλο Τροποποίησής της και κυρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4153/2013 (Α΄ 116) «Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), με τα συναφή Παραρτήματα Α΄ και Β΄ σχετικά με την αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα και του Πρωτοκόλλου Τροποποίησης αυτής».

γ) Του Κεφαλαίου Α΄ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του Ν. 4389/2016 (Α΄ 94) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις».

δ) Του π.δ. 142/2017 (Α΄ 181) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.

2. Την αριθμ. ΠΟΛ. 1144/21.9.2017 (Β΄ 3477) υπουργική απόφαση «Προσδιορισμός των ημερομηνιών έναρξης ισχύος και εφαρμογής της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών (ΠΣΑΑ) σε διμερή βάση δυνάμει του άρθρου πέμπτου παρ. 2 δεύτερο εδάφιο του Ν. 4428/2016 (Α΄ 190)», όπως έχει τροποποιηθεί με την αριθμ. ΠΟΛ. 1090/17.5.2018 (Β΄ 1982) όμοια απόφαση και ισχύει.

3. Την αριθμ. ΠΟΛ. 1135/29.8.2017 (Β΄3053) υπουργική απόφαση «Καθορισμός του καταλόγου των Δικαιοδοσιών των Αρμόδιων Αρχών της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών χρηματοοικονομικών λογαριασμών δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου πέμπτου του Ν. 4428/2016», όπως έχει τροποποιηθεί με τις αριθμ. ΠΟΛ. 1078/27.4.2018 (Β΄ 1634) και Α. 1160/19.4.2019 (Β΄ 1477) όμοιες αποφάσεις και ισχύει.

4. Τον από Νοέμβριο 2018 κατάλογο του ΟΟΣΑ με τις δικαιοδοσίες που έχουν δεσμευθεί για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών βάσει του Κοινού Προτύπου Αναφοράς (ΚΠΑ) με αναφορά στη δέσμευσή τους ως προς το έτος πρώτης ανταλλαγή πληροφοριών («AEOI: Status of Commitments», βλ. https://www.oecd.org/tax/ transparency/AEOI-commitments.pdf).

5. Την από 19.4.2019 τελευταία αναθεωρημένη Γνωστοποίηση της Ελληνικής Δημοκρατίας δυνάμει του Τμήματος 7, παρ. 1, περίπτ. στ΄ της ΠΣΑΑ προς τη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου του ΟΟΣΑ, σχετικά με τον κατάλογο Δικαιοδοσιών των Αρμοδίων Αρχών ως προς τις οποίες η Αρμόδια Αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας προτίθεται να θέσει σε ισχύ και να εφαρμόζει την ΠΣΑΑ.

6. Τον από Απρίλιο 2019 κατάλογο της Γραμματείας Συντονιστικού Οργάνου της Σύμβασης σχετικά με τις Αρμόδιες Αρχές που έχουν υπογράψει την ΠΣΑΑ και μεταξύ των οποίων αυτή η Συμφωνία είναι σε ισχύ και εφαρμογή (Παράρτημα Ε΄ της ΠΣΑΑ), όπως δημοσιεύθηκε και αναθεωρήθηκε στον ιστότοπο του ΟΟΣΑ («Activated Exchange Relationships for CRS information”, βλ. https:// www.oecd.org/tax/automatic-exchange/international-framework-for-the- crs/exchange-relationships/), σύμφωνα με τις διατάξεις του Τμήματος 7 παρ. 2.2 της ίδιας Συμφωνίας, σε συνδυασμό με τις Γνωστοποιήσεις του Τμήματος 7 παρ. 1 των άλλων δικαιοδοσιών, όπως γνωστοποιήθηκαν από τον ΟΟΣΑ στην Αρμόδια Αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας, μέχρι 30.4.2019.

7. Τον από 13.6.2019 κατάλογο της Γραμματείας Συντονιστικού Οργάνου της Σύμβασης σχετικά με το καθεστώς των δικαιοδοσιών που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση ως προς την ημερομηνία έναρξης ισχύος της ^Jurisdictions Participating in the Convention on Mutual Administrative Assistamnce in Tax Matters» βλ. https:// www.oecd.org/tax/exchange-of-tax-information/ Status_of_convention.pdf).

8. Την από 8.3.2018 καταχώριση στον Θεματοφύλακα της Σύμβασης της Δήλωσης της Ελληνικής Δημοκρατίας «Δήλωση ως προς την Ημερομηνία Εφαρμογής για Ανταλλαγές Πληροφοριών βάσει της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών», δυνάμει της παρ. 6 του άρθρου 28 της Σύμβασης, όπως κυρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4153/2013 (Α΄ 116), και τις αντίστοιχες Δηλώσεις άλλων δικαιοδοσιών που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης έως την 30.4.2019.

9. Την αριθμ. Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.3.2017 (Β΄ 968) απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».

10. Την αριθμ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (Β΄ 130 και Β΄ 372) υπουργική απόφαση «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών» και την αριθμ. Δ6Α 1145867 ΕΞ2013/25.9.2013 (Β΄ 2417) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαρ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 41 του Ν. 4389/2016 .

11. Την αριθμ. 1 της 20.1.2016 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών» (Υ.Ο.Δ.Δ. 18), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 10 του άρθρου 41 του Ν. 4389/2016 και την αριθμ. 39/3/30.11.2017 (Υ.Ο.Δ.Δ. 689) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της ΑΑΔΕ «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων».

12. Το π.δ. 83/2019 (Α΄121) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

13. Την αριθμ. 339/18.7.2019 (Β΄ 3051) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών, Απόστολο Βεσυρόπουλο».

14. Την εισήγηση της Δ/νσης ΔΟΣ της ΑΑΔΕ ως αρμόδιας αρχής δυνάμει του άρθρου δεύτερου, παρ. 1 του Ν. 4428/2016.

15. Την ανάγκη τροποποίησης της αναφερόμενης στο σημείο 2 της παρούσας υπουργικής απόφασης, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις ως προς τις νέες δικαιοδοσίες με τις οποίες η ΠΣΑΑ τέθηκε σε ισχύ και εφαρμογή, για την ομαλή και απρόσκοπτη συνέχιση της εφαρμογής του πλαισίου της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών χρηματοοικονομικών λογαριασμών κατά το τρέχον έτος, σύμφωνα με την εισήγηση του Διοικητή ΑΑΔΕ στον Υπουργό Οικονομικών δυνάμει της διάταξης του άρθρου 14, παρ. 2, περίπτ. γ΄ του Ν. 4389/2016 .

16. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Αντικαθιστούμε το άρθρο 1 της αριθμ. ΠΟΛ. 1144/21.9.2017 (Β΄ 3477) υπουργικής απόφασης, όπως έχει αντικατασταθεί με την αριθμ. ΠΟΛ. 1090/17.5.2018 (Β΄ 1982) όμοια απόφαση, ως ακολούθως:

«`Αρθρο 1

Ισχύς και εφαρμογή της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών σε διμερή βάση.

Η Πολυμερής Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών (ΠΣΑΑ) μεταξύ της Αρμόδιας Αρχής της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Αρμόδιων Αρχών καθεμίας από τις άλλες Δικαιοδοσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα του παρόντος άρθρου, ισχύει και εφαρμόζεται ως εξής:

ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ (ΠΣΑΑ) ΣΕ ΔΙΜΕΡΗ ΒΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΩΝ
α/α Ονομασία Δικαιοδοσίας στην ελληνική γλώσσα Ονομασία Δικαιοδοσίας στην αγγλική γλώσσα Έτος αναφορικά με το οποίο διενεργείται η πρώτη ανταλλαγή πληροφοριών
1 Ανγκουίλα Anguilla 2016
2 Αντίγκουα και Μπαρμπούντα Antigua and Barbuda 2017*
3 Αργεντινή Argentina 2016
4 Αρούμπα Aruba 2017
5 Αυστραλία Australia 2017
6 Αζερμπαϊτζάν Azerbaijan 2017
7 Μπαχάμες Bahamas 2017*
8 Μπαχρέιν Bahrain 2017*
9 Μπαρμπάντος Barbados 2017
10 Μπελίζε Belize 2017
11 Βερμούδες Bermuda 2016
12 Βραζιλία Brazil 2017
13 Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι British Virgin Islands 2016
14 Καναδάς Canada 2017
15 Νήσοι Κάιμαν Cayman Islands 2016
16 Χιλή Chile 2017
17 Κίνα China 2017
18 Κολομβία Colombia 2016
19 ΝήσοιΚουκ Cook Islands 2017*
20 Κόστα Ρίκα Costa Rica 2017
21 Κουρασάο Curagao 2017
22 Φερόες Νήσοι Faroe Islands 2016
23 Γροιλανδία Greenland 2017
24 Γρενάδα Grenada 2017*
25 Γκέρνζι Guernsey 2016
26 Χονγκ Κονγκ, Κίνα Hong Kong, China 2017*
27 Ισλανδία Iceland 2016
28 Ινδία India 2016
29 Ινδονησία Indonesia 2017
30 Νήσος του Μαν Isle of Man 2016
31 Ισραήλ Israel 2017
32 Ιαπωνία Japan 2017
33 Τζέρζι Jersey 2016
34 Νότια Κορέα Korea 2016
35 Κουβέιτ Kuwait 2018*
36 Λίβανος Lebanon 2017*
37 Μακάο, Κίνα Macao, China 2017*
38 Μαλαισία Malaysia 2017*
39 Νήσοι Μάρσαλ Marshall Islands 2017*
40 Μαυρίκιος Μauritius 2017
41 Μεξικό Mexico 2016
42 Μοντσεράτ Montserrat 2016
43 Ναουρού Nauru 2017*
44 Κάτω Χώρες (σχετικά με τις νήσους Μποναίρ, `Αγιος Ευστάθιος και Σάμπα) Netherlands (in respect to the islands of Bonaire, Sint Eustatius and Saba) 2016
45 Νέα Ζηλανδία New Zealand 2017
46 Νορβηγία Norway 2016
47 Πακιστάν Pakistan 2017*
48 Παναμάς Panama 2017*
49 Κατάρ Qatar 2017*
50 Ρωσία Russian Federation 2017
51 `Αγιος Χριστόφορος και Νέβις Saint Kitts and Nevis 2017
52 Αγία Λουκία Saint Lucia 2017*
53 `Αγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες Saint Vincent and the Grenadines 2017
54 Σαμόα Samoa 2017
55 Σαουδική Αραβία Saudi Arabia 2017
56 Σεϋχέλλες Seychelles 2016
57 Σινγκαπούρη Singapore 2017
58 Νότια Αφρική South Africa 2016
59 Νήσοι Τερκ και Κάικος Turks and Caicos Islands 2016
60 Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα United Arab Emirates 2017*
61 Ουρουγουάη Uruguay 2017
62 Βανουάτου Vanuatu 2017*

ΠΗΓΗ: E-FOROLOGIA

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Yπόθεση C-653/18 Απαλλαγές κατά την εξαγωγή – Έννοια της «παραδόσεως αγαθών» – Άρθρο 131 – Προϋποθέσεις που καθορίζονται από τα κράτη μέλη – Αρχή της αναλογικότητας – Αρχή της φορολογικής ουδετερότητας – Αποδείξεις – Φοροδιαφυγή – Πρακτική ενός κράτους μέλους που συνίσταται στη μη αναγνώριση του δικαιώματος απαλλαγής σε περίπτωση κατά την οποία ο αποκτών τα εξαχθέντα αγαθά δεν έχει προσδιορισθεί

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2019 «Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) – Οδηγία 2006/112/ΕΚ – Άρθρο 146 – Απαλλαγές κατά την εξαγωγή – Έννοια της “παραδόσεως αγαθών” – Άρθρο 131 – Προϋποθέσεις που καθορίζονται από τα κράτη μέλη – Αρχή της αναλογικότητας – Αρχή της φορολογικής ουδετερότητας – Αποδείξεις – Φοροδιαφυγή – Πρακτική ενός κράτους μέλους που συνίσταται στη μη αναγνώριση του δικαιώματος απαλλαγής σε περίπτωση κατά την οποία ο αποκτών τα εξαχθέντα αγαθά δεν έχει προσδιορισθεί»

Στην υπόθεση C-653/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Naczelny Sąd Administracyjny (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πολωνία) με απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Οκτωβρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Unitel sp. z o.o.

κατά

Dyrektor Izby Skarbowej w Warszawie,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

– η Unitel sp. z o.o., εκπροσωπούμενη από τον A. Nikończyk, doradca podatkowy,

– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Siekierzyńska και J. Jokubauskaitė,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 131 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1, στο εξής: οδηγία περί ΦΠΑ), υπό το πρίσμα, ιδίως, των αρχών της φορολογικής ουδετερότητας και της αναλογικότητας.

2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Unitel sp. z o.o. και του Dyrektor Izby Skarbowej w Warszawie (διευθυντή της δημόσιας φορολογικής αρχής της Βαρσοβίας, στο εξής: διευθυντής της δημόσιας φορολογικής αρχής) σχετικά με άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) για εξαγωγές αγαθών εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2007.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3 Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει τα εξής:

«Ως “παράδοση αγαθών” θεωρείται η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό.»

4 Κατά το άρθρο 131 της οδηγίας αυτής:

«Οι απαλλαγές που προβλέπονται στα κεφάλαια 2 έως 9 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων […] διατάξεων [της Ένωσης] και με τις προϋποθέσεις που καθορίζουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίζουν την ορθή και απλή εφαρμογή των εν λόγω απαλλαγών και να προλαμβάνουν κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή ή κατάχρηση.»

5 Το άρθρο 146 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο περιέχεται στο επιγραφόμενο «Απαλλαγές κατά την εξαγωγή» κεφάλαιο 6 της οδηγίας αυτής, προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχεία αʹ και βʹ, τα εξής:

«Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις:

α) τις παραδόσεις αγαθών, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από τον πωλητή ή για λογαριασμό του εκτός της [Ένωσης],

β) τις παραδόσεις αγαθών, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από μη εγκατεστημένο στο αντίστοιχο έδαφός τους αποκτώντα ή για λογαριασμό του, εκτός της [Ένωσης], με εξαίρεση τα αγαθά που μεταφέρονται από τον ίδιο τον αποκτώντα και προορίζονται για εξοπλισμό ή εφοδιασμό σκαφών αναψυχής και τουριστικών αεροσκαφών ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου ιδιωτικής χρήσης».

6 Το άρθρο 168, στοιχείο αʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει ότι, στον βαθμό που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες των φορολογούμενων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο έχει το δικαίωμα, στο κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιεί τις πράξεις του, να εκπίπτει από τον οφειλόμενο φόρο τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα στο εν λόγω κράτος μέλος ΦΠΑ για τα αγαθά που του παραδόθηκαν ή πρόκειται να του παραδοθούν και για τις υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον υποκείμενο στον φόρο. Δυνάμει του άρθρου 169, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, ο υποκείμενος στον φόρο έχει δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ, εφόσον τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις πράξεις του που απαλλάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 146 της εν λόγω οδηγίας.

Το πολωνικό δίκαιο

7 Το άρθρο 2, σημείο 8, του ustawa o podatku od towarów i usług (νόμου περί του φόρου επί αγαθών και υπηρεσιών), της 11ης Μαρτίου 2004 (Dz. U. του 2011, αριθ. 177, θέση 1054), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί ΦΠΑ), ορίζει τα εξής:

«Οσάκις άλλες διατάξεις αφορούν […] την εξαγωγή αγαθών, η έννοια αυτή αφορά την παράδοση αγαθών που αποστέλλονται ή μεταφέρονται εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το έδαφος της ημεδαπής:

a) από έναν προμηθευτή ή για λογαριασμό αυτού του προμηθευτή, ή

b) από έναν αποκτώντα με έδρα στην αλλοδαπή ή για λογαριασμό αυτού του αποκτώντος, με εξαίρεση τα αγαθά που εξάγονται από τον ίδιο τον αποκτώντα και προορίζονται για εξοπλισμό ή εφοδιασμό σκαφών αναψυχής και τουριστικών αεροσκαφών ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου ιδιωτικής χρήσεως, εφόσον η εξαγωγή των αγαθών εκτός του εδάφους της Ένωσης έχει βεβαιωθεί από την αρμόδια, κατά την οικεία νομοθεσία, τελωνειακή αρχή.»

8 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου ορίζει ότι «συνιστά παράδοση αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, σημείο 1, η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ένα αγαθό».

9 Το άρθρο 41 του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:

«[…]

4) Επί εξαγωγής αγαθών κατά το άρθρο 2, σημείο 8, στοιχείο a, ο φορολογικός συντελεστής είναι μηδενικός.

[…]

6) Ο μηδενικός φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται επί των εξαγωγών περί των οποίων γίνεται λόγος στις παραγράφους 4 και 5, με την προϋπόθεση ότι ο υποκείμενος στον φόρο έχει λάβει βεβαίωση περί εξαγωγής των αγαθών από το έδαφος της Ένωσης, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δηλώσεως για την επίμαχη λογιστική περίοδο.

[…]

11) Οι παράγραφοι 4 και 5 εφαρμόζονται αναλογικά και επί εξαγωγής αγαθών κατά το άρθρο 2, σημείο 8, στοιχείο b, εφόσον πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δηλώσεως για τη λογιστική περίοδο εντός της οποίας διενεργήθηκε η παράδοση των αγαθών ο υποκείμενος στον φόρο λάβει την προβλεπόμενη στην παράγραφο 6 βεβαίωση, από την οποία προκύπτει ότι τα παραδοθέντα και εξαχθέντα αγαθά ταυτίζονται. […]

[…]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10 Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο 2007, η Unitel, εταιρία εγκατεστημένη στην Πολωνία, πώλησε κινητά τηλέφωνα σε δύο ουκρανικές οντότητες. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε σε σχέση με την ως άνω εταιρία, η φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι είχε μεν κινηθεί η διαδικασία εξαγωγής των εν λόγω κινητών τηλεφώνων εκτός του εδάφους της Ένωσης, πλην όμως τα αγαθά αυτά δεν είχαν αποκτηθεί από τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια οντότητες, αλλά από άλλες οντότητες που δεν έχουν προσδιορισθεί. Κατόπιν αυτού, η ως άνω αρχή έκρινε, με απόφαση η οποία επικυρώθηκε με απόφαση του διευθυντή της δημόσιας φορολογικής αρχής της 29ης Αυγούστου 2014, ότι δεν είχε υπάρξει παράδοση αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 8, του νόμου περί ΦΠΑ, και ότι, ως εκ τούτου, η Unitel δεν είχε δικαίωμα να εφαρμόσει τον μηδενικό συντελεστή ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 4, του νόμου αυτού.

11 Επιληφθέν προσφυγής κατά της αποφάσεως του διευθυντή της δημόσιας φορολογικής αρχής, το Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie (διοικητικό δικαστήριο της περιφέρειας της Βαρσοβίας, Πολωνία) επισήμανε ότι από τις διαπιστώσεις που έγιναν προέκυπτε ότι η μία από τις δύο ουκρανικές οντότητες ήταν εικονική εταιρία που χρησιμοποιήθηκε με σκοπό τη συγκάλυψη του πραγματικού αποδέκτη καθώς και την τέλεση φοροδιαφυγής έναντι τόσο των πολωνικών όσο και των ουκρανικών φορολογικών αρχών, και ότι η άλλη οντότητα δεν ήταν ο οικονομικός φορέας εκείνος που είχε αποκτήσει τα τηλέφωνα από την Unitel. Το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε υπάρξει παράδοση αγαθών, δεδομένου ότι η φορολογική αρχή είχε αποδείξει ότι οι αναγραφόμενοι στα τιμολόγια αποκτώντες τα αγαθά δεν είχαν τα εν λόγω αγαθά στην κατοχή τους, δεν τα είχαν διαθέσει ως κύριοι και δεν ασκούσαν καμία οικονομική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα οι επίμαχες πράξεις να μην μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «εξαγωγή αγαθών», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 8, του νόμου περί ΦΠΑ. Επιπλέον, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η Unitel δεν είχε επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια κατά τη διενέργεια των πράξεων αυτών. Συναφώς, επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρία αυτή είχε καταρτίσει τα τιμολόγιά της στηριζόμενη σε στοιχεία που είχαν υποβληθεί από οντότητες των οποίων τα νομιμοποιητικά έγγραφα δεν ήσαν έγκυρα ή οι οποίες δεν διέθεταν πραγματικές επαγγελματικές διευθύνσεις έγκυρα έγγραφα που να δικαιολογούν τη λογιστική καταχώριση του ΦΠΑ.

12 Η Unitel άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie (διοικητικού δικαστηρίου της περιφέρειας της Βαρσοβίας) ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Naczelny Sąd Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πολωνία). Η Unitel προβάλλει, προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 131 της οδηγίας περί ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της εν λόγω οδηγίας, καθόσον η εφαρμογή του μηδενικού συντελεστή εξαρτήθηκε από την τήρηση τυπικών προϋποθέσεων, ενώ πληρούνταν όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του συντελεστή αυτού, καθώς και πλάνη περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 41, παράγραφοι 4 και 11, του νόμου περί ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 41, παράγραφος 6, το άρθρο 2, σημείο 8, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου αυτού. Κατά την άποψη της εν λόγω εταιρίας, η πλάνη αυτή συνίσταται στο ότι το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι η παράδοση αγαθών είναι πραγματική μόνον όταν ο οικονομικός φορέας που αναγράφεται στο τιμολόγιο ως αποκτών ταυτίζεται με τον οικονομικό φορέα που πράγματι μετέχει υπό την ιδιότητα αυτή στην επίμαχη πράξη, στο ότι το ως άνω δικαστήριο αρνήθηκε, κατά συνέπεια, να χαρακτηρίσει την εν λόγω πράξη ως εξαγωγή αγαθών και να εφαρμόσει τον μηδενικό συντελεστή και στο ότι το ως άνω δικαστήριο εκτίμησε, εντούτοις, ότι η εν λόγω πράξη αποτελεί παράδοση φορολογητέα με τον εθνικό συντελεστή.

13 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης είναι αναγκαία η ερμηνεία της οδηγίας περί ΦΠΑ, αρχής γενομένης από την έννοια της «παραδόσεως αγαθών», κατά το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας αυτής. Επισημαίνει ότι οι εθνικές φορολογικές αρχές φρονούν ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου περί ΦΠΑ, με το οποίο μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ, δηλαδή ως μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, το οικείο αγαθό. Ως εκ τούτου, κατά τις εν λόγω αρχές, αμφότερα τα μέρη που συμμετέχουν στην εκτέλεση της πράξεως πρέπει να είναι υπαρκτά και να έχουν προσδιορισθεί, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν ο αποκτών που αναγράφεται στο τιμολόγιο ή στα τελωνειακά έγγραφα είναι πλασματική οντότητα ή όταν ο αποκτών τα αγαθά εκτός του εδάφους της Ένωσης είναι άλλο πρόσωπο που δεν έχει προσδιορισθεί. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή γίνεται επίσης δεκτή εκ μέρους της πλειονότητας των πολωνικών διοικητικών δικαστηρίων.

14 Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι όντως πραγματοποιήθηκε μια παράδοση αγαθών εκτός του εδάφους της Ένωσης, όταν η εξαγωγή των εν λόγω αγαθών δεν αμφισβητείται αυτή καθεαυτήν, είναι πράγματι αναγκαίο η οντότητα που αναγράφεται στο τιμολόγιο του προμηθευτή και στα τελωνειακά έγγραφα ως ο αποκτών τα εν λόγω αγαθά να συμπίπτει με τον πραγματικό παραλήπτη των εν λόγω αγαθών. Το ως άνω δικαστήριο διερωτάται αν, σε μια τέτοια κατάσταση, υπάρχει μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ. Το ως άνω δικαστήριο επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, BDV Hungary Trading (C-563/12, EU:C:2013:854), το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής κατά την εξαγωγή οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, ιδίως η προϋπόθεση της εξόδου των οικείων αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, δεν οφείλεται ΦΠΑ για μια τέτοια παράδοση και ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν υφίσταται πλέον, καταρχήν, κίνδυνος φοροδιαφυγής ή απωλειών φόρου δυνάμενος να δικαιολογήσει τη φορολόγηση της επίμαχης πράξεως.

15 Στο πλαίσιο αυτό, κατά το αιτούν δικαστήριο, τίθεται στη συνέχεια το ζήτημα σε ποιο βαθμό μια ενδεχόμενη φοροδιαφυγή γενομένη στο έδαφος του τρίτου κράτους όπου το εξαχθέν αγαθό παραλήφθηκε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που αναγράφεται στα τελωνειακά έγγραφα έχει επίπτωση επί της εφαρμογής της απαλλαγής με δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ. Εξετάζοντας τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία εναπόκειται στα κράτη μέλη να μην επιτρέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπει η οδηγία περί ΦΠΑ στην περίπτωση που ο ίδιος ο υποκείμενος στον φόρο φοροδιαφεύγει ή όταν ο υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι, με την επίμαχη πράξη, μετείχε σε πράξη η οποία αποτελεί μέρος απάτης περί τον ΦΠΑ, το ως άνω δικαστήριο διερωτάται αν η υποχρέωση αυτή, η οποία αποσκοπεί στην προστασία της εσωτερικής αγοράς, τυγχάνει εφαρμογής όταν η φοροδιαφυγή τελείται αποκλειστικά στο έδαφος τρίτου κράτους, που είναι το κράτος προορισμού και καταναλώσεως των εξαχθέντων αγαθών.

16 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, είναι προσήκουσα η εθνική πρακτική που συνίσταται στο να εφαρμόζεται ο ΦΠΑ επί της επίμαχης πράξεως ως εάν αποτελούσε αυτή παράδοση εντός της εθνικής επικράτειας, ενώ η διαπίστωση της ανυπαρξίας παραδόσεως αγαθών θα έπρεπε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η πράξη αυτή δεν υπόκειται σε ΦΠΑ και δεν παρέχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ εισροών.

17 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Naczelny Sąd Administracyjny (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Πρέπει, υπό το φως του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 131 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], καθώς και των αρχών της φορολογήσεως στον τόπο καταναλώσεως, της ουδετερότητας και της αναλογικότητας, κατ’ ορθή εθνική πρακτική να χορηγείται απαλλαγή από φόρο με δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ (στην Πολωνία με συντελεστή 0 %), εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις:

α) η εξαγωγή των αγαθών να έγινε προς μη επακριβώς προσδιορισμένο παραλήπτη που δεν έχει την έδρα του στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και

β) να αποδεικνύεται σαφώς ότι τα αγαθά έχουν εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης και να μην αμφισβητείται το γεγονός αυτό;

2) Αντιτίθεται το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο 131 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], καθώς και οι αρχές της φορολογήσεως στον τόπο καταναλώσεως, της ουδετερότητας και της αναλογικότητας, σε εθνική πρακτική κατά την οποία θεωρείται ότι δεν υφίσταται παράδοση αγαθών που αδιαμφισβήτητα έχουν εξαχθεί από το έδαφος της Ένωσης, εφόσον στο πλαίσιο της ακολουθούμενης διαδικασίας οι εθνικές αρχές διαπιστώσουν μετά την εξαγωγή ότι ο πραγματικός παραλήπτης δεν ταυτίζεται με τον αναγραφόμενο στο τιμολόγιο το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο στον φόρο και τεκμηριώνει την παράδοση, πολλώ δε μάλλον καθόσον τα αγαθά έχουν παραδοθεί σε τρίτον τον οποίο οι αρχές δεν δύνανται να εντοπίσουν, με αποτέλεσμα να αρνούνται τη χορήγηση απαλλαγής από τον φόρο με δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας (στην Πολωνία με φορολογικό συντελεστή 0 %) για την εν λόγω συναλλαγή;

3) Πρέπει, υπό το φως του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και του άρθρου 131 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], καθώς και των αρχών της φορολογήσεως στον τόπο καταναλώσεως, της ουδετερότητας και της αναλογικότητας, κατ’ ορθή εθνική πρακτική να εφαρμόζεται επί παραδόσεως αγαθών ο εθνικός φορολογικός συντελεστής, εφόσον αποδεικνύεται μεν σαφώς ότι τα αγαθά έχουν εγκαταλείψει το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως λόγω ελλείψεως σαφώς προσδιορισμένου παραλήπτη οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι δεν πραγματοποιήθηκε παράδοση αγαθών, ή πρέπει σε αυτή την περίπτωση να θεωρείται ότι δεν έχει διενεργηθεί πράξη υποκείμενη σε [ΦΠΑ], με αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζεται στον υποκείμενο στον φόρο δικαίωμα εκπτώσεως, κατά το άρθρο 168 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], του φόρου που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εξαχθέντων αγαθών;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος

18 Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, που πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο 131 της οδηγίας περί ΦΠΑ καθώς και οι αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία θεωρείται σε όλες τις περιπτώσεις ότι δεν υφίσταται παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της ως άνω πρώτης διατάξεως, και, κατά συνέπεια, δεν χορηγείται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ εφόσον τα οικεία αγαθά εξήχθησαν εκτός της Ένωσης και, μετά την εξαγωγή τους, οι φορολογικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο αποκτών τα εν λόγω αγαθά δεν ήταν το πρόσωπο που αναγράφεται στο τιμολόγιο το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο στον φόρο, αλλά μια άλλη οντότητα που δεν έχει προσδιορισθεί. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την επίδραση που μπορεί να έχει όσον αφορά την εφαρμογή του δικαιώματος απαλλαγής από τον ΦΠΑ η φοροδιαφυγή που ενδεχομένως έχει διαπραχθεί στο έδαφος τρίτου κράτους.

19 Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, δυνάμει του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ τις παραδόσεις αγαθών που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από τον πωλητή ή για λογαριασμό του, ή ακόμη από τον αποκτώντα ή για λογαριασμό του, εκτός της Ένωσης. Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο ως «παράδοση αγαθών» θεωρείται η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό (αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, BDV Hungary Trading, C-563/12, EU:C:2013:854, σκέψη 23, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 22).

20 Η απαλλαγή αυτή αποσκοπεί στο να διασφαλίσει τη φορολόγηση των παραδόσεων των οικείων αγαθών στον τόπο του προορισμού τους, ήτοι στον τόπο κατανάλωσης των προϊόντων (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21 Όπως έχει επισημάνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, από τις διατάξεις αυτές, που παρατίθενται στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως, ιδίως δε από τον όρο «αποστέλλονται» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, προκύπτει ότι η εξαγωγή αγαθού πραγματοποιείται και η απαλλαγή της παραδόσεως προς εξαγωγή εφαρμόζεται όταν το δικαίωμα διαθέσεως του αγαθού αυτού υπό την ιδιότητα του κυρίου έχει μεταβιβαστεί στον αποκτώντα, όταν ο πωλητής αποδεικνύει ότι το αγαθό αυτό έχει αποσταλεί ή μεταφερθεί εκτός Ένωσης και όταν, κατόπιν της αποστολής ή της μεταφοράς, το εν λόγω αγαθό έχει απομακρυνθεί υλικώς από το έδαφος της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, BDV Hungary Trading, C-563/12, EU:C:2013:854, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 24).

22 Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η έννοια της «παραδόσεως αγαθών» έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των σκοπών και των αποτελεσμάτων των οικείων πράξεων, η δε φορολογική αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να διεξάγει ελέγχους με σκοπό τη διαπίστωση της προθέσεως του υποκειμένου στον φόρο ούτε να λαμβάνει υπόψη την πρόθεση άλλου συναλλασσομένου ο οποίος παρεμβαίνει στην ίδια αλυσίδα παραδόσεων (πρβλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Dixons Retail, C-494/12, EU:C:2013:758, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23 Επομένως, πράξεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης αποτελούν παραδόσεις αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, εάν πληρούν τα αντικειμενικά κριτήρια επί των οποίων στηρίζεται η έννοια αυτή και τα οποία υπομνήσθηκαν στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως.

24 Το γεγονός, όμως, ότι εξαχθέντα αγαθά αποκτήθηκαν εκτός της Ένωσης από μια μη αναγραφόμενη στο τιμολόγιο και μη προσδιορισμένη οντότητα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να πληρούνται τα εν λόγω αντικειμενικά κριτήρια.

25 Κατά συνέπεια, ο χαρακτηρισμός μιας πράξεως ως παραδόσεως αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει προσδιορισθεί ο αποκτών.

26 Εντούτοις, δεύτερον, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 131 της οδηγίας περί ΦΠΑ, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ τις πράξεις εξαγωγής, για να διασφαλίζουν την ορθή και απλή εφαρμογή των απαλλαγών που προβλέπονται από την εν λόγω οδηγία και να προλαμβάνουν κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή ή κατάχρηση. Ωστόσο, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου που αποτελούν μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ιδίως η αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Pieńkowski, C‑307/16, EU:C:2018:124, σκέψεις 32 και 33).

27 Όσον αφορά την ως άνω αρχή της αναλογικότητας, υπενθυμίζεται ότι ένα εθνικό μέτρο βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της ορθής είσπραξης του φόρου όταν εξαρτά, κατά το ουσιώδες μέρος, το δικαίωμα απαλλαγής από τον ΦΠΑ από την τήρηση τυπικών υποχρεώσεων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και, ιδίως, χωρίς να εξετάζεται το κατά πόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές. Πράγματι, οι πράξεις πρέπει να φορολογούνται λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών χαρακτηριστικών τους (αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 38, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 29).

28 Επιπλέον, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας επιτάσσει τη χορήγηση απαλλαγής από τον ΦΠΑ ακόμη και αν οι υποκείμενοι στον φόρο δεν τήρησαν ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 39).

29 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, υφίστανται δύο μόνον περιπτώσεις κατά τις οποίες η μη τήρηση τυπικής προϋπόθεσης μπορεί να συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος απαλλαγής από τον ΦΠΑ (αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 40, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 32).

30 Αφενός, η μη τήρηση τυπικής προϋπόθεσης μπορεί έχει ως αποτέλεσμα τη μη απαλλαγή από τον ΦΠΑ εφόσον εμποδίζεται εξαιτίας της η μετά βεβαιότητας απόδειξη της τήρησης των ουσιαστικών προϋποθέσεων (αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 42, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 35).

31 Επομένως, εάν ο μη προσδιορισμός του πραγματικού αποκτώντος εμποδίζει, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδειχθεί ότι η επίμαχη πράξη αποτελεί παράδοση αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, η περίσταση αυτή μπορεί να έχει ως συνέπεια τη μη χορήγηση της απαλλαγής κατά την εξαγωγή που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Αντιθέτως, αν απαιτείται σε κάθε περίπτωση να έχει προσδιορισθεί ο αποκτών τα αγαθά στο τρίτο κράτος, χωρίς να διερευνάται αν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της απαλλαγής αυτής, ιδίως δε η έξοδος των οικείων αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, δεν τηρείται ούτε η αρχή της αναλογικότητας ούτε η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας.

32 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται ότι τα οικεία αγαθά στην υπόθεση της κύριας δίκης έχουν πωληθεί, ότι έχουν αποσταλεί εκτός της Ένωσης και ότι έχουν απομακρυνθεί υλικώς από το έδαφος της Ένωσης, και επομένως, υπό την επιφύλαξη της εξακριβώσεως των εν λόγω πραγματικών περιστατικών της οποίας η διενέργεια εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, η συνδρομή των κριτηρίων τα οποία πρέπει να πληροί μια πράξη προκειμένου να συνιστά παράδοση αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, έχει κατά τα φαινόμενα αποδειχθεί, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν προσδιορισθεί οι πραγματικοί αποκτώντες τα αγαθά αυτά.

33 Αφετέρου, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας με σκοπό την απαλλαγή από τον ΦΠΑ από υποκείμενο στον φόρο που εκ προθέσεως μετέσχε σε φοροδιαφυγή η οποία υπονομεύει τη λειτουργία του κοινού συστήματος ΦΠΑ. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης το να απαιτείται από τον επιχειρηματία να ενεργεί καλόπιστα και να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από αυτόν προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η πράξη στην οποία προέβη δεν έχει ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του σε φοροδιαφυγή. Σε περίπτωση που ο συγκεκριμένος υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πράξη στην οποία προέβη αποτελούσε μέρος απάτης την οποία διέπραξε ο αποκτών και δεν έλαβε όλα τα μέτρα που μπορούσε ευλόγως να λάβει ώστε να την αποφύγει, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ (αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cartrans Spedition, C-495/17, EU:C:2018:887, σκέψη 41, και της 28ης Μαρτίου 2019, Vinš, C-275/18, EU:C:2019:265, σκέψη 33).

34 Αντιθέτως, ο προμηθευτής δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για την καταβολή του ΦΠΑ, ανεξαρτήτως του αν έχει μετάσχει στη διαπραχθείσα από τον αποκτώντα απάτη. Θα ήταν, πράγματι, προδήλως δυσανάλογο να καταλογιστεί σε υποκείμενο στον φόρο η απώλεια φορολογικών εσόδων που οφείλεται σε δόλιες συμπεριφορές τρίτων επί των οποίων ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο δεν ασκεί καμία επιρροή (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Netto Supermarkt, C‑271/06, EU:C:2008:105, σκέψη 23).

35 Με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, BDV Hungary Trading (C-563/12, EU:C:2013:854), στην οποία παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 40 της εν λόγω αποφάσεως, ότι, εφόσον διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής κατά την εξαγωγή οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, ιδίως η προϋπόθεση της εξόδου των οικείων αγαθών από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, δεν οφείλεται ΦΠΑ για μια τέτοια παράδοση και δεν υφίσταται πλέον, καταρχήν, κίνδυνος φοροδιαφυγής ή απωλειών φόρου δυνάμενος να δικαιολογήσει τη φορολόγηση της επίμαχης πράξεως.

36 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο, χωρίς να παρέχει διευκρινίσεις ως προς τη φύση της απάτης της οποίας φέρονται ότι αποτελούν μέρος οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης πράξεις, εκθέτει ότι τα αγαθά τα οποία αφορούν οι πράξεις αυτές έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ένωσης και επισημαίνει ότι η εν λόγω απάτη έχει διαπραχθεί αποκλειστικά στο έδαφος τρίτου κράτους, που είναι το κράτος του προορισμού και του τόπου καταναλώσεως των αγαθών αυτών.

37 Το γεγονός ότι οι δόλιες πράξεις διενεργήθηκαν σε τρίτο κράτος δεν αρκεί για να αποκλεισθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε απάτης που διαπράχθηκε σε βάρος του κοινού συστήματος ΦΠΑ και, ως εκ τούτου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης πράξεις αποτελούσαν μέρος μιας τέτοιας απάτης και, σε περίπτωση κατά την οποία αυτές αποτελούσαν μέρος μιας τέτοιας απάτης, να εκτιμήσει αν ο υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι τούτο συνέβαινε.

38 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο 131 της οδηγίας περί ΦΠΑ καθώς και οι αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία θεωρείται σε όλες τις περιπτώσεις ότι δεν υφίσταται παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της ως άνω πρώτης διατάξεως, και, κατά συνέπεια, δεν χορηγείται απαλλαγή από τον ΦΠΑ, εφόσον τα οικεία αγαθά εξήχθησαν εκτός της Ένωσης και, μετά την εξαγωγή τους, οι φορολογικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο αποκτών τα εν λόγω αγαθά δεν ήταν το πρόσωπο που αναγράφεται στο τιμολόγιο το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο στον φόρο, αλλά μια άλλη οντότητα, η οποία δεν έχει προσδιορισθεί. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η απαλλαγή από τον ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της ως άνω οδηγίας δεν πρέπει να παρέχεται, εάν, λόγω μη προσδιορισμού του πραγματικού αποκτώντος, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η επίμαχη πράξη αποτελεί παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ή εάν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η ως άνω πράξη αποτελούσε μέρος απάτης που διαπράχθηκε σε βάρος του κοινού συστήματος ΦΠΑ.

Επί του τρίτου ερωτήματος

39 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η οδηγία περί ΦΠΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, οσάκις, υπό περιστάσεις όπως οι περιγραφόμενες στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, δεν αναγνωρίζεται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, πρέπει να εφαρμοστεί επί της επίμαχης πράξεως ο ΦΠΑ που επιβάλλεται στις παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται στην εθνική επικράτεια ή αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω πράξη δεν αποτελεί φορολογητέα πράξη και, ως εκ τούτου, δεν παρέχει δικαίωμα χρήσεως του ευεργετήματος της εκπτώσεως του ΦΠΑ εισροών.

40 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, εφόσον δεν υφίσταται παράδοση αγαθών στην εθνική επικράτεια και πράξη απαλλασσόμενης σύμφωνα με το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, δεν υφίσταται ούτε φορολογητέα πράξη ούτε δικαίωμα εκπτώσεως βάσει του άρθρου 168 ή του άρθρου 169 της εν λόγω οδηγίας.

41 Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία περί ΦΠΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, οσάκις, υπό περιστάσεις όπως οι περιγραφόμενες στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, δεν αναγνωρίζεται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη πράξη δεν αποτελεί φορολογητέα πράξη και, ως εκ τούτου, η εν λόγω πράξη δεν παρέχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ εισροών.

Επί των δικαστικών εξόδων

42 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο 131 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, καθώς και οι αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία θεωρείται σε όλες τις περιπτώσεις ότι δεν υφίσταται παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της ως άνω πρώτης διατάξεως, και, κατά συνέπεια, δεν χορηγείται απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), εφόσον τα οικεία αγαθά εξήχθησαν εκτός της Ένωσης και, μετά την εξαγωγή τους, οι φορολογικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο αποκτών τα εν λόγω αγαθά δεν ήταν το πρόσωπο που αναγράφεται στο τιμολόγιο το οποίο έχει εκδοθεί από τον υποκείμενο στον φόρο, αλλά μια άλλη οντότητα, η οποία δεν έχει προσδιορισθεί. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η απαλλαγή από τον ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της ως άνω οδηγίας δεν πρέπει να παρέχεται, εάν, λόγω μη προσδιορισμού του πραγματικού αποκτώντος, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η επίμαχη πράξη αποτελεί παράδοση αγαθών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ή εάν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η ως άνω πράξη αποτελούσε μέρος απάτης που διαπράχθηκε σε βάρος του κοινού συστήματος ΦΠΑ..

2) Η οδηγία 2006/112 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, οσάκις, υπό τις ως άνω περιστάσεις, δεν αναγνωρίζεται το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που προβλέπεται στο άρθρο 146, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2006/112, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη πράξη δεν αποτελεί φορολογητέα πράξη και, ως εκ τούτου, η εν λόγω πράξη δεν παρέχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ εισροών.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Yπόθεση C-459/18 Φόρος εταιριών – Έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο – Μείωση του εκπεστέου ποσού για εταιρίες που διαθέτουν μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος η οποία παράγει εισοδήματα απαλλασσόμενα από τον φόρο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκατάστασης – Δυσμενής μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2019  «Προδικαστική παραπομπή – Φορολογική νομοθεσία – Φόρος εταιριών – Έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο – Μείωση του εκπεστέου ποσού για εταιρίες που διαθέτουν μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος η οποία παράγει εισοδήματα απαλλασσόμενα από τον φόρο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκατάστασης – Δυσμενής μεταχείριση – Δεν υφίσταται»

Στην υπόθεση C-459/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (πρωτοδικείο Αμβέρσας, Βέλγιο) με απόφαση της 29ης Ιουνίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιουλίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Argenta Spaarbank NV

κατά

Belgische Staat,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. G. Xuereb, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz και A. Kumin (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

– η Argenta Spaarbank NV, εκπροσωπούμενη από τους B. De Cock και K. Van Duyse, advocaten,

– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους P. Cottin και J.-C. Halleux καθώς και από την C. Pochet,

– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον W. Roels και την N. Gossement,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ.

2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Argenta Spaarbank NV (στο εξής: Argenta) και του Belgische Staat (Βελγικού Δημοσίου) σχετικά με τον υπολογισμό του ποσού της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο για το φορολογικό έτος 2015.

Το νομικό πλαίσιο

Το βελγικό δίκαιο

3 Η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο εισήχθη στο εφαρμοστέο επί του φόρου εταιριών καθεστώς με τον wet tot invoering van een belastingaftrek voor risicokapitaal (νόμο περί καθιέρωσης φορολογικής έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο), της 22ας Ιουνίου 2005 (Belgisch Staatsblad, 30 Ιουνίου 2005, σ. 30077).

4 Από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει ότι σκοπός του είναι, μεταξύ άλλων, να αμβλύνει τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση της χρηματοδότησης των εταιριών με δανειακά κεφάλαια, των οποίων το κόστος εκπίπτει πλήρως από τον φόρο, και της χρηματοδότησής τους με ίδια κεφάλαια (επιχειρηματικά κεφάλαια), των οποίων η απόδοση ήταν έως τότε φορολογητέα στο σύνολό της, και να αυξήσει τον συντελεστή φερεγγυότητας των εταιριών, δεδομένου ότι η καθιέρωση της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο εντάσσεται στον γενικό σκοπό της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της βελγικής οικονομίας.

5 Το άρθρο 205bis του Wetboek van de inkomstenbelastingen 1992 (κώδικα φορολογίας εισοδήματος του 1992, στο εξής: CIR 1992), όπως ίσχυε κατά το φορολογικό έτος 2015, έχει ως εξής:

«Για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος, η φορολογητέα βάση μειώνεται κατά το ποσό που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 205quater. Η μείωση αυτή αποκαλείται “έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο”.»

6 Κατά το άρθρο 205quater, παράγραφος 1, του CIR 1992, η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο ισούται με το επιχειρηματικό κεφάλαιο, το οποίο προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 205ter του CIR 1992, πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή που καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους του άρθρου 205quater.

7 Το άρθρο 205ter, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι, για τον καθορισμό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο ως προς μια φορολογική περίοδο, το επιχειρηματικό κεφάλαιο που πρέπει να ληφθεί υπόψη αντιστοιχεί, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 5 του εν λόγω άρθρου, στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας, στο τέλος της προηγούμενης φορολογικής περιόδου, τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί λογιστικής και τους ετήσιους λογαριασμούς όπως παρατίθενται στον ισολογισμό. Το άρθρο 205ter, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του CIR 1992 προβλέπει ότι το προσδιορισθέν κατ’ αυτόν τον τρόπο επιχειρηματικό κεφάλαιο μειώνεται κατά ορισμένες αξίες, ενώ το άρθρο 205ter, παράγραφοι 2 έως 5, του CIR 1992 καθορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες τα ίδια κεφάλαια πρέπει να υποβληθούν σε αναπροσαρμογές προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως βάση υπολογισμού για τη διαπίστωση του ποσού της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο.

8 Έως το φορολογικό έτος 2014, το άρθρο 205ter, παράγραφος 2, του CIR 1992 προέβλεπε ότι, όταν η εταιρία διέθετε μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις στην αλλοδαπή των οποίων τα εισοδήματα απαλλάσσονταν δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, το προσδιοριζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 205ter, παράγραφος 1, του CIR 1992 επιχειρηματικό κεφάλαιο μειωνόταν κατά τη θετική διαφορά μεταξύ, αφενός, της καθαρής λογιστικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού των αλλοδαπών εγκαταστάσεων και, αφετέρου, του συνόλου των στοιχείων του παθητικού τα οποία δεν ανήκουν στα ίδια κεφάλαια της εταιρίας και τα οποία είναι καταλογιστέα στις εγκαταστάσεις αυτές.

9 Το άρθρο 205quinquies του CIR 1992 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση μη ύπαρξης κερδών ως προς φορολογική περίοδο για την οποία μπορεί να χορηγηθεί έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο, η μη χορηγηθείσα για τη φορολογική αυτή περίοδο έκπτωση εφαρμοζόταν διαδοχικά επί των κερδών των επόμενων επτά ετών. Κατόπιν της θέσπισης του wet houdende fiscale en financiële bepalingen (νόμου περί φορολογικών και χρηματοοικονομικών διατάξεων), της 13ης Δεκεμβρίου 2012 (Belgisch Staatsblad, 20 Δεκεμβρίου 2012), η διαδοχική αυτή εφαρμογή κατέστη αδύνατη αρχής γενομένης από το φορολογικό έτος 2013.

10 Επιληφθέν αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Argenta Spaarbank (C-350/11, EU:C:2013:447), ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, για τον υπολογισμό έκπτωσης χορηγηθείσας σε εταιρία με πλήρη υποχρέωση καταβολής φόρου σε ένα κράτος μέλος, δεν λαμβάνεται υπόψη η καθαρή αξία των στοιχείων του ενεργητικού μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε άλλο κράτος μέλος όταν τα κέρδη της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης δεν φορολογούνται στο πρώτο κράτος μέλος δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, ενώ τα στοιχεία του ενεργητικού που καταλογίζονται σε μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη στο έδαφος του πρώτου αυτού κράτους μέλους λαμβάνονται συναφώς υπόψη.

11 Με τον wet houdende diverse fiscale en financiële bepalingen (νόμο περί διαφόρων φορολογικών και χρηματοοικονομικών διατάξεων), της 21ης Δεκεμβρίου 2013 (Belgisch Staatsblad, 31 Δεκεμβρίου 2013), οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 205ter του CIR 1992 καταργήθηκαν και εισήχθη στον CIR 1992 ένα νέο άρθρο 205quinquies, το οποίο ισχύει από το φορολογικό έτος 2014 (στο εξής: άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992).

12 Το άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992 έχει ως εξής:

«Όταν η εταιρία διαθέτει σε άλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου μία ή περισσότερες μόνιμες εγκαταστάσεις, ακίνητα που δεν ανήκουν σε μόνιμη εγκατάσταση ή δικαιώματα σχετικά με τέτοια ακίνητα, των οποίων τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο δυνάμει συμβάσεων για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, η καθοριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 205bis έκπτωση μειώνεται κατά το χαμηλότερο από τα δύο ακόλουθα ποσά:

1° το ποσό που ορίζεται σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο·

2° το προερχόμενο από τις εν λόγω μόνιμες εγκαταστάσεις, τα εν λόγω ακίνητα και τα εν λόγω δικαιώματα σχετικά με τέτοια ακίνητα θετικό αποτέλεσμα, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα.

[…]

Το ποσό που μνημονεύεται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο καθορίζεται με τον πολλαπλασιασμό του συντελεστή του άρθρου 205quater με την καθοριζόμενη στο τέλος της προηγούμενης φορολογικής περιόδου θετική διαφορά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 205ter, §§ 2 έως 5, μεταξύ, αφενός, της καθαρής λογιστικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού των ως άνω αλλοδαπών μόνιμων εγκαταστάσεων, ακινήτων ή δικαιωμάτων που διαλαμβάνονται αντιστοίχως στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο, εξαιρουμένων των μετοχών, μεριδίων ή συμμετοχών του άρθρου 205ter, § 1, δεύτερο εδάφιο, και, αφετέρου, του συνόλου των στοιχείων του παθητικού τα οποία δεν ανήκουν στα ίδια κεφάλαια της εταιρίας και τα οποία είναι καταλογιστέα στις εν λόγω μόνιμες εγκαταστάσεις, ακίνητα ή δικαιώματα που διαλαμβάνονται αντιστοίχως στο πρώτο ή το δεύτερο εδάφιο.»

Η συναφθείσα μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών σύμβαση για την αποτροπή της διπλής φορολογίας

13 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 έως 3, της Verdrag tussen het Koninkrijk België en het Koninkrijk der Nederlanden tot het vermijden van dubbele belasting en tot het voorkomen van het ontgaan van belasting inzake belastingen naar het inkomen en naar het vermogen (Σύμβασης μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών για την αποτροπή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής στον τομέα του φόρου εισοδήματος και περιουσίας), της 5ης Ιουνίου 2001 (Belgisch Staatsblad, 20 Δεκεμβρίου 2002, σ. 57534, στο εξής: βελγο-ολλανδική σύμβαση), ορίζει τα ακόλουθα:

«1. Τα κέρδη επιχείρησης συμβαλλόμενου κράτους φορολογούνται μόνο στο κράτος αυτό, εκτός αν η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται εκεί. Εάν η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα κέρδη της επιχείρησης είναι φορολογητέα στο έτερο κράτος, αλλά μόνο στο μέτρο που είναι καταλογιστέα στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση.

2.  Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, όταν μια επιχείρηση συμβαλλόμενου κράτους ασκεί τη δραστηριότητά της στο αντισυμβαλλόμενο κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται εκεί, κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα θεωρεί ως κέρδη της πιο πάνω μόνιμης εγκατάστασης τα κέρδη που η εγκατάσταση αυτή θα είχε εάν επρόκειτο για χωριστή επιχείρηση που ασκεί πανομοιότυπες ή ανάλογες δραστηριότητες υπό πανομοιότυπες ή ανάλογες συνθήκες και με πλήρη ανεξαρτησία από την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3. Κατά τον καθορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης, εκπίπτουν τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για τους σκοπούς της εγκατάστασης αυτής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων διεύθυνσης και των γενικών διοικητικών εξόδων, είτε στο κράτος όπου βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.»

14 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της βελγο-ολλανδικής σύμβασης προβλέπει τα ακόλουθα:

«Όσον αφορά το Βέλγιο, η διπλή φορολογία αποφεύγεται ως εξής:

a) όταν κάτοικος Βελγίου εισπράττει εισοδήματα, πλην των προβλεπόμενων στο άρθρο 12, παράγραφος 5, της εν λόγω Σύμβασης μερισμάτων, τόκων ή αμοιβών, ή κατέχει περιουσιακά στοιχεία τα οποία είναι φορολογητέα στις Κάτω Χώρες κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της Σύμβασης αυτής, το Βασίλειο του Βελγίου απαλλάσσει από τον φόρο τα εν λόγω εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, αλλά μπορεί, προκειμένου να υπολογίσει το ύψος του φόρου επί του υπολοίπου των εισοδημάτων ή των περιουσιακών στοιχείων του κατοίκου αυτού, να εφαρμόσει τον συντελεστή που θα ίσχυε εάν τα επίμαχα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία δεν είχαν τύχει απαλλαγής από τον φόρο.

[…]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15 Η Argenta, η οποία είναι εταιρία εγκατεστημένη στο Βέλγιο, υπόκειται στον βελγικό φόρο εταιριών.

16 Κατά τη φορολογική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014 (στο εξής: φορολογικό έτος 2015), η Argenta άσκησε μέρος των δραστηριοτήτων της μέσω μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης στις Κάτω Χώρες, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 έως 3, και του άρθρο 23 της βελγο-ολλανδικής σύμβασης.

17 Στη δήλωσή της περί φόρου εταιριών για το φορολογικό έτος 2015, η Argenta, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992, μείωσε την έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο κατά το μέρος της έκπτωσης που υπολογίζεται επί των ιδίων κεφαλαίων της μόνιμης εγκατάστασής της.

18 Η βεβαίωση φόρου εταιριών για το φορολογικό έτος 2015 κηρύχθηκε εκτελεστή στις 12 Νοεμβρίου 2015 και η πράξη επιβολής φόρου κοινοποιήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2015.

19 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992, ο βεβαιωθείς φόρος εταιριών υπολογίστηκε ως εξής. Καταρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 205quinquies, τρίτο εδάφιο, του τροποποιηθέντος CIR 1992, το ποσό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο όσον αφορά την ολλανδική μόνιμη εγκατάσταση της Argenta υπολογίστηκε και αντιστοιχεί στο ποσό των 1 970 290,89 ευρώ. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 205quinquies, πρώτο εδάφιο, του τροποποιηθέντος CIR 1992, το ποσό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο όσον αφορά την ολλανδική μόνιμη εγκατάσταση, δηλαδή το ποσό των 1 970 290,89 ευρώ, συγκρίθηκε με το αποτέλεσμα της μόνιμης αυτής εγκατάστασης το οποίο ήταν θετικό και ανερχόταν στο ποσό των 149 185 743,91 ευρώ. Τέλος, η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο όσον αφορά την ολλανδική μόνιμη εγκατάσταση, δηλαδή το ποσό των 1 970 290,89 ευρώ, αφαιρέθηκε πλήρως από τη συνολική έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο, διότι το θετικό αποτέλεσμα της ολλανδικής μόνιμης εγκατάστασης ήταν μεγαλύτερο από τη σχετική με την εν λόγω εγκατάσταση έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο.

20 Στις 12 Μαΐου 2016, η Argenta υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της ως άνω βεβαίωσης φόρου προβάλλοντας ότι το άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992 δεν είναι σύμφωνο με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2016.

21 Στις 17 Μαρτίου 2017, η Argenta άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

22 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι διάδικοι διαφωνούν, ειδικότερα, ως προς το αν το άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992 είναι σύμφωνο με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ καθώς και με τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Argenta Spaarbank (C-350/11, EU:C:2013:447).

23 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 205ter και 205quater του CIR 1992, μειώνεται κατά το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που υπολογίζεται επί των ιδίων κεφαλαίων των μόνιμων εγκαταστάσεων οι οποίες βρίσκονται σε άλλο κράτος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) και απαλλάσσονται από τον φόρο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας. Η εν λόγω μείωση περιορίζεται στο κέρδος που πραγματοποιείται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση. Τα ίδια κεφάλαια ορίζονται ως η καθαρή λογιστική αξία των στοιχείων του ενεργητικού, μειωμένη κατά το σύνολο των στοιχείων του παθητικού τα οποία δεν ανήκουν στα ίδια κεφάλαια της εταιρίας και τα οποία είναι καταλογιστέα στις μόνιμες αυτές εγκαταστάσεις, όπως προβλέπει το άρθρο 205 quinquies, τρίτο εδάφιο, του τροποποιηθέντος CIR 1992.

24 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αντιθέτως προς το φορολογικό έτος 2008, που ήταν κρίσιμο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Argenta Spaarbank (C-350/11, EU:C:2013:447), ελλείψει κέρδους ή επαρκούς κέρδους, ως προς ένα φορολογικό έτος, που να καθιστά δυνατή την έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο, δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα εφαρμογής της έκπτωσης στα επόμενα φορολογικά έτη.

25 Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η μείωση της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992, δεν εφαρμόζεται στις μόνιμες εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο Βέλγιο και ότι η βελγική νομοθεσία δεν προβλέπει, επίσης, αντίστοιχη μείωση για τις βελγικές εγκαταστάσεις.

26 Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, η έκταση της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο είναι πιο περιορισμένη όταν μια εταιρία έχει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος του ΕΟΧ, ειδικότερα δε όταν το κέρδος της εγκατάστασης είναι μεγαλύτερο από την καταλογιζόμενη σε αυτήν έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο, από ό,τι όταν η εν λόγω μόνιμη εγκατάσταση βρίσκεται στο Βέλγιο. Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, είναι αν η εθνική αυτή ρύθμιση είναι σύμφωνη με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ.

27 Σε περίπτωση όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, στην οποία το κέρδος της μόνιμης εγκατάστασης σε άλλο κράτος μέλος είναι μεγαλύτερο από την έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο η οποία υπολογίζεται επί των ιδίων κεφαλαίων που καταλογίζονται στην εγκατάσταση αυτή, το αποτέλεσμα της νέας ρύθμισης είναι σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνο το οποίο ίσχυε για το φορολογικό έτος 2008 και το οποίο κρίθηκε αντίθετο προς το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, τα στοιχεία του ενεργητικού της μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της έκπτωσης, σε πρώτο στάδιο εν πάση περιπτώσει, και ο περιορισμός του δικαιώματος έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, δεν υπερβαίνει τα όρια του ποσού του κέρδους της εν λόγω εγκατάστασης.

28 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (πρωτοδικείο Αμβέρσας, Βέλγιο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνει προς το άρθρο 49 [ΣΛΕΕ] εθνική φορολογική ρύθμιση βάσει της οποίας, για τον υπολογισμό του φορολογητέου κέρδους εταιρίας με πλήρη υποχρέωση καταβολής φόρου στο Βέλγιο, η οποία έχει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος και τα κέρδη της οποίας απαλλάσσονται πλήρως από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει συμβάσεως μεταξύ του Βελγίου και του άλλου κράτους μέλους για την αποτροπή της διπλής φορολογίας:

– το εκπεστέο ποσό για επιχειρηματικό κεφάλαιο μειώνεται κατά ποσό εκπτώσεως για επιχειρηματικό κεφάλαιο υπολογιζόμενο βάσει του ποσού της θετικής διαφοράς μεταξύ, αφενός, της καθαρής λογιστικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού της μόνιμης εγκαταστάσεως και, αφετέρου, του συνόλου των στοιχείων του παθητικού που δεν ανήκουν στα ίδια κεφάλαια της εταιρίας και που είναι καταλογιστέα στη μόνιμη εγκατάσταση και

–  η προαναφερθείσα μείωση δεν εφαρμόζεται στο μέτρο που το ποσό της μειώσεως είναι χαμηλότερο από το κέρδος της μόνιμης αυτής εγκαταστάσεως,

ενώ το εκπεστέο ποσό για επιχειρηματικό κεφάλαιο δεν μειώνεται σε περίπτωση που η εν λόγω θετική διαφορά μπορεί να καταλογιστεί σε μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη στο Βέλγιο;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

29 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι η Βελγική Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να αναδιατυπώσει το προδικαστικό ερώτημα, στο μέτρο που, κατ’ ουσίαν, το ερώτημα αυτό δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενο του άρθρου 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992.

30 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά την ερμηνεία διατάξεων της εθνικής έννομης τάξης, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να στηρίζεται στους χαρακτηρισμούς που προκύπτουν από την απόφαση περί παραπομπής. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει την εσωτερική νομοθεσία κράτους μέλους (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, Ναυτιλιακή Εταιρία Θάσου και Αμάλθεια I Ναυτική Εταιρία, C-128/10 και C‑129/10, EU:C:2011:163, σκέψη 40 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31 Με το σκεπτικό της αίτησής του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992 και διαπίστωσε ότι, βάσει της εν λόγω διάταξης, η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 205ter και 205quater του CIR 1992, μειώνεται κατά το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που υπολογίζεται επί των ιδίων κεφαλαίων μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε άλλο κράτος μέλος της οποίας τα κέρδη απαλλάσσονται από τον φόρο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας και ότι η εν λόγω μείωση περιορίζεται στα κέρδη που πραγματοποιούνται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση. Διαπίστωσε επιπλέον ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992 μείωση της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μόνιμη εγκατάσταση βρίσκεται στο Βέλγιο.

32 Επομένως, η ερμηνεία του προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου και η απάντηση σε αυτό πρέπει να στηριχθούν στις παραδοχές που απορρέουν από την απόφαση περί παραπομπής.

33 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, βάσει της οποίας, για τον υπολογισμό έκπτωσης χορηγούμενης σε εταιρία που έχει πλήρη υποχρέωση καταβολής φόρου σε ένα κράτος μέλος και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, εγκατάσταση της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο πρώτο κράτος μέλος δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, η καθαρή αξία των στοιχείων του ενεργητικού μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης λαμβάνεται υπόψη, σε πρώτο στάδιο, κατά τον υπολογισμό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που χορηγείται στην εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, αλλά, σε δεύτερο στάδιο, το ποσό της έκπτωσης μειώνεται κατά το μικρότερο από τα ακόλουθα ποσά, συγκεκριμένα δε κατά το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά τη μόνιμη εγκατάσταση ή κατά το θετικό αποτέλεσμα που αποφέρει η μόνιμη αυτή εγκατάσταση, ενώ η εν λόγω μείωση δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης στο πρώτο κράτος μέλος.

34 Η ελευθερία εγκατάστασης, την οποία αναγνωρίζει το άρθρο 49 ΣΛΕΕ στους υπηκόους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 54 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τις εταιρίες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους και έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους εντός της Ένωσης, το δικαίωμα να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλα κράτη μέλη μέσω θυγατρικών εταιριών, υποκαταστημάτων ή πρακτορείων (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2018, Bevola και Jens W. Trock, C-650/16, EU:C:2018:424, σκέψη 15).

35 Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί της ελευθερίας εγκατάστασης έχουν μεν ως σκοπό, σύμφωνα με το γράμμα τους, να εξασφαλίζουν την εντός του κράτους μέλους υποδοχής ίση μεταχείριση των αλλοδαπών με τους ημεδαπούς, απαγορεύουν όμως επίσης στο κράτος μέλος καταγωγής να εμποδίζει την εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ενός από τους υπηκόους του ή μιας εταιρίας που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2013, Argenta Spaarbank, C-350/11, EU:C:2013:447, σκέψη 20, καθώς και της 12ης Ιουνίου 2018, Bevola και Jens W. Trock, C-650/16, EU:C:2018:424, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36 Τα προεκτεθέντα ισχύουν και όταν εταιρία εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ασκεί τις δραστηριότητές της σε άλλο κράτος μέλος μέσω μόνιμης εγκατάστασης (αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2008, Lidl Belgium, C-414/06, EU:C:2008:278, σκέψη 20, της 4ης Ιουλίου 2013, Argenta Spaarbank, C-350/11, EU:C:2013:447, σκέψη 21, καθώς και της 12ης Ιουνίου 2018, Bevola και Jens W. Trock, C‑650/16, EU:C:2018:424, σκέψη 17).

37 Η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο που χορηγείται σε εταιρία υποκείμενη στον φόρο εταιριών στο Βέλγιο συνιστά φορολογικό πλεονέκτημα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του πραγματικού συντελεστή του φόρου εταιριών που πρέπει να καταβάλει η εταιρία αυτή στο εν λόγω κράτος μέλος.

38 Το Δικαστήριο έχει κρίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι και η συνεκτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού μόνιμης εγκατάστασης για τον υπολογισμό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο εταιρίας υποκείμενης στον φόρο εταιριών στο Βέλγιο συνιστά φορολογικό πλεονέκτημα, δεδομένου ότι μια τέτοια συνεκτίμηση συντελεί στη μείωση του πραγματικού συντελεστή του φόρου εταιριών τον οποίο πρέπει να καταβάλει η εταιρία αυτή στο εν λόγω κράτος μέλος (απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Argenta Spaarbank, C-350/11, EU:C:2013:447, σκέψη 24).

39 Η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία, ιδίως το άρθρο 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992, προβλέπει πλέον ότι η καθαρή αξία των στοιχείων του ενεργητικού μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε άλλο κράτος μέλος, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο κράτος μέλος της ημεδαπής εταιρίας δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, λαμβάνεται υπόψη, σε πρώτο στάδιο, κατά τον υπολογισμό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που χορηγείται στην εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία.

40 Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί επί του σημείου αυτού διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εταιρίας που διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στο Βέλγιο και εταιρίας που διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, καθόσον τόσο τα στοιχεία του ενεργητικού που καταλογίζονται στην ευρισκόμενη στο Βέλγιο μόνιμη εγκατάσταση όσο και εκείνα τα οποία καταλογίζονται στην ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος μόνιμη εγκατάσταση λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που χορηγείται στην εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία.

41 Σε δεύτερο στάδιο, ωστόσο, το ποσό της συνολικής έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο μειώνεται κατά το μικρότερο από τα ακόλουθα ποσά, συγκεκριμένα δε κατά το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, ή κατά το θετικό αποτέλεσμα που αποφέρει η μόνιμη αυτή εγκατάσταση, ενώ, όσον αφορά τις ευρισκόμενες στο Βέλγιο μόνιμες εγκαταστάσεις, δεν προβλέπεται τέτοια μείωση της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο.

42 Συνεπώς, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθεσία εισάγει, επί του σημείου αυτού, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εταιρίας που διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στο Βέλγιο και εταιρίας που διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας.

43 Πρέπει, ως εκ τούτου, να κριθεί αν τέτοιου είδους διαφορετική μεταχείριση συνιστά δυσμενή μεταχείριση δυνάμενη να αποτρέψει βελγική εταιρία από την άσκηση των δραστηριοτήτων της μέσω μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε άλλο κράτος μέλος πλην του Βασιλείου του Βελγίου και, κατά συνέπεια, συνιστά περιορισμό ο οποίος απαγορεύεται καταρχήν από τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελευθερίας εγκατάστασης.

44 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, η εφαρμογή του άρθρου 205quinquies του τροποποιηθέντος CIR 1992 μπορεί να οδηγήσει σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις.

45 Πρώτον, σε περίπτωση που η ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος μόνιμη εγκατάσταση, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, δεν έχει αποφέρει θετικό αποτέλεσμα, η συνολική έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο που χορηγείται στην εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, η οποία υπολογίζεται λαμβανομένης υπόψη της καθαρής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού τής εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης, δεν μειώνεται. Η φορολογητέα βάση της εδρεύουσας στην ημεδαπή εταιρίας μειώνεται, επομένως, κατά το συνολικό ποσό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένου του μέρους της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά την εν λόγω μόνιμη εγκατάσταση.

46 Συνεπώς, στην πρώτη αυτή περίπτωση, η εταιρία που διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, δεν τυγχάνει, υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης σε σχέση με εταιρία που εδρεύει στην ημεδαπή και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στην ημεδαπή.

47 Δεύτερον, σε περίπτωση που η ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος μόνιμη εγκατάσταση, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, έχει αποφέρει θετικό αποτέλεσμα το οποίο είναι μικρότερο από το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά τη μόνιμη αυτή εγκατάσταση, η συνολική έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο που υπολογίζεται λαμβανομένης υπόψη της καθαρής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης μειώνεται. Συγκεκριμένα, το θετικό αυτό αποτέλεσμα αφαιρείται από το ποσό της συνολικής έκπτωσης.

48 Μια τέτοια πράξη συνεπάγεται ότι το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο το οποίο αφορά την εν λόγω μόνιμη εγκατάσταση, και το οποίο υπερβαίνει το αποτέλεσμα της εγκατάστασης αυτής, λαμβάνεται, αντιθέτως, υπόψη για τους σκοπούς της συνολικής έκπτωσης.

49 Συνεπώς, η φορολογητέα βάση της εδρεύουσας στην ημεδαπή εταιρίας μειώνεται κατά το ποσό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο το οποίο αφορά την ως άνω μόνιμη εγκατάσταση μόνο στο μέτρο που το ποσό αυτό υπερβαίνει το θετικό αποτέλεσμα της εν λόγω εγκατάστασης.

50 Τρίτον, σε περίπτωση που η ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος μόνιμη εγκατάσταση, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, έχει αποφέρει θετικό αποτέλεσμα το οποίο είναι μεγαλύτερο από το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά τη μόνιμη αυτή εγκατάσταση, η συνολική έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο που υπολογίζεται λαμβανομένης υπόψη της καθαρής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης επίσης μειώνεται, καθόσον από τη συνολική αυτή έκπτωση αφαιρείται η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά την εν λόγω εγκατάσταση. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά την εν λόγω μόνιμη εγκατάσταση δεν οδηγεί σε μείωση της φορολογητέας βάσης της εδρεύουσας στην ημεδαπή εταιρίας.

51 Επομένως, στη δεύτερη και την τρίτη περίπτωση που περιγράφονται ανωτέρω, η συνολική έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο μειώνεται, όταν η εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος, της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις στις οποίες η μόνιμη εγκατάσταση βρίσκεται στο Βέλγιο.

52 Επιπλέον, η εφαρμογή ενός τέτοιου μηχανισμού πρέπει να είναι δυσμενής, για μια εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία η οποία διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος, κατά τρόπον ώστε, κατόπιν της μείωσης της συνολικής έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο, η φορολογητέα βάση της εταιρίας αυτής να είναι υψηλότερη από τη φορολογητέα βάση εταιρίας η οποία εδρεύει στην ημεδαπή και της οποίας η μόνιμη εγκατάσταση βρίσκεται στο Βέλγιο.

53 Συναφώς, είναι μεν αληθές ότι, στη δεύτερη και την τρίτη περίπτωση που περιγράφονται ανωτέρω, η συνολική έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο μειώνεται και, ως εκ τούτου, δεν αφαιρείται πλήρως από τη φορολογητέα βάση της εδρεύουσας στην ημεδαπή εταιρίας, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις στις οποίες η μόνιμη εγκατάσταση βρίσκεται στο Βέλγιο, πλην όμως πρέπει να επισημανθεί ότι, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, η φορολογητέα βάση της εδρεύουσας στην ημεδαπή εταιρίας που διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στο Βέλγιο είναι, εφόσον όλοι οι λοιποί παράγοντες παραμείνουν αμετάβλητοι, επίσης υψηλότερη από τη φορολογητέα βάση εταιρίας που διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, εγκατάσταση της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο.

54 Πράγματι, βάσει των ως άνω στοιχείων, η φορολογητέα βάση της εταιρίας της οποίας οι μόνιμες εγκαταστάσεις βρίσκονται στο Βέλγιο περικλείει τα αποτελέσματα των μόνιμων αυτών εγκαταστάσεων. Αντιθέτως, σε περίπτωση που το Βασίλειο του Βελγίου έχει απαλλάξει, μέσω σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, από τον φόρο τα εισοδήματα μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε άλλο κράτος μέλος, η φορολογητέα βάση της εδρεύουσας στην ημεδαπή εταιρίας δεν περικλείει τα εν λόγω εισοδήματα.

55 Συνεπώς, όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση που περιγράφεται ανωτέρω, η φορολογητέα βάση εταιρίας η οποία εδρεύει στην ημεδαπή και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στο Βέλγιο φαίνεται να μειώνεται, πέραν της συνιστώσας της σχετικά με το προερχόμενο από τη μόνιμη αυτή εγκατάσταση θετικό αποτέλεσμα, μόνο στο μέτρο που το ποσό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο το οποίο αφορά την εν λόγω μόνιμη εγκατάσταση υπερβαίνει το αποτέλεσμα αυτό. Λαμβανομένων υπόψη των όσων εκτίθενται στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, προκύπτει επομένως ότι, στην περίπτωση αυτή, η φορολογητέα βάση μιας τέτοιας εταιρίας δεν είναι χαμηλότερη από τη φορολογητέα βάση εταιρίας που εδρεύει στην ημεδαπή και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, εγκατάσταση της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο.

56 Η τελευταία αυτή εταιρία δεν φαίνεται να περιέρχεται σε δυσμενή θέση ούτε στην τρίτη περίπτωση που περιγράφεται ανωτέρω, στην οποία το θετικό αποτέλεσμα της μόνιμης εγκατάστασης είναι μεγαλύτερο από το ποσό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά την εγκατάσταση αυτή. Συγκεκριμένα, όσον αφορά εταιρία η οποία εδρεύει στην ημεδαπή και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στο Βέλγιο, οι συνέπειες της εν λόγω έκπτωσης φαίνεται να περιορίζονται στη συνιστώσα της φορολογητέας βάσης της η οποία αφορά το προερχόμενο από την άνω μόνιμη εγκατάσταση θετικό αποτέλεσμα, χωρίς ωστόσο να μειώνεται η φορολογητέα βάση της τελευταίας αυτής εταιρίας, όπως η εν λόγω βάση προκύπτει από τα εισοδήματα που έχει αποκτήσει η εταιρία. Επομένως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρία μπορεί να προβεί σε έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο η οποία αφορά την εγκατάστασή της, ενώ εταιρία που εδρεύει στην ημεδαπή και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, εγκατάσταση της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο Βέλγιο δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, δεν μπορεί να προβεί σε τέτοια έκπτωση, δεν φαίνεται να συνεπάγεται ότι η φορολογητέα βάση της τελευταίας αυτής εταιρίας είναι υψηλότερη από τη φορολογητέα βάση της πρώτης.

57 Συνεπώς, διαπιστώνεται, υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, ότι, λόγω της μείωσης της συνολικής έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο, εταιρία η οποία εδρεύει στην ημεδαπή και της οποίας η φορολογητέα βάση δεν περικλείει τα κέρδη που πραγματοποιούνται από μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος δεν τυγχάνει λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης, όσον αφορά τα φορολογητέα στο Βέλγιο εισοδήματα, σε σχέση με εταιρία εδρεύουσα στην ημεδαπή της οποίας η φορολογητέα βάση περικλείει τα κέρδη ημεδαπής μόνιμης εγκατάστασης και της οποίας η έκπτωση για επιχειρηματικό κεφάλαιο δεν μειώνεται.

58 Ως εκ τούτου, η διαφορετική μεταχείριση που εισάγει η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία δεν συνιστά δυσμενή μεταχείριση δυνάμενη να αποτρέψει βελγική εταιρία από την άσκηση των δραστηριοτήτων της μέσω μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε άλλο κράτος μέλος πλην του Βασιλείου του Βελγίου και δεν συνιστά, κατά συνέπεια, περιορισμό ο οποίος απαγορεύεται καταρχήν από τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελευθερίας εγκατάστασης.

59 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, βάσει της οποίας, για τον υπολογισμό έκπτωσης χορηγούμενης σε εταιρία που έχει πλήρη υποχρέωση καταβολής φόρου σε ένα κράτος μέλος και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, εγκατάσταση της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο πρώτο κράτος μέλος δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, η καθαρή αξία των στοιχείων του ενεργητικού μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης λαμβάνεται υπόψη, σε πρώτο στάδιο, κατά τον υπολογισμό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που χορηγείται στην εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, αλλά, σε δεύτερο στάδιο, το ποσό της έκπτωσης μειώνεται κατά το μικρότερο από τα ακόλουθα ποσά, συγκεκριμένα δε κατά το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά τη μόνιμη εγκατάσταση ή κατά το θετικό αποτέλεσμα που αποφέρει η μόνιμη αυτή εγκατάσταση, ενώ η εν λόγω μείωση δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης στο πρώτο κράτος μέλος.

Επί των δικαστικών εξόδων

60 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, βάσει της οποίας, για τον υπολογισμό έκπτωσης χορηγούμενης σε εταιρία που έχει πλήρη υποχρέωση καταβολής φόρου σε ένα κράτος μέλος και διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, εγκατάσταση της οποίας τα εισοδήματα απαλλάσσονται από τον φόρο στο πρώτο κράτος μέλος δυνάμει σύμβασης για την αποτροπή της διπλής φορολογίας, η καθαρή αξία των στοιχείων του ενεργητικού μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης λαμβάνεται υπόψη, σε πρώτο στάδιο, κατά τον υπολογισμό της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που χορηγείται στην εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, αλλά, σε δεύτερο στάδιο, το ποσό της έκπτωσης μειώνεται κατά το μικρότερο από τα ακόλουθα ποσά, συγκεκριμένα δε κατά το μέρος της έκπτωσης για επιχειρηματικό κεφάλαιο που αφορά τη μόνιμη εγκατάσταση ή κατά το θετικό αποτέλεσμα που αποφέρει η μόνιμη αυτή εγκατάσταση, ενώ η εν λόγω μείωση δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης στο πρώτο κράτος μέλος.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

67956/2019 Σύσταση Ομάδας Εργασίας για την επίσπευση των διαδικασιών αδειοδότησης και της λειτουργίας των υδατοδρομίων

ΘΕΜΑ: «Σύσταση Ομάδας Εργασίας για την επίσπευση των διαδικασιών αδειοδότησης και της λειτουργίας των υδατοδρομίων.»

Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
 
Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 3 β) του ν. 4622/2019 «Επιτελικό Κράτος, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των Κυβερνητικών Οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης» (Α΄133).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.4568/2018 «Θέματα υδατοδρομίων, αστικών οδικών μεταφορών και λοιπές διατάξεις» (Α΄178).

3. Τις διατάξεις του Π.Δ. 83/2019 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄121).

4. Τις διατάξεις του ΠΔ 123/2017 «Οργανισμός του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών» (Α΄151).

5. Τις διατάξεις των άρθρων 1314 & 15 του Δεύτερου Κεφαλαίου του Ν. 2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (45/Α’/1999), όπως ισχύει.

6. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (Α ΄98) και το γεγονός ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού στην παρούσα φάση.

7. Το με αρ.πρωτ.: οικ.67699/1650/10-09-2019 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού Μεταφορών και Οδικής Ασφάλειας.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
 
Συστήνουμε Ομάδα Εργασίας για την επίσπευση των διαδικασιών αδειοδότησης και της λειτουργίας των υδατοδρομίων.
 
Έργο της Ομάδας Εργασίας είναι η επεξεργασία της δευτερογενούς νομοθεσίας, προκειμένου να καταστεί εφικτή η αδειοδότηση των υδατοδρομίων και η ανάπτυξη δικτύου υδατοδρομίων στη χώρα μας, όπως σχετικά προβλέπει η υφισταμένη νομοθεσία περί ανάπτυξης υδατοδρομίων.

Η Ομάδα Εργασίας έχει ως ειδικό αντικείμενο:

1) την επεξεργασία, την σύνταξη και την εισήγηση της δευτερογενούς νομοθεσίας για την ανάπτυξη των υδατοδρομίων, υπό μορφή παραδοτέων προς την Πολιτική Ηγεσία του Υπουργείου,

2) τον διυπουργικό συντονισμό και την συνεργασία με συναρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών ή άλλων Υπουργείων που εμπλέκονται στα θέματα ανάπτυξης των υδατοδρομίων με σκοπό τη συλλογή στοιχείων και πληροφοριών για την κατάρτιση του δευτερογενούς πλαισίου,

3) την παροχή υποστήριξης με κάθε άλλη ενέργεια απαραίτητη για τη θέση σε εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου για τα υδατοδρόμια (π.χ. σύνταξη πρότυπων αποφάσεων αδειοδότησης, διαχείριση παραβόλων, κλπ).

Η ανωτέρω Ομάδα Εργασίας συγκροτείται από στελέχη του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, τα οποία διαθέτουν τεχνογνωσία και εμπειρία σε θέματα αδειοδότησης εγκαταστάσεων, καθώς στην κατάρτιση δευτερογενούς νομοθεσίας και η γραμματειακή της υποστήριξή της θα γίνει από υπάλληλο της αρμόδιας Διεύθυνσης Ανάπτυξης Μεταφορών του Υπουργείου.

Το έργο της Ομάδας Εργασίας ολοκληρώνεται εντός τριών (3) μηνών από τη σύστασή της, με συνεδριάσεις και εκτός ωραρίου εργασίας.

Ο καθορισμός της τυχόν αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση των μελών της ανωτέρω ομάδας εργασίας, θα γίνει με κοινή απόφαση του Γενικού Γραμματέα Μεταφορών και του Γενικού Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής.
 
Ο ορισμός των μελών της Ομάδας Εργασίας που συστήνεται με την παρούσα, θα γίνει με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών,

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΔΕΔ 2664/2019 Επιστροφή ΦΠΑ ανέγερσης κτίσματος σε ακίνητο τρίτου, διάρκεια μίσθωσης, εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης, μη καταχώρηση μισθωμάτων επικαρπωτή μισθωτή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Έχοντας υπ’ όψη:

1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
β. Της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4331/2015 (ΦΕΚ Α’ 69).
γ. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
δ. Της ΠΟΛ 1064/28.04.2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ Β’ 1440/27-04-2014) «Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή), καθορισμός λεπτομερειών για τη λειτουργία της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων αυτής και ρύθμιση ζητημάτων καταβολής και αναστολής καταβολής του οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής».

2. Την ΠΟΛ 1069/4-3-2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

1. Την από 22.04.2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή του ,του με ΑΦΜ, κατοίκου κατά α) της υπ.αρ /2019 οριστικής πράξης προσδιορισμού Φ.Π.Α φορολογικής περιόδου 1/7/2014-31/12/2014, β) της υπ.αρς υπ.αρ /2019 οριστικής πράξης προσδιορισμού Φ.Π.Α φορολογικής περιόδου 1/1/2015-31/12/2015 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πύργου και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα

2. Τις ως ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις των οποίων ζητείται η επανεξέταση και η ακύρωση τους.

3. Τις απόψεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πύργου

4. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α4, όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.

Επί της από 22-4-2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής, του … του …, με ΑΦΜ ,και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:

• Με την υπ.αρ /2019 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου 01/07/2014-31/12/2014, καταλογίστηκε σε βάρος του προσφεύγοντα Φ.Π.Α. ποσόν 1.842,26 ευρώ ( Χ.Υ.), πλέον πρόστιμο ανακρίβειας (άρθρου 58Α ΚΦΔ) ποσόν 552,68 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσόν φόρου για καταβολή ύψους 2.394,94 ευρώ.

• Με την υπ.αρ /2019 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου 01/01/2015-31/12/2015, καταλογίστηκε σε βάρος του προσφεύγοντα Φ.Π.Α. ποσόν 4.438,08 (Χ.Υ.) ευρώ, πλέον πρόστιμο ανακρίβειας (άρθρου 58Α ΚΦΔ) ποσόν 1.550,47 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσόν φόρου για καταβολή ύψους 5.988,55 ευρώ

Ο προσφεύγων υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Πύργου, την με αρ. πρωτ /2016 αίτηση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου της φορολογικής περιόδου 01/01/2015 – 31/12/2015 ποσού 35.096,31 ευρώ, επειδή πραγματοποίησε δαπάνες για κατασκευή επενδυτικών αγαθών (Άρθρο 33 παρ.4 Ν.2859/2000).

Με την με αριθ /2018 εντολή, διενεργήθηκε έλεγχος για την φορολογική περίοδο από 01/07/2014 – 31/12/2015 και όπως αναφέρεται στην από 20-03-2019 έκθεση μερικού έλεγχου Φ.Π.Α. και τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 28 του ν.4174/2013. Με βάση το πόρισμα της έκθεσης, ο έλεγχος έκρινε ότι η ελεγχόμενη οντότητα δεν έχει δικαίωμα έκπτωσης Φ.ΠΑ., συνεπώς και επιστροφής Φ.Π.Α. που αναλογεί στις δαπάνες ανέγερσης κτιρίων Ξενοδοχείων τύπου επιπλωμένων διαμερισμάτων τριών (3) αστέρων και προσθήκης κατ’ επέκταση – αλλαγή χρήσης υπάρχοντος βιομηχανικού κτιρίου που πραγματοποιήθηκε σε αγροτεμάχιο έκτασης 9.174,60 τμ που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ του Δήμου , διότι κατά τον χρόνο γένεσης του δικαιώματος έκπτωσης (συνεπώς και επιστροφής) του ΦΠΑ δεν προέκυψε ότι o προσφεύγων κατείχε την κυριότητα ή την χρήση του ακινήτου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα ετών σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 33 ν.2859/2000 και των ΠΟΛ. 1203/1990,1006/1992,1094/1992, γεγονός που καθιστά τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ των ελεγχόμενων φορολογικών περιόδων ανακριβείς. Οι δαπάνες που καταχωρήθηκαν στις υποβληθείσες δηλώσεις για τις οποίες ο προσφεύγων εξέπεσε τον αναλογούντα ΦΠΑ, προσδιορίστηκαν για την χρήση 2014 σε 107.279,00 ευρώ και για την χρήση 2015 σε 113.882,73 ευρώ. (σελ, 9 έκθεσης έλεγχου)

Ο έλεγχος εξέδωσε τις προσβαλλόμενες οριστικές πράξεις Φ.Π.Α. καταλόγισε τις διαφορές κυρίου φόρου και το πρόστιμο λόγω ανακρίβειας.

Ο προσφεύγων, με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά να επανεξεταστεί η υπόθεση του κατά το νόμο και την ουσία επί σκοπώ όπως ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις και να γίνει δεκτή η αίτηση του επιστροφής ΦΠΑ, προβάλλοντας τους παρακάτω λόγους:

1) Ο ισχυρισμός της φορολογικής αρχής ότι η χρήση του επίμαχου ακινήτου για την ανέγερση του ξενοδοχείου είναι αστική-εμπορική και όχι γεωργική-αγροτική είναι αβάσιμος.

2) Κακώς και παρά το νόμο η φορολογική αρχή θεώρησε ότι όφειλε να έχει θεωρήσει το μισθωτήριο συμφωνητικό στη Δ.Ο.Υ.

3) Κακώς και παρά το νόμο ο έλεγχος θεώρησε ότι έγγραφο βεβαίας χρονολογίας για την απόδειξη της κατ’ ελάχιστο 9ετούς χρήσης του άρθρου 33 παρ.4 ΚΦΠΑ, είναι μόνον αυτό που θεωρείται στη Δ.Ο.Υ.

4) Κακώς και παρά το νόμο η προσβαλλόμενη έκθεση έλεγχου δεν αποδέχτηκε το συμβολαιογραφικό συμφωνητικό μίσθωσης για το λόγο ότι δεν έχουν δηλωθεί τα μισθώματα στις δηλώσεις φορολογίας του ιδίου και των γονέων του.

5) Αβασίμως στο νόμο και την ουσία η προσβαλλόμενη έκθεση έλεγχου θεώρησε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 33 παρ.4 ΚΦΠΑ για την επιστροφή του Φ.Π.Α.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2859/2000 ΚΦΠΑ ορίζεται ότι: Άρθρο 30 Δικαίωμα έκπτωσης του φόρου

«1. Ο υποκείμενος δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η Παράδοση αγαθών και η Παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν. Η έκπτωση αυτή παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο.

Ειδικά, για τα αγαθά επένδυσης, το δικαίωμα έκπτωσης κρίνεται οριστικά κατά το χρόνο έναρξης χρησιμοποίησης των αγαθών αυτών.

Στην περίπτωση που αγαθά επένδυσης χρησιμοποιούνται, τόσο για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων του υποκειμένου στο φόρο, όσο και για ιδιωτική χρήση του ίδιου ή του προσωπικού του, ή, γενικότερα για σκοπούς άλλους από της επιχείρησης, ο Φ.Π.Α. που βαρύνει τις δαπάνες που συνδέονται με τα επενδυτικά αυτά αγαθά εκπίπτει μόνο κατ’ αναλογία του ποσοστού της χρησιμοποίησης τους για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Οι μεταβολές στην αναλογία χρήσης των αγαθών επένδυσης που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο λαμβάνονται υπόψη υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 31 και 33.»

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν.2859/2000 ΚΦΠΑ ορίζεται ότι: Άρθρο 33 Διακανονισμός εκπτώσεων

«1) 2). Ειδικά για τα αγαθά επένδυσης, η έκπτωση του φόρου που ενεργήθηκε υπόκειται σε πενταετή διακανονισμό με αφετηρία το έτος χρησιμοποίησής τους.

«Ο διακανονισμός ενεργείται κάθε έτος για το ένα πέμπτο (1/5) του φόρου που επιβάρυνε το αγαθό, ανάλογα με τις μεταβολές του δικαιώματος έκπτωσης……3) 4). Ως αγαθά επένδυσης, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, θεωρούνται: α) Τα ενσώματα αγαθά, που ανήκουν κατά κυριότητα στην επιχείρηση και τίθενται από αυτή σε διαρκή εκμετάλλευση, καθώς και τα κτίσματα ή άλλου είδους κατασκευές που κατασκευάζονται από την υποκείμενη στο φόρο επιχείρηση σε ακίνητο που δεν ανήκει κατά κυριότητα σε αυτήν, αλλά έχει, βάσει οποιασδήποτε έννομης σχέσης, τη χρήση του ακινήτου αυτού, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα χρόνων. Αν κατά τη διάρκεια του πενταετούς διακανονισμού λήξει η χρήση του ακινήτου, στο οποίο κατασκευάστηκαν τα ανωτέρω κτίσματα ή άλλου είδους κατασκευές, ενεργείται εφάπαξ διακανονισμός κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου 3. Στην αξία των αγαθών επένδυσης δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες επισκευής και συντήρησης.»

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2859/2000 ΚΦΠΑ ορίζεται ότι:

Άρθρο 34 Επιστροφή του φόρου

“1. Με την επιφύλαξη των σχετικών με την Παραγραφή διατάξεων ο φόρος επιστρέφεται εφόσον:

α) καταβλήθηκε στο Δημόσιο εξαρχής αχρεώστητα ή

β) το αχρεώστητο προκύπτει από επιγενόμενο λόγο στις κάτωθι περιπτώσεις: «ί) προκύπτει ως πιστωτικό υπόλοιπο το οποίο δεν μεταφέρεται σε επόμενη περίοδο για έκπτωση ή σε περίπτωση μεταφοράς του η έκπτωση δεν κατέστη δυνατή ή».

ii) αφορά πράξεις, που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 30, καθώς και πράξεις για τις οποίες με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών προβλέπεται αναστολή καταβολής του φόρου ή οφείλεται σε διαφορά συντελεστών εκροών- εισροών ή

iii) αφορά αγαθά επένδυσης, που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 33.”

Επειδή, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1006/14-01-1992

Διευκρινήσεις για το δικαίωμα έκπτωσης ή επιστροφής του ΦΠΑ που βαρύνει τα ακίνητα ή άλλου είδους κατασκευές που κατασκευάζονται από μία επιχείρηση σε ακίνητο που ανήκει κατά κυριότητα σε τρίτους αλλά έχει παραχωρηθεί σε αυτήν η χρήση του.

Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην Υπηρεσία μας, σχετικά με το πιο πάνω θέμα, διευκρινίζονται τα εξής:

Όπως είναι γνωστό, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43Α) αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις της περίπτ. α’ της παραγ. 4 του άρθρου 26 του Ν. 1642/1986 περί ΦΠΑ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές θεωρούνται ως επενδυτικά αγαθά, εκτός των άλλων και τα κτίσματα ή άλλου είδους κατασκευές που κατασκευάζονται από υποκείμενη στο φόρο επιχείρηση, που ενεργεί φορολογητέες ή αφορολόγητες πράξεις με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών της, σε ακίνητο που δεν ανήκει κατά κυριότητα σ’ αυτήν, πλην όμως έχει τη χρήση του ακινήτου αυτού με οποιαδήποτε έννομη σχέση (μίσθωση, παραχώρηση της χρήσης, χρησικτησία κ.τ.λ.) για χρονικό διάστημα τουλάχιστο εννέα (9) χρόνων.

Η ρύθμιση αυτή έγινε για κατασκευές που πραγματοποιήθηκαν από 1/1/87, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1947/1991.

Η παραχώρηση της χρήσης και η χρονική διάρκεια αυτής (των εννέα χρόνων), θα αποδεικνύονται με ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο θα πρέπει να φέρει βεβαία χρονολογία, ή με συμβολαιογραφική πράξη ή με το καταστατικό εταιρίας, όταν παραχωρείται η χρήση ακινήτου από το μέλος στο νομικό πρόσωπο που συμμετέχει.

Οι παραπάνω πράξεις μπορεί να είναι μικρότερης διάρκειας (π.χ. 2 ή 3 ετών), οι οποίες όμως ανανεούμενες πριν από τη λήξη τους θα είναι συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 9 χρόνων.

Ειδικότερα επισημαίνεται ότι, τα μεν ιδιωτικά μισθωτήρια συμβόλαια θα πρέπει να έχουν εμπρόθεσμα κατατεθεί για θεώρηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του εκμισθωτή, κυρωμένο αντίγραφο του οποίου θα πρέπει να κατέχει ο μισθωτής, οι δε συμβολαιογραφικές ή άλλες πράξεις, με βάση τις οποίες θα αποδεικνύεται η έννομη σχέση της χρήσης από το χρήστη – μισθωτή, θα πρέπει να έχουν μεταγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 618 του Αστικού Κώδικα.

Σε περίπτωση δε παραχώρησης της χρήσης του ακινήτου σε υφιστάμενο ή συνιστώμενο νομικό πρόσωπο, η διάρκεια του νομικού αυτού προσώπου πρέπει να αναφέρεται ρητά στο συστατικό του έγγραφο και να είναι άνω των εννέα (9) ετών και όχι αόριστης διαρκείας.

Επειδή, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1094/1992

Δικαίωμα έκπτωσης ή επιστροφής ΦΠΑ που επιβάρυνε δαπάνη ανέγερσης κτισμάτων σε μισθωμένο ακίνητο, σε περίπτωση εκπρόθεσμης προσκόμισης για θεώρηση στον αρμόδιο Προϊστάμενο ΔΟΥ του οικείου ιδιωτικού συμφωνητικού.

Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπηρεσία μας, σχετικά με το πιο πάνω θέμα, παρέχουμε τις παρακάτω διευκρινίσεις:

1 . Με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 1642/1986, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με τις διατάξεις της παραγρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 1882/1990, ορίζεται η έννοια του επενδυτικού αγαθού, για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές θεωρούνται επενδυτικά αγαθά και τα κτίσματα ή άλλου είδους κατασκευές που κατασκευάζονται από το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο σε ακίνητο που δεν ανήκει κατά κυριότητα σ’ αυτό, αλλά έχει τη χρήση αυτού, με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα (9) ετών.

2. Περαιτέρω, με την 1003880/175 /ΑΟΟ14/ΠΟΛ.1006/1992 εγκύκλιό μας δόθηκαν σχετικές οδηγίες για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων. Με την εγκύκλιο αυτή διευκρινίστηκε ότι η παραχώρηση της χρήσης και η χρονική διάρκεια αυτής θα αποδεικνύονται με ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο θα πρέπει να φέρει βεβαία χρονολογία ή με συμβολαιογραφική πράξη, η οποία, εφόσον η μίσθωση είναι πάνω από 9 χρόνια, πρέπει να έχει μεταγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 618 του Α.Κ. ή με το καταστατικό της εταιρίας που θα έχει δημοσιευθεί νόμιμα, από το οποίο θα πρέπει να προκύπτει διάρκεια ορισμένου χρόνου (όχι αόριστος) τουλάχιστον εννέα ετών.

Με την ίδια εγκύκλιο διευκρινίστηκε ότι η διάρκεια των μισθώσεων μπορεί να είναι και μικρότερη εννέα ετών, ανανεούμενη όμως πριν από τη λήξη της είναι συνολικής διάρκειας, τουλάχιστο, εννέα ετών. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι μπορεί μεν η διάρκεια των μισθώσεων να είναι μικρότερη από τα εννέα έτη, πλην όμως, θα πρέπει κατά το χρόνο γένεσης του δικαιώματος έκπτωσης να συντρέχει η προϋπόθεση αυτή που ορίζεται από το νόμο. Δηλαδή, αν μία αρχική μίσθωση συμφωνείται για χρονική διάρκεια 5 ετών, δεν παρέχεται στο μισθωτή δικαίωμα να ζητήσει επιστροφή του φόρου για τυχόν κατασκευές που πραγματοποίησε στο μισθωμένο ακίνητο κατά την πενταετία αυτή. Εάν, στη συνέχεια και πριν από τη λήξη της αρχικής μίσθωσης, αυτή παραταθεί για άλλα πέντε χρόνια, τότε θα δικαιούται επιστροφής του φόρου που επιβάρυνε τυχόν νέες κατασκευές που πραγματοποίησε κατά το χρόνο της νέας μίσθωσης, γιατί θα ληφθεί υπόψη αθροιστικά και η πρώτη πενταετία της αρχικής μίσθωσης.

3. Εξάλλου, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 4045/1960 (ΦΕΚ 74 Α’), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με την παράγρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1828/1990 ορίζεται ότι, ιδιωτικά έγγραφα μίσθωσης αστικών ακινήτων, ασχέτως ποσού μισθώματος, η γεωργικών ακινήτων εφόσον το μίσθωμα είναι ανώτερο των πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών κατά μήνα, προσκομίζονται από τον εκμισθωτή για θεώρηση μέσα σε τριάντα (30) μέρες από τη σύνταξή τους, στον προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του. Τα έγγραφα αυτά δύναται και ο μισθωτής να τα προσκομίζει για θεώρηση στον προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του εκμισθωτή. Τα έγγραφα αυτά υποβάλλονται σε δύο (2) αντίγραφα, από τα οποία το ένα επιστρέφεται θεωρημένο σ’ αυτόν που τα προσκόμισε και με τις διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και νομοθετήματος ορίζεται ότι όσοι δεν προσκομίζουν τα έγγραφα μίσθωσης ακινήτου για θεώρηση η τα προσκομίζουν εκπρόθεσμα, καθώς και οι συμβολαιογράφοι που δεν εφαρμόζουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παράγραφο αυτή, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 73 του ν.δ. 3323/1955.

4. Τέλος, με τις διατάξεις της παραγρ. 16 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 ορίζεται ότι τα συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών και τρίτων για οιανδήποτε συναλλαγή θεωρούνται, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής τους, από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.

5. Ύστερα από τα παραπάνω, σε κάθε περίπτωση που γίνεται εκπρόθεσμη προσκόμιση στον Προϊστάμενο της ΔΟΥ σύμβασης μίσθωσης ακινήτου για θεώρηση, εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις των παραγράφων 1 και 3, του άρθρου 3 του ν. 4045/1960, όπως ισχύουν, οι οποίες, ως ειδικές κατισχύουν των γενικών διατάξεων της παραγρ. 16 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990.

6. Κατά συνέπεια, τα οικεία μισθωτήρια θα γίνονται δεκτά για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1642/86, ως προς το δικαίωμα έκπτωσης και επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας. Εξυπακούεται βέβαια ότι θα πρέπει να ερευνάται σε κάθε περίπτωση εάν τα καταβαλλόμενα μισθώματα έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία του μισθωτή και έχουν δηλωθεί από τον εκμισθωτή, κατά τις σχετικές διατάξεις, ενώ για την εκπρόθεσμη προσκόμιση της σύμβασης μίσθωσης για θεώρηση και κάθε άλλη παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, θα επιβάλλονται οι κυρώσεις που ορίζονται στο νόμο.

7. Κάθε διαταγή μας με αντίθετο περιεχόμενο παύει να ισχύει αφότου εκδόθηκε.

Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υπό κρίση ενδικοφανούς προσφυγής στα οποία περιλαμβάνεται και η από 20-03-2019 έκθεση έλεγχου ΦΠΑ Ν.2859/2000 της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Πύργου, προκύπτει ότι με το αριθμό /8-4-2003 πληρεξούσιο της συμβ/φου Πύργου ο κος του (πατέρας του προσφεύγοντα) παρείχε προς την σύζυγο του (μητέρα του προσφεύγοντα) να διαχειρίζεται και να εκμεταλλεύεται το σύνολο της γεωργικής του εκμετάλλευσης ( 15 αγροτεμάχια) και ειδικά το δικαίωμα να εκμισθώνει τα ακίνητα του και με το αριθμό /2003 συμβολαιογραφικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτων της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου σε τόμο και αριθμό στις 9-5-2003. Η κα συζ εκμίσθωσε στον προσφεύγοντα (υιός) το σύνολο της γεωργικής εκμετάλλευσης (15 αγροτεμάχια), με ετήσιο μίσθωμα 50 ευρώ, για χρονική διάρκεια τριάντα(30) ετών, με χρήση του μισθίου αγροτική εκμετάλλευση από τον μισθωτή.

Επειδή, με το από 14-2-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής των εμφανισθέντων, στις 14-2-2014, από τον κον πρόεδρο του Τ.Κ Δήμου , ο κος του, (πατέρας του προσφεύγοντα) εκμίσθωσε στον προσφεύγοντα ένα αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 44.076,79 τμ. του οποίου έχει την επικαρπία, για διάρκεια εννέα(9) ετών, ήτοι από 14-2-2014 έως 13-2-2023, με ετήσιο μίσθωμα 100,00 ευρώ, χρήση αγροτική, αστική εκμετάλλευση ή όποια άλλη κατά την απόλυτη κρίση του μισθωτή και χωρίς δικαίωμα υπομίσθωσης ή η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρησης της χρήσης του μισθίου. Το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου δεν έχει θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Πύργου. Στην συνέχεια, όπως αναφέρεται (σελ. 8) της έκθεσης έλεγχου, για την εκμίσθωση του ανωτέρω ακινήτου, ήτοι ακίνητο έκτασης 44.076,79 τμ (εντός του οποίου βρίσκεται έκταση 9174,60 τμ) με τα υφιστάμενα εντός αυτού κτίσματα, ο επικαρπωτής (πατέρας του προσφεύγοντα) υπέβαλε εκπρόθεσμα στις 30/11/2017 την με αρ /2017 δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής της ΑΑΔΕ, την οποία αποδέχτηκε ο προσφεύγων (μισθωτής), με είδος μίσθωσης επαγγελματική/εμπορική με την ίδια περίοδο ισχύος 14/2/2014 -13/02/2023. Επίσης, στην έκθεση έλεγχου αναφέρεται ότι, στις υποβληθείσες δηλώσεις Φ.Ε. 2015 & 2016 δεν δηλώνεται μίσθωμα από τον επικαρπωτή για το συγκεκριμένο ακίνητο, ούτε έχουν καταχωρηθεί μισθώματα στα λογιστικά βιβλία και τις δηλώσεις Φ.Ε. του μισθωτή.

Επιπλέον, ο προσφεύγων με το αριθμό /2005 συμβόλαιο γονικής παροχής ακινήτου (μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου στις 09-12-2005 στον τόμο αριθ ) απέκτησε από τον πάτερα του το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου.(τίτλος κτήσης για τον παρέχοντα γονέα η υπ.αρ /2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς).

Επειδή, με την αρ. πρωτ /04-07-2012 απόφαση του Ειδικού Γραμματέα κοινοτικών πόρων και υποδομών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, εγκρίθηκε για τον προσφεύγοντα το επενδυτικό σχέδιο, ίδρυση επτά (7) τουριστικών κατοικιών στο Δ.Δ. του Δήμου στο Μέτρο 313Β του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδος 2007-2013(ΠΑΑ) (προσκομίζεται στην υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή).

Επειδή, όπως αναφέρεται στην έκθεση έλεγχου (σελ. 3 & 9 ), ο προσφεύγων (ατομική επιχείρηση) κατά την ελεγχόμενη φορολογική περίοδο ( 01/07/2014-31/12/2015) διέθετε την υπό κατασκευή εγκατάσταση εσωτερικού και την έχει δηλώσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.(αρ.δηλ /2007) ,
 

Α/Α Είδος Εγκατ. Διεύθυνση Εγκατ. Περιγραφή Έναρξη Λήξη
1. Υπό Κατασκευή Εγκατάσταση ………………………
……………………….
………………………
Εργασίες διαμόρφωσης η ανέγερσης κτίσματος ή άλλου είδους κατασκευών (ως αγαθού επένδυσης του άρθρου 33 παρ.4 του κώδικα ΦΠΑ) για ίδια άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας με δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ των εισροών της 07/12/2007 30/10/2017


Στην συνέχεια, ο προσφεύγων, μεταξύ άλλων δήλωσε ως δραστηριότητα όπως παρακάτω:
 

Κωδικός Περιγραφή Έναρξη Λήξη
55101000 Υπηρεσίες παροχής δωματίων ή μονάδας καταλύματος για επισκέπτες, με καθημερινή καθαριότητα (εκτός της χρονομεριστικής μίσθωσης) 30/10/2017


Επειδή, από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης στις 12-10-2018 διαπιστώθηκε η πραγματοποίηση των πράξεων (κατασκευές ακινήτων) για τις οποίες υποβλήθηκε το αίτημα επιστροφής ΦΠΑ (σελ.11 έκθεσης έλεγχου) και από τον έλεγχο δεν εγείρεται ζήτημα ότι οι προμηθευτές (εκδότες των φορολογικών στοιχείων δαπανών) δεν είχαν την δυνατότητα να παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στα φορολογικά στοιχεία δαπανών τα οποία έλαβε ο προσφεύγων και καταχώρησε στα βιβλία του.

Επειδή, με το με αρ.πρωτ.ΔΕ/ /2019 έγγραφο του Υπουργείου Τουρισμού το επενδυτικό έργο (τουριστικό κατάλυμα ξενοδοχείο εποχιακής λειτουργίας τριών αστέρων) υπάγεται στις Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις(ΠΠΔ) που περιγράφονται στην υπ. αριθμ /2012(ΦΕΚ 3438/Β’) ΚΥΑ και χορηγήθηκε άδεια σε υποβολή γνωστοποίησης σύμφωνα με τη με αριθμό /2017 ΚΥΑ(ΦΕΚ 1750/Β’) «Απλούστευση της διαδικασίας
έναρξης λειτουργίας τουριστικών καταλυμάτων» (προσκομίζεται στην υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή).

Επειδή, με το με αριθμό /2003 συμβολαιογραφικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτων της συμβολαιογράφου , ο προσφεύγων μίσθωσε το σύνολο των ακινήτων του πατέρα του, για χρονική διάρκεια τριάντα(30) ετών, ως εκ τούτου έχει την χρήση όλων των ακινήτων πέραν των εννέα(9) ετών, πληρείται η προϋπόθεση της κατ’ ελάχιστον εννεαετούς διαρκείας της μίσθωσης του ακινήτου, όπως προβλέπεται στην παρ.4 του άρθρου 33 του ν.2859/2000 ΚΦ.Π.Α. και το γεγονός ότι η μίσθωση έγινε με χρηση αγροτική εκμετάλλευση, δεν συνιστά λόγο να μη γίνει δεκτή για λόγους ΦΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ.4 του Ν.2859/2000.

Επειδή, με το άρθρο 171 του ν.2717/1999
«2. Η χρονολογία των ιδιωτικών εγγράφων καθίσταται βέβαιη για τους τρίτους μόνον όταν αυτά θεωρηθούν από συμβολαιογράφο ή από άλλον αρμόδιο κατά το νόμο δημόσιο υπάλληλο..»

Επειδή, με το από 14-2-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής των εμφανισθέντων στις 14-2-2014 από τον κον πρόεδρο του Τ.Κ Δήμου , ως εκ τούτου κατέστη βέβαιης χρονολογίας στις 14-02-2014, ο κος του , πατέρας του προσφεύγοντα εκμίσθωσε στον προσφεύγοντα ένα αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 44.076,79 τμ. (εντός του οποίου βρίσκεται έκταση 9.174,60 τμ στην οποία ο προσφεύγων ανήγειρε τα κτίσματα) του οποίου έχει την επικαρπία, για διάρκεια εννέα (9) ετών, ήτοι από 14-2-2014 έως 13-2-2023, με ετήσιο μίσθωμα 100,00 ευρώ, χρήση αγροτική, αστική εκμετάλλευση ή όποια άλλη κατά την απόλυτη κρίση του μισθωτή και χωρίς δικαίωμα υπομίσθωσης ή η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρησης της χρήσης του μισθίου

Επειδή, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1013/07-01-2014

«1. Οι εκμισθωτές ακίνητης περιουσίας υποχρεούνται να δηλώνουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία των αρχικών ή τροποποιητικών μισθώσεων, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την έναρξη της μίσθωσης ή την τροποποίησή της, ανεξάρτητα αν πρόκειται για γραπτή ή προφορική συμφωνία.»

Επειδή, ο προσφεύγων υπέβαλε εκπρόθεσμα στις 30/11/2017 την με αρ /2017 δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής της ΑΑΔΕ, την οποία αποδέχτηκε ο προσφεύγων(μισθωτής), για το αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 44.076,79 τμ. (εντός του οποίου βρίσκεται έκταση 9.174,60 τμ στην οποία ο προσφεύγων ανήγειρε τα κτίσματα) με είδος μίσθωσης επαγγελματική/εμπορική με την ίδια περίοδο ισχύος 14/2/2014-13/02/2023 που αναφέρεται στο από 14-2-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου.

Επειδή, το γεγονός ότι η εν λόγω μίσθωση δηλώθηκε εκπρόθεσμα στις 30-11-2017, ενώ το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης εννεαετούς διάρκειας έχει συνταχτεί και έχει θεωρηθεί το γνήσιο της υπογραφής στις 14-2-2014, δεν συνιστά λόγο να μη γίνει δεκτή για σκοπούς Φ.Π.Α. σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ.4 του ν.2859/2000.

Επειδή, η υποχρέωση της δήλωσης των μισθωμάτων στις δηλώσεις Φ. Ε. του επικαρπωτή και τις καταχωρήσεις αυτών στα λογιστικά βιβλία και στις δηλώσεις Φ.Ε. του μισθωτή, δεν αποτελούν προϋπόθεση για την έκπτωση και κατ’ επέκταση επιστροφή Φ. Π. Α., σύμφωνα με τις διατάξεις της
 παρ.4 του άρθρου 33 του ν.2859/2000 Κ.Φ.Π.Α.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 του ν.4174/2013 ορίζεται ότι: «Η Φορολογική Διοίκηση έχει την υποχρέωση να παρέχει σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία για τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις που θεμελιώνουν την έκδοση πράξεως και τον προσδιορισμό φόρου».

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του ν.4174/2013 ορίζεται ότι:

«Σε περίπτωση αμφισβήτησης πράξης προσδιορισμού φόρου στα πλαίσια ενδικοφανούς προσφυγής, ο φορολογούμενος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που προβαίνει στην εν λόγω αμφισβήτηση φέρει το βάρος της απόδειξης της πλημμέλειας της πράξης προσδιορισμού του φόρου».

Αποφασίζουμε

Την αποδοχή της με ημερομηνία κατάθεσης 22.04.2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής, του του , με ΑΦΜ,

α) την ακύρωση, της υπ.αρ /2019 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου 01/07/2014-31/12/2014 συνολικού ποσού φόρου για καταβολή ύψους 2.394,94 ευρώ, της υπ.αρ /2019 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου 01/01/2015-31/12/2015 συνολικού ποσού φόρου για καταβολή ύψους 5.988,55 ευρώ και

β) την επιστροφή πιστωτικού υπολοίπου της φορολογικής περιόδου 01/01/2015-31/12/2015 ποσού 35.096,31 ευρώ.

Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί από αρμόδιο όργανο με τη νόμιμη διαδικασία στον υπόχρεο.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΑΠ 380/2019 Πειθαρχική ποινή – Εσωτερικός κανονισμός – Επιλογή από τον εργοδότη ηπιότερου μέτρου έναντι της καταγγελίας.

Απόφαση 380 / 2019    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Περίληψη

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012).

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013ΑΠ 904/2012). Όμως για την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή / και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν.

Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 3789/1957 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας”, η οποία ορίζει “Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών…” (σχετ. ΑΠ 157/2003, ΑΠ 769/2016).

Κατά συνέπεια εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, που να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή / και τις πειθαρχικές ποινές που μπορεί να επιβληθούν γι’ αυτά ή / και που να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, για το λόγο ότι ο εργοδότης, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής. Δεν αποκλείεται βεβαίως σε όλως οριακές περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση της έλλειψης εσωτερικού κανονισμού προβλέποντος πειθαρχικό έλεγχο του εργαζομένου, ο έλεγχος από το δικαστήριο του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από την άποψη της εκ μέρους του εργοδότη παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία ουσιαστικά συνιστά την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 897/2012, ΑΠ 1889/2017).

Αριθμός 380/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: δευτεροβάθμιου σωματείου με την επωνυμία “…”, (…), που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σοφία Μαϊλιάνη και Ευτύχιο – Δημήτριο Καλαμίδα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Βασιλακάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά του αναιρεσιβλήτου: τριτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία “…” (….), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο – Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της … (….). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 769/2016 απόφαση του Β1′ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Κατόπιν της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 122/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από 28/12/2017 αίτησή του και το προσθέτως παρεμβαίνων σωματείο με την από 30/7/2018 πρόσθετη παρέμβασή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματίου ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 622 παρ. 2 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, (όπως η διάταξη αυτή ισχύει από 1.1.2016 μετά την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ – άρθ. 591 έως 681 Δ – με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ενόψει του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης την 29.12.2017), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση. Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το Ν. 4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ. 2 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 675 Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθ. 9 παρ.1 του Ν. 3189/2003. Επομένως το προσθέτως παρεμβάν τριτοβάθμιο σωματείο με την επωνυμία “… (….).”, του οποίου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δευτεροβάθμιο σωματείο με την επωνυμία “… (…)”, υπέρ του οποίου παρενέβη, τυγχάνει τακτικό μέλος, επικαλούμενο ως έννομο συμφέρον την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των μελών του, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος, αλλά και του ιδίου, εφόσον αυτό είναι υπόχρεο στην καταβολή ποσού που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία ενός μηνός των υπηρετούντων φυλάκων θήρας των μελών του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, παραδεκτώς παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς υπεράσπιση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του υπέρ ου παρενέβη διαδίκου, καταθέτοντας το από 30.7.2018 και με αριθ. κατάθεσης 9/2018 ίδιο δικόγραφο, το οποίο εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτού προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο “πρόσθετης παρέμβασης” ως επιγράφεται, καθότι αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι το προσθέτως παρεμβαίνον είχε ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τότε εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δευτεροβάθμιου σωματείου κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκη και κατά συνέπεια την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος είχε διατηρήσει στη συνέχεια τόσο κατά την δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παρέστη, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Με την από 28 Δεκεμβρίου 2017 και με αριθ. κατάθ. 39/29.12.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 122/17.10.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθ. 769/21.12.2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε κατά πλειοψηφία η προηγουμένη με αριθ. 118/3.12.2014 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 122/2017 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως κατ’ ουσία αβάσιμη η από 12 Οκτωβρίου 2011 και με αριθ. κατάθ. 43/21.10.2011 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η με αριθ. 46/20.4.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10.9.2008 και με αριθ. κατάθ. 38/16.9.2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά τα κεφάλαια αναγνώρισης της ακυρότητας της από 30.4.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σωματείου και υποχρέωσης του τελευταίου ν’ αποδεχθεί την εργασία του ενάγοντος ως θηροφύλακα με απειλή χρηματικής ποινής (με την πρωτόδικη απόφαση είχε επίσης απορριφθεί ως αόριστη η αγωγή κατά τα κεφάλαια καταβολής αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μετά τον γενόμενο μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό) και στη συνέχεια, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ’ ουσία από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της κατά τα άνω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε το εναγόμενο σωματείο ν’ αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με απειλή χρηματικής ποινής. Σημειώνεται ότι ομοίως είχε κρίνει κατ’ ουσία και η αναιρεθείσα προηγουμένη με αριθ. 118/2014 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012). Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013ΑΠ 904/2012). Όμως για την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή / και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 3789/1957 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας”, η οποία ορίζει “Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών…” (σχετ. ΑΠ 157/2003, ΑΠ 769/2016). Κατά συνέπεια εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, που να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή / και τις πειθαρχικές ποινές που μπορεί να επιβληθούν γι’ αυτά ή / και που να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, για το λόγο ότι ο εργοδότης, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής. Δεν αποκλείεται βεβαίως σε όλως οριακές περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση της έλλειψης εσωτερικού κανονισμού προβλέποντος πειθαρχικό έλεγχο του εργαζομένου, ο έλεγχος από το δικαστήριο του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από την άποψη της εκ μέρους του εργοδότη παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία ουσιαστικά συνιστά την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 897/2012, ΑΠ 1889/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της “ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους “αντιφατική αιτιολογία” (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: “Το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] ν.π.ι.δ. με την επωνυμία “…” αποτελεί δευτεροβάθμιο σωματείο (ομοσπονδία), μέλη του οποίου είναι οι κυνηγετικοί σύλλογοι της περιφέρειας …. Αποτελεί μέλος του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος τριτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία “…”. Στις 21.3.2001 το εναγόμενο σωματείο προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (11 μηνών και 11 ημερών), προκειμένου αυτός να προσφέρει την εργασία του ως ιδιωτικός φύλακας θήρας (θηροφύλακας). Κύρια καθήκοντα αυτού βάσει της σύμβασης, ήσαν η συνεχής φυσική παρουσία του στους τόπους άσκησης θήρας, καταφύγια θηραμάτων κλπ, η διενέργεια ελέγχου και λοιπών πράξεων σε εκτέλεση των νόμων και επιταγών της νομοθεσίας περί θήρας και η καταγγελία παρανόμων πράξεων ή συμβάντων καταστροφής της θηραματικής πανίδας και του φυσικού περιβάλλοντος γενικότερα, ενώ ήταν υποχρεωμένος να τηρεί λεπτομερές ημερολόγιο ενεργειών που ελεγχόταν από την εργοδότρια του (βλ. υπ’ αριθ. 1 Δ όρο σύμβασης).

Με την 25148/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου από την αρχή της προσλήψεως. Με το 537/5.3.2008 έγγραφό της η εφεσίβλητη κάλεσε τον εκκαλούντα να δώσει εξηγήσεις, διότι στο δελτίο ελέγχου ανέφερε ότι στις 19.1.2000 [ενν. 2008] ο Κ. Α. τέλεσε παράνομη θήρα λαγού. Ο συντονιστής θηροφύλακας Σ. Λ., μέσω του οποίου διαβιβάσθηκε το εν λόγω δελτίο, σημείωσε ότι “φυσιολογικά θα αναμένουμε και μήνυση”. Ο ενάγων ανέφερε στο Δασαρχείο … “19.1.2008. Υπηρεσία 04.00 έως 11.00. Βγήκα μαζί με τον Κ. Ν. και το όχημα …18 στην περιοχή …. Βρήκαμε τον Α. Κ., ο οποίος κατείχε άδεια τοπική και είχε θηρεύσει μία μπεκάτσα”. Το ημερολόγιο θεωρήθηκε από τον υπεύθυνο θήρας της Διεύθυνσης Δασών …. την 1.2.2008. Ο ενάγων προσήλθε και παρέσχε εξηγήσεις. Το Δ.Δ. [ενν. το Διοικητικό Συμβούλιο] του εναγομένου αποφάσισε ομόφωνα να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (βλ. απόσπασμα πρακτικού 560/13.3.2008). Αυτή επισυνέβη στις 30.4.2008, ενώ ταυτόχρονα του πρόσφερε τη νόμιμη αποζημίωση και λοιπές αποδοχές ύψους 5.903,33 ευρώ, που κατετέθη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η καταγγελία έγινε: α) διότι δεν υπέβαλε μήνυση κατά του Κ. Α., β) σταμάτησε, παρά τη σύμβαση, να συμπληρώνει από τον Ιανουάριο 2008 ημερολόγιο ενεργειών υπηρεσίας, ενώ το 2007 κατέγραψε επιγραμματικά τις κινήσεις του, γ) δεν ενημέρωσε την ομοσπονδία, ούτε την πληρεξούσια δικηγόρο της στην … ότι μετά την ματαίωση στις 13.12.2006 της εκδίκασης της μήνυσης του κατά του Τ. Μ. και Γ. Α. στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 16.5.2007, αλλά το έκανε μόνο την ημερομηνία της δικασίμου, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής η δικηγόρος τους, γεγονός για το οποίο του απηύθηναν αυστηρή παρατήρηση, δ) επειδή έχουν δεχθεί κατά καιρούς καταγγελίες για το συγκεκριμένο θηροφύλακα, ο οποίος διενεργεί ελάχιστους ελέγχους σε σχέση με άλλους συναδέλφους του, για ανάρμοστη συμπεριφορά και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και ε) επειδή δεν τους απέστειλε, ως όφειλε, επικυρωμένα αντίγραφα των μηνύσεων που κατέθεσε στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκαν εγγράφως με την από 15.11.2007 εξώδικη διαμαρτυρία – δήλωσή τους.

Οι αιτήσεις του ΔΔ [ενν. οι αιτιάσεις του Δ.Σ.] του εναγομένου είναι αβάσιμες. Σχετικά με την αναφορά περί θήρας λαγού από τον Α. και όχι του ορθού μπεκάτσας, οφείλεται σε παραδρομή του ενάγοντος. Όταν η γραμματέας θηροφυλακής Ε. Β. επικοινώνησε μαζί του, τον ρώτησε αν γνώριζε κάποιον Α. και ο ενάγων απάντησε ότι τον γνώριζε, καθότι είναι πατέρας του κουμπάρου του. Όταν η ανωτέρω τον ρώτησε αν θα υποβάλει μήνυση κατά του Α., αυτός απάντησε αρνητικά. Η απάντηση υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι δεν είχε διαπιστώσει ότι ο ανωτέρω θήρευε παράνομα λαγό, όπως ανέγραψε. Την ημέρα εκείνη εκτελούσε κοινή υπηρεσία με το θηροφύλακα Κ.. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αμφότεροι θα προέβαιναν στις ενέργειες του νόμου (ακινητοποίηση οχήματος, έλεγχο του εσωτερικού για θήραμα, έλεγχο αδείας θήρας, κατάσχεση θηράματος, άμεση ενημέρωση κυνηγετικού συλλόγου και συντονιστή κλπ). Αν ο ενάγων επιθυμούσε να καλύψει τον Α., ο συνάδελφος Κ. είτε θα τον ανέφερε, είτε θα προέβαινε ο ίδιος στις παραπάνω ενέργειες, προκειμένου να μην διακινδυνεύσει και η δική του θέση εργασίας. Το παραπάνω περιστατικό επικαλέσθηκε προσχηματικώς το εναγόμενο, εμφανώς ενοχλημένο και από το γεγονός ότι ο ενάγων αποδέχθηκε, παρέλαβε και τηρούσε το ως άνω ημερολόγιο που ήταν θεωρημένο από το δασαρχείο … (βλ. στιχομυθία Ν. – Δ. στη συνεδρίαση της 13.3.2008). Ο ενάγων μέχρι το έτος 2007 συμπλήρωνε επιγραμματικώς το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει η Ομοσπονδία, το οποίο ουδέποτε του ζητήθηκε να προσκομίσει για οποιοδήποτε λόγο ή έλεγχο, ενώ από τον Ιανουάριο του 2008 σταμάτησε να το συμπληρώνει, χωρίς να ενημερώσει την εργοδότρια, και τηρούσε έκτοτε το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει το Δασαρχείο …, θεωρώντας ότι δια της τηρήσεως ήταν εφικτός ο έλεγχος εκ μέρους της Ομοσπονδίας (βλ. στιχομυθία Ν. – Κ. στο 560/2008 απόσπασμα πρακτικού). Επίσης μετά από μήνυση του ενάγοντος εις βάρος Τ. Μ. και Γ. Α. ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ’ αυτών και ορίσθηκε δικάσιμος η 13.12.2006. Η ομοσπονδία αποφάσισε να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα και έδωσε εντολή στη δικηγόρο Καστοριάς Αλμπάνη Ειρήνη, η οποία δεν παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης και απωλέσθη η δυνατότητα παράστασης. Ο ενάγων ουδεμία υποχρέωση υπείχε να ενημερώσει τον οποιονδήποτε σχετικά με τις δικασίμους. Ακόμη το μέλος του κυνηγετικού συλλόγου …Τ. Σ. κατήγγειλε τον ενάγοντα και τον Ε. Σ. ότι χρησιμοποιούσαν υπηρεσιακό όχημα για σκοπούς άσχετους με την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο ανωτέρω καθώς και ο Α. Μ. είχαν υποβάλει κατά των προαναφερθέντων (ενάγοντος και Ε. Σ.) και την 1.3.2016 [ενν. 1.3.2006] καταγγελία στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Καστοριάς για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος και ειδικότερα ότι, ενώ κατέλαβαν τον Δ. Κ. να θηρεύει, δεν προέβησαν στη σύλληψη, μήνυση κλπ. Για την εν λόγω πράξη ο ενάγων και ο Ε. Σ. αθωώθηκαν με την 890/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς και κήρυξε ενόχους τους καταγγείλαντες για παράνομη θήρα και απείθεια, για τις οποίες είχαν καταμηνυθεί από τον ενάγοντα, και με άλλη απόφαση ο Σ. Τ. καταδικάσθηκε επί συκοφαντική δυσφημίσει σε βάρος του ενάγοντος.

Εξάλλου καταγγελία προς την Ομοσπονδία υπέβαλλαν κατά του ενάγοντος και οι Σ. Δ., Κ. Ν. και Κ. Π. για ανάρμοστη συμπεριφορά, οι οποίοι όμως καταδικάσθηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο για παραβάσεις θήρας και νόμου περί όπλων ανεδείχθη [ενν. και κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε…] ότι ο ενάγων επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η αιτίαση του εναγομένου ότι ο ενάγων πραγματοποίησε ελάχιστους ελέγχους σε σχέση με τους συναδέλφους του δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο επίδοσης, διότι οι έλεγχοι δεν είναι εργασία γραφειοκρατικού τύπου, αλλά αστάθμητος παράγοντας, εξαρτημένος από πολλαπλές μεταβολές, όπως π.χ. περιοχή, περίοδος χρονική, καιρός, πλήθος κυνηγών κλπ, ούτε όμως είναι αληθής, διότι 10 – 15 ελέγχους το μήνα πραγματοποιούσαν περίπου όλοι. Το εναγόμενο δεν προσκόμισε συγκεντρωτικά στοιχεία όλων των υπαλλήλων θηροφυλάκων, ώστε να συναχθεί συνήθης ή μέσος αριθμός ελέγχων. Κατά τα έτη 2000 έως 2004, σύμφωνα με πίνακα που προσκομίζει ο ενάγων είχε 286 ελέγχους έναντι άλλων που είχαν ολιγότερους. Μέχρι και τον Οκτώβριο του 2007, ο ενάγων ακολουθώντας τις οδηγίες της εργοδότριάς του, απέστελλε ανεπικύρωτα αντίγραφα των μηνύσεων που υπέβαλλε ενώπιον των δασαρχείων στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του.

Με την από 15.11.2007 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση το εναγόμενο κάλεσε τον ενάγοντα α) να δηλώνει ενώπιον της αρμόδιας [ενν. αρχής] δικαστική παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της ομοσπονδίας, σύμφωνα και με την εξουσιοδότηση που του παρασχέθηκε με το υπ’ αριθ. …27/19.10.2007 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Α. Κ., καταθέτοντας το σχετικό παράβολο πολιτικής αγωγής και β) να ζητεί και λαμβάνει αντίγραφο της μηνύσεως, το οφείλει να προσκομίσει άμεσα μαζί με όλα τα έγγραφα της προδικασίας… Μετά την αποστολή της εξωδίκου, ο ενάγων υπέβαλε αίτηση στο Δασαρχείο …υ (11.12.2007) και στη Διεύθυνση [ενν. Δασών] … (18.12.2007), ζητώντας αντίγραφα μηνύσεων που είχαν υποβάλλει οι ανωτέρω υπηρεσίες, σύμφωνα με τα πρωτόκολλα μηνύσεων που είχε συντάξει ο ενάγων για να τα προσκομίσει στην … “με σκοπό την εμπλοκή της ως πολιτικώς ενάγουσας κατά την ακροαματική διαδικασία”. Το Δασαρχείο … επικαλούμενο ότι ο ενάγων καθώς και άλλοι συνάδελφοί του βρίσκονταν σε δικαστικό αγώνα με την Ομοσπονδία καθώς και ότι “οι νομικές τους γνώσεις ήταν περιορισμένες, για την αποφυγή της εμπλοκής της υπηρεσίας τους σ’ αυτόν” ζήτησαν από το αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης να τους πληροφορήσουν “αν και πότε μπορούν να χορηγούν αντίγραφα των υποβαλλομένων μηνύσεων στους ομοσπονδιακούς και ιδιωτικούς φύλακες θήρας”.

Αντίστοιχο ερώτημα υπέβαλλε και η Διεύθυνση Δασών …. Στα παραπάνω ερωτήματα μέχρι και την καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντα δεν εδόθη απάντηση και οι υπηρεσίες δεν χορήγησαν επικυρωμένα αντίγραφα των μηνύσεων στον ενάγοντα, ούτε απάντησαν αρνητικά στο αίτημά του. Η αποστολή εκ μέρους του ενάγοντος “μιας απλής εκτύπωσης του κειμένου από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή”, αντί των επικυρωμένων αντιγράφων των μηνύσεων, όπως αξίωσε το εναγόμενο, δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, αλλά στο γεγονός ότι οι ως άνω αρμόδιες υπηρεσίες δεν του χορηγούσαν επικυρωμένα αντίγραφα εν αναμονή της σχετικής γνωμοδοτήσεως από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Περαιτέρω ο ενάγων για τη διασφάλιση των εργασιακών του δικαιωμάτων άσκησε αγωγή κατά του εναγομένου και το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από του χρόνου αρχικής του προσλήψεως. Ο ενάγων είναι ενεργό μέλος του πρωτοβάθμιου σωματείου και διεκδικεί την επίλυση εργασιακών του θεμάτων, όπως να εποπτεύονται από την αρμόδια δασική αρχή, να υφίσταται πειθαρχική εξουσία επ’ αυτών από τον Γενικό Γραμματέα (Γ.Γ.) Περιφέρειας.

Επίσης αναδεικνύουν ζητήματα που αφορούν τον χαρακτηρισμό της θέσεως και της έδρας της εργασίας τους, δεδομένου ότι το εναγόμενο επιδιώκει ως έδρα της εργασίας τους να χαρακτηρίζεται το σύνολο της εδαφικής του αρμοδιότητας, δηλαδή ολόκληρη η Μακεδονία και η Θράκη και επιδιώκουν τη ρύθμιση των θεμάτων και της διαδικασίας των μετακινήσεων του σε διάφορες περιοχές. Ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η πλημμελής ή μη προσήκουσα άσκηση των συμβατικών καθηκόντων εκ μέρους του ενάγοντος ή μειωμένη αισθητά απόδοση αυτού εν σχέσει με τις ανάγκες της εργασίας και την απόδοση έως [ενν. ενός] μέσου συνετού θηροφύλακος και συνακόλουθα η ενάγουσα [ενν. η εναγομένη] όφειλε όπως μη απολύσει τον ενάγοντα, αν δεν [ενν. δε] ήθελε δελτία ημερολογίου μπορούσε να ζητήσει αντίγραφα από το δασαρχείο και συστήσει στον ενάγοντα απλώς την περαιτέρω τήρησή τους. Οδηγηθείσα παρά ταύτα στην απόλυση, έπραξε τούτο παρανόμως και κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, αφού στηρίχθηκε σε αβάσιμες αιτιολογίες που υπερβαίνουν τα όρια της καλής πίστης, καθώς και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ χρησιμοποιηθέντος μέσου και επιδιωκομένου σκοπού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς που απέρριψε την [ενν. αγωγή] ως αβάσιμη κατ’ ουσία, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο εσφαλμένως και εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις. Επομένως οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως του εκκαλούντος είναι βάσιμοι…”.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή της από 12.10.2011 και με αριθ. κατ. 43/2011 έφεσης του ενάγοντος – εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την με αριθ. 46/20.4.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 10.9.2008 και με αριθ. κατ. 38/16.9.2008 αγωγή αυτού, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 30.4.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού εκ μέρους του εναγομένου – εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος δευτεροβάθμιου σωματείου και υποχρέωσε το τελευταίο ν’ αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με τους ίδιους όρους και να τον απασχολεί πραγματικώς με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 669 παρ. 2, 174 και 180 του ΑΚ, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη περίπτωσης καταχρηστικότητας της από 30.4.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου εκ μέρους του αναιρεσείοντος σωματείου, επαγομένης ακυρότητα αυτής, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι κατά τον όρο 1 Δ της μεταξύ των μερών σύμβασης εξαρτημένης εργασίας η τήρηση από τον αναιρεσίβλητο λεπτομερούς ημερολογίου ενεργειών, που ελεγχόταν από το αναιρεσείον δευτεροβάθμιο σωματείο, περιλαμβανόταν στις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι ο αναιρεσίβλητος μέχρι το έτος 2007 συμπλήρωνε ελλιπώς το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει η Ομοσπονδία [αναιρεσείον], ενώ έπαυσε από τον Ιανουάριο του 2008 να συμπληρώνει αυτό, χωρίς να ενημερώσει την Ομοσπονδία, και ότι έκτοτε τηρούσε το ημερολόγιο που του είχε χορηγηθεί από το δασαρχείο …., στη συνέχεια κατέληξε αντιφατικά στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε πλημμελής ή μη προσήκουσα άσκηση των συμβατικών του καθηκόντων.

Επί πλέον αποφάνθηκε ότι αν το αναιρεσείον σωματείο ήθελε δελτία ημερολογίου, μπορούσε να ζητήσει αντίγραφα από το δασαρχείο, ενώ προηγουμένως δέχθηκε αντιφατικά ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ενημερώσει το αναιρεσείον για το ότι είχε διακόψει από τον Ιανουάριο του 2008 να τηρεί το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει το αναιρεσείον, τηρώντας έκτοτε το ημερολόγιο που του είχε χορηγήσει το δασαρχείο …. Περαιτέρω, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσίβλητου εκ μέρους του αναιρεσείοντος, το τελευταίο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, το οποίο θα μπορούσε να προβεί σε συστάσεις, δεν διέλαβε στο σκεπτικό του περαιτέρω παραδοχές περί του ότι στο πλαίσιο λειτουργίας του αναιρεσείοντος σωματείου προβλεπόταν κάποια πειθαρχική διαδικασία, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιλέξει το τελευταίο για τον κολασμό της παραβίασης της πιο πάνω συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού. Επομένως οι περί τούτου πρώτος κατά το πρώτο αυτού σκέλος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ] αναιρετικές πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Αντιθέτως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, σχετικά με την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου παράλειψη της ενημέρωσης της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος σωματείου για τη νέα δικάσιμο της εκδίκασης της μήνυσης αυτού κατά των Μ. Τ. και Α. Γ. και την συνακόλουθη απώλεια του δικαιώματος παράστασης του αναιρεσείοντος ως πολιτικώς ενάγοντος.

Και τούτο διότι τοιαύτη συμβατική υποχρέωση δεν συνάγεται από τον όρο της μεταξύ των μερών σύμβασης εργασίας, που προέβλεπε, μεταξύ των καθηκόντων – υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου, την διενέργεια ελέγχου και “λοιπών πράξεων” σε εκτέλεση των νόμων και επιταγών της περί θήρας νομοθεσίας και κατά συνέπεια η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε καμία υποχρέωση να ενημερώνει τον οποιονδήποτε σχετικά με τις δικασίμους και ότι συνακόλουθα δεν υπήρξε παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, καθώς η πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης [υπό την προφανή έννοια ότι την ως άνω δικηγόρο βάρυνε η σχετική υποχρέωση] και [έτσι] απωλέσθηκε η δυνατότητα παράστασης πολιτικής αγωγής, διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο αυτού σκέλος και του δευτέρου λόγου αναίρεσης πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλομένη με αριθ. 122/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την με αριθ. 769/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου μετά από αναίρεση της προηγουμένης με αριθ. 118/2014 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ’ εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ’ αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 503/2017, ΑΠ 481/2016, ΑΠ 2225/2014, ΑΠ 1725/2014). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος, που παρέστησαν με χωριστό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 176, 182 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 122/17.10.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για τον καθένα εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Yποθέσεις C-4/18 και C-5/18 Απαλλαγές ορισμένων δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος – Δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες – Οδηγία 97/67/ΕΚ – Φορέας παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας – Ιδιωτικός φορέας ο οποίος παρέχει υπηρεσία επίσημης κοινοποίησης πράξεων εκδιδόμενων από δικαστήρια ή διοικητικές αρχές

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα) της 16ης Οκτωβρίου 2019  «Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) – Οδηγία 2006/112/ΕΚ – Άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Απαλλαγές ορισμένων δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος – Δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες – Οδηγία 97/67/ΕΚ – Φορέας παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας – Ιδιωτικός φορέας ο οποίος παρέχει υπηρεσία επίσημης κοινοποίησης πράξεων εκδιδόμενων από δικαστήρια ή διοικητικές αρχές»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑4/18 και C‑5/18,

με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο, Γερμανία) με αποφάσεις της 31ης Μαΐου 2017, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 3 Ιανουαρίου 2018, στο πλαίσιο των δικών

Michael Winterhoff, ενεργών ως εκκαθαριστής της DIREKTexpress Holding AG,

κατά

Finanzamt Ulm (C‑4/18),

και

Jochen Eisenbeis, ενεργών ως εκκαθαριστής της JUREX GmbH,

κατά

Bundeszentralamt für Steuern (C‑5/18),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, I. Jarukaitis, E. Juhász, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Μ. Winterhoff, ενεργών ως εκκαθαριστής της DIREKTexpress Holding AG, και ο J. Eisenbeis, ενεργών ως εκκαθαριστής της JUREX GmbH, εκπροσωπούμενοι από τον C. Hahn, Steuerberater,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και R. Kanitz,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον W. Mölls καθώς και από τις L. Lozano Palacios και L. Nicolae,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 13, και του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών (ΕΕ 1998, L 15, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 52, σ. 3, και διορθωτικό ΕΕ 2015, L 225, σ. 49) (στο εξής: οδηγία 97/67), καθώς και του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, πρώτον, του Michael Winterhoff, ενεργούντος ως εκκαθαριστή της DIREKTexpress Holding AG, και της Finanzamt Ulm (φορολογικής αρχής του Ulm, Γερμανία) (υπόθεση C‑4/18) και, δεύτερον, του Jochen Eisenbeis, ενεργούντος ως εκκαθαριστή της JUREX GmbH, και της Bundeszentralamt für Steuern (κεντρικής ομοσπονδιακής φορολογικής αρχής, Γερμανία) (υπόθεση C‑5/18) σχετικά με την άρνηση των αρχών αυτών να απαλλάξουν από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) τις υπηρεσίες επίσημων κοινοποιήσεων πράξεων τις οποίες οι εν λόγω εταιρίες παρείχαν για δικαστήρια και διοικητικές αρχές.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 97/67

3        Το άρθρο 2 της οδηγίας 97/67, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1, με τίτλο «Στόχος και πεδίο εφαρμογής», περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1.      ταχυδρομικές υπηρεσίες: οι υπηρεσίες που συνίστανται στην περισυλλογή, τη διαλογή, τη μεταφορά και τη διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων·

1α.      φορέας παροχής ταχυδρομικής υπηρεσίας: επιχείρηση η οποία παρέχει μία ή περισσότερες ταχυδρομικές υπηρεσίες·

[…]

4.      περισυλλογή: η δραστηριότητα που συνίσταται στην περισυλλογή των ταχυδρομικών αντικειμένων από φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών·

5.      διανομή: η διαδικασία που περιλαμβάνει τη διαλογή στο κέντρο διανομής και την παράδοση των ταχυδρομικών αντικειμένων στους παραλήπτες·

6.      ταχυδρομικό αντικείμενο: αντικείμενο με συγκεκριμένο παραλήπτη αποστελλόμενο υπό την τελική του μορφή υπό την οποία το αναλαμβάνει ο φορέας παροχής της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Τα αντικείμενα αυτά περιλαμβάνουν π.χ., πέραν των αντικειμένων αλληλογραφίας, βιβλία, καταλόγους, εφημερίδες, περιοδικά και ταχυδρομικά δέματα που περιέχουν εμπορεύματα με ή χωρίς εμπορική αξία·

[…]

9.      συστημένη αποστολή: υπηρεσία που συνίσταται στην κατ’ αποκοπήν εγγύηση έναντι των κινδύνων απώλειας, κλοπής ή καταστροφής, και η οποία παρέχει στον αποστολέα, ενδεχομένως εφόσον το ζητήσει, απόδειξη της κατάθεσης του ταχυδρομικού αντικειμένου και/ή της παράδοσής του στον παραλήπτη·

[…]

13.      φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας: ο δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας παροχής ταχυδρομικής υπηρεσίας που παρέχει καθολική ταχυδρομική υπηρεσία ή μέρος αυτής εντός κράτους μέλους, και του οποίου η ταυτότητα έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4·

[…]

17.      χρήστης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο παρέχεται ταχυδρομική υπηρεσία, ως αποστολέα ή παραλήπτη·

[…]».

4        Το κεφάλαιο 2 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Καθολική υπηρεσία», περιέχει τα άρθρα 3 έως 6. Το εν λόγω άρθρο 3 έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι χρήστες να απολαύουν του δικαιώματος καθολικής υπηρεσίας, που αντιστοιχεί στην προσφορά ταχυδρομικών υπηρεσιών συγκεκριμένης ποιότητας μονίμως σε όλα τα σημεία της επικράτειας, σε τιμές προσιτές για όλους τους χρήστες.

[…]

4.      Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα, ώστε η καθολική υπηρεσία να περιλαμβάνει τουλάχιστον την παροχή των ακόλουθων υπηρεσιών:

–        τη συλλογή, τη μεταφορά, τη διαλογή και τη διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων βάρους έως 2 kg,

–        τη συλλογή, τη μεταφορά, τη διαλογή και τη διανομή των ταχυδρομικών δεμάτων βάρους έως 10 kg,

–        τις υπηρεσίες των συστημένων και των αποστολών με δηλωμένη αξία.

[…]

7.      Η καθολική υπηρεσία που ορίζεται στο παρόν άρθρο, περιλαμβάνει τόσο εθνικές όσο και διασυνοριακές υπηρεσίες.»

5        Κατά το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας:

«1.      Κάθε κράτος μέλος εγγυάται ότι η παροχή της καθολικής υπηρεσίας είναι εξασφαλισμένη και ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης. Η επιτροπή του άρθρου 21 ενημερώνεται για τα μέτρα που έχουν λάβει τα κράτη μέλη για να εξασφαλισθεί η παροχή της καθολικής υπηρεσίας.

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ως φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας ώστε να καλύπτεται το σύνολο της εθνικής επικράτειας. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν διάφορες επιχειρήσεις για την παροχή διαφορετικών στοιχείων της καθολικής υπηρεσίας και/ή την κάλυψη διαφορετικών τμημάτων της εθνικής επικράτειας. […]

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την ταυτότητα του ή των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας που έχουν ορίσει. […]»

 Η οδηγία 2006/112

6        Το άρθρο 131 της οδηγίας 2006/112, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», του επιγραφόμενου «Απαλλαγές» τίτλου IX, προβλέπει τα εξής:

«Οι απαλλαγές που προβλέπονται στα κεφάλαια 2 έως 9 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων […] διατάξεων [του δικαίου της Ένωσης] και με τις προϋποθέσεις που καθορίζουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίζουν την ορθή και απλή εφαρμογή των εν λόγω απαλλαγών και να προλαμβάνουν κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή ή κατάχρηση.»

7        Το κεφάλαιο 2, με τίτλο «Απαλλαγές ορισμένων δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος», του ίδιου τίτλου IX περιλαμβάνει το άρθρο 132 της οδηγίας αυτής, το οποίο ορίζει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

«Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις:

α)      τις παροχές υπηρεσιών και τις παρεπόμενες προς τις παροχές αυτές παραδόσεις αγαθών, οι οποίες πραγματοποιούνται από τις δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες, με εξαίρεση τη μεταφορά προσώπων και τις τηλεπικοινωνίες,

[…]».

 Το γερμανικό δίκαιο

 Ο UStG

8        Μεταξύ των πράξεων του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 1, του Umsatzsteuergesetz (νόμου για τον φόρο κύκλου εργασιών, στο εξής: UStG), όπως έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑4/18, απαλλάσσονταν, δυνάμει του άρθρου 4, σημείο 11b, του νόμου αυτού, «οι πράξεις της Deutsche Post AG που εξυπηρετούν άμεσα τις ταχυδρομικές υπηρεσίες».

9        Κατά τον UStG, όπως έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑5/18, δηλαδή όπως ίσχυε από 1ης Ιουλίου 2010, οι ακόλουθες πράξεις απαλλάσσονταν δυνάμει του άρθρου 4, σημείο 11b, του νόμου αυτού:

«Καθολική υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της [οδηγίας 97/67]. Η απαλλαγή χορηγείται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο επιχειρηματίας έχει δεσμευθεί, σύμφωνα με πιστοποιητικό εκδιδόμενο από την [κεντρική ομοσπονδιακή φορολογική αρχή], έναντι της αρχής αυτής να παρέχει σε όλα τα σημεία της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το σύνολο ή μέρος των υπηρεσιών που μνημονεύονται στην πρώτη περίοδο.»

 Ο νόμος για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες

10      Το άρθρο 11 του Postgesetz (νόμου για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, της 22ας Δεκεμβρίου 1997, BGBl. 1997 I, σ. 3294), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τις διαφορές των κύριων δικών χρόνο, με τίτλο «Ορισμός και έκταση της καθολικής υπηρεσίας», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Η καθολική υπηρεσία συνιστά στοιχειώδη προσφορά των ταχυδρομικών υπηρεσιών του άρθρου 4, σημείο 1, οι οποίες παρέχονται σε όλα τα σημεία της επικράτειας με συγκεκριμένη ποιότητα και σε προσιτή τιμή. Η καθολική υπηρεσία περιορίζεται στις υποκείμενες σε άδεια ταχυδρομικές υπηρεσίες και στις ταχυδρομικές υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται, όσον αφορά το τεχνικό σκέλος της μεταφοράς, τουλάχιστον εν μέρει με υποκείμενες σε άδεια ταχυδρομικές υπηρεσίες. Περιλαμβάνει μόνο τις υπηρεσίες που εν γένει θεωρούνται απαραίτητες.

2.      Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση εξουσιοδοτείται να καθορίσει με κανονιστική πράξη, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του [Bundestag (Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, Γερμανία)] και του [Bundesrat (Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, Γερμανία)], σύμφωνα με την παράγραφο 1, το περιεχόμενο και την έκταση της καθολικής υπηρεσίας […]».

11      Το άρθρο 33, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, με τίτλο «Υποχρέωση επίσημης κοινοποίησης», έχει ως εξής:

«Κάτοχος άδειας ο οποίος παρέχει υπηρεσίες διανομής αλληλογραφίας οφείλει να κοινοποιεί επισήμως τις πράξεις ανεξαρτήτως του βάρους τους, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες και τους νόμους που διέπουν τη διοικητική κοινοποίηση. Στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτής, ο κάτοχος άδειας διαθέτει εξουσίες δημόσιας αρχής (εντεταλμένος επιχειρηματίας).»

12      Κατά το άρθρο 34 του εν λόγω νόμου, με τίτλο «Αμοιβή για την επίσημη κοινοποίηση»:

«Ο επιφορτισμένος με την υποχρέωση κάτοχος άδειας δικαιούται αμοιβή. Η αμοιβή αυτή καλύπτει όλες τις υπηρεσίες που παρέχει ο κάτοχος άδειας, συμπεριλαμβανομένης της επίσημης πιστοποίησης και της επιστροφής των εγγράφων πιστοποίησης στον παραγγέλλοντα. Η αμοιβή πρέπει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 20, παράγραφοι 1 και 2. Υπόκειται στην άδεια της ρυθμιστικής αρχής. […]»

 Ο κανονισμός για την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία

13      Το άρθρο 1 του Post-Universaldienstleistungsverordnung (κανονισμού για την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία), της 15ης Δεκεμβρίου 1999 (BGBl. 1999 I, σ. 2418), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τις διαφορές των κύριων δικών χρόνο, προβλέπει τα εξής:

«1.      Ως “καθολική υπηρεσία” νοούνται οι ακόλουθες ταχυδρομικές υπηρεσίες:

(1)      η μεταφορά αντικειμένων αλληλογραφίας κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 2, του νόμου για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, εφόσον το βάρος τους δεν υπερβαίνει τα 2 000 γραμμάρια και οι διαστάσεις τους δεν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που καθορίζονται στην παγκόσμια ταχυδρομική σύμβαση και στους σχετικούς εκτελεστικούς κανονισμούς,

(2)      η μεταφορά δεμάτων με συγκεκριμένο παραλήπτη, των οποίων το βάρος δεν υπερβαίνει τα 20 χιλιόγραμμα ανά δέμα και των οποίων οι διαστάσεις δεν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που καθορίζονται στην παγκόσμια ταχυδρομική σύμβαση και στους σχετικούς εκτελεστικούς κανονισμούς,

(3)      η μεταφορά εφημερίδων και περιοδικών κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 1, στοιχείο c, του νόμου για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες. […]

2.      Η μεταφορά αντικειμένων αλληλογραφίας περιλαμβάνει επίσης τις ακόλουθες μορφές αποστολής:

(1)      συστημένη αποστολή (αποστολή αλληλογραφίας με κατ’ αποκοπήν εγγύηση έναντι των κινδύνων απώλειας, κλοπής ή καταστροφής και με παράδοση έναντι αποδεικτικού παραλαβής),

(2)      αποστολή με δηλωμένη αξία (αποστολή αλληλογραφίας της οποίας το περιεχόμενο είναι ασφαλισμένο για την αξία που δηλώνεται από τον αποστολέα, σε περίπτωση απώλειας, κλοπής ή καταστροφής),

(3)      αποστολή με αντικαταβολή (αποστολή αλληλογραφίας η οποία παραδίδεται στον παραλήπτη μόνο μετά την είσπραξη ορισμένου χρηματικού ποσού),

(4)      αποστολή με κατεπείγουσα επίδοση (αποστολή αλληλογραφίας της οποίας η διανομή πραγματοποιείται με ειδικό κομιστή το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της από φορέα διανομής).»

 Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας

14      Το άρθρο 176, παράγραφος 1, του Zivilprozessordnung (κώδικα πολιτικής δικονομίας), το οποίο αφορά την επίσημη κοινοποίηση, προβλέπει τα εξής:

«Όταν δίδεται παραγγελία κοινοποίησης στο ταχυδρομείο, σε δικαστικό υπάλληλο ή σε δικαστικό επιμελητή ή όταν ζητείται από άλλη αρχή να διενεργήσει την κοινοποίηση, το αρμόδιο γραφείο παραδίδει το προς κοινοποίηση έγγραφο σε κλειστό φάκελο, συνοδευόμενο από δεόντως προετοιμασμένο έντυπο έκθεσης κοινοποίησης. […]»

15      Κατά το άρθρο 182 του κώδικα αυτού, το οποίο επίσης αφορά την επίσημη κοινοποίηση:

«1.      Προς απόδειξη της κοινοποίησης […] συντάσσεται έκθεση επί του προβλεπόμενου για τον σκοπό αυτόν εντύπου. […]

3.      Η έκθεση κοινοποίησης επιστρέφεται αμελλητί στο αρμόδιο γραφείο, σε μορφή πρωτοτύπου ή ηλεκτρονικού εγγράφου.»

 Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C4/18

16      Ο Μ. Winterhoff είναι εκκαθαριστής της DIREKTexpress Holding, έναντι της οποίας κινήθηκε διαδικασία αφερεγγυότητας με απόφαση του Amtsgericht Ulm (ειρηνοδικείου Ulm, Γερμανία) της 6ης Ιουλίου 2011, απόφαση με την οποία διορίστηκε επίσης ο M. Winterhoff ως εκκαθαριστής. Η εν λόγω εταιρία είναι η επικεφαλής εταιρία ενός ομίλου που παρείχε ταχυδρομικές υπηρεσίες μέσω θυγατρικών εγκατεστημένων σε ολόκληρη τη γερμανική επικράτεια. Κατά τα έτη 2008 και 2009, η δραστηριότητα του ομίλου συνίστατο κυρίως στην εκτέλεση παραγγελιών κοινοποίησης πράξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του γερμανικού δημοσίου δικαίου, παραγγελιών οι οποίες αντιμετωπίζονταν ως πράξεις απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ.

17      Κατόπιν φορολογικού ελέγχου για την περίοδο μεταξύ Αυγούστου 2008 και Μαΐου 2009, η φορολογική αρχή του Ulm έκρινε ότι οι ως άνω πράξεις κοινοποίησης έπρεπε να υπαχθούν στον ΦΠΑ.

18      Η DIREKTexpress Holding υπέβαλε, αρχικά, διοικητική ένσταση κατά της απόφασης αυτής και, στη συνέχεια, δεδομένου ότι η εν λόγω διοικητική ένσταση απορρίφθηκε, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Baden-Württemberg (φορολογικού δικαστηρίου Βάδης-Βυρτεμβέργης, Γερμανία). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η φορολογική αρχή του Ulm, καθής ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, εξέδωσε ετήσιες πράξεις επιβολής ΦΠΑ για τα έτη 2008 και 2009.

19      Κατά τη διάρκεια της ως άνω διαδικασίας, επίσης, κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι της DIREKTexpress Holding και ο Μ. Winterhoff διορίστηκε εκκαθαριστής της. Ο τελευταίος συνέχισε, στο πλαίσιο αυτό, την εν εξελίξει διαδικασία.

20      Το Finanzgericht Baden-Württemberg (φορολογικό δικαστήριο Βάδης-Βυρτεμβέργης) απέρριψε την προσφυγή που άσκησε ενώπιόν του η DIREKTexpress Holding με την αιτιολογία ότι οι επίσημες κοινοποιήσεις πράξεων δεν μπορούσαν να τύχουν της ζητηθείσας απαλλαγής. Ειδικότερα, το δικαστήριο αυτό έκρινε, αφενός, ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, σημείο 11b, του UStG, καθόσον μόνον οι πράξεις της Deutsche Post που εξυπηρετούν άμεσα τις ταχυδρομικές υπηρεσίες απαλλάσσονταν από τον ΦΠΑ, και, αφετέρου, ότι δεν ήταν δυνατή η απευθείας επίκληση του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112, καθώς οι επίσημες κοινοποιήσεις πράξεων δεν εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

21      Ο Μ. Winterhoff άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακού Φορολογικού Δικαστηρίου, Γερμανία), αναίρεση («Revision») κατά της απόφασης αυτής.

22      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν ένας επιχειρηματίας ο οποίος διενεργεί κατά κύριο λόγο επίσημες κοινοποιήσεις πράξεων που εκδίδονται από δικαστήρια ή διοικητικές αρχές μπορεί να θεωρηθεί φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, της οδηγίας 97/67. Το δικαστήριο αυτό διερωτάται, ειδικότερα, αν είναι δυνατή η εξομοίωση των εν λόγω δραστηριοτήτων με τη συγκεκριμένη περίπτωση του ταχυδρομικού αντικειμένου ή του ταχυδρομικού δέματος, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/67, ή με τη συστημένη αποστολή, η οποία επίσης μνημονεύεται στη διάταξη αυτή.

23      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν μια εταιρία όπως η DIREKTexpress Holding μπορεί να θεωρηθεί ως εξασφαλίζουσα παροχές υπηρεσιών οι οποίες πραγματοποιούνται από τις «δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες», κατά την έννοια του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112, με αποτέλεσμα οι υπηρεσίες επίσημης κοινοποίησης που παρείχε να πρέπει να απαλλαγούν από τον ΦΠΑ δυνάμει της διάταξης αυτής. Το γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω κοινοποιήσεις συμβάλλουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και εξυπηρετούν, συναφώς, το γενικό συμφέρον συνηγορεί υπέρ της άποψης αυτής. Αντιθέτως, δεδομένου ότι ένας ιδιώτης δεν δύναται να ζητήσει τη διενέργεια επίσημης κοινοποίησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια τέτοια πράξη αφορά υπηρεσία διαθέσιμη σε «όλους τους χρήστες», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/67.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Εμπίπτει ο επιχειρηματίας που διενεργεί επίσημες κοινοποιήσεις εγγράφων βάσει διατάξεων δημοσίου δικαίου στην έννοια του “φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας” κατ’ άρθρον 2, σημείο 13, της οδηγίας 97/67 […] ο οποίος παρέχει καθολική ταχυδρομική υπηρεσία ή μέρος αυτής, και απαλλάσσονται οι εν λόγω υπηρεσίες από τον φόρο βάσει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2006/112];»

 Η υπόθεση C5/18

25      Ο J. Eisenbeis είναι εκκαθαριστής της JUREX, έναντι της οποίας κινήθηκε διαδικασία αφερεγγυότητας με απόφαση της 1ης Ιουλίου 2011, απόφαση με την οποία διορίστηκε επίσης ο J. Eisenbeis ως εκκαθαριστής. Η εν λόγω εταιρία εκτελούσε, μεταξύ άλλων, παραγγελίες επίσημης κοινοποίησης πράξεων στη γερμανική επικράτεια.

26      Το 2010, η JUREX ζήτησε από την κεντρική ομοσπονδιακή φορολογική αρχή την έκδοση πιστοποιητικού περί απαλλαγής από τον ΦΠΑ όσον αφορά την εν λόγω υπηρεσία κοινοποίησης. Η εταιρία αυτή δεσμεύθηκε έναντι της ως άνω αρχής να παρέχει στο σύνολο της γερμανικής επικράτειας την εν λόγω υπηρεσία επίσημης κοινοποίησης πράξεων, κατ’ εφαρμογήν των δικονομικών κανόνων και των ισχυόντων νόμων, σύμφωνα με τις άδειες που είχαν χορηγηθεί προς τούτο από την Bundesnetzagentur (ομοσπονδιακή υπηρεσία δικτύων, Γερμανία).

27      Με απόφαση της 4ης Αυγούστου 2010, η κεντρική ομοσπονδιακή φορολογική αρχή απέρριψε την αίτηση αυτή, για τον λόγο ότι η υπηρεσία την οποία αφορούσε δεν ενέπιπτε στο πεδίο της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

28      Κατόπιν προσφυγής που άσκησε ο J. Eisenbeis, το Finanzgericht Köln (φορολογικό δικαστήριο Κολωνίας, Γερμανία) επιβεβαίωσε την άρνηση απαλλαγής των επίμαχων υπηρεσιών από τον ΦΠΑ, για τον ίδιο λόγο με εκείνον τον οποίο εξέθεσε η κεντρική ομοσπονδιακή φορολογική αρχή.

29      Ο J. Eisenbeis άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακού Φορολογικού Δικαστηρίου), αναίρεση («Revision») κατά της απόφασης αυτής.

30      Για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης C‑4/18, το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αποτελεί η επίσημη κοινοποίηση εγγράφων που διενεργείται βάσει διατάξεων δημοσίου δικαίου [δικονομικών διατάξεων και διατάξεων των νόμων που διέπουν τη διοικητική κοινοποίηση –άρθρο 33, παράγραφος 1, του νόμου για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες] καθολική ταχυδρομική υπηρεσία κατ’ άρθρον 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/67 […];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

Εμπίπτει ο επιχειρηματίας που διενεργεί επίσημες κοινοποιήσεις εγγράφων βάσει διατάξεων δημοσίου δικαίου στην έννοια του “φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας” κατ’ άρθρον 2, σημείο 13, της οδηγίας 97/67[…] ο οποίος παρέχει καθολική ταχυδρομική υπηρεσία ή μέρος αυτής, και απαλλάσσονται οι εν λόγω υπηρεσίες από τον φόρο βάσει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2006/112];»

31      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 2018, οι υποθέσεις C‑4/18 και C‑5/18 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του παραδεκτού των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως

32      Οι προσφεύγοντες των κύριων δικών αμφισβητούν το παραδεκτό των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.

33      Ειδικότερα, υποστηρίζουν, αφενός, ότι, καθόσον σκοπός των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων είναι να κριθεί αν η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112 έχει εφαρμογή σε πράξεις όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών, τα ερωτήματα αυτά δεν είναι χρήσιμα για την επίλυση των διαφορών των κύριων δικών. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που δοθεί η απάντηση ότι οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών υπηρεσίες πρέπει να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας και ότι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών όπως οι επίμαχοι στις υποθέσεις των κύριων δικών πρέπει να θεωρηθούν φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, οι υπηρεσίες αυτές θα πρέπει κατ’ ανάγκην να απαλλαγούν δυνάμει της εν λόγω διάταξης.

34      Αφετέρου, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑5/18, υποστηρίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο έχει κρίνει, με διάταξη της 15ης Δεκεμβρίου 2016, ότι η εκτέλεση παραγγελιών επίσημης κοινοποίησης πράξεων αποτελεί μέρος της καθολικής υπηρεσίας που απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που αποτελούν αντικείμενο των υπό κρίση προδικαστικών παραπομπών και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

35      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται μόνο στο εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και το οποίο φέρει την ευθύνη της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί να αξιολογήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να αποφανθεί (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar, C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Επομένως, υπέρ των ερωτημάτων που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar, C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Εν προκειμένω, όσον αφορά το επιχείρημα που εκτίθεται στη σκέψη 33 της παρούσας απόφασης, διαπιστώνεται ότι από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο έχει πράγματι επιληφθεί διαφορών στο πλαίσιο των οποίων κλήθηκε να αποφανθεί επί του ζητήματος αν οι δραστηριότητες επίσημης κοινοποίησης πράξεων τις οποίες ασκούσαν η DIREKTexpress Holding και η JUREX έπρεπε να τύχουν απαλλαγής από τον ΦΠΑ δυνάμει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112. Συναφώς, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι καθοριστική για την επίλυση των εν λόγω διαφορών. Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του.

38      Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγόντων των κύριων δικών το οποίο υπενθυμίζεται στη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης, αρκεί η διαπίστωση ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, στις αιτήσεις του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ότι διατηρεί αμφιβολίες ως προς την απάντηση που θα δώσει το Δικαστήριο στα υποβληθέντα ερωτήματα. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες αυτοί δεν προέβαλαν στοιχεία ικανά να κλονίσουν τις διαπιστώσεις της προηγούμενης σκέψης, κατά τις οποίες το αιτούν δικαστήριο έχει επιληφθεί εκκρεμών διαφορών των οποίων η επίλυση εξαρτάται από τις απαντήσεις που θα δώσει το Δικαστήριο στα υποβληθέντα ερωτήματα.

39      Επομένως, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτές στο σύνολό τους.

 Επί της ουσίας

40      Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 2, σημείο 13, και το άρθρο 3 της οδηγίας 97/67 έχουν την έννοια ότι φορείς παροχής της υπηρεσίας διανομής αλληλογραφίας όπως οι επίμαχοι στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι οποίοι, ως κάτοχοι εθνικής άδειας που τους επιτρέπει να προσφέρουν την υπηρεσία αυτή, υποχρεούνται να πραγματοποιούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, παροχές υπηρεσιών επίσημων κοινοποιήσεων πράξεων εκδιδόμενων από δικαστήρια ή διοικητικές αρχές, πρέπει να θεωρηθούν «φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας», κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, με αποτέλεσμα οι παροχές αυτές να πρέπει να απαλλαγούν από τον ΦΠΑ ως παροχές υπηρεσιών οι οποίες πραγματοποιούνται από τις «δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες», δυνάμει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112.

41      Υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι, κατά το άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112, οι παροχές υπηρεσιών και οι παρεπόμενες προς τις παροχές αυτές παραδόσεις αγαθών, οι οποίες πραγματοποιούνται από τις δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες, απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ.

42      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, μολονότι, βάσει του άρθρου 131 της οδηγίας 2006/112, οι απαλλαγές που προβλέπονται στα κεφάλαια 2 έως 9 της οδηγίας αυτής εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίζουν την ορθή και απλή εφαρμογή τους και να προλαμβάνουν κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή και κατάχρηση, οι προϋποθέσεις αυτές ουδόλως αφορούν τον ορισμό του περιεχομένου των προβλεπόμενων απαλλαγών (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑76/99, EU:C:2001:12, σκέψη 26, καθώς και της 26ης Μαΐου 2005, Kingscrest Associates και Montecello, C‑498/03, EU:C:2005:322, σκέψη 24).

43      Πράγματι, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 132 της οδηγίας 2006/112 απαλλαγές αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, επιβάλλεται ο ενιαίος ορισμός τους σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Μαΐου 2005, Kingscrest Associates και Montecello, C‑498/03, EU:C:2005:322, σκέψη 22, καθώς και της 21ης Ιανουαρίου 2016, Les Jardins de Jouvence, C‑335/14, EU:C:2016:36, σκέψη 47).

44      Υπό το πρίσμα αυτό, η υπαγωγή μιας συγκεκριμένης πράξης στον ΦΠΑ ή η απαλλαγή της από αυτόν δεν μπορεί να εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό της εν λόγω πράξης κατά το εθνικό δίκαιο (αποφάσεις της 26ης Μαΐου 2005, Kingscrest Associates και Montecello, C‑498/03, EU:C:2005:322, σκέψη 25, και της 14ης Ιουνίου 2007, Haderer, C‑445/05, EU:C:2007:344, σκέψη 25).

45      Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι όροι που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό μιας απαλλαγής, όπως αυτές του άρθρου 132 της οδηγίας 2006/112, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι οι απαλλαγές αποτελούν παρεκκλίσεις από τη γενική αρχή ότι ο ΦΠΑ εισπράττεται για κάθε παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας από υποκείμενο στον φόρο. Πάντως, η ερμηνεία των όρων αυτών πρέπει να είναι σύμφωνη με τους επιδιωκόμενους από τις εν λόγω απαλλαγές σκοπούς και να σέβεται τις επιταγές της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας η οποία είναι σύμφυτη με το κοινό σύστημα ΦΠΑ. Συνεπώς, ο ως άνω κανόνας περί στενής ερμηνείας δεν σημαίνει ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των απαλλαγών του εν λόγω άρθρου 132 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που θα καθιστούσε τις απαλλαγές αυτές άνευ αποτελέσματος (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Aviva, C‑605/15, EU:C:2017:718, σκέψη 30, και της 26ης Οκτωβρίου 2017, The English Bridge Union, C‑90/16, EU:C:2017:814, σκέψη 20).

46      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 132 της οδηγίας 2006/112 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2, με τίτλο «Απαλλαγές ορισμένων δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος», του τίτλου IX της οδηγίας αυτής. Επομένως, οι προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο απαλλαγές αποσκοπούν στην προαγωγή ορισμένων δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος, όπως είναι οι παροχές υπηρεσιών οι οποίες πραγματοποιούνται από τις δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού.

47      Ειδικότερα, από τη φύση του εν λόγω σκοπού συνάγεται ότι η απαλλαγή δεν δύναται να εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες υπηρεσίες που μπορούν να διαχωριστούν από την υπηρεσία γενικού συμφέροντος, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι υπηρεσίες που ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες επιχειρηματιών (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, TNT Post UK, C‑357/07, EU:C:2009:248, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παροχές υπηρεσιών πραγματοποιούμενες από τις δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες των οποίων οι όροι έχουν αποτελέσει αντικείμενο μεμονωμένης διαπραγμάτευσης απαλλάσσονται βάσει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112. Από την ίδια τους τη φύση, οι εν λόγω παροχές υπηρεσιών ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες των ενδιαφερόμενων χρηστών (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, TNT Post UK, C‑357/07, EU:C:2009:248, σκέψη 47).

49      Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι ο γενικός σκοπός που εκτίθεται στη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης εξειδικεύεται, στον ταχυδρομικό τομέα, με τον ειδικότερο σκοπό της προσφοράς, με μειωμένο κόστος, ταχυδρομικών υπηρεσιών ανταποκρινόμενων στις βασικές ανάγκες του πληθυσμού. Στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, ένας τέτοιος σκοπός συμπίπτει, κατ’ ουσίαν, με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 97/67, ο οποίος συνίσταται στην προσφορά καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, TNT Post UK, C‑357/07, EU:C:2009:248, σκέψεις 33 και 34).

50      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι «δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες», κατά την έννοια του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112, πρέπει να θεωρείται ότι αποτελούν φορείς, ανεξαρτήτως του αν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί, οι οποίοι αναλαμβάνουν να παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες ανταποκρινόμενες στις βασικές ανάγκες του πληθυσμού και συνεπώς, στην πράξη, να εξασφαλίζουν το σύνολο ή μέρος της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας εντός κράτους μέλους, όπως η υπηρεσία αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας 97/67 (πρβλ. αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, TNT Post UK, C‑357/07, EU:C:2009:248, σκέψη 36, και της 21ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Σουηδίας, C‑114/14, EU:C:2015:249, σκέψη 28).

51      Όσον αφορά την εν λόγω έννοια της «καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας», η έννοια αυτή οριοθετείται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/67, κατά το οποίο μια τέτοια υπηρεσία αντιστοιχεί στην προσφορά ταχυδρομικών υπηρεσιών συγκεκριμένης ποιότητας μονίμως σε όλα τα σημεία της επικράτειας, σε τιμές προσιτές για όλους τους χρήστες, η δε παράγραφος 4 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα, ώστε η καθολική υπηρεσία να περιλαμβάνει τουλάχιστον την παροχή των υπηρεσιών που συνίστανται στη συλλογή, τη μεταφορά, τη διαλογή και τη διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων και των ταχυδρομικών δεμάτων των οποίων το βάρος δεν υπερβαίνει τα όρια που αναγράφονται στην εν λόγω διάταξη, καθώς και των υπηρεσιών των συστημένων και των αποστολών με δηλωμένη αξία. Το άρθρο 2, σημεία 4 έως 6 και 9, της οδηγίας 97/67 παρέχει, μέσω διάφορων ορισμών, συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο της ελάχιστης αυτής υπηρεσίας.

52      Από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι οι επίμαχες στις διαφορές των κύριων δικών υπηρεσίες συνίστανται στην επίσημη κοινοποίηση πράξεων στο πλαίσιο δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών. Σύμφωνα με τους εφαρμοστέους σε μια τέτοια κοινοποίηση κανόνες, η πράξη που πρέπει να κοινοποιηθεί αποτελεί αντικείμενο παραγγελίας κοινοποίησης η οποία δίδεται στο ταχυδρομείο ή σε αντίστοιχο φορέα παροχής υπηρεσιών. Η πράξη αυτή τοποθετείται μέσα σε κλειστό φάκελο, συνοδευόμενο από δεόντως προετοιμασμένο έντυπο έκθεσης κοινοποίησης, το οποίο, μόλις κοινοποιηθεί η πράξη, επιστρέφεται στην αρχή που έδωσε την εν λόγω παραγγελία. Από τις ως άνω αιτήσεις προκύπτει επίσης ότι ο φορέας παροχής υπηρεσιών που διενεργεί επίσημες κοινοποιήσεις δεν παρέχει κατ’ αποκοπήν ασφάλιση.

53      Από το ίδιο το γράμμα, πάντως, του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/67 και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτό λέξη «τουλάχιστον» συνάγεται ότι, μολονότι ένα κράτος μέλος οφείλει, κατ’ ελάχιστον, να εξασφαλίζει την παροχή των μνημονευόμενων στο ως άνω άρθρο υπηρεσιών, εντούτοις μπορούν και άλλες ταχυδρομικές υπηρεσίες να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες, κατά περίπτωση, στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας την οποία εγγυάται το εν λόγω κράτος μέλος.

54      Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν υπηρεσίες όπως οι παρεχόμενες από την DIREKTexpress Holding και τη JUREX εμπίπτουν σε μια από τις συγκεκριμένες κατηγορίες ταχυδρομικών υπηρεσιών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/67, επισημαίνεται εν προκειμένω ότι, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους και του πλαισίου εντός του οποίου παρέχονται, οι υπηρεσίες αυτές μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθούν ως εντασσόμενες στην καθολική υπηρεσία, όπως αυτή ορίζεται στο εν λόγω άρθρο.

55      Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι φορείς που εξασφαλίζουν την παροχή μέρους ή του συνόλου της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας υπόκεινται σε ιδιαίτερο νομικό καθεστώς το οποίο συνεπάγεται συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Ειδικότερα, η διαφορά μεταξύ των «δημόσιων ταχυδρομικών υπηρεσιών» και των λοιπών φορέων δεν αφορά τη φύση των πραγματοποιούμενων παροχών, αλλά το γεγονός ότι υπόκεινται σε ένα τέτοιο καθεστώς (πρβλ. απόφαση της 21ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Σουηδίας, C‑114/14, EU:C:2015:249, σκέψη 33).

56      Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, κατά την κρίσιμη περίοδο, η DIREKTexpress Holding και η JUREX υπέκειντο πράγματι σε κανόνες απορρέοντες όχι από μεμονωμένες διαπραγματεύσεις, αλλά από συγκεκριμένες υποχρεώσεις βάσει της γερμανικής νομοθεσίας.

57      Ειδικότερα, κατά τη νομοθεσία αυτή, ο κάτοχος άδειας παροχής υπηρεσιών διανομής αλληλογραφίας οφείλει να προβαίνει στην επίσημη κοινοποίηση πράξεων ανεξαρτήτως του βάρους τους, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες και τους νόμους που διέπουν τη διοικητική κοινοποίηση. Επιπλέον, η αμοιβή του κατόχου τέτοιας άδειας υπόκειται σε απαιτήσεις προβλεπόμενες από την εν λόγω νομοθεσία και πρέπει να εγκρίνεται από την αρμόδια εθνική αρχή. Εξάλλου, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η επίσημη κοινοποίηση δικαστικών αποφάσεων θέτει σε κίνηση τις προθεσμίες άσκησης ένδικων μέσων και προϋποθέτει την ανάθεση δημόσιων καθηκόντων, καθόσον, βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, ο φορέας παροχής υπηρεσιών διανομής αλληλογραφίας, όταν υποχρεούται να εκτελέσει παραγγελία επίσημης κοινοποίησης, διαθέτει εξουσίες δημόσιας αρχής προκειμένου να δύναται να τηρήσει τις υποχρεώσεις του.

58      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι σκοπός των υπηρεσιών αυτών δεν είναι να ανταποκριθούν σε ειδικές ανάγκες επιχειρηματιών ή ορισμένων άλλων μεμονωμένων χρηστών, αλλά να εξασφαλίσουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στο μέτρο που καθιστούν δυνατή την επίσημη κοινοποίηση εγγράφων στο πλαίσιο δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών.

59      Περαιτέρω, ως προς την προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/67, κατά την οποία η καθολική υπηρεσία παρέχεται «για όλους τους χρήστες», όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, οι παραγγέλλοντες τις επίσημες κοινοποιήσεις τις οποίες αφορά η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών γερμανική νομοθεσία είναι κυρίως δικαστήρια και διοικητικές αρχές. Επομένως, οι κοινοποιήσεις αυτές δεν μπορούν να ζητηθούν από οποιονδήποτε ιδιώτη, αλλά βρίσκονται, κατά κύριο λόγο, στη διάθεση των δημόσιων οργανισμών.

60      Ωστόσο, το γεγονός αυτό ουδόλως εμποδίζει να θεωρηθεί ότι πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση για την οποία γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη. Ειδικότερα, πρώτον, όπως ορθώς υπενθυμίζει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, οι «χρήστες» ταχυδρομικών υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 17, της οδηγίας 97/67, δεν είναι μόνο τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία απολαύουν μιας τέτοιας υπηρεσίας ως αποστολείς, αλλά και οι παραλήπτες των υπηρεσιών αυτών.

61      Δεύτερον, μολονότι οι επίσημες κοινοποιήσεις διενεργούνται προς εκτέλεση παραγγελιών που έχουν δώσει δημόσιοι οργανισμοί, γεγονός παραμένει ότι η δραστηριότητα των τελευταίων δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των δικών τους συγκεκριμένων αναγκών, αλλά στη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας του δικαστικού ή διοικητικού συστήματος του οποίου αποτελούν μέρος. Συνεπώς, η δραστηριότητα αυτή ασκείται για λογαριασμό όλων εκείνων τους οποίους αφορά η δυνατότητα κοινοποίησης πράξης κατά την εκτιθέμενη στη σκέψη 52 της παρούσας απόφασης διαδικασία.

62      Τρίτον, όπως ορθώς τονίζει επίσης η Επιτροπή, η υπηρεσία επίσημης κοινοποίησης πράξεων συνιστά ένα μόνο στοιχείο της καθολικής υπηρεσίας την οποία πρέπει να εξασφαλίζει ένα κράτος μέλος, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη είναι, επιπλέον, ελεύθερα να ορίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67, περισσότερους του ενός παρόχους για την εξασφάλιση διάφορων στοιχείων της καθολικής υπηρεσίας ή για την κάλυψη διάφορων τμημάτων της εθνικής επικράτειας.

63      Τέλος, από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι οι υπηρεσίες επίσημης κοινοποίησης πράξεων, οι οποίες πρέπει υποχρεωτικά να παρέχονται από τον κάτοχο άδειας παροχής υπηρεσιών διανομής αλληλογραφίας, πρέπει, κατά τα φαινόμενα, να παρέχονται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που τις διέπει, σε προσιτές τιμές και σε όλα τα σημεία της γερμανικής επικράτειας, πράγμα το οποίο εναπόκειται ωστόσο στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

64      Υπό τις συνθήκες αυτές, υπηρεσίες όπως οι επίμαχες στις διαφορές των κύριων δικών πρέπει να θεωρηθούν ως ανταποκρινόμενες στις βασικές ανάγκες του γερμανικού πληθυσμού, σύμφωνα με τον ειδικό σκοπό του ταχυδρομικού τομέα ο οποίος υπενθυμίζεται στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης.

65      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι επιχειρήσεις όπως η DIREKTexpress Holding και η JUREX, εκάστη των οποίων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο αλλά τα οποία εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ήταν κάτοχος άδειας παροχής υπηρεσιών διανομής αλληλογραφίας και όφειλε, ως εκ τούτου, να παρέχει, σε όλα τα σημεία της γερμανικής επικράτειας, υπηρεσίες επίσημων κοινοποιήσεων πράξεων υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που εκτίθενται στη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης, εξασφαλίζουν την παροχή μέρους της «καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας», κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 97/67. Όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τη σκέψη 50 της παρούσας απόφασης, επειδή οι υπηρεσίες αυτές αποτελούν μέρος της εν λόγω καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, οι ως άνω επιχειρήσεις πρέπει να θεωρούνται «δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες», κατά την έννοια του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112, όταν παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές, οι οποίες πρέπει, κατά συνέπεια, να απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ δυνάμει της τελευταίας αυτής διάταξης.

66      Οι ανωτέρω εκτιμήσεις δεν κλονίζονται από το γεγονός ότι, βάσει της επίμαχης στις υποθέσεις των κύριων δικών εθνικής νομοθεσίας, οι σχετικές υπηρεσίες δεν θεωρούνται ως εντασσόμενες στην καθολική υπηρεσία. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 42 έως 44 της παρούσας απόφασης, ο κατά το εθνικό δίκαιο χαρακτηρισμός μιας συγκεκριμένης πράξης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να υπαχθεί η πράξη αυτή στον ΦΠΑ, μολονότι απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.

67      Το ίδιο ισχύει για το γεγονός ότι, όπως τόνισε η Φινλανδική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η ταυτότητα της DIREKTexpress Holding και της JUREX, ως φορέων παροχής μέρους της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, δεν γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή, αντιθέτως προς την υποχρέωση του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67.

68      Ειδικότερα, η παράβαση της εν λόγω υποχρέωσης κοινοποίησης, εάν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί, αυτή καθεαυτήν, να συνεπάγεται τη δυνατότητα των κρατών μελών να εμποδίζουν, κατά το δοκούν, την εφαρμογή της απαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112, ακόμη και αν πρόκειται για υπηρεσίες εμπίπτουσες στο πεδίο της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας. Πράγματι, τυχόν αναγνώριση τέτοιας δυνατότητας των κρατών μελών θα αντέβαινε, ενδεχομένως, όχι μόνο στην παρατιθέμενη στις σκέψεις 42 έως 44 της παρούσας απόφασης νομολογία, αλλά και στην αρχή της φορολογικής ουδετερότητας, η οποία απαγορεύει τη διαφορετική μεταχείριση, όσον αφορά την είσπραξη του ΦΠΑ, επιχειρηματιών που διενεργούν τις ίδιες πράξεις (επί του τελευταίου αυτού σημείου, βλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2007, JP Morgan Fleming Claverhouse Investment Trust και The Association of Investment Trust Companies, C‑363/05, EU:C:2007:391, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69      Οι εκτιμήσεις που εκτίθενται στη σκέψη 65 της παρούσας απόφασης δεν αναιρούνται ούτε από το άρθρο 3, παράγραφος 7, της οδηγίας 97/67, κατά το οποίο η καθολική υπηρεσία περιλαμβάνει τόσο εθνικές όσο και διασυνοριακές υπηρεσίες.

70      Η διάταξη αυτή, μολονότι, βεβαίως, έχει ως αποτέλεσμα να εντάσσει τις διασυνοριακές ταχυδρομικές υπηρεσίες στην έννοια της «καθολικής υπηρεσίας», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας 97/67, δεν μπορεί, για τον λόγο αυτόν και μόνον, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνεπάγεται την εξαίρεση εθνικών υπηρεσιών, όπως οι επίμαχες στις διαφορές των κύριων δικών, από το πεδίο εφαρμογής της ως άνω έννοιας για τον λόγο ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών από τον οικείο πάροχο δεν περιλαμβάνει διασυνοριακές υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, αρκεί η επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 62 της παρούσας απόφασης, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος είναι ελεύθερο να ορίζει περισσότερους του ενός παρόχους για την εξασφάλιση διάφορων στοιχείων της καθολικής υπηρεσίας ή για την κάλυψη διάφορων γεωγραφικών εκτάσεων συνεπάγεται ότι το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αναθέσει σε έναν ορισμένο επιχειρηματία μόνο την επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών υπηρεσία επίσημης κοινοποίησης πράξεων, η οποία θα καλύπτει μόνο την επικράτεια του οικείου κράτους μέλους.

71      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, σημείο 13, και το άρθρο 3 της οδηγίας 97/67 έχουν την έννοια ότι φορείς παροχής της υπηρεσίας διανομής αλληλογραφίας όπως οι επίμαχοι στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι οποίοι, ως κάτοχοι εθνικής άδειας που τους επιτρέπει να προσφέρουν την υπηρεσία αυτή, υποχρεούνται να πραγματοποιούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, παροχές υπηρεσιών επίσημων κοινοποιήσεων πράξεων που εκδίδονται από δικαστήρια ή διοικητικές αρχές, πρέπει να θεωρηθούν «φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας», κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, με αποτέλεσμα οι παροχές αυτές να πρέπει να απαλλαγούν από τον ΦΠΑ ως παροχές υπηρεσιών οι οποίες πραγματοποιούνται από τις «δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες», δυνάμει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112.

 Επί των δικαστικών εξόδων

72      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 2, σημείο 13, και το άρθρο 3 της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, έχουν την έννοια ότι φορείς παροχής της υπηρεσίας διανομής αλληλογραφίας όπως οι επίμαχοι στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι οποίοι, ως κάτοχοι εθνικής άδειας που τους επιτρέπει να προσφέρουν την υπηρεσία αυτή, υποχρεούνται να πραγματοποιούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, παροχές υπηρεσιών επίσημων κοινοποιήσεων πράξεων που εκδίδονται από δικαστήρια ή διοικητικές αρχές, πρέπει να θεωρηθούν «φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας», κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, με αποτέλεσμα οι παροχές αυτές να πρέπει να απαλλαγούν από τον φόρο προστιθέμενης αξίας ως παροχές υπηρεσιών οι οποίες πραγματοποιούνται από τις «δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες», δυνάμει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

2/76040/0025/2019 Διαδικασία ηλεκτρονικής βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο.

Αριθμ. 2/76040/0025

(ΦΕΚ B’ 3832/16.10.2019)

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 101 του ν. 4549/ 2018 (ΦΕΚ τ. Α΄/105/14-6-2018), «Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 και λοιπές διατάξεις».

2. Τις διατάξεις του άρθρου 126 του ν. 4270/2014 (ΦΕΚ τ. Α΄ 143/28.6.2014) «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) Δημόσιο Λογιστικό και άλλες διατάξεις».

3. Τις διατάξεις του ν. δ. 356/1974 (ΦΕΚ τ. Α΄ 90/ 5.4.1974) «Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε).

4. Τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ τ. Α΄ 176/16.12.2015) «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ τ. Α΄ 157/25.06.2003).

5. Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679-GDPR του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων).

6. Τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ τ. Α΄ 50/ 10.04.1997) «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», όπως ισχύει μετά τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679-GDPR.

7. Τις διατάξεις του ν. 3979/2011 (ΦΕΚ τ. Α΄ 138/ 16.6.2011) «Για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και άλλες διατάξεις».

8.Τις διατάξεις του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ τ. Α΄ 94/27.5.2016) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαβρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις».

9. Το π.δ. 16/1989 (ΦΕΚ τ. Α΄ 6/5.1.1989) «Κανονισμός λειτουργίας Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.), των Τοπικών Γραφείων και καθήκοντα υπαλλήλων».

10. Το π.δ. 142/2017 (ΦΕΚ τ. Α΄ 181/23.11.2017) «Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.

11. Το π.δ. 81/2019 (ΦΕΚ τ. Α΄ 119/8.7.2019) «Σύσταση, συγχώνευση, μετονομασία και κατάργηση Υπουργείων και καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους Μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ των Υπουργείων».

12. Τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1957/1991 (ΦΕΚ τ. Α΄ 114/19.07.1991) «περί μεταφοράς εμπράγματων ασφαλειών στο Δημόσιο ατελώς».

13. Την αριθμ. 340/18.07.2019 (ΦΕΚ τ. Β΄/3051/ 26.07.2019) απόφαση του Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών για την «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Θεόδωρο Σκυλακάκη».

14. Την αριθμ. 1197/16.05.2019 (ΦΕΚ τ. Β΄ 1911/ 28.05.2019) απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Διαδικασία βεβαίωσης εσόδων υπέρ Δημοσίου και τρίτων και διαδικασία μείωσης εσόδων με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω των υπηρεσιών της διαλειτουργικότητας, κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ Α΄ 90) Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων».

15. Τις διατάξεις της αριθμ. 2/478/ 0025/4.1.2006 (ΦΕΚ τ. Β΄ 16/13.1.2006) υπουργικής απόφασης «Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο», όπως έχει συμπληρωθεί με την αριθμ. 2/8174/0025/12.2.2008 (ΦΕΚ τ. Β΄ 308/27.02.2008)
όμοια.

16. Το γεγονός ότι οι ρυθμίσεις της παρούσας αναφορικά με την θεσπιζόμενη ηλεκτρονική διαδικασία καταπτώσεων ανταποκρίνονται στις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του Σχεδίου Δράσης το οποίο συνιστά προαπαιτούμενη ενέργεια του από 18.1.2018 Συμπληρωματικού Μνημονίου Συνεννόησης για τη βελτίωση της διαχείρισης των κρατικών εγγυήσεων,

αποφασίζουμε:

Α. Καθορίζουμε την διαδικασία ηλεκτρονικής βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών δανείων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο (ΕΔ) ως εξής:

1. Οι αιτούντες την κατάπτωση φορείς (Πιστωτικά Ιδρύματα, ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ανώνυμες εταιρείες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, κ.ά.), στα πλαίσια των προβλεπόμενων από τη κοινοτική και εθνική νομοθεσία, υποβάλλουν ηλεκτρονικό φάκελο με τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως αυτά περιγράφονται στο υπό το στοιχείο (Β) του διατακτικού της παρούσας απόφασης στην Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων (ΔΚΕΚΚ).

Κάθε ηλεκτρονικός φάκελος που υποβάλλεται, κατά τα ανωτέρω, συνιστά εισερχόμενο αίτημα και ενσωματώνεται με επιμέλεια της ανωτέρω Διεύθυνσης στο ηλεκτρονικό αποθετήριο που τηρείται στο υποσύστημα διαχείρισης εγγράφων του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Δημοσιονομικής Πολιτικής (ΟΠΣΔΠ). Με τον ίδιο τρόπο υποβάλλουν ηλεκτρονικά στην ίδια Διεύθυνση τυχόν συμπληρωματικά δικαιολογητικά και διευκρινήσεις που απαιτούνται, στο πλαίσιο διενέργειας των ελέγχων της, ώστε να ενσωματώνεται στον ηλεκτρονικό φάκελο δανειολήπτη.

Το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αποθετηρίου διατηρείται στο διηνεκές.

2. Η ΔΚΕΚΚ, διενεργεί μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα τον έλεγχο της τήρησης των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης της εγγύησης του ΕΔ και προβαίνει, προς την αρμόδια ΔΟΥ της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), στην εν ευρεία έννοια ηλεκτρονική βεβαίωση, μέσω της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (ΓΓΠΣΔΔ), σε βάρος των δανειοληπτών καθώς και των τυχόν συνυπόχρεων και εγγυητών των εγγυημένων από το ΕΔ δανείων.

3. Οι Υπηρεσίες της ΑΑΔΕ έχουν πλήρη πρόσβαση στον σχετικό με το αίτημα της κατάπτωσης ηλεκτρονικό φάκελο δανειολήπτη και προβαίνουν εντός ευλόγου χρόνου στην εν στενή έννοια βεβαίωση των προς πληρωμή ποσών, σε βάρος των δανειοληπτών, λόγω της κατάπτωσης της εγγύησης του ΕΔ.

Ακολούθως, οι ΔΟΥ διενεργούν όλες τις προβλεπόμενες από τον Κ.Ε.Δ.Ε. και λοιπές συναφείς διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του ΕΔ στις εμπράγματες, ενοχικές και λοιπές ασφάλειες.

4. Μετά την έκδοση του Αριθμού της Τριπλότυπης Βεβαίωσης (Α.Τ.Β.), οι Υπηρεσίες της ΑΑΔΕ αποστέλλουν αυτόν ηλεκτρονικά στην ΔΚΕΚΚ. Η ΔΚΕΚΚ ενημερώνει τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Γ.Δ.Ο.Υ.), για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εν στενή έννοια βεβαίωσης προκειμένου να προβεί η ανωτέρω Γενική Διεύθυνση στην πληρωμή του αιτούντος την κατάπτωση φορέα ή μετά την ενημέρωσή της για την έκδοση συμψηφιστικού εντάλματος πληρωμής. Η ΔΚΕΚΚ για το συνολικό ποσό βεβαίωσης εσόδου όπως και για τον ΑΤΒ μέσω του πληροφοριακού συστήματος παραλαμβάνει ηλεκτρονικό αντίτυπο της τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης ανά Δ.Ο.Υ.

5. Στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 102 του ν. 4549/2018, όταν εκ των υστέρων διαπιστωθεί ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το ΕΔ απαλλάσσεται από την εγγύηση του και η ΔΚΕΚΚ ανακαλεί την εγγύηση. Ακολούθως, η ως άνω Διεύθυνση προβαίνει στη σύνταξη Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης (ΑΦΕΚ) για τη διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται. Η πράξη της ανάκλησης κοινοποιείται στον αιτούντα την κατάπτωση φορέα καθώς και στον δανειολήπτη.

Η ίδια διαδικασία απαιτείται και σε περίπτωση μερικής ανάκλησης ήδη βεβαιωμένης απαίτησης.

Σε περίπτωση που εκ των υστέρων προκύψει αναίτια πληρωμή προς τον αιτούντα την κατάπτωση φορέα (Π.Ι κ.α.) αυτός υποχρεούται εντός δύο (2) μηνών από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης από την Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων να επιστρέψει ως αχρεωστήτως καταβληθέν το εν λόγω ποσό. Σε διαφορετική περίπτωση, η Διεύθυνση προβαίνει στην κατά νόμο Βεβαίωση σε βάρος του αιτούντος την κατάπτωση δανειστή και την αποβεβαίωση του δανειολήπτη.

6. Ο αιτών την κατάπτωση φορέας, ως προς την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων δόσεων από τους οφειλέτες, υποχρεούται να επιδεικνύει τον ίδιο βαθμό επιμέλειας με αυτόν που επιδεικνύει στα μη εγγυημένα από το ΕΔ δάνεια.

7. Η ΔΚΕΚΚ δύναται να αξιοποιεί τη δυνατότητα που της παρέχεται από το άρθρο 105 του ν. 4549/2018 για τη διενέργεια ελέγχων από την ΤτΕ, η οποία υποχρεούται να την ενημερώνει για τις εκάστοτε παραβάσεις των φορέων που έχουν χορηγήσει δάνεια με την εγγύηση του ΕΔ.

8. Οι Δ.Ο.Υ. έχουν πρόσβαση στο διηνεκές στα στοιχεία του ηλεκτρονικού φακέλου δανειολήπτη των υπόχρεων προσώπων, σε βάρος των οποίων υφίστανται εν στενή εννοία βεβαίωση, ο οποίος τηρείται στους αιτούντες την κατάπτωση φορείς και ο οποίος ενσωματώνεται με επιμέλεια της ΔΚΕΚΚ στο υποσύστημα διαχείρισης εγγράφων του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Δημοσιονομικής Πολιτικής (ΟΠΣΔΠ).

9. Αρμόδια για τη βεβαίωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών που προκύπτουν από τα δάνεια που χορηγήθηκαν σε Έλληνες Ρομά και σε παλιννοστούντες ομογενείς και γενικά για τη διαδικασία βεβαίωσης είναι η Δ.Ο.Υ. που υπάγεται η χρηματοδοτούμενη κατοικία.

10. Η ΔΚΕΚΚ ενημερώνεται για την είσπραξη βεβαιωθέντων οφειλών σε ηλεκτρονική μορφή για κάθε ιδιώτη, με στοιχεία που παρέχει το Κέντρο Διαλειτουργικότητας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων ΔημόσιαςΔιοίκησης(ΓΓΠΣΔΔ).

Β. Καθορίζουμε τα δικαιολογητικά του ηλεκτρονικού φακέλου δανειολήπτη:

Για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την ΔΚΕΚΚ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του ΕΔ κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο ηλεκτρονικός φάκελος δανειολήπτη (e-repository) που υποβάλει ο αιτών την κατάπτωση φορέας, θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει (σε μορφή αρχείων που δεν επιδέχονται επεξεργασία) στοιχεία και δικαιολογητικά ως εξής:

1. Αντίγραφα των εγγράφων παροχής της εγγύησης και των τυχόν τροποποιήσεων αυτής.

2. Πλήρη στοιχεία του δικαιούχου αιτούντος την κατάπτωση φορέα όπως επωνυμία, έδρα, Α.Φ.Μ. (αριθμό φορολογικού μητρώου), SWIFT CODE και τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο κατατίθεται το σχετικό ποσό (IBAN).

3. Αναλυτική Κατάσταση Οφειλών η οποία θα πρέπει υποχρεωτικά να εμφανίζει την συνολική απαίτηση του αιτούντος κατά του ΕΔ, επιμερισμένη σε κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας και έξοδα αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού και να φέρει τις πρωτότυπες υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων μαζί με τη σφραγίδα του αιτούντος στην οποία θα αναγράφεται: «Βεβαιώνεται ότι η απαίτηση του αιτούντος την κατάπτωση φορέα κατά του ΕΔ απορρέει από την ανωτέρω δανειακή σύμβαση και έχει προκύψει από τα τηρούμενα εκ του νόμου εμπορικά βιβλία του αιτούντος την κατάπτωση φορέα».

4. Ανάλυση Κίνησης Λογαριασμού που θα αφορά στο χρονικό διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι και την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών κατάπτωσης στην ΔΚΕΚΚ. Από την ανάλυση αυτή θα πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια:

– τα ποσά που χορηγήθηκαν,

– οι τόκοι που χρεώθηκαν (ενήμεροι και υπερημερίας),

– η κεφαλαιοποίηση των τόκων,

– τυχόν επιδοτούμενοι τόκοι που εισπράχθηκαν,

– τα επιτόκια που εφαρμόστηκαν, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής,

– τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους,

– οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των δανειοληπτών έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε ο αιτών την κατάπτωση φορέας. Οι καταβολές που διενεργούνται μετά την ημερομηνία πλήρωσης των όρων κατάπτωσης επιμερίζονται μεταξύ του αιτούντος την κατάπτωση φορέα και του ΕΔ βάσει του ποσού/ποσοστού εγγυητικής ευθύνης που αναλαμβάνει το ΕΔ με την εκάστοτε υπουργική απόφαση. Τυχόν καταβολές που διενεργούνται στις περιπτώσεις πρόωρης καταγγελίας μερίζονται βάσει των ποσών/ποσοστών εγγυητικής ευθύνης από την ημερομηνία της καταγγελίας.

– Επιπλέον, από την ανάλυση αυτή θα πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια ο αριθμός των ανεξόφλητων δόσεων που καθιστούν ολόκληρο το ποσό του δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό σύμφωνα με την εκάστοτε υπουργική απόφαση παροχής της εγγύησης του ΕΔ.

– Η Ανάλυση Κίνησης Λογαριασμού υποχρεωτικά θα φέρει τις πρωτότυπες υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων μαζί με τη σφραγίδα του αιτούντος την κατάπτωση φορέα και θα αναγράφεται: «Βεβαιώνεται ότι η ανωτέρω ανάλυση της κίνησης λογαριασμού προκύπτει από τα τηρούμενα εκ του νόμου εμπορικά βιβλία του αιτούντος την κατάπτωση φορέα και το υπόλοιπο του δανείου, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών στο ΕΔ, αποτελεί απαίτηση η οποία απορρέει από την ανωτέρω δανειακή σύμβαση».


5. Αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων/πρόσθετων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το ΕΔ απαίτηση.

6. Αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν «συμφωνίες» των πιστωτών με τους αιτούντες την κατάπτωση φορείς) και είναι εφικτή η διαπίστωση αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του ΕΔ (ως εγγυητή).

7. Αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών κατάπτωσης.

8. Ενημέρωση για το σύνολο των ασφαλειών (ενοχικών και εμπράγματων) που συνδέονται με το δάνειο (εγγυημένο και ανεγγύητο μέρος). Ο ηλεκτρονικός φάκελος περιλαμβάνει ταυτοχρόνως τα αντίστοιχα δικαιολογητικά (συμβάσεις προσωπικών εγγυήσεων, συμβάσεις ενεχυρίασης απαιτήσεων, υποθήκες, προσημειώσεις επί ακινήτων, πιστοποιητικά υποθηκοφυλακείου/κτηματολογικού γραφείου κ.λπ.). Ειδικότερα:

Σε περίπτωση που υπάρχουν ασφάλειες του δανείου υπέρ του αιτούντος την κατάπτωση φορέα από την κατάπτωση, στις οποίες το ΕΔ υποκαθίσταται εκ του νόμου, έστω και μερικώς, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς τα στοιχεία αυτών και να συνυποβάλλονται τα αντίγραφα των ασφαλειών (περιλήψεων υποθηκών, προσημειώσεων, που τηρούνται στο Υποθηκοφυλακείο/ Κτηματολογικό Γραφείο, συμβάσεων ενεχυριάσεων, συμβάσεων προσωπικών εγγυήσεων κ.α.), ώστε άμεσα όπως απαιτείται, να είναι δυνατή η υποκατάσταση του ΕΔ στα δικαιώματα των αιτούντων την κατάπτωση φορέων και η εφαρμογή του άρθρου 13 του ν. 1957/1991, δηλαδή η σημείωση στο βιβλίο υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου/Κτηματολογικού Γραφείου της γενομένης υποκατάστασης προς διασφάλιση των συμφερόντων του ΕΔ.

Πλήρη στοιχεία των τυχόν συνοφειλετών και εγγυητών που εμφανίζονται στη σύμβαση του δανείου ή πρόσθετων/παρεπόμενων πράξεων, καθώς και το ποσό/ ποσοστό της ευθύνης του καθενός.

Ο αιτών την κατάπτωση φορέας υποχρεούται να υποβάλει τα προβλεπόμενα εκ του νόμου δικαιολογητικά σε περιπτώσεις θανάτου των δανειοληπτών και των συνυπόχρεων των εγγυημένων από το ΕΔ δανείων.

Σε περίπτωση πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου που διασφαλίζει το εγγυημένο δάνειο, είτε με επίσπευση τρίτου είτε με επίσπευση του ιδίου του αιτούντος την κατάπτωση φορέα (όταν το ακίνητο διασφαλίζει και άλλες οφειλές), το εγγυημένο δάνειο κηρύσσεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής και να γίνει αναγγελία των απαιτήσεων. Εάν το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την πλήρη εξόφληση της εγγυημένης απαίτησης, το υπόλοιπο αυτής βεβαιώνεται για είσπραξη από το ΕΔ. Σε αυτή την περίπτωση ο αιτών την κατάπτωση φορέας θα πρέπει απαραίτητα να αποστέλλει ηλεκτρονικά στη ΔΚΕΚΚ και τα σχετικά στοιχεία/δικαιολογητικά του πλειστηριασμού (κατασχετήρια έκθεση, κατακυρωτική έκθεση, έκθεση συμβολαιογράφου-πίνακας κατάταξης κ.λπ.) στα οποία θα αναφέρεται αναλυτικά ο τρόπος πίστωσης του εκπλειστηριάσματος, για την ενημέρωση του ηλεκτρονικού φακέλου δανειολήπτη.

Σε κάθε περίπτωση που ο αιτών την κατάπτωση φορέας δεν παρέχει τα προβλεπόμενα στοιχεία ή αυτά που θα ζητηθούν ή κατόπιν του διενεργηθέντος ελέγχου αποδειχθεί εσφαλμένη πληρωμή, ο αιτών την κατάπτωση φορέας οφείλει να επιστρέψει άμεσα στο λογαριασμό του ΕΔ το καταβληθέν ποσό.

Εάν δεν τηρηθεί η εν λόγω υποχρέωση εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της προαναφερθείσας παράβασης, η ΔΚΕΚΚ θα προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την επιστροφή του ποσού και τη διαγραφή του στην αρμόδια Υπηρεσία της ΑΑΔΕ.


Για το λόγο αυτό, οι αιτούντες την κατάπτωση φορείς οφείλουν να εξουσιοδοτήσουν εγγράφως την ΤτΕ να δέχεται από την ΔΚΕΚΚ εντολές χρέωσης των λογαριασμών που τηρούν σε αυτήν. Για όσους δεν προβούν στην εν λόγω ενέργεια, δεν θα ακολουθείται η ανωτέρω περιγραφόμενη διαδικασία.

Η ΤτΕ οφείλει να ενημερώνει την ΔΚΕΚΚ εγγράφως και ηλεκτρονικώς για τα ποσά και τους αιτούντες την κατάπτωση φορείς από τους οποίους έχουν επιστραφεί ποσά. Για την ηλεκτρονική μορφή των αρχείων, η ΔΚΕΚΚ ενημερώνει σχετικά με έγγραφό της.

9. Ενημέρωση αναφορικά με την υποβολή αγωγών, καθώς και αιτήσεων για την ρύθμιση οφειλών, βάσει σχετικών νόμων (ν. 3869/2010, ν. 4469/2017 κ.λπ.), το παραδεκτό αυτών και τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, που σχετίζονται με τα αιτήματα καταπτώσεων και την εξέλιξη αυτών (πλειστηριασμοί κ.λπ.) ή την περιέλευση των δανειοληπτών και των τυχόν εγγυητών των σε καθεστώς πτώχευσης, (ν. 3588/2007 Α΄ 153 και ν. 4446/2016, Α΄ 240).

10. Ενημέρωση για υπαγωγή σε καθεστώς ρύθμισης δανείων με την εγγύηση του ΕΔ βάσει του άρθρου 103 του ν. 4549/2018 και της εκδοθείσης αριθμ. 2/94253/0025/21.12.2018 (ΦΕΚ τ. Β΄ 5960/31-12-2018) απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, καθώς και για αθέτηση της συμφωνίας ρύθμισης, ο αιτών την κατάπτωση φορέας θα πρέπει απαραίτητα να αποστέλλει ηλεκτρονικά στη ΔΚΕΚΚ και τα σχετικά στοιχεία για την ενημέρωση του ηλεκτρονικού φακέλου δανειολήπτη, της ως άνω υπουργικής απόφασης.

11. Σε περίπτωση που αξιώσεις έχουν μεταβιβαστεί σε άλλους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς διαχείρισης απαιτήσεων κ.λπ., τα Π.Ι. ενημερώνουν τη ΔΚΕΚΚ, μέσω του ηλεκτρονικού φακέλου δανειολήπτη, με τα νομιμοποιητικά έγγραφα αυτών καθώς και τις σχετικές συμβάσεις εκχώρησης.

Γ. Ειδικές διατάξεις

Για τα αιτήματα των αιτούντων την κατάπτωση φορέων, που έχουν υποβληθεί έγχαρτα στη ΔΚΕΚΚ, μέχρι την 15.10.2019, προκειμένου να βεβαιωθούν εν στενή και εν ευρεία εννοία, υποχρεούνται οι αιτούντες την κατάπτωση φορείς να υποβάλλουν ηλεκτρονικά τα στοιχεία και δικαιολογητικά της παραγράφου Β της παρούσας, ώστε να ενσωματωθούν από την ΔΚΕΚΚ στο υποσύστημα διαχείρισης εγγράφων του ΟΠΣΔΠ.
Από την ημερομηνία αυτή και μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας δεν θα υποβάλλονται έγχαρτα αιτήματα κατάπτωσης, τα οποία δεν έχουν ηλεκτρονικά συνοδευτικά στοιχεία δικαιολογητικών.

Της ως άνω ηλεκτρονικής υποβολής εξαιρούνται τα αμέσως προ παραγραφής υποβαλλόμενα αιτήματα.

Ειδικά για τα αιτήματα κατάπτωσης που αφορούν εγγυημένα δάνεια φυσικών προσώπων τα εν λόγω δικαιολογητικά υποβάλλονται ηλεκτρονικά άπαξ.

Δ. Ισχύς

Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού. Ως ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της παρούσας απόφασης ορίζεται η 30.11.2019.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Ε/229/2019 Τροποποίηση της 107/2019 (Β’2355) κοινής υπουργικής απόφασης «Πρόγραμμα ενίσχυσης των επιχειρήσεων έκδοσης εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας»

Αριθμ. Ε/229/2019

(ΦΕΚ Β’ 3821/15-10-2019)

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ

Έχοντας υπόψη:

Ι. Τις διατάξεις:
1. Του άρθρου 51 του ν. 4609/2019 «Ρυθμίσεις Μέριμνας Προσωπικού Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατολογίας, Στρατιωτικής Δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» (Α’ 67), όπως ισχύει.
2. Του Κανονισμού ΕΕ αριθμ. 1407/2013 της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 2013 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (EE L352 της 21.10.2013).
3. Του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (Α’ 98), όπως ισχύει.
4. Του ν. 3681/2010 «Ενίσχυση της διαφάνειας με την υποχρεωτική ανάρτηση νόμων και πράξεων των κυβερνητικών, διοικητικών και αυτοδιοικητικών οργάνων στο διαδίκτυο “Πρόγραμμα Διαύγεια” και άλλες διατάξεις» (Α’ 112), όπως ισχύει.
5. Του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ ΕΕ) δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α’ 143), όπως ισχύει.
6. Του π.δ. 142/2017 «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών» (Α’ 181), όπως ισχύει.
7. Του π.δ. 81/2019 (Α’ 119) «Σύσταση, συγχώνευση, μετονομασία και κατάργηση Υπουργείων και καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους – Μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ Υπουργείων».
8. Του π.δ. 83/2019 (Α’121) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».
9. Της Υ18/9.7.2019 (Β’ 3008) απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό, Στυλιανό Πέτσα».
10. Του ν. 4622/2019 (ΦΕΚ Α’ 133/7.8.2019) «Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης».
11. Της 107/10-06-2019 (ΦΕΚ Β’ 2355) κοινής υπουργικής απόφασης: «Πρόγραμμα ενίσχυσης των επιχειρήσεων έκδοσης εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας» ως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την κοινή υπουργική απόφαση Ε/182/19-09-2019 (ΦΕΚ Β’ 3523).

ΙΙ. Το γεγονός ότι, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της στήριξης και ανάπτυξης των εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας καθώς και της στήριξης των εργαζομένων που απασχολούνται σε αυτές, κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων της 107/10-06-2019 (ΦΕΚ Β’ 2355) κοινής υπουργικής απόφασης, ως ισχύει.

ΙΙΙ. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 

αποφασίζουμε:

Την τροποποίηση της 107/10-06-2019 (ΦΕΚ Β’ 2355) κοινής υπουργικής απόφασης: «Πρόγραμμα ενίσχυσης των επιχειρήσεων έκδοσης εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας», ως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την κοινή υπουργική απόφαση Ε/182/19-09-2019 (ΦΕΚ Β’ 3523), ως εξής:

Άρθρο 1

Το Άρθρο 3 (Διαδικασία υποβολής αιτήσεων) τροποποιείται ως ακολούθως:
«Οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να υπαχθούν στο πρόγραμμα υποβάλλουν δια του νόμιμου εκπροσώπου τους στη Διεύθυνση Εποπτείας Μέσων Ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της Προεδρίας της Κυβέρνησης, αίτηση περί υπαγωγής τους στο πρόγραμμα.
Η αίτηση υποβάλλεται έως και την 18η Οκτωβρίου 2019.»

Άρθρο 2

Το Άρθρο 4 (Προϋποθέσεις υπαγωγής – Επιλέξιμες επιχειρήσεις) τροποποιείται ως ακολούθως:
Η περίπτωση υπό στοιχείο 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. να έχουν κάνει έναρξη δραστηριότητας έκδοσης έντυπων εφημερίδων τουλάχιστον προ δεκαοκτώ (18) μηνών από την υποβολή της αίτησης.»
Η περίπτωση υπό στοιχείο 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«η ύλη τους να περιλαμβάνει πολιτικές, αθλητικές, πολιτιστικές ή οικονομικές ειδήσεις.»
Οι περιπτώσεις υπό στοιχεία 8 και 9 καταργούνται.

Άρθρο 3

Προστίθεται Άρθρο 4Α ως εξής:
«Άρθρο 4Α
Εκχώρηση της ενίσχυσης σε εργαζόμενους
1. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση έχει οφειλές (δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, αδείας κ.λπ.) προς τους εργαζόμενους που απασχολεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής, προκειμένου να υπαχθεί στο πρόγραμμα υποχρεούται να εκχωρήσει στους εργαζόμενους το ποσό της ενίσχυσης που δικαιούται μέχρι του ύψους των ανωτέρω αναφερόμενων οφειλών σε αυτούς. Σε περίπτωση που το ποσό της ενίσχυσης δεν επαρκεί για την κάλυψη του συνόλου των ανωτέρω αναφερόμενων οφειλών, το ποσό της ενίσχυσης θα κατανεμηθεί αναλογικά σε όλους τους εργαζόμενους στους οποίους η επιχείρηση οφείλει.
2. Σε περίπτωση δε ύπαρξης οφειλών προς το Δημόσιο ή/και τα ασφαλιστικά ταμεία, στους εργαζόμενους θα εκχωρηθεί κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το τυχόν εναπομείναν ποσό ενίσχυσης μετά τη διενέργεια των συμψηφισμών από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία.
3. Η εκχώρηση θα γίνει με εκχωρητήριο έγγραφο με δαπάνη της επιχείρησης, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 145 του ν. 4270/2014, όπως ισχύει.»

Άρθρο 4

Το Άρθρο 5 (Απαραίτητα Δικαιολογητικά) τροποποιείται ως ακολούθως:
Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:
«Για τον έλεγχο της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, οι επιχειρήσεις έκδοσης εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας υποχρεούνται ταυτοχρόνως με την υποβολή της αίτησης να συνυποβάλλουν στη Διεύθυνση Εποπτείας Μέσων Ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της Προεδρίας της Κυβέρνησης τα κάτωθι:»
Η περίπτωση 4 αντικαθίσταται ως εξής: «υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης σχετικά με τους εργαζόμενους που απασχολεί κατά ειδικότητα καθώς και τα χρονικά διαστήματα απασχόλησής τους, συνοδευόμενη από βεβαίωση ασφάλισης ή άλλο νόμιμο δικαιολογητικό του Ε.Φ.Κ.Α. για τους εργαζόμενους που απασχολεί, σύμφωνα με τις ασφαλιστικές διατάξεις,»
Η περίπτωση 5 αντικαθίσταται ως εξής: «πίνακα προσωπικού, νομίμως κατατεθειμένος στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων».
Η περίπτωση υπό στοιχείο 6 αντικαθίσταται ως εξής:
«υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπρόσωπου περί εξόφλησης των εργατικών απαιτήσεων των εργαζομένων (δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, αδείας κ.λπ.) που απασχολεί η επιχείρηση μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής, ή υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπρόσωπου περί του ύψους των οφειλών (δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, αδείας κ.λπ.) προς τους εργαζόμενους που απασχολεί η επιχείρηση μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής και περί της δέσμευσης της επιχείρησης που εκπροσωπεί για την εκχώρηση στους εργαζόμενους του ποσού της ενίσχυσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 4Α.»
Οι περιπτώσεις υπό στοιχεία 9 και 10 καταργούνται.

Άρθρο 5

Το Άρθρο 6 (Έλεγχος προϋποθέσεων) τροποποιείται ως ακολούθως:
Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:
«Η Διεύθυνση Εποπτείας Μέσων Ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της Προεδρίας της Κυβέρνησης ελέγχει τα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά και το εμπρόθεσμο της υποβολής τους».

Άρθρο 6

Το Άρθρο 7 (Τρόπος υπολογισμού ποσού ενίσχυσης) τροποποιείται ως ακολούθως:
Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:
«Κάθε επιχείρηση έκδοσης εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας λαμβάνει ποσό ενίσχυσης που προσδιορίζεται από τη Διεύθυνση Εποπτείας Μέσων Ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της Προεδρίας της Κυβέρνησης με βάση τα κάτωθι:»

Άρθρο 7

Το Άρθρο 8 (Διαδικασία υπαγωγής) τροποποιείται ως ακολούθως:
Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι επιχειρήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 και έχουν προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά του άρθρου 5 υπάγονται στο πρόγραμμα με απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό στον οποίο έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Διεύθυνσης Εποπτείας Μέσων Ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της Προεδρίας της Κυβέρνησης.»

Άρθρο 8

Το Άρθρο 9 (Διαδικασία και δικαιολογητικά καταβολής ενίσχυσης) τροποποιείται ως ακολούθως:
Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«Το ποσό της ενίσχυσης καταβάλλεται εφάπαξ και ειδικότερα εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 8 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το ποσό της ενίσχυσης δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση ή φόρο, συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), υπό την επιφύλαξη τυχόν οφειλών προς το Δημόσιο ή/και τα ασφαλιστικά ταμεία. Δεν επιτρέπεται η εκχώρηση του ποσού της ενίσχυσης σε τρίτους, εξαιρουμένης της εκχώρησης στους εργαζόμενους σύμφωνα με το άρθρο 4Α.».
Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«Μετά τη δημοσίευσή της, η απόφαση του άρθρου 8 διαβιβάζεται στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τη δέσμευση της αντίστοιχης πίστωσης και την έκδοση της απόφασης ανάληψης υποχρέωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού.
Η καταβολή της ενίσχυσης διενεργείται με τακτικό χρηματικό ένταλμα που εκδίδεται από την Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, κατόπιν υποβολής σε αυτή των ακόλουθων δικαιολογητικών:
1. Αντίγραφο απόφασης ανάληψης υποχρέωσης της σχετικής δαπάνης
2. Την απόφαση του άρθρου 8
3. Κατάσταση πληρωμής της δαπάνης σε δύο (2) αντίτυπα, υπογεγραμμένη από τον Διατάκτη, που περιλαμβάνει:
• το Φορέα/Ειδικό Φορέα/Α.Λ.Ε.
• το οικονομικό έτος, τον προϋπολογισμό του οποίου βαρύνει η δαπάνη,
• τα στοιχεία του δικαιούχου (επωνυμία, έδρα, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ), IBAN),
• την αιτιολογία,
• το πληρωτέο ποσό,
• την αρμόδια Δ.Ο.Υ.»
Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«Κάθε υπαχθείσα στο πρόγραμμα επιχείρηση προκειμένου να λάβει το ποσό της ενίσχυσης υποβάλει στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης αίτηση συνοδευόμενη από παραστατικό πληρωμής και τα ακόλουθα στοιχεία και δικαιολογητικά:
α. Πρόσφατη Βεβαίωση Υπηρεσίας ΓΕΜΗ περί:
• Τροποποιήσεων καταστατικού.
• Μη λύσης της εταιρείας και θέσης σε εκκαθάριση.
• Μη θέσης σε αναγκαστική διαχείριση ή ειδική εκκαθάριση.
β. Πρόσφατο Πιστοποιητικό από το Μητρώο Πτωχεύσεων του αρμοδίου Πρωτοδικείου περί:
• μη πτώχευσης / μη αίτησης για να κηρυχθεί η εταιρεία σε κατάσταση πτώχευσης,
• μη θέσης σε διαδικασία συνδιαλλαγής / εξυγίανσης, μη αίτησης για να κηρυχθεί η εταιρεία σε διαδικασία συνδιαλλαγής /εξυγίανσης.
γ. Υπεύθυνη δήλωση, υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης στην οποία να δηλώνεται ο αριθμός λογαριασμού (IBAN) της επιχείρησης στον οποίο θα πραγματοποιηθεί η καταβολή της ενίσχυσης. δ. Βεβαίωση τραπέζης με το IBAN του εταιρικού λογαριασμού ή αντίγραφο φύλλου κίνησης εταιρικού λογαριασμού (εφόσον αναγράφεται ΙΒΑΝ, επωνυμία και ΑΦΜ δικαιούχου), με υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου
και σφραγίδα αντίστοιχου υποκαταστήματος.
ε. Εκχωρητήριο έγγραφο για την εκχώρηση στους εργαζόμενους της απαίτησης που απορρέει από το ποσό της ενίσχυσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4Α.».

Κατά τα λοιπά ισχύει η 107/10-06-2019 (ΦΕΚ Β’ 2355/ 18.06.2019) κοινή υπουργική απόφαση.

Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner