ΘΕΜΑ: Προθεσμία υποβολής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων που συμμετέχουν σε ναυτικές εταιρίες του ν. 959/1979.
Απαντώντας σε προφορικά και γραπτά ερωτήματα, αναφορικά με το θέμα, σας γνωρίζουμε τα κατωτέρω:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), ο υπόχρεος σε υποβολή φορολογικών δηλώσεων, υποβάλλει τις φορολογικές δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση, κατά το χρόνο που προβλέπεται από την οικεία φορολογική νομοθεσία.
2. Με τις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013, ορίζεται ότι ο φορολογούμενος που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, υποχρεούται να δηλώνει όλα τα εισοδήματά του, τα φορολογούμενα με οποιοδήποτε τρόπο ή απαλλασσόμενα, στη Φορολογική Διοίκηση, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013 όπως ισχύει, η δήλωση φορολογίας εισοδήματος των φυσικών προσώπων υποβάλλεται μέχρι την 30η Απριλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους.
3. Επίσης, με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του παραπάνω άρθρου και νόμου, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν.4374/2016, ορίζεται ότι εξαιρετικά τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία, μπορούν να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι το πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων.
Ειδικά για το φορολογικό έτος 2015, η προθεσμία υποβολής φορολογικών δηλώσεων των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, παρατάθηκε με την ΑΥΟ – ΠΟΛ.1105/15.7.2016 (ΦΕΚ Β’ 2205) μέχρι 25.7.2016.
4. Μετά από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε ναυτικές εταιρίες του ν. 959/1979 που τηρούν απλογραφικά βιβλία, για το φορολογικό έτος 2015, μπορούσαν να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι 15 Αυγούστου 2016.
Όσον αφορά στην καταβολή του φόρου, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1041/4.4.2016, όπως συμπληρώθηκε με την ΠΟΛ.1096/4.7.2016, αυτή ορίστηκε να πραγματοποιηθεί σε δύο (2) ισόποσες διμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2016 και η δεύτερη μέχρι την 30η Νοεμβρίου 2016.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΠΟΛ.1145/2016 Τροποποίηση της απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ. 1022/ 7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β’) «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει
(ΦΕΚ Β’ 3208/05-10-2016)
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 14 του N. 4174/2013, όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του N. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α’/31.12.2013).
2. Την ΠΥΣ 1/20.1.2016 «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ ΥΟΔΔ/18).
3. Την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β’/31.1.2014), όπως ισχύει.
4. Την ανάγκη διενέργειας διασταυρωτικών ελέγχων, για την πάταξη της φοροδιαφυγής.
5. Την ανάγκη παροχής πρόσθετου χρόνου για τη διευκόλυνση των φορολογούμενων ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσης υποβολής καταστάσεων φορολογικών στοιχείων του ημερολογιακού έτους 2015, δεδομένων των πρακτικών προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εφαρμογή της υποχρέωσης αυτής, του όγκου εργασίας που απαιτεί η υποχρέωση αυτή, σε συνδυασμό με τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις, καθώς και το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή δε συνδέεται με την καταβολή φόρου.
6. Ότι, από την απόφαση αυτή, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Τροποποιούμε την απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β’) «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει, ως ακολούθως:
Το τρίτο, από το τέλος, εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για το ημερολογιακό έτος 2015, οι καταστάσεις των ως άνω περιπτώσεων υποβάλλονται μέχρι και 7/10/2016».
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 30 Σεπτεμβρίου 2016
Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΠΟΛ.1146/2016 Διευκρινίσεις σχετικά με τη διανομή – κατανομή κερδών στους εταίρους -μέλη των δικηγορικών εταιρειών, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013
ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις σχετικά με τη διανομή – κατανομή κερδών στους εταίρους -μέλη των δικηγορικών εταιρειών, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013.
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 49 του ν.4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζεται ότι οι δικηγορικές εταιρείες διανέμουν αποκλειστικά μεταξύ των εταίρων (κατά τη μέθοδο που θα συμφωνούν κατά την αδέσμευτη κρίση τους) τα συνολικά κέρδη που προκύπτουν από τη δραστηριότητα της εταιρείας.
2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 54 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η ετήσια διανομή καθαρών εσόδων γίνεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από το κλείσιμο της διαχειριστικής περιόδου, όπως ορίζεται στο καταστατικό, ενώ με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι οι εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας με βάση τα ποσοστά των μεριδίων τους. Το καταστατικό δύναται να προβλέπει διαφορετική μέθοδο διανομής των κερδών, καθώς και την καταβολή εκτάκτων αμοιβών για τους εταίρους, που θα επιδεικνύουν ιδιαίτερη δραστηριότητα, ζήλο, απόδοση και συνεργασία. Κατά τα ποσά αυτά μειώνονται ανάλογα τα έσοδα των λοιπών εταίρων.
3. Επιπλέον, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 52 του ν.4194/2013 ορίζεται ότι οι εταίροι εισφέρουν υποχρεωτικά στην εταιρεία την εργασία τους. Συμπληρωματικά επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εταιρείας η εισφορά σε χρήμα ή σε κινητά πράγματα και η χρήση κινητών και ακινήτων πραγμάτων. Επιτρέπεται επίσης η κτήση κυριότητας ακινήτου από την εταιρεία για την επαγγελματική της εγκατάσταση και μόνον. Η αποτίμηση των εισφορών, καθώς και οι τυχόν απολήψεις και επιστροφές οποιωνδήποτε ποσών στους εταίρους, λόγω αποχώρησης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αποφασίζονται από τους εταίρους της δικηγορικής εταιρείας.
4. Ακόμη, με τις διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι τα μερίδια κάθε εταίρου ορίζονται ελεύθερα από τη Γενική Συνέλευση σε εκατοστιαία ποσοστά και δεν συνδέονται με την εισφορά του εταίρου.
5. Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 49 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται επίσης ότι με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 52 του Κώδικα, Εταίρος Δικηγορικής Εταιρείας απαγορεύεται να συμμετέχει σε άλλη Δικηγορική Εταιρεία ή να ασκεί ατομική δικηγορία και γενικά να ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρείας.
6. Το ως άνω νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των αστικών δικηγορικών εταιρειών καταδεικνύει την ιδιάζουσα φύση της αστικής δικηγορικής εταιρείας, στην οποία η προσωπική εργασία των εταίρων είναι απαραίτητη για τη σύστασή της, σε αντιδιαστολή με τις λοιπές εταιρείες, προσωπικές και κεφαλαιουχικές, στις οποίες οι εισφορές των εταίρων δύνανται να συνίστανται αποκλειστικά σε χρήμα ή σε είδος. Επομένως, το εισόδημα της δικηγορικής εταιρείας βασίζεται κυρίως στο προσωπικό στοιχείο των συμμετεχόντων σε αυτή προσώπων, όπως αυτό εκδηλώνεται με τον βαθμό της επιστημονικής ειδίκευσης, τον κύκλο γνωριμιών, τη φήμη των προσώπων αυτών, δηλαδή ιδιοτήτων που από τη φύση τους είναι αμεταβίβαστες. Κατά συνέπεια, η αποχώρηση εταίρου από την εταιρεία, με ή χωρίς ταυτόχρονη είσοδο νέου εταίρου σε αυτή, δεν συνεπάγεται αυτόματα και την απόκτηση εισοδήματος από υπεραξία υπέρ του αποχωρήσαντος εταίρου ή των εναπομείναντων εταίρων, λόγω της ανακατανομής των εταιρικών μεριδίων και των ποσοστών συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας. Η αποτίμηση των εισφορών, καθώς και οι τυχόν απολήψεις και επιστροφές οποιωνδήποτε ποσών στους εταίρους, λόγω αποχώρησης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αποφασίζονται από τους εταίρους της δικηγορικής εταιρείας.
Τη σημασία της εισφερόμενης εργασίας των εταίρων για την δικηγορική εταιρεία καταδεικνύει εξάλλου και ο περιορισμός που υφίσταται για τους εταίρους αυτής να συμμετέχουν σε άλλη δικηγορική εταιρεία ή να ασκούν ατομική δικηγορία. Έτσι, κατά τη διανομή των κερδών της δικηγορικής εταιρείας στους εταίρους της είναι δυνατόν να μην λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσοστά των μεριδίων τους στην εταιρεία, αλλά και άλλες παράμετροι που σχετίζονται με την εισφορά της εργασίας τους, όπως είναι η απόδοση, ο ζήλος που επιδεικνύουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κ.λπ.
7. Με το αριθ. ΔΕΑΦ Α 1107672 ΕΞ 2015/12.8.2015 έγγραφό μας διευκρινίστηκε επίσης ότι, σε δικηγορικές εταιρείες με απλογραφικά βιβλία δύναται λόγω πρόβλεψης του καταστατικού έκτακτων αμοιβών, να διανέμονται κέρδη διαφορετικά από τα προκύπτοντα με βάση το καταστατικό της εταιρείας ή να χορηγούνται έκτακτες αμοιβές στους εταίρους χωρίς ωστόσο να δημιουργείται πρόβλημα στην ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης φόρου εισοδήματος του νομικού προσώπου.
8. Μετά από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω συνάγεται, ότι αν από το νόμιμα δημοσιευμένο καταστατικό της δικηγορικής εταιρείας, προβλέπονται ρητώς διαφορετικά ποσοστά συμμετοχής των εταίρων – μελών στα κέρδη – ζημιές της εταιρείας από τις μερίδες συμμετοχής τους στην εταιρία, τότε κατά τη διανομή των κερδών λαμβάνονται υπόψη τα ποσοστά συμμετοχής τους στα κέρδη, ανεξάρτητα των μερίδων συμμετοχής τους στην εταιρεία. Προϋπόθεση για τη διανομή των κερδών μεταξύ των εταίρων- μελών βάσει των ανωτέρω, είναι η τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στις οικείες διατάξεις (ν.4194/2013) και τον φορολογικό νόμο (συστατικό έγγραφο και δημοσίευση αυτού, κ.λπ.).
Τέλος, και δεδομένου ότι κατά την αποχώρηση εταίρου από τη δικηγορική εταιρεία δεν αποκτάται και υπεραξία από μεταβίβαση τίτλων, διευκρινίζεται ότι για τα κέρδη που διανέμονται στο τέλος της διαχειριστικής χρήσης προς τους αποχωρήσαντες εταίρους δικηγορικής εταιρείας για τους μήνες συμμετοχής τους σε αυτή, έχουν εφαρμογή οι οδηγίες για τη συμπλήρωση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, όπως ισχύουν, καθόσον δεν ασκεί επιρροή στη φύση του αποκτώμενου εισοδήματος η τυχόν αποχώρηση του μέλους πριν το τέλος του φορολογικού έτους από τα κέρδη του οποίου λαμβάνει μερίδιο κατά τα ανωτέρω.
Κάθε άλλη διαταγή με αντίθετο περιεχόμενο παύει να ισχύει.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Συγκεκριμένα όπου στις παραπάνω διατάξεις γίνεται αναφορά σε «οχήματα που ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα» αντικαθίσταται με την αναφορά σε «οχήματα που ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της Ευρωπαϊκής ένωσης (Ε.Ε.) ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.)».
Κατά συνέπεια, για τα επιβατικά οχήματα που εισάγονται στην Ελλάδα μεταχειρισμένα από άλλες χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ, λαμβάνεται πλέον υπόψη για την επιβολή των τελών κυκλοφορίας έτους 2017 και επομένων, η ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η πρώτη ταξινόμησή τους σε χώρα της ΕΕ ή του ΕΟΧ και όχι η πρώτη ταξινόμησή τους στην Ελλάδα. Αναλυτικότερα:
1. α) Για τα Επιβατικά Ιδιωτικής Χρήσης αυτοκίνητα που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ ή του ΕΟΧ έως την 31.10.2010, καθώς και για τις δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες Ιδιωτικής Χρήσης ανεξαρτήτως ημερομηνίας πρώτης ταξινόμησής τους, τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονται με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα τους, ως εξής:
Πρώτη ταξινόμηση
στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ έως το έτος 2000
Κατηγορία
Κυλινδρισμός κινητήρα (κυβ. εκατ.)
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας (σε Ευρώ)
Α΄
Έως 300
22
Β΄
301-785
55
Γ΄
786-1.071
120
Δ΄
1.072-1.357
135
Ε΄
1.358-1.548
225
ΣΤ΄
1.549-1.738
250
Ζ΄
1.739-1.928
280
Η΄
1.929-2.357
615
Θ΄
2.358-3.000
820
Ι΄
3.001-4.000
1.025
Κ΄
4.001 και άνω
1.230
Πρώτη ταξινόμηση
στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ από το έτος 2001 έως το 2005
Κατηγορία
Κυλινδρισμός κινητήρα
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας (σε Ευρώ)
Α΄
Έως 300
22
Β΄
301-785
55
Γ΄
786-1.071
120
Δ΄
1.072-1.357
135
Ε΄
1.358-1.548
240
ΣΤ΄
1.549-1.738
265
Ζ΄
1.739-1.928
300
Η΄
1.929-2.357
630
Θ΄
2.358-3.000
840
Ι΄
3.001-4.000
1.050
Κ΄
4.001 και άνω
1.260
Πρώτη ταξινόμηση
στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ από το έτος 2006 και μετά
Κατηγορία
Κυλινδρισμός κινητήρα
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας (σε Ευρώ)
Α΄
Έως 300
22
Β΄
301-785
55
Γ΄
786-1.071
120
Δ΄
1.072-1.357
135
Ε΄
1.358-1.548
255
ΣΤ΄
1.549-1.738
280
Ζ΄
1.739-1.928
320
Η΄
1.929-2.357
690
Θ΄
2.358-3.000
920
Ι΄
3.001-4.000
1.150
Κ΄
4.001 και άνω
1.380
β) Για τα Επιβατικά Ιδιωτικής Χρήσης αυτοκίνητα που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ από 1.11.2010 και μετά, τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονται με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (γρμ. CO2/χλμ) ως εξής:
ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΔΙΟΞΕΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ (γρμ. CO2 ανα χιλιόμετρο)
ΕΤΗΣΙΑ ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΑΝΑ ΓΡΑΜΜΑΡΙΟ ΕΚΠΟΜΠΩΝ CO2 (σε ευρώ)
0-90
0
91-100
0,90
101-120
0,98
121-140
1,20
141-160
1,85
161-180
2,45
181-200
2,78
201-250
3,05
`Ανω των 251
3,72
γ) Για τα Επιβατικά Δημοσίας Χρήσεως (με ή χωρίς μετρητή) οχήματα, που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ έως την 31.10.2010, τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονται σε 290€.
δ) Για τα Επιβατικά Δημοσίας Χρήσεως (με ή χωρίς μετρητή) οχήματα, που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ από 1.11.2010 και μετά, καταβάλουν τέλη κυκλοφορίας με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ως εξής:
Κλιμάκιο εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (γρμ. CO 2/χλμ)
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας ανα γρμ εκπομπών CO2 (€)
0-100
0,00
101-150
2,25
`Ανω των 151
2,80
2. α) Για τα καινούργια ή μεταχειρισμένα Επιβατικά Ιδιωτικής Χρήσης αυτοκινούμενα τροχόσπιτα και θωρακισμένα επιβατικά αυτοκίνητα, τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονται με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών.
β) Για τα μεταχειρισμένα Επιβατικά Ιδιωτικής Χρήσης αυτοκίνητα, με πρώτο έτος κυκλοφορίας στη διεθνή αγορά πριν από την 1.1.2002, ανεξάρτητα του χρόνου της πρώτης ταξινόμησης στην Ελλάδα/ΕΕ/ΕΟΧ, τα τέλη κυκλοφορίας για τα οχήματα αυτά υπολογίζονται με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών.
γ) Για τα Επιβατικά Δημοσίας Χρήσεως αυτοκίνητα που αποχαρακτηρίζονται και τίθενται στην κυκλοφορία ως ιδιωτικής χρήσης, ως ημερομηνία για τον υπολογισμό των τελών κυκλοφορίας, νοείται η ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ ή του ΕΟΧ.
δ) Για τα Επιβατικά Ιδιωτικής Χρήσης οχήματα που είχαν ταξινομηθεί στη χώρα μας και μετά τη διαγραφή τους από το Μητρώο του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, επαναταξινομούνται στη χώρα μας, ως ημερομηνία πρώτης ταξινόμησης, νοείται η ημερομηνία της πρώτης άδειας κυκλοφορίας στη χώρα μας ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ., πριν από τη διαγραφή τους.
3. Περαιτέρω, για τα Επιβατικά Ιδιωτικής Χρήσης οχήματα που εισάγονται με το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής και στα οποία επιβάλλονται τέλη κυκλοφορίας βάσει του κυλινδρισμού κινητήρα, αυτά καταβάλλουν τέλη σύμφωνα με τους τρείς πίνακες της υποπερίπτωσης α της περ. Α της παρ. 1 βάσει της ημερομηνίας της πρώτης ταξινόμησής τους σε Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, ως κατωτέρω:
Πρώτη ταξινόμηση
στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ έως το έτος 2000
Κατηγορία
Κυλινδρισμός κινητήρα (κυβ. εκατ.)
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας (σε Ευρώ)
Α΄
Έως 300
22
Β΄
301-785
55
Γ΄
786-1.071
120
Δ΄
1.072-1.357
135
Ε΄
1.358-1.548
225
ΣΤ΄
1.549-1.738
250
Ζ΄
1.739-1.928
280
Η΄
1.929-2.357
615
Θ΄
2.358-3.000
820
Ι΄
3.001-4.000
1.025
Κ΄
4.001 και άνω
1.230
Πρώτη ταξινόμηση
στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ από το έτος 2001 έως το 2005
Κατηγορία
Κυλινδρισμός κινητήρα
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας (σε Ευρώ)
Α΄
Έως 300
22
Β΄
301-785
55
Γ΄
786-1.071
120
Δ΄
1.072-1.357
135
Ε΄
1.358-1.548
240
ΣΤ΄
1.549-1.738
265
Ζ΄
1.739-1.928
300
Η΄
1.929-2.357
630
Θ΄
2.358-3.000
840
Ι΄
3.001-4.000
1.050
Κ΄
4.001 και άνω
1.260
Πρώτη ταξινόμηση
στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ από το έτος 2006 και μετά
Κατηγορία
Κυλινδρισμός κινητήρα
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας (σε Ευρώ)
Α΄
Έως 300
22
Β΄
301-785
55
Γ΄
786-1.071
120
Δ΄
1.072-1.357
135
Ε΄
1.358-1.548
255
ΣΤ΄
1.549-1.738
280
Ζ΄
1.739-1.928
320
Η΄
1.929-2.357
690
Θ΄
2.358-3.000
920
Ι΄
3.001-4.000
1.150
Κ΄
4.001 και άνω
1.380
4. Για τα Επιβατικά αυτοκίνητα οχήματα που εκποιούνται μέσω του Ο.Δ.Δ.Υ. και τίθενται σε κυκλοφορία ως Ιδιωτικής χρήσης, αυτά καταβάλλουν τέλη κυκλοφορίας έτους 2017 και επομένων, αποκλειστικά με βάση τον κυλινδρισμό κινητήρα τους και σύμφωνα με τον τρίτο πίνακα της υποπερ. α της περ. Α της παρ. 1 ως κατωτέρω:
Πρώτη ταξινόμηση
στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ από το έτος 2006 και μετά
Κατηγορία
Κυλινδρισμός κινητήρα
Ετήσια τέλη κυκλοφορίας (σε Ευρώ)
Α΄
Έως 300
22
Β΄
301-785
55
Γ΄
786-1.071
120
Δ΄
1.072-1.357
135
Ε΄
1.358-1.548
255
ΣΤ΄
1.549-1.738
280
Ζ΄
1.739-1.928
320
Η΄
1.929-2.357
690
Θ΄
2.358-3.000
920
Ι΄
3.001-4.000
1.150
Κ΄
4.001 και άνω
1.380
Ειδικά, υβριδικά αυτοκίνητα οχήματα και υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες που εκποιούνται από το Δημόσιο ή τον ΟΔΔΥ και τίθενται σε κυκλοφορία ως ΙΧ, έως 1549 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία ταξινόμησής τους σε Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας. Για τα οχήματα της κατηγορίας αυτής από 1549 κ.εκ. και άνω, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο 60% των τελών των αντίστοιχων συμβατικών.
Ειδικά προκειμένου για ηλεκτροκίνητα και υδρογόνου αυτοκίνητα και ηλεκτροκίνητες και υδρογόνου δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες, που εκποιούνται από το Δημόσιο ή τον ΟΔΔΥ, αυτά απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Β. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:
Τα υβριδικά Επιβατικά αυτοκίνητα Δημοσίας Χρήσης (ΤΑΞΙ), κυλινδρισμού κινητήρα έως 1929 κ.εκ., που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ έως την 31.10.2010, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Για τα υβριδικά Επιβατικά αυτοκίνητα Δημοσίας Χρήσης (ΤΑΞΙ), κυλινδρισμού κινητήρα άνω των 1929 κ.εκ., που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, έως την 31.10.2010, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο ήμιση των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων.
Τα υβριδικά Επιβατικά αυτοκίνητα Ιδιωτικής Χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα έως 1549 κ.εκ., που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, για πρώτη φορά έως την 31.10.2010, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Για τα υβριδικά Επιβατικά αυτοκίνητα Ιδιωτικής Χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα από 1549 κ.εκ. και άνω, που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, για πρώτη φορά έως την 31.10.2010, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο 60% των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων.
Για όλα τα παραπάνω υβριδικά οχήματα, ανεξάρτητα κυλινδρισμού κινητήρα, που ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, από την 1.11.2010 και μετά, τα τέλη κυκλοφορίας προσδιορίζονται με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ανάλογα αν αυτά είναι ιδιωτικής ή δημοσίας χρήσης οχήματα.
Τα Επιβατικά ηλεκτροκίνητα και υδρογόνου αυτοκίνητα Ιδιωτικής και Δημοσίας χρήσης, που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, για πρώτη φορά έως την 31.10.2010, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Για τα οχήματα αυτά, εφόσον ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, από την 1.11.2010 και μετά, τα τέλη κυκλοφορίας προσδιορίζονται με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ανάλογα αν αυτά είναι ιδιωτικής ή δημοσίας χρήσης οχήματα.
Οι υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες Δημοσίας Χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα έως 1929 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Για τις υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες Δημοσίας Χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα άνω των 1929 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο ήμισυ των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων.
Οι υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες Ιδιωτικής Χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα έως 1.549 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Για τις υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες Ιδιωτικής Χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα από 1549 κ.εκ και άνω, ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο 60% των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων.
Οι Επιβατικές ηλεκτροκίνητες και υδρογόνου δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες Ιδιωτικής και Δημοσίας Χρήσης, ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Γ. Για τις λοιπές κατηγορίες οχημάτων Ιδιωτικής και Δημοσίας χρήσεως, δηλαδή: Φορτηγά Ιδιωτικής Χρήσεως (ΦΙΧ), Φορτηγά Δημοσίας Χρήσεως (ΦΔΧ), Λεωφορεία Ιδιωτικής Χρήσεως (ΛΙΧ), Λεωφορεία Δημοσίας Χρήσεως (ΛΔΧ), ρυμουλκούμενα, ημιρυμουλκούμενα (τροχόσπιτα),ασθενοφόρα, νεκροφόρες, αλλοδαπά φορτηγά και μοτοποδήλατα (με κυλινδρισμό κινητήρα μικρότερο των 51 κ.εκ.), δεν έχει επέλθει μεταβολή, διότι ο υπολογισμός των τελών κυκλοφορίας δεν συναρτάται από την ταξινόμησή τους.
Δ. Σύμφωνα με την παρ. 3 του ιδίου νόμου, οι εν λόγω διατάξεις ισχύουν για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2017 και επομένων.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΠΟΛ.1140/14.09.2016 Τροποποίηση του άρθρου 5 της αρ. πρωτ. ΠΟΛ.1194/27.8.2015 (ΦΕΚ 1968/Β) απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε.
ΠΟΛ.1140/14.09.2016
Τροποποίηση του άρθρου 5 της αρ. πρωτ. ΠΟΛ.1194/27.8.2015 (ΦΕΚ 1968/Β) απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε.
(ΦΕΚ 3086/28.9.2016)
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
ΠΟΛ 1140/2016
1. Τις διατάξεις των άρθρων 2,10,17, των παραγράφων 1 περίπτωση ζ’ και 2 του άρθρου 24 και των παραγράφων 1 περίπτωση δ’ και 2,3 του άρθρου 28 και 60 του Ν. 2859/ 2000 (ΦΕΚ 248/Α) «Κύρωση Κώδικα Φ.Π.Α.», όπως ισχύει, του νόμου αυτού.
2. Τις διατάξεις του Ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265/Α) «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας», όπως ισχύει.
3. Τις διατάξεις του άρθρου 164 της Οδηγίας 2006/112 του Συμβουλίου σχετικά με το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (L 347/11.12.2006), όπως ισχύει.
4. Την αρ. πρωτ. ΠΟΛ. 1194/27.08.2015(ΦΕΚ 1968/Β) απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. «Διαδικασία απαλλαγής από το Φ.Π.Α. εισαγωγής αγαθών που προορίζονται να εξαχθούν ή να παραδοθούν σε υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο εγκατεστημένο σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης»
5. Τις διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κώδικα Νομοθεσίας, για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα (ΦΕΚ 98/Α/ 22.04.2005).
6. Τα Προεδρικά Διατάγματα 185/2009 (ΦΕΚ 213/ Α/7.10.2009) «Περί ανασύστασης του Υπουργείου Οικονομικών» και 189/2009 «Καθορισμός και ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων» (ΦΕΚ 221/Α/ 5.11.2009).
7. Το Προεδρικό Διάταγμα 111/2014 (178/Α) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών».
8. Την αρ. πρωτ. Δ6Α1015213 ΕΞ2013/28.01.2013 (ΦΕΚ 130/Β), Κοινή απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
9. Την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου αρ.1 της 20.01.2016 (τ. Υ.Ο.Δ.Δ. 18/20.01.2016) «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
10. Την ανάγκη ρύθμισης για την ευνοϊκότερη αντιμετώπιση, με βάση το άρθρο 158 του Ν. 2960/2001, των περιπτώσεων στέρησης του δικαιώματος απαλλαγής λόγω παραβάσεων λαθρεμπορίας.
11. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκύπτει δαπάνη σε βάρος, του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της αρ. πρωτ. ΠΟΛ.1194/27.8.2015(ΦΕΚ 1968/Β) απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Δεν παρέχεται το δικαίωμα απαλλαγής με τις διατάξεις της παρούσας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εισαγωγέας έχει υποπέσει σε παραβάσεις λαθρεμπορίας, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του Ν. 2960/ 2001 (ΦΕΚ 265/Α), εκτός εάν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 158 του Ν. 2960/2001.»
Άρθρο 2
Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου της παρούσας καταλαμβάνουν και τις περιπτώσεις εισαγωγέων που κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας έχουν στερηθεί του δικαιώματος απαλλαγής από Φ.Π.Α. από τις τελωνειακές αρχές κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 της αρ. πρωτ. ΠΟΛ.1194/27.8.2015 (ΦΕΚ 1968/Β) απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε.
Άρθρο 3
Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από της δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 14 Σεπτεμβρίου 2016 Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΑΓΟΡΑΣ
Δ/ΝΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ και ΓΕΜΗ
Τμήμα Θεσμικών Ρυθμίσεων και ΓΕΜΗ
Επειδή η Υπηρεσία μας έχει γίνει δέκτης πολλών ερωτημάτων σχετικά με το εν θέματι αντικείμενο και πιο συγκεκριμένα σχετικά με τα κριτήρια υπαγωγής σε υποχρεωτικό έλεγχο της χρήσης 2016, θέτουμε υπόψη σας τα εξής:
1. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τον τακτικό έλεγχο των χρηματοοικονομικών καταστάσεων είναι πλέον αυτές της Υποπαραγράφου Α1 του ν. 4336/2015, η οποία έχει ισχύ από 1.1.20161, επομένως αφορά τις χρήσεις που εκκινούν από 1.1.2016.
Επομένως οι οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 1.1.2016 έως 31.12.2016 και εφεξής υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο εφόσον πληρούν τα κριτήρια της ως άνω Υποπαραγράφου Α1, ήτοι εφόσον συντάσσονται από οντότητες οι οποίες για τις δύο προηγούμενες χρήσεις (2014, 2015) ανήκαν στις κατηγορίες των μεσαίων ή μεγάλων οντοτήτων βάσει των κριτηρίων του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.).
Αναλόγως εφαρμόζονται τα ανωτέρω και για τυχόν «ενδιάμεσες» χρήσεις.
Έτσι πχ μια μεσαία οντότητα με χρήση από 1.7.2015 έως 30.6.2016 δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 4336/2015 περί τακτικού ελέγχου για τη συγκεκριμένη χρήση, υπάγεται όμως για την επόμενη (1.7.2016 έως 30.6.2017).
2. Ακόμα και στην περίπτωση II των μεταβατικών διατάξεων της ως άνω Υποπαραγράφου του ν. 4336/20152, στην οποία ορίζεται ότι από την ημερομηνία ισχύος του εν λόγω νόμου καταργούνται οι περί τακτικού ελέγχου επιμέρους διατάξεις των εταιρικών νόμων (κ.ν. 2190/1920, ν. 3190/1955 και ν. 4072/2012), σκοπός του νομοθέτη, όπως προκύπτει και από τις σχετικές μεταβατικές διατάξεις3, είναι κατά την άποψή μας η κατάργηση αυτή να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2016.
3. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα κριτήρια της, καταργηθείσας πλέον, διάταξης του άρθρου 42α του κ.ν. 2190/1920 προκειμένου να κριθεί αν υπάγονται σε τακτικό έλεγχο οι οικονομικές καταστάσεις του 2016.
Τα κριτήρια τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη για την υπαγωγή σε υποχρεωτικό έλεγχο από ελεγκτές του ν. 4336/2015 είναι αυτά που ορίζει ο νόμος αυτός, σε συνδυασμό με τον νόμο 4308/2014.
Συνεπώς, οντότητες οι οποίες βάσει των οικονομικών αποτελεσμάτων των ετών 2014 και 2015 θεωρούνται μικρές ή πολύ μικρές δεν υποχρεούνται να εκλέξουν τακτικούς ελεγκτές για τη χρήση του 2016.
Βέβαια, οι μικρές οντότητες έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν προαιρετικά4.
Ο Διευθυντής
Σ. Μασγανάς
————
1 Όπως μεταξύ άλλων αναφέρεται στις Μεταβατικές Διατάξεις της Υποπαράγραφου Α1 του ν. 4336/2015:
«6.1) Η έναρξη ισχύος της παρούσας υποπαραγράφου ορίζεται από 1η Ιανουάριου 2016. …»
2 Συγκεκριμένα αναφέρεται μεταξύ άλλων στις μεταβατικές διατάξεις της Υποπαράγραφου Α1 του ν. 4336/2015 ότι:
«… II) Από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:
α) τα άρθρα 36 έως 38, η παρ. 4 του άρθρου 43α του κ.ν. 2190/1920,
β) η παρ. 6 του άρθρου 42α του κ.ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν.4308/2014,
γ) το άρθρο 108 του κ.ν. 2190/1920,
δ) το άρθρο 23 του ν. 3190/1955,
ε) το άρθρο 99 του ν. 4072/2012,
καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις παραπάνω ρυθμίσεις. …»,
Συμπληρωματικά δε, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ως ημερομηνία έναρξης ισχύος του η «υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β’ του άρθρου 3, …», ήτοι η 19.8.2015.
Ωστόσο, στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου καθίσταται σαφές ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι ενιαίος και αφορά στην ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ και στην ελάφρυνση των επιχειρήσεων από διοικητικά βάρη, σκοπός ο οποίος διατρέχει όλη την Υποπαράγραφο και όχι τμήματα αυτής. Το πλήρες κείμενο της αιτιολογικής έκθεσης ως προς την Υποπαράγραφο Α1 έχει ως εξής:
«ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.1: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
Με την προτεινόμενη ρύθμιση ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη το πλαίσιο τακτικού ελέγχου των επιχειρήσεων, όπως προβλέπεται στην Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των Οδηγιών 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Άξονας της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η ελάφρυνση των μικρών επιχειρήσεων από δυσανάλογες διοικητικές επιβαρύνσεις, καθιστώντας ως προς αυτές προαιρετικό τον τακτικό έλεγχο, ενώ ταυτόχρονα, προβλέπεται αναμόρφωση του ελεγκτικού πλαισίου, θεσπίζοντας κανόνες που εγγυώνται τη διαφάνεια και την έγκυρη πληροφόρηση.»
3.βλέπε και ανωτέρω υποσημείωση υπ’ αριθμ. 1.
4. Όπως μεταξύ άλλων αναφέρεται στην Υποπαράγραφο Α1 του ν. 4336/2015:
«… 2. Προαιρετικός τακτικός έλεγχος
Μικρές οντότητες κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) μπορούν να προβλέπουν στο καταστατικό τους ή, εάν δεν προβλέπεται σε αυτό, να αποφασίζουν δια της γενικής συνέλευσης των μετόχων ή της συνέλευσης των εταίρων, την υποβολή των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων σε έλεγχο, σύμφωνα με τα ισχύοντα ελεγκτικά πρότυπα. …»
ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις για τη διαδικασία χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας/βεβαίωσης οφειλής.
Σχετ: 1. Άρθρο 12 ν. 4174/2013, ΦΕΚ 170 Α, όπως ισχύει.
2. Απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013 (ΦΕΚ 3398 Β), όπως ισχύει.
3. Απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1275/27.12.2013 (ΦΕΚ 3398 β), όπως ισχύει.
4. Εγκύκλιοι ΠΟΛ.1124/29.4.2014 και ΠΟΛ.1022/24.1.2012
Αναφορικά με τη διαδικασία χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α 170), Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ) και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες Αποφάσεις ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013 και ΠΟΛ.1275/27.12.2013 (ΦΕΚ Β 3398), μετά την συμπλήρωση-τροποποίησή τους με τις Αποφάσεις ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1065/26.2.2014, ΠΟΛ.1265/18.12.2015 και ΠΟΛ.1038/28.3.2016, όπως ισχύουν και λόγω ερωτημάτων σχετικά με την ανωτέρω διαδικασία, παρέχονται επιπρόσθετες διευκρινίσεις για την ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή αυτής.
Ειδικότερα διευκρινίζονται θέματα που αφορούν:
α. στις οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση αποδεικτικού,
β. στα ποσοστά/ποσά παρακράτησης που τίθενται επί του αποδεικτικού,
γ. στην παρακολούθηση αποδοτέων ποσών.
Α. Οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση αποδεικτικού.
1. Για τη χορήγηση του αποδεικτικού ενημερότητας κατ’ άρθ. 12 ΚΦΔ και την Απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύουν, λαμβάνονται υπόψη οι ληξιπρόθεσμες, άνω των 30€, βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση (Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, Ελεγκτικά Κέντρα, Τελωνεία) – τόσο προς το Δημόσιο όσο και υπέρ τρίτων (Ν.Π.Δ.Δ., κλπ) – για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής ο φορολογούμενος, σύμφωνα με τις ισχύουσες φορολογικές και άλλες διατάξεις.
2. Μόνη η ύπαρξη βεβαιωμένων μη ληξιπρόθεσμων οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση, δεν εμποδίζει τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί συμψηφισμού.
3. Κατά την εξόφληση τίτλων πληρωμής, ανεξαρτήτως ύψους ποσού (ακόμη και στις περιπτώσεις κάτω των χιλίων πεντακοσίων -1.500- ευρώ κατά τις οποίες δεν απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας) πρέπει να ελέγχεται η τυχόν συνδρομή των προϋποθέσεων του συμψηφισμού (άρθ. 83 ν.δ. 356/1974 ΦΕΚ 90α’, Κ.Ε.Δ.Ε. όπως ισχύει -σχετ. εγκύκλιος ΠΟΛ.1022/24.1.2012, άρθ. 42 και 48 ν. 4174/2013 Κ.Φ.Δ.). Προς υποστήριξη της εφαρμογής των διατάξεων περί συμψηφισμού, έχει γίνει διάκριση της αιτίας χορήγησης του αποδεικτικού ενημερότητας όταν αυτό ζητείται για είσπραξη χρημάτων.
Ειδικότερα : α. στις περιπτώσεις είσπραξης από το Δημόσιο (εν στενή εννοία, όπως Υπουργεία, Στρατιωτικά Νοσοκομεία) το αποδεικτικό χορηγείται «για είσπραξη χρημάτων από φορείς Κεντρικής Διοίκησης» και β. στις περιπτώσεις είσπραξης από τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, ήτοι από φορείς/υπηρεσίες του Δημοσίου Τομέα εκτός Κεντρικής Διοίκησης (Δημόσιο εν ευρεία εννοία, όπως Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., κλπ), το αποδεικτικό χορηγείται «για είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου τομέα (πλην Κεντρικής Διοίκησης)».
Εφόσον εισπράττονται ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης πρέπει, κατ’ αρχήν, να ελέγχεται η τυχόν εφαρμογή των διατάξεων περί συμψηφισμού (άρθρο 83 ΚΕΔΕ και εγκύκλιος ΠΟΛ.1022/24.1.2012).
Β. Περιεχόμενο αίτησης
Η αίτηση χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας πρέπει να είναι πλήρης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύει.
1. Στις περιπτώσεις που ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού, και υφίσταται συνολική βεβαιωμένη οφειλή άνω των τριάντα (30) ευρώ, στην αίτηση και επί του αποδεικτικού ενημερότητας αναγράφεται ο αριθμός ταυτότητας ακινήτου (ΑΤΑΚ), ή εφόσον δεν υφίσταται, οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που ταυτοποιεί το ακίνητο το οποίο θα μεταβιβαστεί ή επί του οποίου θα συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα.
2. Στις περιπτώσεις που ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων και υφίσταται συνολική βεβαιωμένη οφειλή άνω των τριάντα (30) ευρώ, στην αίτηση αναγράφεται το στοιχείο του τίτλου πληρωμής ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ταυτοποιεί την συγκεκριμένη πληρωμή (αριθμός τιμολογίου ή άλλου παραστατικού, πράξη διατάκτη, αριθμός απόφασης, αριθμός λογαριασμού κτλ- άρθ. 5 και 6 Απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύουν).
3. Στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται με τον όρο της παρακράτησης για είσπραξη χρημάτων, το στοιχείο του τίτλου πληρωμής/ ταυτοποίησης αυτού, αναγράφεται επί του αποδεικτικού ενημερότητας.
Γ. Ποσοστά/ποσά παρακράτησης που τίθενται επί του αποδεικτικού
1. Στην περίπτωση κατά την οποία χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’αυτού και υφίστανται βεβαιωμένα ληξιπρόθεσμα χρέη που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής, τίθεται υποχρεωτικά ο όρος της παρακράτησης, με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων που ορίζουν διαφορετικά (π.χ. παρ. 4 άρθ. 242 Ν. 4072/2012 και παρ. 1 άρθ. 32 ν.4314/2014 κατόπιν βεβαίωσης διατάκτη πληρωμής για προκαταβολή – ενδιάμεσες πληρωμές ΕΣΠΑ όπου χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των διατάξεων άρ. 12 ΚΦΔ και της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύουν, χωρίς τον όρο της παρακράτησης). Όρος παρακράτησης δεν τίθεται, εάν το αποδεικτικό χορηγείται λόγω προσκόμισης εγγυητικής επιστολής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 3 της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύει.
2. Κατά τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας με τον όρο της παρακράτησης (παρ. 4 άρθ. 7 Απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013), το συνολικό ποσό της παρακράτησης δεν μπορεί να υπερβαίνει το σύνολο των ληξιπροθέσμων οφειλών. Συνεπώς, τυχόν μη ληξιπρόθεσμη οφειλή που τελεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής δεν συμπεριλαμβάνεται σε τυχόν παρακράτηση επί του αποδεικτικού. Σημειώνεται ότι οι βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές σε καθεστώς αναστολής είσπραξης δύναται να παρακρατηθούν, μόνο εάν ζητηθεί από τον οφειλέτη.
3. Στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας ζητείται για είσπραξη χρημάτων από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού (άρθ. 83 Κ.Ε.Δ.Ε., κτλ), το συνολικό ποσοστό παρακράτησης είναι υποχρεωτικά 100% επί της είσπραξης και μέχρι του ύψους των βεβαιωμένων προς στη Φορολογική Διοίκηση οφειλών του δικαιούχου των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου (ληξιπροθέσμων και μη, καθώς και σε καθεστώς αναστολής είσπραξης).
4. Για την εξεύρεση του ελάχιστου ποσοστού παρακράτησης, υπολογίζεται το ελάχιστο ποσοστό επί της εισπραττόμενης απαίτησης (10%, 30%, 70%, κατά περίπτωση) και ταυτόχρονα υπολογίζεται το ελάχιστο ποσό που αντιστοιχεί σε δόσεις ρύθμισης (3 ή 5 δόσεις ρύθμισης από την ημ/νία κατάθεσης της αίτησης), προκειμένου να γίνει σύγκριση αυτών. Μετά τον ανωτέρω υπολογισμό, το ελάχιστο, δυνητικά, ποσοστό/ποσό παρακράτησης επί του αποδεικτικού ενημερότητας, είναι αυτό που αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο ποσό εκ των δύο.
5. Επισημαίνεται ότι το κατώτατο ποσοστό παρακράτησης (30%, 70%) που τίθεται υποχρεωτικά επί του αποδεικτικού ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων δύναται να περιορισθεί στο 10% του εισπραττόμενου ποσού, εφόσον:
i) ο αιτών το αποδεικτικό ενημερότητας έχει περιοδικές αποδεδειγμένες απαιτήσεις ή τουλάχιστον μία ακόμα απαίτηση κατά φορέων όπου είναι υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας (όπως ΕΟΠΠΥ, νοσοκομεία κλπ), είναι ενήμερος σε ρύθμιση, και ο αρμόδιος Προϊστάμενος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής, αξιολογήσει τα ποσά είσπραξης της απαίτησης / απαιτήσεων αυτών ως
αξιόλογα σε σχέση με την οφειλή. Προς απόδειξη των ανωτέρω, ο αιτών προσκομίζει οποιοδήποτε διαθέσιμο στοιχείο, όπως δημόσια έγγραφα, συμβάσεις κτλ. ή / και
ii) ο αιτών έχει υπόλοιπο συνολικής βασικής βεβαιωμένης ρυθμισμένης οφειλής μικρότερο των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ορίου των 5.000 ευρώ συνυπολογίζονται τυχόν ρυθμισμένες οφειλές συνυπευθυνότητας και συνυποχρέωσης, για τις οποίες ο αιτών το αποδεικτικό έχει ευθύνη για την καταβολή τους.
Οι παραπάνω προϋποθέσεις μπορούν να συντρέχουν είτε σωρευτικά είτε διαζευκτικά.
Επισημαίνεται ότι το ποσοστό 10% επί της εισπραττόμενης απαίτησης, (σε συνδυασμό με το ελάχιστο ποσό που αντιστοιχεί σε δόσεις ρύθμισης – 3 ή 5 δόσεις ρύθμισης από την ημ/νία κατάθεσης της αίτησης – κατά τα ως άνω) ορίζεται ως το κατώτατο όριο παρακράτησης και όχι το υποχρεωτικά οριζόμενο και συνεπώς ο αρμόδιος προϊστάμενος δύναται να ορίσει και μεγαλύτερο ποσοστό παρακράτησης (σύμφωνα με τα ανώτατα όρια, κατά περίπτωση), κατόπιν αξιολόγησης των πραγματικών δεδομένων.
6. Σε περίπτωση τήρησης άνω της μίας ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής, το ελάχιστο προς παρακράτηση ποσό πρέπει να αντιστοιχεί στην κάλυψη τουλάχιστον των αντίστοιχων δόσεων κάθε μίας ρύθμισης, (3 ή 5 δόσεις ρύθμισης από την ημ/νία κατάθεσης της αίτησης – άρθ. 7 Απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013, όπως ισχύει).
7. Παρατίθενται ενδεικτικά παραδείγματα υπολογισμού του ποσοστού παρακράτησης:
i) Παράδειγμα ποσοστού παρακράτησης κατά την έκδοση αποδεικτικού για είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου πλην Κεντρικής Διοίκησης που αφορά σε οφειλέτες που τηρούν ρύθμιση τμηματικής καταβολής και είναι ενήμεροι σ’ αυτή και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις χορήγησης αυτού.
• Ο αιτών το αποδεικτικό έχει απαίτηση είσπραξης ύψους 7.000 ευρώ από φορείς Δημοσίου πλην Κεντρικής Διοίκησης και βεβαιωμένες εναπομείνασες ρυθμισμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 3.000 ευρώ με εναπομένουσες 10 δόσεις ρύθμισης που έπονται από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης.
• Ο αιτών έχει περιοδικές απαιτήσεις από φορείς του Δημοσίου πλην Κεντρικής Διοίκησης.
• Το κατώτατο όριο παρακράτησης είναι 10% επί του εισπραττόμενου ποσού, το οποίο πρέπει να καλύψει τουλάχιστον τρεις δόσεις της ρύθμισης που έπονται από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δηλαδή στην ανωτέρω περίπτωση, το κατώτατο ποσό παρακράτησης αναπροσαρμόζεται από 700 ευρώ σε 900 ευρώ.
• Τον επόμενο μήνα που θα αιτηθεί ο οφειλέτης αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων από φορέα του ευρύτερου Δημοσίου, το κατώτατο δυνητικά όριο παρακράτησης είναι το 10%, με την προϋπόθεση ότι καλύπτεται τουλάχιστον μία επιπλέον δόση ρύθμισης εφόσον οι υπόλοιπες δύο από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης έχουν ήδη αποδοθεί/πιστωθεί από την προηγούμενη παρακράτηση και επιπλέον στοιχειοθετείται η ύπαρξη μίας ακόμη απαίτησης (αξιόλογης σε σχέση με την οφειλή) για την οποία απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας.
ii) Παράδειγμα ποσοστού παρακράτησης κατά την έκδοση αποδεικτικού για μεταβίβαση ακίνητου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού, που αφορά σε οφειλέτες που τηρούν ρύθμιση τμηματικής καταβολής, είναι ενήμεροι σ’ αυτή και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις χορήγησης αυτού.
• Ο αιτών έχει βεβαιωμένες ρυθμισμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 13.000 ευρώ.
• Η αντικειμενική αξία του ακινήτου είναι 12.000 ευρώ και το τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Το 70% του τιμήματος είναι 7.000 ευρώ και το 70% της αντικειμενικής αξίας είναι 8.400 ευρώ. Συνεπώς, εν προκειμένω, τα όρια των ποσοστών παρακράτησης (ήτοι από 70% έως 100%) επί του τιμήματος, όχι όμως σε αξία μικρότερης της αντικειμενικής, υπολογίζονται από 8.400 ευρώ έως 10.000 ευρώ.
• Στην περίπτωση που είναι διασφαλισμένη η είσπραξη της οφειλής, τα όρια των ποσοστών παρακράτησης (ήτοι από 50% έως 100%) επί του τιμήματος όχι όμως σε αξία μικρότερης της αντικειμενικής, υπολογίζονται από 6.000 ευρώ έως 10.000 ευρώ.
Δ. Παρακολούθηση αποδοτέων ποσών
1. Η απόδοση των παρακρατηθέντων ποσών διενεργείται από τους υπόχρεους, στους φορείς είσπραξης (Πιστωτικά Ιδρύματα-ΕΛ.ΤΑ), δηλώνοντας τον κατά περίπτωση κωδικό (ΤΟΠ, ΤΒΟ) που αναγράφεται στο αποδεικτικό ενημερότητας/βεβαίωση οφειλής.
2. Σε κάθε περίπτωση που τίθεται ποσό προς παρακράτηση και απόδοση στη Φορολογική Διοίκηση, πρέπει να ενημερώνεται/παρακολουθείται σχετικό βιβλίο παρακρατήσεων, προκειμένου να ελέγχεται η απόδοση των ποσών. Για την αποτελεσματική παρακολούθηση του εν λόγω βιβλίου παρακρατήσεων, σε περίπτωση που για τον οποιοδήποτε λόγο δεν χρησιμοποιείται το χορηγηθέν αποδεικτικό ενημερότητας με όρο παρακράτησης, προτείνεται η επιστροφή του στην εκδούσα Υπηρεσία. Άλλως ενδείκνυται επικοινωνία με την Υπηρεσία ή φορέα, προς τους οποίους προσκομίζεται (ή επρόκειτο να προσκομιστεί) το αποδεικτικό με όρο παρακράτησης, προκειμένου να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά. Η ίδια αντιμετώπιση ακολουθείται και για τη βεβαίωση οφειλής που έχει χορηγηθεί.
Ε. Αποδεικτικό ενημερότητας/βεβαίωση οφειλής για μεταβίβαση ακινήτου/είσπραξη χρημάτων
1. Διασφάλιση της οφειλής απαιτείται ως προϋπόθεση χορήγησης του αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής «για μεταβίβαση ακινήτου» στις περιπτώσεις :
i) έκδοσης αποδεικτικού ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού, με οριζόμενο από το αρμόδιο όργανο, ποσοστό παρακράτησης από 50% έως 69,99% επί του τιμήματος, το οποίο υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας του ακινήτου, όχι όμως σε αξία μικρότερης της αντικειμενικής και στην περίπτωση που δεν εξοφλούνται πλήρως οι ληξιπρόθεσμες οφειλές.
ii) μεταβίβασης ακινήτου ή σύστασης εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού χωρίς τίμημα (όπως δωρεά ακινήτου),
iii) βεβαίωσης οφειλής για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού, όταν το σύνολο του προϊόντος του τιμήματος, το οποίο και αναγράφεται επί της βεβαίωσης οφειλής, υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ή του δικαιώματος που συστήνεται επ’ αυτού και δεν εξοφλεί το σύνολο της οφειλής.
2. Επισημαίνεται ότι, όταν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού ούτε χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας, εκδίδεται βεβαίωση οφειλής, η οποία συμπεριλαμβάνει τις βεβαιωμένες, ληξιπρόθεσμες και μη ληξιπρόθεσμες (ρυθμισμένες και μη), στη Φορολογική Διοίκηση, οφειλές για τις οποίες ο αιτών το αποδεικτικό έχει ευθύνη καταβολής κατά τις κείμενες διατάξεις, ανεξαρτήτως τυχόν καταχωρημένης δέσμευσης αποδεικτικού ενημερότητας κατά το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (όπως δέσμευση αποδεικτικού ενημερότητας από ΟΤΑ κτλ), και της τυχόν μη υποβολής των εκ του νόμου οριζομένων δηλώσεων. Σημειώνεται ότι οι οφειλές σε καθεστώς αναστολής είσπραξης αναγράφονται μόνον, εάν ζητηθεί από τον οφειλέτη στην αίτησή του.
3. Η υπηρεσία ή ο οργανισμός που παραλαμβάνει τη βεβαίωση οφειλής αποδίδει στην υπηρεσία που εξέδωσε τη βεβαίωση, το προς είσπραξη ποσό και μέχρι του ύψους του συνόλου των βεβαιωμένων οφειλών. Για την απόδοση τυχόν εναπομείναντος ποσού στο δικαιούχο από την υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής, απαιτείται προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας.
4. Βεβαίωση οφειλής για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού, δεν χορηγείται εάν συντρέχουν και άλλοι λόγοι μη έκδοσης αποδεικτικού ενημερότητας πέραν από τις βεβαιωμένες – μη τακτοποιημένες κατά νόμιμο τρόπο – οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, όπως ύπαρξη τυχόν εντολής δέσμευσης από ΟΤΑ ή τυχόν μη υποβολή των εκ του νόμου οριζομένων δηλώσεων κτλ..
5. Στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013 και της παρ. 2 του άρθρου 4 της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1275/27.12.2013, όπως ισχύουν ορίζεται η διαδικασία κατά την οποία χορηγούνται τα σχετικά πιστοποιητικά στις περιπτώσεις που αγοραστής είναι Αρχή του Δημοσίου Τομέα ή το τίμημα καταβάλλεται με χορήγηση δανείου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα Τράπεζα ή άλλο Πιστωτικό Ίδρυμα.
6. Στην περίπτωση β του άρθρου 8 της Απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1274/27.12.2013 ορίζεται η διαδικασία χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας στην περίπτωση τμηματικής εξόφλησης του τιμήματος με εκχώρηση του συνόλου του τιμήματος και μέχρι του ύψους του παρακρατούμενου ποσού στο Δημόσιο και παρακράτηση της κυριότητας του ακινήτου στον πωλητή μέχρι την συνολική απόδοση του παρακρατούμενου ποσού στο Δημόσιο.
ΣΤ. Λοιπά θέματα
1. Έγκριση από τον αρμόδιο προϊστάμενο για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής (ο οποίος ορίζει το ποσοστό παρακράτησης όπου απαιτείται κατά περίπτωση) απαιτείται μόνο όταν:
i) ο αιτών το αποδεικτικό έχει οφειλές σε αναστολή είσπραξης ή
ii) το αποδεικτικό εκδίδεται με τον όρο της παρακράτησης για είσπραξη χρημάτων και υφίστανται ληξιπρόθεσμες ρυθμισμένες οφειλές ή
iii) το αποδεικτικό εκδίδεται για μεταβίβαση ακινήτου και υφίστανται ληξιπρόθεσμες ρυθμισμένες οφειλές.
2. Επισημαίνεται ότι η παρακράτηση επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.), όπως ισχύουν, αλλά και ο συμψηφισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύουν, δεν εξομοιώνονται με καταβολή πρώτης δόσης ρύθμισης καθώς τούτο δεν προβλέπεται στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο περί ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής βεβαιωμένων οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση, αλλά τα ως άνω αποδιδόμενα ποσά καλύπτουν δόση ή δόσεις της ήδη υφιστάμενης ρύθμισης, με τα τυχόν ευεργετήματα της πρόωρης εξόφλησης αυτής, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
Σε κάθε περίπτωση για την έκδοση του αποδεικτικού ενημερότητας/βεβαίωσης οφειλής, πρέπει να ελέγχεται η συνδρομή του συνόλου των προϋποθέσεων χορήγησης αυτών.
Ο Αν. Γενικός Δ/ντής Φορολογικής Διοίκησης
Ευθ. Σαΐτης
ΠΟΛ.1142/2016 Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του νέου Κεφαλαίου Δωδέκατου «ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ» (άρθρα 66-71) του ν.4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας – Κ.Φ.Δ.), όπως αυτό προστέθηκε στον Κ.Φ.Δ., με το άρθρο 8 του ν.4337/2015 (Φ.Ε.Κ. Α’ 129/17.10.2015)
ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του νέου Κεφαλαίου Δωδέκατου «ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ» (άρθρα 66-71) του ν.4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας – Κ.Φ.Δ.), όπως αυτό προστέθηκε στον Κ.Φ.Δ., με το άρθρο 8 του ν.4337/2015 (Φ.Ε.Κ. Α’ 129/17.10.2015).
Σας κοινοποιούμε για ενημέρωση και ομοιόμορφη εφαρμογή, διατάξεις των άρθρων 66 (Εγκλήματα Φοροδιαφυγής), 67 (Αυτουργοί και συνεργοί), 68 και 71 του Κ.Φ.Δ., όπως προστέθηκαν ως νέα άρθρα στον Κ.Φ.Δ. σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.4337/2015.
1. Κατάργηση αδικημάτων φοροδιαφυγής του ν.2523/1997 (άρθρο 71 του Κ.Φ.Δ.)
Με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 71 του Κ.Φ.Δ., ορίζεται ότι τα άρθρα 17, 18, 19, 20 και 21 του ν.2523/1997, καταργούνται.
Επισημαίνεται ότι, με τις παραπάνω καταργηθείσες διατάξεις ορίζονταν τα αδικήματα της φοροδιαφυγής (άρθρα 17-19), οι αυτουργοί, συνεργοί των αδικημάτων φοροδιαφυγής (άρθρο 20), καθώς και, μεταξύ άλλων, τα σχετικά με την ποινική δίωξη, την παραγραφή και την προβλεπόμενη διαδικασία για την υποβολή των μηνυτήριων αναφορών προς τις αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές (άρθρο 21).
Περαιτέρω, με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 71 του Κ.Φ.Δ. ορίζεται ότι, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του ν.2523/1997 (άρθρα 17-21), εννοούνται στο εξής οι αντίστοιχες διατάξεις των νέων άρθρων 66 έως 70 του Κ.Φ.Δ..
2. Εγκλήματα φοροδιαφυγής (άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ.)
Α. Εγκλήματα φοροδιαφυγής στους φόρους, τέλη και εισφορές
i. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., έγκλημα φοροδιαφυγής στο φόρο εισοδήματος, στον ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) ή στον ειδικό φόρο ακινήτων (Ε.Φ.Α.), διαπράττει όποιος με πρόθεση, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των παραπάνω φόρων, αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη.
Τα ως άνω εγκλήματα φοροδιαφυγής τιμωρούνται, ανά είδος φόρου, ως εξής:
– με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί, υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (περ. α της παρ. 3 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ.) και
– με ποινή κάθειρξης, εφόσον, κατά τα ως άνω, το ποσό του φόρου υπερβαίνει, τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ (παρ. 4 του ως άνω άρθρου).
ii. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., έγκλημα φοροδιαφυγής στο φόρο προστιθέμενης αξίας, στο φόρο κύκλου εργασιών, στο φόρο ασφαλίστρων και στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη ή εισφορές διαπράττει όποιος με πρόθεση, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς τους παραπάνω φόρους, τέλη ή εισφορές, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές.
Συγκεκριμένα, το έγκλημα φοροδιαφυγής στο Φ.Π.Α., τιμωρείται:
– με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται, υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ (υποπερ. αα της περ. β της παρ. 3 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ.) και
-με ποινή κάθειρξης, εφόσον κατά τις ως άνω ίδιες προϋποθέσεις, το ποσό του φόρου υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (παρ. 4 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ.).
Περαιτέρω, τα εγκλήματα φοροδιαφυγής στο φόρο κύκλου εργασιών, στο φόρο ασφαλίστρων και στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρούνται, ανά είδος φόρου, ως εξής :
– με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς, σύμφωνα με τα ανωτέρω και κατά περίπτωση, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (υποπερ. ββ της περ. β της παρ. 3 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ.) και
– με ποινή κάθειρξης εφόσον, κατά τις ανωτέρω ίδιες προϋποθέσεις, το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς, υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ (παρ.4 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ).
iii. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., έγκλημα φοροδιαφυγής στο φόρο πλοίων, διαπράττει όποιος με πρόθεση προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο φόρο πλοίων και τιμωρείται:
– με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εφόσον, κατά τις ως άνω προϋποθέσεις, το εν λόγω ποσό φόρου υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, (υποπερ. ββ της περ. β της παρ. 3 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ.) και
– με ποινή κάθειρξης, εφόσον, κατά τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, το εν λόγω ποσό φόρου υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ (παρ. 4 του ιδίου ως άνω άρθρου).
Β. Εγκλήματα φοροδιαφυγής για περιπτώσεις έκδοσης, αποδοχής, φορολογικών στοιχείων και για τη νόθευση φορολογικών στοιχείων
i. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία, ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το εάν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου.
Τα ως άνω εγκλήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (ανεξαρτήτως της αναγραφόμενης αξίας συναλλαγής).
ii. Ειδικά, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ. έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής.
Τα παραπάνω εγκλήματα τιμωρούνται :
– με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, (περ. α του β’ εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ.) και
– με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ (περ. β του β’ εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ.).
Αναφορικά με τις παραπάνω περιπτώσεις, επισημαίνεται ότι, η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η νόθευση τέτοιων στοιχείων, τιμωρείται σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις και ανεξάρτητα από την διαφυγή ή μη της πληρωμής φόρου, εκτός εάν τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., με αποτέλεσμα στις περιπτώσεις αυτές, ο δράστης να τιμωρείται μόνο για την τέλεση εγκλήματος φοροδιαφυγής των περιπτώσεων 1 έως 4 ως αυτουργός ή συμμέτοχος (σχετ. το πρώτο εδάφ. της παρ. 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ. και το τρίτο εδάφιο της παρ. 5 του ίδιου άρθρου).
Εν προκειμένω και όσον αφορά τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., σημειώνεται ότι η τέλεση του εγκλήματος φοροδιαφυγής, τιμωρείται με κριτήριο την συμπλήρωση ή μη του οριζόμενου, για κάθε φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, ορίου ως προς τους κατά περίπτωση καταλογιζόμενους φόρους, τέλη ή εισφορές, συνεπεία των προαναφερόμενων πράξεων (δηλ. της κατά τα ως άνω έκδοσης ή λήψης κ.λπ., φορολογικών στοιχείων).
Επισημαίνεται ότι, στα επόμενα εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., δίδονται οι ορισμοί του πλαστού, εικονικού και ανακριβούς φορολογικού στοιχείου (όπως και ειδικές περιπτώσεις εξαίρεσης από την έννοια του εικονικού), ενώ με το προτελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου, ορίζεται ότι δε θεωρείται εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο.
Τέλος, με την παρ. 6 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., ορίζεται ότι οι ως άνω ποινές εξαρτώνται από το ύψος του φόρου που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε, καθώς και από τη διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης και επίσης ότι συνιστά επιβαρυντική περίσταση για τον δράστη η μεταχείριση ιδιαίτερων τεχνασμάτων.
3. Αυτουργοί, συνεργοί, συμμέτοχοι (άρθρο 67 του Κ.Φ.Δ.)
Με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 67 του Κ.Φ.Δ. προσδιορίζονται τα πρόσωπα που θεωρούνται αυτουργοί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής στα νομικά πρόσωπα ή στις νομικές οντότητες, ανάλογα με τη νομική μορφή αυτών, κατά περίπτωση και με βάση την ιδιότητα που αυτοί κατείχαν, εφόσον με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη συντέλεσαν στην τέλεση των εν λόγω εγκλημάτων.
Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη του άμεσου συνεργού για τον εν γνώσει υπογράφοντα ανακριβή φορολογική δήλωση ως πληρεξούσιος, ή για όποιον με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εν γνώσει συμπράττει ή προσφέρει άμεση συνδρομή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων, ενώ με την παράγραφο 4, ορίζεται ότι ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι των εγκλημάτων φοροδιαφυγής θεωρούνται σε κάθε περίπτωση και όσοι ασκούν εν τοις πράγμασι τις εξουσίες και αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις ιδιότητες και θέσεις της παραγράφου 1.
4. Ποινική δίωξη, παραγραφή, αρμόδιο δικαστήριο, παράσταση πολιτικής αγωγής, μάρτυρες, υποχρεώσεις των οργάνων της Φορολογικής Διοίκησης (άρθρο 68 του Κ.Φ.Δ.)
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κ.Φ.Δ., ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά αμελλητί, η δε ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως .
Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 55Α του Κ.Φ.Δ., όπως αυτό προστέθηκε στον Κ.Φ.Δ. με την παρ. 5 του άρθρου 3 του ν.4337/2015, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι η διαπίστωση της συνδρομής του εγκλήματος φοροδιαφυγής, γίνεται με βάση την οριστική πράξη του διορθωτικού προσδιορισμού φόρου.
Επίσης, με την παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Κ.Φ.Δ., προσδιορίζεται ως χρόνος έναρξης παραγραφής των εγκλημάτων φοροδιαφυγής, η τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε, ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησής της.
Με την παράγραφο 3 του άρθρου 68 του Κ.Φ.Δ., τίθεται ρητή πρόβλεψη για τον μη επηρεασμό της ποινικής διαδικασίας από την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και την άσκηση προσφυγής στο αρμόδιο δικαστήριο, ενώ περαιτέρω, καθορίζεται το πλαίσιο επίδρασης της διοικητικής στην ποινική δίκη, η οποία, δυνητικά, μπορεί να αναστέλλεται μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου.
Συνεπώς, η μηνυτήρια αναφορά από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης υποβάλλεται ανεξάρτητα από την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 63 του Κ.Φ.Δ., ή από την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ή από την καταβολή εκ μέρους του φορολογούμενου μέρους ή του συνόλου της οικείας οφειλής.
Με την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου καθορίζεται το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, με κριτήριο την έδρα της αρμόδιας για τη φορολόγηση Δ.Ο.Υ. (Δ.Ο.Υ. υποβολής της δήλωσης).
Με την παράγραφο 5 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για τις αξιώσεις του που απορρέουν από τα εγκλήματα του παρόντος νόμου και ότι η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ. 2711/1953 (Α’323) εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Επίσης, σε περίπτωση που η δίωξη ασκείται σε βαθμό πλημμελήματος το Δημόσιο μπορεί να εκπροσωπείται στην ποινική δίκη και από τον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής ή τον οριζόμενο από αυτόν υπάλληλο.
Σε εφαρμογή των ανωτέρω, για τη διασφάλιση του Δημοσίου συμφέροντος σε υποθέσεις φοροδιαφυγής στις οποίες τα τελούμενα εγκλήματα τιμωρούνται ως πλημμελήματα (ήτοι με ποινή φυλάκισης) και κρίνονται ως σοβαρές με βάση, μεταξύ άλλων και το ύψος της διαφοράς, επιβάλλεται η προβολή των αξιώσεων του Δημοσίου από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ή από τον αρμόδιο υπάλληλο κατόπιν εντολής του προϊσταμένου της αρμόδιας Αρχής προκειμένου να εκπροσωπηθεί το Δημόσιο σε παράσταση πολιτικής αγωγής.
Στις περιπτώσεις αυτές θα ζητείται από το Δικαστήριο να επιδικάζεται σε βάρος του δράστη και υπέρ του Δημοσίου, ένα εύλογο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη το Δημόσιο (ενδεικτικώς, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του Δημοσίου μπορεί να εκκινεί από το 1/10 του ύψους της φορολογικής διαφοράς, ανάλογα με την περίπτωση), λόγω της προσβολής του κύρους του από τη συμπεριφορά του φορολογουμένου (σχετ. και το με αρ.πρωτ.ΔΝΥΑ1168770/ΕΞ2012/6.12.2012 έγγραφο).
Περαιτέρω, σε περίπτωση που διαπιστώνονται από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο εγκλήματα φοροδιαφυγής κακουργηματικής φύσης (τιμωρούμενα με ποινή κάθειρξης), η μηνυτήρια αναφορά θα υποβάλλεται χωριστά για κάθε ένα από αυτά, ενώ στις περιπτώσεις διαπίστωσης εγκλημάτων φοροδιαφυγής πλημμεληματικής φύσης, αρκεί η υποβολή μίας μηνυτήριας αναφοράς για όλα τα διαπιστωθέντα πλημμελήματα, ανά είδος φόρου, τέλους, εισφοράς, ή προστίμου, ή με βάση τις διαπιστούμενες από τον φορολογικό έλεγχο πράξεις.
5. Περιπτώσεις διαπίστωσης αδικημάτων φοροδιαφυγής που τελέσθηκαν έως 31-12-2013 (σχετ. η με αριθ. 4/2015 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου).
Με την αριθ.4/2015 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αναρτημένη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.eisap.gr) μεταξύ άλλων, διατυπώνεται στα πλαίσια μιας επιτρεπτής διασταλτικής ερμηνείας η άποψη ότι και μετά την κατάργηση της διαδικασίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ.2 Ν.2523/1997 δεν έχει απενεργοποιηθεί εντελώς, τουλάχιστον επί υποθέσεων αδικημάτων φοροδιαφυγής (άρθρα 17, 18 και 19 του Ν.2523/1997) που έχουν τελεσθεί μέχρι 31-12-2013 και ότι η τελευταία μπορεί να τύχει εφαρμογής στο πεδίο των φορολογικών εγκλημάτων, ακόμα και όταν αυτά διαπιστώνονται ή οριστικοποιούνται μετά την 1-1-2014.
Συνεπώς, σε διευκρίνιση των ανωτέρω, κάθε φορά που ο φορολογούμενος αποδέχεται ανεπιφύλακτα την αρχική απόφαση επιβολής φόρου ή προστίμου που εκδίδεται σε βάρος του με οποιοδήποτε σήμερα προβλεπόμενη διαδικασία, τα όργανα της φορολογικής διοίκησης, σε εφαρμογή της παραπάνω Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των τιθέμενων σε αυτήν προϋποθέσεων (χρόνος τέλεσης του αδικήματος μέχρι 31-12-2013), θα υποβάλλουν μηνυτήριες αναφορές μόνο στις περιπτώσεις που η οικεία οφειλή δεν καταβληθεί από τον φορολογούμενο μέσα στην προβλεπόμενη από τον Κ.Φ.Δ. προθεσμία.
Στις συγκεκριμένες ως άνω περιπτώσεις που ο φορολογούμενος υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.), η μηνυτήρια αναφορά θα υποβάλλεται αμελλητί, αμέσως δηλαδή μετά την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής και πάντως αμέσως μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας άσκησής της, σε περίπτωση μη άσκησης αυτής.
Στο πλαίσιο αυτό και ανεξάρτητα από την υποχρέωση για αμελλητί υποβολή μηνυτήριας αναφοράς στις εν λόγω περιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη την κατάργηση του διοικητικού συμβιβασμού και την ισχύ με τον Κ.Φ.Δ. της ειδικής διοικητικής διαδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής, η υπόθεση θεωρείται ότι περατώνεται οριστικά για τη Φορολογική Διοίκηση εφόσον ο φορολογούμενος εξοφλήσει τη συνολική οφειλή του, όπως αυτή θα προκύψει μετά την ολοκλήρωση του σταδίου ενώπιον της Δ.Ε.Δ. και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, ακολουθεί πίνακας με παραδείγματα.
Έστω ότι η πράξη επιβολής φόρου ή προστίμου κοινοποιείται στον φορολογούμενο την 30/5/2016, τότε την 30/6/2016 υπάρχουν οι εξής περιπτώσεις :
ΑΣΚΗΣΗ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗ ΜΗΝΥΤΗΡΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
1 ΟΧΙ ΝΑΙ ΟΧΙ
2 ΝΑΙ ΟΧΙ ΝΑΙ
3 ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ
Σε περίπτωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμελλητί μετά την άσκηση αυτής.
6. Λοιπές επισημάνσεις
Με την επιφύλαξη των όσων προαναφέρθηκαν, οι διατάξεις των άρθρων 55Α και 68 του Κ.Φ.Δ., αναφορικά με τις περιπτώσεις φοροδιαφυγής που διαπιστώνονται εφεξής και τιμωρούνται πλέον κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ., ως δικονομικές διατάξεις, εφαρμόζονται αναδρομικά.
Ως προς την έννοια δε της φοροδιαφυγής στον Κ.Φ.Δ., μετά την κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Κ.Φ.Δ. (σχετ. οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 3 και της παρ. 9 του άρθρου 7 του Ν.4337/2015, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν μεταγενεστέρως), ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ., για τα αναφερόμενα σε αυτό εγκλήματα φοροδιαφυγής.
Τέλος, για την αποφυγή της άσκοπης διακίνησης αλληλογραφίας, δεν θα κοινοποιούνται στη Διεύθυνση Ελέγχων τα σώματα των υποβαλλόμενων στον αρμόδιο εισαγγελέα μηνυτήριων αναφορών, ούτε τα συνημμένα σε αυτές έγγραφα, ενώ για την καταχώρηση των στοιχείων μηνυτηρίων αναφορών, ισχύουν τα οριζόμενα στο ΔΕΛ Β 1109213/ΕΞ2016/18.7.2016 έγγραφό μας.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Αριθ. πρωτ.: Φ80000/οικ. 40108/1544/ 2016 Γνωστοποίηση των διατάξεων της παρ. 2 του αρ. 38 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α’ 85) (Γνωστοποίηση των διατάξεων της παρ. 2 του αρ. 38 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α’ 85)
ΘΕΜΑ: Γνωστοποίηση των διατάξεων της παρ. 2 του αρ. 38 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α’ 85)
Σας γνωστοποιούμε ότι με τις διατάξεις της παρ. 2 του αρ. 38 του Ν.4387/2016 (ΦΕΚ Α’ 85) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» ρυθμίζεται το θέμα του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών των φορέων κύριας ασφάλισης που από 1-1-2017 εντάσσονται στον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 51 του εν λόγω νόμου.
Συγκεκριμένα, το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού, και σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
Με τις διατάξεις της παρ. 3 της υπ. ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222) ορίστηκε ότι ο κατώτατος βασικός μισθός άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών ανέρχεται στο ποσό των 586,08 ευρώ.
Συνεπώς το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών ανέρχεται στο ποσό των 5.860,80 ευρώ και ισχύει από 1-1-2017.
Το εν λόγω ανώτατο όριο εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά όμως μόνο στην εισφορά ασφαλισμένου.
Κατόπιν των ανωτέρω, παρακαλούμε για τις ενέργειες αρμοδιότητας σας, σχετικά με την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΜΑ : Συμψηφισμός επιστροφών Φ.Π.Α. από τη Δ.Ο.Υ. με οφειλές στα Τελωνεία από εκτελωνισμούς προϊόντων
Με αφορμή ερωτήματα Τελωνείων και οικονομικών φορέων σχετικά με το συμψηφισμό απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και ειδικότερα Φ.Π.Α. που επιστρέφεται από τη Δ.Ο.Υ. με οφειλές στα Τελωνεία από εκτελωνισμούς προϊόντων σας γνωρίζουμε τα εξής:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει (σχετική η ΠΟΛ.1022/24.1.2012) σε συμψηφισμό υπόκεινται:
α) οι βεβαιωμένες οφειλές είτε είναι ληξιπρόθεσμες είτε όχι,
β) οι βεβαιωμένες οφειλές που τελούν σε δικαστική ή διοικητική ή εκ του νόμου αναστολή,
γ) οι βεβαιωμένες οφειλές που καταβάλλονται τμηματικά,(βάσει ρύθμισης ή βάσει στοιχείων βεβαίωσης)
δ) οι παραγεγραμμένες οφειλές και για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής τους.
2. Οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια του συμψηφισμού είναι:
α) η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων (ο οφειλέτης της μιας να είναι δανειστής της άλλης)
β) η χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη
γ) η χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου να αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή άλλο δημόσιο έγγραφο
δ) η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου να μην έχει κατασχεθεί, εκχωρηθεί ή ήδη πληρωθεί
3. Ο συμψηφισμός ενεργείται:
α) είτε κατόπιν δήλωσης του οφειλέτη
β) είτε αυτεπάγγελτα.
4. Με βάση τα ως άνω δεδομένα δύναται να διενεργηθεί συμψηφισμός του Φ.Π.Α. που επιστρέφεται από τη Δ.Ο.Υ. με οφειλές προς το Τελωνείο από εκτελωνισμούς προϊόντων.
Συγκεκριμένα:
α) οι υπόχρεοι σε καταβολή τελωνειακής οφειλής κατά τη θέση σε ανάλωση των προϊόντων θα πρέπει να υποβάλλουν στο Τελωνείο αίτημα συμψηφισμού των βεβαιωμένων οφειλών τους με τις απαιτήσεις από τη Δ.Ο.Υ. για επιστροφή Φ.Π.Α. και παράλληλα να ενημερώσουν τη Δ.Ο.Υ. σχετικά.
β) η ΔΟΥ σε συνεννόηση με το αρμόδιο Τελωνείο στο οποίο πρόκειται να υποβληθεί το παραστατικό θα προβεί στη μεταφορά του ποσού στο λογαριασμό του Τελωνείου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με εντολή μεταφοράς.
γ) προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πληρωμή της οφειλής με συμψηφισμό, το Τελωνείο θα πρέπει προηγούμενα να ελέγξει εάν υφίστανται άλλες οφειλές των υπόχρεων (ληξιπρόθεσμες ή μη), οι οποίες υπόκεινται σε συμψηφισμό και προηγούνται της εξόφλησης των οφειλών που απαιτούνται για τη θέση σε ανάλωση των εμπορευμάτων και στη συνέχεια να ζητήσει το συνολικό ποσό, προς πίστωση του λογαριασμού του, από τη ΔΟΥ.
Η ΔΥΟ, σε κάθε περίπτωση και πριν την απόδοση του σχετικού ποσού, θα πρέπει να εξετάζει εάν υφίστανται άλλες οφειλές βεβαιωμένες στις Δ.Ο.Υ., για τις οποίες θα προηγηθεί συμψηφισμός/παρακράτηση και εάν έχει ζητηθεί από άλλα Τελωνεία η μη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας για υφιστάμενες οφειλές προκειμένου οι οφειλές αυτές να συμψηφιστούν κατά προτεραιότητα.
δ) απαραίτητη προϋπόθεση, τα Τελωνεία (που δεν το έχουν κάνει ήδη) θα πρέπει να προβούν στην άμεση ενημέρωση των ΔΟΥ για την ύπαρξη ληξιπροθέσμων ή μη απαιτήσεων προκειμένου να καταχωρηθεί η σχετική δέσμευση του αποδεικτικού ενημερότητας.
Η ως άνω διαδικασία μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στις δηλώσεις με δηλωμένο τρόπο φυσική πληρωμή (Α) της τελωνειακής οφειλής.