ΠΟΛ.1023/2017 Παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών άνευ ανταλλάγματος από υποκείμενους στο φόρο στο πλαίσιο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης
ΠΟΛ 1023/2017
(ΦΕΚ Β’ 943/21-03-2017)
Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις ακόλουθες διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000, ΦΕΚ Α’ 248/7.11.2000), όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 73 του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’ 51/3-4-2016):
α. των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 7,
β. της παραγράφου 2 του άρθρου 9 καθώς και την παράγραφο 5 του άρθρου 73 του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’51/3-4-2016).
2. Την απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών ΥΠΟΙΚ 0010218 ΕΞ 2016/14.11.2016 (ΦΕΚ Β’ 3696/ 15.11.2016) “Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Υφυπουργό Οικονομικών Αικατερίνη Παπανάτσιου”.
3. Την ανάγκη ορισμού της διαδικασίας και των προϋποθέσεων για την ομαλή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν την απαλλαγή από την καταβολή ΦΠΑ των υποκειμένων στο φόρο που διαθέτουν αγαθά και υπηρεσίες άνευ ανταλλάγματος για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης.
4. Ότι, από την απόφαση αυτή, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία για τη μη καταβολή ΦΠΑ από τους υποκειμένους στο φόρο που παραδίδουν αγαθά και παρέχουν υπηρεσίες άνευ ανταλλάγματος για την αντιμετώπιση αναγκών που έχουν προκύψει λόγω της προσφυγικής κρίσης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β) της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), όπως θεσπίστηκαν με το άρθρο 73 του ν. 4375/2016, ως ακολούθως:
Άρθρο 1
1. Για την εφαρμογή της παρούσας, νοούνται ως:
α. «Δωρητές», επιχειρήσεις υποκείμενες στο ΦΠΑ, που παραδίδουν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες άνευ ανταλλάγματος για την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων.
β. «Αποδέκτες» των αγαθών και των υπηρεσιών, τα κατονομαζόμενα πρόσωπα του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κώδικα ΦΠΑ (Δημόσιο, ΝΠΔΔ κ.λπ.) που διαθέτουν περαιτέρω τα εν λόγω αγαθά και τις υπηρεσίες για την κάλυψη των αναγκών των προσφύγων.
2. Αναγκαίες προϋποθέσεις είναι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που διατίθενται άνευ ανταλλάγματος να προορίζονται για την κάλυψη αναγκών των προσφύγων που εισρέουν και φιλοξενούνται στη χώρα μας.
3. Μεταξύ του δωρητή και του αποδέκτη συντάσσεται, το αργότερο έως την παράδοση των αγαθών ή την ολοκλήρωση της παροχής των υπηρεσιών, πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής των αγαθών ή παροχής/λήψης των υπηρεσιών, αντίστοιχα.
4. Το ανωτέρω πρωτόκολλο θα πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την περιγραφή του είδους και της ποσότητας των αγαθών που διατίθενται και του είδους και ενδεχομένως της διάρκειας των υπηρεσιών που παρέχονται, την ημερομηνία πραγματοποίησης της δωρεάν διάθεσης τους, τα πλήρη στοιχεία του δωρητή και του αποδέκτη των αγαθών και υπηρεσιών, όπως επωνυμία, ταχ. διεύθυνση, τηλέφωνο επικοινωνίας, και την ημερομηνία υπογραφής.
5. Το πρωτόκολλο αυτό αποτελεί αποδεικτικό πραγματοποίησης της δωρεάν διάθεσης των αγαθών ή των υπηρεσιών, συντάσσεται εις τριπλούν και υπογράφεται και στα τρία αντίτυπα από τον δωρητή και τον αποδέκτη. Το ένα αντίτυπο διατηρεί ο δωρητής, ένα αντίτυπο παραδίδεται στον αποδέκτη και το τρίτο αποστέλλεται άμεσα στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Στην περίπτωση που αποδέκτες είναι το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής ή το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας το πρωτόκολλο παράδοσης/παραλαβής αγαθών ή παροχής/λήψης των υπηρεσιών συντάσσεται εις διπλούν.
6. Οι δωρητές και οι αποδέκτες των αγαθών και υπηρεσιών οφείλουν να διαφυλάττουν το αντίγραφο του πρωτοκόλλου παράδοσης /παραλαβής αγαθών ή παροχής/λήψης υπηρεσιών για όσο χρόνο προβλέπεται από τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ν. 4308/2014) η διαφύλαξη λογιστικών αρχείων. Επίσης, οι αποδέκτες οφείλουν να τηρούν κατάσταση, στην οποία θα καταχωρούν τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο (ημερομηνία) που έλαβε χώρα η περαιτέρω διάθεση στους πρόσφυγες των αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και την ποσότητα και το είδος των αγαθών και το είδος και την ενδεχόμενη διάρκεια των υπηρεσιών που διατέθηκαν.
Άρθρο 2
Μεταβατικές διατάξεις -Έναρξη ισχύος
Η απόφαση αυτή εφαρμόζεται για πράξεις που πραγματοποιούνται από 01.12.2015 και εφεξής.
Πρόσωπα που πριν από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας, ενήργησαν ως δωρητές κατά την έννοια του άρθρου 1 της παρούσας, οφείλουν εντός 60 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας, να γνωστοποιήσουν υπό μορφή κατάστασης, στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας τις σχετικές συναλλαγές κατά είδος αγαθού ή υπηρεσίας, ποσότητας, ημερ/νίας και στοιχείων δωρητή και αποδέκτη. Πέραν τούτου δεν έχουν άλλη υποχρέωση.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΠΟΛ.1026/2017 Τροποποίηση της απόφασης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ. 1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β) «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει
ΠΟΛ 1026/2017
(ΦΕΚ Β’ 943/21-03-2017)
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 14 του ν. 4174/2013, όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ν. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α/31.12.2013).
2. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (Α’ 94) και ειδικότερα των άρθρων 1, 2, 13, 14, 17 και 41, όπως ισχύουν.
3. Την ΠΥΣ 1/20.1.2016 «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ ΥΟΔΔ/18).
4. Την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β/31.1.2014), όπως ισχύει.
5. Την ανάγκη διενέργειας διασταυρωτικών ελέγχων, για την πάταξη της φοροδιαφυγής.
6. Την ανάγκη παροχής πρόσθετου χρόνου για τη διευκόλυνση των φορολογούμενων ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσης υποβολής καταστάσεων φορολογικών στοιχείων του ημερολογιακού έτους 2016, δεδομένων των πρακτικών προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εφαρμογή της υποχρέωσης αυτής και του όγκου εργασίας που απαιτείται, σε συνδυασμό με τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις, καθώς και το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή δε συνδέεται με την καταβολή φόρου.
7. Ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Τροποποιούμε την απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β’) «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει, ως ακολούθως:
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά για το ημερολογιακό έτος 2016, οι καταστάσεις των ανωτέρω περιπτώσεων α’, β’ και γ’ υποβάλλονται μέχρι και 31/03/2017».
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 21 Φεβρουαρίου 2017
Ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΘΕΜΑ : Επιβολή Φόρου Συγκέντρωσης Κεφαλαίου σε πράξεις μετατροπής ατομικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιουχικές εταιρείες.
Με αφορμή ερωτήματα που τέθηκαν στην Υπηρεσία μας αναφορικά με την επιβολή ή μη φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου στις περιπτώσεις μετατροπής ατομικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιουχικές εταιρείες, μετά την κατάργηση, από 7.4.2014, της επιβολής ΦΣΚ στις πράξεις σύστασης προσώπων υποκείμενων στο φόρο αυτό, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1676/1986 (Α’ 204) ορίζεται ότι επιβάλλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου σε συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα, μεταξύ άλλων και σε εμπορικές εταιρίες.
2. Στις διατάξεις του άρθρου 18 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπονται οι πράξεις επί των οποίων επιβάλλεται ο φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου, μεταξύ των οποίων και η σύσταση των προσώπων του προαναφερθέντος άρθρου 17.
3. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της Υποπαραγράφου ΣΤ.22 της Παραγράφου 22 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 (Α’ 85) ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (7.4.2014), δεν επιβάλλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων κατά τα άρθρα 17 επ. του ν.1676/1986 κατά τη σύσταση των υποκειμένων στο φόρο αυτόν. Η εξαίρεση αυτή καταλαμβάνει, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, όλες τις πράξεις σύστασης, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου, και δεν περιορίζεται μόνο στις πράξεις σύστασης που ρητώς αναφέρονται στην περίπτωση 1.α. του άρθρου αυτού.
4. Στις φορολογητέες πράξεις του άρθρου 18 του ν. 1676/1986, εκτός από τις πράξεις σύστασης προσώπων υποκείμενων στο φόρον αυτό της παραγράφου 1α, έχουν συμπεριληφθεί με την παράγραφο 1β του ιδίου άρθρου και οι περιπτώσεις μετατροπής προσώπων μη-υποκείμενων σε πρόσωπα υποκείμενα στο φόρο αυτό, στην οποία εμπίπτει η περίπτωση μετατροπής ατομικής επιχείρησης σε κεφαλαιουχική εταιρεία.
5. Όπως γίνεται δεκτό από τη θεωρία του εμπορικού δικαίου, κατά τη «μετατροπή» της ατομικής επιχείρησης σε κεφαλαιουχική εταιρεία γίνεται εισφορά εις είδος του ενεργητικού και παθητικού της ατομικής επιχείρησης σε νεοϊδρυόμενο νομικό πρόσωπο.
6. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίζεται ότι κατά τη «μετατροπή» ατομικής επιχείρησης σε κεφαλαιουχική εταιρία δεν επιβάλλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου κατ’ εφαρμογή των οριζομένων στις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4254/2014 από τον χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, διότι η μετατροπή εν προκειμένω διενεργείται με σύσταση εταιρείας και όχι με μεταβολή του νομικού τύπου υφιστάμενης εταιρείας.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΠΟΛ.1041/2017 Κοινοποίηση των διατάξεων του ογδόου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ. 87Α’/23-07-2015), με το οποίο τροποποιήθηκε το όγδοο βιβλίο (Αναγκαστική Εκτέλεση, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985)
Θέμα: Κοινοποίηση των διατάξεων του ογδόου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ. 87Α’/23-07-2015), με το οποίο τροποποιήθηκε το όγδοο βιβλίο (Αναγκαστική Εκτέλεση, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985).
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του ογδόου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ. 87Α’/23 – 07-2015), με το οποίο τροποποιήθηκε το όγδοο βιβλίο (Αναγκαστική Εκτέλεση, Κεφάλαια 1-9, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), για ενημέρωσή σας. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου οι κοινοποιούμενες διατάξεις εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση με την οποία αρχίζει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ διενεργείται μετά την 1.1.2016. Πριν από την παράθεση των τροποποιήσεων που επιφέρει ο ανωτέρω νόμος στο δίκαιο της (κοινής) αναγκαστικής εκτέλεσης, υπενθυμίζεται η διάταξη του άρθρου 89 του ν.δ. 356/1974- Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) στο πεδίο εφαρμογής της είσπραξης των δημοσίων εσόδων σύμφωνα με την οποία «οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος […]». Για το λόγο αυτό για δική σας διευκόλυνση, μετά την παράθεση των σημαντικότερων μεταβολών που επήλθαν με τις κοινοποιούμενες διατάξεις στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τον ΚΠολΔ και πριν ακόμη τη συναφή νομολογία που θα διαμορφωθεί, επιχειρείται αναφορά και των συναφών εξαιρετικών διατάξεων εφαρμοστέων στο δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης κατά τον ΚΕΔΕ. Τέλος, ως προς τη δομή της εγκυκλίου στο πρώτο μέρος αναφέρονται οι σημαντικότερες μεταβολές γενικά, στο δεύτερο μέρος επιχειρείται ανάλυση των κυριότερων τροποποιήσεων κατά θέμα και στο τρίτο μέρος αυτής γίνεται κατ’ άρθρο ανάλυση των κυριότερων τροποποιήσεων.
(Α) ΓΕΝΙΚΑ
Οι κυριότερες μεταβολές που επήλθαν με τις νέες διατάξεις στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης και δυνατόν να σχετίζονται με το δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης και τις απορρέουσες από αυτό διαδικασίες είσπραξης απαιτήσεων του Δημοσίου, είναι συνοπτικά οι ακόλουθες:
Α.1.Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία του πλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα, όπως:
• υιοθέτηση συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος,
• κατάργηση περίληψης κατασχετήριας έκθεσης επί κινητών και ακινήτων και θέσπισης αντ’ αυτής του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης,
• πρόσθετες επιδόσεις αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κινητών και ακινήτων και τήρηση νέων προθεσμιών για τη διενέργεια αυτών,
• υποχρεωτικό πλέον στοιχείο της κατασχετήριας έκθεσης καθώς και του αποσπάσματος αυτής είναι και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) των υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση,
• διαδικτυακή δημοσίευση (ενημέρωση) μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή.
Α.2.Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού, αναπλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα, όπως :
• πρόβλεψη διαφορετικού τρόπου πλειοδοσίας (αναβάθμιση γραπτών προσφορών),
• τροποποίηση χρονικού διαστήματος απαγόρευσης διενέργειας πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού από 1 έως 31 Αυγούστου (με εξαίρεση τον πλειστηριασμό πλοίων και αεροσκαφών ή πραγμάτων που πρόκειται να υποστούν φθορά,
• πρόβλεψη περί έντοκης κατάθεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του εκπλειστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και θεσμοθέτηση αυτής ως ακατάσχετης κλπ,
• διαδικτυακή δημοσίευση (ενημέρωση) μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων της περίληψης πράξης αναπλειστηριασμού ή της δήλωσης επίσπευσης / συνέχισης πλειστηριασμού από τον ίδιο ή άλλο δανειστή, με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Α.3.Νέος τρόπος προσδιορισμού της αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων και καθορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς βάσει της εμπορικής αξίας αυτών,
Α.4.Σύντμηση προθεσμίας άσκησης αναγγελίας δανειστών το αργότερο (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό,
Α.5.Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις για την κατάταξη απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών καθώς και ως προς την είσπραξη / επιστροφή εκπλειστηριάσματος καταταγέντων δανειστών.
(Β) ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ
Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία του πλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα (1)
Β.1.1.Ως προς τις πρόσθετες απαιτούμενες επιδόσεις και τις προθεσμίες επίδοσης του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης ορίζονται :
-επί κινητών και ακινήτων, το διάστημα των πέντε (5) ημερών (αντί οκτώ [8] όπως ίσχυε) από την περάτωση της κατάσχεσης ως ανώτατο χρονικό όριο, εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στον καθ’ ου η εκτέλεση, όταν αυτός δεν έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση και είναι απών μόλις περατωθεί η κατάσχεση ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου της κατάσχεσης. Η παράλειψη της διατύπωσης αυτής επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης (βλ. παρ. 1 των άρθρων 955 και 995 του ΚΠολΔ).
-επί κινητών, το διάστημα των πέντε (5) ημερών από την περάτωση της κατάσχεσης (αντί οκτώ [8] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου (αντί του Ειρηνοδίκη όπως ίσχυε) του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση. Η παράλειψη της διατύπωσης αυτής επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης (βλ παρ. 1 του άρθρου 955 του ΚΠολΔ).
-επί ακινήτων, το διάστημα των πέντε (5) ημερών από την περάτωση της κατάσχεσης (αντί οκτώ [8] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στον τρίτο κύριο ή νομέα και στον οφειλέτη για την περίπτωση που η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου και σε ενυπόθηκο κτήμα, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα (βλ. παρ. 1 και 3 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)
-επί ακινήτων, το διάστημα των πέντε (5) ημερών από την περάτωση της κατάσχεσης (αντί οκτώ [8] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης και στο Υποθηκοφυλακείο – Κτηματολόγιο (κτηματολογικό γραφείο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο. Η παράλειψη της διατύπωσης αυτής επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης (βλ. παρ. 2 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)
-επί πλοίων, το διάστημα των τριών (3) ημερών από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση (αντί δύο [2] ημερών όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στο λιμενάρχη του λιμανιού όπου έγινε η κατάσχεση, στον πλοίαρχο και στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (βλ. παρ. 2 του άρθρου 1011 του ΚΠολΔ)
> ΚΕΔΕ
Εξαιρετικά για τις επιδόσεις που διενεργεί το Δημόσιο στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης ισχύουν τα εξής:
-Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης κινητών παραδίδεται άμεσα με την κατάσχεση στον τυχόν παρόντα οφειλέτη 1 επιδίδεται σε αυτόν εντός τεσσάρων (4) ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης, εφόσον αυτός ήταν απών, προθεσμία η οποία παρεκτείνεται για οκτώ (8) ημέρες για αυτούς που κατοικούν εκτός της περιφέρειας του Πρωτοδικείου του τόπου της κατασχέσεως. Αντίστοιχα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 20, το πρόγραμμα πλειστηριασμού κινητών κοινοποιείται στον οφειλέτη τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.
-Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 10 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης κινητών επιδίδεται εντός οκτώ (8) ημερών από την κατάσχεση στον Ειρηνοδίκη του τόπου της κατάσχεσης.
-Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου επιδίδεται στον οφειλέτη εντός τριών (3) ημερών από το πέρας της κατάσχεσης, προθεσμία η οποία παρεκτείνεται για οκτώ (8) ημέρες για αυτούς που κατοικούν εκτός της περιφέρειας του Πρωτοδικείου του τόπου της κατασχέσεως. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 6 του άρθρου 41, το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτου κοινοποιείται και στον οφειλέτη είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.
– Με την παράγραφο 4 του άρθρου 36 του ΚΕΔΕ, η έκθεση κατάσχεσης ακινήτου υπογράφεται και από τον τρίτο κύριο εφόσον είναι παρών. Όπως έχει γίνει δεκτό με τη γνωμοδότηση 712/1993 ΝΣΚ που κοινοποιήθηκε με την ΠΟΛ 1022/1994, οι κοινοποιήσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στη διοικητική εκτέλεση, καθόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις αυτής.
-Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 39 προβλέπεται ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου ή πλοίου επιδίδεται αμελλητί στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή στον τηρούντα το νηολόγιο.
Επισημαίνεται πάντως ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου επιδίδεται στο Κτηματολόγιο (κτηματολογικό γραφείο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο στις περιπτώσεις που λειτουργεί κτηματολόγιο, για λόγους μάλιστα δημοσίου συμφέροντος η ανωτέρω επίδοση θα πρέπει να διενεργείται εντός του διαστήματος των πέντε (5) ημερών από την κατάσχεση (βλ. παρ. 2 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)
– Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 των άρθρων 48 και 49 προβλέπονται αντίστοιχα ότι αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης πλοίου επιδίδεται και προς τον λιμενάρχη του λιμένος όπου έγινε η κατάσχεση του πλοίου εντός δύο (2) ημερών από την ημέρα την οποία έγινε η κατάσχεση, ενώ το πρόγραμμα πλειστηριασμού πλοίου επιδίδεται και προς τον πλοίαρχο, τον λιμενάρχη του λιμένος όπου κατασχέθηκε το πλοίο και προς το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο.
Β.1.2.Ως προς το χρόνο κατάθεσης των απαιτούμενων εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, συντέμνονται οι προθεσμίες και ειδικότερα ορίζεται :
-επί κινητών, το διάστημα των οκτώ (8) ημερών (αντί δέκα [10] όπως ίσχυε) από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης (βλ. παρ. 2 του άρθρου 955 του ΚΠολΔ)
-επί ακινήτων, το διάστημα των δέκα (10) ημερών (αντί δεκαπέντε [15] όπως ίσχυε από την κατάσχεση (βλ. παρ. 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)
> ΚΕΔΕ
Εξαιρετικά, με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 21, της παραγράφου 1 του άρθρου 43 και της παραγράφου 2 των άρθρων 49 και 52 προβλέπεται ότι επί πλειστηριασμού κινητών, ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών, η αποστολή των σχετικών εγγράφων του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού γίνεται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διεξαγωγή αυτού.
Β.1.3.Ως υποχρεωτικό στοιχείο της κατασχετήριας έκθεσης καθώς και του αποσπάσματος αυτής είναι πλέον και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) των υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση (βλ. παρ. 2 του άρθρου 954 σε συνδυασμό με το άρθρο 117, παρ. 2 του άρθρου 955 και παρ. 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ)
Β.1.4. Θεσπίζεται συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης: συγκεκριμένα, η ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται υποχρεωτικά στην κατασχετήρια έκθεση επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή (βλ. περίπτωση (ε) της παραγράφου 2 του άρθρου 954 και παράγραφο 2 του άρθρου 993 του ΚΠολΔ)
> ΚΕΔΕ
Εξαιρετικά ως προς το χρόνο διενέργειας πλειστηριασμού κατά τη διοικητική εκτέλεση ισχύουν τα εξής:
– Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 προβλέπεται ότι δύναται να εκδοθεί πρόγραμμα πλειστηριασμού κινητών μετά την παρέλευση τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάσχεση.
-Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 41 προβλέπεται ότι εκδίδεται πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτων μετά την παρέλευση σαράντα (40) ημερών και το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την κατάσχεση και ορίζεται ημερομηνία πλειστηριασμού το αργότερο σε πέντε (5) μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του προγράμματος. Εάν ο πλειστηριασμός δεν διενεργηθεί την ορισθείσα με το πρόγραμμα ημέρα, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. εκδίδει νέο πρόγραμμα το αργότερο εντός έτους από την ημέρα που έπαυσε η αναστολή και ορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού κατά τα ανωτέρω. Οι ανωτέρω προθεσμίες δεν τηρούνται, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, που αναφέρεται σε αιτιολογημένη έκθεση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σε κάθε περίπτωση η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού μετά την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού (ΠΟΛ.1055/12.5.2010).
Β.1.5.Αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη, μπορεί να είναι και κινητό πράγμα, το οποίο έχει ήδη κατασχεθεί και βρίσκεται στα χέρια του μεσεγγυούχου κατά την έννοια του άρθρου 956 παρ. 1 ΚΠολΔ.
> ΚΕΔΕ
Ήδη η ανωτέρω διαδικασία προβλέπεται για το Δημόσιο κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 15, σύμφωνα με το οποίο το Δημόσιο δύναται να επιβάλλει κατάσχεση κινητών πραγμάτων στα χέρια του οφειλέτη, τα οποία έχουν παραδοθεί ήδη σε μεσεγγυούχο ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης.
Β.1.6.Καταργείται η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης επί κινητών και ακινήτων (βλ. κατάργηση άρθρων 960 και 999 του ΚΠολΔ αντίστοιχα) και αντ’ αυτής θεσπίζεται το απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης, το οποίο εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή (βλ. εδάφιο β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 955 και εδάφιο β’ της παρ. 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ).
Β.1.7.Καθιερώνεται διαδικτυακή δημοσίευση (ενημέρωση) μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (deltio.tnomik.gr) στις περιπτώσεις των άρθρων 955 και 995 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία, το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης κινητών και ακινήτων αναρτάται επί ποινή ακυρότητας στην ανωτέρω ιστοσελίδα (δημοσιεύσεων πλειστηριασμών) με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή εντός δέκα (10) ή δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάσχεση των κινητών ή ακινήτων αντίστοιχα (βλ. εδάφιο β’ της παραγράφου 2 των άρθρων 955 και εδάφιο β’ της παραγράφου 4 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων, και μετά την κατάργηση των άρθρων 960 και 999 του ΚΠολΔ και το κατ’ εξουσιοδότηση, δυνάμει της παραγράφου 11 των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εκδοθέν π.δ. 67/17-9-2015 ΦΕΚ Α’, περί της διαδικασίας ηλεκτρονικής δημοσίευσης αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης και περιλήψεων πράξεων και δηλώσεων στην ανωτέρω ιστοσελίδα, καταργείται η πρόβλεψη περί δημοσίευσης σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στον τόπο του πλειστηριασμού.
> ΚΕΔΕ
Εξαιρετικά ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς ισχύουν τα εξής:
-Με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 20 η περίληψη προγράμματος πλειστηριασμού κινητών δύναται να δημοσιευθεί […] σε εφημερίδα που εκδίδεται στη Κοινοτική ή Δημοτική περιφέρεια του τόπου πλειστηριασμού ή στην πρωτεύουσα του Νομού. -Με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 7 του άρθρου 41 προβλέπεται ότι περίληψη του προγράμματος πλειστηριασμού ακινήτων δημοσιεύεται σε εφημερίδα που εκδίδεται στη Κοινοτική ή Δημοτική περιφέρεια όπου κείται το ακίνητο και αν δεν εκδίδεται εκεί, σε εφημερίδα της πρωτεύουσας της επαρχίας ή του νομού. Αν δεν εκδίδεται εφημερίδα ούτε στην πρωτεύουσα της επαρχίας ή του Νομού δεν απαιτείται δημοσίευση. Επιπροσθέτως, προβλέπεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής δημοσίευσης των περιλήψεων των προγραμμάτων πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων και σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα του Διαδικτύου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της δυνατότητας ηλεκτρονικής δημοσίευσης των περιλήψεων προγραμμάτων πλειστηριασμού που επισπεύδονται από το Δημόσιο (ΠΟΛ.1210/22.9.2014).
Ιδιαιτέρως επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 , κάθε τρίτος που επισπεύδει πλειστηριασμό, υποχρεούται, επί ποινή ακυρότητος αυτού, να κοινοποιήσει στον Προϊστάμενο της Δ. Ο.Υ της περιφερείας της κατοικίας και ασκήσεως του επαγγέλματος του οφειλέτου, με δικαστικό επιμελητή, αντίγραφο του προγράμματος πλειστηριασμού/αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης δέκα ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, προκειμένου περί κινητών, είκοσι δε ημέρες προκειμένου περί ακινήτων.
Β.1.8.Προβλέπεται επίδοση αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές (αντί της επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης όπως ίσχυε) καθώς και επίδοση αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κινητών στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο (βλ. παρ. 3 του άρθρου 995 και το γ’ εδάφιο του άρθρου 955 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίστοιχα).
> ΚΕΔΕ
Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτου κοινοποιείται και προς τον τρίτο κύριο, εάν από τα βιβλία μεταγραφών προκύπτει τέτοιος (βλ. και παράγραφο 4 του άρθρου 36 του ΚΕΔΕ και παράγραφο 3 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ ως προς την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου στον τρίτο κύριο ή νομέα όπως αναλύεται ανωτέρω στην περίπτωση 1.1. περί ΚΕΔΕ).
Β.1.9.Καταργούνται κατηγορίες ακατασχέτων του άρθρου 953 παρ. 3 του ΚΠολΔ
Κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου καταργούνται κατηγορίες ακατάσχετων με αποτέλεσμα να εξαιρούνται πλέον από την κατάσχεση τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, και προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία τους.
> ΚΕΔΕ
Ήδη το άρθρο 17 του ΚΕΔΕ αναφέρεται σε ακατάσχετα κινητά πράγματα.
Β.1.10.Υιοθετείται και στο δίκαιο της (κοινής) αναγκαστικής εκτέλεσης το σύστημα των πολλαπλών κατασχέσεων και ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα ισχύουσες ρυθμίσεις, επιτρέπεται η δυνατότητα επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος (βλ. παρ. 2 του άρθρου 958 και παρ. 5 του άρθρου 997 του ΚΠολΔ).
> ΚΕΔΕ
Ήδη το σύστημα των πολλαπλών κατασχέσεων προβλέπεται και για το Δημόσιο κατά το δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 12 (για τα κινητά) και 36 παρ.5 (για τα ακίνητα). Στην περίπτωση αυτή οι εκτελεστικές διαδικασίες βαίνουν παράλληλα και η πρώτη κατακύρωση που θα επιτευχθεί είτε στο πλαίσιο της αναγκαστικής είτε στα πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης ή άλλης διαδικασίας, ματαιώνει τη συνέχιση της διαδικασίας, η οποία με τον τρόπο αυτό καθίσταται ανενεργός.
Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού, αναπλειστηριασμού (κινητών και ακινήτων) και λοιπά συναφή θέματα (2)
Β.2.1.Θεσπίζεται διαφορετικός τρόπος πλειοδοσίας (αναβάθμιση γραπτών προσφορών). Ειδικότερα ο πλειστηριασμός γίνεται μόνο με γραπτές σφραγισμένες προσφορές, ενώ οι προφορικές προσφορές υποβάλλονται μόνο αν οι γραπτές προσφορές είναι ίσες (βλ. παρ. 1, 4 και 5 του άρθρου 959 και παρ. 1 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ).
Β.2.2.Μειώνεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν μπορεί να διεξαχθεί πλειστηριασμός ή αναπλειστηριασμός, από 1 έως 31 Αυγούστου (αντί από 1 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου όπως ίσχυε), εκτός αν πρόκειται για πράγματα που μπορεί να υποστούν φθορά, καθώς και όταν πρόκειται για πλειστηριασμό πλοίων ή αεροσκαφών (βλ. παρ. 7 του άρθρου 959, παρ. 5 του άρθρου 965 και παρ. 2 και 3 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ).
Β.2.3.Προβλέπεται η κατάθεση από κάθε πλειοδότη εγγυοδοσίας ίσης με το 30% (αντί του 100 % αυτής που ίσχυε) της τιμής της πρώτης προσφοράς (βλ. εδάφιο δ’, παρ. 1 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ).
Β.2.4.Παρέχεται πλέον η δυνατότητα στον υπερθεματιστή να καταβάλει το εκπλειστηρίασμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα (αντί αποκλειστικά μετρητών που ίσχυε) (βλ. εδάφιο α’ της παρ. 3 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ)
> ΚΕΔΕ
Ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς
– Εφαρμόζονταν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 17 ν. 3756/2009 (σχετική ΠΟΛ.1055/16.4.2009) σύμφωνα με τις οποίες:
«Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 959, του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 965 και των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3714/2008, αντίστοιχα, εφαρμόζονται αναλόγως και στους πλειστηριασμούς οι οποίοι διενεργούνται σύμφωνα με το ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ)».
Με τον παρόντα νόμο (ν. 4335/2015), τα ανωτέρω θέματα ρυθμίζουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 959, του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου
965 και των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 998. Συνεπώς, οι διατάξεις του ΚΕΔΕ και ειδικότερα των άρθρων 21 (προκειμένου περί κινητών) και 42 (προκειμένου περί ακινήτων) που αναφέρονται στον τόπο, χρόνο και διαδικασία πλειστηριασμού αυτών, τροποποιήθηκαν κατά το μέρος αυτών που ρυθμίζεται διαφορετικά με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την έκδοση των σχετικών προγραμμάτων πλειστηριασμού.
-Η απαγόρευση διενέργειας πλειστηριασμών κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου ισχύει και για τους διενεργούμενους κατά τον ΚΕΔΕ πλειστηριασμούς (Γνωμ ΝΣΚ 594/74, ΓνωμΝΣΚ 483/95, ΠΟΛ.1216/11.8.1995).
Β.2.5.Προβλέπεται η έντοκη κατάθεση από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του εκπλειστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με τους τόκους να προσαυξάνουν το εκπλειστηρίασμα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του (βλ. παρ. 4 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ)
Β.2.6.Καταργείται η δημόσια κήρυξη που προβλεπόταν στις καταργηθείσες διατάξεις των άρθρων 963 και 1001 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Β.2.7.Στο πλαίσιο διαδικτυακής (δημοσίευσης) ενημέρωσης μέσα από την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (deltio.tnomik.gr) καθιερώνεται, επιμελεία του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ανάρτηση:
-στην περίπτωση αναπλειστηριασμού λόγω μη καταβολής του εκπλειστηριάσματος, της περίληψης της πράξης του αναπλειστηριασμού (η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνει το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης) (βλ. εδάφιο θ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 965 του ΚΠολΔ)
-στην περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού λόγω ματαίωσης του αρχικού, της γνωστοποίησης της δήλωσης συνέχισης και της ημέρας του πλειστηριασμού (βλ. εδάφιο γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 973 του ΚΠολΔ)
-στην περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού από άλλον δανειστή, της γνωστοποίησης της δήλωσης επίσπευσης από τον άλλο δανειστή με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού (βλ. εδάφιο δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 973 του ΚΠολΔ).
> ΚΕΔΕ
Ως προς την καθιέρωση της διαδικτυακής ενημέρωσης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων στην περίπτωση πλειστηριασμού, αναπλειστηριασμού λόγω μη καταβολής του εκπλειστηριάσματος, επίσπευσης πλειστηριασμού λόγω ματαίωσης του αρχικού από τον ίδιο δανειστή ή μετά από δήλωση επίσπευσης από άλλο τρίτο δανειστή, υπενθυμίζεται η υποχρέωση, επί ποινή ακυρότητας, παντός τρίτου που επισπεύδει πλειστηριασμό να κοινοποιήσει κατ’ άρθρο 54 στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ της περιφερείας της κατοικίας και ασκήσεως του επαγγέλματος του οφειλέτου, με δικαστικό επιμελητή, αντίγραφο του προγράμματος πλειστηριασμού/αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης δέκα (10) ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, προκειμένου περί κινητών, είκοσι (20) δε ημέρες προκειμένου περί ακινήτων.
Τρόπος προσδιορισμού της αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων και τιμή πρώτης προσφοράς σύμφωνα με την εμπορική αξία αυτών (3)
Τα κατασχεμένα ακίνητα πλέον εκτιμώνται με βάση την εμπορική αξία αυτών κατά το χρόνο της κατάσχεσης κατ’ άρθρο 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ορίζεται και ως τιμή πρώτης προσφοράς κατ’ άρθρο 995 παρ. 1 εδάφιο δ’ ΚΠολΔ. Πριν την εν λόγω τροποποίηση ίσχυε η κατ’ εκτίμηση αξία από το δικαστικό επιμελητή ή τον προσληφθέντα πραγματογνώμονα, η οποία δεν υπολειπόταν της αντικειμενικής αξίας όπου ίσχυε και ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς γινόταν στα 2/3 της εκτιμηθείσας αξίας ή στην αντικειμενική αξία αντίστοιχα κατ’ άρθρο 993 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 954, περίπτωση γ’.
Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 12 των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 εκδόθηκε το π.δ. 59/2016, με το οποίο καθορίστηκε ο τρόπος προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθώς και το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτής.
ΚΕΔΕ
Εξαιρετικά:
Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 36 και των παραγράφων 2, 3 και 6 του άρθρου 39 ορίζονται αντίστοιχα, ο προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων κατ’ εκτίμηση του κατασχόντα ή του πραγματογνώμονα εάν η εκτίμηση αυτών απαιτεί ειδικές γνώσεις και ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς στο μισό της εκτιμηθείσας αξίας ή μέχρι και τα 4/5 αυτής ανάλογα με το ύψος οφειλής και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις αυτές. Ειδικότερα δε για τα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχή, όπου ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης, η τιμή πρώτης προσφοράς, δεν μπορεί να υπολείπεται της αξίας αυτής, όπως ισχύει κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης ή κατά το χρόνο έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού αντίστοιχα.
Επήλθε σύντμηση της προθεσμίας για τις αναγγελίες δανειστών με επίδοση τους στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το αργότερο πέντε (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό (αντί της 15ήμερης προθεσμίας μετά τον πλειστηριασμό όπως ίσχυε) ενώ μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση κατ’ άρθρο 972 παρ.1 περ. β’ ΚΠολΔ.
Με τις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 3 του ν. 1653/1986, ορίστηκε ότι «3. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 972 αντικαθίσταται ως εξής: “Η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο σε 15 ημέρες από τον πλειστηριασμό”» και ότι «5.Οι διατάξεις [..] του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 972 του ΚΠολΔ [..] εφαρμόζονται και στους πλειστηριασμούς οι οποίοι διενεργούνται σύμφωνα με το ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.)». Μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 972 ΚΠολΔ, με το όγδοο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 με το οποίο η προθεσμία της αναγγελίας περιορίστηκε στο πενθήμερο πριν από τον πλειστηριασμό, κατά ερμηνευτική προσέγγιση θ διάταξη του άρθρου 3 παρ. 5 του ν. 1653/1986 δεν κατέστη ανενεργός και είναι εφαρμοστέα ως προς την παραπομπή στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 972 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015. Ως εκ τούτου θα πρέπει και η αναγγελία του Δημοσίου να επιδίδεται το αργότερο πέντε ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Ιδιαιτέρως επισημαίνεται ότι στο έντυπο της αναγγελίας η αρμόδια Δ.Ο.Υ. πρέπει κάθε φορά να μνημονεύει όλα τα γενικά (και τυχόν ειδικά π.χ υποθήκες) προνόμια με τα οποία εξοπλίζονται οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις του Δημοσίου (βλ. ΠΟΛ.1115/23.5.2013), ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή κατάταξη αυτών και να περιορίζονται οι περιπτώσεις ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης ή διανομής.
Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις : (Α) για την κατάταξη των απαιτήσεων αναγγελθέντων δανειστών (Β) για την είσπραξη / επιστροφή εκπλειστηριάσματος καταταγέντων δανειστών (5)
(Α) Επαναρρυθμίζεται η σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, κατ’ άρθρο 975 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των δανειστών. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η κατάταξη των ανωτέρω απαιτήσεων, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που τις επιβαρύνουν, στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου αυτού, καθώς και των λοιπών απαιτήσεων του Δημοσίου με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που τις επιβαρύνουν στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων, ανεξαρτήτως του ληξιπροθέσμου ή μη αυτών (αντί των προβλέψεων της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 περί προνομιακής κατάταξης των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων από Φ.Π.Α. στη δεύτερη τάξη των γενικών προνομίων και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ, των λοιπών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων και της σύμμετρης κατάταξης των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του). Περαιτέρω, προβλέπεται πλέον, σε περίπτωση συρροής μη προνομιούχων απαιτήσεων με προνομιούχες ή/και ενέγγυες απαιτήσεις, η ικανοποίηση των πρώτων έως ορισμένο ποσοστό του πλειστηριάσματος (10% ή 30%, κατά περίπτωση), σύμφωνα με το άρθρο 977 ΚΠολΔ (βλ. στη συνέχεια ανάλυση των άρθρων 975 έως 978 ΚΠολΔ)
ΚΕΔΕ
Από τα ανωτέρω προκύπτει σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.
(Β) Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 980, προβλέπεται η δυνατότητα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με ανακοπή, εφόσον, όμως, προσκομίσουν ισόποση εγγυητική επιστολή «σε πρώτη ζήτηση» τράπεζας που είναι νόμιμα εγκαταστημένη στην Ελλάδα (αντί της δικαστικής απόφασης που απαιτούνταν κατά το προϊσχύον δίκαιο). Περαιτέρω, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει τελεσίδικα η ανακοπή κατά του καταταγέντος δανειστή, αυτός υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
Κατόπιν των ανωτέρω νομοθετικών μεταβολών, σε περίπτωση μεταρρύθμισης πίνακα κατάταξης υπέρ του Δημοσίου λόγω ευδοκίμησης (τελεσίδικα) ανακοπής που άσκησε το Δημόσιο κατά της κατάταξης δανειστή, ο οποίος είχε εισπράξει κατά τα ανωτέρω το ποσό για το οποίο είχε καταταγεί, το ποσό αυτό αποδίδεται πλέον στο Δημόσιο εντόκως μετά και την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε αντίθεση με τα μέχρι τώρα ισχύοντα περί ταμειακής βεβαίωσης σε βάρος του αποβληθέντα δανειστή (βλ. ΠΟΛ.1115/23.5.2013, ΓνωμΝΣΚ 195/1993 που κοινοποιήθηκε με την 1049682/2982-24/0016/6-5-1993 εγκύκλιό μας).
(Γ) ΚΑΤ’ΑΡΘΡΟ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΠολΔ
Α. Κεφάλαιο Πρώτο: Γενικές διατάξεις
ΚΠολΔ -άρθρο 933 [Ανακοπές του άρθρου 933 και προθεσμία έκδοσης απόφασης]
Με τη νέα διάταξη του άρθρου 933 ορίζεται ότι αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η κλήτευση για τη συζήτηση της ανακοπής γίνεται προ είκοσι (20) ημερών από τη συζήτηση. Ως απώτερος χρόνος για την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής ορίζεται το χρονικό διάστημα των εξήντα (60) ημερών από τη συζήτηση αυτής (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
Β. Κεφάλαιο Τρίτο : Κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη
1. ΚΠολΔ -άρθρο 953 [Κατάσχεση κινητών. Ακατάσχετα και τροποποιήσεις αυτών]
Με τις νέες διατάξεις διευκρινίζεται ότι αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη μπορεί να είναι και κινητό πράγμα, το οποίο έχει ήδη κατασχεθεί και βρίσκεται στα χέρια του μεσεγγυούχου, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 956 ΚΠολΔ (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015). Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, καταργούνται κατηγορίες ακατάσχετων με αποτέλεσμα να εξαιρούνται από την κατάσχεση πλέον τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, και προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία τους (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 17 του ΚΕΔΕ περί ακατάσχετων.
2. ΚΠολΔ-άρθρο 954 [Χρόνος διενέργειας πλειστηριασμού. Διαδικτυακή δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής για τη διόρθωση έκθεσης κατάσχεσης]
Με τις τροποποιηθείσες παραγράφους 2 και 4 προβλέπεται ότι η ημέρα του πλειστηριασμού, η οποία εμπεριέχεται στην κατασχετήρια έκθεση, ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή. Με τις προγενέστερες διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 959 οριζόταν ότι ο πλειστηριασμός κινητών δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Η ανακοπή για τη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης (ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή της πρώτης προσφοράς) είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού (από πέντε (5) που ίσχυε). Η απόφαση επί της ανακοπής πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00′ το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας (αντί της προηγούμενης ημέρας που ίσχυε) και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων – Τομέας Ασφάλισης Νομικών (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 993 οι διατάξεις 2 έως 4 του άρθρου 954 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται αναλογικά και για την κατάσχεση ακινήτων. Με τις προγενέστερες διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ οριζόταν ότι ο πλειστηριασμός ακινήτων δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν σαράντα (40) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης.
3. ΚΠολΔ -άρθρο 955 [Επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης και διαδικτυακή δημοσίευση αυτής. Υποχρέωση αναγραφής ΑΦΜ ]
Με τη διάταξη του άρθρου 955, όπως τροποποιείται, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της προδικασίας πλειστηριασμού κινητών πραγμάτων. Η προθεσμία για την επίδοση της έκθεσης κατάσχεσης, σε περίπτωση απουσίας του καθ’ ου ή αδυναμίας άμεσης κατάρτισης αντιγράφου κατά το χρόνο περάτωσής της, περιορίζεται σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση (αντί των οκτώ (8) ημερών, όπως ίσχυε) όταν η έδρα του καθ’ ου είναι εκτός της περιφέρειας του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση. Μέσα στην ίδια πενθήμερη προθεσμία η κατασχετήρια έκθεση επιδίδεται στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου, ενώ μέσα σε οκτώ (8) ημέρες γίνονται οι καταθέσεις των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Λόγω της κατάργησης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης του άρθρου 960 και της προβλεπόμενης σε αυτό δημοσίευσης σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας, για την κάλυψη της ανάγκης δημοσιότητας του πλειστηριασμού, απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης (το οποίο περιλαμβάνει τα στοιχεία που κατά το ισχύον καθεστώς περιέχει η [καταργηθείσα] περίληψη καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου των υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση) εκδίδεται και αναρτάται από τον δικαστικό επιμελητή σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμού του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων. Το απόσπασμα αυτό, εντός της ίδιας προθεσμίας επιδίδεται στον ενεχυρούχο δανειστή εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015 και π.δ 67/17-9-2016 (ΦΕΚ Α’, αρ. φύλλου 110).
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.7).
4. ΚΠολΔ-άρθρα 958 [Νέο σύστημα πολλαπλών κατασχέσεων κινητών]
Σύμφωνα με την αντικατασταθείσα παράγραφο 2 του άρθρου 958 προβλέπεται πλέον η δυνατότητα επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων από περισσότερους δανειστές του ιδίου οφειλέτη επί του ιδίου κινητού πράγματος. Με τις σχετικές διατάξεις ορίζεται ότι κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργείται ξεχωριστά και δεν επηρεάζει η μια την άλλη. Αναφορικά με τα έξοδα εκτέλεσης δεν επιτρέπεται η αναζήτηση εξόδων που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σχετικό το άρθρο 12 του ΚΕΔΕ περί του συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων επί κινητών για το Δημόσιο (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.10)
5. ΚΠολΔ-άρθρο 959 [Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία πλειστηριασμού κινητών. Νέο χρονικό διάστημα απαγόρευσης διενέργειας πλειστηριασμού]
Σύμφωνα με την τροποποιηθείσα παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, στο α’ εδάφιο ορίζεται ότι ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων. Ο πλειστηριασμός γίνεται με την υποβολή γραπτών και ενσφράγιστων προσφορών και στη συνέχεια διαδοχικών προφορικών προσφορών κατά την παρ. 4. Οι υποψήφιοι πλειοδότες οφείλουν με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, να διορίσουν αντίκλητο στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου του πλειστηριασμού, στον οποίο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις που αφορούν την εκτέλεση. Οι προσφορές κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου υποβάλλονται την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα του πλειστηριασμού κατά τις ώρες 10 (από 9 που ίσχυε) το πρωί έως 2 το απόγευμα, με σύνταξη σχετικής πράξης είτε την ημέρα του πλειστηριασμού στον τόπο του από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, οπότε καταχωρίζονται στην έκθεση του πλειστηριασμού. Η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι γραπτή. Αν οι περισσότερες αυτές προσφορές είναι ίσες, τότε η διαδικασία συνεχίζεται με την υποβολή προφορικών προσφορών προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Περαιτέρω, προστέθηκε νέα παράγραφος 7, σύμφωνα με την οποία ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1η έως την 31η Αυγούστου (αντί από 1 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου όπως ίσχυε), εκτός εάν πρόκειται για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά καθώς και όταν πρόκειται για πλειστηριασμό πλοίων ή αεροσκαφών.
> Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 998 του ΚΠολΔ, οι διατάξεις της παραγράφου 1 εδάφια β’ και δ’ του άρθρου 959 του ΚΠολΔ καθώς και των παραγράφων 2 έως 5 του ιδίου άρθρου εφαρμόζονται αναλογικά και στον πλειστηριασμό ακινήτων (βλ. στη συνέχεια ανάλυση των ανωτέρω άρθρων).
> Σχετική σημείωση ανωτέρω μετά την περίπτωση Β.2.4. περί ΚΕΔΕ για τον τόπο, το χρόνο και τη διαδικασία πλειστηριασμού ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς.
6. ΚΠολΔ-άρθρο 960 [ Κατάργηση περίληψης κατασχετήριας έκθεσης κινητών]
Το άρθρο 960 για την κατάσχεση κινητών καταργείται καθώς με τη νέα διαδικασία της εκτέλεσης δεν υφίσταται πλέον ανάγκη για σύνταξη περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και κοινοποίηση αυτής (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση 1.6). Αντίστοιχα για την κατάσχεση ακινήτων βλ. στη συνέχεια κατάργηση του άρθρου 999 του ΚΠολΔ.
7. ΚΠολΔ-άρθρο 963 [Κατάργηση δημόσιας κήρυξης επί πλειστηριασμού κινητών]
Καταργείται η κήρυξη από κήρυκα στον τόπο του πλειστηριασμού (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.1 ν. 4335/2015).
8. ΚΠολΔ-άρθρο965 [Κατακύρωση. Μη καταβολή εκπλειστηριάσματος. Αναπλειστηριασμός. Ακατάσχετο εκπλειστηριάσματος]
Στη διάταξη του άρθρου 965 επιφέρονται τροποποιήσεις σε επιμέρους ζητήματα της διαδικασίας. Ειδικότερα:
α) Σύμφωνα με το εδάφιο δ’ της πρώτης παραγράφου όπως αυτό τροποποιήθηκε η εγγυοδοσία του πλειοδότη περιορίζεται στο τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγυοδοσίας, θα διενεργηθεί αναπλειστηριασμός για το υπόλοιπο της τιμής της πρώτης προσφοράς
β) Κατά την παράγραφο 3 το εκπλειστηρίασμα μπορεί να καταβληθεί πλέον και με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα και όχι έκδοσης του υπερθεματιστή γ) Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου αυτού και από την έναρξη ισχύος της, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό να καταθέσει εντόκως το εκπλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και οι τόκοι προσαυξάνουν το εκπλειστηρίασμα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
> Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 1003, οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως 7 του άρθρου 965 εφαρμόζονται αναλόγως και επί πλειστηριασμού ακινήτων.
9. ΚΠολΔ-άρθρο 972 [ Αναγγελία. Διατυπώσεις και σύντμηση προθεσμίας]
Στην τροποποιηθείσα παρ.1 περ. β’ του άρθρου 972 ορίζεται ότι η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο πέντε (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό (αντί δέκα πέντε (15) ημέρες που ίσχυε μετά τον πλειστηριασμό) και μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015).
10. ΚΠολΔ-άρθρο 973 [Δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού]
Στη διάταξη του άρθρου αυτού επέρχονται τροποποιήσεις για επιμέρους λεπτομέρειες για την περίπτωση εκείνη που ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί και επισπεύδεται πάλι με δήλωση. Ειδικότερα:
α) Στην τροποποιηθείσα παράγραφο 1 ορίζεται ότι σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός δεν έγινε για οποιονδήποτε λόγο την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών (3) ημερών μεριμνά ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων.
β) Στα τροποποιηθέντα εδάφια β’, γ’ και ε’ της παραγράφου 3 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που ένας δανειστής, διαφορετικός από τον επισπεύδοντα, θέλει να συνεχίσει τον πλειστηριασμό και έχει επιβάλει και ο ίδιος κατάσχεση, τότε η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης, η οποία συντάσσεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών μεριμνά για την ανάρτηση της γνωστοποίησης της δήλωσης καθώς και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων.
γ) Στη νέα παράγραφο 6 προβλέπεται ότι εάν για οποιονδήποτε λόγο προκύψουν αντιρρήσεις που αφορούν στο κύρος της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, αυτές ασκούνται
με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, αρχομένης από την ημέρα ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της ανακοπής.
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.7). Επιπροσθέτως βλ. και περίπτωση Β.2.7.
11.ΚΠολΔ -άρθρο 975 [Επανακαθορισμός κατάταξης απαιτήσεων του Δημοσίου στα γενικά προνόμια] σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 του ΚΠολΔ.
Μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού επαναρρυθμίζεται η ικανοποίηση των απαιτήσεων του Δημοσίου και ειδικότερα :
• οι απαιτήσεις από φόρο προστιθέμενης αξίας, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους (ληξιπρόθεσμες και μη), με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που τις επιβαρύνουν, κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων μαζί με τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου αυτού (αντί των προβλέψεων της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 περί προνομιακής κατάταξης των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων από Φ.Π.Α. στη δεύτερη τάξη των γενικών προνομίων και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ, των λοιπών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από παρακρατούμενους φόρους, στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων και της σύμμετρης κατάταξης των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του).
• οι απαιτήσεις (ληξιπρόθεσμες και μη) του Δημοσίου από κάθε άλλη (πλην των προαναφερομένων) αιτία, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές, κατατάσσονται στην πέμπτη σειρά των γενικών προνομίων (αντί των ήδη προαναφερθεισών διατάξεων του πρώτου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974, σύμφωνα με τις οποίες όλες οι ληξιπρόθεσμες μέχρι την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού απαιτήσεις του Δημοσίου από κάθε αιτία κατατάσσονται στην πέμπτη σειρά των γενικών προνομίων, ενώ οι μη ληξιπρόθεσμες από κάθε αιτία απαιτήσεις του κατατάσσονται συμμέτρως).
Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις περί κατάταξης του ΚΠολΔ (άρθρα 975 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 ΚΠολΔ) εφαρμόζονται και σε περίπτωση πτώχευσης, μόνο εφόσον σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη διενεργείται -κατ’ εξαίρεση- ατομική αναγκαστική εκτέλεση (από ενέγγυο πιστωτή βάσει του άρθρου 26 του Πτωχευτικού Κώδικα [ΠτΚ], σε συνδυασμό με το άρθρο 147, παρ. 1 αυτού). Αντίθετα, σε περίπτωση πτωχευτικής εκκαθάρισης που διενεργείται από το σύνδικο της πτώχευσης, έχουν εφαρμογή οι (παρομοίου, αλλά όχι ταυτόσημου περιεχομένου) διατάξεις των άρθρων 154 επ. του ΠτΚ (βλ. σχετική ΠΟΛ.1066/1.6.2016). Όπως προκύπτει από τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, οι σχετικές νέες διατάξεις του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος πτωχευτικής περιουσίας, εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται, δηλαδή η σχετική πτωχευτική απόφαση εκδίδεται, από 1/1/2016.
> Σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.
12. ΚΠολΔ-άρθρο 977 [Επανακαθορισμός κατάταξης Δημοσίου απαιτήσεων με γενικά και ειδικά προνόμια και μη προνομιούχων απαιτήσεων]σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 του ΚΠολΔ.
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 977 προβλέπεται για πρώτη φορά η ικανοποίηση από το εκπλειστηρίασμα και των μη προνομιούχων απαιτήσεων (σε ποσοστό δέκα τοις εκατό [10%] ή και τριάντα τοις εκατό [30%] του ποσού του εκπλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, κατά περίπτωση). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, σκοπός των νέων διατάξεων είναι να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του εκπλειστηριάσματος. Ειδικότερα, με τις ως άνω διατάξεις επέρχονται οι ακόλουθες κυριότερες νομοθετικές μεταβολές :
Σε περίπτωση συρροής γενικών και ειδικών προνομίων (των άρθρων 975 και 976 ΚΠολΔ) καθώς και μη προνομιούχων απαιτήσεων, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 (ειδικά προνόμια) ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 (γενικά προνόμια) έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του εκπλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Σε περίπτωση συρροής μόνο απαιτήσεων του άρθρου 975 (γενικά προνόμια) και μη προνομιούχων απαιτήσεων, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται σε ποσοστό έως το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού του εκπλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, ενώ οι μη προνομιούχες ικανοποιούνται στο υπόλοιπο ποσοστό συμμέτρως. Τέλος, σε περίπτωση συρροής απαιτήσεων του άρθρου 976 (ειδικά προνόμια) και μη προνομιούχων απαιτήσεων, οι πρώτες ικανοποιούνται έως το ενενήντα τοις εκατό (90%) και οι δεύτερες έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του εκπλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Κατά τα λοιπά βλ. άρθρο 977, όπως ισχύει.
> Σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.
13. ΚΠολΔ-άρθρο 978 [Τυχαία κατάταξη]σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 του ΚΠολΔ.
Στην παράγραφο 1 προστίθεται εδάφιο στο οποίο ορίζεται ότι με την προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής «σε πρώτη ζήτηση» τράπεζας που είναι νόμιμα εγκαταστημένη στην Ελλάδα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται πλέον να ικανοποιήσει τον δανειστή, η απαίτηση του οποίου κατατάχθηκε τυχαία. Σε περίπτωση που δεν πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η τυχαία κατάταξη, ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το ποσό που εισέπραξε. Τέλος, για τις τυχαίως καταταγείσες απαιτήσεις, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πως κατανέμεται το ποσό της απαίτησης, με την προσθήκη πλέον των αναλογούντων τόκων, αν αυτές παύσουν να υφίστανται (ματαιωθούν).
> Σιωπηρή τροποποίηση του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ για τις περιπτώσεις διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ.
14.ΚΠολΔ-άρθρο 980 [Διανομή εκπλειστηριάσματος]
Αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 980 και παρέχεται πλέον η δυνατότητα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με ανακοπή υπό την προϋπόθεση προσκόμισης ισόποσης εγγυητικής επιστολής «σε πρώτη ζήτηση» τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα αντί της δικαστικής απόφασης που απαιτούνταν κατά το προϊσχύον δίκαιο. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 58 του ΚΕΔΕ περί ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης (ΠΟΛ.1115/23.5.2013)
Δ. Κεφάλαιο Τέταρτο : Κατάσχεση στα χέρια τρίτου
1. ΚΠολΔ -άρθρο 983 [Προϋποθέσεις άρσης απορρήτου τραπεζικών καταθέσεων και άυλων μετοχών ]
Προστίθεται παράγραφος 5 σύμφωνα με την οποία «Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.» (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.3 Ν. 4335/2015). Με την αναφερόμενη ως άνω προσθήκη, εντάσσεται το περιεχόμενο της σχετικής ρύθμισης του άρθρου 24 του ν. 2915/2001 στον ΚΠολΔ, χωρίς όμως να καταργείται η διάταξη αυτή.
> Το ανωτέρω άρθρο 24 του ν. 2915/2001 ήδη εφαρμοζόταν και για τις κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 30, 30Α και 30 Β του ΚΕΔΕ.
2. ΚΠολΔ- άρθρο 985 [Υποχρέωση δήλωσης πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου περί ακατάσχετης απαίτησης]
Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται πλέον ρητά ότι, όταν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος τούτο πρέπει να δηλώσει, αν υφίσταται στα χέρια του ακατάσχετη απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 982 παράγραφος 2 στοιχ. γ’ και δ’ [(γ)απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης κ.τ.λ. , καθώς και απαιτήσεις για
συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, (δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών κ.τ.λ.) (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015)]
> Σχετικές οι διατάξεις των άρθρων 30Α, 30Β και 32 του ΚΕΔΕ για τη δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος
Ε. Κεφάλαιο Πέμπτο : Κατάσχεση ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών του οφειλέτη
1. ΚΠολΔ-άρθρο 993 [Προσδιορισμός της αξίας του ακινήτου σύμφωνα με την εμπορική του αξία]
Με τη νέα ρύθμιση που εισάγεται ορίζεται ότι για την εκτίμηση της αξίας του κατασχεθέντος ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης από τον δικαστικό επιμελητή – ο οποίος για το σκοπό αυτό υποχρεούται πλέον να προσλάβει πιστοποιημένο εκτιμητή – αντί της εκτιμηθείσας αξίας από τον δικαστικό επιμελητή -ή τον προσληφθέντα πραγματογνώμονα – η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας κατά το προϊσχύον δίκαιο (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 και άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 12 ν. 4335/2015).
Σχετικό το υπ’ αρ. π.δ. 59/2016 (ΦΕΚ Α’/27.5.2016) το οποίο καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και καθορίζει το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας.
> Σχετικές οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 36 και των παραγράφων 2, 3 και 6 του άρθρου 39 του ΚΕΔΕ όπως εκτίθενται ανωτέρω στην περίπτωση Β.3. (Τρόπος προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων και τιμή πρώτης προσφοράς)
2. ΚΠολΔ-άρθρο 995 [Επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου- πλοίου- αεροσκάφους]
Στη διάταξη αυτή επιφέρονται τροποποιήσεις αναφορικά με τις επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης σε περίπτωση κατάσχεσης ακινήτου. Έτσι, η προθεσμία για την επίδοση της έκθεσης κατάσχεσης, σε περίπτωση απουσίας του καθ’ ου ή αδυναμίας άμεσης κατάρτισης αντιγράφου κατά το χρόνο περάτωσής της, περιορίζεται σε πέντε ( 5) ημέρες από την κατάσχεση όταν η έδρα του καθ’ ου είναι εκτός της περιφέρειας του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση. Ως τιμή πρώτης προσφοράς ορίζεται η εμπορική αξία του ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Περαιτέρω, μέσα στην ίδια προθεσμία των πέντε (5) ημερών από την κατάσχεση γίνεται η επίδοση στο υποθηκοφυλακείο, Κτηματολόγιο ή νηολόγιο κ.τ.λ., ενώ μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση γίνονται οι καταθέσεις των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες γίνεται η δημοσίευση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης που περιλαμβάνει και τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) του υπέρ ου και καθ’ ου η εκτέλεση. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Τέλος, με τις νέες διατάξεις ο δικαστικός επιμελητής καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφο σημείωμα στο οποίο καθορίζονται ημέρες και ώρες επίσκεψης από υποψήφιους πλειοδότες του ακινήτου που κατασχέθηκε, το αργότερο επτά (7) ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η επίσκεψη πραγματοποιείται με τη συνοδεία του δικαστικού επιμελητή. Το σημείωμα συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση που συντάσσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το περιεχόμενό του δημοσιεύεται μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 4 στην ανωτέρω ιστοσελίδα. (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 ν. 4335/2015)
> Σχετικό το υπ’ αρ. π.δ. 59/2016 το οποίο καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και καθορίζει το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας.
> Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περίπτωση Β.1.7).
3. ΚΠολΔ-άρθρο 997 [Συνέπειες της κατάσχεσης ως προς την εκμίσθωση του κατασχεθέντος ακινήτου. Νέο σύστημα πολλαπλών κατασχέσεων ακινήτων]
Με τις νέες διατάξεις, μετά την κατάσχεση του ακινήτου, η εκμίσθωσή του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός (αντί τριών (3) μηνών που ίσχυε) από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες (αντί εξάμηνου που ίσχυε) και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παράγραφος 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή. Όπως και στα κινητά, δυνατή είναι πλέον και η πολλαπλή κατάσχεση ακίνητου (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 Ν.4335/2015)
> Σχετική η παράγραφος 5 του άρθρου 36 του ΚΕΔΕ περί του συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων επί ακινήτων για το Δημόσιο (βλ. ανωτέρω περίπτωση Β.1.10)
4. ΚΠολΔ-άρθρο 998 [Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία πλειστηριασμού ακινήτων. Νέο χρονικό διάστημα απαγόρευσης διενέργειας πλειστηριασμού.]
Σύμφωνα με την τροποποιηθείσα παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, οι διατάξεις της παραγράφου 1 εδάφιο β’ και δ’ του άρθρου 959, καθώς και των παραγράφων 2 έως 5 του ίδιου άρθρου (κύρια διαδικασία πλειστηριασμού κινητών) εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμού ακινήτων (βλ. ανωτέρω περίπτωση Β.5). Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 6, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, το δικαστήριο του άρθρου 933, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί πλέον να επιτρέψει να πουληθεί ελεύθερα το ακίνητο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού με τίμημα το οποίο ορίζεται από το δικαστήριο, το αργότερο δέκα (10) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό με ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος. Αν η πώληση δεν πραγματοποιηθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο, ο πλειστηριασμός διεξάγεται κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Τέλος, κατά την τροποποιηθείσα παράγραφο 2, περιορίζεται ο χρόνος απαγόρευσης του πλειστηριασμού στο διάστημα από 1 Αυγούστου έως 31 Αυγούστου (αντί από 1 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου όπως ίσχυε). Η ανωτέρω απαγόρευση δεν ισχύει όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη (άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 Ν. 4335/2015).
> Σχετική σημείωση ανωτέρω μετά την περίπτωση Β.2.4. περί ΚΕΔΕ για τον τόπο, το χρόνο και τη διαδικασία πλειστηριασμού ως προς τους διενεργούμενους κατά τη διοικητική εκτέλεση πλειστηριασμούς.
5. ΚΠολΔ-άρθρο 1000 [Αναστολή πλειστηριασμού ]
Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 1000, αντικαθίσταται η προθεσμία κατάθεσης αίτησης για αναστολή διενέργειας του πλειστηριασμού από τον οφειλέτη και ειδικότερα ορίζεται διάστημα δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργασίμων ημερών (αντί πέντε (5) όπως ίσχυε) πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού εντός του οποίου κατατίθεται η ανωτέρω αίτηση επί ποινή απαραδέκτου. Περαιτέρω στο πλαίσιο χορήγησης της αναστολής, καταργήθηκε πλέον η δυνατότητα του δικαστηρίου να ορίσει σε εξαιρετικές περιπτώσεις ως καταβλητέο, ποσό μικρότερο του ενός τετάρτου (τουλάχιστον) του οφειλόμενου στον επισπεύδοντα κεφαλαίου. Η απόφαση για την αναστολή εκδίδεται πλέον έως τις 12:00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού και γνωστοποιείται αυθημερόν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ορίζεται ρητά ότι η καταβολή γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την 10.00 πρωινή της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και αν αυτή δεν γίνει ο πλειστηριασμός διεξάγεται κανονικά. Τέλος, καταργήθηκε η δυνατότητα χορήγησης δεύτερης αναστολής για έκτακτους λόγους στην περίπτωση που με την αρχική αναστολή δεν είχε εξαντληθεί το εξάμηνο και όχι πάνω από το όριο των έξι (6) μηνών συνολικά από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού.
6. ΚΠολΔ -άρθρο 1001 [Κατάργηση δημόσιας κήρυξης επί πλειστηριασμού ακινήτων]
Καταργείται η κήρυξη από κήρυκα στον τόπο του πλειστηριασμού.
7. ΚΠολΔ-άρθρο 1009 [Τύχη επαγγελματικής μίσθωσης μετά την κατακύρωση ]
Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 1009 ρυθμίζονται λεπτομέρειες αναφορικά με το δικαίωμα του υπερθεματιστή να καταγγείλει τη μίσθωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου που ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης.
8. ΚΠολΔ-άρθρο 1011 [Χρόνος επίδοσης αντιγράφου κατασχετήριας έκθεσης πλοίου]
Με τη μερική τροποποίηση του άρθρου 1011 σχετικά με τη διαδικασία κατάσχεσης πλοίου, προβλέπεται το διάστημα των τριών (3) ημερών από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση (αντί δύο [2] όπως ίσχυε) εντός του οποίου επιδίδεται αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης στα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό πρόσωπα.
> Σχετικές οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39 καθώς και των άρθρων 48 και 49 του ΚΕΔΕ (όπως αναλύεται ανωτέρω περιπτώσεις Β.1.1. και Β.1.2.)
9. ΚΠολΔ-άρθρο 1011 Α [ Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία πλειστηριασμού πλοίου ]
Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 1011 Α εισάγονται ειδικές διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζονται λεπτομέρειες για τους πλειστηριασμούς πλοίων και αεροπλάνων, κατ’ απόκλιση από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του πλειστηριασμού κινητών/ακινήτων λόγω της φύσης του αντικειμένου της εκτέλεσης.
Ειδικότερα :
α) ως ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού πλοίου ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση,
β) ορίζονται ειδικές προθεσμίες για την άσκηση ανακοπής των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 934 και της παραγράφου 4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ, καθώς και για την υποβολή αίτησης αναστολής του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης πλοίου. Η απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12:00 το μεσημέρι της Δευτέρας πριν από τον πλειστηριασμό,
γ) ορίζεται ως νέα ημέρα του πλειστηριασμού η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής της παραγράφου 4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ και η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά τη λήξη της χορηγηθείσας αναστολής του άρθρου 1000 ΚΠολΔ,
δ) εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν έγινε ο πλειστηριασμός του πλοίου κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται σύμφωνα με το άρθρο 973 ΚΠολΔ και νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών μετά τη δήλωση συνεχίσεως.
(Δ) ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Σύμφωνα με το άρθρο ένα άρθρο ένατο του νόμου αυτού, οι μεταβατικές και άλλες διατάξεις που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση είναι οι αριθμ. 3, 5, 11 έως 16.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Κ.Υ.Α. αριθμ. οικ. 6660/137/ 2017 Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων για τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη χειμερινή περίοδο
Αριθμ. οικ. 6660/137
(ΦΕΚ Β’ 878/16-03-2017)
ΟΙ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΕΣ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1545/1985 «Εθνικό Σύστημα Προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις» (Α’ 91), όπως ισχύει.
2. Τις διατάξεις του ν. 2956/2001 «Αναδιάρθρωση του ΟΑΕΔ και άλλες διατάξεις» (Α’ 258) και ιδίως του άρθρου 2, όπως ισχύει.
3. Τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3833/2010 «Προστασία της Εθνικής Οικονομίας – επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α’ 40), όπως ισχύει.
4. Τις διατάξεις του ν. 4144/2013 «Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας» (Α’ 88) και ιδίως το άρθρο 29.
5. Τις διατάξεις του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) – δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α’ 143).
6. Τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4320/2015 «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις» (Α’ 29).
7. Τα άρθρα 107, 108 και 109 (πρώην 87, 88 και 89 της Συνθήκης Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), περί κρατικών ενισχύσεων.
8. Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής της 18.12.2013 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L352/24.12.2013).
9. Τις διατάξεις του ν.δ. 2961/1954 «Περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας» (Α’ 197), όπως ισχύει.
10. Τις διατάξεις του β.δ. 405/1971 «Περί οργανώσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας των υπηρεσιών του ΟΑΕΔ» (Α’ 123), όπως ισχύει.
11. Τις διατάξεις του π.δ. 186/1992 «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων» (Α’ 84), όπως ισχύει.
12. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα» (Α’ 98).
13. Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 11 του π.δ. 113/2010 «Ανάληψη υποχρεώσεων από τους διατάκτες» (Α’ 194).
14. Τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 «Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών» (Α’ 178).
15. Τις διατάξεις του π.δ. 113/2014 «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας» (Α’ 180).
16. Τις διατάξεις του π.δ. 73/23-9-2015 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α’116).
17. Τις διατάξεις της με αριθμ. Υ 29/8-10-2015 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Χουλιαράκη» (Β’ 2168).
18. Τις διατάξεις της υπ. αριθμ. Υ 56/21-10-2015 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Αναπληρώτρια Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ουρανία Αντωνοπούλου (Β’ 2281).
19. Τις διατάξεις της υπ. αριθμ. οικ. 43452/633/ 22-12-2014 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «Διατήρηση θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη χειμερινή περίοδο βάσει των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 1545 (Α’ 91)» (Β’ 3637) και τη διόρθωση σφάλματος που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 102Β/2015.
20. Τη με αριθμ. 3177/29-11-2016 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ (αριθμ. συνεδρ. 68/29-11-2016) που μας υποβλήθηκε με το υπ’ αριθμ. 94621/01-12-2016 έγγραφό του.
21. Τη με αριθμ. 55774/2051/15-12-2016 απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης περί έγκρισης ανάληψης υποχρέωσης (ΑΔΑ: 6ΕΞ746501Ω-ΑΞΠ).
22. Τη με αριθμ. οικ. 60832/2255/28-12-2016 εισήγηση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
23. Τη με αριθμ. 95825/06-12-2016 Βεβαίωση της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του ΟΑΕΔ.
24. Το υπ’ αριθμ. οικ. 56803/91/7-12-2016 έγγραφο της Αποκεντρωμένης Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
25. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας προκαλείται συνολική δαπάνη ύψους 5.000.000,00 ευρώ περίπου, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493) και κατανέμεται σε ετήσια βάση ως εξής: 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2017, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2018, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2019, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2020, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2021.
26. Την με αριθμ.147/24-01-2017 απόφαση δέσμευσης της πίστωσης (ΑΔΑ :Ψ3ΠΘ4691Ω2-0Β8),
αποφασίζουμε:
Την κατάρτιση προγράμματος επιχορήγησης ξενοδοχειακών επιχειρήσεων για τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη χειμερινή περίοδο, ως εξής:
Άρθρο 1
Αντικείμενο προγράμματος – Στόχος του προγράμματος
Σκοπός του προγράμματος είναι η διατήρηση των θέσεων εργασίας στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που λειτουργούν εποχικά, κατά τη χειμερινή περίοδο και συγκεκριμένα από την 1η Νοεμβρίου έως την 28η/29η Φεβρουαρίου εκάστου έτους.
Άρθρο 2
Πλαίσιο ένταξης – Χρηματοδότηση
1. Το πρόγραμμα υλοποιείται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 1545/1985 (Α’ 91), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 του ν. 4430/2016 (Α’ 205) και ισχύει.
2. Προκαλείται πολυετής δαπάνη συνολικού ύψους 5.000.000,00 ευρώ περίπου, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ. (ΚΑΕ 2493) και κατανέμεται σε ετήσια βάση ως εξής: 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2017, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2018, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2019, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2020, 1.000.000,00 ευρώ για το έτος 2021.
3. Οι ενισχύσεις που προβλέπονται χορηγούνται βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis). H ενίσχυση που λαμβάνει μια επιχείρηση βάσει της απόφασης αυτής, αθροιζόμενη με οποιαδήποτε άλλη de minimis ενίσχυση έχει λάβει ή θα λάβει η επιχείρηση, δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών. Ο σχετικός έλεγχος διενεργείται μέσω της υποβολής υπεύθυνης δήλωσης εκ μέρους της δικαιούχου επιχείρησης στην οποία θα αναφέρεται οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση ήσσονος σημασίας έλαβε η οικεία επιχείρηση βάσει του παραπάνω κανονισμού ή άλλων κανονισμών για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη και κατά το τρέχον οικονομικό έτος, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 6 του Καν. 1407/2013.
Ως ημερομηνία λήψης της συνολικής ενίσχυσης νοείται η ημερομηνία της εγκριτικής απόφασης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Καν. 1407/2013.
Αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση η οποία υποβάλλει ηλεκτρονική αίτηση υπαγωγής στο πρόγραμμα είναι «ενιαία» τότε στον ως άνω έλεγχο της σώρευσης αθροίζονται και οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που έχουν λάβει οι ενιαίες με την αιτούσα επιχειρήσεις.
Στην «ενιαία επιχείρηση» περιλαμβάνονται, όλες οι επιχειρήσεις που έχουν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες σχέσεις μεταξύ τους:
α) μια επιχείρηση κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων άλλης επιχείρησης,
β) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του καταστατικού άλλης επιχείρησης,
γ) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να ασκήσει κυριαρχική επιρροή σε άλλη επιχείρηση βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με αυτήν ή δυνάμει ρήτρας του καταστατικού της αυτής της τελευταίας και
δ) μια επιχείρηση που είναι μέτοχος ή εταίρος άλλης επιχείρησης ελέγχει μόνη της, βάσει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους μετόχους ή εταίρους της εν λόγω επιχείρησης, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων αυτής της επιχείρησης.
Οι επιχειρήσεις που έχουν οποιαδήποτε από τις σχέσεις που αναφέρονται στα ανωτέρω στοιχεία α έως δ με μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις θεωρούνται επίσης ενιαία επιχείρηση.
Άρθρο 3
Δικαιούχοι και προϋποθέσεις συμμετοχής – Εξαιρέσεις
1. Στο πρόγραμμα διατήρησης θέσεων εργασίας σε ξενοδοχειακές μονάδες μπορούν να υπαχθούν οι κάθε μορφής ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, εφόσον πληρούν σωρευτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) Λειτουργούν εκτός της Διοικητικής Περιφέρειας Αττικής (πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων) και του Πολεοδομικού συγκροτήματος της πόλεως Θεσσαλονίκης.
β) Έχουν άδεια λειτουργίας του Ε.Ο.Τ. σε ισχύ, και
γ) Είναι εποχιακές, είχαν διακόψει τη συνεχόμενη λειτουργία τους τουλάχιστον για δύο έτη, κατά την προηγούμενη πενταετία του έτους της έναρξης του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, και συγκεκριμένα την χρονική περίοδο από 1η Νοεμβρίου μέχρι 28η /29η Φεβρουαρίου, εκτός εάν μετείχαν σε ένα τουλάχιστον από τα προηγούμενα προγράμματα διατήρησης θέσεων εργασίας για τη χειμερινή περίοδο ή είναι νέες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (άρχισαν δηλαδή να λειτουργούν από την 1η Ιανουαρίου του έτους που προηγείται αυτού της έναρξης του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης), οπότε θα πρέπει να διέκοψαν την συνεχόμενη λειτουργία τους κατά το προηγούμενο έτος πριν την 1η Νοεμβρίου.
Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που άρχισαν να λειτουργούν από την 1η Νοεμβρίου του έτους που προηγείται αυτού της έναρξης του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης και μετά, δεν επιχορηγούνται.
δ) Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι για τους οποίους θα ζητήσουν να επιχορηγηθούν, να δικαιούνται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.
2. Στο πρόγραμμα δεν μπορούν να υπαχθούν:
α) Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις για το προσωπικό τους, το οποίο πριν την 1η Νοεμβρίου του έτους για το οποίο μπορούν να επιχορηγηθούν, είχε συνεχόμενη δωδεκάμηνη απασχόληση, στην ίδια ή και σε άλλη ξενοδοχειακή μονάδα ή επιχείρηση.
β) Εξωχώριες εταιρείες όπως και επιχειρήσεις, που στην εταιρική τους σύνθεση συμμετέχουν εξωχώριες εταιρείες.
γ) Επιχειρήσεις εις βάρος των οποίων εκκρεμεί ανάκτηση προηγούμενων κρατικών ενισχύσεων. Είναι δυνατή η υπαγωγή των επιχειρήσεων για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση διακοπής με αναζήτηση αναλογούντος ποσού ή απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης, εφόσον προσκομίσουν ταμειακό παραστατικό πληρωμής δικαιούχου, από το οποίο προκύπτει ότι έχουν εξοφλήσει ή εξακολουθούν και καταβάλλουν τις τυχόν δόσεις.
Άρθρο 4
Ωφελούμενοι
Ωφελούμενοι είναι οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, οι οποίοι δικαιούνται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.
Άρθρο 5
Διαδικασία Υπαγωγής
1. Η ενδιαφερόμενη ξενοδοχειακή επιχείρηση οφείλει να υποβάλει εντός 60 ημερών από τη δημοσίευση της σχετικής Δημόσιας Πρόσκλησης, η οποία αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του ΟΑΕΔ (www.oaed.gr), αίτηση υπαγωγής (η οποία είναι επίσης αναρτημένη στον διαδικτυακό τόπο του Οργανισμού) προς το ΚΠΑ2, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση.
Στην αίτηση αναφέρει τα βασικά στοιχεία της ξενοδοχειακής επιχείρησης (επωνυμία, διεύθυνση, τηλέφωνο, νόμιμο εκπρόσωπο, μετοχική σύνθεση κτλ) και της ξενοδοχειακής μονάδας για την οποία ζητάει επιχορήγηση, την ημερομηνία που άρχισε να λειτουργεί η μονάδα, τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούσε κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους για το οποίο αιτείται να επιχορηγηθεί, τη χρονική διάρκεια της επιμήκυνσης των εργασιών της και τον αριθμό των εργαζομένων που θα απασχολήσει κατά τη διάρκεια της επιμήκυνσης.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης είναι η ενδιαφερόμενη ξενοδοχειακή επιχείρηση να είναι εγγεγραμμένος χρήστης στο πληροφοριακό σύστημα (portal) του ΟΑΕΔ και να διαθέτει κωδικούς πρόσβασης σε αυτό (Ονομασία Χρήστη και Συνθηματικό).
Στην περίπτωση που μια ξενοδοχειακή επιχείρηση (π.χ. Ανώνυμη Εταιρεία) διατηρεί σε λειτουργία περισσότερες ξενοδοχειακές μονάδες, πρέπει να υποβάλει ξεχωριστά αίτηση υπαγωγής για κάθε μία ξενοδοχειακή μονάδα που αιτείται να επιχορηγηθεί και να την αποστείλει στην Υπηρεσία (ΚΠΑ2), στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η κάθε ξενοδοχειακή μονάδα.
Στην περίπτωση που η επιχείρηση επιθυμεί να ενταχθεί για τα υποκαταστήματα / ξενοδοχειακές μονάδες της, τότε οι κωδικοί πρόσβασης που θα χρησιμοποιήσει κατά την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης για την πρόσληψη επιχορηγούμενων ανέργων σε αυτά, είναι ο κλειδάριθμος του υποκαταστήματος ή της ξενοδοχειακής μονάδας της επιχείρησης.
Αν οι ενδιαφερόμενες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δεν είναι εγγεγραμμένοι χρήστες στο Πληροφοριακό Σύστημα (portal) του Οργανισμού, πρέπει να επισκεφτούν την Υπηρεσία του ΟΑΕΔ (ΚΠΑ2) στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα και να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση κλειδαρίθμου προκειμένου στη συνέχεια να υποβάλουν ηλεκτρονική αίτηση για την υπαγωγή στο ανωτέρω πρόγραμμα. Η ανωτέρω διαδικασία μπορεί να διενεργηθεί από νόμιμα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
Εφόσον η επιχείρηση διατηρεί υποκαταστήματα, τότε κατά την έκδοση του κλειδάριθμου πρέπει να δηλώνονται και να καταχωρούνται όλα τα απαραίτητα στοιχεία (δ/νση, τηλ., email, ΑΦΜ επιχείρησης κλπ) κάθε υποκαταστήματός της και να συσχετίζονται με το αρμόδιο ΚΠΑ2.
Η ηλεκτρονική αίτηση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.1599/1986, όσον αφορά στα στοιχεία που περιλαμβάνονται και αναφέρονται σε αυτήν. Η ανακρίβεια των στοιχείων που δηλώνονται στην ηλεκτρονική αίτηση επισύρει τις προβλεπόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις. Η επιχείρηση φέρει την ευθύνη της πλήρους και ορθής συμπλήρωσης της ηλεκτρονικής της αίτησης.
2. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας (ΚΠΑ2), μετά τον απαραίτητο διοικητικό ή/και επιτόπιο έλεγχο (επιτόπια επαλήθευση) προβαίνει στην έκδοση της εγκριτικής απόφασης, για το σύνολο των ατόμων που αιτείται να επιχορηγηθεί η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή ξενοδοχειακή μονάδα στην οποία προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των ατόμων για τα οποία δικαιούται να επιχορηγηθεί η επιχείρηση, στο πλαίσιο του καθεστώτος ενίσχυσης ήσσονος σημασίας (de minimis).
Στη συνέχεια το αρμόδιο ΚΠΑ2 καλεί την επιχείρηση μέσω αποδεδειγμένης πρόσκλησης – κοινοποίησης (ηλεκτρονικής ή έγγραφης), να προσέλθει για να παραλάβει την εγκριτική απόφαση.
Σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν προσέλθει εντός (30) ημερών από την ημερομηνία ενημέρωσής της, τότε ο Προϊστάμενος του ΚΠΑ2 προβαίνει στην έκδοση απόφασης ανάκλησης.
Άρθρο 6
Χρονικό διάστημα επιμήκυνσης
Το χρονικό διάστημα λειτουργίας της επιχείρησης και διατήρησης των θέσεων εργασίας για το οποίο μπορούν να επιχορηγηθούν οι διατηρούμενες θέσεις ορίζεται από την 1η Νοεμβρίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες και σε καμία περίπτωση πέραν της 28ης /29ης Φεβρουαρίου.
Άρθρο 7
Ποσό επιχορήγησης και όροι του προγράμματος
1. Οι ημέρες επιχορήγησης της ξενοδοχειακής επιχείρησης δεν μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό των ημερήσιων επιδομάτων ανεργίας που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος επιμήκυνσης της λειτουργίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης και αφαιρούνται από την τακτική επιδότηση της ανεργίας που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος. Το ποσό της επιχορήγησης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης είναι ίσο με το ημερήσιο επίδομα ανεργίας, που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος για κάθε ημέρα ασφάλισής του, με ανώτερο όριο τις 25 ημέρες ανά μήνα και τις 100 ημέρες για όλο το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης. Στην περίπτωση που ο επιχορηγούμενος εργαζόμενος (ωφελούμενος) πραγματοποιήσει περισσότερες από 25 ημέρες ασφάλισης σε ένα μήνα της επιμήκυνσης, καταχωρούνται στη σχετική αναλυτική κατάσταση των εργαζομένων μόνο 25 για το μήνα αυτό, χωρίς οι υπόλοιπες να καταχωρηθούν στον ίδιο ή στον επόμενο μήνα. Αν ο εργαζόμενος δεν έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο για την επιδότηση της ανεργίας του, αριθμό ημερομισθίων, κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, τότε ο δικαιούχος (ξενοδοχειακή επιχείρηση) δεν μπορεί να επιχορηγηθεί στο πλαίσιο του παρόντος προγράμματος για τον συγκεκριμένο υπάλληλο.
2. Ο ξενοδοχοϋπάλληλος, μετά τη λήξη της επιμήκυνσης και αφού σταματήσει να απασχολείται στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, δύναται να λάβει τα ημερήσια επιδόματα ανεργίας που δικαιούνταν κατά την έναρξη της επιμήκυνσης μειωμένα κατά τις ημέρες ασφάλισης που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα επιμήκυνσης της λειτουργίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης. Η επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιχορήγηση της επιχείρησης, η οποία μπορεί να επιχορηγηθεί και στην περίπτωση που ο ξενοδοχοϋπάλληλος δεν ασκήσει για οποιοδήποτε λόγο, μετά τη λήξη της επιμήκυνσης, το δικαίωμα που είχε για επιδότηση κατά την έναρξή της.
3. Η δικαιούχος ξενοδοχειακή επιχείρηση, κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης, μπορεί να προβεί σε αντικατάσταση του εργαζόμενου, που είτε δεν θα αποδεχθεί να συνεχίσει να απασχοληθεί σε αυτήν ή θα σταματήσει για οποιοδήποτε λόγο την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης, με άνεργο ξενοδοχοϋπάλληλο άλλης ξενοδοχειακής μονάδας της ίδιας ξενοδοχειακής επιχείρησης ή από άλλη ξενοδοχειακή επιχείρηση και να επιχορηγηθεί για αυτόν, εφόσον όμως ο άνεργος ξενοδοχοϋπάλληλος είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών επιδότησης κατά το χρονικό διάστημα έναρξης της επιμήκυνσης.
4. Η αρμόδια Υπηρεσία (ΚΠΑ2) διενεργεί, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, επιτόπιο και διοικητικό έλεγχο λειτουργίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης των εργασιών της και συντάσσει σχετική έκθεση ελέγχου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι, δεν πληρούνται οι όροι του προγράμματος προβαίνει σε απόφαση ανάκλησης της υπαγωγής.
Άρθρο 8
Διαδικασία για την καταβολή της επιχορήγησης
1. Υποβολή αίτησης για καταβολή της επιχορήγησης
Η επιχορηγούμενη δικαιούχος ξενοδοχειακή επιχείρηση υποβάλλει εντός 60 ημερών μετά τη λήξη του τελευταίου μήνα της επιμήκυνσης στο ΚΠΑ2 του ΟΑΕΔ που ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα, την αίτηση καταβολής επιχορήγησης, επισυνάπτοντας τα εξής δικαιολογητικά:
α) Αναλυτική κατάσταση των -εποχικών- ξενοδοχοϋπαλλήλων που απασχόλησαν, με τον αριθμό των ημερών ασφάλισης για καθένα τους, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.
Πιο συγκεκριμένα η κατάσταση – πίνακας αποτελείται από 9 στήλες, οι οποίες είναι οι εξής: 1η στήλη: αύξων αριθμός 2η στήλη: Επώνυμο ξενοδοχοϋπαλλήλου 3η στήλη: Όνομα ξενοδοχοϋπαλλήλου 4η στήλη: Αριθμός μητρώου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ 5η στήλη (συμπληρώνεται από την Υπηρεσία): Ημέρες ασφάλισης κατά το τελευταίο (πριν από το χρονικό διάστημα έναρξης της επιμήκυνσης) 12μηνο, 14μηνο ή διετία.
6η στήλη (συμπληρώνεται από την Υπηρεσία): Ημέρες τακτικής επιδότησης ανεργίας που δικαιούται ο ξενοδοχοϋπάλληλος κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης.
7η στήλη (συμπληρώνεται από την Υπηρεσία): Ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης (ημέρες επιχορήγησης της ξενοδοχειακής επιχείρησης) 8η στήλη: -τυχόν- Παρατηρήσεις. 9η στήλη : στήλη της υπεύθυνης δήλωσης με τις υπογραφές των εποχικών ξενοδοχοϋπαλλήλων ότι απασχολήθηκαν και πληρώθηκαν το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται η επιχορήγηση ή παραστατικά σύμφωνα με τα οποία θα αποδεικνύεται η πληρωμή αυτών. Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν οι υπογραφές των εργαζομένων, είναι δυνατόν να υποβληθούν τα παραστατικά πληρωμής των εργαζομένων (υπογεγραμμένες μισθοδοτικές καταστάσεις, αντίγραφα λογαριασμών μισθοδοσίας κ.λπ.).
β) Αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις (Α.Π.Δ.), οι οποίες μπορούν να υποβληθούν και σε ηλεκτρονική μορφή, συνοδευμένες με υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δηλώνεται ότι τα στοιχεία που εμπεριέχονται είναι αληθή.
γ) Γραμμάτια είσπραξης ή βεβαίωση απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών για το επιχορηγούμενο προσωπικό στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης.
– Αντίγραφα των γραμματίων κατάθεσης (αν η καταβολή έγινε σε Τράπεζα) ή των προσωρινών γραμματίων είσπραξης (αν η καταβολή έγινε π.χ. σε Υποκ/μα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που αντιστοιχούν στις μηνιαίες εισφορές, τις οποίες είναι υποχρεωμένος ο εργοδότης να καταβάλει για τους μήνες που αναφέρονται στη χρονική περίοδο της επιμήκυνσης).
– Σε περίπτωση που επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τους εναλλακτικούς τρόπους συναλλαγής για την απόδοση των ασφαλιστικών τους εισφορών (π.χ. Internet Banking, Phone Banking) τότε πρέπει να προσκομίσουν αντίγραφο συναλλαγής πληρωμής όπου αναγράφεται η ένδειξη «ΑΜΕΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ- ΕΤΑΜ», «ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΗ», «ΚΑΤΑΧΩΡΗΘΗΚΕ» και Υπεύθυνη δήλωση ότι τα αναγραφόμενα είναι ακριβή και αληθή.
Στις περιπτώσεις που η επιχείρηση έχει προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή τους οικείους ασφαλιστικούς φορείς, για να είναι δυνατή η καταβολή της επιχορήγησης πρέπει η ρύθμιση να έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός 60 ημερών από τη λήξη του τελευταίου μήνα της επιμήκυνσης και στην απόφαση ρύθμισης να συμπεριλαμβάνεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητά να επιχορηγηθεί η επιχείρηση και εφόσον οι δόσεις καταβάλλονται κανονικά. Σε περίπτωση που η ρύθμιση δεν είναι ενήμερη, η αξίωση για καταβολή της επιχορήγησης απορρίπτεται, με την έκδοση απόφασης παραγραφής από τον Προϊστάμενο του ΚΠΑ2.
Εάν η Υπηρεσία κρίνει ότι τα παραπάνω στοιχεία χρήζουν περαιτέρω έρευνας, ενδείκνυται να τα διασταυρώσει και με την αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή του οικείου ασφαλιστικού φορέα κύριας ή και επικουρικής ασφάλισης.
δ) Αντίγραφο κατάστασης προσωπικού και ωρών εργασίας που έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά στο σύστημα ΙΚΑ- Σ.ΕΠ.Ε. – ΟΑΕΔ (Έντυπο Ε4 – ετήσιος πίνακας κατάστασης προσωπικού) καθώς και το τυχόν Ενιαίο Έντυπο Ε3 της πρόσληψης του επιδοτούμενου (Ε3 Αναγγελία Πρόσληψης και Ε4 Συμπληρωματικός Πίνακας Προσωπικού Νέας Πρόσληψης). Τα ανωτέρω έντυπα αναζητούνται αυτόματα από την αρμόδια Υπηρεσία του ΟΑΕΔ (ΚΠΑ2), στο Πληροφοριακό Σύστημα (ΠΣ ΣΕΠΕ – ΟΑΕΔ- ΙΚΑ/ΕΤΑΜ) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Ο δικαιούχος (ξενοδοχειακή επιχείρηση) υποβάλλει στο κατά τόπο αρμόδιο για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου γραφείο ασφάλισης του ΚΠΑ2 την ανωτέρω αναλυτική κατάσταση των εργαζομένων με συμπληρωμένες τις στήλες 1η έως 4η μαζί με τη «βεβαίωση εργοδότη» ή με τα ασφαλιστικά βιβλιάρια των εργαζομένων της τελευταίας διετίας. Ο αρμόδιος υπάλληλος του ΚΠΑ2 συμπληρώνει τις στήλες 5η έως 6η βάσει της «βεβαίωσης εργοδότη» ή των ασφαλιστικών βιβλιαρίων, στα οποία σημειώνει το χρονικό διάστημα που έχει αιτηθεί για να επιχορηγηθεί η ξενοδοχειακή επιχείρηση λόγω επιμήκυνσης και κατόπιν τα επιστρέφει στον δικαιούχο (ξενοδοχειακή επιχείρηση).
Κατόπιν το γραφείο ασφάλισης, αφού έχει ελέγξει ποιοι ξενοδοχοϋπάλληλοι δικαιούνται επιδότηση τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη της επιμήκυνσης, διαβιβάζει άμεσα τη συμπληρωμένη κατάσταση των εργαζομένων στο αρμόδιο για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης γραφείο απασχόλησης του ΚΠΑ2. Το γραφείο απασχόλησης που είναι αρμόδιο για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης συμπληρώνει την 7η στήλη, βάσει της «βεβαίωσης εργοδότη» με τις ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης την οποία προσκομίζει ο δικαιούχος (ξενοδοχειακή επιχείρηση).
Σε περίπτωση που ένας ξενοδοχοϋπάλληλος δεν δικαιούται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, η εποχική ξενοδοχειακή επιχείρηση (δικαιούχος) δεν μπορεί να επιχορηγηθεί για τον συγκεκριμένο ξενοδοχοϋπάλληλο. Επίσης στην περίπτωση που κανένας από τους ξενοδοχοϋπαλλήλους, για τους οποίους η ξενοδοχειακή επιχείρηση έχει αιτηθεί την επιχορήγηση, δεν δικαιούται επίδομα τακτικής ανεργίας κατά την έναρξη του χρονικού διαστήματος της επιμήκυνσης, τότε η ξενοδοχειακή επιχείρηση δεν μπορεί να επιχορηγηθεί στα πλαίσιο του παρόντος προγράμματος.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της αίτησης ή και των απαραίτητων δικαιολογητικών για καταβολή της επιχορήγησης, που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, πέραν της προθεσμίας των 60 ημερών από τη λήξη του τελευταίου μήνα της επιμήκυνσης, τότε η αξίωση για καταβολή της επιχορήγησης, θα παραγράφεται μετά από σχετική απόφαση του Προϊσταμένου του ΚΠΑ2.
Είναι δυνατή η επιμήκυνση της ως άνω προθεσμίας κατά εξήντα (60) ημέρες, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης και απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας.
2. Καταβολή της επιχορήγησης
Η Υπηρεσία (ΚΠΑ2), στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα, ύστερα από το σχετικό έλεγχο των ημερών ασφάλισης του επιχορηγούμενου προσωπικού μέσω του ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, συμπληρώνει την κατάσταση των εργαζομένων υπολογίζοντας και το ποσό της επιχορήγησης.
Η Υπηρεσία (ΚΠΑ2), στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η ξενοδοχειακή επιχείρηση ή η ξενοδοχειακή μονάδα, ύστερα από το σχετικό έλεγχο των δικαιολογητικών (διοικητικός έλεγχος) και αφού διαπιστώσει ότι πληρούνται οι όροι και προϋποθέσεις του προγράμματος, προβαίνει στην έκδοση σχετικής εγκριτικής απόφασης για την καταβολή της ενίσχυσης.
Σε περίπτωση που ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης δεν ανταποκριθεί και δεν προσέλθει στην Υπηρεσία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (3 μήνες) τότε το ποσό παραγράφεται μετά από σχετική απόφαση του Προϊσταμένου του ΚΠΑ2.
Άρθρο 9
Επιδότηση ανεργίας ξενοδοχοϋπαλλήλου
Το γραφείο ασφάλισης του ΚΠΑ2 που είναι αρμόδιο για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου, εξετάζει με βάση την προαναφερθείσα σημείωση στη «βεβαίωση εργοδότη» του ξενοδοχοϋπαλλήλου, αν απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης και σε καταφατική περίπτωση του καταβαλλει τα επιδόματα ανεργίας σύμφωνα με τον παραπάνω υπολογισμό (ημερήσια επιδόματα που θα δικαιούνταν κατά την έναρξη της επιμήκυνσης μειωμένα κατά τον αριθμό των ημερών εργασίας/ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν σε αυτήν και για τα οποία δικαιούται να επιχορηγηθεί η δικαιούχος ξενοδοχειακή επιχείρηση). Επιπλέον γνωστοποιεί τη σχετική απόφαση στο αρμόδιο για την επιχορήγηση της επιχείρησης γραφείο απασχόλησης, που τη διατηρεί στο φάκελο της επιχορήγησης της, αφού σημειώσει τον αριθμό της στην κατάσταση εργαζομένων.
Αν δεν υπάρχει σημείωση του αρμόδιου για την επιχορήγηση της επιχείρησης γραφείου απασχόλησης επάνω στις «βεβαιώσεις εργοδότη» σχετική με την αίτηση της για επιχορήγηση, πρέπει το αρμόδιο για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου γραφείο ασφάλισης, πριν εκδώσει απόφαση, να επικοινωνήσει με το αρμόδιο για την επιχορήγηση της επιχείρησης γραφείο απασχόλησης, για να εξακριβώσει αν αυτός έχει ζητήσει επιδότηση. Στη συνέχεια εκδίδει, με σχετική αναφορά της επικοινωνίας αυτής, την απόφαση για την επιδότηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου, την οποία γνωστοποιεί και στο αρμόδιο για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης γραφείο απασχόλησης.
Η γνωστοποίηση εξασφαλίζει τη βεβαιότητα ότι δεν θα καταβληθούν δύο επιχορηγήσεις/επιδοτήσεις (στην επιχείρηση και στον ξενοδοχοϋπάλληλο αντίστοιχα) για τις ίδιες ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης.
Το αρμόδιο γραφείο απασχόλησης για την επιχορήγηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης, οφείλει να διατηρεί φάκελο με τα στοιχεία της επιχορήγησης, όπως φωτοτυπία της «βεβαίωσης εργοδότη» των ξενοδοχοϋπαλλήλων με τις ημέρες ασφάλισης κατά το χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης, αποφάσεις σχετικά με την επιδότηση των εργαζομένων, υπεύθυνες δηλώσεις των δικαιούχων (ξενοδοχειακών επιχειρήσεων), από όπου προκύπτει ότι η ξενοδοχειακή επιχείρηση μπορεί να επιχορηγηθεί για τις ημέρες ασφάλισης που έχουν καταχωρηθεί στην 7η στήλη και ότι για αυτές δεν επιδοτήθηκαν οι εργαζόμενοι.
Άρθρο 10
Διακοπή -Δημοσιονομική Διόρθωση
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση όρου ή όρων ή προϋποθέσεων, μετά από οποιαδήποτε καταβολή ποσού της επιχορήγησης στην επιχείρηση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ.7 του ν.1262/1982, όπως ισχύει, των άρθρων 121 και 123 του ν.4270/2014 (ΦΕΚ 143/Α’) και του άρθρου 91 παρ. 1 εδ. 1ο του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974), όπως ισχύει.
Άρθρο 11
Επίλυση διαφορών -Διαδικασία Ενστάσεων
Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των δικαιούχων και των Υπηρεσιών Απασχόλησης του ΟΑΕΔ, επιλύεται με απόφαση της Επιτροπής Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών (Απόφαση Δ.Σ.: 635/8.3.2016 – ΦΕΚ 1708/Β/15-6-2016 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει).
Οι ενστάσεις υποβάλλονται, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση των σχετικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από το κάθε φορά αρμόδιο γραφείο της Υπηρεσίας.
Οι υποβαλλόμενες ενστάσεις με τα τυχόν προσκομισθέντα δικαιολογητικά εξετάζονται από τον Προϊστάμενο και τον κάθε φορά υπάλληλο του ΚΠΑ2. Μετά τον σχετικό έλεγχο γίνεται εισήγηση, η οποία αποστέλλεται στο αρμόδιο τμήμα της αντίστοιχης Περιφερειακής Διεύθυνσης του Οργανισμού, το οποίο θέτει το αίτημα της επιχείρησης υπόψη της Επιτροπής Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών.
Οι αποφάσεις επί των ενστάσεων, οι οποίες είναι επαρκώς τεκμηριωμένες και αναφέρουν αναλυτικά τις διατάξεις και τους όρους του προγράμματος που παραβιάστηκαν εκδίδονται από την Επιτροπή Εκδίκασης Ενδικοφανών Προσφυγών μέσα σε τρεις (3) μήνες από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της ένστασης και κοινοποιούνται στους προσφεύγοντες.
Άρθρο 12
Τελικές διατάξεις
Λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος, εξειδικεύονται περαιτέρω στη Δημόσια Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση, η οποία εκδίδεται κάθε έτος και αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του ΟΑΕΔ (www.oaed.gr).
Εκκρεμείς αιτήσεις καταβολής επιχορήγησης για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών, στο πλαίσιο του «Προγράμματος επιχορήγησης εποχικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων για τη διατήρηση θέσεων εργασίας κατά τη χειμερινή περίοδο» σύμφωνα με την με αριθμ. 43452/633/22-12-2014 κοινή υπουργική απόφαση, ικανοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 8 της παρούσας.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 9 Φεβρουαρίου 2017
Οι Αναπληρωτές Υπουργοί
Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΘΕΜΑ: «Αναπροσαρμογή ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου σύνταξης μισθωτών από 01/01/2017 έως 1/1/2020 κατ’ εφαρμογή του αρθρ. 38 του Ν. 4387/16 »
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 ,4 και 5 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ 85 / 12-5-2016 τ. Α’) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού -συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις » σχετικά με την αναπροσαρμογή ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης μισθωτών, και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την εφαρμογή τους:
1. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΛΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων , με την επιφύλαξη της παραγράφου 17 του άρθρου 39 του νόμου αυτού, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών.
Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 38 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι, τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων ως ανωτέρω ποσοστών ασφαλιστικών εισφορών κλάδου κύριας σύνταξης αναπροσαρμόζονται ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1/1/2017 και εφεξής ώστε από 1/1/2020 να διαμορφωθούν στο ποσοστό που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο (δηλ. 13,33% για τον εργοδότη και 6,67% για τον ασφαλισμένο).
Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 38 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι:
«5. Δεν αναπροσαρμόζονται και παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.4387/2016 οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων που εμπίπτουν στις κατηγορίες που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας της υποπαραγράφου Ε3 της παρ. Ε του άρθρου 2 του Ν.4336/2015, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Φ11321/οικ.47523/1570 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β’2311) καθώς και των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του Ν.3863/2010 (Α’115),όπως ισχύει, καθώς και όσοι για την απασχόλησή τους δεν υπάγονταν στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αλλά υπάγονταν είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε εκτός αυτού και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος. Στο ίδιο ύψος παραμένουν και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.»
Κατόπιν τούτου, διευκρινίζεται ότι, δεν αναπροσαρμόζονται αλλά παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου οι ασφαλιστικές εισφορές ( ασφαλισμένου και εργοδότη) των κατηγοριών που αναφέρονται κατωτέρω ως εξής:
Α. Πρόσωπα που, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ,υπάγονται στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ) είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε, εκτός αυτού, και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος (π.χ. φοιτητές και σπουδαστές ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΙΕΚ , μεταπτυχιακοί φοιτητές κλπ. που πραγματοποιούν την πρακτική τους άσκηση που θεσμοθετημένα προβλέπεται από τα προγράμματα σπουδών τους για τη λήψη του πτυχίου τους, πρόσωπα που συμμετέχουν σε προγράμματα κοινωνικής επανένταξης του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων / ΚΕΘΕΑ, κρατούμενοι εργαζόμενοι φυλακών κ.ά .) .
Β. Κατηγορίες εργαζομένων που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας του Ν.4336/2015, ήτοι:
I. Απασχολούμενοι οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση του Νέου Πίνακα Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων ( Φ.10221/οικ.26816/929/30- 11-2011 Υ.Α. (ΦΕΚ 2778/τ.Β72-12-2011), ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του β’ εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/51, όπως ισχύει.
II. Απασχολούμενοι σε υπόγειες στοές μεταλλείων- λιγνιτωρυχείων και σε υποθαλάσσιες στοές, οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 20 του Ν.997/79 και της παρ. 2 του άρθρου 48 του Ν.2084/1992, όπως ισχύουν.
III. Απασχολούμενοι στην επιφάνεια μεταλλείων – λιγνιτωρυχείων , οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν.2335/95 , όπως ισχύουν.
IV. Ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του τέταρτου εδαφίου , παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν.825/1978 όπως ισχύει ( 35ετία με βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα).
V. Απασχολούμενοι σε βαριές οικοδομικές ή τεχνικές εργασίες, οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Ν.1543/1985 όπως ισχύουν.
VI. Απασχολούμενοι ως προσωπικό ΟΤΑ σε υπηρεσίες υγιεινής – καθαριότητας , οι οποίοι ασφαλίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν.1694/87 , όπως ισχύουν.
VII. Οι υπαγόμενοι στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα της τ. Διεύθυνσης Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ και οι απασχολούμενοι σε ορυχεία, σταθμούς παραγωγής και δίκτυα , οι οποίοι ασφαλίζονται στον τομέα ΤΑΠ ΔΕΗ του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
VIII. Οι ναυτικοί, που ασφαλίζονται και συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 14 του Π.Δ. 913/1978.
IX. Οι ασφαλισμένοι για πρώτη φορά από 1/1/1993 που υπάγονται στις διατάξεις του νέου Πίνακα Β.Α.Ε. , σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 24 του Ν.2084/92.
X. Οι ασφαλισμένοι για πρώτη φορά από 1/1/1993 που εργάζονται σε υπόγειες στοές μεταλλείων- λιγνιτωρυχείων, εναέριες ή υποθαλάσσιες εργασίες, καθώς και σε ορυχεία, σταθμούς παραγωγής και δίκτυα προκειμένου για τους ασφαλισμένους του ΤΑΠ- ΔΕΗ.
XI. Οι ασφαλισμένοι για πρώτη φορά από 1/1/1993 οι οποίοι απασχολούνται σε οικοδομικές ή τεχνικές εργασίες καθώς και το προσωπικό ΟΤΑ που απασχολείται σε υπηρεσίες υγιεινής – καθαριότητας και ασφαλίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 , άρθρου 24 του Ν.2084/92.
Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 38, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (ενότητα 1), για την αναπροσαρμογή τυχόν υψηλότερων ή χαμηλότερων των οριζομένων στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου ποσοστών ασφαλιστικών εισφορών κλάδου κύριας σύνταξης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Φ11321/οικ.45947/1757/19-12-2016 Απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ 4458/τ.Β’/30-12- 2016).
Κατόπιν τούτου, από 1/1/2017 τα ποσοστά των ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης για τους ασφαλισμένους και τους εργοδότες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω αναφερόμενης Υπουργικής Απόφασης, τα οποία απεικονίζονται στην ΑΠΔ με τους παρακάτω Κωδικούς Πακέτου Κάλυψης (ΚΠΚ) αντίστοιχα , αναπροσαρμόζονται ως εξής :
4. ΒΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ – ΑΝΩΤΑΤΟ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ
1. ΠΡΟΙΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
Σύμφωνα με το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο του Ν.4093/12 (ΦΕΚ 222/12-11-2012 τ.Α’) προβλέφθηκε μεν εναρμόνιση του ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών «παλαιών» και «νέων» ασφαλισμένων, δεν ήταν όμως για όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες ενιαίο, δεδομένου ότι, είχαν διατηρηθεί σε ισχύ καταστατικές ή γενικές διατάξεις σε ορισμένους φορείς, οι οποίες είτε προέβλεπαν υψηλότερο όριο είτε δεν προέβλεπαν την ύπαρξη ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών, με αποτέλεσμα η εισφορά κλάδου σύνταξης στους φορείς αυτούς να υπολογίζεται στο σύνολο των αποδοχών, οι οποίες ήταν πολύ υψηλότερες από το ανωτέρω αναφερόμενο εναρμονισμένο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών.
2. ΙΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
Με τις διατάξεις του Ν.4387/2016, θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών καθώς και ενιαίο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για όλους τους μισθωτούς «παλαιούς» και «νέους» που
εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α.
Κατά συνέπεια και για τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες ασφαλισμένων ισχύει από 1/1/2017 το ανώτατο και κατώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών όπως αναφέρεται κατωτέρω.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α και β του νόμου αυτού ,ορίζεται ότι το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού, και σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
Με τις διατάξεις της παρ. 3 της υπ. ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222) ορίστηκε ότι ,ο κατώτατος βασικός μισθός άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών ανέρχεται στο ποσό των 586,08 ευρώ.
Συνεπώς το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών ανέρχεται στο ποσό των 5.860,80 ευρώ και ισχύει από 1-1-2017.
Το εν λόγω ανώτατο όριο εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά όμως μόνο στην εισφορά ασφαλισμένου.
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν.4445/2016 (ΦΕΚ 236/τ.Α’/19-12-2016) με τις οποίες προστίθεται περίπτωση γ’ στην παρ.2 του άρθρου 38 του Ν.4387/2016 , θεσπίζεται ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους , η οποία καθορίζεται με βάση το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
Κατά συνέπεια , η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού των εισφορών ανέρχεται στο ποσό των 586,08 ευρώ.
Επισημαίνεται ότι εφόσον ο μισθωτός είναι έως 25 ετών η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών της κατηγορίας αυτής με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους είναι η προβλεπόμενη με της διατάξεις της παρ.3( περ.β’) της υποπαρ. ΙΑ. 11 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α’) , ήτοι 510,95 ευρώ.
Εννοείται, επίσης, ότι εφόσον η απασχόληση δεν είναι πλήρης , οι εισφορές υπολογίζονται επί των πάσης φύσεως καταβαλλομένων αποδοχών , έστω και αν αυτές υπολείπονται της ανωτέρω κατά περίπτωση ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού εισφορών.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΦΚΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΠΑΚΑΛΕΞΗΣ
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΠ 130/2017 Φοροδιαφυγή – έκδοση πλαστών τιμολογίων – Ηπιότερος νόμος – Μετατροπή ποινής κάθειρξης μέχρι πέντε χρόνια σε χρηματική
ΑΠ 130/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Περίληψη
Φοροδιαφυγή – Έκδοση πλαστών τιμολογίων
Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών τιμολογίων, απαιτείται αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή, νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων.
Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. (ΑΠ 224/2016). Η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β’ , που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 “Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ, καθ’ ο μέρος ορίζει, ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) ….. και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, ως επιεικέστερη της προϊσχύσασας διάταξη, τυγχάνει, κατά το άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ., εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, όπου η συνολική αξία των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και ανέρχεται σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), αφού για την σε βαθμό κακουργήματος τιμώρηση της πράξεως απαιτεί ήδη το ποσό των 200.000 ευρώ, αντί του μικροτέρου εκείνου των 150.000 ευρώ, που απαιτούσε η προϊσχύσασα διάταξη και επί πλέον απειλεί ποινή μικρότερη, κατά το ανώτατο όριό της (κάθειρξη έως δέκα ετών), από εκείνη της παλαιάς ρυθμίσεως, που απειλούσε κάθειρξη έως είκοσι έτη (άρθρα 52 παρ. 2 και 3 του ΠΚ). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 224/2016). Για την ύπαρξη της, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ (ανερχόμενη σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν ενώπιόν του επ’ ακροατηρίου.
Ηπιότερος νόμος
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων. Η τελευταία νέα αυτή ρύθμιση είναι επικεικεστέρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, της προϊσχύσασας του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997, αφού πλέον ή έκδοση ή η αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων απορροφάται (φαινομενικώς κατ’ ιδέαν) από την πράξη της φοροδιαφυγής και δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Πλέον τούτων, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση, που μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, το δικαστήριο, εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΟλΑΠ 3/1995). Ως ηπιότερος νόμος κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος (ΑΠ 39/2015).
Μετατροπή ποινής 5ετής κάθειρξης σε Χρηματική
Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής : “1. … Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων…3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών”.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλακίσεως όσο και η ποινή καθείρξεως. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση “περιοριστική της ελευθερίας ποινή”, και όχι ο όρος “φυλάκιση”, αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης. Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού, οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής καθείρξεως πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση “στερητική της ελευθερίας ποινή” και αναφέροντας ρητά τον όρο “πενταετής κάθειρξη”.
Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή καθείρξεως πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή καθείρξεως, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών (ΑΠ 454/2016). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, συνισταμένη στην απόρριψη του αιτήματός του για μετατροπή της ποινής καθείρξεως πέντε (5) ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 23), ο αναιρεσείων μετά την απαγγελία της ανωτέρω ποινής υπέβαλε δια της συνηγόρου του σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως μη νόμιμο με την αιτιολογία, ότι για την μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ, που ορίζουν για μετατροπή ποινών φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη και όχι για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε (5) ετών. Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή. Επομένως, το άνω Πενταμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012, εσφαλμένως ερμηνεύοντας αυτήν και συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) ετών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.-.
ΑΠ 130/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Γ., κατοίκου … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούτα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 127/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. …2015 από 13-11-2015 αίτηση του Ι. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 127/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) …, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ βιβλίο την 3-11-2015, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ.
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997 “Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις”, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40 παρ.1 Ν. 3220/2004 και 2 παρ. 2 Ν. 3943/2011, καταλαμβάνει δε την παρούσα υπόθεση, ως εκ του κατά την 11-10-2011 χρόνου τελέσεως της επιδίκου πράξεως, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
Ειδικά, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) “με κάθειρξη”, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου (19 ν. 2523/1997, όπως διαμορφώθηκε και ισχύει), το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου ενώ κατά την παρ 3, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό κατά την παρ. 4 είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
Εξ άλλου, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής – Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ, με το δε άρθρο 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται πλέον στην παρ. 5 του άρθρου τούτου 66, τα εξής:
Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
Από την σύγκριση των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών τιμολογίων, απαιτείται αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή, νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. (ΑΠ 224/2016). Η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β’ , που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 “Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ, καθ’ ο μέρος ορίζει, ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) ….. και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, ως επιεικέστερη της προϊσχύσασας διάταξη, τυγχάνει, κατά το άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ., εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, όπου η συνολική αξία των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και ανέρχεται σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), αφού για την σε βαθμό κακουργήματος τιμώρηση της πράξεως απαιτεί ήδη το ποσό των 200.000 ευρώ, αντί του μικροτέρου εκείνου των 150.000 ευρώ, που απαιτούσε η προϊσχύσασα διάταξη και επί πλέον απειλεί ποινή μικρότερη, κατά το ανώτατο όριό της (κάθειρξη έως δέκα ετών), από εκείνη της παλαιάς ρυθμίσεως, που απειλούσε κάθειρξη έως είκοσι έτη (άρθρα 52 παρ. 2 και 3 του ΠΚ). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 224/2016). Για την ύπαρξη της, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ (ανερχόμενη σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν ενώπιόν του επ’ ακροατηρίου.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την απαιτούμενη κατά το μέρος αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, το δικαστήριο να προβεί στην αναφορά των στοιχείων και του περιεχομένων των αναγνωσθέντων εγγράφων και στην αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου από τα ανωτέρω χωριστά, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους, ούτε να διαλάβει τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, όπως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ότι έπρεπε να κάνει το δικαστήριο, προκειμένου να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την παραδοχή, ότι “τα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία τα αποδέχθηκε στην κατοχή του με δόλο γνωρίζοντας ότι είναι εικονικά καθόσον το περιεχόμενό τους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού δεν είχαν θεωρηθεί νομίμως, ενώ ουδέποτε η επιχείρηση “… ΕΠΕ” πραγματοποίησε της αναφερόμενες σε αυτά εργασίες, αφού δεν είχε την απαιτούμενη υποδομή, ενώ τυγχάνει ανύπαρκτη επαγγελματικά”. Επομένως, η σχετική αιτίαση, που προβάλλει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων και, υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουσα την ανέλεγκτη περί τούτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.- Εξ άλλου, φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 Π.Κ., υπάρχει, όταν οι περισσότερες πράξεις, οι οποίες διώκονται, δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μεν αποτελεί κατά νόμο συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής, είτε, τέλος, διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης, από την οποία και απορροφάται (ΑΠ 388/2016).
Περαιτέρω, όπως προαναφέρεται, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής – Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το αρθρ. 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και ειδικότερα για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται στις παρ. 1 έως και 5 του αρθρ. 66 του αρθρ. 8 ν. 4337/2015, τα εξής: “1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν. 2. Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου. 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. 5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.”.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων.
Η τελευταία νέα αυτή ρύθμιση είναι επικεικεστέρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, της προϊσχύσασας του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997, αφού πλέον ή έκδοση ή η αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων απορροφάται (φαινομενικώς κατ’ ιδέαν) από την πράξη της φοροδιαφυγής και δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Πλέον τούτων, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση, που μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, το δικαστήριο, εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΟλΑΠ 3/1995).
Ως ηπιότερος νόμος κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος (ΑΠ 39/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή, ότι τα επίδικα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του του προαναφερομένου άρθρου 66 Ν. 4174/2013 (αντίστοιχες των προϊσχυσασών παραβάσεων των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997).
Συνεπώς, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ότι, αφού με την υπ’ αριθμ. 898/2015 απόφασή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …, που σημειωτέον δεν επικαλείται ότι έχει καταστεί αμετάκλητη, ουδέ προκύπτει ότι προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ζητήθηκε η αποδεικτική της αξιοποίηση, κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, διότι ζήτησε, έλαβε και κατεχώρησε στα βιβλία του τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια, το αδίκημα της αποδοχής των αυτών εικονικών και πλαστών τιμολογίων, για το οποίο κατεδικάσθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν στοιχειοθετείται και ως εκ τούτου πρέπει, κατ’ εφαρμογή της, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θέση σε ισχύ της ως άνω επιεικέστερης διατάξεως του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. γ’ του Ν. 4174/2013, και των άρθρων 511 εδ. γ’ και 514 εδ. γ’ του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η απόφαση να κηρυχθεί αθώος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί προκειμένου να τύχει εφαρμογής η τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και να υπάρχει περί τούτου σχετική παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, μετά από την εκτίμηση των πραγμάτων.
Όπως ήδη προαναφέρεται, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως (ΑΠ 931/2007). Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β, γ, δ και ε, που συνίστανται στο “α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή”, β) “το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, “δ) το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και “ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του”. Ειδικότερα, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της εννόμου τάξεως και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά (ΑΠ 1090/2015).
Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτών κατά την έννοια του εδ. β’ της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 ΠΚ), απαιτείται ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρος και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο του απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια, αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 2365/2008 ΤΝΠ Νόμος). Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 453/2016). Περαιτέρω, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1192/2016), η μετά τη σύλληψή του υπαιτίου ομολογία της πράξεώς του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 951/2012 ΤΝΠ Νόμος). Εξ άλλου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης. Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού, η καλή και συνήθης συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 69/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δια του οποίου ο τελευταίος παρίστατο, υπέβαλε εγγράφως και ανάπτυξε προφορικώς πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τους εξής, επί λέξει, αυτοτελείς ισχυρισμούς – αιτήματα αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων: “Ο κατηγορούμενος µε τους παρόντες ισχυρισμούς του προβάλει το αίτημα – ισχυρισμό του για την αναγνώριση στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων και ειδικότερα:
l) Στην πράξη της δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια, αντίθετα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί ότι η αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση (η οποία φέρεται να εξέδωσε εικονικά τιμολόγια] ήταν µια νόμιμη επιχείρηση καθόσον είχε μιλήσει προσωπικά µε τον εκπρόσωπό της, είχε νόμιμη έδρα και υφιστάμενο Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, που ήταν τα βασικό. στοιχεία για την ανάθεση σε αυτήν υπεργολαβίας στα έργα που εκτέλεσε. Πέραν τούτου, δεν υπέπεσε στην αντίληψη του κατηγορούμενου η πιθανότητα αποδοχής εικονικών τιμολογίων καθώς είχε συνάψει µε την αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης υπεργολαβίας, τα οποία μάλιστα κατατέθηκαν νόμιμα στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως προέβλεπε η ισχύουσα φορολογική νομοθεσία, τα οποία θα έπρεπε η αρμόδια φορολογική αρχή να ελέγξει και στην περίπτωση που είχε αμφιβολίες να προστατεύσει τον φορολογούμενό της (κατηγορούμενο), καθώς τα στοιχεία που φέρει σήμερα η Αρχή για την απόδειξη εκδόσεως εικονικών τιμολογίων, ήταν σε θέση να γνωρίζει μόνον αυτή και είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει τέτοια πιθανότητα στον κατηγορούμενο ώστε να τον προστατεύσει. Αντίθετα, όχι μόνον δεν του γνωστοποίησε την πιθανότητα να συμβάλλεται µε µια επιχείρηση που υποπίπτει σε φορολογικά αδικήματα τέτοιου µμεγέθους, αλλά παρέλαβε τα συμφωνητικά και μετά από έτη διαπίστωσε τέτοιες πράξεις, ενώ μόνον αυτή θα μπορούσε (λόγω του απορρήτου των φορολογικών στοιχείων και υποθέσεων) να τον προστατεύσει. Επομένως ο κατηγορούμενος, θεωρώντας ότι πρόκειται για µια νόμιμα λειτουργούσα επιχείρηση (εκδότρια), συμβλήθηκε νόμιμα, απαίτησε και υπογράφηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά τα οποία αποδείκνυαν τις μεταξύ τους συναλλαγές, από τις εργασίες που έγιναν πραγματικά – καθώς μπορούν να ελεγχθούν τα έργα που έλαβαν χώρα (δημόσια έργα), ακόμη και σήμερα – κατέβαλε το τίμημα των τιμολογίων, στον φερόμενο ως εκπρόσωπό της και καταχώρησε όλα τα άνω τιμολόγια στα επίσημα φορολογικά βιβλία του. Τα παραπάνω, συνιστούν πράξεις τις οποίες ενεργεί ο κάθε μέσος συνετός άνθρωπος που πιστεύει ότι συμβάλλεται νόμιμα και αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί -µε βεβαιότητα- ότι είναι απολύτως σύννομες οι συναλλαγές του µε την αντισυμβαλλόμενή του επιχείρηση. Αποτέλεσμα των διαπιστώσεων περί εικονικών τιμολογίων, που οδήγησε στο συμπέρασμα αυτό την αρμόδια φορολογική αρχή είναι το γεγονός ότι ο Μ. αρνήθηκε οποιαδήποτε συναλλαγή µε τον κατηγορούμενο και τους άλλους επιχειρηματίες, ενώ ουσιαστικά έγιναν οι εργασίες και εισέπραξε τα χρήματα γι’ αυτές, δεδομένου ότι δεν τήρησε τη νόμιμη διαδικασία δηλαδή την δήλωση των εισοδημάτων από αυτές τις αιτίες και την πληρωμή του ΦΠΑ που είχε εισπράξει από τους αντισυμβαλλόμενους, προκειμένου να απεκδυθεί των ευθυνών τους, συνεπεία δε αυτών ήταν να οδηγείται τόσο ο παρών κατηγορούμενος όσο και άλλοι που συναλλάχθηκαν µε αυτόν, στην πεποίθηση ότι δεν πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές και ότι τα τιμολόγια είναι εικονικά, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο για πραγματικές συναλλαγές και πραγματικά τιμολόγια, µε αποτέλεσμα την ηθική, επαγγελματική και οικονομική του καταστροφή.
2) Όπως μάλιστα προκύπτει, από την προσκομιζόμενη, από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. …/2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ …), κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, παρά το γεγονός ότι δεν ενήργησε µε δόλο, να άρει ή έστω να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, αιτούμενος την διαιτητική επίλυση των διαφορών των σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο.
3) Τόσον από την εν λόγω υπόθεση όσο και μετά από αυτήν δεν απασχόλησε τις Αρχές ή τα Δικαστήρια και ζούσε και συνέχισε να ζει έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του καθώς δεν είναι άτομο που ρέπει προς την εγκληματικότητα.
4) Εξάλλου συμβιώνει, εδώ και τουλάχιστον 25 έτη µε την σύντροφό του Σ. Κ., µε την οποία απέκτησε µια κόρη την Γ. Π., ηλικίας σήμερα δώδεκα (12) ετών (όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο µε αρ.πρωτ…. 19-9-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου … και η οποία γεννήθηκε την 18-11-2001 (σχ.προσκ.αντίγρ. της αρ…. /2001 Ληξιαρχικής Πράξης Γέννησης του Δήμου …), την οποία οικογένειά του φροντίζει συνεχώς και αδιάλειπτα, ασχολείται τακτικά µε την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του, καθώς δεν υπάρχουν άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό πέραν του ιδίου και της συντρόφου του.
5) Πέραν τούτου.. δεν είναι επικίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, ούτε επιρρεπής σε εγκληματικές συμπεριφορές και ούτε επικίνδυνος για την τέλεση άλλων αξιόποινων συμπεριφορών. Είναι έντιμος οικογενειάρχης, αγαπητός στον κοινωνικό του κύκλο και ποτέ δεν έδωσε την παραμικρή αφορμή. Υπέστην δε, από την όλη υπόθεση πολύ µμεγάλη επαγγελματική, οικογενειακή και ατομική καταστροφή και αρκετά προβλήματα υγείας όπως μόνιμες κεφαλαλγίες, ημικρανίες κ.λπ. Επομένως προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από τα παραπάνω ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις και πρέπει να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 γ’ , δ’ και ε ‘ του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά και ιδίως στοιχεία της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από ταπεινά αίτια και μετά την πράξη του έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει (ή να μειώσει) τις συνέπειες της πράξεώς του µε την υποβολή αιτήσεως προς τον Υπ. Οικονομικών-ΣΦΔ για διαιτητική επίλυση της διαφοράς ενώ η επικαλούμενη από αυτόν μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, έλαβε χώρα σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης (ΑΠ 1003 j 2003 Ποιν. Λογ.2003Ι 1097).
Επικουρικά δε από τον χρόνο εκδόσεως της σχετικής διατάξεως της κας Ανακρίτριας … αφενός κατέβαλε εμπρόθεσμα την τασσόμενη εγγύηση αφετέρου τήρησε κατά γράμμα τους περιοριστικούς όρους που του τέθηκαν χωρίς καμία μέχρι και σήμερα παρέκκλιση. Επομένως, ενόψει αυτών, πρέπει το Δικαστήριό Σας να κάνει δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. γ, δ και ε του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τα πιο πάνω ελαφρυντικά, ότι, δηλαδή, αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια παράλληλα έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του καθώς δε συμπεριφέρθηκε από τον χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, καλά μέχρι και σήμερα και µε τις παραδοχές αυτές να οδηγηθεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.”. Το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατά πλειοψηφία τους ανωτέρω περί ελαφρυντικών αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: “Στην προκειμένη περίπτωση οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, β, γ, δ και ε πρέπει να απορριφθούν για τους εξής λόγους:
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πριν από την τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων επέδειξε θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α, τέτοια δε συμπεριφορά δεν αποτελεί το γεγονός ότι συμβιώνει με τη σύντροφο του Σ. Κ. με την οποία απέκτησε μια κόρη ηλικίας σήμερα 12 ετών, ότι φροντίζει την οικογένεια του συνεχώς και αδιαλείπτως, ότι ασχολείται τακτικά με την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του και ότι δεν υπάρχουν άλλα άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στις προαναφερόμενες πράξεις του για τις οποίες κρίθηκε ένοχος από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο εν λόγω ισχυρισμός του συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία (άρνηση), όμως, δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ 2 γ ΠΚ το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε χωρίς την αναφορά πραγματικών περιστατικών, που να αποδεικνύουν τη συνδρομή της. Περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και ότι επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μόνη δε η αποδειχθείσα υποβολή εκ μέρους του αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς δεν μαρτυρεί ειλικρινή μετάνοια του ούτε προσπάθεια να άρει τις συνέπειες των πράξεων του. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ούτε στο Δικαστήριο έτσι ώστε τουλάχιστον από την απολογία του σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία να διαγνωσθεί εάν η επικαλούμενη εκ μέρους του μεταμέλεια υπήρξε ειλικρινής. Τέλος, ως προς την τελευταία ελαφρυντική περίσταση, ήτοι αυτή της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα. Πέραν τούτου δεν αποδείχθηκε ότι η μη επιλήψιμη συμπεριφορά του μετά την τέλεση της προαναφερόμενης πράξης είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης αυτού, αντίθετα μάλιστα εκτιμάται ότι αυτή ( η μη επιλήψιμη συμπεριφορά) είναι αποτέλεσμα της αναμενόμενης δικαστικής κρίσεως ώστε να μπορεί ευπροσώπως να υποστηρίξει αίτημα αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αυτής της ελαφρυντικής περίστασης.”.
Με αυτά που, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, σχετικά με την απορριπτική του αιτήματος του αναιρεσείοντα να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β’ του ΠΚ (την οποίαν εκ προδήλου παραδρομής ο αναιρεσείων παραθέτει ότι στηρίζεται στο εδ. γ’ αντί του ορθού εδ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ) την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία δεν προέκυπτε ότι ωθήθηκε αυτός στην πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τέλεσε την πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία, όμως, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Καθ’ όσον αφορά τον επίσης εκ των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος εκείνο για την αναγνώριση του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α’ του ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενό του δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού, κατά την ως άνω σχετική νομική σκέψη, μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του μέχρι την τέλεση της πράξεως και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά του, με την δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επί πλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, τα οποία και εν προκειμένω ο κατηγορούμενος αυτός δεν επικαλέσθηκε. Επίσης, υπό μόνον το εκτεθέν σχετικώς περιεχόμενό του, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του (αναιρεσείοντος) για την αναγνώριση και της συνδρομής του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ ελαφρυντικού της ειλικρινούς εμπράκτου μετανοίας του, αφού δεν συνδυαζόταν με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία να δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινώς και όχι προσχηματικώς να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, μη αρκούσης της επικλήσεως και μόνον ότι υπέβαλε την από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. …/2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ …), προς διαιτητική επίλυση των διαφορών σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς την περαιτέρω επίκληση της τύχης της αιτήσεως αυτής και επίσης χωρίς την επίκληση καταβολής κάποιου ποσού εκ των οφειλομένων. Τέλος, υπό το εκτεθέν περιεχόμενό του επίσης δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη του, αφού προς στοιχειοθέτησή του, πέραν της επικλήσεως καλής και συνήθους συμπεριφοράς του, εργασίας του, ομαλής οικογενειακής του ζωής, ελλείψεως παραβατικότητας, και συμμορφώσεώς του στην, μετά την απολογία στο ανακριτή εκδοθείσα από το τελευταίο διάταξη, με την οποίαν του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της καταβολής εγγυήσεως, δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της, κατά την ελεύθερη και όχι την εξαναγκαζόμενη από τις περιστάσεις αναμονής της δίκης, βούλησή του, αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρά την τοιαύτη αοριστία τους με την ανωτέρω για εκάστη των αορίστων αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων το δικαστήριο, καίτοι δεν ήταν υποχρεωμένο, διέλαβε την προαναφερόμενη στο σκεπτικό σχετική επαρκή αιτιολογία της απορριπτικής κρίσεώς του.
Επομένως απορρίπτοντας τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς του ως άνω αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως εκ τούτου τα αντίθετα, που υποστηρίζει με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-
Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής : “1. … Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων…3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών”.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλακίσεως όσο και η ποινή καθείρξεως. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση “περιοριστική της ελευθερίας ποινή”, και όχι ο όρος “φυλάκιση”, αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης. Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού, οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής καθείρξεως πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση “στερητική της ελευθερίας ποινή” και αναφέροντας ρητά τον όρο “πενταετής κάθειρξη”.
Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή καθείρξεως πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή καθείρξεως, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών (ΑΠ 454/2016). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, συνισταμένη στην απόρριψη του αιτήματός του για μετατροπή της ποινής καθείρξεως πέντε (5) ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 23), ο αναιρεσείων μετά την απαγγελία της ανωτέρω ποινής υπέβαλε δια της συνηγόρου του σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως μη νόμιμο με την αιτιολογία, ότι για την μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ, που ορίζουν για μετατροπή ποινών φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη και όχι για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε (5) ετών. Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή.
Επομένως, το άνω Πενταμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012, εσφαλμένως ερμηνεύοντας αυτήν και συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) ετών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.-.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μόνο ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα μετατροπής της ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 127/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Λάρισας, ως προς τη διάταξή της που απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για μετατροπή της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως, που επιβλήθηκε σε βάρος του.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ποινής.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θέμα: Χρόνος απόδοσης οφειλόμενων τελών χαρτοσήμου επί δανείων κινούμενων ως τρεχούμενων δοσοληπτικών λογαριασμών
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν τεθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το ανωτέρω θέμα, δίνονται οι κάτωθι οδηγίες:
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5γ του άρθρου 15 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, επί δανείων κινούμενων ως τρεχούμενων δοσοληπτικών λογαριασμών το προσήκον τέλος χαρτοσήμου υπολογίζεται για κάθε διαχειριστική περίοδο επί του μεγαλύτερου ύψους του χρεωστικού ή πιστωτικού αυτού υπολοίπου κατά περίπτωση.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, τα οφειλόμενα τέλη χαρτοσήμου επί των δανείων κινούμενων ως τρεχούμενων δοσοληπτικών λογαριασμών, καταβάλλονται εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός του επόμενου της εγγραφής των πράξεων αυτών στα βιβλία. Οι εγγραφές αυτές οριστικοποιούνται με την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, που λαμβάνει χώρα εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του ν. 4308/2014, σύμφωνα με την οποία “H κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της περιόδου ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα από: α) έξι μήνες από τη λήξη της περιόδου ή β) το χρονικό όριο που επιτρέπει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τίθενται από τη φορολογική ή άλλη νομοθεσία της χώρας”.
Κατόπιν των ανωτέρω, τα οφειλόμενα τέλη χαρτοσήμου επί δανείων κινούμενων ως τρεχούμενων δοσοληπτικών λογαριασμών, καταβάλλονται εμπρόθεσμα έως την λήξη του πρώτου δεκαπενθημέρου που έπεται της λήξης της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν. 4308/2014 (και της τυχόν χορηγηθείσας παρατάσεως αυτής), ανεξάρτητα από το εάν ο υπόχρεος εξαντλήσει ή όχι την προθεσμία αυτή για την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της περιόδου (σχετ. η ΠΟΛ 117/1966 εγκύκλιός μας).
Παραδείγματα:
1. Ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με φορολογικό έτος που λήγει στις 31/12/2016, ολοκληρώνει την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων οποτεδήποτε μέχρι την 30/06/2017. Η καταληκτική ημερομηνία εμπρόθεσμης απόδοσης των τελών χαρτοσήμου στην περίπτωση αυτή θα είναι το αργότερο μέχρι την 15/07/2017.
2. Ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με φορολογικό έτος που λήγει στις 30/06/2016, έχει προθεσμία εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης απόδοσης τελών χαρτοσήμου το αργότερο μέχρι την 15/01/2017.
3. Ημεδαπό νομικό πρόσωπο που επιλέγει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 4172/2013, να χρησιμοποιεί ως φορολογικό έτος το φορολογικό έτος του αλλοδαπού νομικού προσώπου στο οποίο ανήκει, π.χ. 01/02/2016-31/01/2017, έχει προθεσμία εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης απόδοσης τελών χαρτοσήμου το αργότερο μέχρι την 15/08/2017.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΠΟΛ.1034/2017 Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, φορολογικού έτους 2016, των λοιπών εντύπων και των δικαιολογητικών εγγράφων που υποβάλλονται με αυτή
ΠΟΛ 1034/2017
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 18 του ν. 2753/1999 (ΦΕΚ 249 Α΄) σύμφωνα με τις οποίες, «Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να καθορίζονται οι διαδικασίες, οι λεπτομέρειες και ότι άλλο απαιτείται, ώστε οι δηλώσεις οποιουδήποτε φορολογικού αντικειμένου, καθώς και τα τελωνειακά παραστατικά να μπορούν να υποβάλλονται και με τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών».
2. Τις διατάξεις του Π.Δ. 111/2014 (ΦΕΚ 178 Α΄) περί οργανισμού του Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 1/20.1.2016 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 18/20.1.2016 του «Τεύχους Υπαλλήλων Ειδικών Θέσεων και Οργάνων Διοίκησης Φορέων του Δημοσίου και Ευρύτερου Δημοσίου Τομέα» για την επιλογή και διορισμό Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
4. Τις διατάξεις της αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (ΦΕΚ Β΄ 130 και 372) απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομικών σχετικά με τη «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.
5. Τις διατάξεις του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ 94 Α΄) και ιδίως το άρθρο 41.
6. Τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 10, 11, 15, 18, 19, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37 και 41 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α΄), όπως ισχύουν.
7. Την ΠΟΛ.1008/19.1.2011 (ΦΕΚ 136 Β΄), υπουργική απόφαση που αφορά τον καθορισμό ορίων ακαθαρίστων εσόδων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών, πάνω από τα οποία υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό.
8. Τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 12, 13, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 39, 40, 43, 43Α, 59, 60, 64, 67, 69, 70 και 72 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ 167 Α΄), όπως ισχύουν.
9. Τις διατάξεις των άρθρων 29, 31 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152 Α΄).
10. Τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 17 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α΄).
11. Τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 7 του άρθρου 73 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α΄).
12. Τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α΄), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με τις διατάξεις του ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45 Α΄).
13. Τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 4 και της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006 (ΦΕΚ 276 Α΄).
14. Τις διατάξεις του ν. 3525/2007(ΦΕΚ 16 Α΄).
15. Τις διατάξεις της παραγράφου Β2 του άρθρου 43 και της παραγράφου Β2 του άρθρου 44 του ν. 4030/2011 (ΦΕΚ 249 Α΄).
16. Τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ 81 Α΄).
17. Τις διατάξεις του ν. 1497/1984 (ΦΕΚ 188 Α΄) όπως ισχύουν.
18. Τις διατάξεις του άρθρου 1 του κεφαλαίου Α΄ του ν. 4250/2014 (ΦΕΚ 74 Α΄).
19. Τις ΠΟΛ.1088/17.4.2015 (ΦΕΚ 763 Β΄), ΠΟΛ.1132/25.6.2015 (ΦΕΚ 1286 Β΄) και ΠΟΛ.1041/4.4.2016 (ΦΕΚ 926 Β΄), ΠΟΛ.1096/4.7.2016 (ΦΕΚ 2043 Β΄) αποφάσεις της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.
20. Ότι η απόφαση αυτή ρυθμίζει τον τύπο, το περιεχόμενο της δήλωσης φυσικών προσώπων καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία που συνυποβάλλονται με τη δήλωση, σε περίπτωση που υποβάλλεται σε έντυπη μορφή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., για την ομοιόμορφη εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων από τους υπόχρεους, όπως ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013, γι’αυτό από τις διατάξεις της δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
21. Το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων
1. Οι ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2016, των υπόχρεων της παραγράφου 1 του άρθρου 67 του ΚΦΕ (ν. 4172/2013 ΦΕΚ Α΄ 167 23-07-2013), υποβάλλονται υποχρεωτικά, με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου, έως την ημερομηνία που ορίζουν οι οικείες διατάξεις.
Οι ίδιες ημερομηνίες ισχύουν και για τις δηλώσεις που θα υποβληθούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις σε χειρόγραφη μορφή στις Δ.Ο.Υ..
Οι εκπρόθεσμες αρχικές και τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου.
Για τους φορολογούμενους που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος λήγει στο τέλος του έτους, σε περίπτωση αδυναμίας ηλεκτρονικής υποβολής, θα μπορούν να υποβάλλουν τη δήλωσή τους χειρόγραφα στη αρμόδια Δ.Ο.Υ..
Ειδικά για το φορολογικό έτος 2015, οι εκπρόθεσμες αρχικές και τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος υποβάλλονται ηλεκτρονικά μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57-61 του ν. 4446/2016, οι δηλώσεις φορολογικού έτους 2015 υποβάλλονται χειρόγραφα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ..
2. Τα παραπάνω ισχύουν για δηλώσεις που υποβάλλονται είτε από τους ίδιους τους φορολογούμενους με τους δικούς τους κωδικούς πρόσβασης, είτε από εξουσιοδοτημένο λογιστή φοροτεχνικό με τους προσωπικούς του κωδικούς πρόσβασης.
Η εξουσιοδότηση προς τον λογιστή φοροτεχνικό θα αφορά στην διαχείριση των εντύπων E1, Ε2 (όπως έχουν ενημερωθεί από τα αρχεία της Δ/νσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εφεξής Δ.ΗΛΕ.Δ.) και του Ε3, ανεξάρτητα αν οι υπόχρεοι είναι εγγεγραμμένοι στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες Taxisnet.
Στην περίπτωση αυτή θα βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του φορολογούμενου και της συζύγου του προς το λογιστή, από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή ΚΕΠ (άρθρο 11 παρ. 1 ν. 2690/1999 ΦΕΚ 45 Α΄ όπως ισχύει).
3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει η δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής λόγω αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ή εφόσον κρίνεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι συντρέχει αντικειμενική και πραγματική αδυναμία υποβολής της δήλωσης με ηλεκτρονικό τρόπο, επιτρέπεται να υποβληθούν αυτές σε χειρόγραφη μορφή στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ..
4. Οι σύζυγοι, υποχρεούνται να υποβάλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματα τους εφόσον υφίσταται έγγαμη σχέση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης. Υπόχρεος υποβολής δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήματα της συζύγου του.
Ειδικότερα, οι σύζυγοι υποβάλλουν χωριστή φορολογική δήλωση, ο καθένας για τα εισοδήματα του, εφόσον έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης ή ο ένας από τους δύο συζύγους είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή φέρει ο φορολογούμενος.
Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ενημέρωση του Τμήματος Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της αρμόδιας Δ.Ο.Υ με τις παραπάνω μεταβολές.
5. Τα φυσικά πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, στην περίπτωση που ενημερώσουν το Τμήμα Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. με δήλωση μεταβολής, δύνανται να υποβάλλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους. Στην περίπτωση αυτή έχουν την ίδια φορολογική αντιμετώπιση με τους έγγαμους και υπόχρεος υποβολής δήλωσης είναι εκείνο το μέρος του συμφώνου συμβίωσης το οποίο κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος δηλώνεται ως υπόχρεος και για τα εισοδήματα του άλλου μέρους του συμφώνου συμβίωσης. Τα όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο για τη χωριστή φορολογική δήλωση των συζύγων εφαρμόζονται ανάλογα και για τα μέρη του συμφώνου συμβίωσης.
6. Οι δηλώσεις των κατοίκων εξωτερικού υποβάλλονται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου έως την ημερομηνία που ορίζουν οι οικείες διατάξεις και για τους κατοίκους ημεδαπής. Σε περίπτωση που φορολογικός κάτοικος Ελλάδας μεταφέρει την κατοικία του στο εξωτερικό, η δήλωση υποβάλλεται εμπρόθεσμα καθ’όλη τη διάρκεια του φορολογικού έτους και το αργότερο έως τις 31/12/2017 (ΠΟΛ.1058/18.3.2015).
7. Οι δηλώσεις των αποβιωσάντων υποβάλλονται αποκλειστικά σε χειρόγραφη μορφή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. εμπρόθεσμα έως 31/12/2017. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται ενημέρωση του Τμήματος Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ του αποβιώσαντος πριν από την υποβολή της δήλωσης με την ημερομηνία θανάτου και τα στοιχεία των νόμιμων κληρονόμων/εγγυτέρων συγγενών, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
8. Σε περίπτωση υποβολής εντύπου Ε3 για ανήλικο τέκνο, του οποίου τα εισοδήματα φορολογούνται στο όνομα του γονέα που ασκεί την γονική μέριμνα, η δήλωση του γονέα με το Ε3 του ανήλικου τέκνου θα υποβάλλεται σε χειρόγραφη μορφή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ..
9. Σε περίπτωση πτώχευσης υποβάλλονται δύο δηλώσεις, μια δήλωση από τον σύνδικο πτώχευσης για την πτωχευτική περιουσία σε χειρόγραφη μορφή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και μια δήλωση από τον πτωχό για την τυχόν μη πτωχευτική περιουσία και εισοδήματα ηλεκτρονικά.
10. Οι δηλώσεις με επιφύλαξη υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου και οδηγούνται από τη Δ.ΗΛΕ.Δ για έλεγχο εκκαθάριση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
11. Κατά την υποβολή της δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου, θα πρέπει πρώτα να καταχωρούνται τα έντυπα Ε2 και Ε3, όταν απαιτούνται και κατόπιν η δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων (Ε1).
Η σειρά καταχώρησης των συνυποβαλλόμενων Εντύπων Ε2 και Ε3 επιλέγεται από το φορολογούμενο.
Άρθρο 2
Ορισμός τύπου και περιεχόμενου της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και συνυποβαλλόμενων εντύπων
1. Ορίζουμε ότι, για το φορολογικό έτος 2016, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1) (παράρτημα Α), καθώς και των συνυποβαλλόμενων εντύπων,
α) της αναλυτικής κατάστασης για τα μισθώματα ακίνητης περιουσίας (Φ-01.002)-(Ε2) (παράρτημα Β),
β) της κατάστασης οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3) (παράρτημα Γ) καθώς και της κατάστασης φορολογικής αναμόρφωσης που τη συνοδεύει και
γ) της δήλωσης κατοχής μηχανημάτων έργων (Ε16) (παράρτημα Δ) που συμπληρώνεται χειρόγραφα και προσκομίζεται στη Δ.Ο.Υ., εφόσον ζητηθεί, έχουν όπως τα σχετικά υποδείγματα τα οποία επισυνάπτονται στην παρούσα, ως παραρτήματα της Α,Β,Γ και Δ αντιστοίχως.
Άρθρο 3
Εκκαθάριση δήλωσης και καταβολή φόρου
1. Η Δ/νση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης πραγματοποιεί την εκκαθάριση των δηλώσεων Φυσικών Προσώπων που υπεβλήθησαν ηλεκτρονικά, εκδίδει τις Πράξεις Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου, με τις οποίες συνιστάται και βεβαιώνεται η οφειλή ή η απαίτηση των φορολογουμένων και τις κοινοποιεί σε αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. α΄ της παραγρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4174/2013. Οι φορολογούμενοι θα μπορούν να εκτυπώνουν την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου από το Taxisnet χρησιμοποιώντας τους κωδικούς πρόσβασης που διαθέτουν.
2. Στις περιπτώσεις που κριθεί απαραίτητος ο έλεγχος των δικαιολογητικών των αρχικών ή τροποποιητικών δηλώσεων που υποβάλλονται ηλεκτρονικά, θα οδηγούνται για έλεγχο στη Δ.Ο.Υ. και οι πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου εκδίδονται και αποστέλλονται στους φορολογούμενους από τη Δ.Ο.Υ. εκκαθάρισης της δήλωσης.
3. Κατά την υποβολή των δηλώσεων στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ηλεκτρονική πληροφόρηση των δηλούμενων εισοδημάτων και φόρων, τα δικαιολογητικά προσκομίζονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Οι πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου κοινοποιούνται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2.
Για τις τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των οποίων η αρχική δήλωση έχει υποβληθεί μέσω διαδικτύου, τα δικαιολογητικά που θα προσκομίζει ο φορολογούμενος θα είναι μόνο αυτά που αφορούν τον λόγο που επικαλείται για την τροποποίηση της δήλωσης του και όχι όλα τα δικαιολογητικά που αφορούν το σύνολο της δήλωσης.
Για τις τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλονται από μισθωτούς ή συνταξιούχους με αναδρομικά μισθών ή συντάξεων προηγουμένων ετών, αυτές θα παραλαμβάνονται χωρίς κυρώσεις μέχρι το τέλος του φορολογικού έτους στο οποίο εκδόθηκαν κατά περίπτωση, οι βεβαιώσεις αποδοχών ή συντάξεων.
Δεν βεβαιώνεται το ποσό που οφείλεται με βάση την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει τα τριάντα (30) ευρώ αθροιστικά λαμβανόμενο για τον φορολογούμενο και τη σύζυγό του (παρ. 1 άρθρο 18 ν. 3522/2006 ΦΕΚ 276 Α΄).
Δεν επιστρέφεται ποσό φόρου με βάση την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου μικρότερο των πέντε (5) ευρώ αθροιστικά λαμβανόμενο για τον φορολογούμενο και τη σύζυγό του (παρ. 2 άρθρο 18 ν. 3522/2006 ΦΕΚ 276 Α΄).
4. Η καταβολή του φόρου γίνεται σε τρεις (3) ισόποσες διμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου και η καθεμία από τις επόμενες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου, από την προθεσμία υποβολής της δήλωσης.
Η καταβολή του φόρου που προσδιορίζεται από δηλώσεις που υποβάλλονται καθ’ όλη τη διάρκεια του φορολογικού έτους, γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου μήνα του επόμενου έτους, ενώ για τις δηλώσεις αυτής της περίπτωσης που υποβάλλονται στη Δ.Ο.Υ. εμπρόθεσμα και η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εκδίδεται το επόμενο έτος, η καταβολή γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου.
Στις περιπτώσεις που η δήλωση υποβάλλεται εμπρόθεσμα στη Δ.Ο.Υ. ή οδηγείται σε αυτήν για έλεγχο δικαιολογητικών και εκκαθαρίζεται μετά την καταληκτική ημερομηνία της πρώτης δόσης, ο φόρος καταβάλλεται σε τρεις (3) ισόποσες δόσεις και η ημερομηνία καταβολής των δόσεων καθορίζεται από το χρόνο εκκαθάρισης της δήλωσης σε σχέση με τις καταληκτικές ημερομηνίες καταβολής των δόσεων βάσει εμπρόθεσμης υποβολής.
Για τις παραπάνω δηλώσεις που υποβάλλονται εκπρόθεσμα ο φόρος καταβάλλεται σε τρεις (3) ισόποσες δόσεις και ως αφετηρία υπολογισμού των τόκων λαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας που θα έπρεπε να είχε αρχικά καταβληθεί, λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την υποβολή της δήλωσης μέχρι
την εκκαθάριση αυτής από τη Δ.Ο. Υ..
5. Η καταβολή του φόρου που προσδιορίζεται από δηλώσεις φορολογούμενων που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία, οι οποίοι μπορούν να υποβάλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι το πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, ορίζεται να πραγματοποιηθεί, σε δύο (2) ισόποσες διμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Σεπτεμβρίου 2017 και η δεύτερη μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Νοεμβρίου 2017.
Άρθρο 4
Περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος
1. Στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος αναγράφεται υποχρεωτικά ο ΑΜΚΑ του υπόχρεου και της συζύγου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που δεν υποχρεούνται σε απόκτηση Α.Μ.Κ.Α.
Εξαιρούνται και οι υπόχρεοι, οι οποίοι, για λόγους που άπτονται ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων, δεν επιθυμούν να αποκτήσουν Α.Μ.Κ.Α., ούτε για τους ίδιους, ούτε για τα εξαρτώμενα μέλη τους, καθώς και οι υπάλληλοι της Τράπεζας Εμπορίου και Ανάπτυξης Ευξείνου Πόντου.
Η αναγραφή του ΑΦΜ είναι υποχρεωτική μόνο για τα εξαρτώμενα μέλη άνω των 18 ετών, ενώ για τα εξαρτώμενα τέκνα κάτω των 18 ετών είναι προαιρετική.
Σε περίπτωση που τα ανήλικα εξαρτώμενα τέκνα είναι υπόχρεα σε υποβολή δήλωσης θα συμπληρώνεται η σχετική ένδειξη στον πίνακα 8 και υποχρεωτικά ο ΑΦΜ τους. Επισημαίνουμε ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρο 11 του ν. 4172/2013 θεωρείται ότι βαρύνουν τον φορολογούμενο εφόσον συνοικούν με αυτόν και το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ή το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ αν αυτά παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω.
2. Είναι υποχρεωτική η αναγραφή όλων των εισοδημάτων των υπόχρεων, ανεξάρτητα από τον τρόπο φορολόγησης τους, καθώς και των απαλλασσόμενων από το φόρο εισοδημάτων. Για τα αυτοτελώς ή με ειδικό τρόπο φορολογούμενα εισοδήματα αναγράφεται και ο παρακρατηθείς ή αποδοθείς κατά περίπτωση φόρος.
Με βάση τα ηλεκτρονικά αρχεία που αποστέλλονται στη Δ.ΗΛΕ.Δ, με τις αποφάσεις ΠΟΛ.1025/2017 και ΠΟΛ.1033/28.1.2014 όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις ΠΟΛ.1054/2.3.2015 και ΠΟΛ.1260/3.12.2015, είτε προσυμπληρώνονται ορισμένες κατηγορίες εισοδημάτων (όπως από μισθωτές υπηρεσίες, συντάξεις κ.λπ.) και οι παρακρατηθέντες φόροι στους αντίστοιχους κωδικούς των πινάκων της δήλωσης, είτε οι φορολογούμενοι ενημερώνονται μέσω πίνακα για τα ποσά των εισοδημάτων τους και των παρακρατηθέντων φόρων, καθώς και λοιπών στοιχείων της δήλωσης (π.χ. δάνεια).
Στις περιπτώσεις κοινών τραπεζικών λογαριασμών σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (κάθε μορφής στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό) υπάρχει υποχρέωση δήλωσης των ποσών των τόκων καταθέσεων που αναλογούν στους πραγματικούς δικαιούχους, οι οποίοι καθορίζονται με βάση τις πραγματικές περιστάσεις. Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. έχει, σε κάθε περίπτωση, την διακριτική ευχέρεια να κρίνει διαφορετικά.
Στην περίπτωση αμοιβών ή φόρων που έχουν καταβληθεί στην αλλοδαπή σε άλλο νόμισμα πέραν του ευρώ (π.χ. σε δολάρια Η.Π.Α.), για τη μετατροπή τους σε ευρώ λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία μεταξύ του ευρώ και του ξένου νομίσματος, όπως αυτή προκύπτει κατά την ημερομηνία καταβολής αυτών στην αλλοδαπή. Σε περίπτωση, όμως, αμοιβών ή φόρων που καταβάλλονται περιοδικά, η μετατροπή θα πρέπει να γίνει με βάση τη μέση ετήσια ισοτιμία, όπως αυτή καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
3. Για την διαπίστωση των πληθυσμιακών εξαιρέσεων από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος ή την επιβολή μειωμένου τέλους, λαμβάνεται υπόψη η τελευταία επίσημη Απογραφή Μόνιμου Πληθυσμού της Χώρας, η οποία είναι αυτή της 9ης Μαΐου 2011, όπως κυρώθηκε με την υπ’αριθ. 11247/28.12.2012 απόφαση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΦΕΚ 3465 Β΄), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 2890/15-03-2013 απόφαση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΦΕΚ 630 Β΄).
4. Ηλεκτρονική υποβολή αναλυτικής κατάστασης για τα μισθώματα ακίνητης περιουσίας (έντυπο Ε2)
• Για την συμπλήρωση της στήλης 4 θα γίνεται επιλογή της κατηγορίας του δηλούμενου ακινήτου σύμφωνα με την ακόλουθη κατηγοριοποίηση των ακινήτων, που ισχύει για τη συμπλήρωση του εντύπου Ε9:
Κατοικία, Μονοκατοικία, Επαγγελματική Στέγη, Οικόπεδο, Αποθήκη, Θέση Στάθμευσης, Σταθμός Αυτοκινήτων ΔΧ, Βιομηχανικό Κτίριο, Ξενοδοχείο, Νοσηλευτήριο, Εκπαιδευτήριο, Αθλητική Εγκατάσταση, Άλλο Κτίριο (Θέατρο, Κινηματογράφος, Μουσείο κ.λπ.), Αγροτεμάχιο, Άλλη Χρήση. Αντίστοιχη συμπλήρωση θα γίνεται και σε περίπτωση χειρόγραφης υποβολής της δήλωσης.
• Οι στήλες 13, 14 και 15 συμπληρώνονται με το ακαθάριστο εισόδημα των ακινήτων που αναλογεί στον υπόχρεο κατά κατηγορία όπως εμφανίζεται στους τίτλους των στηλών. Στις στήλες αυτές συμπληρώνονται και τα ανείσπρακτα εισοδήματα από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας (παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 4172/2013) που δηλώθηκαν στο προηγούμενο φορολογικό έτος στους κ.α. 125-126 και εισπράχθηκαν κατά το έτος 2016.
• Η στήλη 16 συμπληρώνεται με τα ποσά των ανείσπρακτων εισοδημάτων από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας, εφόσον έως την προθεσμία υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος έχει εκδοθεί εις βάρος του μισθωτή διαταγή πληρωμής ή διαταγή απόδοσης μίσθιου ή δικαστική απόφαση αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων ή έχει ασκηθεί εναντίον του μισθωτή αγωγή αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων (παρ. 4 του αρθ. 39 ν. 4172/2013).
Εξαιρετικά και προκειμένου να δηλωθούν ανείσπρακτα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης αποβολής ή της διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου μέχρι την εκτέλεση αυτής, ή οποία έλαβε χώρα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, αρκεί η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης και έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης που έχει συνταχθεί από το δικαστικό επιμελητή, ότι για το ανωτέρω διάστημα τα μισθώματα δεν έχουν εισπραχθεί. Επισημαίνεται ότι τα απαραίτητα δικαιολογητικά προσκομίζονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ όπου ελέγχονται και καταχωρούνται πριν από την υποβολή της δήλωσης.
• Στη στήλη 17 συμπληρώνεται το είδος μίσθωσης και η χρήση του ακινήτου, καθώς και τα ανείσπρακτα εισοδήματα όπως αυτά προκύπτουν από την κατηγοριοποίηση των στηλών 13, 14, 15 και 16.
• Κατά τη συμπλήρωση της στήλης 18 «Αριθμός Παροχής Ρεύματος» αναγράφεται υποχρεωτικά ο εννιαψήφιος αριθμός παροχής ρεύματος όλων των ακινήτων, εφόσον υπάρχει παροχή, ανεξάρτητα από τη λειτουργία της ή μη, από την εταιρεία που το παρέχει (ΔΕΗ ή οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση), από το είδος του παρεχόμενου ρεύματος (συμβατικό, εργοταξιακό κ.λπ.) και ανεξάρτητα αν από την ίδια παροχή ηλεκτροδοτούνται περισσότερα ακίνητα (γραφεία, καταστήματα, αποθήκες, χώροι στάθμευσης κ.λπ.).
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει παροχή ρεύματος (μετρητής) ή πρόκειται για αποθήκη ή χώρο στάθμευσης που ηλεκτροδοτείται από τη κοινόχρηστη παροχή ρεύματος, η στήλη αυτή συμπληρώνεται με τον αριθμό
«999999999».
• Στην στήλη 19 συμπληρώνεται ο αριθμός της δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας.
Ως αύξων αριθμός του πίνακα Ι «Εκμισθούμενα κ.τ.λ. Ακίνητα» των «Συμπληρωματικών Στοιχείων Ακίνητης Περιουσίας» αναγράφεται ο αύξων αριθμός του πίνακα της 1ης σελίδας.
Στην «Αναλυτική Κατάσταση Μισθωμάτων» δηλώνεται και η ακίνητη περιουσία των εξαρτώμενων ανηλίκων τέκνων από τον υπόχρεο γονέα. Τα ακίνητα αυτά συμπληρώνονται και στον πίνακα Ι της δεύτερης σελίδας του εντύπου.
5. Ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων (έντυπο Ε1)
Πίνακας 1
Τα στοιχεία του φορολογούμενου απαιτείται να είναι επικαιροποιημένα, καθόσον χρησιμοποιούνται και ως στοιχεία επικοινωνίας από τη Φορολογική Διοίκηση. Κατά την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης, στην επιβεβαίωση στοιχείων, υποχρεωτικά καταχωρείται και ηλεκτρονική διεύθυνση (email) που χρησιμοποιείται.
Ειδικά, ο φορολογικός κάτοικος αλλοδαπής υποχρεούται να επιβεβαιώσει και τη ΧΩΡΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ του, όπως αυτή είναι καταχωρημένη στα Στοιχεία Μητρώου/Φυσικού Προσώπου, καθώς χρησιμοποιείται για σκοπούς ανταλλαγής πληροφοριών.
Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν συμφωνεί με τη χώρα φορολογικής κατοικίας που εμφανίζεται στην επιβεβαίωση στοιχείων ή το πεδίο της χώρας φορολογικής κατοικίας είναι συμπληρωμένο με <999>, θα πρέπει να τροποποιήσει το σχετικό πεδίο.
Οι παραπάνω φορολογούμενοι υποχρεούνται σε κάθε περίπτωση, εφόσον κληθούν, να προσκομίσουν το πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας (tax residence certificate) στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., προκειμένου να αποδείξουν τη Χώρα της φορολογικής τους κατοικίας.
Πίνακας 2
Οι κωδικοί 023,024 δεν συμπληρώνονται, διότι για το φορολογικό έτος 2016 δεν υπάρχει υποχρέωση προσκόμισης αποδείξεων του άρθρου 16 του ΚΦΕ.
Προστέθηκαν οι νέοι κωδικοί:
α. κωδ. 320 συμπληρώνεται στην περίπτωση που η σύζυγος ή το μέρος συμφώνου συμβίωσης είναι φορολογικός κάτοικος αλλοδαπής.
β. κωδ. 037-038 καταχωρείται η ένδειξη ότι ο ασκών αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα είναι κατ’ επάγγελμα αγρότης σύμφωνα με την επίσημη ταυτοποίηση από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης (άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3874/2010 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4389/2016).
γ. κωδ. 021-022 οι οποίοι συμπληρώνονται όταν ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα και ο φορολογούμενος είναι ασφαλισμένος στον ΟΓΑ
δ. κωδ. 011-012 οι οποίοι συμπληρώνονται από όσους ανήκουν στην κατηγορία της περ. 5 του άρθρου 7 ν. 4304/2014
Πίνακας 4Α (εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις)
α. Όταν συμπληρώνονται οι κωδικοί 307308 σε συνδυασμό με τους κωδικούς 019-020, απαιτείται η αναγραφή των ΑΦΜ των προσώπων που λαμβάνουν τις υπηρεσίες στην ημεδαπή και σε περίπτωση που αυτοί υπερβαίνουν τους τρεις (3), πρέπει να αναγραφεί οπωσδήποτε ο ΑΦΜ του προσώπου από το οποίο προέρχεται τουλάχιστον το 75% των ακαθαρίστων εσόδων.
β. Όταν συμπληρώνονται εισοδήματα από μισθωτή εργασία και συντάξεις (κωδ. 343-344) χωρίς ηλεκτρονική πληροφόρηση, πρέπει να καταχωρούνται οι Α.Φ.Μ. εργοδοτών ασφαλιστικών φορέων με τα αντίστοιχα ποσά, βάσει των βεβαιώσεων αποδοχών.
Οι κωδικοί 325-326 έχουν συμπληρωθεί από τη Φορολογική Διοίκηση βάσει του αρχείου βεβαιώσεων που αποστέλλουν ηλεκτρονικά οι εκκαθαριστές (ΠΟΛ.1025/2017) και αφορούν ακαθάριστες αμοιβές μελών Δ.Σ. για παροχή υπηρεσίας που σύμφωνα με την περ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013 αποτελούν εισόδημα από μισθωτή εργασία. Τονίζεται, ότι στους κωδικούς αυτούς δεν αναγράφονται αμοιβές μελών Δ.Σ. που προέρχονται από διανομή κερδών.
Οι κωδικοί 351-352 συμπληρώνονται από το φορολογούμενο και αφορούν ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται από μισθωτούς ή συνταξιούχους σε ασφαλιστικούς οργανισμούς υποχρεωτικής ασφάλισης εξαιτίας εξαγοράς χρόνου ασφάλισης όπως χρόνου στρατιωτικής θητείας, και οι οποίες μειώνουν το εισόδημα από μισθωτή εργασία ή συντάξεις. Στους ίδιους κωδικούς συμπληρώνονται και οι εισφορές που αποδίδουν τα ίδια τα μέλη Δ.Σ. εξαιτίας υποχρεωτικής ασφάλισης και οι οποίες μειώνουν το εισόδημα από μισθωτή εργασία που αυτοί αποκτούν (περ. δ΄ παρ. 2 άρθ. 12 ν. 4172/2013). Οι εισφορές αυτές αποδεικνύονται βάσει αποδεικτικών εγγράφων ή σχετικών δικαιολογητικών που οι φορολογούμενοι προσκομίζουν στη Φορολογική Διοίκηση. Δηλώνεται υποχρεωτικά ο ΑΦΜ του φορέα στον οποίο καταβλήθηκαν.
Οι κωδικοί 651-652 συμπληρώνονται από το φορολογούμενο με το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για εισόδημα από μισθούς-συντάξεις αλλοδαπής προέλευσης στο οποίο η Ελλάδα έχει δικαίωμα φορολόγησης. Δεν συμπληρώνεται τυχόν ποσό φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για εισόδημα από μισθούς-συντάξεις αλλοδαπής προέλευσης όπου η Ελλάδα, βάσει ΣΑΔΦ, έχει αποκλειστικό δικαίωμα φορολόγησης.
Οι κωδικοί 393-394 έχουν συμπληρωθεί από τη Φορολογική Διοίκηση βάσει του αρχείου βεβαιώσεων που αποστέλλουν ηλεκτρονικά οι εκκαθαριστές (ΠΟΛ.1025/2017) και αφορούν αποδοχές που καταβάλλονται από ημεδαπές εταιρείες για μισθωτές υπηρεσίες που παρέχονται στην αλλοδαπή από φορολογικό κάτοικο Ελλάδας και οι οποίες δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου στην Ελλάδα. Οι κωδικοί αυτοί συμπληρώνονται προκειμένου να συμψηφιστούν ποσά φόρου που εκ παραδρομής παρακρατήθηκαν στην Ελλάδα.
Οι κωδικοί 395-396 συμπληρώνονται από το φορολογούμενο και αφορούν ασφάλισμα που καταβάλλεται σε αυτόν από αλλοδαπούς φορείς χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα στα πλαίσια ομαδικού ασφαλιστηρίου συνταξιοδοτικού συμβολαίου που ο εργοδότης του είχε συνάψει με αυτούς τους φορείς. Το ασφάλισμα αυτό, για το οποίο δεν διενεργήθηκε η παρακράτηση της περ. ε΄ παρ. 1 άρθρου 64 του ν. 4172/2013 από τους εν λόγω φορείς, φορολογείται αυτοτελώς σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 15 του ίδιου νόμου ανάλογα με τον τρόπο καταβολής (περιοδικά, εφάπαξ, πρόωρη εξαγορά).
Πίνακας 4Β (εισόδημα αξιωματικών και κατωτέρω πληρώματος Ε.Ν.)
Το εισόδημα που αποκτούν οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα που υπηρετούν σε πλοία του εμπορικού ναυτικού φορολογείται με φορολογικό συντελεστή 15% και 10% αντίστοιχα και εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση.
Πίνακας 4Γ1 (εισόδημα από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα)
Το εισόδημα που αποκτάται από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 αρθρ. 21 ν. 4172/2013.
Το εισόδημα από ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, προσδιορίζεται με λογιστικό τρόπο (έσοδα μείον έξοδα ) ανεξάρτητα από την υποχρέωση τήρησης βιβλίων. Οι μη υπόχρεοι σε έκδοση στοιχείων που έχουν πραγματοποιήσει και λιανικές πωλήσεις, προσθέτουν στα ακαθάριστα έσοδα τους και τις πωλήσεις αυτές που αποδεικνύονται είτε με απλές αποδείξεις είσπραξης, είτε με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο.
Προκειμένου να δηλωθεί εισόδημα από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα για το φορολογικό έτος 2016 είναι απαραίτητη η συμπλήρωση του εντύπου Ε3. Τα κέρδη από ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (λογιστικός προσδιορισμός) φορολογούνται πλέον αυτοτελώς με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 (κλίμακα μισθωτών), χωρίς δηλαδή τα εισοδήματα αυτά να αθροίζονται με τυχόν εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα και από μισθούς και
συντάξεις (παρ. 3 αρ. 29 ν. 4172/2013).
Ο χαρακτηρισμός του κατ’ επάγγελμα αγρότη προκύπτει από επίσημη ταυτοποίηση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης (άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3874/2010 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4389/2016).
Για τους κατ’ επάγγελμα αγρότες όπως αυτοί ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, εφόσον τουλάχιστον το 50% του εισοδήματος τους προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα εφαρμόζονται οι μειώσεις του φόρου του άρθρου 16.
Επιπρόσθετα, για τα εισοδήματα από 01.01.2014 έχει γίνει δεκτό ότι το εισόδημα από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα λογίζεται ανεξάρτητα από τον τόπο και τον τρόπο (λιανικώς ή χονδρικώς) πώλησης των ιδίων παραγόμενων αγροτικών προϊόντων (σχετική η Δ12 Α 1109216 ΕΞ 24.7.2014 εγκύκλιος). Επιπρόσθετα, για τα εισοδήματα από 01.01.2014 έχει γίνει δεκτό ότι κατ’ εφαρμογή του άρθρου 116 του ν. 4316/2014, ο ορισμός της αγροτικής δραστηριότητας της περίπτωσης στ’ της παρ. 2 του ν. 3874/2010 ισχύει και για λόγους φορολόγησης του κέρδους από τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW (σχετική και η ΠΟΛ.1116/10.6.2015 εγκύκλιος).
Όλες οι κατηγορίες των εισοδηματικών αγροτικών επιδοτήσεων / ενισχύσεων, κατά το μέρος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, θα συμπληρώνονται από τον φορολογούμενο στους κωδικούς 659 660 του εντύπου Ε1 (ΠΟΛ.1116/10.6.2015).
Πίνακας 4Γ2 (εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα)
Τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα φορολογούνται με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15, αφού προστεθούν σε τυχόν εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις. Για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν εφαρμόζονται οι μειώσεις του άρθρου 16. Εάν δηλώνεται εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και από μισθωτή εργασία/συντάξεις, η προκαταβολή φόρου υπολογίζεται στο φόρο κλίμακας που προκύπτει μόνο από το εισόδημα της επιχειρηματικής
δραστηριότητας.
α. Στον υποπίνακα Γ2 του ΠΙΝΑΚΑ 4, δηλώνονται τα ακαθάριστα έσοδα, καθαρά κέρδη/ ζημίες και οι παρακρατηθέντες προκαταβλητέοι φόροι των εισοδημάτων από επιχειρηματική δραστηριότητα για τους επιτηδευματίες είτε τηρούν βιβλία με βάση τα Ε.Λ.Π., είτε είναι απαλλασσόμενοι/μη υπόχρεοι σε βιβλία με βάση τα Ε.Λ.Π. (κωδ.: 401-402, 425-426, 413-414, 415-416, 601-602, 605-606).
Περιλαμβάνονται και οι πρώην ελεύθεροι επαγγελματίες (πρώην Ζ΄ πηγή άρθρου 48 του ν. 2238/1994), οι οποίοι πλέον θεωρούνται ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά μη έχοντες την εμπορική ιδιότητα.
β. Περιλαμβάνονται τα εισοδήματα ημεδαπής (κωδ. 401-402) και αλλοδαπής προέλευσης,
(κωδ.: 411-412).
γ. Γίνεται διάκριση του εισοδήματος που δηλώνεται από τους μη επιτηδευματίες και μη υποβάλλοντες Ε3. (κωδ.: 403-404).
δ. Περαιτέρω, προβλέπεται η δήλωση του εισοδήματος όταν ο καταβάλλων τις αμοιβές δεν αποστέλλει ηλεκτρονικά την πληροφορία για το δικαιούχο του ανάλογου εισοδήματος (κωδ.: 409,410), και του παρακρατηθέντος φόρου (κωδ.: 611-612).
ε. Το καθαρό εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα όσων έχουν την ιδιότητα του επιτηδευματία, ανεξάρτητα της τήρησης απλογραφικών/διπλογραφικών βιβλίων προκύπτει με λογιστικό προσδιορισμό (έντυπο Ε3), ενώ για τους μη επιτηδευματίες φορολογείται εξ’ ολοκλήρου, καθόσον δεν αναγνωρίζονται δαπάνες.
στ. Για τις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του ΚΦΕ συμπληρώνονται οι κωδ. 427-428.
Πίνακας 4Δ1 (εισόδημα από κεφάλαιο)
Στον Πίνακα Δ1 δηλώνονται τα εισοδήματα της κατηγορίας εισοδήματος από κεφάλαιο που αποκτήθηκαν κατά το φορολογικό έτος 2016, ο φόρος που παρακρατήθηκε στην Ελλάδα στις περιπτώσεις που προβλεπόταν παρακράτηση, ο φόρος που παρακρατήθηκε στην αλλοδαπή εφόσον και η αλλοδαπή χώρα και η Ελλάδα είχαν δικαίωμα φορολόγησης.
Η συμπλήρωση των εισοδημάτων είναι υποχρεωτική, είτε αποκτήθηκαν στην Ελλάδα, είτε στην αλλοδαπή και ανεξάρτητα από το αν τα χρηματικά ποσά παρέμειναν στην αλλοδαπή. Με βάση τα ηλεκτρονικά αρχεία που αποστέλλονται στη Δ.ΗΛΕ.Δ (ΠΟΛ.1025/2017 και ΠΟΛ.1033/28.1.2014 όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ.1260/3.12.2015), για τα εισοδήματα ημεδαπής προέλευσης οι φορολογούμενοι ενημερώνονται μέσω πίνακα για τα ποσά των εισοδημάτων τους και των παρακρατηθέντων φόρων. Στον Πίνακα αυτό θα δηλώνονται τα κέρδη που διανέμουν οι εταιρίες όλων των νομικών μορφών, περιλαμβανομένων και των προσωπικών εταιριών που τηρούν διπλογραφικά βιβλία.
Ομοίως δηλώνονται και οι τόκοι που εισπράττονται, από κάθε αιτία, καθώς και τα δικαιώματα, όταν δεν εισπράττονται στα πλαίσια επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Πίνακας 4Δ2 ( Εισόδημα από ακίνητη περιουσία)
Στον υποπίνακα Δ2 του πίνακα 4 δηλώνεται το εισόδημα σε χρήμα ή σε είδος που προκύπτει από την εκμίσθωση ή υπεκμίσθωση ή από ιδιοχρησιμοποίηση ή δωρεάν παραχώρηση χρήσης γαιών -γης και ακινήτων σε τρίτους, εγκαταστάσεων ή κατασκευών, χώρων τοποθέτησης επιγραφών καθώς επίσης και από εκμίσθωση υπεκμίσθωση, ιδιοχρησιμοποίηση, δωρεάν παραχώρηση κοινοχρήστων χώρων που ανήκουν σε ιδιοκτήτες διηρημένων ιδιοκτησιών (κωδ. 131-132, 133-134), από αποζημίωση λόγω πρόωρης λύσης εμπορικής μίσθωσης καταβληθείσα από τον μισθωτή (κωδ. 121-122) και από ανείσπρακτα εισοδήματα (κωδ. 125-126). Περιλαμβάνονται τα ενοίκια, πραγματικά ή τεκμαρτά, καθώς και τα ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας εφόσον έως την προθεσμία υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος έχει εκδοθεί εις βάρος του μισθωτή διαταγή πληρωμής ή διαταγή απόδοσης μίσθιου ή δικαστική απόφαση αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων ή έχει ασκηθεί εναντίον του μισθωτή αγωγή αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων (παρ. 4 του αρθ. 39 ν. 4172/2013), κατά κατηγορία ακινήτων όπως εμφανίζονται στην δήλωση, μεταφερόμενα στους αντίστοιχους κωδικούς της δήλωσης Ε1 από τα συνολικά ποσά των στηλών του εντύπου Ε2 κατά κατηγορία ακινήτου.
Διευκρινίζεται ότι τα ανείσπρακτα εισοδήματα από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας (παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 4172/2013) που δηλώθηκαν στο προηγούμενο φορολογικό έτος στους κ.α. 125-126 και εισπράχθηκαν κατά το έτος 2016, δηλώνονται ανά κατηγορία ακινήτου και είδος μίσθωσης στο έντυπο Ε2 και τα επιμέρους ποσά μεταφέρονται κατά κατηγορία γαιών γης ή ακινήτου στους αντίστοιχους κωδικούς της δήλωσης Ε1.
Για όσους ασκούν ατομική αγροτική δραστηριότητα δεν υπολογίζεται τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοχρησιμοποίηση ή δωρεάν παραχώρηση προς ανιόντες, κατιόντες και συζύγους, αγροτικών εκτάσεων στις οποίες περιλαμβάνονται λιβάδια, καλλιεργήσιμες γαίες, βοσκήσιμες γαίες και κάθε είδους κατασκευές ή εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής.
Το εισόδημα από ιδιοχρησιμοποίηση ή δωρεάν παραχώρηση τεκμαίρεται ότι συνίσταται στο τρία τοις εκατό (3%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου σύμφωνα με τις ισχύουσες τιμές κατά την 31/12/2015.
Αναγνωρίζεται ποσοστό 5% επί του ακαθάριστου εισοδήματος ημεδαπής και αλλοδαπής προέλευσης ως δαπάνες επισκευής συντήρησης ανακαίνισης ή άλλες πάγιες και λειτουργικές δαπάνες όσων ακινήτων αποφέρουν φορολογητέο εισόδημα, ανεξάρτητα από το είδος και τη χρήση αυτών. Σημειώνεται ότι οι δαπάνες για γαίες (κωδ. 159-160), εκπίπτουν σε ποσοστό 10% επί του ακαθάριστου εισοδήματος από εκμίσθωση, υπεκμίσθωση, δωρεάν παραχώρηση και ιδιόχρηση γαιών. Για την απόδειξη του ποσού της αποζημίωσης που καταβάλλει, βάσει νόμου, ο εκμισθωτής στο μισθωτή (κωδ. 163-164) για τη λύση της μισθωτικής σχέσης ακινήτου, καθώς και του ποσού για τις δαπάνες για αντιπλημμυρικά έργα και έργα αποξήρανσης, τα δικαιολογητικά εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΦΑΣ όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
Επισημαίνεται το τεκμαρτό εισόδημα από δωρεάν παραχώρηση κατοικίας μέχρι 200 τμ προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία προς ανιόντες ή κατιόντες εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, δεν υπάγεται σε φόρο.
Πίνακας 4Ε (Εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου)
Στον υποπίνακα Ε του πίνακα 4 δηλώνεται το εισόδημα που προκύπτει από μεταβιβάσεις τίτλων του άρθρου 42 του ΚΦΕ που πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία. Οι μεταβιβάσεις από χαριστική αιτία δεν αποτελούν αντικείμενο του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
Τέλος, έχει ανασταλεί μέχρι τις 31/12/2017, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ΚΦΕ (Μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας).
Κωδικοί 829-830: Συμπληρώνεται το κέρδος από την πώληση τίτλων του άρθρου 42 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ), όταν οι τίτλοι έχουν εκδοθεί από ημεδαπή επιχείρηση και η υπεραξία τους φορολογείται.
Κωδικοί 865-866: Συμπληρώνεται το κέρδος από την πώληση τίτλων του άρθρου 42 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ), όταν οι τίτλοι έχουν εκδοθεί από αλλοδαπή επιχείρηση και η υπεραξία τους φορολογείται.
Κωδικοί 867-868: Συμπληρώνεται ο φόρος που παρακρατήθηκε από το κέρδος από την μεταβίβαση τίτλων αλλοδαπής, από χώρες που έχει δικαίωμα φορολόγησης και η Ελλάδα. Η καταβολή του ποσού του φόρου στην αλλοδαπή αποδεικνύεται με τα δικαιολογητικά έγγραφα που ορίστηκαν στην ΠΟΛ.1026/22.1.2014 απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 170 Β΄).
Κωδικοί 871-872: Συμπληρώνεται η ζημιά από την πώληση τίτλων του άρθρου 42 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ), η οποία δύναται να μεταφέρεται για πέντε (5) έτη προκειμένου να συμψηφιστεί με κέρδη από την ίδια αιτία. Ως ζημιά νοείται μόνο αυτή που προκύπτει αποκλειστικά από τίτλους που κατονομάζονται στην παρ. 1 του άρθρου 42 του ΚΦΕ και όχι από τους τίτλους των οποίων η υπεραξία από την μεταβίβαση τους απαλλάσσεται της φορολογίας. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της περιπτ. θ΄ της παραγρ. 1 του άρθρου 5 του ΚΦΕ, εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή είναι αυτό που προέρχεται από τίτλους που έχουν εκδοθεί από ημεδαπή επιχείρηση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου, εισόδημα αλλοδαπής νοείται κάθε εισόδημα που δεν προκύπτει στην ημεδαπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα
στην παρ. 1.
1. Η ισχύς των ηλεκτροκίνητων οχημάτων, η οποία μετράται αποκλειστικά με KW, για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 του ΚΦΕ, εξομοιώνεται με αυτή των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης 1200 κ.ε. και η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης ανέρχεται στις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (4.000) ευρώ, ανεξαρτήτως ισχύος του οχήματος. Δεν επιβάλλεται στα αυτοκίνητα αυτά φόρος πολυτελούς διαβίωσης.
2. Όπως έγινε δεκτό με την ΠΟΛ.1076/26.3.2015, οι διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 4172/2013 εφαρμόζονται μόνο όταν τις οικείες δαπάνες πραγματοποιούν φυσικά πρόσωπα, ως ιδιώτες και όχι στα πλαίσια άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας όπου οι σχετικές αγορές έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά τους αρχεία.
Συνεπώς, οι καταβληθείσες δόσεις επιχειρηματικών δανείων που έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά αρχεία των ατομικών επιχειρήσεων και αφορούν σε δανειακές συμβάσεις που συνήψαν τα εν λόγω πρόσωπα για επιχειρηματικούς σκοπούς, δεν αποτελούν δαπάνη απόκτησης κατά τις διατάξεις του άρθρου 32 (περίπτωση στ’ της παρ. 1 του άρθρου αυτού), οπότε δεν θα αναγράφονται στους κωδικούς 727-728 του εντύπου Ε1.
Σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή των ανωτέρω είναι θέμα πραγματικό και ανήκει στην εξελεγκτική αρμοδιότητα του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ο οποίος, εξετάζοντας τα πραγματικά στοιχεία και παραστατικά θα κρίνει αν τα ποσά των εν λόγω δανειακών συμβάσεων αφορούν σε επιχειρηματικά δάνεια και αν έχουν τηρηθεί οι υπόλοιπες προϋποθέσεις (σκοπός χορήγησης του δανείου, τεκμηρίωση βάσει των λογιστικών αρχείων, καταχώριση των τόκων στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης, κ.λπ.).
Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις δόσεις που καταβάλλονται από τα παραπάνω πρόσωπα στα πλαίσια συμβάσεων που χαρακτηρίζονται από τα πιστωτικά ιδρύματα ως
«δάνεια κεφαλαίου κίνησης» ή ως «σύμβαση πίστωσης δι’ ανοιχτού λογαριασμού».
Πίνακας 6 (Πρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία)
α. Στους κωδικούς 659-660 ή 619-620 αν υπάρχει ηλεκτρονική πληροφόρηση, συμπληρώνονται τα εισοδήματα που απαλλάσσονται του φόρου ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο και εμφανίζεται πίνακας στον οποίο αναλύονται ανάλογα με την προέλευσή τους.
Εισόδημα φορολογικών κατοίκων αλλοδαπής που εργάζονται σε πρεσβείες, προξενεία κ.λπ.
Διατροφή συζύγου και τέκνων.
Συντάξεις αναπήρων πολέμου ή θυμάτων πολέμου ή αναπήρων που υπέστησαν βλάβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους.
Εξωϊδρυματικό επίδομα και κάθε συναφές ποσό που καταβάλλεται σε αναπήρους και το οποίο συγκεντρώνει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του εισοδήματος όπως περιοδικότητα, μόνιμη πηγή προέλευσης.
Μισθοί, συντάξεις και πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε αναπήρους με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 80%.
Επιδόματα αναγνωρισμένων πολιτικών προσφύγων.
Επιδόματα επικίνδυνης εργασίας κατά ποσοστό 65%.
Κέρδη από την διάθεση παραγόμενης ηλεκτρικής ενεργείας μέχρι 10 KW.
Τόκοι ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ή έντοκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου.
Κέρδη πώλησης εισηγμένων μετοχών με ποσοστό συμμετοχής μικρότερο του 0,5%.
Κέρδη μεταβίβασης εισηγμένων κινητών αξιών (απόκτηση πριν από 1/1/2009).
Εισοδήματα αλλοδαπής που φορολογούνται μόνο στην αλλοδαπή βάσει Σ.Α.Δ.Φ.
Αφορολόγητα κέρδη από ημεδαπά ΕΕ/ΕΟΧ/ΕΖΕΖ αμοιβαία κεφάλαια.
Απαλλασσόμενα μερίσματα ημεδαπών ή αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιριών.
Κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης.
Κέρδος μεταβίβασης τίτλων φορ. κατοίκου χώρας με την οποία υπάρχει Σ.Α.Δ.Φ.
Ασφάλισμα ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων ημεδαπής προέλευσης.
Πράσινες και συνδεδεμένες αγροτικές ενισχύσεις.
Λοιπές αγροτικές ενισχύσεις.
Κέρδος από μεταβίβαση εταιρικών ομολόγων του ν. 3156/2003, καθώς και εταιρικά ομόλογα εταιριών ΕΕ και ΕΟΧ/ΕΖΕΖ.
Λοιπές περιπτώσεις
β. Στους κωδικούς 657-658 ή 617-618 αν υπάρχει ηλεκτρονική πληροφόρηση, συμπληρώνονται τα εισοδήματα που απαλλάσσονται του φόρου και της ειδικής εισφοράς και εμφανίζεται πίνακας στον οποίο αναλύονται ανάλογα με την προέλευσή τους.
Μισθοί, συντάξεις και πάγια αντιμισθία ολικά τυφλών ή κινητικά αναπήρων 80% και άνω.
Αποζημίωση λόγω διακοπής εργασιακής σχέσης.
Αμοιβές υπαλλήλων της Ε.Ε. (Διατάξεις Προνομίων
Ασυλιών της Ε.Ε.).
Αμοιβές των εργαζόμενων στην Τράπεζα Εμπορίου και Ανάπτυξης του Εύξεινου Πόντου.
(Διατάξεις του άρθρου 52 της Ιδρυτικής της Συμφωνίας της Τράπεζας).
Αποδοχές που καταβάλλει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στους υπαλλήλους του.
(Διατάξεις της Σύμβασης για τα προνόμια και Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών).
Ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων.
Ειδικό επίδομα τριτέκνων και πολυτέκνων
Εκλογική αποζημίωση (παρ. 1.αρ. 108 π.δ. 26/2012).
Μερίσματα των εταιριών της παρ. 5 του άρθρου 45 του ν. 4141/2013.
γ. Στους κωδικούς 781-782, συμπληρώνονται τα ποσά που δεν αποτελούν εισόδημα και εμφανίζεται ομοίως πίνακας για την ανάλυσή τους.
Πώληση ακινήτου.
Εφάπαξ ταμείων πρόνοιας και ασφαλιστικών οργανισμών.
Διάθεση λοιπών περιουσιακών στοιχείων.
Εισαγωγή συναλλάγματος από νυν ή πρώην κατοίκους αλλοδαπής.
Δάνεια.
Κληρονομιές.
Δωρεές ή γονικές παροχές χρηματικών ποσών (δωρεοδόχος).
Κέρδη από λαχεία, ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ κ.λπ.
Επίδομα αλλοδαπής (περίπτ. γ παρ. 1 αρθρ. 14 ΚΦΕ).
Αποζημίωση για ηθική βλάβη.
Υποτροφίες.
Επιστροφές καταβεβλημένων κεφαλαίων/ δανείων.
Λοιπές περιπτώσεις (στις περιπτώσεις αυτές συγκαταλέγονται και ποσά που δεν έχουν τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος ήτοι δεν υπάρχει περιοδικότητα και μόνιμη πηγή προέλευσης και τέτοια μπορεί να είναι οικονομικές ενισχύσεις βοηθήματα που καταβάλλονται έκτακτα, σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες).
Επιστροφή καταβεβλημένων κεφαλαίων/ δανείων κ.λπ. μπορεί να συμπληρωθεί μόνo όταν το έτος που χορηγήθηκαν τα ποσά, υπάγονταν σε τεκμήριο. Συγκεκριμένα, μπορεί να δηλωθεί επιστροφή εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου ή χρηματικού ποσού δανείου που επιστρέφεται από τον δανειολήπτη, μόνο εφόσον τα έτη που χορηγήθηκαν αυτά τα ποσά (ως καταβεβλημένο κεφάλαιο για αγορά επιχείρησης, σύσταση ή συμμετοχή σε αύξηση κεφαλαίου, για αγορά χρεογράφων, για χορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε), αποτελούσαν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και είχαν δηλωθεί ορθά και συνεπώς είχαν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν. Σε αντίθετη περίπτωση, κάθε ποσό που καταβλήθηκε μειώνει τα ποσά αυτά και αναγράφεται μόνο η τυχόν διαφορά που προκύπτει.
δ. Κατά την υποβολή των αρχικών δηλώσεων για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2016 δεν θα συμπληρώνονται οι κωδικοί 655-656. Οι κωδικοί αυτοί θα συμπληρώνονται μόνο με υποβολή τροποποιητικής δήλωσης στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. εκκαθάρισης της αρχικής δήλωσης. Οι ανωτέρω κωδικοί είναι ανενεργοί και ενεργοποιούνται από την Δ.Ο.Υ. όταν ο φορολογούμενος υποβάλλει εμπρόθεσμα αίτηση (μέχρι 30 Σεπτεμβρίου) για μείωση προκαταβολής σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 70 του ν. 4172/2013, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προηγούμενων διατάξεων.
ε. Κωδικοί 783-784: Δηλώνεται μόνο το τυχόν υπόλοιπο αχρησιμοποίητο μέρος των ποσών που είχαν ενταχθεί στις διατάξεις του άρθ. 88 του ν. 3259/2004 και άρθ. 18 του ν. 3842/2010, το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά το 2015. Οι φορολογούμενοι που θα δηλώσουν ποσά στους κωδικούς αυτούς, δύνανται να οδηγηθούν στις Δ.Ο.Υ. για έλεγχο.
στ. Κωδικοί 431-432: Αναγράφονται τα συνολικά καθαρά κέρδη που αναλογούν στα φυσικά πρόσωπα εταίρους προσωπικών εταιριών που τηρούν απλογραφικά βιβλία, (Ο.Ε., Ε.Ε., κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, αστικές εταιρίες, κοινοπραξίες κ.λπ.). Αυτά τα νομικά πρόσωπα φορολογούνται με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4172/2013 και εξαντλείται με τον φόρο αυτό η φορολογική υποχρέωση των εταίρων.
Πίνακας 7 (Ποσά δαπανών που αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημα ή από το φόρο)
Ο κωδικός 049 δεν συμπληρώνεται, διότι για το φορολογικό έτος 2016 δεν υπάρχει υποχρέωση προσκόμισης αποδείξεων του άρθρου 16 του ΚΦΕ.
Προστέθηκαν νέοι κωδικοί:
α. 055-056 Αναγράφονται τα ποσά δαπάνης για την ιδιωτική χρηματοδότηση πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων (άρθρο 7 ν. 4304/2014).
β. 057-058 Αναγράφονται τα ποσά δαπάνης για την ιδιωτική χρηματοδότηση υποψηφ. Βουλής Ελλήνων και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 7 ν. 4304/2014).
Άρθρο 5
Δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται ή φυλάσσονται για μελλοντικό έλεγχο
Στις περιπτώσεις που η δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων υποβάλλεται χειρόγραφα μέσω Δ.Ο.Υ., συνυποβάλλονται, κατά περίπτωση, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, σε ευκρινή φωτοαντίγραφα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 4250/2014.
1. Τα έντυπα της αναλυτικής κατάστασης για τα μισθώματα ακίνητης περιουσίας (Ε2), της κατάστασης οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3), καθώς και της δήλωσης κατοχής μηχανημάτων έργων (Ε16) συνυποβάλλονται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, ανάλογα με την κατηγορία των δηλούμενων εισοδημάτων, αποτελούν αδιαίρετη ενότητα με αυτήν και πρέπει να συμπληρώνονται σε όλες τις ενδείξεις τους.
2. Η αναλυτική κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων (Ε2) και η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3), σε περίπτωση υποβολής της δήλωσης σε φυσική μορφή, μπορεί να υποβληθούν σε προεκτυπωμένα έντυπα από τους υπόχρεους που έχουν τη δυνατότητα προεκτύπωσής τους με μηχανογραφικά μέσα, τα οποία, όμως, πρέπει να πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές και να αναφέρουν τα στοιχεία που περιέχονται στα αντίστοιχα έντυπα.
3. Εφόσον κάποια από τα πιο πάνω δικαιολογητικά έχουν ήδη συνυποβληθεί με δηλώσεις προηγούμενων ετών στην ίδια ΔΟΥ ή έχουν διαφυλαχθεί σε περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής και δεν έχει επέλθει κάποια μεταβολή στα στοιχεία που αναγράφονται σ’ αυτά, δεν απαιτείται η έκδοση νέων δικαιολογητικών. Αρκεί να υποβληθεί υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία θα αναγράφεται το οικονομικό έτος που αφορούσε το κάθε συγκεκριμένο δικαιολογητικό που τυχόν υποβλήθηκε, ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή στα στοιχεία που αναγράφονται σ’ αυτό και με την προϋπόθεση ότι, αν το συγκεκριμένο δικαιολογητικό είναι ορισμένης χρονικής ισχύος, καλύπτει και το φορολογικό έτος 2016.
4. Οι φορολογούμενοι που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, με τη δήλωση εισοδήματος υποβάλλουν, σε περίπτωση τήρησης διπλογραφικών βιβλίων, αντίγραφο ισολογισμού νόμιμα υπογραμμένο.
5. Η δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων φορολογικού έτους 2016 συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από τις εξής βεβαιώσεις:
α) Ευκρινές φωτοαντίγραφο της οικείας δικαστικής απόφασης, από το πρωτότυπο ή από ακριβές αντίγραφο αυτής, από την οποία να προκύπτει ότι ο γονέας, ο οποίος θεωρείται κατ’ αρχήν υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης, έχει χάσει τη γονική μέριμνα, σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4172/2013.
β) Ευκρινές φωτοαντίγραφο της οικείας δικαστικής απόφασης, από το πρωτότυπο ή από ακριβές αντίγραφο αυτής, από την οποία να προκύπτει ότι ο γονέας με το μεγαλύτερο εισόδημα έχει χάσει τη γονική μέριμνα, σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4172/2013.
γ) Για την απαλλαγή από τη φορολογία εισοδήματος των μισθών, συντάξεων και της πάγιας αντιμισθίας, που χορηγούνται σε πρόσωπα που παρουσιάζουν ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%), οι γνωματεύσεις των οικείων υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α), το οποίο συστήθηκε και λειτουργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3863/2010, με σκοπό την εξασφάλιση ενιαίας υγειονομικής κρίσης, όσον αφορά στον καθορισμό του βαθμού αναπηρίας, όλων των ασφαλισμένων όλων των ασφαλιστικών φορέων, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, καθώς και των ανασφάλιστων για τους οποίους απαιτείται η πιστοποίηση της αναπηρίας.
Επιπλέον, ο φορολογούμενος για την πιστοποίηση της ύπαρξης αναπηρίας μπορεί να προσκομίσει και γνωματεύσεις των Ανωτάτων Υγειονομικών Επιτροπών του Στρατού (Α.Σ.Υ.Ε), του Ναυτικού (Α.Ν.Υ.Ε), της Αεροπορίας (Α.Α.Υ.Ε.), της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3863/2010, οι εν λόγω Υγειονομικές Επιτροπές δεν έχουν καταργηθεί και εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους και μετά την 01.09.2011.
Περαιτέρω, οι ήδη εκδοθείσες γνωματεύσεις πριν την 01.09.2011 (ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του ΚΕ.Π.Α) από τις υγειονομικές επιτροπές των Νομαρχιών, οι οποίες έχουν δοθεί για οποιαδήποτε χρήση, μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση της υπόψη φορολογικής απαλλαγής επ’ αόριστον, αν πρόκειται για επ’αόριστον κρίση, ή αλλιώς μέχρι την ημερομηνία που λήγει η ισχύς τους, εφόσον είχαν εκδοθεί σύμφωνα με όσα ίσχυαν στο σχετικό φορολογικό πλαίσιο κατά το χρόνο έκδοσής τους.
Σε όλες τις ανωτέρω γνωματεύσεις, προκειμένου να γίνουν δεκτές, θα πρέπει να διαπιστώνεται και να βεβαιώνεται ρητά το ποσοστό της αναπηρίας του προσώπου που αφορούν, καθώς και το χρονικό διάστημα που προβλέπεται ότι θα διαρκέσει η εν λόγω αναπηρία, ενώ, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι σε ισχύ το φορολογικό έτος για το οποίο ο ενδιαφερόμενος αιτείται την εφαρμογή των οικείων διατάξεων.
Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δε διαθέτει κάποιες από τις προηγούμενες γνωματεύσεις μπορεί, αν λαμβάνει σύνταξη από ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, επειδή έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%), να προσκομίσει βεβαίωση του συνταξιοδοτικού φορέα ή απόφαση συνταξιοδότησης ή απόφαση παράτασης της σύνταξης, από την οποία να προκύπτει ότι, κατόπιν ιατρικής κρίσης από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή, συνταξιοδοτήθηκε με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%), ως και το χρονικό διάστημα που προβλέπεται ότι θα διαρκέσει η αναπηρία αυτή. Όταν η σύνταξη αναπηρίας καθίσταται αυτοδίκαια οριστική (παρατείνεται για χρόνο αόριστο), για τους ασφαλισμένους όλων των Φορέων, Κλάδων και Τομέων Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δεν απαιτείται εκ νέου ιατρική εξέταση από αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή των ασφαλισμένων μέχρι 31.12.1992 και εκδίδεται απόφαση του αρμόδιου ασφαλιστικού οργάνου. Ο ασφαλισμένος θεωρείται εφ’όρου ζωής δικαιούχος σύνταξης αναπηρίας, με ποσοστό αναπηρίας αυτό που έχει προσδιοριστεί κατά την τελευταία σε ισχύ υγειονομική κρίση, ανεξάρτητα από τη διάρκεια αυτής, ορισμένου ή αόριστου χρόνου. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναζητείται η σχετική γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής Αναπηρίας που τελούσε σε ισχύ κατά τη μονιμοποίηση της σύνταξής του, είτε αυτό αφορά σε γνωμάτευση προ ΚΕ.Π.Α. Υγειονομικής Επιτροπής, είτε γνωμάτευση Υγειονομικής Επιτροπής ΚΕ.Π.Α. από 1/9/2011 και εξής (Γ23/312-30.12.2016 έγγραφο του Ι.Κ.Α.).
Για την απαλλαγή από το φόρο των αναπηρικών συντάξεων που έχουν μονιμοποιηθεί, εκτός από την απόφαση μονιμοποίησης (παράταση επ’αόριστο), δεν απαιτείται νέα γνωμάτευση υγειονομικής επιτροπής σε ισχύ κατά το κρινόμενο φορολογικό έτος (φορολογικό έτος 2016), εφόσον προσκομίζεται, βάση των ανωτέρω, γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής Αναπηρίας όλων των Φορέων, Κλάδων και Τομέων Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία τελούσε σε ισχύ κατά τη μονιμοποίηση της σύνταξης .
Τονίζεται ότι εφόσον έχει εκδοθεί γνωμάτευση αναπηρίας από ΚΕ.Π.Α., Α.Σ.Υ.Ε., Α.Υ.Ε. της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Πυροσβεστικού Σώματος, Α.Ν.Υ.Ε., Α.Α.Υ.Ε. ή της Νομαρχίας, τότε λαμβάνονται υπόψη οι γνωματεύσεις αυτές και όχι οι βεβαιώσεις ή αποφάσεις των συνταξιοδοτικών φορέων.
Εάν ο φορολογούμενος διαθέτει περισσότερες από μία γνωματεύσεις αναπηρίας, του ίδιου ή διαφορετικών φορέων και η μία εξ αυτών ή και οι δύο έχουν εκδοθεί μέσα στο φορολογικό έτος 2016, πιστοποιώντας διαφορετικά ποσοστά αναπηρίας, τότε λαμβάνεται υπόψη η γνωμάτευση με το ευνοϊκότερο ποσοστό αναπηρίας. Στο επόμενο φορολογικό έτος θα λαμβάνεται υπόψη η τελευταία εκδοθείσα γνωμάτευση.
δ) Για τη μείωση του φόρου κατά διακόσια (200) ευρώ, απαιτούνται τα ακόλουθα δικαιολογητικά, από τα οποία πιστοποιείται η ιδιότητα του φορολογουμένου ή του εξαρτώμενου μέλους του, ως αναπήρου, θύματος πολέμου κ.λπ., λόγω της οποίας ο φορολογούμενος δικαιούται την εν λόγω μείωση:
i) Προκειμένου για πρόσωπα με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%), γνωμάτευση των οικείων υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) ή της Ανωτάτης του Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Σ.Υ.Ε).
Περαιτέρω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3863/2010, από 01.09.2011, καταργήθηκαν όλες οι Επιτροπές πιστοποίησης αναπηρίας που λειτουργούσαν στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, στις νομαρχίες και το Δημόσιο, με εξαίρεση τις Ανώτατες Υγειονομικές Επιτροπές, Στρατού (Α.Σ.Υ.Ε), Ναυτικού (Α.Ν.Υ.Ε), Αεροπορίας (Α.Α.Υ.Ε.), την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας και την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του Πυροσβεστικού Σώματος, οι οποίες εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους, διευκρινίζεται ότι για την πιστοποίηση της αναπηρίας του φορολογουμένου γίνονται δεκτές, πλην των γνωματεύσεων της Α.Σ.Υ.Ε και οι γνωματεύσεις που εκδίδονται από τις τέσσερις τελευταίες προαναφερθείσες υγειονομικές επιτροπές (Α.Ν.Υ.Ε, Α.Α.Υ.Ε., Α.Υ.Ε της Ελληνικής Αστυνομίας, Α.Υ.Ε του Πυροσβεστικού Σώματος).
Επιπλέον, οι ήδη εκδοθείσες γνωματεύσεις πριν την 01.09.2011 (ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του ΚΕ.Π.Α) από τις υγειονομικές επιτροπές των νομαρχιών μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση της υπόψη φορολογικής ελάφρυνσης επ’ αόριστον, αν πρόκειται για επ’ αόριστον κρίση, ή αλλιώς μέχρι την ημερομηνία που λήγει η ισχύς τους.
Επισημαίνεται ότι σε όλες τις ανωτέρω γνωματεύσεις, προκειμένου να γίνουν δεκτές, θα πρέπει να διαπιστώνεται και να βεβαιώνεται ρητά το ποσοστό της αναπηρίας του προσώπου που αφορούν, καθώς και το χρονικό διάστημα που προβλέπεται ότι θα διαρκέσει η εν λόγω αναπηρία, ενώ, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι σε ισχύ το φορολογικό έτος για το οποίο ο ενδιαφερόμενος αιτείται την εφαρμογή των οικείων διατάξεων.
Δεν λαμβάνεται υπόψη επαγγελματική ή ασφαλιστική αναπηρία.
ii) Προκειμένου για ανάπηρους αξιωματικούς ή οπλίτες, θύματα πολέμου, καθώς και για ανάπηρους ή θύματα εθνικής αντίστασης ή εμφυλίου πολέμου, σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Ειδικά για τους ανάπηρους αξιωματικούς ή οπλίτες από πολεμική αιτία και τα θύματα πολέμου αρκούν τα ενημερωτικά σημειώματα πληρωμής της σύνταξής τους, στα οποία αναγράφεται ο αριθμός μητρώου της σύνταξής τους, ο οποίος πρέπει να αρχίζει από 3 ή 4.
Για αξιωματικούς οι οποίοι υπέστησαν τραύμα ή νόσημα που επήλθε λόγω κακουχιών σε πολεμική περίοδο, βεβαίωση της αρμόδιας κρατικής υπηρεσίας που τους χορηγεί τις αποδοχές τους.
Τέλος, για τα θύματα τρομοκρατικών ενεργειών βεβαίωση από τον οικείο συνταξιοδοτικό φορέα ότι ο φορολογούμενος έχει αναγνωριστεί ως θύμα τρομοκρατικής ενέργειας και συνταξιοδοτείται για το λόγο αυτό, βάσει του οικείου νομοθετικού πλαισίου, όπως ισχύει κάθε φορά.
Αναφορικά με τις εκδοθείσες γνωματεύσεις, με διάρκεια αναπηρίας που δεν αφορά στο σύνολο των μηνών του φορολογικού έτους, δεδομένου ότι από τη φορολογική νομοθεσία δεν προβλέπεται ο επιμερισμός της φορολογικής ελάφρυνσης/απαλλαγής στους μήνες της χρήσης, αυτές γίνονται αποδεκτές και ο φορολογούμενος τυγχάνει της ανάλογης φορολογικής ελάφρυνσης ή απαλλαγής για ολόκληρη τη χρήση. (ΔΕΑΦ Α 1118203 ΕΞ 2016/29.7.2016).
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΚΦΕ, οι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής που αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα, δεν δικαιούνται τις μειώσεις φόρου των άρθρων 16, 17, 18 και 19 του ΚΦΕ, εκτός κι αν διατηρούν την φορολογική τους κατοικία σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και
α) τουλάχιστον το ενενήντα τοις εκατό (90%) του παγκόσμιου εισοδήματος τους αποκτάται στην Ελλάδα ή
β) αποδεικνύουν ότι το φορολογητέο εισόδημά τους είναι τόσο χαμηλό ώστε θα δικαιούνταν της μείωσης του φόρου δυνάμει της φορολογικής νομοθεσίας του κράτους της κατοικίας τους.
Περαιτέρω, οι μισθοί, οι συντάξεις και η πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε ανάπηρους με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%) απαλλάσσονται από το φόρο, σύμφωνα με την περιπτ. ε΄ της παρ. 2 του αρθρ. 14. Ελλείψει ρητής διάκρισης στο νόμο, αυτά τα εισοδήματα είναι απαλλασσόμενα του φόρου, ανεξάρτητα από αν αποκτώνται από φορολογικό κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής, εφόσον προσκομίζονται τα οριζόμενα δικαιολογητικά.
Επιπλέον, οι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής που αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα και παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω ή είναι ολικώς τυφλοί, απαλλάσσονται από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης, για όλες τις κατηγορίες εισοδημάτων τους, εφόσον κατέχουν τα οριζόμενα δικαιολογητικά, καθόσον η παραγρ. 2 του άρθρου 43Α δεν κάνει διάκριση μεταξύ των φορολογικών κατοίκων ημεδαπής και αλλοδαπής.
6. Επιπρόσθετα συμπληρώνονται τα χρηματικά ποσά που καταβάλατε για πολιτιστικές χορηγίες του ν. 3525/2007 (ΦΕΚ 16Α΄) στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κάθε φορά, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και τις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες του άρθρου 741 Α.Κ., που επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς. Το αφαιρούμενο συνολικό ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του συνολικού φορολογούμενου εισοδήματος το οποίο θα αφαιρεθεί από το εισόδημα σας. Για την απόδειξη της καταβολής των ποσών της πολιτιστικής χορηγίας του ν. 3525/2007 που αναγράφηκαν στους κωδικούς αριθμούς 061-062, απαιτείται:
α) επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού με την οποία χαρακτηρίζεται η απαιτούμενη από το νόμο έγγραφη σύμβαση χορηγίας μεταξύ χορηγού και αποδέκτη της χορηγίας ως πολιτιστική,
β) σε περίπτωση χορηγίας χρηματικών ποσών απαιτούνται και τα πρωτότυπα αποδεικτικά καταβολής των ποσών της χορηγίας και
γ) σε περίπτωση χορηγίας σε είδος ή άυλα αγαθά ή υπηρεσίες, απαιτείται και φωτοαντίγραφο της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού για την εκτίμηση της αξίας τους, καθώς και τα αποδεικτικά παράδοσης της χορηγίας από τον χορηγό και παραλαβής της από τον αποδέκτη αυτής.
Επίσης, διευκρινίζεται ότι τα ποσά των δωρεών γενικά, καθώς και των χορηγιών που συμπληρώθηκαν στους παραπάνω κωδικούς αριθμούς, δεν πρέπει να έχουν ληφθεί υπόψη για έκπτωση με βάση άλλη διάταξη νόμου.
7. Προκειμένου να δηλωθούν ως ανείσπρακτα τα εισοδήματα από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας θα πρέπει να προσκομιστούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και πριν από την υποβολή της δήλωσης ευκρινή φωτοαντίγραφα των διαταγών, δικαστικών αποφάσεων ή ασκηθεισών αγωγών που κατά περίπτωση υπάρχουν .
Ειδικά για την περίπτωση που ο μισθωτής έχει πτωχεύσει αρκεί η προσκόμιση αντιγράφου του πίνακα αναγγελίας χρεών στον οποίο εμφανίζεται η απαίτηση του εκμισθωτή/υπεκμισθωτή.
Για τα φυσικά πρόσωπα επιχειρήσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 73 του ν. 3842/2010, περί κινήτρων για τη διατήρηση θέσεων εργασίας, τα στοιχεία που αποδεικνύουν, τη μείωση κύκλου εργασιών και τη μη μείωση του αριθμού των εργαζομένων, των διαχειριστικών περιόδων που προϋποθέτουν την υπαγωγή στις διατάξεις αυτές, για μείωση των φορολογητέων εισοδημάτων.
8. Δαπάνη αγοράς αγαθών και παροχής υπηρεσιών (κωδ. 049 Πίνακα 7)
Δεν προσκομίζονται για το φορολογικό έτος 2016.
9. Δαπάνη νια ιδιωτική χρηματοδότηση πολιτικού κόμματος η συνασπισμού κομμάτων υποψήφιων και αιρετών της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Αφορά τα ποσά που δόθηκαν ως ιδιωτική χρηματοδότηση κατά τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4304/2014 σε πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς κομμάτων (κωδ. 055-056), καθώς και σε υποψήφιους και αιρετούς βουλευτές της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (κωδ. 057058). Το ποσό αυτό εκπίπτει ολόκληρο από το φορολογητέο εισόδημα του χρηματοδότη (παρ. 7 άρθρου 1 του ν. 4304/2014). Τα όρια της ως άνω χρηματοδότησης είναι έως 20.000 ευρώ κατ’ έτος από το ίδιο πρόσωπο/ χρηματοδότη για τα πολιτικά κόμματα και τους συνασπισμούς κομμάτων, ενώ για τους υποψήφιους και αιρετούς βουλευτές της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το ποσό αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ από το ίδιο πρόσωπο/χρηματοδότη κατ’ έτος.
Κάθε ποσό χρηματοδότησης προς πολιτικό κόμμα ή συνασπισμούς κομμάτων που υπερβαίνει τα 1.500 ευρώ καθώς και κάθε ποσό χρηματοδότησης άνω των 500 ευρώ προς υποψήφιους ή αιρετούς βουλευτές, δίνεται υποχρεωτικά μέσω τραπεζικού λογαριασμού της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4304/2014, με ονομαστική κατάθεση. Ποσά μικρότερα των ανωτέρω πρέπει να δίνονται με οποιαδήποτε μέθοδο επιτρέπει τη σύνδεση του προσφερόμενου ποσού με κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο να μπορεί να ταυτοποιηθεί. Σε κάθε περίπτωση εκδίδεται υποχρεωτικά απόδειξη είσπραξης, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή ο αριθμός δελτίου ταυτότητας του καταθέτοντος προσώπου.
Τα πρόσωπα που χρηματοδοτούν τους ως άνω δικαιούχους με ποσά άνω των 300 ευρώ ανεξαρτήτως τρόπου χρηματοδότησης, ελέγχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 4172/2013 και υποχρεούνται να συμπεριλάβουν το ποσό της χρηματοδότησης στον πίνακα 5.2 κωδικός 725-726 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Αναφέρεται τέλος ότι για την ιδιωτική χρηματοδότηση εφαρμόζεται γενικότερα ότι προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων του ν. 4304/2014 για τον έλεγχο των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και βουλευτών.
10. Αλλοδαπό προσωπικό α.ν. 89/1967
Τα εισοδήματα του αλλοδαπού προσωπικού, φορολογικών κατοίκων εξωτερικού, των εγκατεστημένων στην Ελλάδα γραφείων σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α΄132), που δεν προκύπτουν στην Ελλάδα, δηλώνονται με δικαιολογητικό το παραστατικό εισαγωγής χρηματικών κεφαλαίων σε λογαριασμό Τράπεζας που εδρεύει στην Ελλάδα, στους κωδ. 781-782 του εντύπου Ε1.
Ως προς τα εισοδήματα του αλλοδαπού προσωπικού, φορολογικών κατοίκων Ελλάδας, των εγκατεστημένων στην Ελλάδα γραφείων σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α΄132), που δεν προκύπτουν στην Ελλάδα και βάσει της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4172/2013 δεν υπόκεινται σε φορολογία, δηλώνονται στους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1.
11. Κατά τα λοιπά, η δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων φορολογικού έτους 2016, συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από τα δικαιολογητικά, ήτοι βεβαιώσεις, αποδείξεις καταβολής εξόδων νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης και λοιπά δικαιολογητικά έγγραφα και στοιχεία, όπως αυτά προβλέπονται στις ΠΟΛ.1088, 1132/2015 και 1041/2016 αποφάσεις της Γ.Γ.Δ.Ε. όπως ισχύουν.
Τα ως άνω δικαιολογητικά των δηλώσεων που υποβάλλονται ηλεκτρονικά, φυλάσσονται από το φορολογούμενο νια μελλοντικό έλεγχο.
Άρθρο 6
Βεβαίωση και είσπραξη της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης
1. Για την επιβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, που προβλέπεται με τις διατάξεις του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013, λαμβάνεται υπόψη το ετήσιο συνολικό καθαρό ατομικό εισόδημα, πραγματικό, από όλες τις κατηγορίες εισοδήματος, ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή σχολάζουσας κληρονομιάς των φορολογικών ετών 2016 και επόμενα, εφόσον στο σύνολο του υπερβαίνει τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ.
Η εύρεση του εισοδήματος επί του οποίου θα επιβληθεί η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, προκύπτει από το άθροισμα του πραγματικού δηλωθέντος εισοδήματος και της τυχόν διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και πραγματικού συνολικού εισοδήματος κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 4172/2013.
Πραγματικό εισόδημα νοείται το σύνολο των καθαρών εισοδημάτων όλων των κατηγοριών, προ φόρου, που δηλώνονται στη δήλωση, από μισθωτή εργασία και συντάξεις, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από κεφάλαιο και από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, πριν από την κατά περίπτωση παρακράτηση του φόρου και ανεξάρτητα αν αυτά τα εισοδήματα φορολογούνται με βάση τους φορολογικούς συντελεστές των άρθρων 15, 29, 40 και 43 του ν. 4172/2013 ή απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος. Το εισόδημα που προκύπτει από τον εναλλακτικό τρόπο υπολογισμού της ελάχιστης φορολογίας, είναι αυτό που προσδιορίζεται από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 30 έως 34 του ν. 4172/2013. Στις αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες του άρθρου 31, αφού μειωθούν με την περιπτ. ζ΄ του άρθρου 33, προστίθενται οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32. Το άθροισμά τους μειώνεται με τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στην παραγρ. 2 του άρθ. 34. Δεν επιβάλλεται εισφορά στις αντικειμενικές δαπάνες και
υπηρεσίες του άρθρου 33.
Η εισφορά επιβάλλεται στο εισόδημα που απομένει μετά την τυχόν εφαρμογή των μειώσεων που προβλέπονται για τις επιχειρήσεις στις διατάξεις του άρθρου 73 ν. 3842/2010.
Ποσά που δηλώνονται μόνο για να καλύψουν τεκμήρια, όπως είναι ποσά από διάθεση περιουσιακών στοιχείων, δάνεια, δωρεές και κληρονομιές χρηματικών ποσών, εφάπαξ των ταμείων πρόνοιας ή ασφαλιστικών οργανισμών, εισαγωγή χρηματικών κεφαλαίων από φορολογικούς κάτοικους αλλοδαπής κ.λπ. και γενικά όλα τα ποσά που δηλώνονται στους κωδικούς 781-782, δεδομένου ότι δεν αποτελούν εισόδημα, δεν υπάγονται σε εισφορά. Τα εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης, που λαμβάνουν οι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος, τα οποία σύμφωνα με τις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας απαλλάσσονται του φόρου στην Ελλάδα και φορολογούνται μόνο στην αλλοδαπή, λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή της εισφοράς, ως απαλλασσόμενα εισοδήματα. Οι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής υπάγονται στις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου, για τα εισοδήματα που αποκτούν στην Ελλάδα, τα οποία είναι και τα μόνα εισοδήματα που υποχρεούνται να δηλώσουν στην φορολογική τους δήλωση.
2. Εξαιρούνται από την επιβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, τα ακόλουθα εισοδήματα που ρητά ορίζει το άρθρο 43 Α:
α) Τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω.
β) Η αποζημίωση για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης, της περίπτωσης ε΄ της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013.
γ) Η εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή από ταμεία πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισμούς του δημοσίου, καθώς και επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο, στους ασφαλισμένους και τα εξαρτώμενα μέλη του ασφαλισμένου, της περίπτωσης στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4172/2013.
δ) Τα εισοδήματα των μακροχρόνια ανέργων που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, καθώς και όσων λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον εν λόγω οργανισμό, εφόσον κατά το έτος της βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα. Με τις διατάξεις της περίπτωσης θδ΄ του άρθρου 138 του ν. 4052/2012, οι άνεργοι του ΕΤΑΠ MME και του ΓΕΝΕ εξομοιώνονται φορολογικά με τους άνεργους του ΟΑΕΔ.
Για τις ανάγκες της ομοιόμορφης εφαρμογής απαλλαγής από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης σε όλες τις κατηγορίες των ανέργων και για λόγους της μεταξύ τους ισότιμης φορολογικής μεταχείρισης, ως άνεργοι ορίζονται οι φορολογούμενοι που λαμβάνουν επίδομα ανεργίας κατά την 20η Ιανουαρίου του επόμενου φορολογικού έτους, καθώς και όσοι κατά την ημερομηνία αυτή είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους του ΟΑΕΔ, ή των λοιπών ταμείων ανεργίας που εξομοιώνονται φορολογικά με τον ΟΑΕΔ, για τουλάχιστον δώδεκα (12) συνεχόμενους μήνες, πριν και κατά την 20η Ιανουαρίου, ούτως ώστε να θεωρούνται μακροχρόνια άνεργοι.
3. Επίσης απαλλάσσονται από την εισφορά και λοιπά εισοδήματα που δικαιούνται την απαλλαγή με βάση διεθνείς συμβάσεις που διέπουν διεθνείς οργανισμούς ή με ειδικότερο εθνικό νόμο:
α) Αμοιβές υπαλλήλων της Ε.Ε. που υπάγονται στις διατάξεις περί Προνομίων Ασυλιών της Ε.Ε.
β) Αμοιβές των εργαζόμενων στην Τράπεζα Εμπορίου και Ανάπτυξης του Εύξεινου Πόντου, για τους οποίους ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 52 της Ιδρυτικής της Συμφωνίας της Τράπεζας.
γ) Αποδοχές που καταβάλλει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στους υπαλλήλους του, για τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Σύμβασης για τα προνόμια και Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών.
δ) Ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων του ν. 4093/2012. ε) Ειδικό επίδομα τριτέκνων και πολυτέκνων του ν. 4141/2013.
στ) Εκλογική αποζημίωση του αρθ. 108 του π.δ. 26/ 2007, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε σ’ ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών, με το π.δ. 26 /2012.
ζ) Μερίσματα των εταιριών της παρ. 5 του άρθρου 45 του ν. 4141/2013.
4. Η εισφορά υπολογίζεται με την ακόλουθη κλίμακα: Εισόδημα σε ευρώ Συντελεστής Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης
0-12.000 0% δεν επιβάλλεται εισφορά
12.001 20.000 2,2% για την αναλογία εισοδήματος πάνω από 12.000
20.001 30.000 5,00% για την αναλογία εισοδήματος πάνω από 20.000
30.001 40.000 6,50% για την αναλογία εισοδήματος πάνω από 30.000
40.001 65.000 7,50% για την αναλογία εισοδήματος πάνω από 40.000
65.001 220.000 9,00% για την αναλογία εισοδήματος πάνω από 65.000
>220.000 10,00% για την αναλογία εισοδήματος
πάνω από 220.000
Ο υπολογισμός της εισφοράς γίνεται με βάση τα στοιχεία που δηλώνονται στις αρχικές και τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και αποτυπώνεται στις πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου, ή τις πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου. Δύναται να υπολογιστεί, κατά περίπτωση, και με βάση εκτιμώμενο ή προληπτικό προσδιορισμό φόρου, ή σε περίπτωση έκδοσης οριστικής δικαστικής απόφασης, με βάση την απόφαση αυτή, ή σε περίπτωση ενδικοφανούς προσφυγής, την απόφαση της αρμόδιας Υπηρεσίας, καθώς και με κάθε άλλο στοιχείο που έχει στη διάθεση της η φορολογική διοίκηση προκειμένου να προσδιορίσει πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα.
Στην πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου που εκδίδεται μετά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, εμφανίζεται διακεκριμένα το εισόδημα επιβολής εισφοράς, το ποσό που τυχόν παρακρατήθηκε και συμψηφίζεται με το συνολικά οφειλόμενο, καθώς και το ποσό που προκύπτει προς καταβολή.
Το ποσό της οφειλής βεβαιώνεται μαζί με τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβάλλεται στις δόσεις που προβλέπονται για την καταβολή του φόρου εισοδήματος.
Στις περιπτώσεις που οι υπόχρεοι φορολογούμενοι, κατά την κοινοποίηση της πράξης προσδιορισμού φόρου (εκκαθαριστικό), διαπιστώσουν λανθασμένο προσδιορισμό ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, τότε υποβάλλουν στην Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση, είτε αίτηση για διαγραφή μέρους ή ολόκληρου του βεβαιωθέντος ποσού, είτε τροποποιητική δήλωση. Η Δ.Ο.Υ.: είτε προβαίνει σε νέα εκκαθάριση οίκοθεν μέσω της εφαρμογής τροποποιητικών δηλώσεων, εφόσον υποβληθεί αίτηση από το φορολογούμενο (π.χ. άνεργος που δεν απαιτείται τροποποίηση στοιχείου της δήλωσης), είτε προβαίνει σε εκκαθάριση της υποβληθείσας από τον φορολογούμενο τροποποιητικής δήλωσης, εφόσον ο φορολογούμενος τροποποιήσει κωδικούς της δήλωσης του (π.χ. μεταφορά εισοδημάτων σε κωδικούς που απαλλάσσονται της εισφοράς ή δήλωση αναπηρίας κ.λπ.). Επισημαίνεται ότι δεν επιτρέπεται οι ΔΟ.Υ. να προχωρούν σε χειρόγραφες διαδικασίες έκδοσης ΑΦΕΚ, διότι αφενός δεν γίνονται οι απαραίτητοι έλεγχοι από τη βάση δεδομένων, αφετέρου δεν είναι δυνατή η εκ των υστέρων εκκαθάριση τυχόν τροποποιητικής δήλωσης.
5. Στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις, η εισφορά παρακρατείται από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν τις συντάξεις, κατά την καταβολή, έναντι της εισφοράς που αναλογεί στο σύνολο του εισοδήματος και από όλες τις λοιπές κατηγορίες, όπως αυτή προσδιορίζεται από την πιο πάνω κλίμακα. Το ποσό που πρέπει να παρακρατηθεί μηνιαίως, υπολογίζεται με βάση τον συντελεστή που αντιστοιχεί στο εισόδημα μετά από προηγούμενη αναγωγή του σε ετήσιο. Η παρακράτηση και απόδοση της εισφοράς στο Ελληνικό Δημόσιο, ακολουθεί την διαδικασία της παρακράτησης και απόδοσης του Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (ΦΜΥ). Ομοίως αναγράφεται το ποσό που παρακρατήθηκε στην βεβαίωση αποδοχών ή συντάξεων που χορηγούν στους μισθωτούς και συνταξιούχους οι εργοδότες και οι φορείς που καταβάλλουν τις συντάξεις.
6. Τα ταμεία ανεργίας ΟΑΕΔ (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού), ΓΕΝΕ (Γραφείο Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας) και ΕΤΑΠ MME (Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης), υποχρεούνται να διαβιβάζουν στη Δ/νση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, καταστάσεις σε ηλεκτρονικό αρχείο, με στοιχεία που αφορούν στους μακροχρόνια άνεργους, καθώς και σε όσους λαμβάνουν επίδομα ανεργίας. Στο αρχείο θα περιλαμβάνονται τα στοιχεία όσων λαμβάνουν επίδομα ανεργίας κατά την 20η Ιανουαρίου του επόμενου έτους του έτους αναφοράς, καθώς και όσων κατά την ημερομηνία αυτή είναι εγγεγραμμένοι για τουλάχιστον δώδεκα (12) συνεχόμενους μήνες, ούτως ώστε να θεωρούνται μακροχρόνια άνεργοι.
Η συχνότητα διαβίβασης των παραπάνω στοιχείων είναι ετήσια και ως καταληκτική ημερομηνία αποστολής ορίζεται η 31η Ιανουαρίου εκάστου έτους. Ειδικά τα αρχεία ανέργων που θα χρησιμοποιηθούν για τις δηλώσεις του φορολογικού έτους 2016, η προθεσμία αποστολής τους ορίζεται η 15η Μαρτίου 2017.
7. Τα παραπάνω ισχύουν για τα εισοδήματα φορολογικού έτους 2016 και επόμενα.
Άρθρο 7
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΘΕΜΑ: «Κοινοποίηση της με αριθμό 324/2016 Γνωμοδότησης της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ».
Σας κοινοποιούμε για ενημέρωσή σας την 324/2016 Γνωμοδότηση της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έγινε δεκτή από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.
Σύμφωνα με αυτή, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία ότι τα γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιρειών που εγκαθίστανται στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 27/1975, δεν υπόκεινται στο τέλος επιτηδεύματος του άρθρου 31 του ν. 3986/2011.
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΣΑΪΤΗΣ