ΠΟΛ.1228/2018 Σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα – Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 23 του ν. 4579/2018
ΠΟΛ 1228/2018
ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 23 του ν.4579/2018 (ΦΕΚ Α΄ 201)
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν.4579/2018 (ΦΕΚ Α΄ 201), με τις οποίες μειώνεται σταδιακά ο φορολογικός συντελεστής των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες κατά μία ποσοστιαία μονάδα ανά έτος, αρχής γενομένης της μείωσης για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2019.
Συγκεκριμένα, για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2018 θα εφαρμοστεί ο ήδη ισχύων φορολογικός συντελεστής (29%), ενώ για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2019 ο φορολογικός συντελεστής ορίζεται σε είκοσι οκτώ τοις εκατό (28%), για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2020 σε είκοσι επτά τοις εκατό (27%), για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2021 σε είκοσι έξι τοις εκατό (26%) και για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2022 και επομένων ο συντελεστής ορίζεται σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
Τέλος, ειδικά για τα πιστωτικά ιδρύματα της περίπτωσης 1 της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.4261/2014, αυτά εξακολουθούν να φορολογούνται με συντελεστή είκοσι εννέα τοις εκατό (29%).
ΠΟΛ.1216/2018 Διευκρινίσεις σχετικά με την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος του άρθρου 31 του ν.3986/2011 σε σχολικούς συνεταιρισμούς του άρθρου 46 του ν.1566/1985
ΠΟΛ 1216/2018
ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις σχετικά με την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος του άρθρου 31 του ν.3986/2011 σε σχολικούς συνεταιρισμούς του άρθρου 46 του ν.1566/1985.
Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 31 του ν.3986/2011, οι επιτηδευματίες και οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον τηρούν βιβλία Β΄ ή Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. (νυν τήρηση αρχείων με το απλογραφικό ή διπλογραφικό σύστημα), υποχρεούνται σε καταβολή ετήσιου τέλους επιτηδεύματος, το οποίο ορίζεται για τα νομικά πρόσωπα σε οκτακόσια (800) ή χίλια (1000) ευρώ ετησίως, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον πληθυσμό της πόλης στην οποία ασκείται η εμπορική επιχείρηση. Τα ως άνω ποσά επιβάλλονται για τα οικονομικά έτη 2013 και επόμενα.
2. Όπως έχει διευκρινιστεί από τη Διοίκηση, από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι το τέλος επιτηδεύματος δεν επιβάλλεται στα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου), που αποτελούσαν υποκείμενα φόρου με βάση τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 101 του ν.2238/1994 ή αποτελούν υποκείμενα φόρου με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις της περ.γ΄ του άρθρου 45 του ν.4172/2013(σχετ. τα αριθ. πρωτ. Δ12Β 1048354 ΕΞ 2014/18.3.2014, ΔΕΑΦ Β 1102518 2015/23.7.2015 και ΔΕΑΦ 1106959 ΕΞ 2018 έγγραφά μας, καθώς και η ΠΟΛ.1075/2017 εγκύκλιός μας).
3. Με το από 5.8.2011 υπηρεσιακό μας σημείωμα προς τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, αναφορικά με τον καθορισμό των μορφών μη φυσικών προσώπων για την επιβολή τέλους επιτηδεύματος, διευκρινίσθηκε ότι το εν λόγω τέλος επιβάλλεται στους συνεταιρισμούς, ενώ από αυτό εξαιρούνται συγκεκριμένες κατηγορίες νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (για παράδειγμα, σωματείο, ίδρυμα, σύλλογος, λοιπά Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα).
4. Εξάλλου, με το αριθ. πρωτ. ΔΕΑΦ Β 1071868 ΕΞ 2015/26.5.2015 έγγραφό μας διευκρινίστηκε ότι στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της περ.γ΄ του άρθρου 45 του ν.4172/2013 δεν περιλαμβάνονται περιοριστικά μόνο τα σωματεία ή τα ιδρύματα, αλλά μπορεί να περιλαμβάνονται και λοιπά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες ιδιωτικού δικαίου που αποδεδειγμένα επιδιώκουν μη κερδοσκοπικό σκοπό και με την με την προϋπόθεση ότι δεν εντάσσονται σε κάποια άλλα κατηγορία προσώπων του άρθρου 45 του ν.4172/2013 (π.χ. αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, κοινωνία, συνεταιρισμός, κ.λπ.).
5. Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 46 του ν.1566/1985 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο σχολικός συνεταιρισμός είναι θεσμός κοινωνικής ζωής του σχολείου και ελεύθερη ένωση των μαθητών. Έχει ως σκοπό την διαπαιδαγώγηση των μαθητών σχετικά με τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της συνεργασίας και της κοινωνικής ευθύνης, την ανάπτυξη της ανεξάρτητης σκέψης και δημοκρατικής συνείδησης, καθώς και τη γνώση συλλογικών μορφών οικονομικής δραστηριότητας.
Η οργάνωση και η λειτουργία των σχολικών συνεταιρισμών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (νυν Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων) (παρ.3).
6. Κατ’ εξουσιοδότηση των υπόψη διατάξεων εκδόθηκε η αριθ. πρωτ. Φ3/1085/Γ1/1456/2-12-1997 (Β΄ 1107) Υπουργική Απόφαση σχετικά με τον καθορισμό των κανόνων λειτουργίας των σχολικών συνεταιρισμών, με την οποία ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, ζητήματα σχετικά με την ίδρυση, τα μέλη και τα όργανα διοίκησης των σχολικών συνεταιρισμών.
7. Μετά από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν.1566/1985, οι σχολικοί συνεταιρισμοί συστήνονται ως ελεύθερη ένωση των μαθητών, σκοπός των οποίων είναι η διαπαιδαγώγηση των μαθητών σχετικά με τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της συνεργασίας, της κοινωνικής ευθύνης κ.λπ., αλλά και εν γένει η εμπέδωση των αρχών της συλλογικότητας, συνάγεται ότι προέχει ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας τους, ανεξάρτητα από την υποχρέωση σύστασής τους με τη μορφή του συνεταιρισμού, η οποία απορρέει από τις διατάξεις της νομοθεσίας που τους διέπει. Κατά συνέπεια, τα εν λόγω πρόσωπα για φορολογικούς σκοπούς αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στα οποία δεν επιβάλλεται το τέλος επιτηδεύματος του ν.3986/2011. Ακόμη, επισημαίνεται ότι τα εν λόγω πρόσωπα έχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 68 του ν.4172/2013, καθόσον δεν απαλλάσσονται από αυτήν.
Τέλος, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μη ορθής απεικόνισης των εν λόγω προσώπων στο υποσύστημα Μητρώου (ήτοι, για παράδειγμα με τη νομική μορφή του συνεταιρισμού αντί του σχολικού συνεταιρισμού), για τη σχετική διόρθωση, τα εν λόγω πρόσωπα θα υποβάλουν σε υπάλληλο του Τμήματος ή Γραφείου Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ. δήλωση μεταβολής, χωρίς την επιβολή κυρώσεων.
β. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)»
γ. Της ΠΟΛ.1064/2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. δ. Της ΠΟΛ. 1076/23.4.18 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.
2. Την ΠΟΛ.1069/4.3.2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την υπ’ αριθμ. Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 2016/30.8.2016 (ΦΕΚ 2759 / τ. Β’ / 1.9.16) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
4. Τη με ημερομηνία ηλεκτρονικής υποβολής 25.5.18 και με αριθμό ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή του , ΑΦΜ , κατοίκου ΑΘΗΝΩΝ, κατά της με αρ /25.4.18 αρνητικής απάντησης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΨΥΧΙΚΟΥ επί του από 9.3.18 αιτήματος, και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.
5. Την αρ /25.4.18 αρνητική απάντηση, της οποίας ζητείται η ακύρωση.
6. Τις απόψεις της Δ.Ο.Υ. ΧΟΛΑΡΓΟΥ.
7. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α1 όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.
Επί της με ημερομηνία ηλεκτρονικής υποβολής 25.5.18 και με αριθμό ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής του , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Με την αρ /25.4.18 αρνητική απάντηση του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΨΥΧΙΚΟΥ απορρίφθηκε το από 9.3.18 αίτημα του προσφεύγοντος περί μεταφοράς της φορολογικής του κατοικίας στο ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ στο φορολογικό έτος 2017, διότι ήταν επιτηδευματίας μέχρι τις 31.8.17, οπότε και προέβη σε διακοπή εργασιών.
Ο προσφεύγων, με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά την ακύρωση της ανωτέρω απόρριψης και τη μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας από την Ελλάδα στο ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ για το φορολογικό έτος 2017, ισχυριζόμενος ότι είχε κάνει έναρξη εργασιών κατόπιν της υπογραφής σύμβασης με το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο το 2016 με αντικείμενο της εξ’ αποστάσεως διδασκαλία, χωρίς να απαιτείται η φυσική του παρουσία στην Ελλάδα για διάστημα πέραν των 20 ημερών το χρόνο. Η σύμβαση ανανεώθηκε για το ακαδημαϊκό έτος 2017. Η μόνιμη και κύρια κατοικία του, το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του, και φυσική του παρουσία άνω των 183 ημερών το έτος είναι στο ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ όπου εργάζεται στο στο Λονδίνο από το 2014.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4172/2013: «1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημα του που προκύπτει στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, ήτοι το παγκόσμιο εισόδημα του που αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος. Κατ” εξαίρεση ο φορολογούμενος που είναι αλλοδαπό προσωπικό των εγκατεστημένων στην Ελλάδα γραφείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α” 132), όπως ισχύει, υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα μόνο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα.
2. Ο φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημα του που προκύπτει στην Ελλάδα και αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 4172/2013: «1. Ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον:
α) έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ή β) είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή.
2. Ένα φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα συνεχώς για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό, είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος από την πρώτη ημέρα παρουσίας του στην Ελλάδα. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση φυσικών προσώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα αποκλειστικά για τουριστικούς, ιατρικούς, θεραπευτικούς ή παρόμοιους ιδιωτικούς σκοπούς και η παραμονή τους δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.»
Επειδή σύμφωνα με τη Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Ελλάδας-Ηνωμένου Βασιλείου (Νομοθετικό Διάταγμα 2732/1953, ΦΕΚ Α’ 329/1953):
«Άρθρον 2: 1. .. (η) Εν τη παρούσει Συβάσει, εκτός εάν άλλως απαιτεί η έννοια του κειμένου: ….1) Οι όροι «κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου» και «κάτοικος της Ελλάδος» υποδηλούν οιονδήποτε πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου δια τους σκοπούς του φόρου του Ηνωμένου Βασιλείου και ούχι πρόσωπον κατοικούν ή διαμένον εν Ελλάδι δια τους σκοπούς του Ελληνικού φόρου και ούχι κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου δια τους σκοπούς του φόρου του Ηνωμένου Βασιλείου. ..»
Επειδή σύμφωνα με τη ΠΟΛ.1201/2017 Διαδικασία μεταβολής της φορολογικής κατοικίας κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4172/2013 και του ν. 4174/2013: «1. Το φυσικό πρόσωπο το οποίο πρόκειται να μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στο εξωτερικό οφείλει να υποβάλει, το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Μαρτίου του φορολογικού έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος αναχώρησης, στο Τμήμα ή Γραφείο Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογουμένους της Δ.Ο.Υ. όπου είναι υπόχρεος υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος: αίτηση (έντυπο Μ0) με συνημμένα τα έντυπα Μ1 και Μ7 συμπληρωμένα, όπως ορίζουν οι κείμενες διατάξεις, και επιπλέον για τον ορισμό φορολογικού εκπροσώπου του στην Ελλάδα έγγραφη δήλωση με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής τους. Παράλληλα, συνυποβάλλει τα σχετικά δικαιολογητικά κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παρ.2 και 3 της παρούσας.
2. Το προαναφερθέν φυσικό πρόσωπο οφείλει να προσκομίσει, το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Σεπτεμβρίου του φορολογικού έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος αναχώρησης, στο ως άνω Τμήμα ή Γραφείο της Δ.Ο.Υ.: (α) Βεβαίωση φορολογικής κατοικίας από την αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους όπου δηλώνει φορολογικός κάτοικος, από την οποία να προκύπτει ότι είναι φορολογικός κάτοικος αυτού του κράτους. Εάν ο φορολογούμενος έχει εγκατασταθεί σε κράτος με το οποίο υφίσταται Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος (στο εξής ΣΑΔΦΕ), μπορεί να προσκομίσει, αντί της βεβαίωσης, την προβλεπόμενη Αίτηση για την Εφαρμογή της ΣΑΔΦΕ όπου είναι ενσωματωμένο το πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας (δίγλωσσα έντυπα) ή (β) Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται η έκδοση των ανωτέρω από την αρμόδια φορολογική αρχή, αντίγραφο της εκκαθάρισης της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή, ελλείψει εκκαθάρισης, αντίγραφο της σχετικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του, που υπέβαλε στο άλλο κράτος ως φορολογικός κάτοικος του κράτους αυτού. γ) Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η προσκόμιση κάποιων από τα ανωτέρω δικαιολογητικά (υπό α’ ή β’), επειδή αποδεδειγμένα η αλλοδαπή φορολογική αρχή δεν τα εκδίδει, τότε απαιτείται βεβαίωση από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική ή άλλη αναγνωρισμένη αρχή, με την οποία θα αποδεικνύεται η μόνιμη και σταθερή εγκατάσταση του προσώπου αυτού στο άλλο κράτος.
3. Επιπλέον των οριζομένων στην παράγραφο 2, ο φορολογούμενος οφείλει να προσκομίσει, κατά περίπτωση, και τα κάτωθι: α) Δικαιολογητικά που να αποδεικνύουν την ημερομηνία αναχώρησης και εγκατάστασής του στη χώρα όπου δηλώνει κάτοικος, προκειμένου να διαπιστώνεται ότι έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 183 ημέρες στη χώρα αυτή μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος, ήτοι στο προηγούμενο έτος από εκείνο εντός του οποίου γίνεται η αίτηση μεταβολής. Τα δικαιολογητικά αυτά μπορεί να είναι, εναλλακτικά και ενδεικτικά, έγγραφα περί ανάληψης μισθωτής εργασίας, έναρξης επαγγελματικής δραστηριότητας στην εν λόγω χώρα και υπαγωγής του στην ασφαλιστική νομοθεσία της χώρας αυτής, εγγραφής σε δημοτολόγιο της εν λόγω χώρας, μίσθωσης κατοικίας, εγγραφής ή παρακολούθησης σχολείων των τέκνων στη χώρα αυτή. Αντί των πιο πάνω επιπλέον δικαιολογητικών, ο φορολογούμενος δύναται να προσκομίζει πιστοποιητικά φορολογικής κατοικίας από τη χώρα στην οποία δηλώνει κάτοικος των δύο (2) προηγούμενων ετών από το έτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση μεταβολής. β) Ειδικότερα, για την περίπτωση που ένας εκ των συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης αιτείται τη μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας ενώ ο άλλος παραμένει φορολογικός κάτοικος Ελλάδος, πέραν των δικαιολογητικών της παραγράφου 2 και της περίπτωσης α’ της παρούσας παραγράφου, θα πρέπει να προσκομίζονται επιπλέον και αθροιστικά και τα κάτωθι δικαιολογητικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτούμενος τη μεταβολή πράγματι βρίσκεται εκτός Ελλάδος και έχει οργανώσει τη ζωή του στην αλλοδαπή κατά τρόπο μόνιμο ή διαρκή:
– στοιχεία για την απασχόλησή του στην αλλοδαπή, από τα οποία αποδεικνύεται ο μόνιμος ή μακροπρόθεσμος χαρακτήρας της απασχόλησης,
– στοιχεία για την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού στην αλλοδαπή,
– στοιχεία για την ύπαρξη ιδιόκτητης ή μισθωμένης κατοικίας του και λογαριασμών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στην αλλοδαπή καθώς και
– στοιχεία για την απόκτηση φορολογικού, ασφαλιστικού ή αντίστοιχου μητρώου στην αλλοδαπή (πχ ΑΜ κοινωνικής ασφάλισης).
4. Τα ως άνω αλλοδαπά δημόσια έγγραφα, όπως αυτά καθορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1497/1984 (Α’188) θα προσκομίζονται κατά τα διεθνή νόμιμα (σφραγίδα apostille, προξενική θεώρηση, θεώρηση από το ελληνικό προξενείο, κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συνθήκες που έχουν κυρωθεί με νόμο από την Ελλάδα, κατά περίπτωση).
5 Ως ημερομηνία μεταβολής καταχωρείται στο υποσύστημα Μητρώου, η αναγραφόμενη από τον φορολογούμενο στο έντυπο Μ1 Ο φορολογούμενος, εφόσον είναι υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα, δύναται να την υποβάλει ως φορολογικός κάτοικος εξωτερικού το αργότερο μέχρι τη λήξη του φορολογικού έτους που ακολουθεί το έτος αναχώρησης
6….
7. Ο φορολογούμενος οφείλει να διατηρεί όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη της φορολογικής του κατοικίας στην αλλοδαπή σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου.
8. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή για αιτήσεις μεταβολής φορολογικής κατοικίας που υποβάλλονται εντός του 2017 και επόμενα και αφορούν μεταβολή φορολογικής κατοικίας φυσικού προσώπου για τα έτη 2016 και επόμενα, αντίστοιχα. Οι φορολογούμενοι των οποίων οι υποβληθείσες εντός του 2017 αιτήσεις απορρίφθηκαν, δύνανται να προβούν σε εκ νέου υποβολή σχετικής αίτησης, η οποία εξετάζεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρούσα, εφόσον πληρούν τις τιθέμενες στην παρούσα προϋποθέσεις.
9. Η παρούσα ισχύει από τη δημοσίευσή της. Η Απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1058/18.3.2015 καταργείται από την έναρξη ισχύος της παρούσας.»
Επειδή προκειμένου να κριθεί εάν ένα φυσικό πρόσωπο έχει (ή πολλώ μάλλον μεταβάλλει την επί μακρόν διατηρούμενη από αυτό) κατοικία, πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα πρόσφορα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1948/1956, ΣτΕ 3870/2002, ΣτΕ 3973/2005, ΣτΕ 1113/2008, ΣτΕ 259/2011 κ.ά.),όπως ιδίως η ύπαρξη στέγης, η φυσική παρουσία του ίδιου, των μελών της οικογένειάς του (στην οποία δεν περιλαμβάνονται μόνον ο ή η σύζυγος και τα τέκνα αυτού), ο τόπος άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ο τόπος των περιουσιακών συμφερόντων, ο τόπος των διοικητικών δεσμών με τις δημόσιες αρχές και φορείς (ασφαλιστικούς, επαγγελματικούς, κοινωνικούς), ο τόπος ανάπτυξης πολιτικών, πολιτισμικών ή άλλων δραστηριοτήτων.
Συνεπώς, για τη θεμελίωση της φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικώς αιτιολογημένη κρίση αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα, φέρουσα κατ’ αρχήν και το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τεκμηριώνουν, επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, την ύπαρξή της (ΣτΕ 1445/2016).
Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) ορίζεται ότι: «Η Φορολογική Διοίκηση έχει την υποχρέωση να παρέχει σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία για τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις που θεμελιώνουν την έκδοση πράξεως και τον προσδιορισμό φόρου».
Επειδή, εν προκειμένω, ο προσφεύγων προσκόμισε, με την παρούσα προσφυγή και με το αρ. ΔΕΔ /4.10.18 υπόμνημα, τα κάτωθι δικαιολογητικά:
1. Επιστολή Βεβαίωση κατοικίας (Letter of Residence) από τη Βασιλική Υπηρεσία Εσόδων & Δασμών του Ηνωμένου Βασιλείου με το οποίο βεβαιώνεται στις 11.12.17 ότι ο προσφεύγων, με διεύθυνση κατοικίας την , είναι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου από τις 1.10.14 έως τις 30.11.17 όσον αφορά τις φορολογικές του υποχρεώσεις.
2. Την από 14.3.17 καθώς και την από 1.10.18 βεβαίωση του ότι ο προσφεύγων εργάζεται ως σε θέση πλήρους και μόνιμης απασχόλησης από τις 8.9.12 έως και σήμερα.
3. Συμβόλαιο μίσθωσης κατοικίας στη διεύθυνση με διάρκεια μίσθωσης 26.4.17-25.4.18.
4. Συμβόλαιο μίσθωσης κατοικίας στη διεύθυνση με διάρκεια μίσθωσης 26.4.18-25.4.19.
5. Βεβαιώσεις P60 End of year certificate έτους λήξης 5 Απριλίου 2017, 2016, 2015, 2014 του προσφεύγοντος με εργοδότη το , με αποδοχές ύψους 40.254,88 £, 39.097,11 £, 37.245,96 £ & 36.122,22 £, αντίστοιχα.
6. Την από 1.10.16 Σύμβαση ανάθεσης έργου του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου στον προσφεύγοντα ως μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού με έργο την ‘ανοιχτή και εξ’ αποστάσεως διδασκαλία’ με διάρκεια από την 1.10.16 έως την 31.7.17 και τόπο εκτέλεσης και παροχής των υπηρεσιών την Αθήνα, ορίζοντας ρητώς ότι ως έδρα εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του προσφεύγοντα εννοείται ο τόπος άσκησης της κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας αυτού. Η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι ύψους 11.170,00 € μεικτά. Επιπλέον ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους ο προσφεύγων υποχρεούται να παρίσταται σε 5 έως 6 ομαδικές συμβουλευτικές συναντήσεις των φοιτητών του κατ’ έτος, να καθορίζει 3 ώρες εβδομαδιαίως ως ‘χρόνο γραφείου’ για την τηλεφωνική υποβολή ερωτημάτων από τους φοιτητές του, όπως και στην περίπτωση διαμονής του διδάσκοντα εκτός Ελλάδας, και να συναντάται 3 τουλάχιστον φορές κατ’ έτος με τους άλλους συναδέλφους της ομάδας διδακτικού προσωπικού.
7. Την από 10.10.17 Σύμβαση ανάθεσης έργου του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου στον προσφεύγοντα ως μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού με έργο την ‘ανοιχτή και εξ’ αποστάσεως διδασκαλία’ με διάρκεια από την 10.10.17 έως την 31.7.18 και τόπο εκτέλεσης και παροχής των υπηρεσιών την Αθήνα, ορίζοντας ρητώς ότι ως έδρα εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του προσφεύγοντα εννοείται ο τόπος άσκησης της κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας αυτού. Η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι ύψους 9.190,00 € μεικτά. Επιπλέον ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους ο προσφεύγων υποχρεούται να παρίσταται σε 5 έως 6 ομαδικές συμβουλευτικές συναντήσεις των φοιτητών του κατ’ έτος είτε δια ζώσης είτε ψηφιακά, να καθορίζει 3 ώρες εβδομαδιαίως ως ‘χρόνο γραφείου’ για την τηλεφωνική υποβολή ερωτημάτων από τους φοιτητές του, όπως και στην περίπτωση διαμονής του διδάσκοντα εκτός Ελλάδας, και να συναντάται 3 τουλάχιστον φορές κατ’ έτος με τους άλλους συναδέλφους της ομάδας διδακτικού προσωπικού.
8. Τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του προσφεύγοντος προς το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο έτους 2017, και Ε3 φορολογικού έτους 2016.
9. Λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος περιόδου 15.11.16-10.8.17 με διεύθυνση κατοικίας στη
Επειδή, η εργασία του προσφεύγοντος στο αφορά θέση πλήρους και μόνιμης απασχόλησης. Η σύμβαση ανάθεσης έργου του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου στον προσφεύγοντα ως μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού αφορά το έργο της ανοιχτής και εξ’ αποστάσεως διδασκαλία, με συγκεκριμένο και περιορισμένο αριθμό ημερών υποχρεωτικής φυσικής παρουσίας του προσφεύγοντος στην Ελλάδα, με ορισμένη διάρκεια σύμβασης, και με οικονομικά οφέλη που απορρέουν από αυτή τη σύμβαση σαφώς χαμηλότερα.
Επειδή, η προσβαλλόμενη αρνητική απάντηση της Δ.Ο.Υ. επί της αίτησης μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας του προσφεύγοντος για το έτος 2017 δεν αιτιολόγησε επαρκώς βάσει όλων των πρόσφορων στοιχείων που διέθετε κατά πόσο οι οικονομικοί δεσμοί του προσφεύγοντα στην Ελλάδα είναι ισχυροί ώστε το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων να βρίσκεται στην Ελλάδα.
Επειδή, προσκομίσθηκαν όλα τα δικαιολογητικά των παραγράφων 2 & 3α της ΠΟΛ.1201/2017 που απαιτούνται στην περίπτωση του προσφεύγοντος (ως άγαμου), καθώς και πρόσθετα στοιχεία, τα οποία συνολικά αποδεικνύουν την ύπαρξη του κέντρου των ζωτικών του συμφερόντων προσφεύγοντος για το φορολογικό έτος 2017 στο Ηνωμένο Βασίλειο, και συνεπώς προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των ισχυουσών διατάξεων για τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του προσφεύγοντος στο Ηνωμένο Βασίλειο το φορολογικό έτος 2017.
Αποφασίζουμε
Την αποδοχή της με ημερομηνία ηλεκτρονικής υποβολής 25.5.18 και με αριθμό ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής του , ΑΦΜ
Εντελλόμεθα όπως αρμόδιο όργανο κοινοποιήσει με τη νόμιμη διαδικασία την παρούσα απόφαση στον υπόχρεο.
ΣτΕ 1774/2018 – Δεν οφείλεται ΦΣΚ σε αύξηση κεφαλαίου με διαφορά υπέρ το άρτιο
Μια πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ έρχεται να προστεθεί στις αποφάσεις εκείνες που αφορούν στο ζήτημα της επιβολής ή μη φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου στο ποσό της διαφοράς από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο. Τοζήτημα αυτό απασχολούσε τη φορολογική Διοίκηση και τους φορολογούμενους εδώ και πάρα πολλά χρόνια και διαχρονικά υπήρξε διαφορετική αντιμετώπιση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις.
Ι. Σύντομη ιστορική αναδρομή
Με την ΠΟΛ.1230/10.10.1994, είχε διευκρινιστεί αρχικά ότι, «σε περίπτωση έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο, η υπέρ το άρτιο διαφορά είναι εισφορά που αυξάνει μεν το ενεργητικό της εταιρείας, αλλά ο εισφέρων δεν αποκτά δικαιώματα ψήφου κ.λπ. από την εισφορά αυτή και επομένως το ποσό της διαφοράς αυτής, δεν υπάγεται κατά το χρόνο της καταβολής της σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίων».
Ακολούθησε το Ν.Σ.Κ. το οποίο με τη γνωμοδότηση υπ΄ αριθμ. 113/2009 η οποία αφορούσε σε υπόθεση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) έκρινε ότι, « […] η συγκεκριμένη καταβολή (υπέρ το άρτιο) αυξάνει το ενεργητικό της επιχείρησης και, όπως προεξετέθη, γίνεται, όχι για να αυξηθεί το μετοχικό κεφάλαιο και να συμμετάσχει σε αυτό ο καταβάλλων, αλλά για να αποκτήσει δικαίωμα ή δικαιώματα εξ εκείνων που έχουν οι μέτοχοι, όπως η συμμετοχή και κέρδη. Συντρέχουν επομένως όλοι οι όροι που απαιτεί η περ.γ’ και, συνεπώς, οφείλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου, ασχέτως μάλιστα της κεφαλαιοποίησής της στο μέλλον».
Με αυτό το σκεπτικό κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «στη περίπτωση έκδοσης εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο, στον φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου υπάγεται, τόσο η μέχρι το άρτιο τιμή διάθεσης του μεριδίου, όσον και η υπέρ το άρτιον διαφορά».
Η γνωμοδότηση αυτή του Ν.Σ.Κ. έγινε δεκτή από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και κοινοποιήθηκε με την ΠΟΛ.1044/3.2.2014. Με την απόφαση αυτή, όπως είναι λογικό δεν θεσπίστηκαν νέες διατάξεις, αλλά δόθηκε διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 18 § 1 του ν. 1676/1986 από αυτήν που είχε δοθεί με την ΠΟΛ.1230/10.10.1994.
Η αλλαγή αυτή της ερμηνευτικής θέσης της Διοίκησης είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν αρκετές υποθέσεις φορολογουμένων στην Δ.Ε.Δ., όμως υπήρχαν και περιπτώσεις που οι φορολογούμενοι κατέβαλαν το φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, ωστόσο δεν κατέβαλαν πρόστιμο (για υποθέσεις που αφορούσαν περιόδους πριν την έκδοση της εγκυκλίου του 2014) λόγω κυρίως της νέας διάταξης του άρθρου 12 του ν. 4474/2017 η οποία ορίζει ότι στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ακολούθησε τις εγκυκλίους της φορολογικής διοίκησης αναφορικά με τη φορολογική του υποχρέωση, δεν του επιβάλλεται πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης.
Με την νέα απόφαση που δημοσιεύει σήμερα ο κόμβος, το Συμβούλιο της Επικρατείας ξεκαθαρίζει ότι, το νομικό ζήτημα αυτό έχει ήδη κριθεί με παλαιότερη απόφασή του (βλ. ΣτΕ 3015/2009) η οποία αφορούσε σε κεφαλαιοποίηση του ποσού της διαφοράς υπέρ το άρτιο, και όχι σε αύξηση, ωστόσο στο σκεπτικό υπ’ αριθμ. 3 είχε διατυπωθεί ξεκάθαρη γνώμη και επί του θέματος αυτού. [3. Επειδή κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης διαφοράς που προέρχεται από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο οφείλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων για το ποσό αυτό, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα αύξηση του κεφαλαίου κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 περ. α΄ και γ΄ του ν. 1676/1986. Η διαφορά αυτή δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά τον χρόνο της καταβολής της, γιατί κατά το χρόνο εκείνο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων, αφού ο εισφέρων δεν αποκτά δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι, όπως δικαιώματα ψήφου κλπ. ].
Τα βασικά σκεπτικά της νεότερης απόφασης του Σ.τ.Ε.
4. Επειδή, με την απόφαση ΣτΕ 3015/2009 της επταμελούς σύνθεσης του Β’ Τμήματος Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν τα ακόλουθα (σκέψεις 2 και 3):
“2….
3. Επειδή κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης διαφοράς που προέρχεται από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο οφείλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων για το ποσό αυτό, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα αύξηση του κεφαλαίου κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 περ. α’ και γ’ του ν. 1676/1986. Η διαφορά αυτή δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά τον χρόνο της καταβολής της, γιατί κατά το χρόνο εκείνο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων, αφού ο εισφέρων δεν αποκτά δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι, όπως δικαιώματα ψήφου κλπ. Κατά την κεφαλαιοποίηση, όμως, της διαφοράς αυτής συντρέχουν πλέον οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Εξάλλου, το γεγονός ότι το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο «κατατάσσει» τη διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο στην κατηγορία των αποθεματικών δεν αρκεί για την εξαίρεση από το φόρο της αύξησης κεφαλαίου που γίνεται με την κεφαλαιοποίηση αυτή βάσει του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 1676/1986, δεδομένου ότι παρά την «κατάταξη» αυτή, η διαφορά υπέρ το άρτιο έχει διαφορετική φύση και προέλευση από τα κοινά αποθεματικά, ενώ, εξάλλου, οι φορολογικές διατάξεις που θεσπίζουν απαλλαγές είναι στενά ερμηνευτέες. […]”.
5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και κρίθηκαν τα ακόλουθα (σκέψεις 3, 4 και 5):
“3. Επειδή κατά την έννοια των [διατάξεων των άρθρων 17, 18 παρ. 1,19 παρ. 1 και 21 του ν. 1676/1986, των άρθρων 14 παρ. 3 και 30 παρ. 1 του ν. 2190/1920 και του άρθρου 1 παρ. 2.2.402 του π.δ. 1123/1980], σε περίπτωση έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο, η υπέρ το άρτιο διαφορά είναι εισφορά που αυξάνει μεν το ενεργητικό της εταιρείας, ο εισφέρων, όμως, από την εισφορά αυτή, δεν αποκτά δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι, όπως δικαιώματα ψήφου κλπ και επομένως το ποσό της διαφοράς αυτής δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά τον χρόνο της καταβολής της, αφού κατά το χρόνο αυτό δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 18 παρ. 1 περ. α’ και γ’ του ν. 1676/1986. Όμως, εφόσον γίνει κεφαλαιοποίηση της ως άνω διαφοράς οφείλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων για το ποσό αυτό, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα αύξηση του κεφαλαίου κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις (ΣτΕ 3015/2009).
4. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, …
5. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις και σκέψεις που προεκτέθηκαν, στην περίπτωση έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο, η καταβολή της διαφοράς μεταξύ της τιμής διάθεσης της μετοχής και της ονομαστικής αξίας αυτής, αποτελούσα εισφορά που αυξάνει το ενεργητικό της εταιρείας, δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά την περ. γ’ της παρ.1 του άρθρου 18 του ν.1676/1986, αφού, κατά το χρόνο της καταβολής, ο εισφέρων, από την εισφορά αυτή (νια την οποία δεν του χορηγούνται μετοχές), δεν αποκτά δικαιώματα ψήφου κλπ, δηλαδή δεν αποκτά οποιοδήποτε πρόσθετο δικαίωμα (πέραν αυτών που αντιστοιχούν στην ονομαστική αξία της εισφοράς του) σε σχέση με άλλους μετόχους που δεν έχουν εισφέρει κεφάλαια υπέρ το άρτιο, όπως βάσιμα υποστηρίζει και η προσφεύγουσα. Συνεπώς, μη νόμιμα η φορολογική αρχή, ερμηνεύοντας διαφορετικά την ως άνω διάταξη, θεώρησε ότι για την υπαγωγή στον ένδικο φόρο της επίμαχης διαφοράς, αρκεί η, εκ της καταβολής, προσδοκία απόκτησης των προαναφερόμενων δικαιωμάτων (σε περίπτωση μελλοντικής κεφαλαιοποίησης της διαφοράς) και όχι ο πραγματικός χρόνος απόκτησης αυτών (κατά την κεφαλαιοποίηση αυτής, οπότε χορηγούνται μετοχές στις οποίες είναι ενσωματωμένα τα εν λόγω δικαιώματα) και με το σκεπτικό αυτό υπήγαγε σε φόρο τη διαφορά του ποσού που προέκυψε στην ένδικη περίπτωση από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, ύψους 42.867.276,55 ευρώ.”.
6. Επειδή, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 17, 18 (παρ. 1), 19 (παρ. 1, 2 και 4) του ν. 1676/1986, 12, 13 (παρ. 1, 2, 5 και 7), 14 (παρ. 1, 2 και 3) και 44Α (παρ. 1) του κ.ν. 2190/1920, 1 (παρ. 2) του Π.Δ. 1123/1980 και 106 (παρ. 6) του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι, σε περίπτωση έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο (ήτοι, σε τιμή μεγαλύτερη από την ονομαστική αξία τους), διαφορά υπέρ το άρτιο συνιστά εισφορά η οποία αυξάνει μεν το ενεργητικό της εταιρείας, αλλά δεν υπόκειται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, παρά μόνον εφόσον γίνει κεφαλαιοποίηση της εν λόγω διαφοράς, οπότε οι εισφέροντες αποκτούν δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του ως άνω νομικού ζητήματος. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός (ανεξαρτήτως του ότι αναφέρεται και σε νομοθετικές διατάξεις οι οποίες ούτε μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ούτε το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει ότι είχε επικαλεσθεί ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το ανωτέρω νομικό ζήτημα έχει ήδη κριθεί (κατά τρόπο αντίθετο προς το περιεχόμενο του παραπάνω λόγου αναίρεσης) με την προεκτεθείσα σκέψη 3 της απόφασης ΣτΕ 3015/2009 του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην οποία, μάλιστα, παραπέμπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
ΠΟΛ.1185/2018 Παροχή οδηγιών επί ειδικών ζητημάτων που προκύπτουν κατά τη μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού σε υφιστάμενες ή νεοσυσταθείσες εταιρείες σε περίπτωση μετασχηματισμού
ΘΕΜΑ: Παροχή οδηγιών επί ειδικών ζητημάτων που προκύπτουν κατά τη μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού σε υφιστάμενες ή νεοσυσταθείσες εταιρείες σε περίπτωση μετασχηματισμού.
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
Α. ΓΕΝΙΚΑ
1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.2166/1993 ορίζεται ότι κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού δεν θίγονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 5 και 7 του άρθρου 51 και των άρθρων 53 – 55 του ν. 3190/1955 και των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 8, του άρθρου 9 και των άρθρων 69 έως 89 του κ.ν. 2190/1920.
2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ.1297/1972 ορίζεται ότι δεν θίγονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 5 και 7 του άρθρου 51 και των άρθρων 53 του ν. 3190/1955 και των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του ν.δ. 4237/1962.
3. Με την ΠΟΛ.1057/2017 εγκύκλιο, με την οποία δόθηκαν διευκρινίσεις για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 52 – 54 του ν.4172/2013, διευκρινίστηκε ότι η διαδικασία έγκρισης και ολοκλήρωσης του μετασχηματισμού, αποτίμησης των εισφερομένων στοιχείων, διαπίστωσης της σχέσης ανταλλαγής, κ.λπ. καθορίζεται βάσει των διατάξεων της εταιρικής νομοθεσίας (κ.ν.2190/1920, ν.3190/1955, κ.λπ.) και τελεί υπό την έγκριση των αρμόδιων εποπτικών αρχών, κατά περίπτωση. Κατά συνέπεια, οι φορολογικές διατάξεις που εξετάζονται με την παρούσα δεν επηρεάζουν σε καμία περίπτωση την εφαρμογή του εταιρικού πλαισίου, όπως αυτό υπαγορεύεται από την σχετική εταιρική νομοθεσία.
4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.2578/1998 ορίζεται ότι όταν συνεπεία των πράξεων της συγχώνευσης η αλλοδαπή λήπτρια εταιρεία καθίσταται καθολική διάδοχος της εισφέρουσας εταιρείας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της τελευταίας, που απορρέουν από την υπαγωγή της σε ημεδαπούς αναπτυξιακούς νόμους, κατά το μέρος που δεν τα άσκησε και δεν τις εκπλήρωσε κατά περίπτωση πριν από τις παρακάτω πράξεις, ισχύουν για την αλλοδαπή λήπτρια εταιρεία.
Β. ΕΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
α) Χρεωστική διαφορά από την ανταλλαγή ΟΕΔ κατ’ εφαρμογή του προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του Ελληνικού χρέους (PSI)
1. Με βάση τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 27 του ν.4172/2013, η χρεωστική διαφορά που προκύπτει σε βάρος των νομικών προσώπων των περιπτώσεων α’, γ’ και δ’ του άρθρου 45 από την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή του προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα σε τριάντα (30) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων και ανεξάρτητα από τον χρόνο διακράτησης των ομολόγων.
Οι διατάξεις αυτές ισχύουν, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, από την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, δηλαδή από τις 14.2.2012 και μετά.
2. Με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1088/24.6.2016 διευκρινίσθηκε ότι όσον αφορά στον προσδιορισμό των φορολογητέων αποτελεσμάτων των νομικών προσώπων που συμμετείχαν στο πρόγραμμα του PSI, η ανωτέρω έκπτωση θα πραγματοποιείται εξωλογιστικά κατ’ έτος με βάση την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος αυτών. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η χρεωστική διαφορά εκπίπτει σε 30 ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων, διευκρινίστηκε ότι για το φορολογικό έτος 2014 και επόμενα η χρεωστική διαφορά για το PSI αποσβένεται σε 28 ισόποσες ετήσιες δόσεις, καθόσον για κάθε μία από τις χρήσεις 2012 και 2013 έχει ήδη εκπέσει το 1/30 αυτής.
Το ποσό αυτό καταχωρείται στον κωδικό 752 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Έντυπο Ν), με βάση τις σχετικές οδηγίες που δίδονται για τη συμπλήρωση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (σχετ. ΠΟΛ.1069/2018 εγκύκλιος).
3. Κατόπιν των ανωτέρω, σε περίπτωση μετατροπής (με την οποία δεν επέρχεται κατάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά μόνο αλλαγή του νομικού τύπου αυτού), καθώς και συγχώνευσης ή διάσπασης (πράξεις που εξομοιώνονται με καθολική διαδοχή), είτε με τις γενικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου είτε με τις διατάξεις των ν.δ. 1297/1972, ν. 2166/1993, ν. 2578/1998 ή ν. 4172/2013, επιχειρήσεων που έκαναν χρήση των διατάξεων του ν. 4046/2012, το υπόλοιπο ποσό της χρεωστικής διαφοράς προς έκπτωση θα πρέπει να μεταφερθεί στην προερχόμενη από τον μετασχηματισμό εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται στο δικαίωμα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης από την απόσβεση της ως άνω χρεωστικής διαφοράς και συνεχίζει να εκπίπτει την πραγματοποιηθείσα δαπάνη στα υπολειπόμενα χρόνια. Επισημαίνεται ότι, ειδικά σε περίπτωση διάσπασης επιχειρήσεων, το αναπόσβεστο υπόλοιπο της χρεωστικής διαφοράς του PSI θα μεταφερθεί στην λήπτρια εταιρεία με βάση τα οριζόμενα στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης.
β) Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.4172/2013
1. Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 63 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι δεν παρακρατείται καθόλου φόρος από τα μερίσματα που διανέμονται σε νομικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου (ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής, χρόνος διακράτησης, κ.ο.κ).
2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι εάν ένας φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα διανείμει μέρισμα, σε νομικό πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει είκοσι τέσσερις (24) μήνες διακράτησης του ελάχιστου ποσοστού κατοχής μετοχών ή μεριδίων ή συμμετοχής, αλλά κατά τα λοιπά πληροί τους όρους των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου και νόμου, ο υπόχρεος σε παρακράτηση που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα μπορεί προσωρινά να μην προβεί σε παρακράτηση φόρου, εφόσον καταθέσει (τραπεζική) εγγύηση στη Φορολογική Διοίκηση ίση με το ποσό της απαλλαγής.
3. Όπως διευκρινίσθηκε με την ΠΟΛ.1039/26.1.2015 ερμηνευτική εγκύκλιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 48 και 63 του ν.4172/2013, αναφορικά με τον χρόνο χορήγησης του φορολογικού πλεονεκτήματος, αυτός θεωρείται ότι είναι ο χρόνος λήψης της απόφασης διανομής των μερισμάτων από τα αρμόδια όργανα του καταβάλλοντος νομικού προσώπου ή προκειμένου για τα μερίσματα που διανέμουν οι προσωπικές εταιρίες ο χρόνος απόκτησης αυτών από τα μέλη τους.
4. Με βάση τα ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μετασχηματισμού με τον οποίο επέρχεται οιονεί καθολική διαδοχή της μετασχηματιζόμενης εταιρείας, δεν επηρεάζεται η αφετηρία του χρόνου διακράτησης (24 μήνες) του ελάχιστου ποσοστού κατοχής συμμετοχών, όπως είχε τεθεί για τη μετασχηματιζόμενη εταιρεία (λήπτρια των μερισμάτων). Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση καταβολής τόκων και δικαιωμάτων με βάση τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 63 του ν.4172/2013 καθώς επίσης και στις περιπτώσεις εισπραττόμενων μερισμάτων του άρθρου 48 του ν.4172/2013.
1. Σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου, με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972 και ν.2166/1993 επιχειρήσεων οι οποίες σχημάτισαν προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων μη αναγνωριζόμενες φορολογικά κατά τον χρόνο σχηματισμού τους, οι προβλέψεις αυτές ακολουθούν τη σχετική με αυτές απαίτηση όπως αυτή εμφανίζεται στα βιβλία της προερχόμενης από τη διάσπαση εταιρείας ή της λήπτριας εταιρείας σε περίπτωση απόσχισης κλάδου, με βάση τα οριζόμενα στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης/απόσχισης κλάδου.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις διάσπασης ή εισφοράς κλάδου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 54 και 52 του ν.4172/2013, δεδομένου ότι η λήπτρια εταιρεία αναλαμβάνει τις προβλέψεις που σχημάτισε η εισφέρουσα εταιρεία και οι οποίες σχετίζονται με τον κλάδο ή τους κλάδους δραστηριότητας που μεταβιβάζονται υπό τις προϋποθέσεις που θα ίσχυαν για την εισφέρουσα εταιρεία, εάν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση (παρ. 5 άρθρου 52 και παρ.10 άρθρου 54 του ν.4172/2013).
2. Το τυχόν αχρησιμοποίητο ποσό των προβλέψεων το οποίο επιβαρύνει τα αποτελέσματα του τρέχοντος φορολογικού έτους της προερχόμενης από τη διάσπαση εταιρείας ή της λήπτριας εταιρείας σε περίπτωση απόσχισης κλάδου αναμορφώνεται με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του έτους αυτού (ως αρνητική λογιστική διαφορά).
δ) Μεταφορά αποθεματικών
1. Όπως έχει διευκρινιστεί από τη Διοίκηση, σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου επιχειρήσεων με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972 και ν.2166/1993, στην έννοια του κλάδου περιλαμβάνονται όχι μόνο τα στοιχεία του ενεργητικού αλλά και τα αντίστοιχα στοιχεία του παθητικού και κατά συνέπεια και τα αφορολόγητα αποθεματικά αναπτυξιακών νόμων (ν.1262/1982, ν.1892/1990, ν.2601/1998, ν.3299/2004) τα οποία αφορούν τα στοιχεία αυτού.
Επομένως, σε περίπτωση εισφοράς κλάδου ή τμήματος κλάδου συγκεκριμένων παγίων στοιχείων θα πρέπει υποχρεωτικά να εισφερθεί σε κάθε επιχείρηση και το τμήμα της αφορολόγητης έκπτωσης που αντιστοιχεί στα υπόψη στοιχεία. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η αντιστοίχιση κάποιας επένδυσης με αποθεματικά του συγκεκριμένου αναπτυξιακού νόμου ή τμήματος αυτού, κατά περίπτωση, το αποθεματικό αυτό ή το τμήμα του, κατά περίπτωση θα παραμείνει στην εισφέρουσα εταιρεία (σχετ. Δ12 1119092 ΕΞ2009/10.12.2009 έγγραφό μας).
2. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου επιχειρήσεων με τις διατάξεις του ν.4172/2013, δηλαδή θα πρέπει υποχρεωτικά να εισφερθεί σε κάθε επιχείρηση και το τμήμα της αφορολόγητης έκπτωσης που αντιστοιχεί στα πάγια στοιχεία του κλάδου που εισφέρεται, καθόσον με βάση τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 52 και παρ. 10 του άρθρου 54 του ν.4172/2013, η λήπτρια εταιρεία αναλαμβάνει τα αποθεματικά που σχημάτισε η εισφέρουσα εταιρεία και τα οποία σχετίζονται με τον κλάδο ή τους κλάδους δραστηριότητας.
Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η αντιστοίχιση κάποιας επένδυσης με αποθεματικά του συγκεκριμένου αναπτυξιακού νόμου ή τμήματος αυτού, κατά περίπτωση, το αποθεματικό αυτό ή το τμήμα του θα παραμείνει στην εισφέρουσα εταιρεία.
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
ΝΟΜΟΣ 4512_2018 (Πολυνομοσχέδιο) Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις”
Αριθμ. πρωτ.: ΔΕΑΦ 1118853 ΕΞ 2017 Εκπτώσεις από το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες αλλοδαπής προέλευσης
Αριθμ. πρωτ.: ΔΕΑΦ 1118853 ΕΞ 2017
Εκπτώσεις από το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες αλλοδαπής προέλευσης
Αθήνα, 4 Αυγούστου 2017
Αριθ. Πρωτ.: ΔΕΑΦ 1118853 ΕΞ 2017
Θέμα: Εκπτώσεις από το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες αλλοδαπής προέλευσης.
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας και σε συμπλήρωση του αριθμ. ΔΕΑΦ Α 1060761 ΕΞ 2017/6.4.2017 εγγράφου μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013, το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των περιπτώσεων δ’, ε’ και ι’ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 4172/2013 ορίζεται ότι από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίες επιβάλλονται με νόμο, οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει ο εργαζόμενος περιλαμβανομένων των εισφορών εργοδότη και εργαζόμενου υπέρ των επαγγελματικών ταμείων που έχουν συσταθεί με νόμο, καθώς επίσης και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζόμενου στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων.
3. Εξάλλου, το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία που υποβάλλεται σε φόρο με την κλίμακα του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 αυτού του νόμου, αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση των δαπανών που εκπίπτουν από το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις.
4. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο νόμος δεν προβλέπει περιοριστικά ότι εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα μόνο οι κρατήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην ημεδαπή, συνάγεται ότι από το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία αλλοδαπής προέλευσης, εκπίπτουν οι κρατήσεις από τους μισθούς που έχουν πραγματοποιήσει στην αλλοδαπή οι εργοδότες, είτε αυτές αποτελούν κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων οι οποίες επιβάλλονται με νόμο, είτε υπέρ των επαγγελματικών ταμείων που έχουν συσταθεί με νόμο, είτε αποτελούν κρατήσεις στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων όπως αυτές αναγράφονται σε βεβαιώσεις που προσκομίζονται με τη δήλωση εισοδήματος στην Ελλάδα.
ΝΟΜΟΣ 4465_2017 τροποποιήσεις σε διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), διατάξεις για την έκτακτη εισφορά στις αλλοδαπές αεροπορικές εταιρείες, για διάφορα ζητήματα Α.Α.Δ.Ε
Σχέδιο νόμου Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων
Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης υπό τον τίτλο «ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ»
Άρθρο 1
Σκοπός – ορισμοί
1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ρυθμίζουν τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών προς οποιονδήποτε πιστωτή, οι οποίες είτε προέρχονται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, είτε αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία, εφόσον η ρύθμιση των εν λόγω οφειλών κρίνεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του οφειλέτη.
2. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου:
α. Ως «μεγάλες επιχειρήσεις» νοούνται όσες, κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος, είχαν κύκλο εργασιών μεγαλύτερο από δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες Ευρώ (2.500.000 €) ή έχουν συνολικές υποχρεώσεις (ληξιπρόθεσμες ή μη) υψηλότερες από δύο εκατομμύρια Ευρώ (2.000.000 €).
β. Ως «μικρές επιχειρήσεις» νοούνται όσες, κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος, είχαν κύκλο εργασιών έως δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες Ευρώ (2.500.000 €) και έχουν συνολικές υποχρεώσεις (ληξιπρόθεσμες ή μη) έως δύο εκατομμύρια Ευρώ (2.000.000 €) .
γ. Ως «συνοφειλέτης» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή ως αποτέλεσμα δικαιοπραξίας, για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών του οφειλέτη. Στην έννοια του συνοφειλέτη περιλαμβάνεται και ο εγγυητής. Δεν συμπεριλαμβάνονται στην έννοια του συνοφειλέτη οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δυνάμει ασφαλιστικής σύμβασης με τον οφειλέτη έχουν αναλάβει να καλύψουν την παντός είδους ευθύνη του έναντι τρίτων.
δ. Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοείται κάθε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων και των υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων, κάθε
εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, κάθε εταιρεία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, καθώς και κάθε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α’ 176), εφόσον τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
ε. ως «πιστωτές» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Ελληνικού Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν πάσης φύσεως χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη.
στ. «απαρτία συμμετεχόντων πιστωτών» υπάρχει όταν συμμετέχουν στη διαδικασία πιστωτές (συμμετέχοντες πιστωτές) που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του (50%) πενήντα τοις εκατό του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Δεν λαμβάνονται υπόψη για τον σχηματισμό απαρτίας απαιτήσεις προσώπων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη και απαιτήσεις πιστωτών που δεν δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4, 6 και 7 του άρθρου 2 και στο εδάφιο ε’ της παραγράφου 3 του άρθρου 4.
ζ. Ως «πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών» νοείται η πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών που σχηματίζεται με βάση ποσοστό επί του συνόλου των απαιτήσεων των συμμετεχόντων πιστωτών. Δεν λαμβάνονται υπόψη για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας συμμετεχόντων πιστωτών απαιτήσεις προσώπων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη.
η. Ως «ποσοστό συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο» νοείται το ποσοστό των συμμετεχόντων πιστωτών που σχηματίζεται επί του συνόλου των απαιτήσεων των συμμετεχόντων πιστωτών που εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόμιο. Δεν λαμβάνονται υπόψη για τον σχηματισμό του ποσοστού συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο απαιτήσεις προσώπων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη.
θ. Ως «σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών» νοείται η πολυμερής δικαιοπραξία που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και των συμβαλλομένων πιστωτών στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου, έχει ως αντικείμενο την αναδιάρθρωση του συνόλου ή μέρους των οφειλών του οφειλέτη και αποσκοπεί στην συνέχιση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη.
ι. Ως «πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη» νοούνται:
(i) Όταν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, οι σύζυγοι, οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη.
(ii) Όταν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν το νομικό πρόσωπο του οφειλέτη, καθώς και οι σύζυγοι και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του δεύτερου βαθμού των ως άνω φυσικών προσώπων. Επίσης τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη.
Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 Ν. 4308/2014 (Α’ 251).
ια. Ως «συμμετέχων πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που παρίσταται ή εκπροσωπείται ή συμμετέχει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης με σκοπό την κατάρτιση σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
ιβ. Ως «συμβαλλόμενος πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που συμβάλλεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.
ιγ. Ως «μη συμβαλλόμενος πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που δεν συμβάλλεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, ανεξαρτήτως εάν συμμετείχε στη διαδικασία διαπραγμάτευσης.
ιδ. Ως «εμπειρογνώμονας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει κατ’ επάγγελμα υπηρεσίες χρηματοοικονομικών συμβουλών σχετικά με την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων.
ιε. Ως «εκτιμητής ακινήτων» νοείται ο πιστοποιημένος εκτιμητής ακινήτων που έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου Γ του ν. 4152/2013 (Α’ 107).
ιστ. Ως «οφειλές προς το Δημόσιο» νοούνται οι απαιτήσεις του Δημοσίου που είναι ήδη βεβαιωμένες σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α’ 90), του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α’ 170) και του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α’ 265) κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016, με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.
ιζ. Ως «οφειλές υπέρ τρίτων» νοούνται οι κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016 ήδη βεβαιωμένες οφειλές υπέρ τρίτων πιστωτών, οι οποίες βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974), με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.
ιη. Ως «οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης» νοούνται οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που είναι ήδη βεβαιωμένες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) και του άρθρου 101 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016, με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.
Άρθρο 2
Πεδίο Εφαρμογής
1. Κάθε φυσικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα και κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 (Α’ 167) και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, δύναται να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, εφόσον:
(α) κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016 είχε προς χρηματοδοτικό φορέα οφειλή από δάνειο σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή οφειλή που ρυθμίστηκε μετά την 1η Ιουλίου 2016 ή είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση ή είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή είχε βεβαιωθεί η μη πληρωμή επιταγών εκδόσεώς του λόγω μη επαρκούς υπολοίπου κατά το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 (ΦΕΚ 401 Α’) ή είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής ή δικαστικές αποφάσεις λόγω ληξιπροθέσμων απαιτήσεων εις βάρος του,
(β) οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές του ξεπερνούν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και
(γ) πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 3.
2. Δεν δύνανται να υποβάλλουν αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών οι ακόλουθοι:
(α) τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα,
(β) οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών που λειτουργούν στην Ελλάδα,
(γ) οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ), καθώς και οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ) καθώς και οι διαχειριστές αυτών και
(δ) οι ασφαλιστικές εταιρίες.
3. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν δύναται να καταθέσει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών εφόσον:
(α) έχει υποβάλει αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 62 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246) ή, εφόσον έχει πτωχευτική ικανότητα, στις διατάξεις του ν. 3588/2007 (Α’ 153), εκτός εάν έχει υπάρξει έγκυρη παραίτησή του από τις εν λόγω διαδικασίες μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ή
(β) έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής του οφειλέτη σε μία από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη περίπτωση (α) διαδικασίες ή έχει συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η αίτηση υπαγωγής του στις παραπάνω διαδικασίες και εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή
(γ) έχει διακόψει την επιχειρηματική του δραστηριότητα ή, σε περίπτωση νομικού προσώπου, βρίσκεται σε διαδικασία λύσης και εκκαθάρισης, εκτός εάν αποφασισθεί από το αρμόδιο όργανο η αναβίωση του νομικού προσώπου, πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ή
(δ) έχει καταδικασθεί με αμετάκλητη απόφαση το ίδιο το φυσικό πρόσωπο ή στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, ή οι διευθύνοντες σύμβουλοι, ή οι διαχειριστές, ή οι εταίροι ή και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών για φοροδιαφυγή (εξαιρουμένης της μη απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, φόρου κύκλου εργασιών, φόρου ασφαλίστρων, παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών ή φόρου πλοίων), απάτη κατά του Δημοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ή για το κακούργημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της υπεξαίρεσης, της απάτης, της εκβίασης, της πλαστογραφίας, της δωροδοκίας, της δωροληψίας, της λαθρεμπορίας, της καταδολίευσης δανειστών ή της χρεοκοπίας.
Η καταδίκη των πρόεδρων, ή των διευθύνοντων σύμβουλων, ή των διαχειριστών, ή των εταίρων ή και κάθε πρόσωπου εντεταλμένου είτε από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διαχείριση των νομικών προσώπων για τα αδικήματα της παραπάνω περίπτωσης θα πρέπει να αφορά σε αξιόποινη πράξη τους που να σχετίζεται με την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου που αιτείται την ένταξή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του παρόντος νόμου.
4. Στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης του παρόντος νόμου δεν υπάγονται οφειλές του οφειλέτη που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.
5. Δεν υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης του παρόντος νόμου, σε περίπτωση που οι απαιτήσεις ενός πιστωτή υπερβαίνουν ποσοστό 85% των συνολικών απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου το Ελληνικό Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης λογίζονται ως δύο πιστωτές.
6. Πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων (α) δεν υπερβαίνουν ατομικά για κάθε πιστωτή το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και ποσοστό 1,5% του συνολικού χρέους του οφειλέτη και (β) δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ και ποσοστό 15% του συνολικού χρέους του οφειλέτη δεν συμμετέχουν στη διαδικασία του παρόντος νόμου και δεν δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που εμπίπτουν στο κριτήριο του στοιχείου (α) υπερβαίνουν αθροιστικά το κριτήριο του στοιχείου (β), δεν συμμετέχουν στη διαδικασία του παρόντος νόμου και δεν δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών οι πιστωτές με τις μικρότερες απαιτήσεις έως τη συμπλήρωση του ποσοστού του 15% ή του ποσού των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ. Οι λοιποί πιστωτές, ακόμα και εάν οι απαιτήσεις τους δεν υπερβαίνουν τα κριτήρια του στοιχείου (α), συμμετέχουν κανονικά στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης του παρόντος νόμου.
7. Δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου απαιτήσεις από ανακτήσεις κρατικών ενισχύσεων λόγω παραβίασης των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.)
Άρθρο 3
Κριτήρια επιλεξιμότητας
1. Ο οφειλέτης που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) κρίνεται επιλέξιμος για υπαγωγή στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών του παρόντος νόμου, εφόσον έχει θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων σε μία (1) τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις (3) χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4.
2. Ο οφειλέτης που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) κρίνεται επιλέξιμος για υπαγωγή στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών του παρόντος νόμου, εφόσον πληροί μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις σε μία (1) τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις (3) χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4:
(α) έχει θετικά αποτελέσματα προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων, ή (β) έχει θετική καθαρή θέση (equity).
Άρθρο 4
Υποβολή αίτησης
1. Κάθε οφειλέτης εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 2 και 3 του παρόντος μπορεί να υποβάλει αίτηση για την υπαγωγή του στην διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών έως την 31η Δεκεμβρίου 2018. Αποκλείεται η υποβολή δεύτερης αίτησης από τον ίδιο οφειλέτη όσο εκκρεμεί η πρώτη ή μετά τη σύνταξη πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας από το συντονιστή κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παρ. 16 ή πρακτικού αποτυχίας για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στον παρόντα νόμο λόγους.
2. Η αίτηση για την υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υποβάλλεται από τον οφειλέτη ηλεκτρονικά στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) με τη χρήση ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία θα τηρείται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Υπόδειγμα της αίτησης επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α του παρόντος νόμου. Τα δεδομένα του οφειλέτη θα τηρούνται στη βάση δεδομένων της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για τρία (3) χρόνια από τη λήξη της εκτέλεσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ή από την ακύρωσή της ή από την τελεσιδικία της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της. Σε περίπτωση που η αίτηση του οφειλέτη δεν καταλήξει σε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών τα δεδομένα του διαγράφονται από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. τρία (3) έτη μετά την υποβολή τους.
3. Στην περίπτωση ύπαρξης συνοφειλετών συνυποβάλλεται αίτηση υποχρεωτικά και από αυτούς και συνοδεύεται τουλάχιστον από τα δικαιολογητικά της παραγράφου 2 στοιχεία (α) και (β) και της παραγράφου 8 στοιχεία (α), (δ), (ε), (στ), (η) και (θ) του άρθρου 5.
Σε περίπτωση μη συνυποβολής της αίτησης από έναν ή περισσότερους συνοφειλέτες του οφειλέτη, η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του παρόντος νόμου δεν εκκινείται, εκτός εάν ο πιστωτής ή η πλειοψηφία των πιστωτών έναντι των οποίων ευθύνονται οι συνοφειλέτες που δεν συνυπέβαλαν αίτηση συναινέσουν στην έναρξή της.
Δεν επιτρέπεται η μη συνυποβολή από συνοφειλέτες που είναι ομόρρυθμοι εταίροι ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ή που από άλλη αιτία ευθύνονται εις ολόκληρον και αλληλεγγύως για το σύνολο των οφειλών του οφειλέτη, ακόμα και εάν παρέχεται η συναίνεση του προηγούμενου εδαφίου.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και όταν ο πιστωτής ή η πλειοψηφία των πιστωτών έναντι των οποίων ευθύνονται οι συνοφειλέτες δεν συναινούν στην έναρξη της διαδικασίας, η πλειοψηφία των υπόλοιπων πιστωτών δύναται να αποφασίσει την έναρξή της. Στην περίπτωση αυτή οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν συναίνεσαν δεν ρυθμίζονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.
Στην περίπτωση των συνοφειλετών που υποβάλλουν από κοινού με τον οφειλέτη αίτηση δεν ισχύουν οι περιορισμοί του άρθρου 2 παρ. 1, 3 και 5 και του άρθρου 3.
Δεν απαιτείται συνυποβολή της αίτησης στην περίπτωση που ο συνοφειλέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (Ε.ΤΕ.ΑΝ. Α.Ε.), καθώς και οποιοσδήποτε άλλος φορέας του δημόσιου τομέα έχει χορηγήσει εγγύηση για δάνεια οποιουδήποτε είδους. Στην περίπτωση αυτή η διαδικασία προχωράει ως εάν ο συγκεκριμένος συνοφειλέτης είχε συνυποβάλει την αίτηση και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
4. Αίτηση δύνανται να υποβάλουν από κοινού περισσότεροι από ένας οφειλέτες, εφόσον είναι νομικά πρόσωπα για τα οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής ενοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 ν. 4308/2014 (Α’ 251).
5. Το Ελληνικό Δημόσιο, οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή οι χρηματοδοτικοί φορείς δύνανται ως πιστωτές να εκκινήσουν τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών κοινοποιώντας στον οφειλέτη με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή ή με ισοδύναμου τύπου ταχυδρομική επιστολή ή αυτοπρόσωπη παράδοση, εφόσον διασφαλίζονται με ισοδύναμο τρόπο η επιβεβαίωση αποστολής, παραλαβής και εμπιστευτικότητας, έγγραφη δήλωση, με την οποία τον καλούν να υπαχθεί στη διαδικασία του παρόντος νόμου υποβάλλοντας τη σχετική αίτηση. Η πρόσκληση του προηγούμενου εδαφίου κοινοποιείται με επιμέλεια του πιστωτή και στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Η παράλειψη του οφειλέτη να υποβάλει αίτηση για εκκίνηση της διαδικασίας εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της εξώδικης έγγραφης γνωστοποίησης έχει ως συνέπεια να μην δικαιούται να εκκινήσει ο ίδιος τη διαδικασία υπαγωγής μεταγενέστερα, χωρίς να προσκληθεί εκ νέου από τους πιστωτές ενώ αν υποβάλει αίτηση εμπρόθεσμα, ο προσκαλέσας πιστωτής λογίζεται ως συμμετέχων.
6. Μέχρι τη λειτουργία της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας της παραγράφου 2, οι αιτήσεις για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υποβάλλονται σε έντυπη και ψηφιακή μορφή στις Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων. Τα συνοδευτικά της αίτησης έγγραφα και δικαιολογητικά υποβάλλονται αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή.
7. Η υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία διαρκών συμβάσεων.
8. Η υποβολή της αίτησης αναστέλλει τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (195/1/29.7.2016 απόφαση της επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, Β’ 2376) που έχει θεσπισθεί κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288). Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) του Κώδικα Δεοντολογίας δεν αρχίζει εκ νέου, αλλά συνεχίζεται από το στάδιο στο οποίο είχε σταματήσει.
Άρθρο 5
Περιεχόμενο αίτησης
1. Στην αίτηση του ο οφειλέτης αποτυπώνει υποχρεωτικά τα εξής:
(α) πλήρη στοιχεία της επιχείρησης (επωνυμία, διεύθυνση, ΑΦΜ, ΚΑΔ, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση), αναφορά στον κύκλο εργασιών του κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης και στις συνολικές υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του, περιγραφή της δραστηριότητάς του, της οικονομικής του κατάστασης, των λόγων της οικονομικής του αδυναμίας και των προοπτικών της επιχείρησής του,
(β) κατάλογο όλων των πιστωτών του με πλήρη στοιχεία (επωνυμία, διεύθυνση, ΑΦΜ, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση ) και των οφειλομένων ποσών ανά πιστωτή,
(γ) την πρόταση του για τον τρόπο ρύθμισης των οφειλών του, η οποία περιέχει κατ’ ελάχιστον το ποσό που δύναται να καταβάλει σε μηνιαία ή ετήσια βάση για την αποπληρωμή των οφειλών του, βασίζεται στα εκτιμώμενα έσοδα και έξοδα του οφειλέτη κατά τις επόμενες τρεις (3) τουλάχιστον χρήσεις και είναι σύμφωνη με τους υποχρεωτικούς κανόνες των άρθρων 9 και 15.
(δ) τα στοιχεία που απαιτούνται για την αξιολόγηση της επιλεξιμότητάς του, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 3.
2. Η αίτηση συνοδεύεται υποχρεωτικά και από:
(α) κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη με αναφορά στην εκτιμώμενη εμπορική αξία τους, προκειμένου να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί η αξία ρευστοποίησης της περιουσίας του.
(β) πλήρη περιγραφή των βαρών (είδος βάρους, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο) που είναι εγγεγραμμένα επί των περιουσιακών στοιχείων που περιγράφονται στο στοιχείο (α) της παρούσας.
(γ) πλήρη στοιχεία κάθε συνοφειλέτη (επωνυμία, πλήρη διεύθυνση, ΑΦΜ, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση).
3. Με την αίτηση, επίσης, συνυποβάλλονται υποχρεωτικά:
(α) δήλωση για κάθε μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν την υποβολή της αίτησης και για κάθε καταβολή μερίσματος από τον οφειλέτη προς τους μετόχους ή εταίρους ή άλλη συναλλαγή εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης που έγινε εντός των τελευταίων είκοσι τεσσάρων (24) μηνών πριν την υποβολή της αίτησης,
(β) στοιχεία κάθε νομικού προσώπου συνδεδεμένου με τον οφειλέτη με ημερομηνία σύστασης μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2011, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη μετά την 1η Ιανουαρίου 2011 και εφεξής.
(γ) κατάλογος των προσώπων που αμείβονται από τον οφειλέτη και τα οποία αποτελούν συνδεδεμένα πρόσωπα με αυτόν καθώς και ανάλυση των αμοιβών αυτών κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της αίτησης.
4. Πέραν των ανωτέρω αναφερομένων υποχρεωτικών στοιχείων, ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να συνοδεύει την αίτηση του με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στοιχείο ή πληροφορία, την οποία θεωρεί σημαντική για την επιτυχία της διαδικασίας.
5. Η αξία των ακινήτων τα οποία δηλώνονται στην αίτηση θα καθορίζεται με βάση έκθεση εκτιμητή ακινήτων, την οποία συνυποβάλλει ο οφειλέτης με την αίτησή του. Εάν ο οφειλέτης δεν προσκομίσει έκθεση από εκτιμητή, ως αξία των ακινήτων στην αίτηση δηλώνεται η αξία που λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ν. 4223/2013, Α’ 287).
6. Με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση στο συντονιστή και τους συμμετέχοντες πιστωτές, επεξεργασία και διασταύρωση από αυτούς των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή των συμμετεχόντων πιστωτών για τους σκοπούς της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Η άδεια του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 ν.δ. 1059/1971 (Α’ 270) και του φορολογικού απορρήτου.
7. Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α’ 75) του οφειλέτη για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχομένου της αίτησης και των υποβληθέντων εγγράφων. Ο οφειλέτης ενημερώνεται κατά την υποβολή της αίτησης για τις συνέπειες της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 22 παρ. 6 ν. 1599/1986.
8. Η αίτηση συνοδεύεται υποχρεωτικά και από τα ακόλουθα έγγραφα:
(α) Δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (E.1) ή δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (Ν) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών.
(β) Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε.3) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών.
(γ) Συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών και προμηθευτών των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών.
(δ) Δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε.9), εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της.
(ε) Πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος του τελευταίου έτους.
(στ) Πράξη διοικητικού προσδιορισμού του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου έτους.
(ζ) Τελευταία περιοδική δήλωση ΦΠΑ (Φ2), εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της.
(η) Καταστάσεις βεβαιωμένων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση και προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης οι οποίες να έχουν εκδοθεί εντός τριών μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
(θ) Χρηματοοικονομικές καταστάσεις του άρθρου 16 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) των τελευταίων πέντε περιόδων, οι οποίες πρέπει να είναι δημοσιευμένες, εφόσον προβλέπεται αντίστοιχη υποχρέωση.
(ι) Προσωρινό ισοζύγιο τελευταίου μηνός τεταρτοβαθμίων λογαριασμών του αναλυτικού καθολικού της γενικής λογιστικής, εφόσον προβλέπεται η κατάρτισή του.
(ια) Αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές Εταιρείες, των ομόρρυθμων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες.
(ιβ) Πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης από το αρμόδιο Πρωτοδικείο.
(ιγ) Πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης πτώχευσης από το αρμόδιο Πρωτοδικείο.
(ιδ) Πιστοποιητικό περί μη λύσης της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο.
(ιε) Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές Εταιρείες, των ομόρρυθμων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες.
9. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών μπορούν να καθορίζονται και νέα δικαιολογητικά ως υποχρεωτικώς συνυποβαλλόμενα με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία του παρόντος νόμου έγγραφα ή και να τροποποιούνται τα δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου.
Άρθρο 6
Διορισμός συντονιστή-Δικαίωμα αποποίησης
1. Εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διορίζει συντονιστή της διαδικασίας από το μητρώο συντονιστών που τηρείται στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στο οποίο εγγράφονται κατά προτεραιότητα διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές του ν. 3898/2010 (Α’ 211) μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσιεύει ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 5. Η έδρα του συντονιστή πρέπει να βρίσκεται εντός της Περιφερειακής Ενότητας στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης. Εάν δεν υπάρχει εγγεγραμμένος συντονιστής στο μητρώο με έδρα εντός της Περιφερειακής Ενότητας, στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης, διορίζεται συντονιστής που εδρεύει εντός της διοικητικής περιφέρειας της έδρας του οφειλέτη.
2. Δεν επιτρέπεται ο διορισμός ως συντονιστή του ιδίου προσώπου σε περισσότερες από μία αιτήσεις, εάν προηγουμένως δεν έχει εξαντληθεί η δυνατότητα διορισμού των λοιπών εγγεγραμμένων στο μητρώο της προηγούμενης παραγράφου με έδρα την Περιφερειακή Ενότητα ή τη διοικητική περιφέρεια, στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.
3. Ο συντονιστής ειδοποιείται από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για το διορισμό του και εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών υποχρεούται να αποποιηθεί εάν συντρέχουν στο πρόσωπό του περιστάσεις που δύνανται να επηρεάσουν την ανεξαρτησία του. Τέτοιες περιστάσεις είναι ιδίως:
(α) κάθε προσωπική ή επαγγελματική σχέση με τον οφειλέτη ή συμμετέχοντα πιστωτή, (β) οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο συμφέρον, άμεσο ή έμμεσο, από την έκβαση της διαδικασίας.
Στην περίπτωση που ο συντονιστής αποποιηθεί τον διορισμό του κατά τα παραπάνω η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διορίζει αμέσως νέο συντονιστή.
4. Ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στη Διαύγεια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την εγγραφή στο Μητρώο Συντονιστών. Στο μητρώο εγγράφονται κατά προτεραιότητα διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές του ν. 3898/2010 (Α’ 211) μετά από αίτησή τους που υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της πρόσκλησης κατά τα ανωτέρω. Η αίτηση συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75), με την οποία ο ενδιαφερόμενος βεβαιώνει την ιδιότητά του ως διαπιστευμένου διαμεσολαβητή του ν. 3898/2010 (Α’ 211).
5. Στο μητρώο συντονιστών εγγράφονται:
α) Εκατόν είκοσι (120) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Αττικής.
β) Πενήντα (50) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.
γ) Είκοσι (20) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Θεσσαλίας.
δ) Είκοσι (20) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας.
ε) Είκοσι (20)διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Κρήτης.
στ) Είκοσι (20)διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Πελοποννήσου.
ζ) Δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
η) Δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας.
θ) Δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Ηπείρου.
ι) Δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων.
ια Δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας.
ιβ) Δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου.
ιγ) Δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου.
Σε περίπτωση που οι αιτήσεις εγγραφής στο Μητρώο υπερβούν σε αριθμό τις υπό κάλυψη θέσεις συντονιστών ανά Περιφέρεια, διενεργείται κλήρωση μεταξύ των ενδιαφερόμενων. Μεταξύ των μη κληρωθέντων διενεργείται νέα κλήρωση για να καθορισθεί η σειρά των επιλαχόντων. Οι επιλαχόντες εγγράφονται στο μητρώο αμέσως μετά τη διαγραφή από το μητρώο μέλους με έδρα στην ίδια Περιφέρεια.
Σε περίπτωση που δεν καλυφθούν οι θέσεις συντονιστών ανά Περιφέρεια, ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους απευθύνει εντός δέκα (10) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων πρόσκληση προς τους Δικηγορικούς Συλλόγους με έδρα την Περιφέρεια αυτή με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή στο μητρώο εγγράφονται δικηγόροι με πενταετή τουλάχιστον εμπειρία μετά τη λήψη της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Εάν οι αιτήσεις εγγραφής υπερβούν σε αριθμό τις υπό κάλυψη θέσεις, ακολουθείται διαδικασία κλήρωσης κατά τα παραπάνω οριζόμενα.
6. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ανάγκη συμπλήρωσης του αριθμού των συντονιστών σε συγκεκριμένη Περιφέρεια, ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους με απόφασή του μπορεί να εγγράψει στο μητρώο συντονιστών νέα μέλη από την κατάσταση επιλαχόντων ανά Περιφέρεια. Εάν ο αριθμός των επιλαχόντων δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών της συγκεκριμένης Περιφέρειας, ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δημοσιεύει κοινή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την εγγραφή στο Μητρώο Συντονιστών διαπιστευμένων διαμεσολαβητών και δικηγόρων ακολουθώντας κατά τα λοιπά την διαδικασία των παραγράφων 4 και 5.
7. Η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. επιβλέπει το έργο των συντονιστών, μεριμνά για την κατάρτισή τους και την περιοδική πιστοποίηση της απόδοσής τους. Με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους διαγράφονται από το Μητρώο οι συντονιστές που δεν φέρουν σε πέρας το έργο τους εμπροθέσμως ή εκπληρώνουν πλημμελώς τα καθήκοντα τους. Για την εξειδίκευση των υποχρεώσεων των συντονιστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και των συνεπειών που επιφέρει η μη συμμόρφωσή τους σε αυτές εκδίδεται Οδηγός Δεοντολογίας Συντονιστών από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ..
Άρθρο 7
Έλεγχος πληρότητας αίτησης και κοινοποίησή της στους πιστωτές
1. Εφόσον ο συντονιστής δεν αποποιηθεί το διορισμό του εντός της προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 3, η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. του κοινοποιεί σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων. Ο συντονιστής ελέγχει την πληρότητα της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων και σε περίπτωση που ο φάκελος της αίτησης δεν είναι πλήρης καλεί τον οφειλέτη να καταθέσει εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών τα έγγραφα που λείπουν. Εάν ο φάκελος δεν συμπληρωθεί εμπρόθεσμα η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας το οποίο αποστέλλει ηλεκτρονικά στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στον αιτούντα. Μετά τη διαπίστωση της πληρότητας της αίτησης ή τη συμπλήρωση του φακέλου ο συντονιστής εκδίδει υπογεγραμμένη βεβαίωση με την οποία πιστοποιεί την πληρότητα της αίτησης και την αποστέλλει αυθημερόν στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Η ως άνω βεβαίωση πιστοποιείται ηλεκτρονικά από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και κοινοποιείται αυθημερόν στον οφειλέτη και στο συντονιστή.
2. Εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από τη λήψη της αίτησης με πλήρη φάκελο ή της συμπλήρωσης αυτής, σε περίπτωση που υπάρχουν ελλείψεις κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1, ο συντονιστής κοινοποιεί σε όλους τους πιστωτές που περιέχονται στην κατάσταση που έχει καταθέσει ο οφειλέτης ηλεκτρονικά ή, στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα, με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή ή με ισοδύναμου τύπου ταχυδρομική επιστολή ή αυτοπρόσωπη παράδοση, εφόσον διασφαλίζονται με ισοδύναμο τρόπο η επιβεβαίωση αποστολής, παραλαβής και εμπιστευτικότητας, αντίγραφο της αίτησης. Με την εξαίρεση των πιστωτών της παραγράφου 6 του άρθρου 2, στους πιστωτές κοινοποιείται επίσης πρόσκληση συμμετοχής στη διαδικασία και υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εμπιστευτικότητας.
3. Το εύλογο χρονικό διάστημα της προηγούμενης παραγράφου για την πρώτη περίοδο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου προσδιορίζεται σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες. Για λόγους διαχείρισης του φόρτου εργασίας των συντονιστών και των εκπροσώπων των πιστωτών του δημόσιου τομέα και των χρηματοδοτικών φορέων, με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δύναται να τροποποιείται το παραπάνω χρονικό διάστημα. Η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ..
4. Εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι χρηματοδοτικοί φορείς και οι πιστωτές του δημόσιου τομέα κοινοποιούν στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην οποία θα γίνονται από τους συντονιστές όλες οι κοινοποιήσεις σχετικά με τις αιτήσεις για την έναρξη της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.
Άρθρο 8
Διαδικασία διαπραγμάτευσης – Υποχρεώσεις εχεμύθειας και ειλικρίνειας
1. Εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πρόσκλησης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 7, οι πιστωτές αποστέλλουν στο συντονιστή σε ηλεκτρονική διεύθυνση που τους έχει κοινοποιήσει δήλωση για την πρόθεσή τους να συμμετέχουν στη διαδικασία. Οι πιστωτές που προτίθενται να συμμετάσχουν αποστέλλουν ηλεκτρονικά, νομίμως υπογεγραμμένη τη δήλωση εμπιστευτικότητας. Οι πιστωτές που είναι νομικά πρόσωπα δηλώνουν στο συντονιστή το φυσικό πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να τους εκπροσωπήσει στη διαδικασία και υποβάλλουν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα.
2. Κατά τη λήξη της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου ο συντονιστής ελέγχει εάν συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσοστό απαρτίας συμμετεχόντων πιστωτών. Σε περίπτωση διαπίστωσης έλλειψης απαρτίας, η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας το οποίο αποστέλλει ηλεκτρονικά στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., στον αιτούντα και στους πιστωτές.
3. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί η ύπαρξη απαρτίας, ο συντονιστής κοινοποιεί σε όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές τα συνοδευτικά της αίτησης έγγραφα και δικαιολογητικά και στην περίπτωση οφειλέτη που υπάγεται στην κατηγορία της μικρής επιχείρησης τάσσει προθεσμία πέντε (5) ημερών για την υποβολή πρότασης διορισμού εμπειρογνώμονα κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 11. Ταυτόχρονα ενημερώνει τον οφειλέτη για την έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης.
4. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου ο συντονιστής τάσσει προθεσμία ενός (1) μηνός για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές. Στην περίπτωση υποβολής αιτήματος διορισμού εμπειρογνώμονα κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 11 ή σε περίπτωση υποχρεωτικού ορισμού εμπειρογνώμονα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 11, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου τάσσεται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής εμπειρογνώμονα.
5. Η αντιπρόταση που συντάσσει πιστωτής πρέπει κατ’ ελάχιστον να περιέχει:
(α) την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνοφειλετών που έχουν υποβάλει την αίτηση από κοινού με τον οφειλέτη, εφόσον ο πιστωτής που υποβάλλει την αντιπρόταση δεν συναινεί με την αξία ρευστοποίησης που έχει δηλωθεί από τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες,
(β) το ποσό που προτείνεται να καταβάλλει ο οφειλέτης για την αποπληρωμή των οφειλών του, καθώς και το ποσό που προτείνεται να καταβάλλουν οι συνοφειλέτες για την αποπληρωμή των οφειλών για τις οποίες ευθύνονται, σε περίπτωση από κοινού υποβολής της αίτησης με τον οφειλέτη, εφόσον ο πιστωτής που υποβάλλει την αντιπρόταση δεν συναινεί με τα ποσά που προτάθηκαν από τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες και
(γ) το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρωθεί σε κάθε πιστωτή με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, κατ’ εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9 και του άρθρου 15, βάσει συνημμένου πίνακα κατάταξης.
Το ως άνω ελάχιστο περιεχόμενο, καθώς και αιτιολόγηση της βιωσιμότητας της δραστηριότητάς του, πρέπει να περιλαμβάνεται και στην πρόταση του οφειλέτη στην περίπτωση ύπαρξης οφειλών προς το Δημόσιο, εξαιρουμένων των περιπτώσεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 και της παρ. 7 του άρθρου 15.
6. Οι αντιπροτάσεις των πιστωτών κοινοποιούνται στους λοιπούς συμμετέχοντες πιστωτές και τον οφειλέτη, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να προτείνουν συγκεκριμένες τροποποιήσεις εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών. Εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου ο οφειλέτης δηλώνει εάν αποδέχεται μία ή περισσότερες από τις αντιπροτάσεις. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης εγκρίνει μία ή περισσότερες από τις αντιπροτάσεις, αυτές τίθενται ταυτόχρονα σε ψηφοφορία από τους συμμετέχοντες πιστωτές. Σε περίπτωση που οι αντιπροτάσεις που τέθηκαν σε ψηφοφορία υπερβαίνουν τις δύο (2), χωρίς κάποια από αυτές να συγκεντρώσει το ποσοστό πλειοψηφίας της παραγράφου 8, οι δύο (2) αντιπροτάσεις που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων τίθενται εκ νέου σε ψηφοφορία. Σε περίπτωση που οι αντιπροτάσεις που τέθηκαν εξαρχής ή εκ νέου σε ψηφοφορία είναι δύο (2), χωρίς κάποια από αυτές να συγκεντρώσει το ποσοστό πλειοψηφίας της παραγράφου 8, η αντιπρόταση που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στην ψηφοφορία του προηγούμενου εδαφίου τίθεται εκ νέου σε ψηφοφορία για να διαπιστωθεί εάν συγκεντρώνει την πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών της παραγράφου 8. Σε περίπτωση που δεν υποβλήθηκε καμία αντιπρόταση από τους πιστωτές ή που καμία αντιπρόταση από αυτές που υποβλήθηκαν ή το σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών του εμπειρογνώμονα δεν εγκρίθηκαν από τον οφειλέτη, τίθεται σε ψηφοφορία από τους συμμετέχοντες πιστωτές η αρχική πρόταση του οφειλέτη.
7. Σε περίπτωση υποχρεωτικού διορισμού εμπειρογνώμονα, για τη λήψη απόφασης επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών του εμπειρογνώμονα ή για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές εφαρμόζονται οι προθεσμίες του άρθρου 11 παρ. 3.
8. Για την έγκριση πρότασης αναδιάρθρωσης οφειλών απαιτείται συμφωνία του οφειλέτη και πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5) των συμμετεχόντων πιστωτών, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ποσοστό δύο πέμπτων (2/5) των συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο. Εφόσον εγκριθεί η πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών υπογράφεται με επιμέλεια του συντονιστή μεταξύ των συναινούντων πιστωτών η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Η υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης με μηχανικό μέσο ή ηλεκτρονικό τρόπο είναι επαρκής. Ο συντονιστής αποστέλλει αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης αναδιάρθρωσης σε όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές και στον οφειλέτη.
9. Εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία μετά το πέρας των ψηφοφοριών της παραγράφου 6, η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας, το οποίο αποστέλλει ηλεκτρονικά στον αιτούντα και στους πιστωτές.
10. Συμμετέχοντες πιστωτές που καταψηφίζουν εγκρινόμενη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δύνανται να υποβάλλουν εγγράφως στον συντονιστή ενστάσεις κατά της διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Ο συντονιστής φυλάσσει τα αντίγραφα των ενστάσεων και χορηγεί αντίγραφα σε οιονδήποτε θεμελιώνει έννομο συμφέρον.
11. Κάθε συμμετέχων πιστωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία από τον οφειλέτη, εφόσον αυτά σχετίζονται με την διαπραγμάτευση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Ο οφειλέτης δύναται να αρνηθεί την παροχή πρόσθετων εγγράφων και στοιχείων όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από πιστωτή που εκπροσωπεί ποσοστό των συνολικών απαιτήσεων κατά του οφειλέτη μικρότερο του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και εκτιμάται ότι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων δια της παροχής των πρόσθετων εγγράφων και στοιχείων θα αποκαλυφθούν επιχειρηματικά απόρρητα του οφειλέτη με συνέπεια την ουσιώδη βλάβη του. Σε περίπτωση διαφωνίας λαμβάνεται απόφαση από τους συμμετέχοντες πιστωτές με πλειοψηφία 60% των συμμετεχόντων πιστωτών. Αν ο οφειλέτης αρνηθεί εκ νέου την παροχή πρόσθετων εγγράφων και στοιχείων η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας.
12. Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του παρόντος νόμου διενεργείται με ανταλλαγή ηλεκτρονικής ή άλλου τύπου αλληλογραφίας ή τηλεφωνική ή άλλη επικοινωνία μεταξύ του συντονιστή, του οφειλέτη και των πιστωτών, χωρίς να απαιτείται ο ορισμός συνάντησης με φυσική παρουσία των συμμετεχόντων. Με αίτημα που υποβάλλεται από συμμετέχοντες πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των απαιτήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία μπορεί να ζητηθεί από το συντονιστή ορισμός συνάντησης σε τόπο και χρόνο που περιλαμβάνεται στο αίτημα. Σε περίπτωση που η διαπραγμάτευση δεν ολοκληρωθεί σε μία συνάντηση, ο συντονιστής δύναται να ορίσει επαναληπτικές συναντήσεις.
13. Οι προθεσμίες του παρόντος άρθρου και της παρ. 3 του άρθρου 11 επιμηκύνονται και σε περίπτωση που έχει οριστεί συνάντηση κατά τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο αυτή αναβάλλεται όταν:
(α) υποβάλει σχετικό αίτημα πιστωτής, ο οποίος αιτείται συμπληρωματικά έγγραφα σύμφωνα με την παράγραφο 11 του παρόντος και συναινεί στο αίτημά του τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) των συμμετεχόντων πιστωτών, ή
(β) η πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών συναινεί σε αίτημα επιμήκυνσης προθεσμίας ή αναβολής της συνάντησης οιουδήποτε συμμετέχοντος, ή
(γ) υποβάλει σχετικό αίτημα το Δημόσιο, στις περιπτώσεις που δεν έχουν υποβληθεί προτάσεις από πιστωτικά ιδρύματα ή δεν έχει διοριστεί εμπειρογνώμονας κατά το άρθρο 11.
Τα αιτήματα για την παράταση προθεσμιών περιλαμβάνουν υποχρεωτικά και το χρόνο της παράτασης, ο οποίος συνολικά δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρόνο της αρχικής προθεσμίας, ακόμα και όταν υποβάλλονται περισσότερα, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, αιτήματα για παράταση της ίδιας προθεσμίας. Σε περίπτωση αναβολής συνάντησης, ο συντονιστής ορίζει νέα συνάντηση υποχρεωτικά εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών. Ο συντονιστής ενημερώνει τον οφειλέτη και τους συμμετέχοντες πιστωτές για την παράταση προθεσμίας και την αναβολή συνάντησης με την αποστολή σχετικής ειδοποίησης.
14. Σε περίπτωση οφειλέτη που υπάγεται στην κατηγορία της μεγάλης επιχείρησης και με απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη διαπίστωση απαρτίας κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3, ο συντονιστής που διορίστηκε με τη διαδικασία του άρθρου 6 μπορεί να αντικατασταθεί από συντονιστή της επιλογής των πιστωτών. Με την ίδια απόφαση οι πιστωτές μπορούν να ορίζουν και άλλο πρόσωπο, μη εγγεγραμμένο στο Μητρώο Συντονιστών για να συνεπικουρεί το νέο συντονιστή στα καθήκοντά του.
15. Η εκπροσώπηση του οφειλέτη ή κάθε συμμετέχοντος πιστωτή από δικηγόρο είναι προαιρετική.
16. Μετά το πέρας της διαδικασίας ο συντονιστής καταρτίζει πρακτικό περαίωσής της στο οποίο αναφέρει υποχρεωτικά:
(α) Την ύπαρξη απαρτίας των συμμετεχόντων πιστωτών.
(β) Τυχόν πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία που χορηγήθηκαν από τον οφειλέτη στους συμμετέχοντες πιστωτές.
(γ) Τη σύμφωνη γνώμη του οφειλέτη στα σχέδια σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών που τέθηκαν σε ψηφοφορία.
(δ) Τα σχέδια σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών που τέθηκαν σε ψηφοφορία.
(ε) Τα ποσοστά πλειοψηφίας για την λήψη απόφασης από τους συμμετέχοντες πιστωτές σχετικά με την έγκριση συμβάσεως αναδιάρθρωσης οφειλών.
(στ) Διαβεβαίωση του συντονιστή ότι κατά την διαδικασία διαπραγμάτευσης τηρήθηκαν οι διατάξεις του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων.
(ζ) Τυχόν ενστάσεις συμμετεχόντων πιστωτών που καταψήφισαν.
Το πρακτικό υπογράφεται από το συντονιστή και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στον οφειλέτη και τους συμμετέχοντες πιστωτές και φυλάσσεται από το συντονιστή. Κάθε μέρος που μετείχε στην διαδικασία, καθώς και οποιοσδήποτε μη συμμετέχων πιστωτής ή συνοφειλέτης δικαιούται να λάβει από το συντονιστή αντίγραφο του πρακτικού περαίωσης της διαπραγμάτευσης.
17. Ο οφειλέτης, οι συμμετέχοντες πιστωτές και ο συντονιστής φέρουν υποχρέωση εχεμύθειας ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές φέρουν υποχρέωση ειλικρίνειας και συμμετέχουν στη διαδικασία με καλή πίστη. Η δημοσίευση ή κάθε άλλη κοινοποίηση σε τρίτους εμπιστευτικών πληροφοριών ή πληροφοριών σχετικά με τις διαπραγματεύσεις χωρίς την προηγούμενη γραπτή συναίνεση του συνόλου των συμμετεχόντων στη διαπραγμάτευση απαγορεύεται. Η παραβίαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας από τους συμμετέχοντες στη διαπραγμάτευση συνεπάγεται, πέραν των όσων προβλέπονται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α’ 50), και την υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης του παθόντος κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ. Οι προτάσεις και οι αντιπροτάσεις ρύθμισης οφειλών που συντάχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του παρόντος νόμου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ρύθμισης ή διεκδίκησης της οφειλής.
1. Οι πιστωτές και ο οφειλέτης, με την επιφύλαξη του άρθρου 15, δύνανται να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Τα δικαιώματα των προνομιούχων πιστωτών διατηρούνται υπέρ της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.
2. Η ελεύθερη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών υπόκειται στις ακόλουθες εξαιρέσεις (υποχρεωτικοί κανόνες):
(α) Οι ρυθμίσεις της σύμβασης εξωδικαστικής αναδιάρθρωσης οφειλών δεν επιτρέπεται να φέρουν οποιονδήποτε μη συμβαλλόμενο πιστωτή σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των βεβαρημένων υπέρ του περιουσιακών στοιχείων τρίτων, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.
(β) Οι προνομιούχοι πιστωτές, δια των ρυθμίσεων της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, λαμβάνουν κατά προτεραιότητα ποσά και άλλα τυχόν ανταλλάγματα ισάξια με τα ποσά που προβλέπεται ότι θα ελάμβαναν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των βεβαρημένων υπέρ τους περιουσιακών στοιχείων τρίτων στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
(γ) Ποσά και άλλα ανταλλάγματα που απομένουν προς διανομή μετά την κατά προτεραιότητα διανομή ποσών και άλλων ανταλλαγμάτων σύμφωνα με τις περιπτ. α’ και β’, διανέμονται σε όλους τους πιστωτές συμμέτρως κατά το μέρος των απαιτήσεών τους που απομένει ανεξόφλητο μετά την εφαρμογή των περιπτ. α’ και β’.
«(δ) Με την επιφύλαξη του υποχρεωτικού κανόνα του στοιχείου (α), για τον υπολογισμό των ποσών και των τυχόν άλλων ανταλλαγμάτων διανομής μεταξύ των πιστωτών, οι κάτωθι απαιτήσεις των πιστωτών δεν συνυπολογίζονται:
αα) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα,
ββ) μέρος των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από πρόστιμα και από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, το οποίο προσδιορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Τα αναφερόμενα στα ως άνω εδάφια ποσά συνυπολογίζονται στη διανομή μόνο στην περίπτωση και κατά την έκταση που το επιτρέπει η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη και αποπληρώνονται, εν όλω ή εν μέρει, μόνο εφόσον έχουν αποπληρωθεί πλήρως οι λοιπές απαιτήσεις των πιστωτών.
Σε αντίθετη περίπτωση τα ως άνω ποσά διαγράφονται μετά την ολοσχερή εξόφληση όλων των οφειλών με βάση τη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
3. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να συμφωνηθεί με την πλειοψηφία του άρθρου 8 παρ. 8 των συμμετεχόντων πιστωτών ότι οι απαιτήσεις οι οποίες: (α) γεννώνται ταυτόχρονα με ή μετά την κατάρτιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και
(β) προέρχονται από χρηματοδοτήσεις του οφειλέτη οποιασδήποτε φύσεως ή από παροχή αγαθών ή υπηρεσιών στον οφειλέτη και
(γ) αποσκοπούν στην εξασφάλιση της συνέχισης της δραστηριότητας του οφειλέτη
ικανοποιούνται προνομιακά σε σχέση με όλες τις απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την κατάρτιση της σύμβασης εξωδικαστικής αναδιάρθρωσης οφειλών, προνομιούχων ή μη.
Αν ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές δεν συμφώνησαν διαφορετικά, το προνόμιο αυτό δεν ισχύει για απαιτήσεις που προέρχονται από χρηματοδοτήσεις ή παροχή αγαθών, υπηρεσιών ή οιασδήποτε φύσεως του οφειλέτη ή προσώπων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη.
4. Με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δύναται να ρυθμίζεται το δικαίωμα πιστωτή να εγγράψει υποθήκη, προσημείωση υποθήκης ή ειδικό προνόμιο σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνοφειλετών για εξασφάλιση των ρυθμιζόμενων με τη σύμβαση απαιτήσεων. Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο προηγούμενο εδάφιο, μετά τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και για όσο χρονικό διάστημα αυτή εξυπηρετείται από τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες, απαγορεύεται η εγγραφή νέου βάρους σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνοφειλετών για εξασφάλιση των ρυθμισμένων με τη σύμβαση απαιτήσεων.
5. Κάθε ρύθμιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ευνοϊκή για τον οφειλέτη ισχύει υπέρ κάθε συνοφειλέτη, μη εγγυητή, που έχει συνυποβάλει αίτηση κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 4, και υπέρ κάθε εγγυητή που έχει παράσχει εγγύηση για ρυθμιζόμενη με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών απαίτηση.
6. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών από την κατάρτισή της. Ο οφειλέτης καταβάλλει ποσά και άλλα ανταλλάγματα σε μη συμβαλλόμενους πιστωτές σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
7. Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ πιστωτικών ιδρυμάτων, του Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (Ε.ΤΕ.ΑΝ. Α.Ε.), καθώς και οποιουδήποτε άλλου φορέα του δημόσιου τομέα που έχει χορηγήσει εγγύηση για δάνεια οποιουδήποτε είδους, ακολουθούν τις απαιτήσεις υπέρ των οποίων χορηγήθηκαν, όπως οι απαιτήσεις αυτές ρυθμίζονται με τη συμφωνία. Αν δεν τηρηθεί η συμφωνία αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη, οι φορείς του προηγούμενου εδαφίου ευθύνονται μόνο για την καταβολή του αντίστοιχου εγγυημένου ποσοστού του ανεξόφλητου κεφαλαίου.
8. Μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης, τυχόν ανταπαίτηση του οφειλέτη έναντι των πιστωτών του συμψηφίζεται σε όλη την έκταση της αρχικής οφειλής, καλύπτοντας κατά σειρά προτεραιότητας οφειλές εκτός της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και δόσεις της σύμβασης αυτής, εφόσον η γενεσιουργός αιτία της ως άνω ανταπαίτησης ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης ισχύος της σύμβασης.
Άρθρο 10
Αμοιβή του συντονιστή
1. Αν ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές δεν συμφώνησαν μεγαλύτερη αμοιβή, η αμοιβή του συντονιστή ορίζεται:
(α) στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για οφειλέτες που εντάσσονται στην κατηγορία των μικρών επιχειρήσεων,
(β) στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ για οφειλέτες που εντάσσονται στην κατηγορία των μεγάλων επιχειρήσεων.
2. Αν ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές δεν συμφώνησαν διαφορετικά, τα ποσά της προηγούμενης παραγράφου βαρύνουν το μέρος που προκάλεσε την υποβολή αίτησης για έναρξη της διαδικασίας και προκαταβάλλεται στο συντονιστή πριν τον έλεγχο της πληρότητας της αίτησης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 1.
Άρθρο 11
Διορισμός εμπειρογνώμονα
1. Η εκπόνηση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη μπορεί να ανατεθεί σε εμπειρογνώμονα εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από συμμετέχοντες πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των απαιτήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία (προαιρετικός διορισμός εμπειρογνώμονα).
Στον εμπειρογνώμονα μπορεί να ανατεθεί με τους ίδιους όρους και η εκπόνηση σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών. Η επιλογή και ο διορισμός του εμπειρογνώμονα γίνεται με απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών. Η αμοιβή του εμπειρογνώμονα συμφωνείται ελεύθερα και βαρύνει τους συμμετέχοντες πιστωτές που υπέβαλαν το σχετικό αίτημα διορισμού. Σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών με βάση σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών που εκπονήθηκε από τον εμπειρογνώμονα, η αμοιβή του τελευταίου βαρύνει τον οφειλέτη.
2. Η εκπόνηση αξιολόγησης βιωσιμότητας και του σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών του οφειλέτη που αποτελεί μεγάλη επιχείρηση ανατίθεται υποχρεωτικά σε εμπειρογνώμονα (υποχρεωτικός διορισμός εμπειρογνώμονα). Η επιλογή και ο διορισμός του εμπειρογνώμονα γίνεται με κοινή απόφαση του οφειλέτη και της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών. Η αμοιβή του εμπειρογνώμονα συμφωνείται ελεύθερα και βαρύνει τον οφειλέτη.
3. Σε κάθε περίπτωση ο εμπειρογνώμονας υποβάλλει στο συντονιστή την έκθεση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη και, εφόσον του έχει ανατεθεί, σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών εντός τριάντα (30) εργασίμων ημερών από τον διορισμό του και την παραλαβή όλων των απαιτούμενων εγγράφων και στοιχείων. Ο συντονιστής κοινοποιεί την έκθεση και το σχέδιο στον οφειλέτη και τους συμμετέχοντες πιστωτές και σε περίπτωση οφειλέτη που αποτελεί μεγάλη επιχείρηση ορίζει προθεσμία δύο (2) μηνών από την τελευταία κοινοποίηση για τη λήψη απόφασης επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών του εμπειρογνώμονα ή για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές. Κάθε σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών που έχει εκπονηθεί από εμπειρογνώμονα εγκρίνεται από τον οφειλέτη πριν τεθεί σε ψηφοφορία για έγκριση από τους συμμετέχοντες πιστωτές. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διαδικασίες και οι προθεσμίες του άρθρου 8.
4. Η ανάθεση σε εμπειρογνώμονα της αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη του παρόντος άρθρου μπορεί να παραλειφθεί, εφόσον έχει εκπονηθεί από οποιονδήποτε πιστωτή αξιολόγηση βιωσιμότητας του οφειλέτη εντός των τελευταίων δώδεκα (12) μηνών πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στην εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης οφειλών και συμφωνεί στη χρησιμοποίησή της για τους σκοπούς της διαδικασίας του παρόντος νόμου η απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών.
Άρθρο 12
Επικύρωση από το δικαστήριο
1. Ο οφειλέτης ή συμμετέχων πιστωτής δύναται να υποβάλλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει έδρα ο οφειλέτης, αίτηση επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η υπόθεση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι παρεμβάσεις, πρόσθετες ή κύριες, ασκούνται αποκλειστικά με κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτηση της αίτησης στο ακροατήριο χωρίς τήρηση προδικασίας.
2. Με την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης συνυποβάλλονται στην Γραμματεία του Δικαστηρίου υποχρεωτικά τα ακόλουθα έγγραφα:
(α) αντίγραφο της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών,
(β) πρακτικό περαίωσης της διαδικασίας,
(γ) αποδεικτικά της κλήτευσης των πιστωτών, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2,
(δ) αντίγραφο της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών μαζί με όλα τα συνοδευτικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 4, καθώς και τυχόν πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία που χορηγήθηκαν από τον οφειλέτη στους συμμετέχοντες πιστωτές,
(ε) την έκθεση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη, εάν έχει εκπονηθεί,
(στ) τις ενστάσεις των συμμετεχόντων πιστωτών που έχουν τυχόν υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 10.
Οποιοσδήποτε θεμελιώνει έννομο συμφέρον δύναται να λάβει αντίγραφα της αίτησης επικύρωσης και των συνοδευτικών εγγράφων από την Γραμματεία του Δικαστηρίου.
3. Από την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και μέχρι την έκδοση απόφασης από το αρμόδιο δικαστήριο για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας αναδιάρθρωσης, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν την υποβολή αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Κατά την ως άνω διάρκεια απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, εκτός αν τέτοιο μέτρο προβλέπεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ή αν με το μέτρο αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού που δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης επικύρωσης εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη στα όργανα εκτέλεσης της αίτησης επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
4. Η συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεση. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της συζήτησης.
5. Εφόσον ο οφειλέτης είναι πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005 (Α’ 297), η αίτηση επικύρωσης υποβάλλεται προς καταχώριση και δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο του ΓΕ.Μ.Η. με επιμέλεια και δαπάνες του αιτούντος, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση στο δικαστήριο, επί ποινή απαραδέκτου. Για τους λοιπούς οφειλέτες η ανωτέρω δημοσίευση γίνεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης. Εφόσον υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς το δημόσιο ή προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση τούτων.
6. Το αρμόδιο δικαστήριο εξετάζει όλες τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν εγγράφως κατά της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, καθώς και κάθε άλλη ένσταση που προβάλλεται κατά τα ανωτέρω και απορρίπτει την αίτηση επικύρωσης μόνο εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Εφόσον παραβιάσθηκαν οι υποχρεωτικοί κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 15.
(β) Εφόσον παραβιάσθηκαν άλλοι κανόνες της διαδικασίας και η παράβαση προκάλεσε βλάβη σε συμμετέχοντα ή μη πιστωτή.
(γ) Εφόσον δεν κλητεύθηκαν στην διαδικασία διαπραγμάτευσης πιστωτές που είναι δικαιούχοι ποσοστού επί του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, ικανού να ανατρέψει τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
7. Σε κάθε άλλη περίπτωση το δικαστήριο επικυρώνει την σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσης επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως κατά τις κοινές διατάξεις.
8. Η απόφαση επικύρωσης καταλαμβάνει το σύνολο των απαιτήσεων του οφειλέτη που ρυθμίζονται στην σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών και δεσμεύει τον οφειλέτη και το σύνολο των πιστωτών, ανεξαρτήτως συμμετοχής τους στην διαπραγμάτευση ή την σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Η απόφαση επικύρωσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Εφόσον ο οφειλέτης είναι πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005 (Α’ 297), η απόφαση επικύρωσης υποβάλλεται προς καταχώριση και δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο του ΓΕ.Μ.Η. με επιμέλεια και δαπάνες του αιτούντος. Για τους λοιπούς οφειλέτες η ανωτέρω δημοσίευση γίνεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ..
9. Από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 4 και έως την ολοσχερή εξόφληση των οφειλών που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης ή την ακύρωσή της κατά το άρθρο 14, αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών.
Άρθρο 13
Αναστολή εκτελέσεως
1. Από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και για χρονικό διάστημα εβδομήντα (70) ημερών αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, των οποίων ζητείται η εξωδικαστική ρύθμιση, καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, εκτός εάν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού που δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. Πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που διενεργούνται από πιστωτές μετά την κοινοποίηση σε αυτούς αντιγράφου της αίτησης υπαγωγής από το συντονιστή κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 7 είναι άκυρες. Σε περίπτωση που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης υπαγωγής εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη της πιστοποιημένης από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. βεβαίωσης του συντονιστή για την πληρότητα της αίτησης υπαγωγής στα όργανα εκτέλεσης, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να έπεται χρονικά της αποστολής της πρόσκλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 7.
2. Η αυτοδίκαιη αναστολή της προηγούμενης παραγράφου αίρεται αυτοδικαίως σε κάθε περίπτωση όταν:
(α) η διαδικασία περαιωθεί ως άκαρπη είτε λόγω έλλειψης απαρτίας είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ή
(β) ληφθεί σχετική απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών.
3. Ο οφειλέτης δύναται να αιτηθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του, παράταση της αναστολής της παραγράφου 1 για μέγιστο χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) επιπλέον μηνών, κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αναγκαία προϋπόθεση της παράτασης αναστολής εκτέλεσης αποτελεί η συναίνεση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών. Η συναίνεση του προηγούμενου εδαφίου δίνεται είτε εγγράφως, είτε προφορικά με δήλωση των πιστωτών στο ακροατήριο.
4. Κάθε πιστωτής δύναται να αιτηθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας εντός της οποίας έχει έδρα ο οφειλέτης, την πρόωρη παύση της αναστολής της παραγράφου 1, εφόσον πιθανολογείται ότι η αναστολή εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα πιστωτή. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών, το αρμόδιο δικαστήριο αίρει την αναστολή εκτέλεσης υποχρεωτικά.
5. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου επάγεται αυτοδίκαια την απαγόρευση της διάθεσης ή της επιβάρυνσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη ή και άλλων περιουσιακών του στοιχείων, η διάθεση των οποίων δεν εντάσσεται στη συνήθη επιχειρηματική του δραστηριότητα.
6. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου δεν θίγει τις ειδικές ρυθμίσεις για αναγκαστική εκτέλεση των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας.
Άρθρο 14
Συνέπειες μη τήρησης της συμφωνίας – ανατροπή ή ακύρωση
1. Με την επιφύλαξη της παρ. 6, η μη καταβολή από τον οφειλέτη προς οποιονδήποτε πιστωτή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει σε αυτόν τον πιστωτή το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας ως προς όλους, καταθέτοντας αίτηση στο δικαστήριο που επικύρωσε τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει έδρα ο οφειλέτης, στις περιπτώσεις που η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δεν έχει επικυρωθεί με τη διαδικασία του άρθρου 12. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας.
2. Με την ακύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών αναβιώνουν οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη. Ποσά που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση της σύμβασης αναδιάρθρωσης αφαιρούνται από τις απαιτήσεις που αναβίωσαν.
3. Μετά την άσκηση της αίτησης ακύρωσης της συμφωνίας, κάθε πιστωτής δύναται να αιτηθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας εντός της οποίας έχει έδρα ο οφειλέτης, να επιτραπεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με την κατάσταση που υπήρχε πριν τη σύναψη της υπό ακύρωση συμφωνίας, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντα πιστωτή. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών, το αρμόδιο δικαστήριο επιτρέπει υποχρεωτικά τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
4. Εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, πράξεις που έλαβαν χώρα σε εκπλήρωση όρων της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
5. Σε περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών τεκμαίρεται μαχητά η παύση πληρωμών του οφειλέτη.
6. Η μη καταβολή δόσεων ή η μερική καταβολή δόσεων από τον οφειλέτη προς τη Φορολογική Διοίκηση ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης , όπως αυτές προσδιορίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, έως τη συμπλήρωση του ποσού που αντιστοιχεί σε τρεις (3) δόσεις ή η παράλειψη του οφειλέτη να υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθώς και την προβλεπόμενη Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.), εντός τριών (3) μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή να εξοφλήσει ή να τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής, τις οφειλές του είτε προς το Δημόσιο ή υπέρ τρίτων που εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση είτε προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες βεβαιώθηκαν μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016, εντός ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την ημερομηνία επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης, ή, προκειμένου για οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την έναρξη ισχύος ή την επικύρωση της σύμβασης, εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους, έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη ανατροπή της σύμβασης αναδιάρθρωσης έναντι του Δημοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν αμελλητί την επέλευση της ως άνω έννομης συνέπειας σε όλους τους πιστωτές. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία και οι ειδικότερες λεπτομέρειες για τη γνωστοποίηση του προηγούμενου εδαφίου. Εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας ως προς όλους τους πιστωτές.
Άρθρο 15
Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης
1. Για την ένταξη οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στο μηχανισμό ρύθμισης του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται επιπλέον οι ειδικότεροι υποχρεωτικοί κανόνες του παρόντος άρθρου.
2. Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δύνανται να προβούν, στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, σε αναδιάρθρωση οφειλών προς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας διαγραφής μέρους αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 και του παρόντος άρθρου.
3. Δεν επιτρέπεται η διαγραφή βασικής οφειλής προς το Δημόσιο που αφορά περιοριστικά τα κατωτέρω είδη οφειλών:
α) φόρο προστιθέμενης αξίας,
β) παρακρατούμενους φόρους,
γ) ποσά από καταπτώσεις εγγυήσεων που έχουν χορηγηθεί σε δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
4. Δεν είναι έγκυρος όρος σύμβασης αναδιάρθρωσης, ο οποίος προβλέπει:
α) Την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο σε περισσότερες από 120 δόσεις. Κατ’ εξαίρεση, για οφειλές προς το Δημόσιο οι οποίες υπερβαίνουν τα 2.000.000 ευρώ, η αποπληρωμή των οφειλών μπορεί να γίνεται σε περισσότερες δόσεις, εφόσον συναινεί το Δημόσιο και υπό την προϋπόθεση ότι η μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής (ι) δικαιολογείται από την συνολική δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, (ιι) έχει ως αποτέλεσμα την αποπληρωμή συνολικά μεγαλύτερου μέρους της οφειλής προς το Δημόσιο, και (ιιι) δεν ξεπερνά τη διάρκεια αποπληρωμής οφειλών προς άλλους πιστωτές με μεγαλύτερη απαίτηση από αυτή του Δημοσίου.
β) Την τμηματική αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ανά χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν το μήνα,
γ) Την καταβολή μηνιαίας δόσης μικρότερης των πενήντα (50) ευρώ,
δ) Την παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και
ε) Την ικανοποίηση απαιτήσεών του με άλλα ανταλλάγματα αντί χρηματικού ποσού.
5. Τυχόν υφιστάμενες ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο δυνάμει των νόμων 4152/2013 (Α’ 107), 4174/2013 (Α’ 170), 4305/2014 (Α’ 237) και 4321/2015 (Α’ 32), εντάσσονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών ως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία έγκρισης της συμφωνίας. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η τροποποίηση των ως άνω ρυθμίσεων στις περιπτώσεις και στον βαθμό που η εφαρμογή τους καθιστά αδύνατη, βάσει της συνολικής δυνατότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, την αναδιάρθρωση των οφειλών προς τους λοιπούς πιστωτές χωρίς αυτοί να περιέρχονται σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των βεβαρημένων υπέρ του περιουσιακών στοιχείων τρίτων, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, η τροποποίηση των υφισταμένων ρυθμίσεων πραγματοποιείται με αύξηση του αριθμού των δόσεων κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο και έως το μέγιστο όριο του πρώτου εδαφίου της περ. α της προηγούμενης παραγράφου.
6. Ο αριθμός και το ύψος των δόσεων καταβολής του ποσού που προσδιορίζεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο, κατ’ εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9, οι οποίοι εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με κριτήριο α) τη μηνιαία δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, β) τη μέγιστη διάρκεια της ρύθμισης και γ) τον υπολογισμό της καθαρής παρούσας αξίας, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 στοιχεία (α) και (β) του άρθρου 9.
7. Στις περιπτώσεις οφειλετών με συνολικό ποσό βασικής οφειλής προς το Δημόσιο μέχρι 20.000 ευρώ, στο οποίο δεν προσμετρώνται τυχόν οφειλές της παραγράφου 5, εφαρμόζονται οι εξής ειδικότεροι κανόνες:
α) για βασικές οφειλές έως του ποσού των 3.000 ευρώ, η αποπληρωμή αυτών και των επ’ αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε έως 36 μηνιαίες δόσεις, με ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού,
β) για βασικές οφειλές άνω του ποσού των 3.001 ευρώ, η αποπληρωμή αυτών και των επ’ αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε έως 120 μηνιαίες δόσεις, με ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής βασικής οφειλής.
Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, το Δημόσιο δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, ούτε υποβάλλει πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών και οι οφειλές προς αυτό προσμετρώνται στις θετικές ψήφους των συμμετεχόντων πιστωτών, εφόσον στο τελικό σχέδιο αναδιάρθρωσης έχουν τηρηθεί οι κανόνες της παρούσας παραγράφου και των λοιπών υποχρεωτικών κανόνων, στο βαθμό που συμβιβάζονται με τους ως άνω ειδικότερους κανόνες.
8. Σε περίπτωση που στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεώτερη, με κριτήριο το χρόνο καταχώρησης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και όχι το χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, εφάπαξ ή σε δόσεις. Η διαγραφή των οφειλών του προηγούμενου εδαφίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς κάθε πιστωτή και της μη ακύρωσης ή ανατροπής της σύμβασης αναδιάρθρωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 14.
9. Επί των οφειλών προς το Δημόσιο που ρυθμίζονται δυνάμει της σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν υπολογίζονται περαιτέρω τόκοι ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Σε περίπτωση ακύρωσης ή ανατροπής της σύμβασης αναδιάρθρωσης, καθίσταται άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του υπολοίπου της οφειλής που παραμένει ανεξόφλητο, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των διατάξεων του άρθρου 57 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.
10. Στις περιπτώσεις που η τυχόν υποβληθείσα πρόταση του Δημοσίου δεν τίθεται σε ψηφοφορία σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 8, το Δημόσιο ψηφίζει υπέρ της συμφερότερης για εκείνο πρότασης, εφόσον διαπιστώνεται η ορθή εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9 και του παρόντος άρθρου. Στις περιπτώσεις που μία μόνο πρόταση τίθεται σε ψηφοφορία, το Δημόσιο ψηφίζει υπέρ αυτής, μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται η ορθή εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων.
11. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας στον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες που δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού. Η ρύθμιση οφειλών στα πλαίσια του παρόντος νόμου θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπόψιν τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ως άνω σύμβαση.
12. Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την κοινοποίηση στο Δημόσιο της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές:
α) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης καθώς και για τις κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές πιστώνονται στις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές, με την κατά προτεραιότητα κάλυψη δόσης ή δόσεων της σύμβασης, εφόσον καταβάλλονται εντός της προθεσμίας των δόσεων και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη του ποινικού αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’43) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του ΠΚ.
13. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου:
α) Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν κατά τις διατάξεις του ν. 4174/2013 ή του ν.δ. 356/1974, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί, από το χρόνο καταχώρησης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων έως την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης, μετά από τυχόν καταβολές, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου.
β) Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής καθώς και η απαλλαγή από τόκους, προσαυξήσεις ή πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής.
γ) Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατ’ άρθρο 53 του Κ.Φ.Δ. και άρθρο 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως έχουν διαμορφωθεί την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διατάξεις του παρόντος νόμου.
14. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και για οφειλές υπέρ τρίτων οι οποίες βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση.
15. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών δύναται να καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω παραγράφων.
16. Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εκπροσωπούνται στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών από το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ).
Οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως 10 εφαρμόζονται αναλογικά και για τις οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.
α) Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από το χρόνο που η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη έως την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης, μετά από τυχόν καταβολές, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου.
β) Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 17, καθώς και η απαλλαγή από τόκους, προσαυξήσεις ή πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής.
γ) Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατά τις διατάξεις του Ν.4152/2013, (άρθρο πρώτο, παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.2 περ.11), ή του ν.δ. 356/1974, και άρθρο 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως έχουν διαμορφωθεί την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διατάξεις του παρόντος νόμου.
17. Δεν επιτρέπεται η διαγραφή βασικής οφειλής παρακρατούμενων εισφορών εργαζομένων προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
18. Η διαγραφή βασικής οφειλής προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης δεν επηρεάζει τα ασφαλιστικά δικαιώματα τρίτων.
19. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας στον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες που δεσμεύονται από την απόφαση επικύρωσης σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις των φορέων. Η ρύθμιση οφειλών με δικαστικά επικυρωμένη σύμβαση αναδιάρθρωσης θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ως άνω σύμβαση.
20. Από την κοινοποίηση στο ΚΕΑΟ της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές:
α) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης. Τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχέσεις εις χείρας τρίτων πιστώνονται στις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές, με την κατά προτεραιότητα κάλυψη δόσης ή δόσεων της σύμβασης, εφόσον καταβάλλονται εντός της προθεσμίας των δόσεων και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του α.ν. 86/1967 (Α’136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του ΠΚ.
21. Με απόφαση του υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 16 έως 20.
22. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από αίτηση οφειλετών τους που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου με βάση τα οριζόμενα στην περίπτωση (β) της παραγράφου 1 και στην παράγραφο 5 του άρθρου 2, δύνανται να προτείνουν σε αυτούς λύσεις ρύθμισης οφειλών ανάλογες με αυτές που αποδέχονται ή αντιπροτείνουν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του παρόντος και σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες.
1. Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών που περιγράφεται στον παρόντα νόμο διεξάγεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων που θα αναπτυχθεί στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. με τη συνεργασία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ. ΥΠ.ΟΙΚ.). Η ηλεκτρονική πλατφόρμα θα έχει κυρίως τις παρακάτω λειτουργίες και εφαρμογές:
(α) ταυτοποίηση των συμμετεχόντων στη διαδικασία μέσω των μοναδικών κωδικών για χρήση των εφαρμογών του συστήματος TAXISnet του Υπουργείου Οικονομικών,
(β) υποβολή αίτησης υπαγωγής και συνοδευτικών εγγράφων σε ψηφιακή ή ηλεκτρονική μορφή,
(γ) αυτοματοποιημένο σύστημα ανάθεσης υπόθεσης σε συντονιστή,
(δ) σύστημα επικοινωνίας μεταξύ συντονιστών και Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.,
(ε) πρόσβαση συντονιστή, οφειλέτη και συμμετεχόντων πιστωτών στο περιεχόμενο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη και στα συνοδευτικά έγγραφα,
(στ) σύστημα επικοινωνίας και ανταλλαγής εγγράφων μεταξύ συντονιστή, οφειλέτη και συμμετεχόντων πιστωτών,
(ζ) έκδοση πιστοποιημένων εγγράφων,
(η) υπολογιστικές εφαρμογές.
2. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες οι οποίες αποτελούν τις λειτουργικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών.
3. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μπορεί να θεσπισθεί, για πρόσωπα, των οποίων οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές δεν ξεπερνούν το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, απλοποιημένη διαδικασία ρύθμισης των οφειλών τους, κατά την οποία η πρόταση ρύθμισης, καθώς και η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του οφειλέτη, θα παράγονται με αυτοματοποιημένο τρόπο από την ηλεκτρονική πλατφόρμα.
Άρθρο 17
Λοιπές διατάξεις
Όταν περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα ή εταιρίες διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή Ε.Α.Α.Δ.Π.) του ν. 4354/2015 κατέχουν ή διαχειρίζονται ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις έναντι του ίδιου οφειλέτη, ως προς τον οποίο υπάρχουν ενδείξεις ότι βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών του υποχρεώσεων αυτά δύνανται να συνεργάζονται, προκειμένου να επεξεργαστούν και να υποβάλλουν στον οφειλέτη κοινή πρόταση, με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμης λύσης. Προς το σκοπό τούτο, τα ως άνω πρόσωπα δύνανται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους όσες πληροφορίες απαιτούνται, προκειμένου να αξιολογήσουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη και να διαμορφώσουν τους όρους της κοινής πρότασης, την οποία θα υποβάλλουν, στο πλαίσιο του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου.
Άρθρο 18
Έναρξη ισχύος
1. Οι διατάξεις των άρθρων: α) 5 παρ. 9, β) 6 παρ. 4 έως 7, γ) 7 παρ. 3 εδ. β’ και γ’ και 4, δ) 9 παρ. 2 περ. δ’ υποπερ. ββ’, ε) 14 παρ. 6 εδ. γ’, στ) 15 παρ. 15, 21 και 22, ζ) 16 και η) 17, τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2. Οι υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος τίθενται σε ισχύ τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.