ΠΟΛ. 1183/2018 Παροχή διευκρινίσεων αναφορικά με την αγορά και μεταπώληση λογισμικού.

ΘΕΜΑ: Παροχή διευκρινίσεων αναφορικά με την αγορά και μεταπώληση λογισμικού.

Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το εάν η μεταπώληση λογισμικού θεωρείται πώληση αγαθού ή παροχή υπηρεσίας μετά την 1.1.2015, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.) από 1.1.2015 καταργείται η υποπαράγραφος Ε1 της παραγράφου Ε’ του ν. 4093/2012 (Κ.Φ.Α.Σ.), καθώς και κάθε διάταξη, ερμηνευτική εγκύκλιος ή οδηγία έχει εκδοθεί δυνάμει εκείνης της διάταξης ή του προϊσχύοντος π.δ. 186/1992.

Επίσης, από 1.1.2015 και μετά, αναφορικά με την παρακολούθηση της εφαρμογής και ερμηνείας των διατάξεων που αφορούν τους λογιστικούς κανόνες τήρησης των βιβλίων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αρμόδια είναι η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.) και συγκεκριμένα το Συμβούλιο Λογιστικής Τυποποίηση (Σ.ΛΟ.Τ.).

Το τελευταίο με βάση γνωμοδοτήσεις του, που εκδόθηκαν μετά την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4308/2014, έχει αποφανθεί ότι στις περιπτώσεις που το λογισμικό αποκτάται με σκοπό τη μεταπώλησή του, θεωρείται ως απόθεμα.

2. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα και με βάση το γεγονός ότι οι διατάξεις του ν. 4308/2014 από 1.1.2015 και εξής, εφαρμόζονται ενιαία για ζητήματα που χρήζουν λογιστικής ή φορολογικής αντιμετώπισης, η παροχή λογισμικού με σκοπό την μεταπώληση και από φορολογικής άποψης, θεωρείται ως απόθεμα.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1186/2018 Οδηγίες για τη διαπίστωση της ορθής εφαρμογής του άρθρου 54Α’ του ν. 4174/2013 από τους συμβολαιογράφους ή και από τους φύλακες μεταγραφών/προϊσταμένους κτηματολογικών γραφείων

Θέμα: «Οδηγίες για τη διαπίστωση της ορθής εφαρμογής του άρθρου 54 Α’ του ν. 4174/2013 από τους συμβολαιογράφους ή και από τους φύλακες μεταγραφών/προϊσταμένους κτηματολογικών γραφείων».

Για τη διαπίστωση της ορθής εφαρμογής του άρθρου 54 Α’ του ν. 4174/2013, παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες και παρακαλούμε για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:

Με την περίπτωση 13 της Δ. ΟΡΓ. Α 1115805 ΕΞ 2017 (ΦΕΚ 2743 Β’) Απόφαση του Διοικητή Α.Α.Δ.Ε., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση Δ. ΟΡΓ. Α 1125477 ΕΞ 2018 (ΦΕΚ 3718 Β’), ορίστηκαν τα αρμόδια όργανα για τη διαπίστωση της ορθής εφαρμογής του άρθρου 54 Α’ του ν. 4174/2013 από τους συμβολαιογράφους ή και από τους φύλακες μεταγραφών/προϊσταμένους κτηματολογικών γραφείων. Συγκεκριμένα η εντολή ελέγχου εκδίδεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. στην οποία ο συμβολαιογράφος ή ο φύλακας μεταγραφών ή ο προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση 121 της ανωτέρω απόφασης κατά το χρόνο έκδοσης της εντολής ελέγχου και οι έλεγχοι πραγματοποιούνται από υπαλλήλους των τμημάτων Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογουμένους των Δ.Ο.Υ. αυτών.

Α. Έλεγχος ως προς την υποχρέωση μνημόνευσης και επισύναψης του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. στο συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Ελέγχεται αν έχουν μνημονευθεί και επισυναφθεί πιστοποιητικά ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα 5 προηγούμενα έτη από τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Το πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. ισχύει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους έκδοσής του.

• Στις περιπτώσεις καταδίκης σε δήλωση βούλησης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αντί του πιστοποιητικού, μνημονεύεται και επισυνάπτεται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο αντίτυπο της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης θεωρημένο από τον αρμόδιο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ..

• Κατά τη σύνταξη περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης επί αναγκαστικού πλειστηριασμού, αντί του πιστοποιητικού, μνημονεύεται και επισυνάπτεται αντίτυπο της κατακυρωτικής έκθεσης θεωρημένο από τον αρμόδιο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ..

• Αν ο φορολογούμενος απέκτησε ακίνητο ή δικαίωμα επί ακινήτου μετά την 1η Ιανουαρίου του έτους ή των ετών για τα οποία απαιτείται πιστοποιητικό, αντί αυτού επισυνάπτεται και μνημονεύεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, θεωρημένη από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. (Α. ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1004/2.1.2015, ως ισχύει). Το αυτό ισχύει (επισυνάπτεται υπεύθυνη δήλωση) και στην περίπτωση νομικού προσώπου, το οποίο απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης Φ.Α.Π. ή και ΕΝ.Φ.Ι.Α για το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του. Συγκεκριμένα:

– Το Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται της υποχρέωσης δήλωσης Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α.

– Το Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. ΑΕ. απαλλάσσεται της υποχρέωσης δήλωσης Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α.

– Η Ε.Τ.Α.Δ. Α.Ε απαλλάσσεται της υποχρέωσης δήλωσης ΕΝ.Φ.Ι.Α. από το έτος 2016. Συνεπώς μέχρι και το έτος 2015 υποχρεούται στην προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α..

– Οι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, που λειτουργούν ως ειδικά ταμεία, απαλλάσσονται της υποχρέωσης δήλωσης Φ.Α.Π.. Συνεπώς από το έτος 2014 και επόμενα, υποχρεούνται στην προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α..

– Το Άγιο Όρος απαλλάσσεται της υποχρέωσης δήλωσης ΕΝ.Φ.Ι.Α. από το έτος 2015. Συνεπώς μέχρι και το έτος 2014 υποχρεούται στην προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α..

• Σε περίπτωση τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ή διόρθωσης συμβολαίου, αν ένας εκ των συμβαλλομένων ιδιοκτητών τροποποιεί το ακίνητό του (π.χ. κλείσιμο ημιυπαιθρίου, εσωτερικές διαρρυθμίσεις) και η αλλαγή αυτή επηρεάζει μόνο το δικό του ακίνητο χωρίς να αλλάζουν τα χιλιοστά των άλλων ιδιοκτησιών, απαιτείται πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. μόνο από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις διαίρεσης ή συνένωσης ιδιοκτησιών του ιδίου ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση όμως που με την τροποποίηση αυτήν επηρεάζονται και τα χιλιοστά των υπολοίπων συμβαλλομένων τότε απαιτούνται πιστοποιητικά από όλους (περ. 7 άρθρο 1 ΠΟΛ 1004/2015).

• Σε περίπτωση τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας μετά την τακτοποίηση ανεξάρτητου κτίσματος, το οποίο βρίσκεται επί κοινόχρηστου ή κοινόκτητου χώρου πολυκατοικίας, απαιτείται πιστοποιητικό για το τακτοποιούμενο κτίσμα από όλους τους συμβαλλόμενους/συνιδιοκτήτες, σύμφωνα με τα χιλιοστά συμμετοχής τους επί του οικοπέδου (περ. 7 άρθρο 1 ΠΟΛ.1004/2.1.2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 4223/2013).

Δεν απαιτείται η μνημόνευση και επισύναψη του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή της υπεύθυνης δήλωσης:

– Για τα αγροτεμάχια φυσικών προσώπων έως και το έτος 2013. Απαιτείται όμως η μνημόνευση και επισύναψη πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. για οποιοδήποτε κτίσμα υφίσταται επί αγροτεμαχίου.

– Σε περίπτωση διόρθωσης συμβολαίου ως προς την περιγραφή των ορίων ακινήτου (π.χ. τα όρια προς Βορρά, Νότο κ.λπ.), εφόσον δεν μεταβάλλεται κανένα άλλο περιγραφικό στοιχείο, η διεύθυνση και οι προσόψεις αυτού.

– Σε περίπτωση σύστασης δουλείας διόδου σε κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου.

– Στην περίπτωση συμβολαιογραφικού εγγράφου με το οποίο συμφωνείται η άρση/απαλοιφή τεθείσας διαλυτικής αίρεσης μετά την εκπλήρωση του όρου (π.χ. εξόφληση του τιμήματος) και με την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλονται τα περιγραφικά στοιχεία του ακινήτου. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση συμφωνίας περί μη ισχύος/εξάλειψης της διαλυτικής αίρεσης. Αντίθετα, κατά την πλήρωση της αίρεσης, απαιτείται η προσκόμιση του πιστοποιητικού.

– Σε συμβόλαιο μονομερούς αποδοχής πρότασης δωρεάς αιτία θανάτου.

– Σε αποδοχή της κληρονομιάς οικοπεδούχου, για τα ακίνητα του εργολαβικού ανταλλάγματος, για τα έτη για τα οποία είναι υπόχρεος σε δήλωση ο εργολάβος.

– Σε περίπτωση δέσμευσης ή αποδέσμευσης θέσεων στάθμευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.1221/80 και 960/79.

– Σε μονομερή εξάλειψη υποθήκης ή στην άρση κατάσχεσης.

– Σε παραχώρηση υποθήκης ή προσημείωσης για εξασφάλιση δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου.

– Σε περιπτώσεις αμιγούς τροποποίησης κανονισμού πολυκατοικίας, με την προϋπόθεση ότι σε αυτόν δεν ορίζονται αποκλειστικές χρήσεις ή παρακολουθήματα οριζόντιων ιδιοκτησιών ή αλλαγή χρήσης ιδιοκτησίας ή δεν τροποποιούνται οι κοινόχρηστοι χώροι.

– Σε περίπτωση σύνταξης συμβολαιογραφικού εγγράφου για παράταση ισχύος προσυμφώνου, αποκλειστικά ως προς την ημερομηνία σύνταξης του οριστικού συμβολαίου, με την προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο αυτό το προσύμφωνο είναι σε ισχύ.

– Σε περίπτωση σύνταξης προσυμφώνου πώλησης μελλοντικού δικαιώματος.

– Σε περίπτωση παράτασης αποκλειστικά της διάρκειας ισχύος μισθωτηρίου συμβολαίου και συμβολαίου χρηματοδοτικής ή χρονομεριστικής μίσθωσης, ενόσω αυτά είναι ακόμα σε ισχύ, και εφόσον δεν επέρχεται καμία άλλη μεταβολή στη σύμβαση.

– Σε περίπτωση που ο μισθωτής ακινήτου υπεκμισθώσει το ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο με συμβολαιογραφικό έγγραφο, χωρίς να συμβάλλεται ο κύριος αυτού.

Β. Έλεγχος ως προς την ορθότητα του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α..

Το πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. θεωρείται ορθό, εφόσον πληρούνται τα αναφερόμενα αναλυτικά πιο κάτω. Σε αντίθετη περίπτωση θεωρείται ανακριβές.

1. Στοιχεία οικοπέδων (εντός σχεδίου ή οικισμού) και κτισμάτων (εντός & εκτός σχεδίου)

Ελέγχεται η ορθότητα των στοιχείων της διεύθυνσης των ακινήτων, τα οποία θα πρέπει να ταυτίζονται με τα αντίστοιχα στοιχεία της συμβολαιογραφικής πράξης. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες στο πιστοποιητικό ταυτίζονται ο νομός, ο δήμος ή η κοινότητα, το δημοτικό ή το κοινοτικό διαμέρισμα, στα οποία βρίσκεται το ακίνητο και διαφοροποιείται η οδός, ο αριθμός ή η θέση από τα αναγραφόμενα στον τίτλο κτήσης, το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό, εφόσον είναι πρόδηλο στο συμβολαιογράφο ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο.

Ελέγχεται αν είναι ορθά συμπληρωμένη η στήλη «Προσόψεις» της οδού ή των οδών στις οποίες έχει πρόσοψη ή προσόψεις το ακίνητο καθώς και αν είναι ορθά συμπληρωμένα η οδός ή οι οδοί που περικλείουν το ακίνητο (εφόσον είναι δυνατός ο εντοπισμός τους από τους χάρτες της εφαρμογής του ΟΠΣ Περιουσιολογίου). Στην περίπτωση κατά την οποία το ακίνητο έχει περισσότερες των δύο προσόψεων και στο πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. έχουν αναγραφεί μόνο οι δύο εξ αυτών, το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό, εφόσον δεν επηρεάζεται η Τ.Ζ. ή η φορολογητέα αξία του ακινήτου. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις που το οικόπεδο ή το κτίσμα έχει αναγραφεί στις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων για όλα ή κάποια από τα έτη με δύο προσόψεις, ενώ αυτό έχει περισσότερες ή λιγότερες ή είναι τυφλό, εκτός από τις περιπτώσεις που η πρόσοψη του ακινήτου, η οποία δεν έχει δηλωθεί, επηρεάζει αυξητικά τον ΕΝ.Φ.Ι.Α.. Επίσης το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό αν για όλα ή κάποια από τα έτη δεν αναγράφονται όλες ή κάποιες προσόψεις για ακίνητα εκτός συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας (ΑΠΑΑ), για πιστοποιητικά που αφορούν τα έτη μέχρι και το έτος 2013.

Ελέγχεται η στήλη της ένδειξης ΑΠΑΑ, η οποία πρέπει να είναι συμπληρωμένη με την ένδειξη 1 όταν το οικόπεδο, επί του οποίου βρίσκεται το κτίσμα, βρίσκεται σε περιοχή εντός συστήματος ΑΠΑΑ και με την ένδειξη 2 όταν το οικόπεδο, επί του οποίου βρίσκεται το κτίσμα, βρίσκεται σε περιοχή εκτός συστήματος ΑΠΑΑ ή πρόκειται για αγροτεμάχιο.

Ελέγχεται η ορθότητα της κατηγορίας και ο όροφος του ακινήτου. Το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό αν για όλα ή κάποια από τα έτη έχει αναγραφεί επ’ αυτού κατηγορία ακινήτου μονοκατοικία αντί κατηγορίας ακινήτου κατοικία.

Ελέγχεται η επιφάνεια κύριων και βοηθητικών χώρων του κτίσματος καθώς και η επιφάνεια του οικοπέδου. Το κτίσμα μπορεί να αποτυπώνεται στο πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. με απόκλιση της επιφάνειάς του μέχρι πέντε (5) τετραγωνικά μέτρα και το οικόπεδο να αποτυπώνεται με απόκλιση μέχρι δύο τοις εκατό (2%) της επιφάνειάς του. Το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό αν οικόπεδο ή κτίσμα έχει αναγραφεί για όλα ή κάποια από τα έτη με επιφάνεια μεγαλύτερη του τίτλου του ή, αν δεν υπάρχει τίτλος, με επιφάνεια μεγαλύτερη της πραγματικής του κατάστασης. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες στο συμβολαιογραφικό έγγραφο αναγράφονται στοιχεία οικοπέδου διαφορετικά από τα αναγραφόμενα στον τίτλο κτήσης, λόγω νεότερης καταμέτρησης, τότε το πιστοποιητικό για τα έτη έως και 2013 θα εκδοθεί με τα περιγραφικά στοιχεία του τίτλου κτήσης, ενώ για το έτος 2014 και επόμενα έτη ισχύουν τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 4223/2013. Στα κτίσματα που ανήκουν στην κατηγορία των ειδικών κτιρίων καθώς και στις μονοκατοικίες ελέγχεται η αναγραφή των στοιχείων του οικοπέδου, εφόσον αυτά βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ή οικισμού, ή του γηπέδου, αν βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού.

Επιπλέον ελέγχεται πάντα η αναγραφή του οικοπέδου και στις εξής περιπτώσεις:

α) Σε κατοικίες ή επαγγελματικές στέγες ή αποθήκες ή θέσεις στάθμευσης επί οικοπέδου (εντός ή εκτός ΑΠΑΑ), για το οποίο (οικόπεδο) δεν υπάρχει πλήρης σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας.

β) Όταν το οικόπεδο, επί του οποίου βρίσκεται το κτίσμα, βρίσκεται σε περιοχή εκτός συστήματος ΑΠΑΑ.

γ) Σε κτίσματα επί οικοπέδου εντός συστήματος ΑΠΑΑ με πλήρη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, τα οποία δεν πληρούν τον κανόνα της πολυκατοικίας (κάθε πολυώροφη οικοδομή εντός σχεδίου πόλης ή οικισμού, η οποία αποτελείται από τρεις τουλάχιστον ορόφους, υφιστάμενους ή μελλοντικούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το ισόγειο, ή η οικοδομή που, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ορόφων, έχει κτισμένη επιφάνεια συνολικού εμβαδού 500 τ.μ.).

Ελέγχεται το έτος κατασκευής του κτίσματος. Το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό αν για όλα ή κάποια από τα έτη αναγράφεται διαφορετικό έτος ανέγερσης του κτίσματος, αποκλειστικά στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν μειώνεται ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. εξ αυτού του λόγου.

Ελέγχεται το είδος του εμπράγματου δικαιώματος και το ποσοστό συνιδιοκτησίας, που αναλογεί στο κτίσμα ή στο οικόπεδο.

Ελέγχεται το έτος γέννησης του επικαρπωτή του κτίσματος ή του οικοπέδου. Το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό αν για όλα ή κάποια από τα έτη αναγράφεται διαφορετικό έτος γέννησης επικαρπωτή, αποκλειστικά στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν μειώνεται ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. εξ αυτού του λόγου.

2. Στοιχεία γηπέδων

Ελέγχεται η ορθότητα των στοιχείων της διεύθυνσης των γηπέδων, τα οποία θα πρέπει να ταυτίζονται με τα αντίστοιχα στοιχεία της συμβολαιογραφικής πράξης. Σημειώνεται ότι η διεύθυνση του ακινήτου θεωρείται ορθή ανεξάρτητα αν αναγράφεται σύμφωνα με το ν. 2539/1997 (ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ) ή το ν. 3852/2010 (ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ).

Ελέγχεται αν η πρόσοψη του γηπέδου σε οδό είναι ορθά συμπληρωμένη.

Ελέγχεται αν είναι συμπληρωμένη ορθά η στήλη της απόστασης του γηπέδου από θάλασσα ή λιμνοθάλασσα.

Ελέγχεται αν, στις περιπτώσεις που το γήπεδο είναι αρδευόμενο, έχει συμπληρωθεί η οικεία ένδειξη.

Ελέγχεται η επιφάνεια του γηπέδου, η οποία μπορεί να αποτυπώνεται με απόκλιση μέχρι δύο τοις εκατό (2%) από την πραγματική συνολική του επιφάνεια. Η επιφάνεια του γηπέδου μπορεί να επιμερίζεται σε περισσότερες στήλες ανάλογα με το χαρακτηρισμό της εδαφικής έκτασης (δηλαδή μονοετής ή πολυετής καλλιέργεια, βοσκότοπος, δασική έκταση κ.λπ.). Ελέγχεται ο χαρακτηρισμός του γηπέδου. Το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό αν το γήπεδο έχει αναγραφεί για όλα ή κάποια από τα έτη με επιφάνεια μεγαλύτερη του τίτλου του ή, αν δεν υπάρχει τίτλος, με επιφάνεια μεγαλύτερη της πραγματικής του κατάστασης.

Ελέγχεται η επιφάνεια των κτισμάτων που υπάρχουν στο αγροτεμάχιο καθώς και η ορθή αναγραφή της κατηγορίας αυτών (κατοικία, γεωργικά κτίσματα, ειδικά κτίρια κ.λπ.).

Ελέγχεται το είδος του εμπράγματου δικαιώματος και το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του γηπέδου.

Ελέγχεται το έτος γέννησης του επικαρπωτή του γηπέδου. Το πιστοποιητικό θεωρείται ορθό αν για όλα ή κάποια από τα έτη αναγράφεται διαφορετικό έτος γέννησης επικαρπωτή, αποκλειστικά στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν μειώνεται ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. εξ αυτού του λόγου.

Γ. Εξαιρέσεις από τον έλεγχο

Δεν ελέγχονται από τα στοιχεία οικοπέδων και κτισμάτων οι στήλες «Κ.Α.Ε.Κ.», «Τ.Κ.», «αριθμός οικοδομικού τετραγώνου», «ειδικών συνθηκών», «μήκος πρόσοψης», «συνολικής επιφάνειας κτισμάτων στο οικόπεδο», «ηλεκτροδοτούμενο», «αριθμός παροχής ηλεκτρικού ρεύματος», «ειδική κατηγορία» και «χρήση κτίσματος οικοπέδου» και από τα στοιχεία γηπέδων οι στήλες «Κ.Α.Ε.Κ.», «Τ.Κ.», «η εδαφική έκταση είναι απαλλοτριωτέα», «ειδικές χρήσεις γης», «ηλεκτροδοτούμενο», «αριθμός παροχής ηλεκτρικού ρεύματος», «ειδική κατηγορία» και «χρήση γηπέδου» καθώς και η αναγραφή οικοπέδου ή γηπέδου στις περιπτώσεις κατηγορίας ακινήτου «αθλητική εγκατάσταση».

Δ. Διαδικασία επιβολής προστίμου

Σε κάθε περίπτωση διαπίστωσης ότι τα πιστοποιητικά που έχουν μνημονευθεί και επισυναφθεί στα ελεγχόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα δεν ανταποκρίνονται στα αναφερόμενα στις πιο πάνω ενότητες Β και Γ κοινοποιείται στο φορολογούμενο σημείωμα, προκειμένου να υποβάλει ενδεχόμενες αντιρρήσεις σχετικά με την επικείμενη πράξη επιβολής προστίμου εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση του σημειώματος.

Στη συνέχεια συντάσσεται έκθεση ελέγχου από τον υπάλληλο, στον οποίο έχει ανατεθεί αυτός, με την οποία αιτιολογείται η παράβαση.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο συμβολαιογράφος και ο φύλακας μεταγραφών /προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου είναι το ίδιο πρόσωπο, το πρόστιμο επιβάλλεται με χωριστή πράξη για κάθε ιδιότητα αυτού.

Για τον υπολογισμό του προστίμου λαμβάνεται υπόψη η φορολογητέα αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, όπως αυτή αναγράφεται στο μεταβιβαστικό συμβολαιογραφικό έγγραφο και επί της οποίας έχει επιβληθεί ο οικείος φόρος.

Σε περίπτωση υποτροπής του συμβολαιογράφου ή του φύλακα μεταγραφών /προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου εκδίδεται χωριστή πράξη επιβολής προστίμου. Υποτροπή θεωρείται η μη επισύναψη ή η επισύναψη ανακριβούς πιστοποιητικού του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 σε επόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε.
Γεώργιος Πιτσιλής

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1162/2018 Υποβολή Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου

ΠΟΛ 1162/2018

ΘΕΜΑ: «Υποβολή Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου».

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:
α) της παραγράφου 4 του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 (Α’ 170), περί παροχής πληροφοριών από τρίτους, όπως ισχύουν,
β) του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 (Α 94) και ειδικότερα του άρθρου 7, της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και του άρθρου 41 αυτού, όπως ισχύουν,
γ) της αριθ. Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017 (Β’ 968 και Β’ 1238) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)» όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει.

2. Την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (Β’ 130 και Β’ 372) κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαραγράφου α’ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

3. Την αριθ. 1/20.01.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016 και την αριθ. 39/3/30.11.2017 (Υ.Ο.Δ.Δ. 689) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.».

4. Την ΠΟΛ.1013/7.1.2014 (Β’ 32) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει με τις ΠΟΛ.1038/31.1.2014 (Β’ 185), ΠΟΛ.1027/22.1.2015 (Β’ 294) και ΠΟΛ.1028/23.1.2015 (Β’ 294) αποφάσεις Γ.Γ.Δ.Ε.

5. Την ανάγκη βελτίωσης και εναρμόνισης της εφαρμογής για την υποβολή της Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης με τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016 (Α’ 240).

6. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Υπόχρεοι υποβολής «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας»

1. Οι εκμισθωτές ακίνητης περιουσίας υποχρεούνται να δηλώνουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία των αρχικών ή τροποποιητικών μισθώσεων, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την έναρξη της μίσθωσης ή την ημερομηνία που λαμβάνει χώρα η τροποποίησή της, ανεξάρτητα αν πρόκειται για γραπτή ή προφορική συμφωνία. Σε περίπτωση λύσης της μίσθωσης, ο εκμισθωτής δύναται να δηλώνει τη λύση της μίσθωσης μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την λύση. Η δυνατότητα του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται για μισθώσεις που λύνονται μετά την 1.10.2018.

2. Οι εκμισθωτές (κύριος ή επικαρπωτής) εφόσον εκμισθώνουν ακίνητο με δικαίωμα υπεκμίσθωσης για σκοπούς Βραχυχρόνιας Διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016, υποχρεούνται σε υποβολή της «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας».

3. Έγγραφες ή προφορικές συμφωνίες βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτου, που δεν συνάπτονται μέσω ψηφιακών πλατφόρμων, υποβάλλονται ηλεκτρονικά σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας.

4.α. Η «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» στις περιπτώσεις συνιδιοκτησίας υποβάλλεται από έναν εκ των συνιδιοκτητών. Μετά την οριστικοποίηση της υποβολής το αποδεικτικό υποβολής επέχει θέση δήλωσης και για τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Σε περίπτωση μη αποδοχής των στοιχείων της μίσθωσης από κάποιον εκ των συνιδιοκτητών, απαιτείται, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, να επιλεγεί το ειδικό πεδίο μη αποδοχής και να αναγραφούν οι λόγοι μη αποδοχής.
β. Όταν εκμισθώνεται ή υπεκμισθώνεται ακίνητο με δικαίωμα υπεκμίσθωσης για σκοπούς Βραχυχρόνιας Διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016 και υπάρχουν περισσότεροι του ενός ιδιοκτήτες ή υπεκμισθωτές, κατά περίπτωση, η «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» υποβάλλεται από έναν εκ των ιδιοκτητών ή υπεκμισθωτών του ακινήτου, αντίστοιχα. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα εδάφια β’ και γ’ της προηγούμενης περίπτωσης.

Άρθρο 2
Μη υπόχρεοι σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας»

1. Οι εκμισθωτές αγροτικών εκτάσεων δεν υποχρεούνται σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας», εφόσον το μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα (80) ευρώ.

2. Οι Φορείς Κεντρικής Διοίκησης (ή Δημοσίου ή Κράτους), όπως αυτοί ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, δεν υποχρεούνται σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας».

3. Δεν υποχρεούνται σε υποβολή «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις που συνάπτονται στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 111 του ν. 4446/2016 οι «Διαχειριστές Ακινήτων Βραχυχρόνιας Μίσθωσης», ανεξαρτήτως εάν έχουν την ιδιότητα του εκμισθωτή, υπεκμισθωτή ή τρίτου που λειτουργεί ως «Διαχειριστής Ακινήτου», σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 1 της ΠΟΛ.1187/2017 (Β’ 4232) απόφασης του Διοικητή Α.Α.Δ.Ε. σχετικά με τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας ακινήτου, εφόσον ένας εκ των συνιδιοκτητών ορίζεται ως «Διαχειριστής Ακινήτου», δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης ούτε οι λοιποί συνιδιοκτήτες.

Άρθρο 3
Διαδικασία υποβολής της «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.)

1. Οι δηλώσεις των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης υποβάλλονται με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτυακής εφαρμογής της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) στο δικτυακό τόπο www.aade.gr.

2. Οι υπόχρεοι που είναι νέοι χρήστες εγγράφονται στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες TAXISnet σύμφωνα με όσα ορίζονται στην με αριθμό ΠΟΛ.1178/7.12.2010 (Β’ 1916) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η διαδικασία αυτή δεν απαιτείται για τους ήδη πιστοποιημένους χρήστες σε οποιαδήποτε εφαρμογή.

3. Ως ημερομηνία υποβολής της δήλωσης θεωρείται η ημερομηνία οριστικής καταχώρησης αυτής στο σύστημα, με αυτόματη απόδοση στον υπόχρεο εκμισθωτή μοναδικού αριθμού καταχώρησης.

4. Για την υποβολή της δήλωσης απαιτείται η συμπλήρωση της οικείας εφαρμογής ηλεκτρονικής υποβολής των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, η οποία υπάρχει στον διαδικτυακό τόπο www.aade.gr.

5. Σε περίπτωση που κατά την καταληκτική ημερομηνία εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης, υπάρχει τεχνική αδυναμία ολοκλήρωσης της υποβολής, τότε ο εκμισθωτής επικοινωνεί με το Κέντρο Εξυπηρέτησης Φορολογουμένων της Διεύθυνσης Υποστήριξης Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών (ΔΥΠΗΛΥ) της Α.Α.Δ.Ε. και καταγράφεται το αίτημα του και τα στοιχεία του, προκειμένου να ολοκληρωθεί η ηλεκτρονική υποβολή έστω και ετεροχρονισμένα. Σε περίπτωση της αποδεδειγμένης ως άνω αδυναμίας ενημερώνεται η αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη μη υπαιτιότητα του φορολογούμενου για την εκπρόθεσμη ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης.

6. Σε όσες περιπτώσεις είναι αδύνατη η ηλεκτρονική υποβολή, κατά τα ανωτέρω, και η δήλωση υποβάλλεται για λογαριασμό του εκμισθωτή, από κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομιάς, εκκαθαριστή κληρονομιάς διορισμένο από το δικαστήριο, εκτελεστή διαθήκης που διορίστηκε από το δικαστήριο ή από τη Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων, σύνδικο πτώχευσης σε περίπτωση πτώχευσης, προσωρινό διαχειριστή σε περίπτωση επιδικίας, μεσεγγυούχο σε περίπτωση μεσεγγύησης, επίτροπο ή κηδεμόνα ή δικαστικό συμπαραστάτη σε περίπτωση που ιδιοκτήτης ακινήτου είναι ανήλικο τέκνο ή άτομο σε δικαστική συμπαράσταση, η υποβολή της δήλωσης γίνεται χειρόγραφα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας του εκμισθωτή με το ειδικό έντυπο δήλωσης όπως το συνημμένο «ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ Ι».
Η ως άνω «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» παραλαμβάνεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και καταχωρείται σε χειρόγραφο βιβλίο.

Άρθρο 4
Υποβαλλόμενα πληροφοριακά στοιχεία μίσθωσης ακίνητης περιουσίας και αποδεικτικό στοιχείο υποβολής

1. Η ηλεκτρονική φόρμα υποβολής των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, περιλαμβάνει τις παρακάτω γενικές κατηγορίες πληροφοριών:
– Στοιχεία εκμισθωτών
– Στοιχεία μισθωτών
Ο ΑΦΜ του μισθωτή, σε περίπτωση φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, φορολογικών κατοίκων Ελλάδας. Σε περίπτωση φυσικών προσώπων φορολογικών κατοίκων αλλοδαπής, ο ΑΦΜ του μισθωτή, εφόσον υφίσταται ή ο αριθμός διαβατηρίου ή ταυτότητας ή οποιοδήποτε άλλο νομιμοποιητικό έγγραφο. Σε περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων φορολογικών κατοίκων αλλοδαπής χωρίς μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, ο ΑΦΜ του μισθωτή, εφόσον υφίσταται, ή τα πλήρη στοιχεία του (επωνυμία, ταχυδρομική διεύθυνση, χώρα φορολογικής κατοικίας).
– Στοιχεία μίσθωσης
– Στοιχεία ακινήτου
– Στοιχεία Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (Π.Ε.Α).
Η υποβολή της δήλωσης ολοκληρώνεται με την καταχώρηση των αντίστοιχων ανά κατηγορία υποχρεωτικών πληροφοριακών πεδίων.

2. Μετά την οριστικοποίηση υποβολής της δήλωσης, εκτυπώνεται «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ» (ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ II) η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των πληροφοριών που καταχώρησε ο χρήστης και η οποία αποτελεί αποδεικτικό υποβολής των πληροφοριακών στοιχείων της μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, την οποία δύναται να προσκομίζει σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Άρθρο 5
Κυρώσεις

1. Όσοι υποχρεούνται και δεν δηλώνουν τα στοιχεία των μισθώσεων ή τα δηλώνουν εκπρόθεσμα, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 4174/2013.

2. Για τις περιπτώσεις υποβολής εκπρόθεσμης «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας», θα αποστέλλονται από τη Δ.ΗΛΕ.Δ. προς τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. συγκεντρωτικές καταστάσεις με τα στοιχεία των υπόχρεων εκμισθωτών που υπέβαλαν εκπρόθεσμα μέσα στον προηγούμενο μήνα τα πληροφοριακά στοιχεία μίσθωσης ακίνητης περιουσίας. Με βάση τις καταστάσεις αυτές οι Δ.Ο.Υ. θα βεβαιώνουν στον υπόχρεο εκμισθωτή τα προβλεπόμενα πρόστιμα του ν. 4174/2013.
Στις ανωτέρω καταστάσεις δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία των υπόχρεων που υπέβαλαν ετεροχρονισμένα τη «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» λόγω αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας.

3. Δεν επιβάλλονται κυρώσεις και σε όσους εκμισθωτές υποβάλλουν, υποχρεωτικά, εκ νέου «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας», για τις περιπτώσεις που ο υπεκμισθωτής του ακινήτου επιθυμεί την εγγραφή του ακινήτου αυτού στο «Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής».

Άρθρο 6
Λοιποί υπόχρεοι

1. Όσα ανωτέρω αναφέρονται για την υποβολή πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις υπεκμίσθωσης αυτής, περιλαμβανομένης και της υπεκμίσθωσης ακινήτων όπου παραχωρείται το δικαίωμα υπεκμίσθωσης για σκοπούς Βραχυχρόνιας Διαμονής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 4446/2016.
Επίσης εφαρμόζονται στην περίπτωση παραχώρησης χρήσης ακίνητης περιουσίας (δωρεάν παραχώρηση) με εξαίρεση τα πρόσωπα που απαλλάσσονται του φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του ν. 4172/2013 (Α’ 167).

2. Σε περίπτωση εκμίσθωσης κοινόχρηστων χώρων, η «Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» υποβάλλεται από έναν εκ των συνιδιοκτητών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4α του άρθρου 1 της παρούσας.

Άρθρο 7
Ενημέρωση συμβαλλομένων

Με την οριστικοποίηση της υποβολής, τα πρόσωπα που συμβάλλονται στη μίσθωση, θα ενημερώνονται με μήνυμα στα εισερχόμενα μηνύματα του λογαριασμού τους στο TAXISnet, αφού εισέλθουν με τη χρήση των προσωπικών τους κωδικών πρόσβασης στο TAXISnet.
Ο κάθε μισθωτής ανατρέχει στην υποβληθείσα δήλωση και προβαίνει στην ηλεκτρονική αποδοχή ή μη της δήλωσης. Στην περίπτωση μη αποδοχής, συμπληρώνονται οι λόγοι μη αποδοχής σε ειδικό πεδίο.

Άρθρο 8
Έλεγχος Ενημέρωση Δ.Ο.Υ.

Οι Δ.Ο.Υ. ενημερώνονται μέσω της αντίστοιχης εφαρμογής που έχει υλοποιήσει η Δ.ΗΛΕ.Δ. αμέσως μετά την οριστική υποβολή της «Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας» και έχουν τη δυνατότητα ανάκτησης και εκτύπωσης της υποβληθείσας δήλωσης.

Άρθρο 9
Λοιπά θέματα-Έναρξη ισχύος

1. Με την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργείται η ΠΟΛ.1013/7.1.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

2. Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ Α.Α.Δ.Ε.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1177/2018 Όροι και προϋποθέσεις για τη διενέργεια δραστη­ριότητας των πλοίων κυρίως στην ανοιχτή θά­λασσα για σκοπούς χορήγησης απαλλαγών από το φόρο προστιθέμενης αξίας

Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 27 παράγραφος 1 περίπτω­ση α του ν. 2859/2000 «Κύρωση Κώδικα ΦΠΑ» (ΦΕΚ Α’ 248/07 .11.2000), όπως ισχύει.

2. Τις διατάξεις της οδηγίας αριθμ. 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα του φόρου προστιθεμένης άξιας (L 347 /11.12.2006), όπως ισχύει και ιδίως του άρθρου 148.

3. Τις διατάξεις του Κανονισμού 2658/87 του Συμ­βουλίου, όπως ισχύει, για τη δασμολογική και στατιστι­κή ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (L 256 της 07/09/1987).

4. Τις διατάξεις του ν. 2321/1995 «Κύρωση της Σύμβα­σης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και της συμφωνίας που αφορά την εφαρμογή του Μέρους ΧΙ της Σύμβασης», όπως ισχύει,(ΦΕΚ Α’ 136/23.06.1995).

5. Τις διατάξεις του α.ν. 230/1936 περί καθορισμού αι­γιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδος (ΦΕΚ Α’ 450/13.10.1936).

6. Τις διατάξεις του άρθρου 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου ν.δ. 187/1973 (ΦΕΚ Α’261/3.10.1973).

7. Τις διατάξεις του π.δ. 49/2005 «Ενσωμάτωση της οδηγίας 2002/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, δημιουργία κοινοτικού συστήματος πα­ρακολούθησης της κυκλοφορίας των πλοίων και ενημέ­ρωση» (ΦΕΚ Α’ 66/11.3.2005), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

8. Τις διατάξεις του ν. 4256/2014 «Τουριστικά πλοία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 92/14.1.2014).

9. Την απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουρ­γού Οικονομικών ΥΠΟΙΚ 0010218 ΕΞ 2016/14.11.2016 (ΦΕΚ Β’3696/ 15.11.2016) «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Υφυπουργό Οικονομικών Αικατερίνη Παπανάτσιου».

10. Τις διατάξεις του Π.Δ.142/2017 (ΦΕΚ Α’ 181/ 23.11.2017) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.

11. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του κώδικα νομοθε­σίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α’ 98/22.4.2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα».

12. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρ­τητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρ­μογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και δι­αρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’94/27.5.2016) και ειδικότερα των άρθρων 1, 2, 13, 14, 17 και 41, όπως ισχύουν.

13. Την ανάγκη εξειδίκευσης κριτηρίων για τον προσδι­ορισμό της έννοιας «διενέργεια δραστηριότητας κυρίως στην ανοικτή θάλασσα».

14. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρα­τικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τον προσδιορισμό της έννοιας «διενέργεια δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θά­λασσα» ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την απαλλαγή από το ΦΠΑ της παράδοσης και εισαγωγής πλοίων που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στην ναυσιπλοία ανοιχτής θαλάσσης, καθώς και της παράδοσης και ει­σαγωγής αντικειμένων και υλικών που προορίζονται να ενσωματωθούν ή να χρησιμοποιηθούν στα πλοία αυτά κατά τον εφοδιασμό τους.

Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής

1. Για τα πλοία που εκτελούν μεταφορά επιβατών με κόμιστρο ή με τα οποία ασκείται εμπορική, ή βιομηχανι­κή, ή αλιευτική δραστηριότητα, τυγχάνουν εφαρμογής οι απαλλαγές των περιπτώσεων α’, γ’, δ’ και ε’ της παρ. 1 του άρθρου 27 του Κώδικα ΦΠΑ, εφόσον διενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα απόφαση, καθώς και τις λοιπές προϋποθέσεις της περ. α’ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου σχετικά με τα πλοία αυτά.

2. Ως εμπορική ή βιομηχανική ή αλιευτική δραστηριό­τητα νοείται και η επαγγελματική χρήση του πλοίου για ιδία χρήση χωρίς την ύπαρξη αντιπαροχής για το έργο που εκτελεί το πλοίο.

Άρθρο 2
Ορισμοί

Για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης νοούνται ως:
1. «Ανοιχτή θάλασσα»: Θαλάσσιος χώρος πέραν των 6 ναυτικών μιλίων από τη φυσική ακτογραμμή της ηπει­ρωτικής ή νησιωτικής Χώρας- εύρος αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας.
2. «Προκαθορισμένος πλους»: Ταξίδι για το οποίο ο λι­μένας άφιξης έχει προσδιοριστεί πριν την έναρξη αυτού.
3. «Δρομολογημένο πλοίο»: Πλοίο που δραστηριοποι­είται αποκλειστικά σε τακτική ή έκτακτη γραμμή εσωτε­ρικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2932/2001, όπως ισχύει.
4. «Ταξίδι στην ανοιχτή θάλασσα»: Προκαθορισμένος πλους εσωτερικού που η διανυθείσα απόσταση μεταξύ του λιμένα αναχώρησης και του λιμένα άφιξης, ή μεταξύ δύο διαδοχικών λιμένων στην περίπτωση που μεσολαβούν εν­διάμεσοι λιμένες, είναι μεγαλύτερη των 12 ναυτικών μιλίων.
Ειδικά στην περίπτωση δρομολογημένων πλοίων ή ημερόπλοιων του ν. 4256/2014 θεωρείται ως ταξίδι στην ανοιχτή θάλασσα ο πλους που η διανυθείσα απόσταση από το λιμένα αναχώρησης έως και την επιστροφή του σε αυτόν είναι μεγαλύτερη των 24 ναυτικών μιλίων, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ενδιάμεσων λιμένων.
Τα ανωτέρω ισχύουν, εφόσον το πλοίο δεν παραμένει για το σύνολο της διανυθείσας απόστασης στα εγχώρια ύδατα. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο λιμένας αναχώρησης και ο λιμένας άφιξης και όλοι οι τυχόν εν­διάμεσοι λιμένες βρίσκονται στην ηπειρωτική Ελλάδα, ή στο ίδιο νησί.

Άρθρο 3
Διενέργεια δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα

1. Τα πλοία που εκτελούν αποκλειστικά προκαθορι­σμένους πλόες θεωρείται ότι διενεργούν δραστηριό­τητα κυρίως στην ανοικτή θάλασσα για μια συγκεκρι­μένη ημερολογιακή περίοδο, εφόσον εκτελούν ταξίδια στην ανοιχτή θάλασσα και σε διεθνείς προορισμούς, σε ποσοστό άνω του 70% των συνολικών ταξιδιών τους για την περίοδο αυτή, χωρίς να εξετάζεται καμία άλλη προϋπόθεση αναφορικά με το σύνολο των μιλίων που διανύονται στην ανοιχτή θάλασσα.

2. Τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής του ν. 4256/2014 θεωρείται ότι διενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα, για μία συγκεκριμένη ημερολογιακή περίοδο, εφόσον άνω του 50% της συνολικά διανυό­μενης απόστασης για την εν λόγω περίοδο, βάσει των ναύλων που πραγματοποιούν, διενεργείται στην ανοιχτή θάλασσα. Στην περίπτωση που τα πλοία αυτά χρησιμο­ποιούνται και ως επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια, βάσει του ίδιου νόμου, στον ανωτέρω υπολογισμό λαμ­βάνονται υπόψη και οι διανυόμενες αποστάσεις που διενεργούνται από την δραστηριότητά τους αυτή.

3. Θεωρείται ότι διενεργούν σε κάθε περίπτωση δρα­στηριότητα κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα τα πλοία που διενεργούν κυρίως διεθνείς πλόες (εξωτερικού) καθώς και τα αλιευτικά πλοία.

4. Θεωρείται ότι δεν διενεργούν δραστηριότητα κυρί­ως στην ανοιχτή θάλασσα:
α) Τα πλοία που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά ως ημερόπλοια του ν. 4256/2014. Κατ’ εξαίρεση, με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 3 και του άρθρου 4 της παρούσας, τα πλοία αυτά θεωρείται ότι μπορεί να διενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοιχτή θά­λασσα, εάν από τη δήλωση της περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4256/2014 προκύπτει ότι διενεργούν πλόες στην ανοιχτή θάλασσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. 4 του άρθρου 2.
β) Οι λέμβοι (λάντζες) του Γεν. Κανονισμού Λιμένα αρ. 17.
γ) Οι βυθοκόροι και τα συναφή με αυτά πλοία.
δ) Τα πλωτά εφοδιαστικά μέσα, ανεξαρτήτως χωρη­τικότητας, καυσίμων, λιπαντικών και πετρελαιοειδών αποβλήτων, που δραστηριοποιούνται εντός και πέριξ λιμένων.
ε) Τα θαλάσσια ταξί του Γεν. Κανονισμού Λιμένα αρ. 16.
στ) Τα πλοία που χρησιμοποιούνται σε λίμνες ή πο­τάμια.
ζ) Τα οστρακοκαλλιεργητικά πλοία καθώς και τα πλοία υποστήριξης ιχθυοκαλλιεργιών και βατραχοτροφίας.
η) Τα φουσκωτά σκάφη ανεξαρτήτως μήκους, πλην των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής του ν.4256/2014.
θ) Τα πλοία αναψυχής εκτός των επαγγελματικών πλοί­ων αναψυχής του ν. 4256/2014, τα πλοία που χρησιμο­ποιούνται για αναψυχή ή αθλητισμό, τα εκπαιδευτικά πλοία που ανήκουν σε ναυτικούς ομίλους, ναυτικά σω­ματεία ή άλλες ενώσεις που προωθούν την ναυσιπλοία αναψυχής, καθώς και τα συναφή με αυτά.

5. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου λαμβάνο­νται υπόψη οι πλόες που διενεργούνται για ιδία επαγγελματική χρήση του πλοίου χωρίς την ύπαρξη αντιπαροχής για το έργο που εκτελεί, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της διενέργειας δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα οι πλόες που πραγματοποιού­νται για ιδιωτική χρήση ή για τις ανάγκες μετακίνησης, επισκευής, συντήρησης, κατασκευής ή άλλων εργασιών που κρίνονται αναγκαίες για την ασφαλή πλεύση και λει­τουργία του πλοίου.

Άρθρο4
Απόδειξη της διενέργειας δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα

1. Η απόδειξη πραγματοποίησης ταξιδιού ή χρήσης του πλοίου στην ανοιχτή θάλασσα πραγματοποιείται με χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων αυτόματης ανα­γνώρισης (AIS) (κατηγορίας Α), το οποίο ανταποκρίνε­ται στα πρότυπα απόδοσης του ΙΜΟ, όπως αναφέρεται στα άρθρα 6 και 6α της Οδηγίας 2002/59/ΕΚ, η οποία έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με το π.δ. 49/2005 (ΦΕΚ Α’ 66), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

2. Οι υποκείμενοι στο φόρο που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, έχουν υποχρέωση εγκατάστα­σης, σε κάθε πλοίο που εκμεταλλεύονται, συστημάτων αυτόματης αναγνώρισης (AIS) σύμφωνα με τα οριζόμε­να στην παράγραφο 1 προκειμένου να αποδεικνύεται η πραγματοποίηση δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα, ανεξάρτητα εάν εμπίπτουν ή όχι στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 49/2005. Το AIS πρέπει να διατηρείτε πάντοτε σε λειτουργία, εκτός από τις περιπτώσεις για τις οποίες διεθνείς συμφωνίες, κανόνες ή πρότυπα προ­βλέπουν την προστασία των σχετικών με τη ναυσιπλοία πληροφοριών ή την ασφάλεια από έκνομες ενέργειες.

3. Υπό την επιφύλαξη τήρησης των προβλέψεων τή­ρησης της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το άρθρο 24 του π.δ. 49/2005 (ΦΕΚ Α’ 66) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, στα πλαίσια αρμοδιοτήτων του ως Εθνική Αρμόδια Αρχή για το SafeSeaNet, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 22a και το Παράρτημα 111 του ανωτέρω διατάγματος, πα­ρέχει πρόσβαση στα στοιχεία της παραγράφου 1 στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων η οποία αποθη­κεύει και επεξεργάζεται τα στοιχεία αυτά σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

4. Στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) δημιουργείται ηλεκτρονική εφαρμογή αποθήκευσης και επεξεργασίας των στοιχείων της παραγράφου 1, προ­κειμένου για την διαπίστωση της διενέργειας δραστη­ριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 3, ανά ημερολογιακή περίοδο. Η εφαρμογή χρησιμο­ποιείται από τις αρμόδιες φορολογικές, τελωνειακές και ελεγκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε. για την παρακολούθηση και τον έλεγχο της δραστηριότητας αυτής.

Άρθρο 5
Διαλειτουργική Πλατφόρμα Ανταλλαγής Δεδομένων

Για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 4 χρησιμο­ποιείται από την Α.Α.Δ.Ε., πέραν από τα συστήματα αυτόματης αναγνώρισης (AIS) και η Διαδικτυακή Πλατφόρμα Ανταλλαγής Δεδομένων (IMDatE- lntergrated Maritime Data Environment) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια στη Θάλασσα (EMSA), ως περιγράφεται στην παρ. 2.2 του Παραρτήματος 111 του π.δ. 49/2005 (ΦΕΚ Α’ 66), όπως ισχύει, κατόπιν χορήγησης παροχής πρόσβασης από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.

Άρθρο 6
Διαδικασία απόδειξης της διενέργειας δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα

1. Ο υποκείμενος που κάνει χρήση των απαλλαγών του άρθρου 1 της παρούσας για μια συγκεκριμένη ημε­ρολογιακή περίοδο, έχει υποχρέωση να υποβάλλει στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) δήλωση, απολογιστικά, για κάθε πλοίο, με την οποία δηλώνει ότι για την εν λόγω ημερολογιακή περίοδο πραγματοποίησε δραστηριότητα κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα, σύμφω­να με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρ­θρου 3. Εξαιρούνται από την ανωτέρω υποχρέωση οι μη εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της Χώρας υποκείμενοι στο φόρο οι οποίοι δεν έχουν υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ/ΦΠΑ για την διενεργούμενη δραστηριότητά τους στο εσωτερικό της Χώρας.
Από την δήλωση αυτή πρέπει να προκύπτει εάν για ολόκληρη την ημερολογιακή περίοδο το σκάφος χρη­σιμοποιήθηκε με τον ίδιο τρόπο ή αντίστοιχα προέκυψε διαφορετική χρήση του σκάφους σύμφωνα με τα οριζό­μενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 3.

2. Ειδικά για τα πλοία της παρ. 3 του άρθρου 3 της παρούσας που πραγματοποιούν κυρίως διεθνείς πλόες συνυποβάλλεται με την ανωτέρω δήλωση αντίγραφο του ΦΕΚ της εγκριτικής πράξης νηολόγησης των πλοίων που έχουν νηολογηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ. 2687/1953 (Α’317) ή, σχετική βεβαί­ωση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής όσον αφορά πλοία τα οποία φέρονται διαχειριζόμενα από γραφεία εταιρειών εγκατεστημένων στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 27/1975 (Α’77), ενώ για τα αλιευτικά πλοία συνυποβάλλεται η σχετική άδεια αλι­είας με τη διάκριση εάν αφορά υπερπόντια αλιεία.

Ως πλοία που ενεργούν κυρίως διεθνείς πλόες θεω­ρούνται τα πλοία τα οποία νηολογούνται με εγκριτική πράξη κοινή υπουργική απόφαση στη βάση του αρ. 13 του ν.δ. 2687/1953 (Α’ 317) ή διαχειρίζονται από γραφεία εταιριών εγκατεστημένων στην Ελλάδα βάσει του αρ. 25 του ν. 27/1975 (Α ’77), τα οποία διενεργούν αποκλειστικά διεθνείς πλόες, καθώς και τα πλοία που έχουν εφοδια­σθεί με πιστοποιητικά αξιοπλοΐας διεθνών πλόων, βάσει των αντίστοιχων Διεθνών Συμβάσεων (SOLAS, MARPOL, Load Lines).
Ως πλοία υπερπόντιας αλιείας θεωρούνται τα αλιευτικά πλοία που διαθέτουν άδειες αλίευσης εκτός χωρικών υδάτων του άρθρου 59 του ν. 4235/2014 και της κοινής υπουργικής απόφασης 4023/64557/16.5.2014. Από την ανωτέρω βεβαίωση καθώς και την άδεια αλιείας ή υπερπόντιας αλιείας πρέπει να προκύπτει η ημερομηνία που αυτές αφορούν.

3. Ειδικά για τα πλοία της παρ. 1 του άρθρου 3 συνυ­ποβάλλεται με την ανωτέρω δήλωση «κατάσταση πραγ­ματοποιηθέντων ταξιδιών» για ολόκληρη την ημερολο­γιακή περίοδο, στην οποία θα αναγράφονται, ανά ταξίδι, η ημερομηνία, ο λιμένας αναχώρησης, ο λιμένας προο­ρισμού και η διανυθείσα απόσταση, ενώ για το σύνολο της ημερολογιακής περιόδου θα αναγράφονται το σύ­νολο των ταξιδιών που πραγματοποιήθηκαν καθώς και ο αριθμός αυτών που πραγματοποιήθηκαν στην ανοιχτή θάλασσα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2.
Τα πλοία αυτά εάν διενεργούν αποκλειστικά δραστη­ριότητα βάσει συμβατικών υποχρεώσεων τους αντί της ανωτέρω κατάστασης συνυποβάλλουν τα παραστατικά που εκδίδονται ή τις συμβάσεις συμβολαίων – ναυλο­συμφώνων που συνάπτονται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους αυτών. Ειδικά τα επιβατηγά και επι­βατηγά – οχηματαγωγά πλοία τα οποία είναι δρομολογη­μένα, αντί της ανωτέρω κατάστασης συνυποβάλλουν τη δήλωση δρομολόγησής τους καθώς και τυχόν σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας.

4. Οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου 27 του Κώδικα ΦΠΑ, μεταξύ των οποίων ο τρόπος, ο χρό­νος και η διαδικασία υποβολής των ανωτέρω δηλώσεων και καταστάσεων, η ημερολογιακή περίοδος που αυτές αφορούν, καθώς και ο τρόπος ελέγχου της διενεργού­μενης δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα, ορίζονται με απόφαση του Διοικητή Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου.

Άρθρο 7
Μεταβατικές Διατάξεις

1. Για το ημερολογιακό έτος 2018, προκειμένου για την απόδειξη της διενέργειας δραστηριότητας κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα, λαμβάνεται υπόψη η δραστηριότητα που πραγματοποιείται από κάθε πλοίο από την έναρξη ισχύος της παρούσας και έως την 31 η Δεκεμβρίου 2018. Ο υποκείμενος ωστόσο έχει δικαίωμα να συνυπολογίσει το σύνολο της δραστηριότητάς που πραγματοποίησε από την έναρξη του ημερολογιακού έτους και έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας, εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει την διενέργεια της δραστηριότη­τάς του κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα.

2. Ειδικά για το ημερολογιακό έτος 2018 τα πλοία της παραγράφου 2 του άρθρου 3 τα οποία δεν έχουν υπο­χρέωση χρησιμοποίησης ηλεκτρονικών συστημάτων αυτόματης αναγνώρισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 κατά το χρόνο δημοσίευσης της παρούσας, θεωρείται ότι διενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα για το ημερολογιακό έτος αυτό, εφό­σον προσκομίζουν αναφορές, ανά ναύλο, από ηλεκτρο­νικά συστήματα αυτόματης αναγνώρισης θαλάσσιου στίγματος (AIS) άλλων από αυτών του άρθρου 4, ή λοι­πά στοιχεία, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι, το 70% των πραγματοποιηθέντων ναύλων έχει διενεργηθεί στην ανοιχτή θάλασσα, ήτοι για καθένα από τους ναύλους αυτούς έχει διενεργηθεί ταξίδι στην ανοιχτή θάλασσα.

3. Για την ημερολογιακή περίοδο από 1.4.2018 έως την έναρξη ισχύος της παρούσας και για τις χορηγηθείσες απαλλαγές του άρθρου 27 παρ. 1 περ. α’ υποπερ. αα εντός της περιόδου αυτής θεωρούνται ως πλοία που δι­ενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοιχτή θάλασσα τα πλοία της περίπτωσης (i) της παραγράφου 1 του άρ­θρου 27 που διενήργησαν πλόες στην ανοιχτή θάλασσα.

Άρθρο 8
Λοιπά θέματα

Η αποθήκευση των δεδομένων που απαιτούνται για την απόδειξη της χρήσης στην ανοιχτή θάλασσα, σύμ­φωνα με τα άρθρα 4 και 5 της παρούσας, πραγματοποι­είται για χρονική περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτή του χρόνου παραγραφής της αξίωσης του Δημοσί­ου για τη βεβαίωση του φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Άρθρο 9
Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ

Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Μετασχηματισμοί: Μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού σε υφιστάμενες ή νεοσυσταθείσες εταιρείες

Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην ΑΑΔΕ, επί ζητημάτων που προκύπτουν κατά τη μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού σε υφιστάμενες ή νεοσυσταθείσες εταιρείες σε περίπτωση μετασχηματισμού, με την ΠΟΛ.1185/2018 δίνονται οι παρακάτω διευκρινίσεις:

Α. ΓΕΝΙΚΑ

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.2166/1993 ορίζεται ότι κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού δεν θίγονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 5 και 7 του άρθρου 51 και των άρθρων 53 – 55 του ν. 3190/1955 και των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 8, του άρθρου 9 και των άρθρων 69 έως 89 του κ.ν. 2190/1920.

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ.1297/1972 ορίζεται ότι δεν θίγονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 5 και 7 του άρθρου 51 και των άρθρων 53 του ν. 3190/1955 και των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του ν.δ. 4237/1962.

3. Με την ΠΟΛ.1057/2017 εγκύκλιο, με την οποία δόθηκαν διευκρινίσεις για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 52 – 54 του ν.4172/2013, διευκρινίστηκε ότι η διαδικασία έγκρισης και ολοκλήρωσης του μετασχηματισμού, αποτίμησης των εισφερομένων στοιχείων, διαπίστωσης της σχέσης ανταλλαγής, κ.λπ. καθορίζεται βάσει των διατάξεων της εταιρικής νομοθεσίας (κ.ν.2190/1920, ν.3190/1955, κ.λπ.) και τελεί υπό την έγκριση των αρμόδιων εποπτικών αρχών, κατά περίπτωση. Κατά συνέπεια, οι φορολογικές διατάξεις που εξετάζονται με την παρούσα δεν επηρεάζουν σε καμία περίπτωση την εφαρμογή του εταιρικού πλαισίου, όπως αυτό υπαγορεύεται από την σχετική εταιρική νομοθεσία.

4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.2578/1998 ορίζεται ότι όταν συνεπεία των πράξεων της συγχώνευσης η αλλοδαπή λήπτρια εταιρεία καθίσταται καθολική διάδοχος της εισφέρουσας εταιρείας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της τελευταίας, που απορρέουν από την υπαγωγή της σε ημεδαπούς αναπτυξιακούς νόμους, κατά το μέρος που δεν τα άσκησε και δεν τις εκπλήρωσε κατά περίπτωση πριν από τις παρακάτω πράξεις, ισχύουν για την αλλοδαπή λήπτρια εταιρεία.

Β. ΕΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

α) Χρεωστική διαφορά από την ανταλλαγή ΟΕΔ κατ’ εφαρμογή του προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του Ελληνικού χρέους (PSI)

1. Με βάση τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 27 του ν.4172/2013, η χρεωστική διαφορά που προκύπτει σε βάρος των νομικών προσώπων των περιπτώσεων α’, γ’ και δ’ του άρθρου 45 από την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή του προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα σε τριάντα (30) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων και ανεξάρτητα από τον χρόνο διακράτησης των ομολόγων.

Οι διατάξεις αυτές ισχύουν, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, από την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, δηλαδή από τις 14.2.2012 και μετά.

2. Με την εγκύκλιο ΠΟΛ. 1088/2016 διευκρινίσθηκε ότι όσον αφορά στον προσδιορισμό των φορολογητέων αποτελεσμάτων των νομικών προσώπων που συμμετείχαν στο πρόγραμμα του PSI, η ανωτέρω έκπτωση θα πραγματοποιείται εξωλογιστικά κατ’ έτος με βάση την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος αυτών. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η χρεωστική διαφορά εκπίπτει σε 30 ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων, διευκρινίστηκε ότι για το φορολογικό έτος 2014 και επόμενα η χρεωστική διαφορά για το PSI αποσβένεται σε 28 ισόποσες ετήσιες δόσεις, καθόσον για κάθε μία από τις χρήσεις 2012 και 2013 έχει ήδη εκπέσει το 1/30 αυτής.

Το ποσό αυτό καταχωρείται στον κωδικό 752 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Έντυπο Ν), με βάση τις σχετικές οδηγίες που δίδονται για τη συμπλήρωση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (σχετ. ΠΟΛ.1069/2018 εγκύκλιος).

3. Κατόπιν των ανωτέρω, σε περίπτωση μετατροπής (με την οποία δεν επέρχεται κατάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά μόνο αλλαγή του νομικού τύπου αυτού), καθώς και συγχώνευσης ή διάσπασης (πράξεις που εξομοιώνονται με καθολική διαδοχή), είτε με τις γενικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου είτε με τις διατάξεις των ν.δ. 1297/1972, ν. 2166/1993, ν. 2578/1998 ή ν. 4172/2013, επιχειρήσεων που έκαναν χρήση των διατάξεων του ν. 4046/2012, το υπόλοιπο ποσό της χρεωστικής διαφοράς προς έκπτωση θα πρέπει να μεταφερθεί στην προερχόμενη από τον μετασχηματισμό εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται στο δικαίωμα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης από την απόσβεση της ως άνω χρεωστικής διαφοράς και συνεχίζει να εκπίπτει την πραγματοποιηθείσα δαπάνη στα υπολειπόμενα χρόνια. Επισημαίνεται ότι, ειδικά σε περίπτωση διάσπασης επιχειρήσεων, το αναπόσβεστο υπόλοιπο της χρεωστικής διαφοράς του PSI θα μεταφερθεί στην λήπτρια εταιρεία με βάση τα οριζόμενα στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης.

β) Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.4172/2013

1. Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 63 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι δεν παρακρατείται καθόλου φόρος από τα μερίσματα που διανέμονται σε νομικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου (ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής, χρόνος διακράτησης, κ.ο.κ).

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι εάν ένας φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα διανείμει μέρισμα, σε νομικό πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει είκοσι τέσσερις (24) μήνες διακράτησης του ελάχιστου ποσοστού κατοχής μετοχών ή μεριδίων ή συμμετοχής, αλλά κατά τα λοιπά πληροί τους όρους των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου και νόμου, ο υπόχρεος σε παρακράτηση που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα μπορεί προσωρινά να μην προβεί σε παρακράτηση φόρου, εφόσον καταθέσει (τραπεζική) εγγύηση στη Φορολογική Διοίκηση ίση με το ποσό της απαλλαγής.

3. Όπως διευκρινίσθηκε με την ΠΟΛ.1039/2015 ερμηνευτική εγκύκλιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 48 και 63 του ν.4172/2013, αναφορικά με τον χρόνο χορήγησης του φορολογικού πλεονεκτήματος, αυτός θεωρείται ότι είναι ο χρόνος λήψης της απόφασης διανομής των μερισμάτων από τα αρμόδια όργανα του καταβάλλοντος νομικού προσώπου ή προκειμένου για τα μερίσματα που διανέμουν οι προσωπικές εταιρίες ο χρόνος απόκτησης αυτών από τα μέλη τους.

4. Με βάση τα ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μετασχηματισμού με τον οποίο επέρχεται οιονεί καθολική διαδοχή της μετασχηματιζόμενης εταιρείας, δεν επηρεάζεται η αφετηρία του χρόνου διακράτησης (24 μήνες) του ελάχιστου ποσοστού κατοχής συμμετοχών, όπως είχε τεθεί για τη μετασχηματιζόμενη εταιρεία (λήπτρια των μερισμάτων). Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση καταβολής τόκων και δικαιωμάτων με βάση τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 63 του ν.4172/2013 καθώς επίσης και στις περιπτώσεις εισπραττόμενων μερισμάτων του άρθρου 48 του ν.4172/2013.

γ) Μεταφορά αχρησιμοποίητων προβλέψεων επισφαλών απαιτήσεων

1. Σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου, με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972 και ν.2166/1993 επιχειρήσεων οι οποίες σχημάτισαν προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων μη αναγνωριζόμενες φορολογικά κατά τον χρόνο σχηματισμού τους, οι προβλέψεις αυτές ακολουθούν τη σχετική με αυτές απαίτηση όπως αυτή εμφανίζεται στα βιβλία της προερχόμενης από τη διάσπαση εταιρείας ή της λήπτριας εταιρείας σε περίπτωση απόσχισης κλάδου, με βάση τα οριζόμενα στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης/απόσχισης κλάδου.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις διάσπασης ή εισφοράς κλάδου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 54 και 52 του ν.4172/2013, δεδομένου ότι η λήπτρια εταιρεία αναλαμβάνει τις προβλέψεις που σχημάτισε η εισφέρουσα εταιρεία και οι οποίες σχετίζονται με τον κλάδο ή τους κλάδους δραστηριότητας που μεταβιβάζονται υπό τις προϋποθέσεις που θα ίσχυαν για την εισφέρουσα εταιρεία, εάν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση (παρ. 5 άρθρου 52 και παρ.10 άρθρου 54 του ν.4172/2013).

2. Το τυχόν αχρησιμοποίητο ποσό των προβλέψεων το οποίο επιβαρύνει τα αποτελέσματα του τρέχοντος φορολογικού έτους της προερχόμενης από τη διάσπαση εταιρείας ή της λήπτριας εταιρείας σε περίπτωση απόσχισης κλάδου αναμορφώνεται με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του έτους αυτού (ως αρνητική λογιστική διαφορά).

δ) Μεταφορά αποθεματικών

1. Όπως έχει διευκρινιστεί από τη Διοίκηση, σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου επιχειρήσεων με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972 και ν.2166/1993, στην έννοια του κλάδου περιλαμβάνονται όχι μόνο τα στοιχεία του ενεργητικού αλλά και τα αντίστοιχα στοιχεία του παθητικού και κατά συνέπεια και τα αφορολόγητα αποθεματικά αναπτυξιακών νόμων (ν.1262/1982, ν.1892/1990, ν.2601/1998, ν.3299/2004) τα οποία αφορούν τα στοιχεία αυτού.

Επομένως, σε περίπτωση εισφοράς κλάδου ή τμήματος κλάδου συγκεκριμένων παγίων στοιχείων θα πρέπει υποχρεωτικά να εισφερθεί σε κάθε επιχείρηση και το τμήμα της αφορολόγητης έκπτωσης που αντιστοιχεί στα υπόψη στοιχεία. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η αντιστοίχιση κάποιας επένδυσης με αποθεματικά του συγκεκριμένου αναπτυξιακού νόμου ή τμήματος αυτού, κατά περίπτωση, το αποθεματικό αυτό ή το τμήμα του, κατά περίπτωση θα παραμείνει στην εισφέρουσα εταιρεία (σχετ. Δ12 1119092 ΕΞ2009/10.12.2009 έγγραφό μας).

2. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου επιχειρήσεων με τις διατάξεις του ν.4172/2013, δηλαδή θα πρέπει υποχρεωτικά να εισφερθεί σε κάθε επιχείρηση και το τμήμα της αφορολόγητης έκπτωσης που αντιστοιχεί στα πάγια στοιχεία του κλάδου που εισφέρεται, καθόσον με βάση τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 52 και παρ. 10 του άρθρου 54 του ν.4172/2013, η λήπτρια εταιρεία αναλαμβάνει τα αποθεματικά που σχημάτισε η εισφέρουσα εταιρεία και τα οποία σχετίζονται με τον κλάδο ή τους κλάδους δραστηριότητας.

Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η αντιστοίχιση κάποιας επένδυσης με αποθεματικά του συγκεκριμένου αναπτυξιακού νόμου ή τμήματος αυτού, κατά περίπτωση, το αποθεματικό αυτό ή το τμήμα του θα παραμείνει στην εισφέρουσα εταιρεία.”

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1185/2018 Παροχή οδηγιών επί ειδικών ζητημάτων που προκύπτουν κατά τη μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού σε υφιστάμενες ή νεοσυσταθείσες εταιρείες σε περίπτωση μετασχηματισμού

ΘΕΜΑ: Παροχή οδηγιών επί ειδικών ζητημάτων που προκύπτουν κατά τη μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού σε υφιστάμενες ή νεοσυσταθείσες εταιρείες σε περίπτωση μετασχηματισμού.

Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

Α. ΓΕΝΙΚΑ

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.2166/1993 ορίζεται ότι κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού δεν θίγονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 5 και 7 του άρθρου 51 και των άρθρων 53 – 55 του ν. 3190/1955 και των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 8, του άρθρου 9 και των άρθρων 69 έως 89 του κ.ν. 2190/1920.

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ.1297/1972 ορίζεται ότι δεν θίγονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 5 και 7 του άρθρου 51 και των άρθρων 53 του ν. 3190/1955 και των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του ν.δ. 4237/1962.

3. Με την ΠΟΛ.1057/2017 εγκύκλιο, με την οποία δόθηκαν διευκρινίσεις για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 52 – 54 του ν.4172/2013, διευκρινίστηκε ότι η διαδικασία έγκρισης και ολοκλήρωσης του μετασχηματισμού, αποτίμησης των εισφερομένων στοιχείων, διαπίστωσης της σχέσης ανταλλαγής, κ.λπ. καθορίζεται βάσει των διατάξεων της εταιρικής νομοθεσίας (κ.ν.2190/1920, ν.3190/1955, κ.λπ.) και τελεί υπό την έγκριση των αρμόδιων εποπτικών αρχών, κατά περίπτωση. Κατά συνέπεια, οι φορολογικές διατάξεις που εξετάζονται με την παρούσα δεν επηρεάζουν σε καμία περίπτωση την εφαρμογή του εταιρικού πλαισίου, όπως αυτό υπαγορεύεται από την σχετική εταιρική νομοθεσία.

4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.2578/1998 ορίζεται ότι όταν συνεπεία των πράξεων της συγχώνευσης η αλλοδαπή λήπτρια εταιρεία καθίσταται καθολική διάδοχος της εισφέρουσας εταιρείας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της τελευταίας, που απορρέουν από την υπαγωγή της σε ημεδαπούς αναπτυξιακούς νόμους, κατά το μέρος που δεν τα άσκησε και δεν τις εκπλήρωσε κατά περίπτωση πριν από τις παρακάτω πράξεις, ισχύουν για την αλλοδαπή λήπτρια εταιρεία.

Β. ΕΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

α) Χρεωστική διαφορά από την ανταλλαγή ΟΕΔ κατ’ εφαρμογή του προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του Ελληνικού χρέους (PSI)

1. Με βάση τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 27 του ν.4172/2013, η χρεωστική διαφορά που προκύπτει σε βάρος των νομικών προσώπων των περιπτώσεων α’, γ’ και δ’ του άρθρου 45 από την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή του προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα σε τριάντα (30) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων και ανεξάρτητα από τον χρόνο διακράτησης των ομολόγων.

Οι διατάξεις αυτές ισχύουν, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, από την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, δηλαδή από τις 14.2.2012 και μετά.

2. Με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1088/24.6.2016 διευκρινίσθηκε ότι όσον αφορά στον προσδιορισμό των φορολογητέων αποτελεσμάτων των νομικών προσώπων που συμμετείχαν στο πρόγραμμα του PSI, η ανωτέρω έκπτωση θα πραγματοποιείται εξωλογιστικά κατ’ έτος με βάση την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος αυτών. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η χρεωστική διαφορά εκπίπτει σε 30 ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων, διευκρινίστηκε ότι για το φορολογικό έτος 2014 και επόμενα η χρεωστική διαφορά για το PSI αποσβένεται σε 28 ισόποσες ετήσιες δόσεις, καθόσον για κάθε μία από τις χρήσεις 2012 και 2013 έχει ήδη εκπέσει το 1/30 αυτής.

Το ποσό αυτό καταχωρείται στον κωδικό 752 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Έντυπο Ν), με βάση τις σχετικές οδηγίες που δίδονται για τη συμπλήρωση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (σχετ. ΠΟΛ.1069/2018 εγκύκλιος).

3. Κατόπιν των ανωτέρω, σε περίπτωση μετατροπής (με την οποία δεν επέρχεται κατάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά μόνο αλλαγή του νομικού τύπου αυτού), καθώς και συγχώνευσης ή διάσπασης (πράξεις που εξομοιώνονται με καθολική διαδοχή), είτε με τις γενικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου είτε με τις διατάξεις των ν.δ. 1297/1972, ν. 2166/1993, ν. 2578/1998 ή ν. 4172/2013, επιχειρήσεων που έκαναν χρήση των διατάξεων του ν. 4046/2012, το υπόλοιπο ποσό της χρεωστικής διαφοράς προς έκπτωση θα πρέπει να μεταφερθεί στην προερχόμενη από τον μετασχηματισμό εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται στο δικαίωμα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης από την απόσβεση της ως άνω χρεωστικής διαφοράς και συνεχίζει να εκπίπτει την πραγματοποιηθείσα δαπάνη στα υπολειπόμενα χρόνια. Επισημαίνεται ότι, ειδικά σε περίπτωση διάσπασης επιχειρήσεων, το αναπόσβεστο υπόλοιπο της χρεωστικής διαφοράς του PSI θα μεταφερθεί στην λήπτρια εταιρεία με βάση τα οριζόμενα στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης.

β) Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.4172/2013

1. Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 63 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι δεν παρακρατείται καθόλου φόρος από τα μερίσματα που διανέμονται σε νομικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου (ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής, χρόνος διακράτησης, κ.ο.κ).

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι εάν ένας φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα διανείμει μέρισμα, σε νομικό πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει είκοσι τέσσερις (24) μήνες διακράτησης του ελάχιστου ποσοστού κατοχής μετοχών ή μεριδίων ή συμμετοχής, αλλά κατά τα λοιπά πληροί τους όρους των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου και νόμου, ο υπόχρεος σε παρακράτηση που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα μπορεί προσωρινά να μην προβεί σε παρακράτηση φόρου, εφόσον καταθέσει (τραπεζική) εγγύηση στη Φορολογική Διοίκηση ίση με το ποσό της απαλλαγής.

3. Όπως διευκρινίσθηκε με την ΠΟΛ.1039/26.1.2015 ερμηνευτική εγκύκλιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 48 και 63 του ν.4172/2013, αναφορικά με τον χρόνο χορήγησης του φορολογικού πλεονεκτήματος, αυτός θεωρείται ότι είναι ο χρόνος λήψης της απόφασης διανομής των μερισμάτων από τα αρμόδια όργανα του καταβάλλοντος νομικού προσώπου ή προκειμένου για τα μερίσματα που διανέμουν οι προσωπικές εταιρίες ο χρόνος απόκτησης αυτών από τα μέλη τους.

4. Με βάση τα ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μετασχηματισμού με τον οποίο επέρχεται οιονεί καθολική διαδοχή της μετασχηματιζόμενης εταιρείας, δεν επηρεάζεται η αφετηρία του χρόνου διακράτησης (24 μήνες) του ελάχιστου ποσοστού κατοχής συμμετοχών, όπως είχε τεθεί για τη μετασχηματιζόμενη εταιρεία (λήπτρια των μερισμάτων). Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση καταβολής τόκων και δικαιωμάτων με βάση τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 63 του ν.4172/2013 καθώς επίσης και στις περιπτώσεις εισπραττόμενων μερισμάτων του άρθρου 48 του ν.4172/2013.

γ) Μεταφορά αχρησιμοποίητων προβλέψεων επισφαλών απαιτήσεων

1. Σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου, με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972 και ν.2166/1993 επιχειρήσεων οι οποίες σχημάτισαν προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων μη αναγνωριζόμενες φορολογικά κατά τον χρόνο σχηματισμού τους, οι προβλέψεις αυτές ακολουθούν τη σχετική με αυτές απαίτηση όπως αυτή εμφανίζεται στα βιβλία της προερχόμενης από τη διάσπαση εταιρείας ή της λήπτριας εταιρείας σε περίπτωση απόσχισης κλάδου, με βάση τα οριζόμενα στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης/απόσχισης κλάδου.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις διάσπασης ή εισφοράς κλάδου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 54 και 52 του ν.4172/2013, δεδομένου ότι η λήπτρια εταιρεία αναλαμβάνει τις προβλέψεις που σχημάτισε η εισφέρουσα εταιρεία και οι οποίες σχετίζονται με τον κλάδο ή τους κλάδους δραστηριότητας που μεταβιβάζονται υπό τις προϋποθέσεις που θα ίσχυαν για την εισφέρουσα εταιρεία, εάν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση (παρ. 5 άρθρου 52 και παρ.10 άρθρου 54 του ν.4172/2013).

2. Το τυχόν αχρησιμοποίητο ποσό των προβλέψεων το οποίο επιβαρύνει τα αποτελέσματα του τρέχοντος φορολογικού έτους της προερχόμενης από τη διάσπαση εταιρείας ή της λήπτριας εταιρείας σε περίπτωση απόσχισης κλάδου αναμορφώνεται με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του έτους αυτού (ως αρνητική λογιστική διαφορά).

δ) Μεταφορά αποθεματικών

1. Όπως έχει διευκρινιστεί από τη Διοίκηση, σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου επιχειρήσεων με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972 και ν.2166/1993, στην έννοια του κλάδου περιλαμβάνονται όχι μόνο τα στοιχεία του ενεργητικού αλλά και τα αντίστοιχα στοιχεία του παθητικού και κατά συνέπεια και τα αφορολόγητα αποθεματικά αναπτυξιακών νόμων (ν.1262/1982, ν.1892/1990, ν.2601/1998, ν.3299/2004) τα οποία αφορούν τα στοιχεία αυτού.

Επομένως, σε περίπτωση εισφοράς κλάδου ή τμήματος κλάδου συγκεκριμένων παγίων στοιχείων θα πρέπει υποχρεωτικά να εισφερθεί σε κάθε επιχείρηση και το τμήμα της αφορολόγητης έκπτωσης που αντιστοιχεί στα υπόψη στοιχεία. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η αντιστοίχιση κάποιας επένδυσης με αποθεματικά του συγκεκριμένου αναπτυξιακού νόμου ή τμήματος αυτού, κατά περίπτωση, το αποθεματικό αυτό ή το τμήμα του, κατά περίπτωση θα παραμείνει στην εισφέρουσα εταιρεία (σχετ. Δ12 1119092 ΕΞ2009/10.12.2009 έγγραφό μας).

2. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και σε περίπτωση διάσπασης ή εισφοράς κλάδου επιχειρήσεων με τις διατάξεις του ν.4172/2013, δηλαδή θα πρέπει υποχρεωτικά να εισφερθεί σε κάθε επιχείρηση και το τμήμα της αφορολόγητης έκπτωσης που αντιστοιχεί στα πάγια στοιχεία του κλάδου που εισφέρεται, καθόσον με βάση τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 52 και παρ. 10 του άρθρου 54 του ν.4172/2013, η λήπτρια εταιρεία αναλαμβάνει τα αποθεματικά που σχημάτισε η εισφέρουσα εταιρεία και τα οποία σχετίζονται με τον κλάδο ή τους κλάδους δραστηριότητας.

Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η αντιστοίχιση κάποιας επένδυσης με αποθεματικά του συγκεκριμένου αναπτυξιακού νόμου ή τμήματος αυτού, κατά περίπτωση, το αποθεματικό αυτό ή το τμήμα του θα παραμείνει στην εισφέρουσα εταιρεία.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Δ.15/Δ’/οικ.45697/1235/2018 Συμπληρωματικές οδηγίες για την εκκαθάριση ασφαλιστικών εισφορών μη μισθωτών

Κατηγορία: Ασφαλιστικά ΕΦΚΑ

Αθήνα, 2 / 10 / 2018
Αριθ. Πρωτ. : Δ.15 / Δ’ / οικ.45697 / 1235 /02-10-2018

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΩΝ (Δ15)
ΤΜΗΜΑ : Δ’

Ταχ. Δ/νση : Σταδίου 29
Ταχ. Κώδικας : 10110 – Αθήνα
Πληροφορίες : Ε. Ράπτη
Τηλέφωνο : 210 – 3368109
FAX : 210 – 3368116

ΘΕΜΑ: «Συμπληρωματικές οδηγίες για την εκκαθάριση ασφαλιστικών εισφορών μη μισθωτών»

Με την αριθ. Δ.15 / Δ / οικ.9290 / 183/2018 εγκύκλιο (ΑΔΑ : Ω80Π465Θ1Ω- Ο4Κ) δόθηκαν οδηγίες για τη διαδικασία εκκαθάρισης των ασφαλιστικών εισφορών των μη μισθωτών που καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές στον ΕΦΚΑ για κύρια ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 3940 και 41 παρ. 2 και 3 του ν.4387/2016, όπως ισχύουν.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών από 1/1/2017 αποτελεί το καθαρό εισόδημα από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας που δημιουργεί την υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ (πρώην ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ, ΟΓΑ). Δεδομένου ότι σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά τη διενέργεια της διαδικασίας της ετήσιας εκκαθάρισης των ασφαλιστικών εισφορών είναι πιθανό να προκύψουν μεταβολές στο εισόδημα ή στο χρόνο ασφάλισης ή στην ασφαλιστέα ιδιότητα, απαιτείται τροποποίηση της αρχικής εκκαθάρισης των ασφαλιστικών εισφορών, από την οποία μπορεί να προκύψει διαφορετικό από το αρχικό αποτέλεσμα (χρεωστικό ή πιστωτικό ή μηδενικό υπόλοιπο).

Για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων διευκρινίζουμε τα εξής:

Ι. Χρεωστικό υπόλοιπο στη νέα εκκαθάριση

Μετά τη διενέργεια της νέας εκκαθαριστικής διαδικασίας προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο:

Α. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν χρεωστικό, μικρότερου όμως ποσού, το επιπλέον ποσό οφειλής κατανέμεται ισομερώς στις επόμενες δόσεις οφειλής, εφόσον υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει σε εξέλιξη σχετική διαδικασία, το επιπλέον ποσό οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του μήνα που διενεργήθηκε η νέα εκκαθάριση.

Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν χρεωστικό, μεγαλύτερου όμως ποσού, αναπροσαρμόζονται αντίστοιχα ισομερώς όλες οι δόσεις οφειλής, ανεξάρτητα εάν υπάρχει ή όχι σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση. Τυχόν επιπλέον ποσό που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με επόμενες δόσεις οφειλής, εάν υπάρχουν, ή με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.

Παράδειγμα 1

Τον Ιούνιο του 2018 διενεργείται νέα εκκαθάριση λόγω μεταβολής των εισοδημάτων, και προκύπτει νέο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €800,00.

Από την αρχική εκκαθάριση είχε προκύψει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €500,00, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 5 ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους €100,00, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 31/5/2018.

Δεδομένου ότι το αρχικό χρεωστικό υπόλοιπο είναι μικρότερο του νέου χρεωστικού υπολοίπου, ο ασφαλισμένος πρέπει να καταβάλει επιπλέον διαφορά ύψους €300,00 (€800,00 – €500,00), η οποία επιμερίζεται ισομερώς στις επόμενες τρεις δόσεις, το ύψος των οποίων διαμορφώνεται σε €200,00 μηνιαίως.

Εάν η νέα εκκαθάριση γίνει τον Νοέμβριο του 2018, οπότε και έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία καταβολής της οφειλής εκκαθάρισης σε δόσεις, μέσω των δόσεων έχει ήδη εξοφληθεί το ποσό των €500,00, η διαφορά ύψους €300,00 αναζητείται εφάπαξ μέχρι 31/11/2018.

Παράδειγμα 2

Τον Ιούλιο του 2018 διενεργείται νέα εκκαθάριση λόγω μεταβολής των εισοδημάτων, και προκύπτει νέο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €300,00.

Από την αρχική εκκαθάριση είχε προκύψει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €500,00, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 5 ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους €100,00, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 31/5/2018.

Δεδομένου ότι το αρχικό χρεωστικό υπόλοιπο είναι μεγαλύτερο του νέου χρεωστικού υπολοίπου, αναπροσαρμόζονται όλες οι μηνιαίες δόσεις και διαμορφώνονται σε €60 (5 δόσεις x €60,00 = €300,00).

Ο ασφαλισμένος έχει ήδη καταβάλει 2 δόσεις (2 x €100,00 = €200,00), δηλαδή έχει καταβάλει επιπλέον ποσό ύψους €80,00 (2 x €100,00 ποσό αρχικής δόσης – 2 x €60,00 ποσό νέας δόσης), το οποίο συμψηφίζεται με επόμενες δόσεις οφειλής. Εάν η νέα εκκαθάριση γίνει τον Νοέμβριο του 2018, οπότε και έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία καταβολής της οφειλής σε δόσεις, μέσω των δόσεων έχει ήδη εξοφληθεί το ποσό των €500,00, οπότε το επιπλέον καταβληθέν ποσό ύψους €200,00 συμψηφίζεται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.

Β. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν μηδενικό, τότε το ποσό της οφειλής που προκύπτει, εφόσον υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση, καταβάλλεται σε τόσες δόσεις όσες απομένουν, ισομερώς κατανεμημένο. Εάν δεν υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης οφειλών, το ποσό της οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του μήνα που διενεργήθηκε η νέα εκκαθάριση.

Παράδειγμα 3

Τον Ιούλιο του 2018 διενεργείται νέα εκκαθάριση λόγω μεταβολής των εισοδημάτων και
προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €300,00.

Από την αρχική εκκαθάριση είχε προκύψει μηδενικό υπόλοιπο.

Δεδομένου ότι βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση και απομένουν 3 μηνιαίες δόσεις, το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται σε 3 μηνιαίες δόσεις ύψους €100,00.

Εάν η νέα εκκαθάριση γίνει τον Νοέμβριο του 2018, οπότε και έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση, το ποσό της οφειλής ύψους €300,00 καταβάλλεται μέχρι 30/11/2018.

Γ. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν πιστωτικό, τότε:

i) εφόσον το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο δεν έχει επιστραφεί στον ασφαλισμένο ή δεν έχει συμψηφιστεί με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές, τότε το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο διαγράφεται.
Το νέο χρεωστικό υπόλοιπο, εάν υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση, καταβάλλεται σε τόσες δόσεις όσες απομένουν, ισομερώς κατανεμημένο. Εάν δεν υπάρχει σε εξέλιξη σχετική διαδικασία το ποσό της οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του μήνα που διενεργήθηκε η νέα εκκαθάριση.

ii) εφόσον το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί και:
– το νέο χρεωστικό υπόλοιπο είναι μικρότερο ή ίσο με το επιστραφέν αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο, το νέο χρεωστικό υπόλοιπο αναζητείται εφάπαξ μέχρι το τέλος του μήνα που διενεργήθηκε η νέα εκκαθάριση.
– το νέο χρεωστικό υπόλοιπο είναι μεγαλύτερο του επιστραφέντος αρχικού πιστωτικού υπολοίπου, το νέο χρεωστικό υπόλοιπο, έως του ύψους του επιστραφέντος αρχικού πιστωτικού υπολοίπου, καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του μήνα που διενεργήθηκε η νέα εκκαθάριση, και η διαφορά καταβάλλεται σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εάν υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση, ή εφάπαξ μέχρι το τέλος του μήνα διενέργειας της νέας εκκαθάρισης εάν δεν υπάρχει σε εξέλιξη σχετική διαδικασία.

iii) εφόσον το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει συμψηφιστεί με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές, το νέο χρεωστικό υπόλοιπο καταβάλλεται σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τα ανωτέρω εάν υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης σε δόσεις οφειλών από εκκαθάριση, ή εφάπαξ μέχρι το τέλος του μήνα διενέργειας της νέας εκκαθάρισης εάν δεν υπάρχει σε εξέλιξη σχετική διαδικασία.

Σημειώνουμε ότι σε περίπτωση που το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του υπολοίπου από τη νέα εκκαθάριση.

Παράδειγμα 4

Σύμφωνα με την αρχική εκκαθάριση ο ασφαλισμένος όφειλε να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.000,00 και είχε καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.200,00 με αποτέλεσμα να προκύψει πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €200,00.

Τον Ιούλιο του 2018, και ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης οφειλών από την ετήσια εκκαθάριση, διενεργείται νέα εκκαθάριση λόγω μεταβολής των εισοδημάτων, και προκύπτει ότι ο ασφαλισμένος όφειλε να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.500,00.

i) Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο των €200,00 δεν έχει ακόμη επιστραφεί στον ασφαλισμένο, τότε αυτό διαγράφεται, και το νέο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €300,00 (€1.500,00 καταβλητέες εισφορές – €1.200,00 καταβληθείσες εισφορές) αναζητείται σε 3 δόσεις (όσες έχουν απομείνει από τη διαδικασία εξόφλησης οφειλών από εκκαθάριση) ύψους €100,00.

ii) Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €200,00 έχει επιστραφεί στον ασφαλισμένο, τότε θεωρείται ότι ο ασφαλισμένος έχει καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.000,00 (€1.200,00 πραγματικά καταβληθείσες εισφορές – €200,00 αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο που έχει επιστραφεί).

Συνεπώς, προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €500,00 (€1.500,00 καταβλητέες εισφορές – €1.000,00 καταβληθείσες εισφορές).

Δεδομένου ότι το νέο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €500,00 είναι υψηλότερο του αρχικού πιστωτικού υπολοίπου ύψους €200,00, από το νέο χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €200,00 καταβάλλεται εφάπαξ και η διαφορά ύψους €300,00 καταβάλλεται σε 3 δόσεις (όσες έχουν απομείνει από τη διαδικασία εξόφλησης οφειλών από εκκαθάριση) ύψους €100,00.

iii) Σε περίπτωση που το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €200,00 έχει συμψηφιστεί με ασφαλιστικές εισφορές, τότε το νέο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €500,00, το οποίο προκύπτει σύμφωνα με τα ανωτέρω, καταβάλλεται σε 3 δόσεις (όσες έχουν απομείνει από τη διαδικασία εξόφλησης οφειλών από εκκαθάριση) ύψους €166,67.

ΙΙ. Μηδενικό Υπόλοιπο στη νέα εκκαθάριση

Μετά τη διενέργεια της νέας εκκαθαριστικής διαδικασίας προκύπτει μηδενικό υπόλοιπο:

Α. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν χρεωστικό, οι δόσεις οφειλής μηδενίζονται και τυχόν ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί μέσω των δόσεων συμψηφίζονται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.

Β. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν πιστωτικό και δεν έχει επιστραφεί στον ασφαλισμένο ή δεν έχει συμψηφιστεί με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές, τότε διαγράφεται.

Σε περίπτωση που το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, το σχετικό ποσό έχει ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του νέου μηδενικού υπολοίπου, και συνεπώς δεν υφίσταται πιστωτικό υπόλοιπο που πρέπει να αναζητηθεί.

Παράδειγμα 5

Σύμφωνα με την αρχική εκκαθάριση ο ασφαλισμένος όφειλε να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.000,00 και είχε καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.200,00 με αποτέλεσμα να προκύψει πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €200,00.

Τον Ιούλιο του 2018, και ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης οφειλών από την ετήσια εκκαθάριση, διενεργείται νέα εκκαθάριση λόγω μεταβολής στα εισοδήματα και στο χρόνο ασφάλισης, και προκύπτει ότι ο ασφαλισμένος όφειλε να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.000,00.

Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, τότε οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές διαμορφώνονται σε €1.000,00 (€1.200,00 πραγματικά καταβληθείσες εισφορές – €200,00 αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο που έχει επιστραφεί). Συνεπώς, το νέο υπόλοιπο είναι μηδενικό.

ΙΙΙ. Πιστωτικό Υπόλοιπο στη νέα εκκαθάριση

Μετά τη διενέργεια της νέας εκκαθαριστικής διαδικασίας προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο:

Α. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν χρεωστικό, τυχόν δόσεις οφειλής μηδενίζονται και ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί μέσω δόσεων, καθώς και το νέο πιστωτικό υπόλοιπο, συμψηφίζονται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.

Παράδειγμα 6

Τον Ιούλιο του 2018 διενεργείται νέα εκκαθάριση λόγω μεταβολής των εισοδημάτων, και προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €800,00.

Από την αρχική εκκαθάριση είχε προκύψει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €500,00, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 5 ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους €100,00, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 31/5/2018.

Ο ασφαλισμένος μέχρι τη διενέργεια της νέας εκκαθάρισης έχει εξοφλήσει με την καταβολή δύο μηνιαίων δόσεων το ποσό των €200,00.

Οι δόσεις μηδενίζονται και το ποσό των €1.000,00 (€800,00 το νέο πιστωτικό υπόλοιπο + €200,00 που έχουν ήδη εξοφληθεί με τις 2 μηνιαίες δόσεις) συμψηφίζεται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.

Εάν η νέα εκκαθάριση γίνει τον Νοέμβριο του 2018, οπότε και έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία καταβολής της οφειλής σε δόσεις, μέσω των δόσεων έχει ήδη εξοφληθεί το ποσό των €500,00, οπότε το ποσό των €1.300,00 (€800,00 το νέο πιστωτικό υπόλοιπο + €500,00 που έχουν ήδη εξοφληθεί με τις 5 μηνιαίες δόσεις) συμψηφίζεται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.

Β. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν μηδενικό, το νέο πιστωτικό υπόλοιπο συμψηφίζεται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.

Γ. Εάν το αποτέλεσμα της αρχικής εκκαθάρισης ήταν πιστωτικό:

i) εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο δεν έχει επιστραφεί στον ασφαλισμένο ή δεν έχει συμψηφιστεί με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές, τότε το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο διαγράφεται και επιστρέφεται στον ασφαλισμένο ή συμψηφίζεται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές το νέο πιστωτικό υπόλοιπο.

ii) εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, δεδομένου ότι έχει ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του νέου πιστωτικού υπολοίπου, επιστρέφεται ή συμψηφίζεται το νέο πιστωτικό υπόλοιπο ανάλογα με την αρχική επιλογή του ασφαλισμένου.

Παράδειγμα 7

Σύμφωνα με την αρχική εκκαθάριση ο ασφαλισμένος όφειλε να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.000,00 και είχε καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €1.200,00 με αποτέλεσμα να προκύψει πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €200,00.

Τον Ιούλιο του 2018, και ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία εξόφλησης οφειλών από την ετήσια εκκαθάριση, διενεργείται νέα εκκαθάριση λόγω μεταβολής στα εισοδήματα, και προκύπτει ότι ο ασφαλισμένος όφειλε να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ύψους €800,00.

i) Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο δεν έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, τότε προκύπτει νέο πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €400,00 (€800,00 καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές – €1.200,00 καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές), το οποίο επιστρέφεται ή συμψηφίζεται.

ii) Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, τότε οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές διαμορφώνονται σε €1.000,00 (€1.200,00 πραγματικά καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές – €200,00 αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο που έχει επιστραφεί), και προκύπτει νέο πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €200,00 (€800,00 καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές – €1.000,00 καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές), το οποίο επιστρέφεται ή συμψηφίζεται.

Συνοπτικά, η ανωτέρω διαδικασία περιλαμβάνεται στον παρακάτω πίνακα:

Αποτέλεσμα

Νέας Εκκαθάρισης

Αποτέλεσμα

Αρχικής

Εκκαθάρισης

Ενέργειες
Χρεωστικό Υπόλοιπο Χρεωστικό Υπόλοιπο (μικρότερου ύψους) Το ποσό της διαφοράς κατανέμεται ισομερώς σε τυχόν επόμενες δόσεις οφειλής, διαφορετικά αναζητείται εφάπαξ.
Χρεωστικό Υπόλοιπο Χρεωστικό Υπόλοιπο (μεγαλύτερου ύψους) Αναπροσαρμόζονται όλες οι δόσεις οφειλής, και τυχόν επιπλέον ποσά που έχουν καταβληθεί συμψηφίζονται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.
Χρεωστικό Υπόλοιπο Μηδενικό Υπόλοιπο Το ποσό της οφειλής κατανέμεται ισομερώς σε τυχόν επόμενες δόσεις οφειλής, διαφορετικά αναζητείται εφάπαξ.
Χρεωστικό Υπόλοιπο Πιστωτικό Υπόλοιπο (που δεν έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί) Το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο διαγράφεται. Το νέο χρεωστικό υπόλοιπο κατανέμεται ισομερώς σε τυχόν επόμενες δόσεις οφειλής, διαφορετικά αναζητείται εφάπαξ.
Χρεωστικό Υπόλοιπο Πιστωτικό Υπόλοιπο (που έχει επιστραφεί) –  Εάν το νέο χρεωστικό υπόλοιπο είναι μικρότερη ή ίσο του επιστραφέντος αρχικού πιστωτικού υπολοίπου, το νέο χρεωστικό υπόλοιπο αναζητείται εφάπαξ

–  Εάν το νέο χρεωστικό υπόλοιπο είναι μεγαλύτερο του επιστραφέντος αρχικού πιστωτικού υπόλοιπου, το νέο χρεωστικό υπόλοιπο και μέχρι του ποσού του αρχικού πιστωτικού υπολοίπου αναζητείται εφάπαξ και η διαφορά κατανέμεται ισομερώς σε τυχόν επόμενες δόσεις οφειλής, διαφορετικά αναζητείται εφάπαξ.

Χρεωστικό Υπόλοιπο Πιστωτικό Υπόλοιπο (που έχει συμψηφιστεί) Το νέο χρεωστικό υπόλοιπο κατανέμεται ισομερώς σε τυχόν επόμενες δόσεις οφειλής, διαφορετικά αναζητείται εφάπαξ.
Μηδενικό Υπόλοιπο Χρεωστικό Υπόλοιπο Τυχόν δόσεις οφειλής μηδενίζονται και τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί συμψηφίζονται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.
Μηδενικό Υπόλοιπο Πιστωτικό Υπόλοιπο –   Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο δεν έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, διαγράφεται.

–     Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, δεν αναζητείται.

Πιστωτικό Υπόλοιπο Χρεωστικό Υπόλοιπο Τυχόν δόσεις οφειλής μηδενίζονται και τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί, καθώς και το νέο πιστωτικό υπόλοιπο, συμψηφίζονται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.
Πιστωτικό Υπόλοιπο Μηδενικό Υπόλοιπο Το νέο πιστωτικό υπόλοιπο συμψηφίζεται με επόμενες ασφαλιστικές εισφορές.
Πιστωτικό Υπόλοιπο Πιστωτικό Υπόλοιπο –       Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο δεν έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, επιστρέφεται ή συμψηφίζεται το νέο πιστωτικό υπόλοιπο.

–          Εάν το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο έχει επιστραφεί ή συμψηφιστεί, το νέο πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται ή συμψηφίζεται.

Ο Υφυπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
Α. Πετρόπουλος

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1173/2018 Έκδοση στοιχείων λιανικής πώλησης για τις πωλήσεις οίνου ή προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή

ΠΟΛ 1173/2018

Θέμα: «Έκδοση στοιχείων λιανικής πώλησης για τις πωλήσεις οίνου ή προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή.»

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:
α) των παραγράφων 1238 και 11 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, Συναφείς Ρυθμίσεις και Άλλες Διατάξεις», όπως ισχύει,
β) της παραγράφου 8 της ενότητας Ε΄ του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 (Α΄ 281), «Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά», όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 107 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240),
γ) της απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1002/31.12.2014 (Β΄ 3), «Κατηγορίες οντοτήτων που απαλλάσσονται από τη χρησιμοποίηση φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών. Αναγραφή πρόσθετων στοιχείων στα εκδιδόμενα στοιχεία λιανικής πώλησης ορισμένων κατηγοριών υπηρεσιών ή αγαθών. Δήλωση διακοπής λειτουργίας φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού λόγω τεχνικού προβλήματος.»,
δ) του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) και ειδικότερα των παραγράφων 1 και 2(περιπτώσεις δ΄ και θ΄) του άρθρου 2, του άρθρου 7, των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 14 και του άρθρου 41 αυτού,
στ) της αριθμ. Δ. ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017/10.3.2017 (Β΄ 968 και 1238) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)», όπως ισχύει.

2. Την αριθμ. 1 της 20.1.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.

3. Την με αριθμ. 39/3/30.11.2017 απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 689 Υ.Ο.Δ.Δ./20.12.2017) «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.».

4. Την ανάγκη διενέργειας διασταυρωτικών ελέγχων στις αγορασθείσες και πωληθείσες ποσότητες οίνου και προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή.

5. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),

αποφασίζουμε:

1. Για τις πωλήσεις οίνου ή προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή σε ιδιώτες, εκδίδονται στοιχεία λιανικής πώλησης στα οποία, εκτός από τις ενδείξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), αναγράφονται υποχρεωτικά η ποσότητα και το είδος των παραδιδόμενων αγαθών.

Η υποχρέωση της παραγράφου αυτής είναι καθολική και καταλαμβάνει τις πωλήσεις των υπόψη αγαθών που πραγματοποιούνται από καταστήματα λιανικής πώλησης, όπως ενδεικτικά κάβες, καταστήματα εστίασης και λοιπά καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων που πραγματοποιούνται λιανικώς από τους αγρότες του κανονικού ή του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α..

2. Τα στοιχεία λιανικής πώλησης οίνου και προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) σε χύμα μορφή εκδίδονται υποχρεωτικά με τη χρήση φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού (Φ.Η.Μ.), κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014.

3. Δεν ισχύουν οι απαλλαγές από τη χρήση Φ.Η.Μ. που προβλέπονται με τις διατάξεις της Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1002/31.12.2014 της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 4 και της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 1, για τις υπόψη συναλλαγές.

4. Ειδικά για τις πωλήσεις των υπόψη αγαθών από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., τα σχετικά στοιχεία λιανικής πώλησης δύναται να εκδίδονται χωρίς τη χρήση Φ.Η.Μ..

5. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

6. Η απόφαση ΠΟΛ.1101/2018 (ΦΕΚ Β΄ 2102/8.6.2018) από τη δημοσίευσης της παρούσας παύει να ισχύει.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

Αναλυτικός οδηγός για τις δηλώσεις και τις μισθώσεις Airbnb – Τι πρέπει να γνωρίζετε

Αναλυτικό οδηγό με 34 ερωτήσεις – απαντήσεις για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων και το μητρώο ακινήτων βραχυχρόνιας διαμονής στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού εξέδωσε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων για τη διευκόλυνση των φορολογουμένων.
Οι ερωτήσεις – απαντήσεις είναι οι ακόλουθες:
• Πότε μια μίσθωση ακινήτου ορίζεται ως βραχυχρόνια στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού;
Οι διατάξεις του άρ. 111 του ν.4446/2016 και του άρ. 39 του ν.4172/2013 αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στις Βραχυχρόνιες Μισθώσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της «οικονομίας του διαμοιρασμού», δηλαδή μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται μέσω των ψηφιακών πλατφορμών για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, μικρότερη του έτους και όταν δεν παρέχονται άλλες υπηρεσίες πλην της διαμονής και της παροχής κλινοσκεπασμάτων (εφεξής «Βραχυχρόνια Μίσθωση»).
Ειδικά, για την περίπτωση της «Βραχυχρόνιας Μίσθωσης», «ψηφιακές πλατφόρμες» νοούνται όσες παρέχουν εξειδικευμένα εργαλεία για τη σύναψη της μίσθωσης ηλεκτρονικά και δεν περιορίζονται στην προβολή του «ακινήτου».
Επομένως, τυχόν βραχυχρόνιες μισθώσεις που συνάπτονται ιδιωτικά και όχι μέσω πλατφόρμας, δεν υπάγονται στις συγκεκριμένες διατάξεις και αντιμετωπίζονται ως κοινές αστικές μισθώσεις, εκτός εάν συνοδεύονται από παρεπόμενες υπηρεσίες, οπότε αντιμετωπίζονται ως επιχειρηματική δραστηριότητα (ΠΟΛ.1187/2017).
• Εάν κάποιος εκμισθώσει το ακίνητό του με Βραχυχρόνια Μίσθωση, αλλά δεν το κάνει μέσω ψηφιακών πλατφορμών, πρέπει να εγγραφεί στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής;
Όχι, καθώς δεν εμπίπτει σε ό,τι ορίζει η ΠΟΛ.1187/2017 Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., έχει όμως τις υποχρεώσεις που ορίζει η ΠΟΛ.1162/2018. Πρακτικά αυτές οι μισθώσεις δηλώνονται με Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας.
• Ισχύουν άλλοι περιορισμοί έκτος από τη χρονική διάρκεια μίσθωσης μικρότερη του έτους και της αποκλειστικής παροχής κλινοσκεπασμάτων;
Όχι, εκτός εάν τεθούν μελλοντικά, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Τουρισμού όπως προβλέπεται στην παρ. 8 του άρ. 111 του ν.4446/2016, όπως ισχύει.
• Πως φορολογείται το εισόδημα που αποκτάται από τη Βραχυχρόνια Μίσθωση ακινήτων στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού;
Θεωρείται εισόδημα από ακίνητη περιουσία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρ. 39 του ν.4172/2013 σε συνδυασμό με τα όσα έχουν διευκρινισθεί με τις ΠΟΛ.1069/23.3.2015 και ΠΟΛ.1112/2017 εγκυκλίους.
• Υπάγεται σε Φ.Π.Α. το εισόδημα από Βραχυχρόνια Μίσθωση;
Όχι (ΠΟΛ.1059/2018 «Εφαρμογή διατάξεων ΦΠΑ στις βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού»).
• Ποιος μπορεί να είναι Διαχειριστής Ακινήτου Βραχυχρόνιας Μίσθωσης;
Καταρχήν ορίζεται ότι Διαχειριστής Ακινήτου Βραχυχρόνιας Μίσθωσης (στο εξής «Διαχειριστής Ακινήτου») είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, που αναλαμβάνει τη διαδικασία ανάρτησης ακινήτου στις ψηφιακές πλατφόρμες με σκοπό τη Βραχυχρόνια Μίσθωσή του και γενικά μεριμνά για τη βραχυχρόνια μίσθωση του ακινήτου.
Διαχειριστής Ακινήτου δύναται να είναι:
α) ο κύριος του ακινήτου
β) ο επικαρπωτής
γ) ο υπεκμισθωτής
δ) τρίτος, όπου περιλαμβάνονται αποκλειστικά οι εξής περιπτώσεις:
– ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς
– ο εκκαθαριστής κληρονομιάς
– ο εκτελεστής διαθήκης
– ο σύνδικος πτώχευσης
– ο προσωρινός διαχειριστής
– ο μεσεγγυούχος
– ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή δικαστικός συμπαραστάτης ή γονέας που ασκεί τη γονική μέριμνα κατά περίπτωση.
• Πως μπορεί ο Διαχειριστής Ακινήτου να πραγματοποιεί Βραχυχρόνιες Μισθώσεις στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού;
Προκειμένου ο Διαχειριστής Ακινήτου να πραγματοποιεί Βραχυχρόνιες Μισθώσεις, θα πρέπει:
α) να εισέλθει με τους προσωπικούς του κωδικούς TAXISnet στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής που τηρείται στον ιστότοπο www.aade.gr, ώστε να καταχωρήσει το ακίνητο και να αποκτήσει Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.). Διευκρινίζεται ότι η καταχώρηση πραγματοποιείται ανά εκμισθούμενο «Ακίνητο», όπως αυτό ορίζεται στην ΠΟΛ.1187/2017.
β) να αναρτά τον Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.) στις ψηφιακές πλατφόρμες της οικονομίας του διαμοιρασμού, καθώς και σε κάθε μέσο προβολής (σχετικά με τα ακίνητα που διαθέτουν Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.), δείτε την ερώτηση 11).
γ) να υποβάλλει τη Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής μέχρι τις 20 του επόμενου μήνα από την ημέρα αναχώρησης του μισθωτή από το ακίνητο.
δ) να καταχωρεί συγκεντρωτική, ανά ακίνητο, Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής, μέχρι την τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα από την έναρξη λειτουργίας της εφαρμογής του «Μητρώου Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής», όπου θα συμπεριλαμβάνει όλες οι βραχυχρόνιες μισθώσεις που έχουν συναφθεί από την 1η.1.2018 έως και την ημερομηνία έναρξής της εφαρμογής του Μητρώου Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής (ΠΟΛ.1170/2018).
• Πως ένας Διαχειριστής Ακινήτου που είναι ο ιδιοκτήτης του, αποκτά Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.);
Η διαδικασία γίνεται ηλεκτρονικά από τον ιδιοκτήτη με τους προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης TAXISnet. Τα στοιχεία που απαιτούνται για να χορηγηθεί ο Α.Μ.Α. είναι ο Α.Τ.ΑΚ. του ακινήτου και, για τις περιπτώσεις τμηματικής μίσθωσης, τα σχετικά τ.μ..
• Εκτός από Φυσικό Πρόσωπο μπορεί ένα Νομικό Πρόσωπο να είναι Διαχειριστής Ακινήτου;
Ναι, Διαχειριστής Ακινήτου μπορεί να είναι και Νομικό Πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, ενεργώντας για λογαριασμό του ο νόμιμος εκπρόσωπος ή εξουσιοδοτημένος λογιστής.
• Είχα στην κατοχή μου ακίνητο το οποίο σήμερα το έχω μεταβιβάσει και μέσα στο έτος 2018 είχα εκμισθώσει αυτό με Βραχυχρόνια Μίσθωση. Τι πρέπει να κάνω για να δηλώσω το εισόδημα που είχα αποκτήσει από αυτό καθώς σήμερα δε μπορώ να πάρω «Αριθμό Μητρώου Ακινήτου»;
Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1170/2018, «τα πρόσωπα που από την 1 .1.2018 και μέχρι τη λειτουργία της εφαρμογής του Μητρώου Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής έχουν συνάψει βραχυχρόνιες μισθώσεις στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού και δεν δύνανται να εγγραφούν σε αυτό, θα πρέπει μόνο να δηλώσουν τα εισοδήματα που απόκτησαν από τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων της οικονομίας του διαμοιρασμού, διακριτά και συγκεντρωτικά, ανά ακίνητο, στα έντυπα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους 2018 (έντυπα Ε2 και Ε1)».
Ποιες είναι οι υποχρεώσεις που έχουν οι Διαχειριστές Ακινήτων σχετικά με τις Τουριστικές Επαύλεις (πρόσωπα της παρ. 5 του άρ. 46 του ν.4179/2013 που διαθέτουν Ε.Σ.Λ.), καθώς και οι διαχειριστές ακινήτων που διαθέτουν Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.);
Οι Διαχειριστές Ακινήτων Τουριστικών Επαύλεων στις οποίες πραγματοποιούνται Βραχυχρόνιες Μισθώσεις μέσω ψηφιακών πλατφορμών πρέπει:
α) να καταχωρήσουν τις Τουριστικές Επαύλεις, στο «Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής». Η καταχώρηση αυτή δε θα συνοδευτεί με απόδοση Αριθμού Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.). Ως Α.Μ.Α. θα αναφέρεται ο αριθμός Ε.Σ.Λ. με το πρόθεμα Ε.Σ.Λ. στην αρχή.
β) να αναγράφουν σε εμφανές σημείο τον αριθμό του Ειδικού Σήματος Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.) όταν αναρτούν ένα ακίνητο στις ψηφιακές πλατφόρμες με σκοπό τη βραχυχρόνια μίσθωση.
γ) να υποβάλλουν τη Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής μέχρι τις 20 του επόμενου μήνα από την ημέρα αναχώρησης του μισθωτή από το ακίνητο.
δ) να δηλώσουν τα εισοδήματα που απόκτησαν από τη Βραχυχρόνια Μίσθωση ακινήτων της οικονομίας του διαμοιρασμού, συγκεντρωτικά, ανά ακίνητο.
• Όταν Διαχειριστής Ακινήτου είναι ένας εκ των συνιδιοκτητών, ποιες είναι οι υποχρεώσεις του Διαχειριστή Ακινήτου και ποιες των συνιδιοκτητών του;Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1187/2017, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την ΠΟΛ.1170/2018, για κάθε ένα ακίνητο ορίζεται ένας διαχειριστής. Δύνανται να ορίζονται περισσότεροι του ενός «Διαχειριστές», με την προϋπόθεση ότι καθένας εξ αυτών δραστηριοποιείται σε διαφορετική ψηφιακή πλατφόρμα. Στην περίπτωση που ως «Διαχειριστής» ακινήτου έχει οριστεί ένας εκ των συνιδιοκτητών, τότε αυτός πραγματοποιεί την εγγραφή του ακινήτου στο Μητρώο με τους προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης TAXISnet. Τα στοιχεία που απαιτούνται για να του χορηγηθεί ο Α.Μ.Α. είναι ο Α.Τ.ΑΚ. του δικαιώματος του ακινήτου. Ο ίδιος υποχρεούται στην υποβολή των δηλώσεων Βραχυχρόνιας Μίσθωσης καθώς και στην κατάρτιση του πίνακα «Δικαιούχων Εισοδήματος».
Οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες δεν υποχρεούνται σε έκδοση Α.Μ.Α. ούτε και στην υποβολή Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας.
Πως ένας Διαχειριστής Ακινήτου που είναι ο επικαρπωτής του, αποκτά Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.);Η διαδικασία γίνεται ηλεκτρονικά από τον επικαρπωτή του ακινήτου, με τους προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης TAXISnet. Τα στοιχεία που απαιτούνται για να χορηγηθεί ο Α.Μ.Α. είναι ο Α.Τ.ΑΚ. του ακινήτου.
• Μπορεί όποιος έχει εμπράγματο δικαίωμα ψιλής κυριότητας να είναι Διαχειριστής Ακινήτου με την ιδιότητα αυτή και να αποκτά Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.);Σε κάθε περίπτωση όχι. Η μόνη περίπτωση να είναι Διαχειριστής Ακινήτου και να αποκτήσει Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.), είναι με την ιδιότητα του Υπεκμισθωτή ακολουθώντας τις οδηγίες που δίνονται στην επόμενη ερώτηση.
• Πώς ένας Διαχειριστής Ακινήτου-μη ιδιοκτήτης αποκτά Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.);Στην περίπτωση αυτή ο ιδιοκτήτης του ακινήτου (ή έστω ένας από τους συνιδιοκτήτες) πρέπει να υποβάλλει Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας. Στη συγκεκριμένη δήλωση πρέπει ο ιδιοκτήτης να επιλέξει το σχετικό πεδίο με το οποίο παραχωρεί το δικαίωμα υπεκμίσθωσης για Βραχυχρόνια Μίσθωση βάσει των διατάξεων του άρ. 111 του ν.4446/2016 όπως ισχύει, και να καταχωρήσει τον Α.Τ.ΑΚ. του ακινήτου. Στη συνέχεια ο Διαχειριστής Ακινήτου-μη ιδιοκτήτης με τη χρήση των προσωπικών του κωδικών TAXISnet και αφού επιλέξει την ιδιότητα του Υπεκμισθωτή, θα καταχωρήσει το «Ακίνητο» στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής. Τα στοιχεία που απαιτούνται για να του χορηγηθεί ο Α.Μ.Α. είναι ο Αριθμός της Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας που υπέβαλε ο ιδιοκτήτης.
Στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι του ενός μισθωτές στη Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας, αυτό συνεπάγεται ότι ο κάθε ένας από τους παραπάνω μπορεί να εγγραφεί στο μητρώο βραχυχρόνιας μίσθωσης και να πάρει Α.Μ.Α. με την προϋπόθεση ότι το ακίνητο θα αναρτάται από τον κάθε ένα των μισθωτών σε διαφορετική πλατφόρμα.• Σε περίπτωση εκ νέου υποβολής Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας επιβάλλονται κυρώσεις;Δεν επιβάλλονται κυρώσεις σε όσους εκμισθωτές υποβάλλουν, υποχρεωτικά, εκ νέου Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας, για τις περιπτώσεις που ο υπεκμισθωτής του ακινήτου επιθυμεί την εγγραφή του ακινήτου αυτού στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής.

Πως μπορούν οι Διαχειριστές Ακινήτων-μη ιδιοκτήτες που έχουν συνάψει συμφωνίες μίσθωσης, πριν να τεθεί σε λειτουργία το Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής στον ιστότοπο της Α.Α.Δ.Ε., να εγγραφούν σε αυτό;Η διαδικασία είναι όπως περιγράφηκε στην προηγούμενη απάντηση. Προκειμένου όμως να τηρηθούν όλες οι προϋποθέσεις της ΠΟΛ.1187/2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., όπως ισχύει κατά το χρόνο που το Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής τίθεται σε λειτουργία, θα πρέπει ο ιδιοκτήτης του ακινήτου-εκμισθωτής:
α) να υποβάλει Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας (ακόμη και στην περίπτωση που αυτή έχει ήδη υποβληθεί), όπου στο σχετικό πεδίο των σημειώσεων θα αναγράφει τα στοιχεία της αρχικής συμφωνίας μίσθωσης (αριθμός δήλωσης και ημερομηνία), καθώς και ότι η εν λόγω δήλωση υποβάλλεται στο πλαίσιο της ΠΟΛ.1187/2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..
β) να επιλέξει το σχετικό πεδίο για την παραχώρηση του δικαιώματος υπεκμίσθωσης για Βραχυχρόνιες Μισθώσεις στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού.
γ) να αναγράψει στο σχετικό πεδίο τον Αριθμό Ταυτότητας Ακινήτου (Α.Τ.ΑΚ.).
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις περαιτέρω υπεκμισθώσεων, όπου θα γίνεται αναφορά στον αρχικό αριθμό της Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας.
• Ένας Διαχειριστής Ακινήτου που διαχειρίζεται δυο ακίνητα για σκοπούς βραχυχρόνιας μίσθωσης λαμβάνει έναν ή δύο Α.Μ.Α.;
Η καταχώρηση στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής πραγματοποιείται ανά εκμισθούμενο «Ακίνητο», όπως αυτό ορίζεται στην ΠΟΛ.1187/2017, όπως ισχύει. Επομένως στην περίπτωση αυτή ο Διαχειριστής θα πραγματοποιήσει δύο καταχωρήσεις και θα λάβει δύο διαφορετικούς Α.Μ.Α..
• Όταν Διαχειριστής Ακινήτου αναρτά το ίδιο ακίνητο σε δυο διαφορετικές πλατφόρμες λαμβάνει έναν ή δύο Α.Μ.Α.;
Λαμβάνει έναν Α.Μ.Α. που θα τον αναγράφει σε όσες πλατφόρμες αναρτά το ίδιο ακίνητο για σκοπούς Βραχυχρόνιας Μίσθωσης.
• Όταν ένας Διαχειριστής Ακινήτου εκμισθώνει διακριτά σε ψηφιακές πλατφόρμες περισσότερους του ενός χώρους (τμηματική μίσθωση ακινήτου) που είναι στο ίδιο ακίνητο, μπορεί να χρησιμοποιεί τον ίδιο Α.Μ.Α.;
Όχι, θα πρέπει να αποκτά ξεχωριστό Α.Μ.Α. για κάθε χώρο που αναρτά διακριτά σε πλατφόρμες. Για να είναι εφικτό το παραπάνω απαιτείται η επιλογή «Τμηματική Μίσθωση».
Όταν ένας Διαχειριστής Ακινήτου επιθυμεί να εκμισθώσει διακριτά σε ψηφιακές πλατφόρμες είτε όλο το ακίνητο είτε περισσότερους του ενός χώρους (τμηματική μίσθωση ακινήτου) που είναι στο ίδιο ακίνητο, μπορεί να χρησιμοποιεί τον ίδιο Α.Μ.Α.;
Όχι, θα πρέπει να αποκτά ξεχωριστό Α.Μ.Α. και για όλο το ακίνητο και για κάθε χώρο που αναρτά διακριτά σε πλατφόρμες. Για να είναι εφικτό το παραπάνω απαιτείται η απόκτηση Α.Μ.Α. για όλο το ακίνητο και στη συνέχεια να αποκτήσει ξεχωριστό Α.Μ.Α. για κάθε ένα χώρο του ιδίου ακινήτου που προτίθεται να εκμισθώνει ξεχωριστά, μέσω της επιλογής «Τμηματική Μίσθωση», και μέχρι της συμπλήρωσης του συνολικού εμβαδού του ακινήτου.
• Όταν ένας Διαχειριστής Ακινήτου σταματήσει τη διαχείρισή του, μπορεί να προβεί σε διαγραφή του συγκριμένου ακινήτου από το Μητρώο;
Ναι, όταν για οποιοδήποτε λόγο, ο Διαχειριστής Ακινήτου σταματήσει τη Βραχυχρόνια Μίσθωσή του, μπορεί να εισέλθει στο TAXISnet και να το διακόψει άμεσα. Το χρονικό όριο που έχει για να προβεί στη διακοπή ορίζεται μεταξύ της ημερομηνίας της τελευταίας βραχυχρόνιας μίσθωσης έως την ημερομηνία έναρξης υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του αντίστοιχου φορολογικού έτους.
• Πως αποκτούν Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) τα αλλοδαπά πρόσωπα (Φυσικά ή Νομικά) που είναι Διαχειριστές Ακινήτων ή ευρύτερα είναι δικαιούχοι εισοδήματος από Βραχυχρόνια Μίσθωση;
Καταρχήν κάθε αλλοδαπό πρόσωπο που κατέχει εμπράγματο δικαίωμα στην Ελλάδα θα πρέπει να αποκτήσει ελληνικό Α.Φ.Μ., τόσο για τη σύνταξη του μεταβιβαστικού συμβολαίου όσο και για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του (ΕΝ.Φ.Ι.Α., υποβολή δηλώσεων φόρου εισοδήματος για τυχόν εισοδήματα που εισπράττει από τα ακίνητα).
Στο πλαίσιο αυτό, όσοι συμμετέχουν σε Βραχυχρόνια Μίσθωση και αποκτούν εισόδημα από αυτήν, πρέπει να αποκτήσουν Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.).
Τα αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες για την εγγραφή τους στο Φορολογικό Μητρώο υποβάλλουν στον αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος ή Γραφείου Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ.:
α) Στην περίπτωση αλλοδαπού φυσικού προσώπου, το έντυπο Μ1 «Δήλωση Απόδοσης Α.Φ.Μ./ Μεταβολής Ατομικών Στοιχείων», με το οποίο δηλώνονται τα προσωπικά του στοιχεία (ταυτότητα, υπηκοότητα, επάγγελμα, διεύθυνση κατοικίας κλπ).
Ως στοιχείο ταυτότητας αναγράφεται:
i) Από τους υπηκόους χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης το διαβατήριο ή η ταυτότητα.
ii) από τους ομογενείς το Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς.
iii) από τους αλλοδαπούς υπηκόων τρίτων χωρών ο αριθμός διαβατηρίου.
Επιπλέον, οι υπήκοοι τρίτων χωρών κάτοικοι Ελλάδος υποβάλλουν υποχρεωτικά και άδεια διαμονής σε ισχύ, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις.
Με το παραπάνω έντυπο συνυποβάλλεται, όπου απαιτείται, το έντυπο Μ7 «Δήλωση Σχέσεων Φορολογούμενου», με το οποίο το αλλοδαπό φυσικό πρόσωπο δηλώνει τη σχέση του με άλλα πρόσωπα που αφορούν στην οικογενειακή του κατάσταση ή στην εκπροσώπησή του.
Εάν το αλλοδαπό φυσικό πρόσωπο δε διαθέτει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα, για την εγγραφή του στο Φορολογικό Μητρώο υποχρεούται να ορίσει φορολογικό εκπρόσωπο στην Ελλάδα και υποβάλλοντας τα έντυπα Μ1 και Μ7, να συνυποβάλλει απλή έγγραφη δήλωση με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων, για τον ορισμό φορολογικού εκπροσώπου.
β) Στην περίπτωση αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, το έντυπο Μ3 «Δήλωση Έναρξης /Μεταβολής Εργασιών μη Φυσικού Προσώπου», με συνημμένα τα έντυπα Μ9 «Δήλωση Στοιχείων Έδρας Αλλοδαπής Επιχείρησης» και Μ7 «Δήλωση Σχέσεων Φορολογούμενου».
Επιπλέον, τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες συνυποβάλλουν και τα παρακάτω δικαιολογητικά:
– Το συστατικό τους έγγραφο, επίσημα μεταφρασμένο.
– Πιστοποιητικό αρμόδιας αρχής της χώρας έδρας του νομικού προσώπου για την ύπαρξή του, επίσημα μεταφρασμένο.
– Απλή έγγραφη δήλωση με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων για τον ορισμό φορολογικού εκπροσώπου στην Ελλάδα, επίσημα μεταφρασμένη.
• Είχα ήδη καταχώριση Ακινήτου σε Ψηφιακή Πλατφόρμα κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Μητρώου Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής. Μέχρι πότε πρέπει να εγγραφώ στο Μητρώου Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής;
Για βραχυχρόνιες μισθώσεις όπου η αναχώρηση ήταν μέχρι την 30ή.8.2018, η προθεσμία εγγραφής είναι η 30ή.11.2018.
• Πότε υποβάλλεται η «Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής»;
Οι Δηλώσεις Βραχυχρόνιας Διαμονής υποβάλλονται μέχρι τις 20 του επόμενου μήνα από την ημέρα αναχώρησης του μισθωτή από το «Ακίνητο».
Π.χ. Για Βραχυχρόνια Μίσθωση που έχει συναφθεί με ημερομηνία άφιξης 25.8.2018 και αναχώρησης 2.9.2018, η δήλωση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο μέχρι την 20ή.10.2018.
Πρέπει να υποβάλλονται μηδενικές Δηλώσεις Βραχυχρόνιας Διαμονής αν δεν υπάρχουν αναχωρήσεις τον προηγούμενο μήνα;
ΟΧΙ. Δεν υπάρχει υποχρέωση μηδενικής δήλωσης. Υποβάλλονται δηλώσεις μέχρι την 20ή κάθε μήνα, εφόσον τον προηγούμενο μήνα υπήρχε κάποια αναχώρηση (ή ακύρωση).
Έχω καταχωρίσει Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής και στη συνέχεια αυτή ακυρώθηκε. Ποιες είναι οι ενέργειες που πρέπει να κάνω;
Σε περίπτωση ακύρωσης της βραχυχρόνιας μίσθωσης για την οποία έχει ήδη καταχωρηθεί Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής, θα πρέπει να υποβληθεί τροποποιητική Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής μέχρι τις 20 του επόμενου μήνα από την ακύρωση, είτε όταν βάσει πολιτικής ακύρωσης προβλέπεται καταβολή ποσού από τον μισθωτή, είτε όχι. Αν δεν έχει υποβληθεί αρχική Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής, υποβάλλεται αρχική Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής μέχρι την 20ή ημέρα του επόμενου μήνα από την ακύρωση, επιλέγοντας το ειδικό πεδίο στην εφαρμογή, μόνο στην περίπτωση που βάσει πολιτικής ακύρωσης προβλέπεται καταβολή ποσού μισθώματος από τον μισθωτή.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της εγγραφής στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής και της οριστικοποίησης του Μητρώου Βραχυχρόνιας Διαμονής;
Η εγγραφή στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Μίσθωσης καταλήγει στην απόδοση Α.Μ.Α. για κάθε ακίνητο που μισθώνεται βραχυχρόνια. Η απόδοση Α.Μ.Α. γίνεται σε άμεσο χρόνο, με ηλεκτρονική διαδικασία που ολοκληρώνεται με μια και μόνη εισαγωγή στο σύστημα TAXISnet, όπως αναλύθηκε παραπάνω. Σε γενικές γραμμές, οι ιδιοκτήτες αποκτούν Α.Μ.Α. με την καταχώρηση του Α.Τ.ΑΚ. που αντιστοιχεί στο εμπράγματο δικαίωμα τους, ενώ οι Υπεκμισθωτές με την καταχώρηση του αριθμού της Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων με την οποία έγιναν μισθωτές με δικαίωμα υπεκμίσθωσης.
Η οριστικοποίηση του Μητρώου Βραχυχρόνιας Διαμονής έχει σχέση με την υποχρέωση του Διαχειριστή Ακινήτου να επιμερίσει το εισόδημα που αποκτήθηκε από το σύνολο των Βραχυχρόνιων Δηλώσεων Διαμονής που έχουν υποβληθεί σε έκαστο φορολογικό έτος, στον ίδιο και στους πιθανούς δικαιούχους εισοδήματος.
Η οριστικοποίηση του Μητρώου μπορεί να γίνει έως και την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος έκαστου φορολογικού έτους στην πλατφόρμα της Α.Α.Δ.Ε., προκειμένου να προσδιοριστεί το φορολογητέο εισόδημα ανά δικαιούχο εισοδήματος. Μέχρι την οριστικοποίηση ο Διαχειριστής Ακινήτου μπορεί να διορθώνει λανθασμένες καταχωρήσεις και να τροποποιεί στοιχεία (λοιποί δικαιούχοι εισοδήματος, ποσοστά εισοδήματος κ.λπ.) χωρίς να αλλάζει ο Α.Μ.Α. και χωρίς να υπάρχει πρόστιμο εκπροθέσμου.
Εν τέλει ο Διαχειριστής Ακινήτου έχει ικανό περιθώριο, από το τέλος κάθε έτους έως και την έναρξη των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, για να αποτυπώσει τις συμφωνίες του με τους λοιπούς δικαιούχους εισοδήματος, στη βάση των πραγματικών γεγονότων και στη βάση του πραγματικού επιμερισμού του εισοδήματος.
Η οριστικοποίηση του Μητρώου στην ηλεκτρονική εφαρμογή πραγματοποιείται μετά την 31η Δεκεμβρίου του τρέχοντος έτους με την οριστικοποίηση του πίνακα των συνδικαιούχων εισοδήματος από την αντίστοιχη επιλογή.
Τι γίνεται εάν ένας Διαχειριστής Ακινήτου δεν οριστικοποιήσει το Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής;
Στην περίπτωση μη οριστικοποίησης το αργότερο μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος κάθε φορολογικού έτους, τα δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί στο Μητρώο θεωρούνται οριστικά και ο Διαχειριστής έχει την ευθύνη των δεδομένων που έχουν καταχωρηθεί. Ειδικότερα, αν ο Διαχειριστής Ακινήτου δεν προσδιορίσει το ποσοστό διανομής του εισοδήματος στο 100%, το ποσοστό που υπολείπεται θα φορολογηθεί στο όνομά του.
Τι γίνεται εάν ένας Διαχειριστής Ακινήτου δε μπορεί να καταχωρήσει στο Μητρώο Ακινήτων όλους τους Δικαιούχους Εισοδήματος διότι υπάρχουν άγνωστοι ιδιοκτήτες;
Στην περίπτωση αυτή ο Διαχειριστής έως την οριστικοποίηση του Μητρώου είναι υποχρεωμένος να επιλέξει, για το ποσοστό ιδιοκτησίας που αντιστοιχεί σε αγνώστους, την ιδιότητα «Άγνωστοι Ιδιοκτήτες με ΤΠΔ», καταχωρώντας το ποσοστό εισοδήματος που τους αναλογεί για έκαστο έτος. Στη συνέχεια έχει την υποχρέωση και πριν την οριστικοποίηση του Μητρώου, να καταθέσει το ποσό που αναλογεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.), με σχετική μνεία στο γραμμάτιο σύστασης χρηματικής παρακαταθήκης και να αναγράψει τον αριθμό του εν λόγω γραμματίου σε διακριτό πεδίο του Μητρώου προκειμένου να ολοκληρωθεί η οριστικοποίηση.
Οι Διαχειριστές Ακινήτων Τουριστικών Επαύλεων (πρόσωπα της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του ν.4179/2013 που διαθέτουν Ε.Σ.Λ.), πρέπει να προβαίνουν στη διαδικασία οριστικοποίησης του Μητρώου Ακινήτων;
Ναι, η οριστικοποίηση είναι υποχρεωτική και για αυτούς τους Διαχειριστές Ακινήτων και ισχύουν όσα αναλύθηκαν σε προηγούμενες απαντήσεις.
Τι γίνεται όταν Δικαιούχοι Εισοδήματος από Βραχυχρόνια Μίσθωση είναι αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δε διαθέτουν ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα;
Στις περιπτώσεις αυτές τα αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που δε διαθέτουν ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα υποχρεούνται, προκειμένου να τους αποδοθεί Α.Φ.Μ., να ορίσουν φορολογικό εκπρόσωπο με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, με τη διαδικασία που ορίζεται στην ΠΟΛ.1283/30.12.2013.
Ποια είναι η ευθύνη του Διαχειριστή Ακινήτου σε σχέση με την ορθότητα και πληρότητα των στοιχείων που καταχωρεί έως και την οριστικοποίηση του Μητρώου για κάθε φορολογικό έτος;
Τα δεδομένα που καταχωρούνται στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρ. 8 ν.1599/1986. Σε περίπτωση ελέγχου, ο Διαχειριστής Ακινήτου οφείλει να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα-στοιχεία που αποδεικνύουν την ορθότητα των στοιχείων που έχει καταχωρήσει. Μετά την απόκτηση Α.Μ.Α. ο Διαχειριστής δύναται να προβαίνει σε μεταβολές, έως και την ημερομηνία οριστικοποίησης του Μητρώου Ακινήτων, προκειμένου είτε να διορθώνει λανθασμένες καταχωρήσεις, είτε να τροποποιεί στοιχεία λόγω αλλαγής των πραγματικών περιστατικών, χωρίς να αλλάζει ο αριθμός εγγραφής «Ακινήτου».
Μισθώνω το ακίνητό μου βραχυχρόνια μέσω ψηφιακών πλατφορμών. Για το διάστημα από 1.1.2018 έως και 30.8.2018, για κάθε μίσθωση, υπέβαλα Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης. Θα πρέπει αυτές οι μισθώσεις να καταχωρηθούν ξανά στη Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής;
Ναι, ανεξάρτητα αν έχετε ήδη υποβάλλει Δήλωση Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης, θα πρέπει να υποβάλλετε συγκεντρωτική, ανά ακίνητο, Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής, στην οποία θα συμπεριλάβετε όλες τις βραχυχρόνιες μισθώσεις που έχουν συναφθεί από 1.1.2018 έως 30.8.2018 (ΠΟΛ.1170/2018).

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος

ΠΟΛ.1175/2018 Μη επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης σε ποσά που χορηγήθηκαν ως έκτακτη παροχή στους δικαστικούς λειτουργούς και αφορούν τα έτη 2003 – 2007

ΠΟΛ 1175/2018

ΘΕΜΑ: Μη επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης σε ποσά που χορηγήθηκαν ως έκτακτη παροχή στους δικαστικούς λειτουργούς και αφορούν τα έτη 2003 – 2007.

Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, επιβάλλεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων, που προέκυψαν κατά τις διαχειριστικές χρήσεις 2010 έως και 2014 και δηλώνονται με τις δηλώσεις των αντίστοιχων οικονομικών ετών 2011-2015, ενώ με το άρθρο 52 του ν. 4305/2014 ορίστηκε ότι η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, επιβάλλεται και στα εισοδήματα που αποκτώνται κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016.

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007 ορίζεται ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται το ύψος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι όροι καταβολής έκτακτης παροχής προς τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους, όλων των βαθμίδων. Η έκτακτη αυτή παροχή θα καταβληθεί τμηματικά σε μια πενταετία και θα υπολογιστεί με βάση μηνιαίο βασικό μισθό των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, ύψους 4.072 ευρώ για το πρώτο και 3.994 ευρώ για τα λοιπά έτη και τους συντελεστές, τις προσαυξήσεις και τα χρονοεπιδόματα των μηνιαίων βασικών μισθών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ανά βαθμό, όπως ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 29 (παρ. 1), 30 (παρ. Α1 και Β), 31, 32 και 33 (παρ. Α1, Β και Γ) του ν. 3205/ 2003. Η παροχή αυτή φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 25%, δεν υπόκειται σε καμία άλλη κράτηση και είναι ανεξάρτητη από το εκάστοτε ισχύον ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών. Η καταβολή της ανωτέρω παροχής ουδεμία αξίωση μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος των ασφαλιστικών οργανισμών επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας.

3. Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007, εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/1601/0022/2008 (Β’149) των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης «Καταβολή έκτακτης παροχής στους δικαστικούς λειτουργούς, στα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμίδων», με την οποία, μεταξύ άλλων, ορίστηκαν οι δόσεις καταβολής της έκτακτης παροχής στους δικαιούχους ως εξής:

Η 1η δόση το βραδύτερο μέχρι 31.1.2008 για τους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 22.2.2008 για τους συνταξιούχους, η 2η την 5.5.2008, η 3η την 1.7.2009, η 4η την 1.7.2010 και τέλος η 5η δόση την 1.7.2011.

Στην συνέχεια με την ΥΑ 2/38031/0022/2010 (Β’898) τροποποιήθηκε η πιο πάνω ΚΥΑ και μετατέθηκε η τέταρτη και πέμπτη δόση ως εξής:
Για τους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς α) Η τέταρτη (4η) δόση την 1.11.2012, β) Η πέμπτη (5η) δόση την 1.11.2013. και για τους συνταξιούχους
α) Η τέταρτη (4η) δόση με την σύνταξη του Νοεμβρίου 2012, β) Η πέμπτη (5η) δόση με τη σύνταξη του Νοεμβρίου 2013.

Κατόπιν, με την υποπαράγραφο Γ.1 εδάφιο 39 του ν. 4093/2012 (Α’ 222), ορίστηκε ότι η καταβολή των δύο τελευταίων δόσεων της έκτακτης παροχής θα πραγματοποιηθεί ως εξής:
α) Η τέταρτη (4η) δόση τον Μάρτιο του 2013, β) Η πέμπτη (5η) δόση τον Μάρτιο του 2014, γ) Η πέμπτη (5η) δόση για τους συνταξιούχους τον Νοέμβριο του 2014.

Εν τέλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4109/2013, η καταβολή των δύο τελευταίων δόσεων της έκτακτης παροχής στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, πραγματοποιήθηκε ως εξής: α) Η τέταρτη (4η) δόση έως την 31η Ιανουαρίου του 2013, β) Η πέμπτη (5η) δόση το Μάρτιο του 2014, γ) Η πέμπτη (5η) δόση για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους θα καταβληθεί το Νοέμβριο του 2014.

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, τελικά τα ποσά καταβλήθηκαν κατά τα έτη 2008, 2009, 2013 και 2014 και περιλήφθηκαν στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων που υποβλήθηκαν τα έτη 2009, 2010, 2014 και 2015.

4. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν. 2238/1994 (προηγούμενος ΚΦΕ), όπως ισχύαν μετά την τροποποίησή τους με την περίπτωση β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 3842/2010 για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2010 και μετά, οριζόταν ότι ειδικά, προκειμένου για αποδοχές και συντάξεις, που καταβάλλονται σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησής τους δύναται να θεωρείται και ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους. Σε περίπτωση επιλογής φορολόγησης κατά το χρόνο είσπραξής τους εφαρμόζονταν οι διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994. Το εδάφιο που αντικαταστάθηκε και συνεπώς ίσχυε κατά τα κρινόμενα έτη 2008 και 2009, είχε ως εξής: «Ειδικά, προκειμένου για αποδοχές και συντάξεις, που καταβάλλονται σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησης τους θεωρείται ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους.»

5. Συνεπώς, όταν άρχισαν να καταβάλλονται αυτά τα εισοδήματα κατά το έτος 2008, όπου ίσχυε η προγενέστερη μορφή του εδαφίου αυτού, έπρεπε να είχαν δηλωθεί στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των ετών που εισπράχθηκαν. Εξάλλου, πρόκειται για αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα που διέπονται από ειδικές διατάξεις, για τα οποία δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994, οι οποίες προέβλεπαν ότι «δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από τις κάθε είδους καθαρές αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές, αποζημιώσεις και συντάξεις που καταβάλλονται αναδρομικά, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, σε μισθωτούς ή συνταξιούχους με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, καθώς και από δεδουλευμένες καθαρές αποδοχές που εισπράττει καθυστερημένα ο δικαιούχος, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, λόγω έκδηλης οικονομικής αδυναμίας του εργοδότη του και εφόσον έγινε επίσχεση της εργασίας από τους μισθωτούς ή αν ο εργοδότης κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης».

6. Επομένως, οι φορολογούμενοι ορθώς ανέγραψαν, ως όφειλαν, τα ποσά των εισπραχθέντων δόσεων, αναγράφοντας ως αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα, στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των ετών που εισπράχθηκαν, παρόλο ότι πρόκειται για εισόδημα που προέκυψε τα έτη 2003 – 2007. Αυτό όμως είχε ως συνέπεια κατά την εκκαθάριση των φορολογικών τους δηλώσεων του οικονομικού έτους 2014 (χρήση 2013) και του φορολογικού έτους 2014 (χρήση 2014), να υπολογιστεί αυτόματα και για αυτά τα ποσά η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, όπως εξάλλου ήταν ρυθμισμένο κατά κανόνα να συμβαίνει στην εφαρμογή εκκαθάρισης των φορολογικών δηλώσεων των ετών εκείνων, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι ειδικές διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007.

7. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. ΣτΕ 295/2017 (Τμ. Β’ – 7μ.) Απόφαση κρίθηκε ότι «…η ως άνω έκτακτη παροχή, η οποία προβλέφθηκε να εξοφληθεί στις προμνημονευθείσες πέντε δόσεις, έχει τον χαρακτήρα αναδρομικών αποδοχών των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση του λειτουργήματός τους. Επομένως, ανεξάρτητα από το πότε εισπράττεται η κάθε δόση, ανάγεται πάντως στο χρονικό διάστημα από 1.1.2003-31.12.2007 (εξ ου άλλωστε και υπολογίζεται με βάση το βασικό μισθό/συνταξιοδοτική κλίμακα καθενός στο χρονικό διάστημα από 1.1.2003-31.12.2007, χορηγείται μόνον κατόπιν υποβολής υπευθύνου δηλώσεως περί παραιτήσεως από κάθε άλλη αξίωση για το εν λόγω διάστημα κ.λπ.) (110, 261/2016 αποφάσεις Ειδικού Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 Συντάγματος). Άλλωστε, ο νομοθέτης δεν όρισε την εν λόγω έκτακτη παροχή της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3620/2007 ως φορολογητέο εισόδημα των χρήσεων κατά τις οποίες εισπράττονται οι παραπάνω δόσεις (πρβλ. ΣτΕ 974, 1783, 4040, 4350/1995, 2605, 5988/1996 κ.ά.). Συνεπώς, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο εισπράχθηκε, δεν πρόκειται, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται στη σκέψη 5, για εισόδημα που προέκυψε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, κατά το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) και δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο και βάση επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που προβλέπεται από αυτήν…».

8. Μετά από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και σε συμμόρφωση με την υπ’ αριθμ. 295/2017 (Τμ. Β’ – 7μ.) απόφαση του ΣτΕ,, σας γνωρίζουμε ότι τα ποσά που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 2013 και 2014 στους δικαστικούς λειτουργούς ως έκτακτη παροχή της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007, τα οποία αφορούν έτη πριν από το έτος έναρξης επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 (έτη 2003 – 2007), δεν υπάγονται σε αυτήν, ακόμη κι αν εισπράχθηκαν και περιλήφθηκαν σε φορολογικές δηλώσεις μεταγενέστερων ετών, στων οποίων τα εισοδήματα είχε αρχίσει να επιβάλλεται η ειδική εισφορά αλληλεγγύης.

9. Τα παραπάνω ισχύουν χωρίς να εξετάζεται η εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής, καθόσον οι φορολογούμενοι δεν ανακαλούν φορολογητέα ύλη. Άλλωστε, με την ΠΟΛ.1114/22.7.2016 εγκύκλιο, με την οποία έγινε αποδεκτή η υπ’ αριθμ. 14/2016 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η τροποποιητική δήλωση του άρθρου 19 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) περιλαμβάνει τόσο τη συμπληρωματική όσο και την ανακλητική δήλωση των άρθρων 62 παρ.1 και 61 παρ.4 του ν.2238/1994 και ότι η προθεσμία για την υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης του άρθρου 19 του ν.4174/2013 εφαρμόζεται μόνο όταν αυτή λειτουργεί ως ανακλητική. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πραγματοποιείται ούτε συμπλήρωση φορολογητέου εισοδήματος, καθόσον δεν αλλάζει κανένα από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις δηλώσεις των φορολογούμενων, το εισόδημά τους παραμένει ίδιο, απλώς επαναυπολογίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση εισφορά για αυτό.

10. Οι φορολογούμενοι που εμπίπτουν στην πιο πάνω περίπτωση, δύνανται να προσέλθουν στις Δ.Ο.Υ., το αργότερο μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2018 και με έγγραφο αίτημά τους να ζητήσουν τη διαγραφή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που υπολογίστηκε πάνω στη πιο πάνω έκτακτη παροχή για τα έτη 2013 και 2014. Η ικανοποίηση του εγγράφου αιτήματος των δικαστικών λειτουργών θα πραγματοποιηθεί με υποβολή τροποποιητικής δήλωσης από τις Δ.Ο.Υ., διαγράφοντας τα συμπληρωμένα ποσά που αφορούν στα συγκεκριμένα εισοδήματα από τους κωδικούς 659-660 του εντύπου Ε1 και μεταφέροντάς τα στους κωδικούς 657-658 της δήλωσης, τα ποσά των οποίων δεν προσμετρούνται στον υπολογισμό της εισφοράς. Κατόπιν εκδίδεται από τις Δ.Ο.Υ. νέα πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου (εκκαθαριστικό σημείωμα), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ΚΦΔ, η οποία δεν θα περιλαμβάνει εισφορά για τα εισοδήματα της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007, χωρίς την επιβολή κυρώσεων, εφόσον το αίτημα υποβληθεί μέχρι την πιο πάνω προθεσμία.

11. Το αίτημα πρέπει να συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση με την οποία θα βεβαιώνει ο φορολογούμενος ότι δεν έχει ασκηθεί ενδικοφανής ή δικαστική προσφυγή. Ως προς την αντιμετώπιση εκκρεμών υποθέσεων, ισχύουν τα ακόλουθα:
α) Αν έχει ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή που εκκρεμεί, η Δ.Ο.Υ. ακολουθεί την παραπάνω διαδικασία, εφόσον υποβληθεί από τον φορολογούμενο δήλωση παραίτησης από την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή.
β) Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα δικαστική προσφυγή που εκκρεμεί, η Δ.Ο.Υ. επίσης ακολουθεί την παραπάνω διαδικασία, εφόσον ο φορολογούμενος προσκομίσει δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και από το δικαίωμα της εκκρεμούς δικαστικής προσφυγής του ως προς όλα τα κεφάλαια και αιτήματά της, η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΑΑΔΕ
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

Αναζήτηση Άρθρων
Βασική Κατηγορία
Yποκατηγορίες
Έτος
ΕΣΠΑ Banner Αφίσα ESPA Banner