ΔΕΔ 1995/2019 Δεν υφίσταται υποτροπή όταν ο χρόνος διάπραξης της παράβασης είναι προγενέστερος του χρόνου έκδοσης της αρχικής πράξης επιβολής προστίμου
Έχοντας υπ’ όψη:
1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170).
β. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017
Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός
της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)»
γ. Της ΠΟΛ.1064/2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ Β’
1440/27.04.2017).
2. Την ΠΟΛ.1069/2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του
Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την υπ’ αριθμ. Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ
2016/30.08.2016 (ΦΕΚ Β’ 2759/01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της
Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
4. Τη με ημερομηνία κατάθεσης 25/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή
προσφυγή του με ΑΦΜ , κατά:
α) της υπ’ αριθ /15.01.2019 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΒΟΛΟΥ για το φορολογικό έτος
2018,
β) της υπ’ αριθ /26.03.2019 πράξης επιβολής προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΒΟΛΟΥ για το φορολογικό έτος
2018 και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.
5. Τις υπ’ αριθ /15.01.2019 και /26.03.2019 πράξεις επιβολής προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013, για το
φορολογικό έτος 2018, του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΒΟΛΟΥ των οποίων ζητείται η
ακύρωση.
6. Τις απόψεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΒΟΛΟΥ.
7. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α8 – Επανεξέτασης, όπως
αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.
Επί της από 25/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής του με
ΑΦΜ , η οποία κατατέθηκε εκπρόθεσμα ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη,
εμπρόθεσμα ως προς τη δεύτερη και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των
υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της
ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Με την υπ’ αριθ /15.01.2019 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΒΟΛΟΥ, επιβλήθηκε στον
προσφεύγοντα, για το φορολογικό έτος 2018, πρόστιμο ποσού 467,42€, λόγω μη
έκδοσης φορολογικού στοιχείου, τιμολογίου ή απόδειξης λιανικής πώλησης
(Α.Λ.Π.), κατά το χρονικό διάστημα 25/05/2018 – 12/09/2018, σε πέντε (-5-)
περιπτώσεις, συνολικής καθαρής αξίας 3.895,16€ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 934,84€,
κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, 5, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 του ν.4308/2014 (ΕΛΠ) που επισύρει την κύρωση της παρ. 1 του άρθρου 58Α του ν.4174/2013, ήτοι 934,84€
x 50%.
Η ανωτέρω πράξη εδράζεται επί της από 11/12/2018 έκθεσης μερικού επιτόπιου
ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ν.4308/2014 (Ε.Λ.Π.) και ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – Ε’ ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ
ΛΑΡΙΣΑΣ, σε εκτέλεση της υπ’ αριθ /2018 εντολής του Προϊσταμένου της.
Με την υπ’ αριθ /26.03.2019 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΒΟΛΟΥ, επιβλήθηκε στον
προσφεύγοντα, για το φορολογικό έτος 2018, πρόστιμο ποσού 500,00€, λόγω μη έκδοσης
φορολογικού στοιχείου, τιμολογίου ή απόδειξης λιανικής πώλησης (Α.Λ.Π.), στις
21/09/2018, καθ’ υποτροπή σε μία (-1-) περίπτωση, καθαρής αξίας 161,29€ πλέον
ΦΠΑ 24% ποσού 38,71€, κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, 5, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 του ν.4308/2014 (ΕΛΠ) που επισύρει την κύρωση της παρ. 1 του άρθρου 58Α του ν.4174/2013, ήτοι 250,00€
x 2.
Η ανωτέρω πράξη εδράζεται επί της από 25/02/2019 έκθεσης μερικού επιτόπιου
ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ν.4308/2014 (Ε.Λ.Π.) και ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε. ΑΤΤΙΚΗΣ – Δ’ ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ
ΛΑΜΙΑΣ, σε εκτέλεση της υπ’ αριθ /2018 εντολής του Προϊσταμένου της.
Ο προσφεύγων, με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά να γίνει αυτή δεκτή
και να ακυρωθεί ή άλλως να μεταρρυθμιστεί η υπ’ αριθ /26.03.2019 πράξης
επιβολής προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013, προβάλλοντας
τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης προσμέτρησης υποτροπής κατά την έκδοσή της.
Επειδή, με το άρθρο 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013) ορίζεται
ότι: «1. Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε
βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, οφείλει
να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο
πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της
Φορολογικής Διοίκησης. Η αίτηση υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την
πράξη ή παρέλειψε την έκδοσή της και πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα
έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του. Η αίτηση πρέπει να
υποβάλλεται από τον υπόχρεο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία
κοινοποίησης της πράξης σε αυτόν ή από τη συντέλεση της παράλειψης…».
Επειδή, με το άρθρο 2 της ΠΟΛ.1064/2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., ορίζεται, μεταξύ
άλλων, ότι: «1. Η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται κατά πράξεων των φορολογικών
αρχών, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών που αρχίζει από την
κοινοποίηση της πράξεως ή τη συντέλεση της παράλειψης. ».
Επειδή, με το άρθρο 5 του ν.4174/2013 ορίζεται ότι: «1. Η κοινοποίηση πράξεων που εκδίδει,
σύμφωνα με τον Κώδικα, η Φορολογική Διοίκηση προς φορολογούμενο ή άλλο πρόσωπο,
γίνεται εγγράφως ή ηλεκτρονικώς. 2. Εάν η πράξη αφορά φυσικό πρόσωπο, η
κοινοποίηση συντελείται εφόσον: α) κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τις
οικείες διατάξεις του ν.3979/2011 ή στο λογαριασμό του εν λόγω προσώπου ή του νομίμου
αντιπροσώπου του ή του φορολογικού εκπροσώπου του στο πληροφοριακό σύστημα της
Φορολογικής Διοίκησης, την οποία ακολουθεί ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα
διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, β) αποσταλεί με συστημένη επιστολή
στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής
εγκατάστασης του εν λόγω προσώπου, ή γ) επιδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο, κατά τις
διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η
επίδοση με άλλον τρόπο… 5. Πράξη που αποστέλλεται με συστημένη επιστολή
θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15)
ημερών από την ημέρα αποστολής, εάν η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη κατά
τα ανωτέρω βρίσκεται στην Ελλάδα.».
Επειδή, η υπ’ αριθ /15.01.2019 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΒΟΛΟΥ εστάλη με την υπ’ αριθ.
πρωτ. /16.01.2019 συστημένη επιστολή στον προσφεύγοντα, νομίμως, στις
16/01/2019, στη διεύθυνση που έχει δηλώσει αυτός στη Φορολογική Διοίκηση και εμφανίζεται
στο σύστημα TAXIS, υποσύστημα Μητρώου και
ως εκ τούτου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 του ν.4174/2013, η
κοινοποίησή της θεωρείται ότι συντελέστηκε την 01/02/2019.
Επειδή, η υπό κρίση προσφυγή, ως προς την προαναφερθείσα πράξη, ασκήθηκε
εκπρόθεσμα στις 25/04/2019, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα
(30) ημερών από την κοινοποίησή της, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως
απαράδεκτη, ως προς αυτήν.
Επειδή, με το άρθρο 58Α του ν.4174/2013 ορίζεται ότι: «Για παραβάσεις σχετικές με τον φόρο
προστιθέμενης αξίας οι οποίες διαπιστώνονται κατόπιν ελέγχου, επιβάλλονται τα
ακόλουθα πρόστιμα: 1. Σε περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή
λήψης ανακριβούς στοιχείου για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, επιβάλλεται
πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη
εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να
είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των διακοσίων πενήντα (250)
ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού
λογιστικού συστήματος και των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο
φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε
περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου, εκ νέου διάπραξης
της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης,
επιβάλλεται πρόστιμο εκατό τοις εκατό (100%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από
το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να
είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των πεντακοσίων (500) ευρώ,
σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού
λογιστικού συστήματος και των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο
φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος…».
Επειδή, με την ΠΟΛ.1112/2016 παρασχέθηκαν οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή
των διατάξεων του άρθρου 58Α του ν.4174/2013 και διευκρινίστηκε ότι προβλέπεται πλέον ένα ελάχιστο
ύψος προστίμου για το σύνολο των παραβάσεων μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης ή
λήψης φορολογικών στοιχείων της παραγράφου 1 του άρθρου 58Α, ανά φορολογικό
έλεγχο, ενώ σε περίπτωση υποτροπής ορίζεται η προσαύξηση των προστίμων αυτών.
Ειδικότερα, με τις ανωτέρω διατάξεις ορίζεται ότι στην περίπτωση μη έκδοσης
φορολογικού στοιχείου, ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς φορολογικού στοιχείου, για
πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%)
επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς
αντίστοιχα. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά
φορολογικό έλεγχο, των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε περίπτωση που ο
φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και
των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος
τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο
πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός
πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό τοις
εκατό (100%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί
της διαφοράς φόρου λόγω έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου, το οποίο δεν
μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των πεντακοσίων
(500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης
απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση
που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού
συστήματος.
Επειδή, με την παράγραφο 1 του άρθρου 58Α του ν.4174/2013 προβλέπεται σε σχέση με τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε
περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς
στοιχείου για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, πρόστιμο 50% επί του φόρου που θα
προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς και αναλόγως της
υποχρέωσης τήρησης από τον φορολογούμενο απλογραφικού ή διπλογραφικού
λογιστικού συστήματος, κατώτερο ύψος αυτών των 250€ και 500€ αντιστοίχως,
αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο. Σε περίπτωση εκ νέου διάπραξης ή κάθε
επόμενης διάπραξης της ίδιας, ως άνω, παράβασης, κατά τα ειδικώς οριζόμενα,
προβλέπεται προσαύξηση, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, των προστίμων επί του
φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, καθώς και
κατώτερα όρια αυτών, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, αναλόγως της υποχρέωσης
τήρησης από τον φορολογούμενο απλογραφικού ή διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
Η υποτροπή, η οποία αφορά τις πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και
τις προϋποθέσεις που θεσπίζει το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 58Α του ν.4174/2013, κατά τη
γραμματική διατύπωση της διάταξης, καθώς οι φορολογικές διατάξεις επιβολής
κυρώσεων είναι στενά ερμηνευτέες, προϋποθέτει την διάπραξη (τέλεση) της ίδιας
παράβασης εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης η οποία
διαπιστώνεται στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου. Η έννοια της υποτροπής
προϋποθέτει ότι ο φορολογούμενος έλαβε γνώση της παραβατικής συμπεριφοράς του
με την έκδοση της αρχικής πράξης επιβολής προστίμου και ακολούθως, έχει την
υποχρέωση φορολογικής συμμόρφωσης καθ’ υπόδειξη της ελεγκτικής αρχής, ώστε ο
τελευταίος να γνωρίζει εκ των προτέρων την παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας
και τον τρόπο προσδιορισμού του προστίμου. Επομένως, κρίσιμο στοιχείο για την
συντέλεση της υποτροπής είναι η ημερομηνία της εκ νέου διάπραξης (τέλεσης) της
ίδιας παράβασης να ανάγεται σε ημερομηνία ή περίοδο μεταγενέστερη του χρόνου
έκδοσης της αρχικής πράξης και όχι πέραν της πενταετίας από την ημερομηνία
έκδοσης αυτής.
Επειδή, από το σύστημα Taxis και τα στοιχεία του
φακέλου προκύπτει ότι, σε επιτόπιο έλεγχο, που διενεργήθηκε στις 02/11/2018,
στην επαγγελματική εγκατάσταση του προσφεύγοντα, διαπιστώθηκε η μη έκδοση
αποδείξεων λιανικής πώλησης σε πέντε (-5-) περιπτώσεις, συνολικής καθαρής αξίας
4.830,00€ πλέον ΦΠΑ 934,84€, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 5, 8, 9,
10, 11, 12 και 13 του ν.4308/2014 ( ΦΕΚ 251Α’/14-11-2015 – Ε.Λ.Π). Για την παράβαση αυτή
επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα, με την υπ’ αριθ /15.01.2019 πράξη επιβολής
προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013, πρόστιμο
ποσού 467,42€.
Ακολούθως, με την υπ’ αριθ /26.03.2019 προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εδράζεται
επί της από 25/02/2019 έκθεσης ελέγχου της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε. ΑΤΤΙΚΗΣ – Δ’
ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΛΑΜΙΑΣ, που συντάχθηκε κατόπιν επιτόπιου ελέγχου που διενεργήθηκε
στις 21/09/2018 και σε εκτέλεση της υπ’ αριθ /2018 εντολής του Προϊσταμένου
της, επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα καθ’ υποτροπή πρόστιμο του άρθρου 58Α ν.4174/2013, καθώς
διαπιστώθηκε η μη έκδοση ενός (-1-) φορολογικού στοιχείου, τιμολογίου ή
απόδειξης λιανικής πώλησης (Α.Λ.Π.), κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία
επιτόπιου ελέγχου, συνολικής αξίας 200,00€ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24%, ήτοι σε
χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας έκδοσης της πρώτης πράξης (15/01/2019).
Συνεπώς, ο χρόνος διάπραξης της παράβασης είναι προγενέστερος του χρόνου έκδοσης
της αρχικής πράξης και επομένως, η ελεγκτική αρχή εσφαλμένα υπήγαγε την επιβολή
του οριζόμενου από την παρ. 1 του άρθρου 58Α του ν.4174/2013 προστίμου στις καθ’ υποτροπή επιβαλλόμενες κυρώσεις δίχως
να πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντα, περί εσφαλμένου καταλογισμού
υποτροπής στην επιβολή προστίμου με την υπ’ αριθ /26.03.2019 πράξη, έχει νομικό
έρεισμα, προβάλλεται βάσιμα και γίνεται δεκτός.
Αποφασίζουμε
την απόρριψη ως απαράδεκτης της από 25/04/2019 και με αριθ. πρωτ ενδικοφανούς
προσφυγής του με Α.Φ.Μ ως προς την υπ’ αριθ. /15.01.2019 πράξη επιβολής
προστίμου άρθρου 58Α ν.4174/2013 φορολογικού έτους 2018 και την μερική αποδοχή της ως προς
την υπ’ αριθ /26.03.2019 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 58Α παρ. 1 ν.4174/2013 φορολογικού έτους 2018 με την τροποποίηση της τελευταίας.
Οριστική φορολογική υποχρέωση – καταλογιζόμενο ποσό / πρόστιμο με βάση την
παρούσα απόφαση:
ΔΔΑΔ Γ 1144623 ΕΞ 2019 Επιλογή και Τοποθέτηση Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)
ΘΕΜΑ: «Επιλογή και Τοποθέτηση Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις: α) του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του ν.4389/2016 (Α’94) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα των άρθρων 14, 17, 22, 23, 26, 27, 38 και 41 αυτού, όπως ισχύουν. β) των άρθρων 84 και 85 του ν.3528/2007 (Α’26) «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 29 και 31 του ν.4369/2016 (Α’33), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου του ν.4464/2017 (Α’46). γ) των άρθρων 13 και 15 του ν.2690/1999 (Α’45) «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις». δ) του π.δ. 69/2016 (Α’127) «Αναγνώριση προϋπηρεσίας εκτός δημοσίου τομέα». ε) της αριθ. πρωτ. ΔΔΑΔ Γ 1130900 ΕΞ 2016/08.09.2016 (Β’2922) απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών «Καθορισμός της διαδικασίας, των οργάνων και των κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφιοτήτων για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης και Τμήματος των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και των Υπευθύνων Αυτοτελών Γραφείων αυτής», όπως τροποποιήθηκε με την αριθ. πρωτ. ΔΔΑΔ Γ 1173943 ΕΞ 2016/01.12.2016 (Β’3985) όμοια, σε συνδυασμό με την υποπαράγραφο γ’ της παρ. 3 και την υποπαράγραφο β’ της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν.4389/2016, καθώς και με τις αριθμ. ΔΔΑΔ Γ 1063261 ΕΞ 2017/27.04.2017 (Β’1509), ΔΔΑΔ Γ 1046609 ΕΞ 2018/22.03.2018 (Β’1233) και ΔΔΑΔ Γ 1101476 ΕΞ2018/03.07.2018 (Β’2608) αποφάσεις του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. στ) της αριθμ. πρωτ. Δ.ΟΡΓ.Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 (Β’968 και 1238) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων(.Α.Α.Δ.Ε.)», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει.
2. Την αριθμ. πρωτ. ΔΔΑΔ Γ 1101840 ΕΞ 2019/16.07.2019 (Α.Δ.Α. ΩΓΞΞ46ΜΠ3Ζ-Χ1Η) πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την υποβολή υποψηφιοτήτων πλήρωσης θέσεων Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και αντίστοιχων υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης (Γ.Δ.Φ.Δ.) της Α.Α.Δ.Ε.
3. Την αριθ. πρωτ. Δ.ΟΡΓ. Β 1074508 ΕΞ 2019/21.05.2019 (ΑΔΑ: ΨΖΕΩ46ΜΠ3Ζ-ΑΙ3) απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Ορισμός μελών του Ειδικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων οργανικών μονάδων, επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης, Τμήματος/Αυτοτελούς Τμήματος και Υπευθύνων Αυτοτελών Γραφείων των υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης των Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών των Γενικών Διευθύνσεων αυτής».
4. Την αριθ. πρωτ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.01.2013 (Β’130 και Β’372) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαραγράφου α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 41 του ν.4389/2016.
5. Την αριθ. 1 της 20.01.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν.4389/2016 και την αριθμ. 39/3/30-11-2017 (Υ.Ο.Δ.Δ. 689) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων».
6. Τις από 02.10.2019, 04.10.2019, 08.10.2019, 09.10.2019 και 10.10.2019 συνεδριάσεις του Ειδικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης/Υποδιεύθυνσης της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε).
7. Τις υποβληθείσες αιτήσεις και τα βιογραφικά σημειώματα των υποψηφίων υπαλλήλων.
8. Την ανάγκη πλήρωσης των θέσεων Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Υποδιεύθυνσης Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)
9. Την από 18/10/2019 Ειδική Αιτιολογία του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
Α. Επιλέγουμε και τοποθετούμε τους κάτωθι υπαλλήλους της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ως Προϊσταμένους Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων Ειδικών Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως ακολούθως:
1. Την υπάλληλο Μαρία Κωνσταντινίδου του Αθανασίου, ΠΕ/Α Οικονομικών Επιθεωρητών, ως Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου (Δ.ΕΣ.ΕΛ.).
2. Την υπάλληλο Χριστίνα Αντωνοπούλου του Ιωάννη, ΠΕ/Α Οικονομικών Επιθεωρητών, ως Προϊσταμένη της Υποδιεύθυνσης της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων (Δ.ΕΣ.ΥΠ.) της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης.
3. Τον υπάλληλο Τιμολέοντα Παπαδόπουλο του Νικολάου, ΠΕ/Α Εφοριακών, ως Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.).
4. Τον υπάλληλο Γεώργιο Σταυρίδη του Κωνσταντίνου, ΠΕ/Α Εφοριακών, ως Προϊστάμενο της Υποδιεύθυνσης Επανεξέτασης, της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.).
5. Τον υπάλληλο Γεώργιο Γιαννακούλια του Αρτεμίου, ΠΕ/Α Εφοριακών, ως Προϊστάμενο της Υποδιεύθυνσης Νομικών Θεμάτων, της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.).
Β.1. Οι επιλεγέντες υπάλληλοι που τοποθετούνται σε θέση ευθύνης της υπηρεσίας όπου κατέχουν οργανική θέση διατηρούν την οργανική τους θέση στην υπηρεσία τοποθέτησής τους.
Β.2. Οι επιλεγέντες υπάλληλοι που τοποθετούνται σε θέση ευθύνης υπηρεσίας στην οποία δεν κατέχουν οργανική θέση καταλαμβάνουν αυτοδίκαια οργανική θέση στην υπηρεσία τοποθέτησής τους, εφόσον αυτή υπάρχει. Αν δεν υπάρχει, οι επιλεγέντες υπάλληλοι διατηρούν την οργανική τους θέση στην υπηρεσία προέλευσής τους, στην οποία επανέρχονται με την κατά οποιονδήποτε τρόπο λήξη της θητείας τους.
Γ. Οι αναφερόμενοι Προϊστάμενοι υποχρεούνται όπως εκπληρώσουν τους στόχους, τις δράσεις και τα έργα του Επιχειρησιακού Σχεδίου της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 και 23 του ν.4389/2016.
Δ. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί ενυπόγραφα στους αναφερόμενους Προϊσταμένους οι οποίοι υποχρεούνται, όπως αναλάβουν, το συντομότερο δυνατόν, τα εν λόγω καθήκοντα και αποστείλουν πρωτόκολλο ανάληψης σχετικών καθηκόντων στη Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Α.Α.Δ.Ε./Τμήμα Γ’- Σταδιοδρομίας Ανθρώπινου Δυναμικού.
Β-76842/3536/2019 Εκπροσώπηση μετόχων στη Γενική Συνέλευση ΚΤΕΛ Α.Ε.
ΘΕΜΑ: Εκπροσώπηση μετόχων στη Γενική Συνέλευση ΚΤΕΛ Α.Ε.
Σχετ: Η υπ’ αρ. Β-4638/228/20-02-2019 (ΑΔΑ: Ψ6ΜΥ465ΧΘΞ-ΒΤΖ) εγκύκλιος του Γενικού Γραμματέα
Σε συνέχεια της σχετικής εγκυκλίου για την εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 24 του ν. 2963/2001 (Α’ 268) όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 54 του ν. 4568/2018 (Α 178) και ειδικότερα για το δικαίωμα εκπροσώπησης σε Γενικές Συνελεύσεις, διευκρινίζουμε ότι οι διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου εφαρμόζονται μόνο στα ΚΤΕΛ που δεν έχουν μετατραπεί σε ανώνυμες εταιρείες, όπως ρητά διατυπώνεται στο άρθρο 23 του ίδιου νόμου.
Άρειος Πάγος 838/2019 Τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946) προκύπτει ότι τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του (ΑΠ 4/2012, ΑΠ 1811/2011, ΑΠ 177/2001, ΑΠ 13/1992).
Αριθμός 838/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα.
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ., κατοίκου …, 2)Σ. Α., κατοίκου …, 3)Κ. Α. κατοίκου …, 4)Ι. Α., κατοίκου …, 5)Κ.-Θ. Β., κατοίκου …, 6)Α. Β., κατοίκου …, 7)Ι. Γ., κατοίκου …, 8)Ν. Δ., κατοίκου …, 9)Α. Δ., κατοίκου …, 10)Α. Θ., κατοίκου …, 11)Ά. Κ., κατοίκου … 12)Α. Κ., κατοίκου …, 13)Α. Κ., κατοίκου …, 14)Α. Κ., κατοίκου …, 15)Ε. Κ., κατοίκου …, 16)Π. Κ., κατοίκου …, 17)Μ. Λ., κατοίκου …, 18)Β. Λ., κατοίκου …, 19)Μ. Μ., κατοίκου …, 20)Μ. Μ., κατοίκου …, 21)Π. Μ., κατοίκου …, 22)Ε. Ν., κατοίκου …, 23)Ά. Ν., κατοίκου …, 24)Μ. Π., κατοίκου …, 25)Ε. Π., κατοίκου …, 26)Ε. Σ., κατοίκου …, 27)Ν. Σ., κατοίκου …, 28)Ε. Σ., κατοίκου …, 29)Χ. Τ., κατοίκου …, 30)Γ. Φ., κατοίκου …, 31)Μ. Γ., κατοίκου …, 32)Μ. Δ., κατοίκου …, 33)Π. Δ., κατοίκου …, 34)Α. Κ., κατοίκου …, 35)Α. Κ., κατοίκου …, 36)Ι. Μ., κατοίκου …, 37)Μ. Σ., κατοίκου …, 38)Γ. Σ., κατοίκου …, 39)Δ. Σ., κατοίκου …, 40)Μ. Τ., κατοίκου …, 41)Π. Τ., κατοίκου …, 42)Π. Τ., κατοίκου …, 43)Ι. Τ., κατοίκου …, 44)Γ. Τ., κατοίκου …, και 45)Ε. Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ……………………, ο οποίος δήλωσε ότι ο 29ος παραιτείται του δικογράφου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕ”, που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ………………….., ο οποίος ανακάλεσε την από 22/3/2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2358/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6538/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/2/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα που αφορούν την διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποίος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον διάδικο αυτόν. Τις κλητεύσεις αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται κατά τη συζήτηση. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.3 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία στον Άρειο Πάγο η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Ειδικά όμως για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4509/2017. Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Επίσης από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.3, 98, 294, 296, 297, 299 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτονόητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της παραίτησης από το δικόγραφο ενδίκου μέσου, όπως είναι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, εκ μέρους διαδίκου (αναιρεσείοντος) εκπροσωπουμένου από δικηγόρο, είναι η προηγουμένη παροχή πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο, προς τούτο δε αρκεί και η παροχή γενικής πληρεξουσιότητας (ΑΠ 378/2016, ΑΠ 1377/2015). Διαφορετικά η σχετική δήλωση του δικηγόρου είναι ανίσχυρη και δεν επάγεται τα έννομα αυτής αποτελέσματα της κατάργησης της ανοιγείσας με την αναίρεση δίκης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης από 10.2.2016 και με αριθ. κατάθ. 240/2016 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (26 Μαρτίου 2019), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, άπαντες οι αναιρεσείοντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ………………….., ο οποίος δήλωσε παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 29ο των αναιρεσειόντων Τ. Χ.. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τον πιο πάνω διάδικο για την παραίτηση αυτή. Ούτε άλλωστε προκύπτει ότι από τον διάδικο αυτό είχε χορηγηθεί ρητή πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και τον εν συνεχεία προσδιορισμό αυτής ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, από το δικόγραφο της οποίας να μπορεί να παραιτηθεί στη συνέχεια ο ως άνω δικηγόρος εκπροσωπώντας τον διάδικο αυτό, εφ’ όσον δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από ΚΕΠ ή οποιαδήποτε δημόσια ή δημοτική αρχή περί παροχής πληρεξουσιότητας από αυτόν προς την πιο πάνω δικηγόρο. Επομένως, η δήλωση του ως άνω δικηγόρου ότι παραιτείται του δικογράφου ως προς τον διάδικο αυτόν είναι ανίσχυρη και δεν επάγεται κατάργηση της ανοιγείσας με την αναίρεση δίκης ως προς αυτόν. Εξ άλλου, η κατά τα άνω έλλειψη πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια ότι ο ανωτέρω διάδικος θεωρείται δικονομικά απών. Τέλος δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εάν ο διάδικος αυτός [από κοινού με τους λοιπούς ομοδίκους του που παρίστανται προσηκόντως] τελικά επέσπευσε (ακύρως) ή όχι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992) ή, αντιθέτως, επέσπευσε τη συζήτηση αυτής η αντίδικός του ανώνυμη εταιρεία, εφ’ όσον δεν προσκομίζεται η σχετική έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την επ’ αυτού επισημείωση της επίδοσης από τον δικαστικό επιμελητή. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αντιδίκου του 29ου των αναιρεσειόντων αναιρεσίβλητης εταιρείας κλήτευση αυτού, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι αυτός κλητεύθηκε νομίμως κατά τη συζήτηση, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 10.2.2016 και με αριθ. κατάθ. 240/26.4.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6538/31.10.2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 31.1.2012 και με αριθ. κατάθ. 1099/15.2.2012 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2358/20.12.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσία η ως άνω έφεση των εκκαλούντων – εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη [και με επικουρική σκέψη και ως αόριστη, – μη ερευνηθέντος του σχετικού λόγου έφεσης από το Εφετείο] την από 18.3.2010 και με αριθ. κατάθ. 59012/1619/2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την καταβολή του ποσού των 19.727,28 ευρώ στον καθένα από αυτούς για διαφορές στα φιλοδωρήματα των ετών 2005 έως 2008, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει σε απορριπτικό της έφεσής των πόρισμα, διέλαβε στο σκεπτικό της το μεν ανεπαρκείς, το δε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την αιτία για την οποία έχει συμφωνηθεί με όρο των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας μέρος των φιλοδωρημάτων να παρακρατείται από την αναιρεσίβλητη εταιρεία σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι από το παρακρατούμενο ποσό, μετά την αφαίρεση των όσων δικαιούτο ν’ αφαιρέσει, δεν απέμενε υπόλοιπο προς περαιτέρω διανομή, μη αξιολογώντας μάλιστα το με επίκληση προσκομισθέν από 27.3.2007 πρακτικό συμφωνίας για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθώς και ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού του συνόλου των εισπραττομένων φιλοδωρημάτων ως μισθού αυτών. Εφόσον όμως με την προσβαλλομένη απόφαση η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη, χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, οι επικαλούμενες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946) προκύπτει ότι τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του (ΑΠ 4/2012, ΑΠ 1811/2011, ΑΠ 177/2001, ΑΠ 13/1992). Εξ άλλου με το άρθρο 3 παρ. 8 εδ. τελ. του Ν. 2206/1994 “Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία, έλεγχος καζίνων και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α 62) ορίσθηκε ότι με υπουργική απόφαση ρυθμίζεται η λήψη φιλοδωρημάτων από το προσωπικό (των καζίνο). Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, με το άρθρο 9 παρ.1 της κατά τον επίδικο χρόνο (2005 – 2008) ισχύουσας με αριθ. Τ/6736/1 Ιουλίου 2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης “Κανονισμός Διοικητικού Ελέγχου και Εποπτείας της λειτουργίας των Καζίνο” (ΦΕΚ Β 929/4.7.2003), που αντικατέστησε την με αυτή καταργηθείσα προηγουμένη με αριθ. 962/17.5.1995 απόφαση του Υπουργού Τουρισμού (ΦΕΚ Β 440/1995), ρυθμίζονται τα της λήψης φιλοδωρημάτων από τους τεχνικούς υπαλλήλους τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών εκ μέρους των παικτών του Καζίνο. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ειδικότερα ότι: “Οι παίκτες του Καζίνο επιτρέπεται, κατά την διεξαγωγή των επιτραπέζιων παιχνιδιών, να δίνουν με δική τους βούληση και πρωτοβουλία φιλοδώρημα. Κανένας υπάλληλος των επιτραπέζιων παιχνιδιών δεν επιτρέπεται να λαμβάνει το φιλοδώρημα ιδιαιτέρως ή ατομικώς για αποκλειστικά ίδιο όφελος (εδ. α). Τα φιλοδωρήματα λαμβάνονται από τον κρουπιέρη, πρέπει δε να ρίπτονται αμέσως από αυτόν σε κουτί φιλοδωρημάτων (TIP’S BOX) των τραπεζιών παιχνιδιών (εδ. β). …(εδ. γ). Μετά τη λήξη των επιτραπέζιων παιχνιδιών και κατά το κλείσιμο των τραπεζιών, το περιεχόμενο κάθε κουτιού φιλοδωρημάτων καταμετράται και καταγράφεται, ξεχωριστά ανά τραπέζι, στο ημερήσιο δελτίο φιλοδωρημάτων. Στη διαδικασία αυτή παρίσταται υποχρεωτικά Εντεταλμένος για έλεγχο υπάλληλος της Διεύθυνσης Καζίνο, ο οποίος υπογράφει το δελτίο φιλοδωρημάτων και κρατά ένα αντίγραφο αυτού. Οι καταμετρημένες μάρκες και το δελτίο φιλοδωρημάτων παραδίδονται στο ταμείο του Καζίνο (εδ. δ). Το φιλοδώρημα κατανέμεται μηνιαία αποκλειστικά μεταξύ των υπαλλήλων των επιτραπέζιων παιχνιδιών, όπως ειδικότερα ορίζεται από τη Σύμβαση Εργασίας των υπαλλήλων με το Καζίνο (εδ. ε). Δεν επιτρέπεται στο Καζίνο να κατανέμει στους υπαλλήλους που εργάζονται στα τμήματα του Κλειστού Συστήματος Οπτικοακουστικής Παρακολούθησης (C.C.T.V.) και Ασφάλειας – Φύλαξης (Security) ποσοστό φιλοδωρημάτων που προέρχονται από τα επιτραπέζια τυχερά παιχνίδια (εδ. στ)”. Εξ άλλου στο παράρτημα Α των από 20.10.2003, 2.6.2005 και 21.5.2007 επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ε.σ.σ.ε.), που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (2005 -2008) και ειδικότερα από 1.9.2003 έως 31.12.2005 η πρώτη (άρθ.13 αυτής), από 1.1 έως 31.12.2006 η δεύτερη (η οποία παρέτεινε την ισχύ της πρώτης μέχρι 31.12.2006) και από 1.1.2007 έως 31.12.2008 η τρίτη (άρθ. 12 αυτής), καθορίσθηκαν ειδικότερα οι όροι εργασίας και αμοιβής των τεχνικών υπαλλήλων τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών καζίνο που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία “… ΑΕ”, στο πλαίσιο συλλογικών συμφωνιών που καταρτίσθηκαν μεταξύ της τελευταίας και του Πανελλαδικού Σωματείου Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων.
Με το άρθρο 5 της πρώτης ε.σ.σ.ε. και το ομοίου περιεχομένου με μικρές διαφοροποιήσεις άρθρο 4 της τρίτης ε.σ.σ.ε. ορίσθηκαν σχετικά τ’ ακόλουθα, όσον αφορά τα φιλοδωρήματα: “Α) τα φιλοδωρήματα που προβλέπονται στο άρθρο 9 της Τ/6736/1.7.2003 (ΦΕΚ 929/Β/4.7.2003) απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης (νυν Τουριστικής Ανάπτυξης) [στην πρώτη από 20.10.2003 ε.σ.σ.ε. γίνεται μνεία του άρθρου 16 της – προηγουμένης – 962/17.5.95 ΦΕΚ Β 18.5.95 Υ.Α.] διανέμονται μηνιαίως και μέχρι ύψους 425.532 ευρώ για το καζίνο ως εξής, [καταργουμένης κάθε σχετικής προηγουμένης ρύθμισης – η φράση αυτή προστέθηκε με την τελευταία ε.σ.σ.ε.]: 1) Σε ποσοστό 70% μεταξύ των αμειβομένων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει 15 έτη προϋπηρεσία στα Καζίνο της Ελλάδας. 2) Σε ποσοστό 50% μεταξύ των αμειβομένων, οι οποίοι προσλαμβάνονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 2003. 3) Το δε υπόλοιπο ποσοστό 30% ή και 50% κατά περίπτωση, παραμένει στα έσοδα του καζίνο για την κάλυψη μέρους των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων. Σε περίπτωση που το μηνιαίο φιλοδώρημα για το καζίνο υπερβεί το ποσό των 425.532 ευρώ, η κατά τα παραπάνω κατανομή του υπερβαίνοντος τα 425.532 ευρώ φιλοδωρήματος θα γίνεται κατά ποσοστό 60% στους εργαζομένους και 40% στον εργοδότη, για την περίπτωση (1) ανωτέρω. Β) Στη διανομή του φιλοδωρήματος δεν συμμετέχουν α) όσοι δεν ασκούν πραγματική υπηρεσία ως τεχνικοί παιγνίων στα επιτραπέζια παίγνια και για όσο χρόνο διαρκεί η μη πραγματική απασχόλησή τους στα επιτραπέζια παίγνια και β) οι μη συμπληρώσαντες δύο μήνες υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της προϋπηρεσίας των (νεοπροσλαμβανόμενοι), γ) Η διανομή των φιλοδωρημάτων γίνεται με μοναδικό κριτήριο το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας σε καζίνο της Ελλάδας με την ειδικότητα του τεχνικού παιγνίων στα επιτραπέζια παίγνια ως εξής: Με τη συμπλήρωση δύο μηνών λαμβάνεται ένας πόντος και στη συνέχεια ένας πόντος ανά δύο μήνες μέχρι και τη συμπλήρωση του 24ου μήνα. Δηλαδή σύνολο χορηγουμένων πόντων με τη συμπλήρωση του δεύτερου έτους δώδεκα (12) πόντοι συνολικά. Με τη συμπλήρωση του τρίτου έτους ένας πόντος για κάθε έτος, μέχρι τη συμπλήρωση του ενάτου χρόνου (δηλ. για τα εννέα έτη συμπληρωμένα λαμβάνονται 19 πόντοι συνολικά). Από το δέκατο έτος και εφεξής και μέχρι τέλους υπηρεσίας, χορηγείται ένας πόντος ανά δύο έτη. δ) Για κάθε αδικαιολόγητη απουσία θα περικόπτεται το 1/22 του μηνιαίου ποσού φιλοδωρημάτων που αναλογούν στον εργαζόμενο που απουσίασε. ε) Τα ποσά των φιλοδωρημάτων που αφαιρούνται θα μεταφέρονται στον επόμενο μήνα και θα προστίθενται στο διανεμητέο ποσό του μήνα αυτού. στ) Σε περίπτωση ασθενείας, τα αναλογούντα στον εργαζόμενο φιλοδωρήματα χορηγούνται κανονικά για το χρονικό διάστημα απουσίας λόγω ασθενείας, σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία (25 ημέρες). ζ) Τα φιλοδωρήματα καταβάλλονται στην εργαζομένη και καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και λοχείας, εφόσον βρίσκεται σε νόμιμη άδεια. η) Τα φιλοδωρήματα καταβάλλονται και στις ημέρες ρεπό που προβλέπονται από την παρούσα, τις ημέρες αδείας μετ’ αποδοχών που προβλέπονται από την παρούσα, την εργατική νομοθεσία καθώς και τις ημέρες συνδικαλιστικής αδείας. θ) Τα φιλοδωρήματα, ως κυμαινόμενες μηνιαίες αποδοχές, αποτελούν μέρος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών και λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό δώρων εορτών, επιδόματος αδείας, αμοιβής για νυχτερινή απασχόληση, απασχόληση καθ’ ημέρα Κυριακή και αργία, υπερωριακή απασχόληση και λοιπών υποχρεώσεων του εργοδότη που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία. ι) Κατά τις ημέρες που η επιχείρηση Καζίνο παραμείνει εκτός λειτουργίας από υπαιτιότητα του εργοδότη, το διανεμητέο φιλοδώρημα συμπληρώνεται από τον εργοδότη μέχρι του ύψους του μέσου όρου των τελευταίων 12 μηνών [Ρητά συμφωνείται ότι στην περίπτωση αυτή δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση ανωτέρας βίας και δυσμενών καιρικών συνθηκών – το εδάφιο αυτό προστέθηκε στην τρίτη από 21.5.2007 ε.σ.σ.ε)] .
κ) Ο εργοδότης παραδίδει στο Σωματείο στο τέλος κάθε μήνα ημερήσιο και μηνιαίο δελτίο φιλοδωρήματος, καθώς και αναλυτικό μηνιαίο πίνακα κατανομής φιλοδωρημάτων”. Με τη διάταξη αυτή των ως άνω ε.σ.σ.ε., ενώ ρυθμίζεται και μάλιστα λεπτομερώς ο τρόπος υπολογισμού του ύψους των διανεμομένων φιλοδωρημάτων στους απασχολουμένους στα τυχερά επιτραπέζια παίγνια τεχνικούς, ως και η τύχη αυτού σε διάφορες περιπτώσεις (αδικαιολόγητη απουσία, ασθένεια, άδεια για διάφορους λόγους, υπερημερία εργοδότη), δεν ρυθμίζεται ρητά η τύχη του τυχόν εναπομένοντος υπολοίπου (μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων) από το ποσοστό του 30% ή 50% [και για ποσά φιλοδωρημάτων άνω των 425.532 ευρώ μηνιαίως ποσοστό 40%] που παρακρατείται από την αναιρεσίβλητη εταιρεία και ειδικότερα εάν το υπόλοιπο αυτό θα παραμείνει στην εργοδότρια εταιρεία ως έσοδο ή θα διανεμηθεί και αυτό στους εν λόγω εργαζομένους. Από την αναφορά όμως στη σχετική ρύθμιση υπό στοιχείο Α αριθ. 3 της ως άνω διάταξης των ε.σ.σ.ε ότι το ως άνω ποσοστό παραμένει στα έσοδα του καζίνο “για την κάλυψη μέρους των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων”, ρύθμιση με την οποία συναρτάται η παρακράτηση του πιο πάνω ποσού με συγκεκριμένο σκοπό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το προαιρετικώς καταβαλλόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδώρημα αποτελεί μέρος του μισθού των εργαζομένων, εφ’ όσον τούτο έχει συμφωνηθεί ρητά (όπως στην προκειμένη περίπτωση) ή σιωπηρά, ότι ανεξαρτήτως του κινήτρου του πελάτη (για λόγους επιβράβευσης της εξυπηρέτησης αυτού από τον εργαζόμενο ή για λόγους πρόληψης ή τύχης κατά τη διάρκεια του παιγνίου) το φιλοδώρημα απευθύνεται από αυτόν προς τον εργαζόμενο και όχι προς την επιχείρηση με συνέπεια να μην μπορεί να θεωρηθεί ως “έσοδο” αυτής και με την διέπουσα το εργατικό δίκαιο αρχή ότι σε περίπτωση αμφιβολίας οι κανονιστικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται υπέρ του εργαζομένου, συνάγεται ότι σε περίπτωση που μετά την αφαίρεση των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών παραμένει υπόλοιπο από το παρακρατούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό φιλοδωρημάτων, το υπόλοιπο αυτό είναι διανεμητέο μεταξύ των δικαιούχων τεχνικών τυχερών επιτραπεζίων παιγνίων, ανάλογα με τους πόντους του καθενός κατά την περί τούτου από το εδάφιο (γ) σχετική ρύθμιση, αναλόγως εφαρμοζομένη (πρβλ. ΑΠ 4/2012, όπου όμως στην σχετική ε.σ.σ.ε που αφορούσε τους τεχνικούς τυχερών επιτραπέζιων παιγνίων που απασχολούντο στο Καζίνο του …. ρητώς προβλεπόταν η καταβολή στους άνω εργαζομένους του εναπομένοντος υπολοίπου, μετά την αφαίρεση των κρατήσεων, στο τέλος κάθε έτους). Είναι δε αδιάφορο ότι στην ανωτέρω ε.σ.σ.ε δεν ορίζεται ρητά ότι το τυχόν υπόλοιπο επαναδιανέμεται μεταξύ των δικαιούχων, ούτε συνακόλουθα ρυθμίζεται ο τρόπος επαναδιανομής του. Τελείως δε διάφορο είναι το ζήτημα της τυχόν μη ύπαρξης καταλοίπου από το ποσοστό αυτό μετ’ αφαίρεση των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών, ζήτημα που αναφέρεται στην ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής αξίωσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 18.3.2010 και με αριθ. κατάθ. 59012/1619/2010 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες [επί συνόλου 45 αρχικά εναγόντων] ιστορούσαν ότι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθησαν στις 11.2.2004 η 1η, στις 12.2.2004 οι 2ος έως και 30ος και στις 20.2.2004 οι 31η έως 45η εξ αυτών από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία που εκμεταλλεύεται το καζίνο της …., ως τεχνικοί τυχερών επιτραπέζιων παιγνίων (γκρουπιέ) και απασχολούνται με την ειδικότητα αυτή μέχρι σήμερα (πλην της 3ης εξ αυτών, της οποίας λύθηκε η σύμβαση στις 2.7.2009). Ότι βάσει των σχετικών διατάξεων των από 20.10.2003, 2.6.2005 και 21.5.2007 επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που κατήρτισε το κλαδικό σωματείο των τεχνικών υπαλλήλων τυχερών επιτραπέζιων παιγνίων με την εναγομένη εταιρεία (τις οποίες παραθέτει), προβλέφθηκε ο τρόπος και η διαδικασία διανομής των φιλοδωρημάτων μεταξύ αυτών και της εναγομένης. Ότι μετά την διανομή των φιλοδωρημάτων κατά τον ανωτέρω συμφωνηθέντα τρόπο, επί των οποίων η εναγομένη εταιρεία προέβαινε σε κρατήσεις των νόμιμων εργατικών ασφαλιστικών εισφορών κατά την πληρωμή αυτών, και μετά και την αφαίρεση και των αναλόγων εργοδοτικών εισφορών επί του παρακρατουμένου από την εναγομένη ποσοστού επί των φιλοδωρημάτων, παραμένουν αδιανέμητα σημαντικά συνολικά ανά μήνα χρηματικά ποσά φιλοδωρημάτων, τα οποία θα έπρεπε να διανεμηθούν σε αυτούς. Ότι τα ποσά αυτά για το χρονικό διάστημα των ετών 2005, 2006, 2007, 2008, αφού αφαιρεθούν κατά τα άνω οι εργοδοτικές εισφορές, με βάση τους γενόμενους στην αγωγή ανά μήνα λεπτομερείς υπολογισμούς αναλόγως του αριθμό των πόντων που συγκεντρώνει ο καθένας των εναγόντων, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 19.727,28 ευρώ για τον καθένα από αυτούς. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 19.727,28 ευρώ με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους ποσό μηνιαίως που μνημονεύεται στην αγωγή από το τέλος κάθε μήνα που αυτό έπρεπε να καταβληθεί και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 2358/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερμηνεύοντας τις σχετικές ρυθμίσεις των ε.σ.σ.ε. αποφάνθηκε ότι, λόγω έλλειψης σχετικής ρύθμισης των ε.σ.σ.ε, το δικαίωμα των εναγόντων για τη λήψη των φιλοδωρημάτων που τους αντιστοιχεί εξαντλείται με την αρχική διανομή και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. Με επικουρική σκέψη και για τους εκεί αναγραφόμενους λόγους απέρριψε και ως αόριστη την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 31.1.2012 και με αριθ. 1099/2012 έφεσή αυτών, παραπονούμενοι τόσο για την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, όσο και ως αόριστης. Επί της ως άνω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτό, αφού διέλαβε στο σκεπτικό του τις πιο πάνω διατάξεις των ε.σ.σ.ε, έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή με την εξής αιτιολογία: “Από το ανωτέρω άρθρο των προαναφερόμενων συλλογικών συμβάσεων εργασίας συνάγεται σαφώς, χωρίς να δημιουργείται κανένα κενό, ότι τα φιλοδωρήματα κατανέμονται μεταξύ των αμειβομένων και της εναγομένης κατά τα ως άνω ποσοστά, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε επαναδιανομή οιουδήποτε ποσού ή οποιουδήποτε ποσοστού. Αν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν κάτι τέτοιο θα το όριζαν σαφώς, καθώς και τον τρόπο οποιασδήποτε επαναδιανομής, όπως ορίζεται με κάθε λεπτομέρεια ο τρόπος της διανομής, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, κάτι που δεν συνάγεται εν προκειμένω. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι σαφείς ως προς το σημείο αυτό, ορίζοντας ότι το ποσοστό 30% ή και 50% κατά περίπτωση παραμένει στα έσοδα του καζίνο και δεν συνάγεται οποιαδήποτε βούληση των μερών για οτιδήποτε διαφορετικό, ούτε αφήνεται περιθώριο ερμηνείας των συλλογικών συμβάσεων”. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες – ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής των ως μη νόμιμης και συνακόλουθα την έφεση στο σύνολό της.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε τις κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 5 στοιχ. α αριθ. 3 της από 20.10.2003 ε.σ.σ.ε, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε μέχρι τέλος του 2006 με την 2.6.2005 ομοία ε.σ.σ.ε. και του ομοίου περιεχομένου άρθρου 4 στοιχ. Α αριθ. 3 της από 21.5.2007 ε.σ.σ.ε σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της με αριθ. Τ/6736/1.7.2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 εδ. τελ. του Ν. 2206/1994 και με εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946). Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Αντιθέτως δεν είναι βάσιμος ο επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και εμμέσως διέγνωσε κενό στις πιο πάνω ρυθμίσεις των ε.σ.σ.ε., οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν παύουν να φέρουν τον χαρακτήρα σύμβασης που προκύπτει μετά από συλλογικές διαπραγματεύσεις, δεν εφάρμοσε για την ερμηνεία του σχετικού όρου αυτών τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Είναι δε αβάσιμος ο αναιρετικός αυτός λόγος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 7 του Ν.1876/1990 που ορίζει στην παρ. 1 ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, προκύπτει ότι οι κανονιστικοί, ως εν προκειμένω, όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων, όπως είναι και οι προαναφερθείσες διατάξεις, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και επομένως δεν έχουν επ’ αυτών εφαρμογή οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1426/1998, ΑΠ 264/1999). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, απορριπτομένων των λοιπών, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.2.2016 αίτησης αναίρεσης ως προς τον 29ο των αναιρεσειόντων Τ. Χ..
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την με αριθ. 6538/31.10.2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Yπόθεση C-692/17 Απαλλαγές – Άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχεία β’ και δ’ – Πράξεις σχετικά με τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και με τη διαχείριση πιστώσεων – Πράξεις οι οποίες αφορούν απαιτήσεις, με εξαίρεση την είσπραξη απαιτήσεων – Εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, του δικαιώματος που αφορά την υπεισέλευση σε δικονομική θέση στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση
Στην υπόθεση C‑692/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του
άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πορτογαλία) με απόφαση
της 8ης Νοεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου
2017, στο πλαίσιο της δίκης
Paulo Nascimento
Consulting – Mediação Imobiliária Lda
κατά
Autoridade Tributária e
Aduaneira,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο
τμήματος, L. Bay Larsen και C. Vajda (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια
διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’
ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Φεβρουαρίου 2019,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Paulo Nascimento Consulting – Mediação Imobiliária Lda, εκπροσωπούμενη από τους R. Silva Lopes και A. Coelho Martins, advogados,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes, M. Figueiredo και R. Campos Laires,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Lozano Palacios καθώς και από τον B. Rechena,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις
προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Μαΐου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του
άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου,
της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας
(ΕΕ 2006, L 347, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς
μεταξύ της εταιρίας Paulo Nascimento Consulting – Mediação Imobiliária Lda (στο εξής: PNC) και της Autoridade Tributária e Aduaneira (φορολογικής και τελωνειακής αρχής, Πορτογαλία) σχετικά
με τον οφειλόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) λόγω εκχώρησης σε τρίτο, εξ
επαχθούς αιτίας, του δικαιώματος που αφορά την υπεισέλευση σε δικονομική θέση
που κατείχε η PNC στο πλαίσιο διαδικασίας
αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με
δικαστική απόφαση.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, της
οδηγίας 2006/112, στον ΦΠΑ υπόκεινται, αντιστοίχως, «οι παραδόσεις αγαθών που
πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από
υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» και «οι παροχές
υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους
μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή».
4 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα
εξής:
«Νοείται ως “υποκείμενος στον φόρο” οποιοσδήποτε ασκεί,
κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, οικονομική δραστηριότητα,
ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο σκοπό και τα αποτελέσματα της δραστηριότητας
αυτής.
Ως “οικονομική δραστηριότητα” θεωρείται κάθε
δραστηριότητα του παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες,
περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων εξόρυξης, των αγροτικών δραστηριοτήτων
καθώς και των δραστηριοτήτων των ελεύθερων επαγγελμάτων. Ως οικονομική
δραστηριότητα θεωρείται, επίσης, η εκμετάλλευση ενσώματου ή άυλου αγαθού, με
σκοπό ιδίως την άντληση εσόδων διαρκούς χαρακτήρα.»
5 Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας,
«[ω]ς “παράδοση αγαθών” θεωρείται η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει
κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό».
6 Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, «[ω]ς
“παροχή υπηρεσιών” νοείται κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί παράδοση αγαθών».
7 Το άρθρο 25, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112 ορίζει ότι
«[η] παροχή υπηρεσιών μπορεί να συνίσταται, μεταξύ άλλων, […] στην εκχώρηση
άυλου αγαθού, το οποίο αντιπροσωπεύεται ή όχι από τίτλο».
8 Το άρθρο 135,
παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις:
β) τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και
τη διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται από αυτόν που τις χορήγησε·
[…]
δ) τις πράξεις, περιλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης, οι
οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές
χρημάτων, απαιτήσεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, με εξαίρεση την είσπραξη
απαιτήσεων».
Το πορτογαλικό δίκαιο
9 Ο Código do Imposto sobre o Valor Acrescentado (κώδικας
φόρου προστιθέμενης αξίας), με τον οποίο μεταφέρθηκε στο πορτογαλικό δίκαιο η
οδηγία 2006/112, προβλέπει στο άρθρο 9, σημείο 27, στοιχεία a και c, όπως ίσχυε
κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο
εξής: κώδικας ΦΠΑ), ότι απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ οι ακόλουθες πράξεις:
«a) η υπό οποιαδήποτε μορφή χορήγηση και
διαπραγμάτευση πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πράξεων προεξοφλήσεως και
αναπροεξοφλήσεως, καθώς και η διοίκηση ή διεκπεραίωσή τους εκ μέρους αυτού που
τις χορηγεί·
[…]
c) οι πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης, οι
οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές
χρημάτων, εισπράξεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, με εξαίρεση τις πράξεις
απλής είσπραξης απαιτήσεων».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, τον
Νοέμβριο του 2006, η PNC, κατά την άσκηση της
δραστηριότητάς της μεσιτείας ακινήτων, έλαβε αποκλειστική εντολή πώλησης ενός
αγροτικού γηπέδου. Η PNC διαβίβασε μια προσφορά
περί αγοράς στον εντολέα της, τον ιδιοκτήτη του γηπέδου αυτού, πλην όμως ο
τελευταίος την απέρριψε, αρνούμενος να καταβάλει στην PNC αμοιβή για την παρασχεθείσα υπηρεσία.
11 Η PNC άσκησε ενώπιον του Tribunal de Família e Menores e de Comarca de Portimão (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οικογενειακών
υποθέσεων και ανηλίκων της περιφέρειας του Portimão, Πορτογαλία) αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί
ο εντολέας της να της καταβάλει το ποσό των 125 000 ευρώ για την οφειλόμενη μεσιτική προμήθεια, πλέον ΦΠΑ
και τόκων υπερημερίας μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε
απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή της PNC, η οποία κατέστη τελεσίδικη.
12 Επιπλέον, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το
Δικαστήριο προκύπτει ότι, δεδομένου ότι ο οφειλέτης δεν κατέβαλε το ποσό στην
πληρωμή του οποίου καταδικάσθηκε κατά τα ανωτέρω, η PNC κίνησε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διαδικασία
αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη της απαιτήσεώς της, όπως αυτή είχε
αναγνωριστεί με την απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία ανερχόταν συνολικά
στο ποσό των 170 859,62 ευρώ.
13 Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι στο πλαίσιο αυτής της
διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κατασχέθηκε ακίνητο περιουσιακό στοιχείο
του οφειλέτη προς εξασφάλιση της πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Το κατασχεθέν
περιουσιακό στοιχείο κατακυρώθηκε στη συνέχεια στην PNC για το ποσό των 606 200 ευρώ, ποσό το οποίο αντιπροσώπευε περίπου το 70 % της αγοραίας αξίας του ακινήτου αυτού. Η κατακύρωση
έγινε υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης της PNC περί καταβολής στον οργανισμό εκτελέσεως του
υπερβάλλοντος, ήτοι της διαφοράς μεταξύ του ποσού της κατακυρώσεως και της
αξίας της απαιτήσεως, πλέον των εξόδων εκτελέσεως, που ανερχόταν συνολικά σε
417 937,12 ευρώ.
14 Με συμφωνία συναφθείσα στις 29 Σεπτεμβρίου 2010, η PNC μεταβίβασε στην εταιρία Starplant – Unipessoal Lda (στο εξής: Starplant) όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από
τη δικονομική της θέση στην εν εξελίξει διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως,
έναντι καταβολής από τη Starplant ποσού 351 619,90 ευρώ.
15 Τον Οκτώβριο του 2010, η PNC, αφενός, καταχώρισε λογιστικά το ποσό των 125 000 ευρώ ως αντάλλαγμα για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες
προς τον προαναφερθέντα εντολέα και κατέβαλε το ποσό των 26 250 ευρώ, που αντιστοιχούσε στον οφειλόμενο εξ αυτού του
λόγου ΦΠΑ. Αφετέρου, καταχώρισε ως «λοιπά εισοδήματα που δεν προσδιορίζονται
ειδικότερα» το ποσό των 200 369,90
ευρώ, που αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο του καταβληθέντος από τη Starplant τιμήματος, επί του οποίου δεν κατέβαλε κανένα ποσό ΦΠΑ.
16 Στις 24 Ιουνίου 2014, η Autoridade Tributária e Aduaneira (φορολογική και τελωνειακή αρχή, Πορτογαλία) απέστειλε
στην PNC πράξεις προσδιορισμού
του ΦΠΑ πλέον τόκων, συνολικού ποσού 83 647,77 ευρώ, έχοντας διαπιστώσει ότι στη δήλωση ΦΠΑ που η
PNC είχε υποβάλει για τη συγκεκριμένη περίοδο δεν είχε
καταχωρισθεί λογιστικά ορθώς η παραχώρηση της δικονομικής θέσεως έναντι ποσού
351 619,90 ευρώ. Συναφώς, η
εν λόγω αρχή θεώρησε ότι επρόκειτο για συναλλαγή διακριτή από εκείνη την οποία
αφορούσε η μεσιτική προμήθεια, η οποία υπέκειτο σε ΦΠΑ, δεδομένου ότι
συνιστούσε εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, δικαιώματος από υποκείμενο
στον φόρο που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτή, η οποία ενέπιπτε στην έννοια
της παροχής υπηρεσιών και η οποία δεν καλυπτόταν από καμία προβλεπόμενη από τον
κώδικα ΦΠΑ εξαίρεση.
17 Το Tribunal Administrativo e Fiscal de Loulé (διοικητικό πρωτοδικείο του Loulé, Πορτογαλία), έκανε δεκτή την προσφυγή της PNC με αίτημα την ακύρωση των προαναφερθεισών πράξεων
προσδιορισμού του ΦΠΑ.
18 Με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, το Tribunal Central Administrativo Sul (κεντρικό διοικητικό
δικαστήριο με δικαιοδοσία στην νότια Πορτογαλία, Πορτογαλία), επιληφθέν κατόπιν
ασκήσεως εφέσεως από το Fazenda Pública (Δημόσιο Ταμείο,
Πορτογαλία), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με το σκεπτικό ότι η επίμαχη
εκχώρηση απαιτήσεως ενέπιπτε στην οικονομική δραστηριότητα της PNC, ότι έπρεπε να θεωρηθεί ως φορολογητέα παροχή υπηρεσιών
και ότι καμία από τις απαλλαγές του άρθρου 9 του κώδικα ΦΠΑ δεν είχε εφαρμογή
σε αυτή. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη πράξη δεν
ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 9, σημείο
27, στοιχείο a, του ως άνω κώδικα για τις πράξεις
χορήγησης και διαπραγμάτευσης πιστώσεων που ενεργούνται από τραπεζικούς και
χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
19 Η PNC άσκησε αίτηση
αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πορτογαλία),
υποστηρίζοντας ότι η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 9, σημείο 27, στοιχείο a, του κώδικα ΦΠΑ είχε εφαρμογή στις πράξεις εκχωρήσεως
απαιτήσεων, ακόμη και όταν αυτές διενεργούνταν από φορείς που δεν ήταν
χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συναφώς, η PNC στηρίχθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορούσε τη
διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία μεταφέρθηκε στο πορτογαλικό δίκαιο με το
εν λόγω άρθρο 9, σημείο 27, στοιχείο a, ήτοι το άρθρο 13, Β, στοιχείο δʹ, σημείο 1, της έκτης
οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των
νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών –
Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49, στο εξής: έκτη οδηγία). Η
διάταξη αυτή της έκτης οδηγίας επαναλαμβάνεται στο άρθρο 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112, με την οποία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε
η έκτη οδηγία από 1ης Ιανουαρίου 2007.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει
την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο
προδικαστικό ερώτημα:
«Για τους σκοπούς της εφαρμογής της απαλλαγής που
προβλέπεται στο άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο β’, της οδηγίας ΦΠΑ, εμπίπτει
στις έννοιες της “χορηγήσεως”, “διαπραγματεύσεως” ή “διαχειρίσεως πιστώσεων” η
εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, του δικαιώματος που αφορά την
υπεισέλευση στη δικονομική θέση την οποία κατέχει υποκείμενος στον ΦΠΑ σε
διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία
αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και η οποία προέκυψε από την αθέτηση
συμβάσεως μεσιτείας ακινήτων, πλέον του ΦΠΑ με τον συντελεστή που θα ισχύει
κατά την ημερομηνία πραγματοποιήσεως της πληρωμής και των τόκων υπερημερίας που
είναι γεγενημένοι ή που ενδέχεται να γεννηθούν έως την πλήρη εξόφληση της
απαιτήσεως;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί,
κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της
οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία προβλέπει για τις
πράξεις που αφορούν τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και τη
διαχείριση πιστώσεων έχει εφαρμογή επί πράξεως που συνίσταται στην εκ μέρους
του υποκειμένου στον φόρο εκχώρηση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, τη δικονομική
θέση την οποία αυτός κατέχει σε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως για την
είσπραξη απαιτήσεως.
22 Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί αν η πράξη αυτή αποτελεί
υποκείμενη σε ΦΠΑ πράξη.
23 Συναφώς, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας
2006/112, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ, προκύπτει ότι στο
εσωτερικό ενός κράτους μέλους υπόκεινται στον φόρο αυτό μόνον οι δραστηριότητες
που έχουν οικονομικό χαρακτήρα. Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο,
της οδηγίας αυτής νοείται ως υποκείμενος στον φόρο οποιοσδήποτε ασκεί, κατά
τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, οικονομική δραστηριότητα. Η έννοια
της «οικονομικής δραστηριότητας» ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο
εδάφιο, της οδηγίας 2006/112 ως καλύπτουσα όλες τις δραστηριότητες του
παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες και, ειδικότερα, τις πράξεις
που ενέχουν εκμετάλλευση ενσώματου ή άυλου αγαθού με σκοπό ιδίως την άντληση
εσόδων διαρκούς χαρακτήρα (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2018, C&D Foods Acquisition, C-502/17, EU:C:2018:888, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να
ερμηνεύσει το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112 στην
υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουνίου 2013, Kostov (C-62/12, EU:C:2013:391), στην οποία ετίθετο το ζήτημα
κατά πόσον υπόκεινται σε ΦΠΑ πράξεις που διενεργούνται ευκαιριακά από πρόσωπο
το οποίο υπόκειται στον φόρο για την κύρια δραστηριότητά του, σε περίπτωση που
η δευτερεύουσα δραστηριότητα του προσώπου αυτού, καίτοι συνιστά οικονομική
δραστηριότητα και συνδέεται με την κύρια δραστηριότητά του, δεν αντιστοιχεί
στην κύρια αυτή δραστηριότητα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το φυσικό πρόσωπο που
υπόκειται ήδη σε ΦΠΑ για την οικονομική δραστηριότητά που ασκεί συστηματικά
πρέπει να θεωρείται «υποκείμενος στον φόρο» για κάθε άλλη οικονομική
δραστηριότητα την οποία ασκεί ευκαιριακά, υπό την προϋπόθεση ότι η
δραστηριότητα αυτή συνιστά δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 9,
παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112 (πρβλ. απόφαση της 13ης
Ιουνίου 2013, Kostov, C‑62/12, EU:C:2013:391, σκέψη 31).
25 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, εξάλλου, ότι
ο αριθμός και το εύρος των πράξεων δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο διακρίσεως
μεταξύ των δραστηριοτήτων ενός ιδιώτη επενδυτή, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο
πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, και εκείνων ενός επενδυτή του οποίου οι
πράξεις συνιστούν οικονομική δραστηριότητα (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου
2011, Słaby κ.λπ., C-180/10 και C-181/10, EU:C:2011:589, σκέψη 37 καθώς και εκεί μνημονευόμενη
νομολογία).
26 Εν προκειμένω, η PNC διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον σε περίπτωση,
όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ο εκχωρών μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε στο
πλαίσιο της «οικονομικής δραστηριότητάς» του, κατά την έννοια του άρθρου 9,
παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112, καθόσον η συμμετοχή της PNC στην επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη εκχωρήσεως της
απαιτήσεως ήταν έκτακτη, δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα που αυτή
συνήθως ασκεί είναι η δραστηριότητα της μεσιτείας ακινήτων.
27 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως τόνισε και ο γενικός
εισαγγελέας με το σημείο 42 των προτάσεών του, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη
εκχωρήσεως πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικά με τη μέσω
αναγκαστικής εκτελέσεως είσπραξη απαιτήσεως που γεννήθηκε από σύμβαση
συναφθείσα στο πλαίσιο της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας της PNC, η οποία συνίστατο στην παροχή υπηρεσιών μεσιτείας
ακινήτων, χωρίς η PNC να αμφισβητεί ότι, όσον
αφορά την πράξη που οδήγησε στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, είχε
ενεργήσει στο πλαίσιο της οικονομικής της δραστηριότητας. Κατά συνέπεια, η
επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη αποτελεί στην πραγματικότητα άμεση προέκταση της
κύριας οικονομικής δραστηριότητας της εν λόγω εταιρίας.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, μόνον το γεγονός ότι η επίμαχη
στην κύρια δίκη πράξη, η οποία πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο που υπόκειται ήδη
στον ΦΠΑ, δεν αντιστοιχεί στην κύρια δραστηριότητα του εν λόγω προσώπου και
πραγματοποιήθηκε από αυτό κατά τρόπο έκτακτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα να
ενήργησε το εν λόγω πρόσωπο, όσον αφορά την πράξη αυτή, στο πλαίσιο της
οικονομικής του δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1,
πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112.
29 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος
1, στοιχεία αʹ και γʹ, της οδηγίας 2006/112, στον ΦΠΑ υπόκεινται, αντιστοίχως,
οι «παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός
κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» και
«οι παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός
κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή».
30 Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112 ορίζει
την παράδοση αγαθών ως τη «μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος,
ενσώματο αγαθό», ενώ το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει την
παροχή υπηρεσιών ως «κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί παράδοση αγαθών».
31 Εν προκειμένω, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό, για τους
σκοπούς του ΦΠΑ, της επίμαχης στην κύρια δίκη πράξεως, δεν αμφισβητείται ότι η
πράξη αυτή πραγματοποιήθηκε «εξ επαχθούς αιτίας». Από τη δικογραφία που έχει
στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η PNC μεταβίβασε στη Starplant, έναντι τιμήματος, κατά τρόπο ενιαίο και συνολικό, όλα τα
δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη δικονομική θέση που αυτή
κατείχε στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη
απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση, απαιτήσεως της οποίας η
πραγματική είσπραξη διασφαλιζόταν με την κατάσχεση και την κατακύρωση στην PNC ενός ακινήτου το οποίο ανήκε στον οφειλέτη.
32 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι
ενιαία παροχή υφίσταται όταν δύο ή περισσότερα στοιχεία ή ενέργειες του
υποκειμένου στον φόρο με αποδέκτη τον πελάτη συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους
ώστε αντικειμενικά να αποτελούν μία αδιάσπαστη οικονομική παροχή, της οποίας ο
κατακερματισμός θα ήταν τεχνητός (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2011, Bog κ.λπ., C-497/09, C‑499/09, C-501/09 και C-502/09, EU:C:2011:135, σκέψη 53, καθώς και της 10ης Νοεμβρίου 2016, Baštová, C-432/15, EU:C:2016:855, σκέψη 70).
33 Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της
δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, τα οποία αναφέρονται στη
σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη στην κύρια
δίκη πράξη δεν είναι δυνατόν να κατακερματισθεί τεχνητώς σε δύο παροχές
συνιστάμενες, αφενός, σε εκχώρηση απαιτήσεως και, αφετέρου, σε εκχώρηση του
δικαιώματος που αφορά την υπεισέλευση σε δικονομική θέση στο πλαίσιο
διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη απαιτήσεως.
34 Συναφώς, καίτοι προκύπτει, όπως επισήμανε ο γενικός
εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, ότι, μεταξύ των διαφόρων στοιχείων
που συνιστούν την εν λόγω πράξη, το βασικό στοιχείο έγκειται στη μεταβίβαση
ενός ενσώματου αγαθού, ήτοι του ακινήτου το οποίο κατακυρώθηκε στον υποκείμενο
στον φόρο, εντούτοις, η απόφαση περί παραπομπής δεν διευκρινίζει κατά πόσο,
πριν καταστεί οριστική η απόφαση με την οποία διατάχθηκε η κατακύρωση του εν
λόγω ακινήτου, ο υποκείμενος στον φόρο, στον οποίο κατακυρώθηκε το εν λόγω
ακίνητο, είχε τη δυνατότητα να το διαθέσει στην πράξη ως κύριος.
35 Αν συμβαίνει τούτο, η επίμαχη στην κύρια δίκη εκχώρηση, η
οποία, κατά τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις,
πραγματοποιήθηκε μία ημέρα πριν καταστεί οριστική η απόφαση με την οποία
διατάχθηκε η κατακύρωση του εν λόγω ακινήτου, συνίσταται σε μεταβίβαση
ενσώματου αγαθού, ήτοι ενός ακινήτου, από συμβαλλόμενο ο οποίος παρέχει τη
δυνατότητα στον αντισυμβαλλόμενό του να διαθέτει, στην πράξη, το εν λόγω αγαθό
ως κύριος, γεγονός το οποίο συνιστά παράδοση αγαθών (πρβλ. απόφαση της 27ης
Μαρτίου 2019, Mydibel, C-201/18, EU:C:2019:254, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αν
τούτο δεν συμβαίνει, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη συνίσταται στη μεταβίβαση
ενός ενσώματου αγαθού η οποία αφορά δικαιώματα επί ενός ακινήτου και εμπίπτει
στην έννοια της παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 25, στοιχείο αʹ, της
οδηγίας 2006/112. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να προβεί στις αναγκαίες
συναφώς επαληθεύσεις.
36 Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της επίμαχης στην
κύρια δίκη πράξεως, όπως αυτές εκτίθενται στις σκέψεις 31 έως 35 της παρούσας
αποφάσεως, η πράξη αυτή, είτε χαρακτηρισθεί ως παροχή υπηρεσιών είτε ως
παράδοση αγαθών, διαφέρει, ως εκ της φύσεώς της, από την επίμαχη στην υπόθεση
επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2011, GFKL Financial Services (C-93/10, EU:C:2011:700). Πράγματι, η πράξη που
εξετάσθηκε από το Δικαστήριο στην ως άνω απόφαση συνίστατο στην απόκτηση από
έναν επιχειρηματία, με δική του ευθύνη, επισφαλών απαιτήσεων σε τιμή κατώτερη
της ονομαστικής τους αξίας, ως προς την οποία το Δικαστήριο κατέληξε, με τη
σκέψη 26 της εν λόγω αποφάσεως, ότι επιχειρηματίας ο οποίος αγοράζει τέτοιες
απαιτήσεις δεν παρέχει υπηρεσίες έναντι αμοιβής και δεν ασκεί οικονομική
δραστηριότητα εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας όταν η διαφορά
μεταξύ της ονομαστικής αξίας των εν λόγω απαιτήσεων και της τιμής αγοράς τους
αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία των εν λόγω απαιτήσεων κατά τον χρόνο
της εκχωρήσεώς τους. Αντιθέτως, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη συνίσταται στη
μεταβίβαση σε τρίτο, εξ επαχθούς αιτίας, όλων των δικαιωμάτων και των
υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δικονομική θέση την οποία κατέχει υποκείμενος
στον ΦΠΑ στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη
απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση.
37 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη
πράξη υπόκειται σε ΦΠΑ δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ ή γʹ,
της οδηγίας 2006/112.
38 Όσον αφορά το ζήτημα αν η επίμαχη πράξη εμπίπτει στο
πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής που προβλέπεται από το άρθρο 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112, σχετικά με «τη χορήγηση και [με] τη
διαπραγμάτευση πιστώσεων καθώς και [με] τη διαχείριση πιστώσεων που ενεργείται
από αυτόν που τις χορήγησε», παρατηρείται ότι, όπως επισήμαναν με τις
παρατηρήσεις τους η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή και όπως τόνισε ο
γενικός εισαγγελέας στο σημείο 61 των προτάσεών του, τα πραγματικά περιστατικά
της διαφοράς της κύριας δίκης προδήλως δεν αναφέρονται σε «πίστωση» συνιστάμενη
στη διάθεση κεφαλαίου έναντι του οποίου καταβάλλεται η δέουσα αμοιβή υπό μορφή
τόκων ή στην ετεροχρονισμένη καταβολή του τιμήματος για την αγορά αγαθού έναντι
καταβολής τόκων ως δέουσας αμοιβής για την πίστωση αυτή [πρβλ. αποφάσεις της
11ης Ιουλίου 1996, Régie dauphinoise, C-306/94, EU:C:1996:290, σκέψεις 16 έως 19, της 29ης
Απριλίου 2004, EDM, C‑77/01, EU:C:2004:243, σκέψεις 65 έως 70, και της 18ης Οκτωβρίου
2018, Volkswagen Financial Services (UK), C-153/17, EU:C:2018:845, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη
νομολογία]. Πράγματι, από την απόφαση περί παραπομπής ουδόλως προκύπτει ότι η
επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη συνεπάγόταν την υποχρέωση της Starplant να καταβάλει τόκους προς αποπληρωμή πιστώσεως που της
χορηγήθηκε.
39 Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η πράξη αυτή
χαρακτηρισθεί ως παροχή υπηρεσιών από το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια πράξη
δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής του άρθρου 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112.
40 Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η PNC κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του
Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που διαλαμβάνονται στις σκέψεις
33 και 35 της παρούσας αποφάσεως, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη δεν μπορεί,
εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι αφορά «πιστώσεις» και, επομένως, δεν
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112, για τις πράξεις που αφορούν «απαιτήσεις
[…], με εξαίρεση την είσπραξη απαιτήσεων».
41 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν
προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 135, παράγραφος 1,
στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία
προβλέπει για τις πράξεις που αφορούν τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση
πιστώσεων ή τη διαχείριση πιστώσεων δεν έχει εφαρμογή επί πράξεως που
συνίσταται στην εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο μεταβίβαση σε τρίτο, εξ
επαχθούς αιτίας, όλων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη
δικονομική θέση την οποία αυτός κατέχει σε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως
για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και της
οποίας η είσπραξη διασφαλίσθηκε με δικαίωμα επί κατασχεθέντος ακινήτου που
κατακυρώθηκε στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους
διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του
αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών
εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο
Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα)
αποφαίνεται:
Το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας
2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό
σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία
προβλέπει για τις πράξεις που αφορούν τη χορήγηση και τη διαπραγμάτευση
πιστώσεων ή τη διαχείριση πιστώσεων δεν έχει εφαρμογή επί πράξεως που
συνίσταται στην εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο μεταβίβαση σε τρίτο, εξ
επαχθούς αιτίας, όλων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη
δικονομική θέση την οποία αυτός κατέχει σε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως
για την είσπραξη απαιτήσεως η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και της
οποίας η είσπραξη διασφαλιζόταν με δικαίωμα επί κατασχεθέντος ακινήτου που
κατακυρώθηκε στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο.
Υπόθεση C-189/18 Δικαίωμα έκπτωσης ΦΠΑ – Άρνηση – Απάτη – Διεξαγωγή αποδείξεων – Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας – Δικαίωμα ακροάσεως – Πρόσβαση στον φάκελο – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος – Αρχή της ισότητας των όπλων – Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως – Ρύθμιση ή πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την επαλήθευση του ασκούμενου από υποκείμενο στον φόρο δικαιώματος έκπτωσης του ΦΠΑ, η φορολογική διοίκηση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις της και τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια προέβη στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών στις οποίες δεν έλαβε μέρος ο ως άνω υποκείμενος στον φόρο
Στην υπόθεση C‑189/18,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του
άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (πρωτοβάθμιο δικαστήριο διοικητικών και
εργατικών διαφορών Βουδαπέστης, Ουγγαρία) με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2018,
η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαρτίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης
Glencore Agriculture
Hungary Kft.
κατά
Nemzeti Adó- és Vámhivatal
Fellebbviteli Igazgatósága,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο
τμήματος, I. Jarukaitis (εισηγητή), E. Juhász, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Bobek
γραμματέας: R. Șereș, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’
ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Μαρτίου 2019,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Glencore Agriculture Hungary Kft., εκπροσωπούμενη από τους Z. Várszegi, D. Kelemen και B. Balog, ügyvédek,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Z. Fehér και G. Koós,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον L. Havas και την J. Jokubauskaitė,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις
προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της
οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το
κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1,
στο εξής: οδηγία ΦΠΑ), της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και του
άρθρου 47 του Χάρτη των
Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς
μεταξύ της Glencore Agriculture Hungary Kft. (στο εξής: Glencore) και της Nemzeti Adó- és Vámhivatal Fellebbviteli Igazgatósága (διεύθυνσης προσφυγών της εθνικής
φορολογικής και τελωνειακής αρχής, Ουγγαρία) (στο εξής: φορολογική αρχή)
σχετικά με δύο αποφάσεις με τις οποίες διατάχθηκε, μεταξύ άλλων, η καταβολή
χρηματικών ποσών για φόρο προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) για τα οικονομικά
έτη 2010 και 2011.
«Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά τον χρόνο κατά τον
οποίο ο προς έκπτωση φόρος γίνεται απαιτητός.»
4 Το άρθρο 168
της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«Στο βαθμό που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται
για τις ανάγκες των φορολογούμενων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο έχει το
δικαίωμα, στο κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιεί τις πράξεις του, να εκπίπτει
από τον οφειλόμενο φόρο τα ακόλουθα ποσά:
α) τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα στο εν λόγω κράτος μέλος
ΦΠΑ για τα αγαθά που του παραδόθηκαν ή πρόκειται να του παραδοθούν και για τις
υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον
υποκείμενο στον φόρο,
[…]».
Το ουγγρικό δίκαιο
5 Το άρθρο 119,
παράγραφος 1, του általános forgalmi adóról szóló 2007. évi CXXVII. törvény (νόμου CXXVII του
2007 περί φόρου προστιθέμενης αξίας, στο εξής: νόμος περί ΦΠΑ) ορίζει τα εξής:
«Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, το δικαίωμα
έκπτωσης από τον φόρο γεννάται τη στιγμή καθορισμού του οφειλόμενου φόρου που
αντιστοιχεί στον φόρο επί των εισροών (άρθρο 120).»
«Στο μέτρο που ο υποκείμενος στον φόρο –ενεργώντας υπό
την ιδιότητά του αυτή– χρησιμοποιεί ή εκμεταλλεύεται με άλλον τρόπο προϊόντα ή
υπηρεσίες για την πραγματοποίηση φορολογούμενων παραδόσεων αγαθών ή παροχών
υπηρεσιών, δικαιούται να εκπίπτει από το ποσό του οφειλόμενου φόρου:
α) τον φόρο που του έχει μετακυλίσει άλλος υποκείμενος στον
φόρο στο πλαίσιο αποκτήσεως αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των
προσώπων ή οργανισμών που υπόκεινται στην καταβολή του απλουστευμένου φόρου
εταιριών
[…]».
7 Το άρθρο 1,
παράγραφος 3a, του adózás rendjéről szóló 2003. évi XCII. törvény (νόμου XCII του
2003 περί κώδικα φορολογικής διαδικασίας, στο εξής: κώδικας φορολογικής
διαδικασίας) προβλέπει τα ακόλουθα:
«Κατά τη διαδικασία ελέγχου των μερών μιας έννομης
σχέσεως (σύμβαση, συναλλαγή) η οποία αποτελεί αντικείμενο φορολογικής
υποχρεώσεως, η φορολογική αρχή οφείλει να χαρακτηρίσει την αυτή έννομη σχέση, η
οποία αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχου και έχει ήδη χαρακτηρισθεί, κατά τον ίδιο
τρόπο για κάθε υποκείμενο στον φόρο, και εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις
διαπιστώσεις που συνήχθησαν επί ενός εκ των μερών της εν λόγω έννομης σχέσεως
σε περίπτωση ελέγχου σε κάθε άλλο μέρος της εν λόγω σχέσεως.»
8 Κατά το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 3, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας, ο
υποκείμενος στον φόρο, όπως και κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλει τον
φόρο βάσει του άρθρου 35, παράγραφοι 2 και 7, δικαιούται να λαμβάνει γνώση των
εγγράφων που αφορούν την επιβολή του φόρου. Δικαιούται να εξετάζει όλα τα
έγγραφα που είναι αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων του ή για την
εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και να αιτείται ή να λαμβάνει αντίγραφο αυτών.
Εντούτοις, ο υποκείμενος στον φόρο δεν δύναται να εξετάζει, μεταξύ άλλων,
απόσπασμα εγγράφου που περιέχει στοιχεία τα οποία αφορούν άλλο πρόσωπο και των
οποίων η γνώση συνιστά παράβαση του φορολογικού απορρήτου.
9 Το άρθρο 97,
παράγραφοι 4 και 5, του κώδικα
αυτού ορίζει τα εξής:
«4. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η φορολογική αρχή οφείλει
να διακριβώσει και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, εκτός
των περιπτώσεων στις οποίες το βάρος της αποδείξεως φέρει, κατά νόμον, ο
φορολογούμενος.
5. Παραδεκτά μέσα αποδείξεως και αποδεικτικά στοιχεία
θεωρούνται ειδικότερα […] τα πορίσματα διαταχθέντων συναφών ελέγχων […].»
10 Κατά το άρθρο 100, παράγραφος 4, του εν λόγω κώδικα:
«Σε περίπτωση που η φορολογική αρχή θεμελιώνει τα
συμπεράσματά της στα αποτελέσματα συναφούς ελέγχου που διενεργήθηκε σε άλλον
υποκείμενο στον φόρο ή σε αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν επ’ ευκαιρία του
ελέγχου αυτού, κοινοποιεί στον υποκείμενο στον φόρο λεπτομερώς το τμήμα του
πρακτικού και της αποφάσεως που τον αφορά, καθώς και τα στοιχεία τις και
αποδείξεις που συνελέγησαν κατά τον συναφή έλεγχο.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Η Glencore είναι εταιρία με έδρα
στην Ουγγαρία, κύρια δραστηριότητα της οποίας αποτελεί το χονδρικό εμπόριο
σιτηρών, ελαιούχων σπόρων και ζωικών τροφών, καθώς και πρώτων υλών.
12 Κατόπιν ελέγχων που αφορούσαν, αφενός, όλους τους φόρους
και τις επιδοτήσεις των οικονομικών ετών 2010 και 2011, με εξαίρεση τον ΦΠΑ του
Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου 2011, και, αφετέρου, τον ΦΠΑ του Οκτωβρίου 2011,
η φορολογική αρχή εξέδωσε δύο αποφάσεις, με την πρώτη εκ των οποίων κλήθηκε,
μεταξύ άλλων, η Glencore να καταβάλει ως ΦΠΑ το
ποσό των 1 951 418 000 ουγγρικών φιορινίων
(HUF) (περίπου 6 000 000 ευρώ), καθώς επίσης
και πρόστιμο και τόκους υπερημερίας, με τη δε δεύτερη υποχρεώθηκε να καταβάλει
συμπληρωματικό ΦΠΑ ύψους 130 171 000 HUF
(περίπου 400 000 ευρώ).
13 Με τις αποφάσεις αυτές, η φορολογική αρχή έκρινε ότι η Glencore είχε παρανόμως προβεί στην έκπτωση του ΦΠΑ, καθόσον
γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι συναλλαγές που είχε πραγματοποιήσει με τους
προμηθευτές της αποτελούσαν μέρος απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ. Στηρίχθηκε σε
διαπιστώσεις στις οποίες προέβη κατόπιν ελέγχου στις εγκαταστάσεις των
προμηθευτών αυτών, θεωρώντας την εν λόγω απάτη ως αποδεδειγμένη πράξη.
14 Μετά την απόρριψη της διοικητικής ένστασης που άσκησε
κατά των δύο αυτών αποφάσεων, η Glencore άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστηρίου διοικητικών και εργατικών
διαφορών Βουδαπέστης, Ουγγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
15 Προς στήριξη της προσφυγής αυτής, η Glencore υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η φορολογική αρχή
προσέβαλε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και τις απαιτήσεις που συνεπάγεται το
δικαίωμα αυτό και παραβίασε, ειδικότερα, την αρχή της ισότητας των όπλων.
Προβάλλει επίσης ότι η φορολογική αρχή παραβίασε διττώς την αρχή του σεβασμού
των δικαιωμάτων άμυνας. Αφενός, μόνον η φορολογική αρχή είχε τη δυνατότητα
πρόσβασης στο σύνολο του φακέλου σχετικά με ποινική διαδικασία έναντι των
προμηθευτών, στην οποία η Glencore δεν ήταν διάδικος και στην οποία δεν μπορούσε, επομένως,
να επικαλεστεί κανένα δικαίωμα, και κατ’ αυτόν τον τρόπο συνελέγησαν και
χρησιμοποιήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της. Αφετέρου, η ίδια αρχή δεν
της παρέσχε πρόσβαση ούτε στον φάκελο σχετικά με τους ελέγχους που
διενεργήθηκαν στους προμηθευτές αυτούς, ειδικότερα δε στα στοιχεία επί των
οποίων στηρίζονται οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη, ούτε στα πρακτικά της
ούτε στις διοικητικές αποφάσεις που εξέδωσε, περιοριζόμενη να της γνωστοποιήσει
μόνο μέρος αυτών, το οποίο επέλεξε σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια.
16 Η φορολογική αρχή υποστηρίζει ότι, μολονότι δεν είναι δυνατόν
να διαθέτει η Glencore τα δικαιώματα που
συνδέονται με την ιδιότητα του μετέχοντος σε φορολογική διαδικασία έναντι άλλου
υποκειμένου στον φόρο, δεν υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον η Glencore μπόρεσε, στο πλαίσιο της διαδικασίας που την αφορούσε,
να εξετάσει τα προερχόμενα από συναφείς διαδικασίες έγγραφα και δηλώσεις που
είχαν περιληφθεί στον φάκελό της και να αμφισβητήσει την αποδεικτική αξία τους
ασκώντας προσφυγή.
17 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το δικαίωμα προς
έκπτωση του ΦΠΑ αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινού συστήματος ΦΠΑ και δεν
μπορεί καταρχήν να αποκλειστεί η άσκησή του εάν πληρούνται οι απαιτούμενες
ουσιαστικές προϋποθέσεις. Η πρακτική, όμως, της φορολογικής αρχής που
εφαρμόστηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε
ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας κατά
την οποία η αρχή αυτή δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις οι οποίες περιλαμβάνονται
στις αποφάσεις που έλαβε κατά το πέρας των διενεργηθέντων στους προμηθευτές του
υποκειμένου στον φόρο ελέγχων και οι οποίες έχουν αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα,
είχε ως αποτέλεσμα τη μη αναγνώριση του ως άνω δικαιώματος προς έκπτωση.
18 Το δικαστήριο αυτό εκθέτει ότι σκοπός του άρθρου 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας είναι
η κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου με την επιβολή της υποχρέωσης συναγωγής των
ίδιων συμπερασμάτων από την ίδια πράξη. Εντούτοις, κατά το αιτούν δικαστήριο,
τίθεται το ζήτημα εάν ο σκοπός αυτός δικαιολογεί πρακτική, όπως η επίμαχη στην
κύρια δίκη, κατά την οποία η φορολογική αρχή απαλλάσσεται από το βάρος
αποδείξεως το οποίο φέρει λαμβάνοντας αυτεπαγγέλτως υπόψη τις διαπιστώσεις που
συνήχθησαν στο πλαίσιο προγενέστερης διαδικασίας, στην οποία ο υποκείμενος στον
φόρο δεν είχε την ιδιότητα του μετέχοντος και δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να
ασκήσει τα συνδεόμενα με την ιδιότητα αυτή δικαιώματα και να λάβει γνώση των
αποφάσεων που ελήφθησαν κατόπιν των εν λόγω διαδικασιών και κατέστησαν
απρόσβλητες μόνο στο πλαίσιο των ελέγχων οι οποίοι διενεργήθηκαν έναντι αυτού.
19 Το εν λόγω δικαστήριο προσθέτει ότι η Glencore έλαβε μερική μόνο γνώση των ως άνω αποφάσεων και
εγγράφων επί των οποίων θεμελιώνονται οι αποφάσεις αυτές, δεδομένου ότι η
φορολογική αρχή απλώς παρέθεσε, στα πρακτικά της, καθεμία από τις διαπιστώσεις
που περιλαμβάνονται στις εν λόγω αποφάσεις, χωρίς να προσκομίσει τις αποφάσεις
αυτές ούτε τα έγγραφα επί των οποίων στηρίζονται.
20 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν μια τέτοια πρακτική
συνάδει με την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και με το
δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, λαμβανομένων υπόψη των ορίων του δικαστικού
ελέγχου που μπορεί αυτό να ασκεί, δεδομένου ότι δεν έχει την εξουσία να
εξετάζει τη νομιμότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται κατόπιν ελέγχων οι οποίοι
αφορούν άλλους υποκειμένους στον φόρο και, ειδικότερα, να εξακριβώνει εάν οι
αποδείξεις στις οποίες στηρίζονται οι αποφάσεις αυτές συνελέγησαν νομίμως.
Παραπέμποντας στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), το αιτούν δικαστήριο ζητεί να
διευκρινιστεί κατά πόσον, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της δίκαιης δίκης,
επιτάσσεται το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης της
φορολογικής αρχής η οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ να διαθέτει την
εξουσία να ελέγχει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που προέρχονται από συναφή
φορολογική διαδικασία συνελέγησαν τηρουμένων των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται
το δίκαιο της Ένωσης και εάν οι ερειδόμενες στα στοιχεία αυτά διαπιστώσεις δεν
προσβάλλουν τα εν λόγω δικαιώματα.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (πρωτοβάθμιο δικαστήριο διοικητικών και
εργατικών διαφορών Βουδαπέστης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του
διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει οι διατάξεις της οδηγίας ΦΠΑ, καθώς και, στον
βαθμό που τις αφορούν, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων της
υπεράσπισης και το άρθρο 47 του [Χάρτη] να
ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους και
εθνική πρακτική, η οποία βασίζεται σε αυτήν, δυνάμει των οποίων οι
διαπιστώσεις, στο πλαίσιο ελέγχου των μερών της έννομης σχέσεως (σύμβαση,
συναλλαγή) που αποτελεί αντικείμενο φορολογικής υποχρεώσεως, στις οποίες
προβαίνει η φορολογική αρχή κατόπιν διαδικασίας που εφαρμόστηκε έναντι ενός εκ
των μερών της εν λόγω έννομης σχέσεως (του εκδότη των τιμολογίων στην κύρια
υπόθεση) και περιλαμβάνουν τον επαναχαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, πρέπει να
λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη φορολογική αρχή σε περίπτωση ελέγχου του
άλλου μέρους της έννομης σχέσεως (του λήπτη των τιμολογίων στην κύρια υπόθεση),
δεδομένου ότι το άλλο μέρος της έννομης σχέσεως δεν διαθέτει κανένα δικαίωμα,
ιδίως τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιότητα του μετέχοντος στη
διαδικασία, στην αρχική διαδικασία ελέγχου;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως του Δικαστηρίου επί
του πρώτου ερωτήματος, αντιτίθενται οι διατάξεις της οδηγίας ΦΠΑ, καθώς και,
στον βαθμό που τις αφορούν, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων της
υπεράσπισης και το άρθρο 47 του [Χάρτη], σε
εθνική πρακτική η οποία επιτρέπει διαδικασία όπως η περιγραφόμενη στο πρώτο
ερώτημα, με συνέπεια το άλλο μέρος της έννομης σχέσεως (ο λήπτης των
τιμολογίων) να μην διαθέτει, στην αρχική διαδικασία ελέγχου, τα δικαιώματα που
σχετίζονται με την ιδιότητα του μετέχοντος στη διαδικασία, και, εξ αυτού του
λόγου, να μην μπορεί περαιτέρω να ασκήσει δικαίωμα προσφυγής στο πλαίσιο
διαδικασίας ελέγχου της οποίας οι διαπιστώσεις πρέπει να λαμβάνονται
αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη φορολογική αρχή για τη διαδικασία ελέγχου αναφορικά
με τη φορολογική υποχρέωση του άλλου μέρους και μπορούν να χρησιμοποιηθούν εις
βάρος του τελευταίου, δεδομένου ότι η φορολογική αρχή δεν θέτει στη διάθεση του
άλλου μέρους τον σχετικό φάκελο του ελέγχου που διενεργήθηκε έναντι του πρώτου
μέρους της έννομης σχέσεως (του εκδότη των τιμολογίων), ιδίως τα στοιχεία που
τεκμηριώνουν τις διαπιστώσεις, τα πρακτικά και τις διοικητικές αποφάσεις, αλλά
του κοινοποιεί μόνον ένα τμήμα, με τη μορφή περίληψης, γνωστοποιώντας κατ’
αυτόν τον τρόπο στο άλλο μέρος το περιεχόμενο του φακέλου μόνον εμμέσως,
επιλέγοντας βάσει κριτηρίων τα οποία έκρινε κατάλληλα και επί των οποίων το
άλλο μέρος δεν μπορεί να ασκήσει κανέναν έλεγχο;
3) Πρέπει οι διατάξεις της οδηγίας ΦΠΑ, καθώς και, στον
βαθμό που τις αφορούν, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων της
υπεράσπισης και το άρθρο 47 του [Χάρτη], να
ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους και
εθνική πρακτική, η οποία βασίζεται σε αυτήν, δυνάμει των οποίων οι
διαπιστώσεις, στο πλαίσιο ελέγχου των μερών της έννομης σχέσεως, που αποτελεί
αντικείμενο φορολογικής υποχρεώσεως, στις οποίες προβαίνει η φορολογική αρχή
κατόπιν διαδικασίας που εφαρμόστηκε έναντι του εκδότη των τιμολογίων και
περιλαμβάνουν τη διαπίστωση ότι ο εν λόγω εκδότης έχει συμμετάσχει σε
ενεργητική φορολογική απάτη, πρέπει να λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη
φορολογική αρχή σε περίπτωση ελέγχου του λήπτη των τιμολογίων, δεδομένου ότι ο
εν λόγω λήπτης δεν διαθέτει, στη διαδικασία ελέγχου που διενεργείται έναντι του
εκδότη, τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιότητα του μετέχοντος στη
διαδικασία και, εξ αυτού του λόγου, δεν μπορεί περαιτέρω να ασκήσει προσφυγή
στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου της οποίας οι διαπιστώσεις πρέπει να
λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη φορολογική αρχή για τη διαδικασία
ελέγχου αναφορικά με τη φορολογική υποχρέωση του λήπτη και μπορούν να
χρησιμοποιηθούν εις βάρος του τελευταίου, και δεδομένου ότι [η φορολογική αρχή]
δεν θέτει στη διάθεση του λήπτη τον σχετικό φάκελο του ελέγχου που διενεργήθηκε
έναντι του εκδότη, ιδίως τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τις διαπιστώσεις, τα
πρακτικά και τις διοικητικές αποφάσεις, αλλά του κοινοποιεί μόνον ένα τμήμα, με
τη μορφή περίληψης, γνωστοποιώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στον λήπτη το
περιεχόμενο του φακέλου μόνον εμμέσως, επιλέγοντας βάσει κριτηρίων τα οποία
έκρινε κατάλληλα και επί των οποίων ο εν λόγω λήπτης δεν μπορεί να ασκήσει
κανέναν έλεγχο;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατόπιν
φορολογικών ελέγχων που διενεργήθηκαν στην Glencore και τους προμηθευτές της, απορρίφθηκε το αίτημά της προς
έκπτωση του ΦΠΑ και της επιβλήθηκαν, κατά συνέπεια, διορθωτικές πράξεις
επιβολής ΦΠΑ. Η φορολογική αρχή στήριξε, μεταξύ άλλων, την απόρριψη αυτή,
σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας, σε
διαπιστώσεις πραγματοποιηθείσες στο πλαίσιο διαδικασιών έναντι των ως άνω
προμηθευτών, στις οποίες η Glencore δεν είχε λάβει, επομένως, μέρος και βάσει των οποίων
εκδόθηκαν αποφάσεις οι οποίες κατέστησαν απρόσβλητες και κατά τις οποίες οι εν
λόγω προμηθευτές είχαν διαπράξει απάτη σχετική με τον ΦΠΑ.
23 Καθόσον η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο
πλαίσιο ποινικής και προγενέστερης διοικητικής διαδικασίας, καθώς και στο
πλαίσιο διοικητικών αποφάσεων που αφορούν τους προμηθευτές της Glencore, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας του, ζήτησε από το αιτούν
δικαστήριο να παράσχει διευκρινίσεις επί της ή των εν λόγω ποινικών διαδικασιών
και να αναφέρει εάν έχουν περατωθεί με αμετάκλητες αποφάσεις ποινικού
δικαστηρίου. Ως απάντηση στο αίτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι
δεν διέθετε πληροφορίες όσον αφορά την περάτωση, με απόφαση επί της ουσίας, των
ποινικών δικών που αφορούσαν τους προμηθευτές της Glencore και κοινοποίησε τέσσερις, απρόσβλητες πλέον, φορολογικές
αποφάσεις που αφορούν ορισμένους από τους προμηθευτές αυτούς.
24 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Glencore και η Ουγγρική Κυβέρνηση διευκρίνισαν ότι, όταν η
φορολογική αρχή εξέτασε τα έγγραφα των διαδικασιών αυτών και εξέδωσε τις δύο
διοικητικές αποφάσεις κατά των οποίων προσέφυγε η Glencore στην υπόθεση της κύριας δίκης, εκκρεμούσαν δύο ακόμη
ποινικές διαδικασίες σχετικά με την επίμαχη απάτη. Οι διαδικασίες αυτές δεν
είχαν ακόμη περατωθεί με επί της ουσίας απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Κατά
συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση δεν εγείρει ζητήματα δεδικασμένου.
25 Υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων αυτών, πρέπει να γίνει
δεκτό ότι, με τα τρία ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού,
το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν η οδηγία ΦΠΑ, η
αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και το άρθρο 47 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι
απαγορεύουν ρύθμιση ή πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την
επαλήθευση του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ που ασκείται από υποκείμενο
στον φόρο, η φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις και
τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια έχει ήδη προβεί στο πλαίσιο
συναφών διοικητικών διαδικασιών διεξαχθεισών κατά των προμηθευτών αυτού του
υποκειμένου στον φόρο, επί των οποίων στηρίζονται αποφάσεις που έχουν καταστεί
απρόσβλητες και με τις οποίες διαπιστώνεται ότι οι προμηθευτές αυτοί τέλεσαν
απάτη σχετική με τον ΦΠΑ.
26 Με βάση τις ενδείξεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η
φορολογική αρχή εκτιμά ότι το γεγονός ότι δεσμεύεται από τις πραγματικές
διαπιστώσεις και τους νομικούς χαρακτηρισμούς που περιλαμβάνονται στις
αποφάσεις αυτές οι οποίες έχουν καταστεί απρόσβλητες την απαλλάσσει από την
υποχρέωση να προσκομίσει εκ νέου αποδείξεις για την απάτη στη δίκη που αφορά
τον υποκείμενο στον φόρο. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται
ιδίως εάν η οδηγία ΦΠΑ και η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
αντιτίθενται σε πρακτική της φορολογικής αρχής η οποία συνίσταται, όπως στην
υπόθεση της κύριας δίκης, στη μη παροχή στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο
πρόσβασης στον φάκελο που αφορά συναφείς διαδικασίες, ειδικότερα δε στο σύνολο
των εγγράφων στα οποία στηρίζονται οι διαπιστώσεις αυτές, στα συνταχθέντα
πρακτικά και στις εκδοθείσες αποφάσεις, και στην έμμεση γνωστοποίηση, υπό μορφή
περίληψης, μέρους μόνον των στοιχείων αυτών τα οποία επέλεξε η ίδια η
φορολογική αρχή με βάση δικά της κριτήρια και επί των οποίων ο υποκείμενος δεν
μπορεί να ασκήσει κανέναν έλεγχο.
27 Συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίστηκε
ότι, προκειμένου να αποδείξει την εμπλοκή της Glencore στην απάτη αυτή, η φορολογική αρχή στηρίχθηκε σε αποδεικτικά
στοιχεία τα οποία συνέλεξε στο πλαίσιο των εκκρεμών ποινικών διαδικασιών, των
διοικητικών διαδικασιών που κινήθηκαν κατά των προμηθευτών της Glencore και της διοικητικής διαδικασίας κατά της ίδιας της Glencore.
28 Το αιτούν δικαστήριο, αφού εξέθεσε, εξάλλου, ότι δεν έχει
την εξουσία να εξετάζει τη νομιμότητα των προγενέστερων αποφάσεων οι οποίες
έχουν εκδοθεί κατόπιν ελέγχων που αφορούν άλλους υποκειμένους στον φόρο και,
ειδικότερα, να ελέγχει εάν οι αποδείξεις επί των οποίων στηρίζονται οι
αποφάσεις αυτές αποκτήθηκαν νομίμως, διερωτάται επίσης, παραπέμποντας στην
απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), κατά πόσον, για την ικανοποίηση
των απαιτήσεων της δίκαιης δίκης, επιτάσσεται να διαθέτει το δικαστήριο που
επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης φορολογικής αρχής εκδίδουσας
διορθωτική πράξη την εξουσία να ελέγχει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που
προέρχονται από συναφή φορολογική διαδικασία συνελέγησαν τηρουμένων των
δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης και εάν οι ερειδόμενες στα
στοιχεία αυτά διαπιστώσεις δεν προσβάλλουν τα εν λόγω δικαιώματα.
29 Στο μέτρο που η Ουγγρική Κυβέρνηση, με τις γραπτές και
προφορικές παρατηρήσεις της, παρέθεσε ερμηνεία των εθνικών διατάξεων και
επεξήγηση των πρακτικών της φορολογικής αρχής, όσον αφορά τη διεξαγωγή των
αποδείξεων, την έκταση της πρόσβασης στον φάκελο και το εύρος του δικαστικού
ελέγχου, διαφορετικές από εκείνες που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο,
υπενθυμίζεται ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του συστήματος
δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, να εξακριβώσει ή
να θέσει υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια της εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου
ερμηνείας του εθνικού δικαίου, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή υπάγεται στην
αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Επίσης, το Δικαστήριο
οφείλει, όταν αποφαίνεται προδικαστικώς επί ερωτημάτων που του υποβάλλει εθνικό
δικαστήριο, να δέχεται την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, όπως αυτή παρατίθεται
από το οικείο δικαστήριο (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia, C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 13 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Ομοίως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο αλλά στο εθνικό
δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν στη
διαφορά και να συναγάγει εξ αυτών τις συνέπειες για την απόφαση που καλείται να
εκδώσει. Επομένως, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ
αυτού και των εθνικών δικαστηρίων, οφείλει να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και
νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως
αυτό προσδιορίζεται στην απόφαση περί παραπομπής (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου
2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Επιπλέον, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται
επί του συμβατού εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης ούτε να ερμηνεύει
εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις (αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 2012, Ascafor και Asidac, C‑484/10, EU:C:2012:113, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 6ης
Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme, C‑203/14, EU:C:2015:664, σκέψη 43). Ωστόσο, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο
αιτούν δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που θα
παράσχουν στο δικαστήριο αυτό τη δυνατότητα να εκτιμήσει την εν λόγω
συμβατότητα προκειμένου να εκδώσει απόφαση στην υπόθεση της οποίας έχει
επιληφθεί (αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 2012, Ascafor και Asidac, C‑484/10, EU:C:2012:113, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 26ης Ιουλίου
2017, Europa Way και Persidera, C‑560/15, EU:C:2017:593, σκέψη 35).
32 Κατόπιν των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, πρέπει να
εξεταστούν διαδοχικά οι απαιτήσεις που απορρέουν από την οδηγία ΦΠΑ, από την
αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και από το άρθρο 47 του Χάρτη όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, την
έκταση της πρόσβασης του υποκειμένου στον φάκελο και το εύρος του δικαστικού
ελέγχου σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης.
Επί της διεξαγωγής των αποδείξεων υπό το πρίσμα της
οδηγίας ΦΠΑ και της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
33 Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα των υποκείμενων στον
φόρο να προβαίνουν σε έκπτωση, από τον οφειλόμενο ΦΠΑ, του ΦΠΑ επί των εισροών
ο οποίος οφείλεται ή καταβλήθηκε για τα αγαθά που απέκτησαν και τις υπηρεσίες
που έλαβαν για τις ανάγκες των φορολογητέων πράξεών τους συνιστά θεμελιώδη αρχή
του καθιερωθέντος από τον νομοθέτη της Ένωσης κοινού συστήματος του ΦΠΑ. Όπως
έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, το δικαίωμα προς έκπτωση το οποίο
προβλέπεται στα άρθρα 167 επ. της οδηγίας ΦΠΑ
αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού του ΦΠΑ και δεν μπορεί, καταρχήν, να
περιορίζεται (αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Bonik, C‑285/11, EU:C:2012:774, σκέψεις 25 και 26, της 19ης Οκτωβρίου 2017, Paper Consult, C‑101/16, EU:C:2017:775, σκέψεις 35 και 36, καθώς και της 21ης Μαρτίου 2018, Volkswagen, C‑533/16, EU:C:2018:204, σκέψεις 37 και 39).
34 Τούτου δοθέντος, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της
φοροαποφυγής και των ενδεχόμενων καταχρηστικών πρακτικών αποτελεί σκοπό τον
οποίο αναγνωρίζει και ενθαρρύνει η οδηγία ΦΠΑ, το δε Δικαστήριο έχει
επανειλημμένως κρίνει ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται τους κανόνες
του δικαίου της Ένωσης δολίως ή καταχρηστικώς. Επομένως, εναπόκειται στις
εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να μην επιτρέπουν την άσκηση του
δικαιώματος προς έκπτωση όταν αποδεικνύεται, βάσει αντικειμενικών στοιχείων,
ότι η επίκληση του δικαιώματος αυτού γίνεται δολίως ή καταχρηστικώς (πρβλ.
αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Bonik, C‑285/11, EU:C:2012:774, σκέψεις 35 έως 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 28ης
Ιουλίου 2016, Astone, C‑332/15, EU:C:2016:614, σκέψη 50).
35 Εφόσον τούτο ισχύει στην περίπτωση που διαπράττει απάτη ο
ίδιος ο υποκείμενος στον φόρο, το αυτό ισχύει και όταν ο υποκείμενος στον φόρο
γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι με την αγορά του συμμετέχει σε πράξη διενεργηθείσα
στο πλαίσιο απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ. Η άσκηση του δικαιώματος προς έκπτωση
από τον υποκείμενο στον φόρο μπορεί να αποκλειστεί μόνον εφόσον αποδεικνύεται,
βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι ο υποκείμενος αυτός, στον οποίο
παρασχέθηκαν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αποτελούν τη βάση για να θεμελιωθεί το
δικαίωμα προς έκπτωση, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι συμμετείχε, με την
αγορά των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, σε πράξη πραγματοποιηθείσα στο
πλαίσιο απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ, την οποία διέπραξε ο πάροχος ή άλλος
επιχειρηματίας σε προηγούμενο ή επόμενο στάδιο της αλυσίδας των παραδόσεων ή
παροχών αυτών (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Bonik, C‑285/11, EU:C:2012:774, σκέψεις 38 έως 40, καθώς και της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Maks Pen, C‑18/13, EU:C:2014:69, σκέψεις 27 και 28).
36 Αφού ο αποκλεισμός του δικαιώματος προς έκπτωση αποτελεί
εξαίρεση από την εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής που συνιστά το δικαίωμα αυτό,
εναπόκειται στις φορολογικές αρχές να αποδείξουν επαρκώς κατά νόμο τα
αντικειμενικά στοιχεία με βάση τα οποία καθίσταται δυνατό να συναχθεί ότι ο
υποκείμενος στον φόρο είχε ή όφειλε να έχει γνώση του ότι η πράξη της οποίας
γίνεται επίκληση προκειμένου να θεμελιωθεί το δικαίωμα προς έκπτωση
πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο τέτοιας απάτης (πρβλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου
2014, Maks Pen, C‑18/13, EU:C:2014:69, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Δεδομένου ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει κανόνες
σχετικούς με τον τρόπο διεξαγωγής των αποδείξεων στον τομέα της απάτης σχετικής
με τον ΦΠΑ, οι φορολογικές αρχές πρέπει να αποδείξουν τα αντικειμενικά αυτά
στοιχεία σύμφωνα με τους κανόνες περί αποδείξεων που προβλέπει το εθνικό
δίκαιο. Ωστόσο, οι εν λόγω κανόνες δεν πρέπει να θίγουν την αποτελεσματικότητα
του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα που διασφαλίζει το
δίκαιο αυτό και ειδικότερα ο Χάρτης (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψεις 65 έως 67).
38 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο, με την απόφαση της
17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), έκρινε, στη σκέψη 68 της απόφασης αυτής, ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν
εμποδίζει μια φορολογική αρχή να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο διοικητικής
διαδικασίας, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικής πρακτικής στον
τομέα του ΦΠΑ, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνελέγησαν στο πλαίσιο μη
ολοκληρωθείσας ακόμη παράλληλης ποινικής διαδικασίας που αφορά τον υποκείμενο
στον φόρο. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, η εκτίμηση αυτή ισχύει και για τη
χρήση, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη απάτης σχετικής με τον ΦΠΑ,
αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν στο πλαίσιο μη ολοκληρωθεισών ποινικών
διαδικασιών οι οποίες δεν αφορούν τον υποκείμενο στον φόρο ή που συνελέγησαν
στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών, στις οποίες, όπως στην υπόθεση της
κύριας δίκης, δεν έλαβε μέρος ο υποκείμενος στον φόρο.
39 Μεταξύ των δικαιωμάτων που διασφαλίζει το δίκαιο της
Ένωσης περιλαμβάνεται και ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, ο οποίος, κατά
πάγια νομολογία, συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία έχει
εφαρμογή όταν η διοίκηση προτίθεται να εκδώσει βλαπτική πράξη εις βάρος ενός
προσώπου. Βάσει της ως άνω αρχής, οι αποδέκτες αποφάσεων που θίγουν αισθητά τα
συμφέροντά τους πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν λυσιτελώς την
άποψή τους σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να
στηρίξει την απόφασή της. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τις διοικητικές αρχές των
κρατών μελών όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του
δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν η εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης δεν
προβλέπει ρητώς μια τέτοια διατύπωση (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Sopropé, C‑349/07, EU:C:2008:746, σκέψεις 36 έως 38, και της 22ας Οκτωβρίου 2013, Sabou, C‑276/12, EU:C:2013:678, σκέψη 38).
40 Η γενική αυτή αρχή εφαρμόζεται, συνεπώς, υπό περιστάσεις
όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, στις οποίες ένα κράτος μέλος, προκειμένου να
συμμορφωθεί προς την απορρέουσα από το δίκαιο της Ένωσης υποχρέωση να λάβει όλα
τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα τα οποία είναι κατάλληλα να εξασφαλίσουν την
είσπραξη ολοκλήρου του ΦΠΑ που οφείλεται στο έδαφός του και να καταπολεμήσει τη
φοροδιαφυγή, υποβάλλει φορολογούμενο σε διαδικασία φορολογικού ελέγχου (πρβλ.
απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 27).
41 Το δικαίωμα ακροάσεως, καθόσον αποτελεί αναπόσπαστο μέρος
του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα
να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια
διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης δυνάμενης
να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο
κανόνας ότι ο αποδέκτης μιας βλαπτικής απόφασης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να
υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν ληφθεί η απόφαση αυτή έχει ως σκοπό να είναι
η αρμόδια αρχή σε θέση να λάβει λυσιτελώς υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν
επιρροή. Για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία του ενδιαφερομένου, ο
κανόνας αυτός έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, να μπορεί αυτός να διορθώσει
ένα λάθος ή να προβάλει στοιχεία της προσωπικής του κατάστασης που να
συνηγορούν υπέρ του να ληφθεί, να μη ληφθεί ή να έχει το τάδε ή το δείνα
περιεχόμενο η απόφαση (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Το δικαίωμα ακροάσεως συνεπάγεται, επίσης, την υποχρέωση
της διοίκησης να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο
ενδιαφερόμενος, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα συναφή στοιχεία
της οικείας υπόθεσης, αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή της, η δε
υποχρέωση αρκούντως εξειδικευμένης και συγκεκριμένης αιτιολόγησης της απόφασης
ώστε να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους
απόρριψης της αίτησής του αποτελεί, συνεπώς, αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του
σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή
του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα, αλλά μπορεί
να περιέχει περιορισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί
ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει το
επίμαχο μέτρο και δεν αποτελούν, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού,
υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία των διασφαλιζόμενων
κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιωμάτων (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Επιπλέον, η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης
υπόθεσης, ιδίως σε συνάρτηση με τη φύση της επίμαχης απόφασης, το πλαίσιο εντός
του οποίου αυτή εκδόθηκε, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν
το σχετικό θέμα (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega, C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι η ασφάλεια δικαίου
περιλαμβάνεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, το
Δικαστήριο έχει, μεταξύ άλλων, διαπιστώσει ότι η μη δυνατότητα προσβολής μιας
διοικητικής απόφασης, λόγω εκπνοής των εύλογων προθεσμιών προσβολής της ή
εξάντλησης των ενδίκων μέσων, συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου και ότι το δίκαιο
της Ένωσης δεν επιβάλλει, καταρχήν, στο διοικητικό όργανο την υποχρέωση να
εξετάσει εκ νέου μια διοικητική απόφαση που κατέστη απρόσβλητη (πρβλ. αποφάσεις
της 13ης Ιανουαρίου 2004, Kühne & Heitz, C‑453/00, EU:C:2004:17, σκέψη 24, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 37, καθώς και της 4ης Οκτωβρίου 2012, Byankov, C‑249/11, EU:C:2012:608, σκέψη 76).
46 Κανόνας όπως αυτός του άρθρου 1, παράγραφος 3a, του κώδικα φορολογικής διαδικασίας, βάσει
του οποίου, κατά το αιτούν δικαστήριο, η φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις
πραγματικές διαπιστώσεις και τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια
προέβη στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών έναντι των προμηθευτών του
υποκειμένου στον φόρο, στις οποίες αυτός δεν έλαβε μέρος, φαίνεται ότι είναι
ικανός, όπως υποστήριξε η Ουγγρική Κυβέρνηση και επισήμανε ο γενικός
εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών του, να
εγγυηθεί την ασφάλεια δικαίου καθώς και την ισότητα μεταξύ των φορολογουμένων,
καθόσον υποχρεώνει την αρχή αυτή να επιδεικνύει συνέπεια δίδοντας στα ίδια
πραγματικά περιστατικά όμοιους νομικούς χαρακτηρισμούς. Επομένως, το δίκαιο της
Ένωσης δεν απαγορεύει, καταρχήν, την εφαρμογή ενός τέτοιου κανόνα.
47 Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο εάν, δυνάμει του κανόνα
αυτού και λόγω του απρόσβλητου χαρακτήρα των αποφάσεων που λαμβάνονται κατόπιν
των συναφών διοικητικών διαδικασιών, η φορολογική αρχή απαλλάσσεται από την
υποχρέωση να γνωστοποιεί στον υποκείμενο στον φόρο τα αποδεικτικά στοιχεία,
συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από τις διαδικασίες αυτές, βάσει
των οποίων προτίθεται να λάβει απόφαση, και ο εν λόγω υποκείμενος στερείται
κατ’ αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα να αμφισβητήσει λυσιτελώς, κατά τη διάρκεια
της διαδικασίας που τον αφορά, τις ως άνω πραγματικές διαπιστώσεις και νομικούς
χαρακτηρισμούς.
48 Πράγματι, αφενός, μια τέτοια εφαρμογή του εν λόγω κανόνα,
η οποία ισοδυναμεί με την πρόσδοση ισχύος σε μη δυνάμενη να προσβληθεί
διοικητική απόφαση, διαπιστώνουσα την τέλεση απάτης, έναντι υποκειμένου στον
φόρο ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία που κατέληξε στη διαπίστωση αυτή,
αντιτίθεται στην υπομνησθείσα στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης υποχρέωση της φορολογικής αρχής
να αποδεικνύει επαρκώς κατά νόμον τα αντικειμενικά στοιχεία με βάση τα οποία
καθίσταται δυνατό να συναχθεί ότι ο υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να
γνωρίζει ότι η πράξη της οποίας γίνεται επίκληση προκειμένου να θεμελιωθεί το
δικαίωμα προς έκπτωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο απάτης, καθότι η υποχρέωση
αυτή προϋποθέτει ότι η ως άνω διοικητική αρχή προσκομίζει, στη διαδικασία που
αφορά τον υποκείμενο στον φόρο, την απόδειξη της ύπαρξης απάτης ως προς την
οποία του προσάπτεται ότι συμμετείχε παθητικώς.
49 Αφετέρου, στο πλαίσιο διαδικασίας φορολογικού ελέγχου,
όπως αυτή της κύριας δίκης, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί να
δικαιολογήσει έναν τέτοιο περιορισμό των δικαιωμάτων άμυνας, των οποίων το
περιεχόμενο υπομνήσθηκε στις σκέψεις 39 και 41 της παρούσας απόφασης, ο οποίος αποτελεί, σε
σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση θίγουσα την ίδια
την ουσία των δικαιωμάτων αυτών. Πράγματι, στερεί από τον υποκείμενο στον φόρο
στον οποίο πρόκειται να προβληθεί άρνηση άσκησης του δικαιώματος προς έκπτωση
του ΦΠΑ τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει, κατά τη διάρκεια διοικητικής
διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης δυνάμενης να
επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του, λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή
του όσον αφορά τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση προτίθεται να βασιστεί.
Στρεβλώνει τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής να λάβει λυσιτελώς υπόψη όλα τα
στοιχεία που ασκούν επιρροή και τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου να
διορθώσει, ενδεχομένως, κάποιο σφάλμα. Τέλος, απαλλάσσει την αρχή από την
υποχρέωσή της να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο
ενδιαφερόμενος, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα στοιχεία της
οικείας υπόθεσης που ασκούν επιρροή, αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή
της.
50 Κατά συνέπεια, ναι μεν η οδηγία ΦΠΑ και η αρχή του
σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν αντιτίθενται, καταρχήν, σε τέτοιον κανόνα,
αλλά τούτο ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι η εφαρμογή του δεν απαλλάσσει τη
φορολογική αρχή από την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον υποκείμενο στον φόρο τα
αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των προερχόμενων από τις συναφείς
διαδικασίες που κινήθηκαν έναντι των προμηθευτών του, βάσει των οποίων
προτίθεται να λάβει απόφαση, και υπό τη επιφύλαξη ότι ο ως άνω υποκείμενος στον
φόρο δεν στερείται το δικαίωμά του να αμφισβητήσει λυσιτελώς, κατά τη διάρκεια
της διαδικασίας που τον αφορά, τις πραγματικές διαπιστώσεις και τους νομικούς
χαρακτηρισμούς στους οποίους προέβη η αρχή αυτή στο πλαίσιο των συναφών διαδικασιών.
Επί της έκτασης της πρόσβασης στον φάκελοτου υποκειμένουστον φόρουπό το πρίσμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων
άμυνας
51 Η υπομνησθείσα στις σκέψεις 39 και 41 της παρούσας απόφασης απαίτηση να παρέχεται
στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να καθιστά λυσιτελώς γνωστή την άποψή του
σχετικά με τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή
της προϋποθέτει ότι ο αποδέκτης της απόφασης είναι σε θέση να γνωρίζει τα
στοιχεία αυτά (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 31). Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
συνεπάγεται το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου
2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 68).
52 Δεδομένου ότι ο αποδέκτης μιας βλαπτικής απόφασης πρέπει
να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν ληφθεί η απόφαση
αυτή, προκειμένου, ιδίως, να είναι η αρμόδια αρχή σε θέση να λάβει λυσιτελώς
υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία και, ενδεχομένως, να μπορεί ο αποδέκτης αυτός να
διορθώσει ένα σφάλμα και να προβάλει λυσιτελώς στοιχεία σχετικά με την
προσωπική του κατάσταση, η πρόσβαση στον φάκελο πρέπει να επιτρέπεται κατά τη
διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, προσβολή του δικαιώματος
πρόσβασης στον φάκελο η οποία σημειώνεται στο στάδιο της διοικητικής
διαδικασίας δεν θεραπεύεται απλώς και μόνον με το να καταστεί η πρόσβαση δυνατή
κατά την ένδικη διαδικασία επί ενδεχόμενης προσφυγής ακυρώσεως της
αμφισβητούμενης απόφασης (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, Hercules Chemicals κατά
Επιτροπής, C‑51/92 P, EU:C:1999:357, σκέψη 78· της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 318, καθώς και της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 104).
53 Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο πλαίσιο φορολογικής
διοικητικής διαδικασίας όπως αυτή της κύριας δίκης, ο υποκείμενος στον φόρο
πρέπει να έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στο σύνολο των στοιχείων του φακέλου επί
των οποίων η φορολογική αρχή προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της. Επομένως,
όταν η φορολογική αρχή προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της σε αποδεικτικά
στοιχεία τα οποία έχουν ληφθεί, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, στο πλαίσιο
ποινικών και συναφών διοικητικών διαδικασιών που κινήθηκαν κατά των προμηθευτών
του, ο ως άνω υποκείμενος στον φόρο πρέπει να έχει δυνατότητα πρόσβασης στα
στοιχεία αυτά.
54 Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 59 και 60 των προτάσεών του, πρέπει επίσης να παρέχεται
στον υποκείμενο στον φόρο η δυνατότητα πρόσβασης στα έγγραφα τα οποία δεν
χρησιμοποιούνται άμεσα για τη θεμελίωση της απόφασης της φορολογικής αρχής,
αλλά μπορούν να είναι χρήσιμα για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας, ιδίως δε
στα απαλλακτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η αρχή αυτή (πρβλ. απόφαση της 13ης
Σεπτεμβρίου 2018, UBS Europe κ.λπ., C‑358/16, EU:C:2018:715, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Εντούτοις, καθόσον, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης, η αρχή του σεβασμού των
δικαιωμάτων άμυνας δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα, αλλά μπορεί να περιέχει
περιορισμούς, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας φορολογικού ελέγχου,
τέτοιοι περιορισμοί προβλεπόμενοι από την εθνική νομοθεσία μπορούν ειδικότερα
να αποσκοπούν στην προστασία των απαιτήσεων περί εμπιστευτικότητας ή
επαγγελματικού απορρήτου (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 36), καθώς και, όπως επισήμανε η Ουγγρική Κυβέρνηση, στην
προστασία της ιδιωτικής ζωής τρίτων προσώπων, των δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα και της αποτελεσματικότητας της επιβολής του νόμου, σκοπούς τους
οποίους ενδέχεται να θίξει η πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες και έγγραφα.
56 Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο
διοικητικής διαδικασίας όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν επιβάλλει επομένως στη
φορολογική αρχή γενική υποχρέωση να παρέχει πλήρη πρόσβαση στον φάκελο που έχει
στη διάθεσή της, αλλά απαιτεί να έχει ο υποκείμενος στον φόρο τη δυνατότητα να
του γνωστοποιηθούν, κατόπιν αιτήματός του, τα στοιχεία και τα έγγραφα που
περιέχονται στον διοικητικό φάκελο και τα οποία έλαβε υπόψη η ως άνω αρχή
προκειμένου να εκδώσει την απόφασή της, εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος
δικαιολογούν τον περιορισμό της πρόσβασης στα εν λόγω στοιχεία και έγγραφα
(πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas, C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψεις 32 και 39). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως επισήμανε
ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών του, εναπόκειται στη φορολογική αρχή να
εξετάσει εάν είναι δυνατή η μερική πρόσβαση.
57 Επομένως, όταν η φορολογική αρχή προτίθεται να στηρίξει
την απόφασή της σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν, όπως στην υπόθεση
της κύριας δίκης, στο πλαίσιο ποινικών και συναφών διοικητικών διαδικασιών που
κινήθηκαν κατά των προμηθευτών του υποκειμένου στον φόρο, η αρχή του σεβασμού
των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει να μπορεί ο υποκείμενος αυτός να έχει
πρόσβαση, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που τον αφορά, στο σύνολο των εν
λόγω στοιχείων και στα στοιχεία εκείνα που μπορεί να είναι χρήσιμα για την
άμυνά του, εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος δικαιολογούν τον περιορισμό της
πρόσβασης αυτής.
58 Δεν ανταποκρίνεται στην ως άνω απαίτηση πρακτική της
φορολογικής αρχής που συνίσταται στη μη παροχή στον ενδιαφερόμενο υποκείμενο
στον φόρο πρόσβασης στα στοιχεία αυτά, ειδικότερα δε στα έγγραφα επί των οποίων
στηρίζονται οι διαπιστώσεις της αρχής, στα συνταχθέντα πρακτικά και στις
αποφάσεις που εκδόθηκαν κατόπιν συναφών διοικητικών διαδικασιών, και στην
έμμεση γνωστοποίηση, υπό μορφή περίληψης, μέρους μόνον των στοιχείων αυτών τα
οποία επέλεξε η ίδια η φορολογική αρχή με βάση δικά της κριτήρια και επί των
οποίων ο υποκείμενος δεν μπορεί να ασκήσει κανέναν έλεγχο.
Επί του εύρους του δικαστικού ελέγχου υπό το πρίσμα τουάρθρου47του Χάρτη
59 Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί
κατά πόσον, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της δίκαιης δίκης, επιτάσσεται
το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης της φορολογικής αρχής η
οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ να διαθέτει την εξουσία να ελέγχει
εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που προέρχονται από συναφή φορολογική διαδικασία
συνελέγησαν τηρουμένων των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης
και εάν οι ερειδόμενες στα στοιχεία αυτά διαπιστώσεις δεν προσβάλλουν τα εν
λόγω δικαιώματα, υπενθυμίζεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον
Χάρτη εφαρμόζονται σε μια τέτοια περίπτωση, όταν η διορθωτική πράξη επιβολής
ΦΠΑ κατόπιν διαπίστωσης απάτης, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της
διαφοράς της κύριας δίκης, συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την
έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013,
Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 19 και 27, καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 67).
60 Δυνάμει του άρθρου 47 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο του οποίου προσβλήθηκαν τα
δικαιώματα και παραβιάστηκαν οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της
Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των
προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα,
μεταξύ άλλων, να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια.
61 Η αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποτελεί
αναπόσπαστο μέρος της κατοχυρούμενης στο άρθρο 47 του Χάρτη αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής
προστασίας των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης,
καθόσον αποτελεί επακόλουθο, όπως μεταξύ άλλων η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως,
της ίδιας της έννοιας της δίκαιης δίκης, συνεπάγεται την υποχρέωση να παρέχεται
σε καθέναν από τους διαδίκους η εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του,
συμπεριλαμβανομένων των αποδεικτικών του στοιχείων, υπό συνθήκες που δεν τον
περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου (πρβλ. αποφάσεις της
17ης Ιουλίου 2014, Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 49, και της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund, C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Σκοπός της αρχής αυτής είναι η διασφάλιση της δικονομικής
ισορροπίας μεταξύ των διαδίκων στην ένδικη διαδικασία, ώστε να εξασφαλίζεται η
ισότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαδίκων αυτών όσον αφορά,
μεταξύ άλλων, τους κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την κατ’
αντιμωλίαν διαδικασία ενώπιον του δικαστή, καθώς και τα δικαιώματα άσκησης
ένδικων βοηθημάτων από τους εν λόγω διαδίκους (απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ., C‑543/14, EU:C:2016:605, σκέψη 41). Για να τηρηθούν οι σχετικές με το δικαίωμα για
δίκαιη δίκη επιταγές, πρέπει οι διάδικοι να γνωρίζουν και να μπορούν να
συζητήσουν κατ’ αντιμωλίαν τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά στοιχεία που
έχουν αποφασιστική σημασία για την έκβαση της διαδικασίας (απόφαση της 2ας
Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C‑89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψη 56).
63 Με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832), στην οποία παραπέμπει το αιτούν
δικαστήριο, το Δικαστήριο, όσον αφορά, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η
απόφαση αυτή, αποδείξεις συλλεγείσες στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας η οποία
δεν είχε ακόμη περατωθεί, εν αγνοία του υποκειμένου στον φόρο, μέσω
παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών και κατάσχεσης ηλεκτρονικών μηνυμάτων ικανών να
αποτελέσουν παράβαση του άρθρου 7 του
Χάρτη, και μέσω της χρήσης τους στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, επισήμανε,
στη σκέψη 87 της απόφασης αυτής,
ότι η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου τον οποίο εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη απαιτεί το δικαστήριο που προβαίνει στον
έλεγχο νομιμότητας απόφασης η οποία συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να
μπορεί να εξακριβώσει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η
απόφαση αυτή συνελέγησαν και χρησιμοποιήθηκαν κατά τρόπο ο οποίος παραβιάζει τα
δικαιώματα που διασφαλίζει το εν λόγω δίκαιο και, ειδικότερα, ο Χάρτης.
64 Το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 88 της εν λόγω απόφασης, ότι η απαίτηση αυτή
ικανοποιείται εάν το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης
της φορολογικής αρχής η οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ έχει την
εξουσία να ελέγξει αν τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η εν
λόγω απόφαση, συνελέγησαν στο πλαίσιο της ως άνω ποινικής διαδικασίας
τηρουμένων των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης ή εάν μπορεί
τουλάχιστον να βεβαιωθεί, βάσει ελέγχου που έχει ήδη ασκήσει ποινικό δικαστήριο
στο πλαίσιο διαδικασίας με δυνατότητα προβολής της άποψης του ενδιαφερομένου,
ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία συνελέγησαν σύμφωνα με το δίκαιο αυτό.
65 Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου την οποία
εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη επιβάλλει,
ομοίως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης της φορολογικής
αρχής η οποία εκδίδει διορθωτική πράξη επιβολής ΦΠΑ να έχει την εξουσία να
ελέγξει εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που συνελέγησαν στο πλαίσιο συναφούς
διοικητικής διαδικασίας, στην οποία δεν συμμετείχε ο υποκείμενος στον φόρο, και
τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να θεμελιώσει την απόφαση αυτή δεν
χρησιμοποιήθηκαν κατά προσβολή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το δίκαιο της
Ένωσης και, ειδικότερα, ο Χάρτης. Το ίδιο ισχύει όταν, όπως στην υπόθεση της
κύριας δίκης, τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία θεμελίωσαν τις διοικητικές
αποφάσεις που ελήφθησαν έναντι άλλων υποκειμένων στον φόρο και έχουν καταστεί
απρόσβλητες.
66 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, όπως υπενθύμισε ο γενικός
εισαγγελέας στο σημείο 74 των προτάσεών του, οι
δηλώσεις και οι διαπιστώσεις των διοικητικών αρχών δεν μπορούν να δεσμεύουν τα
δικαστήρια.
67 Γενικότερα, το δικαστήριο αυτό πρέπει να έχει τη
δυνατότητα να εξακριβώσει, στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, τη
νομιμότητα της λήψης και της χρήσης των αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν
κατά τη διάρκεια συναφών διοικητικών διαδικασιών εις βάρος άλλων υποκειμένων
στον φόρο, καθώς και των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις εκδιδόμενες
κατόπιν των διαδικασιών αυτών διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες είναι
αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της προσφυγής. Πράγματι, θα παραβιαζόταν
η ισότητα των όπλων και δεν θα τηρούνταν η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως εάν η
φορολογική αρχή, για τον λόγο ότι δεσμεύεται από τις αποφάσεις που ελήφθησαν
έναντι άλλων υποκειμένων στον φόρο και έχουν καταστεί απρόσβλητες, δεν
υποχρεούνταν να προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία ενώπιον του ως άνω
δικαστηρίου, εάν ο υποκείμενος στον φόρο δεν μπορούσε να λάβει γνώση των
στοιχείων αυτών, εάν οι διάδικοι δεν μπορούσαν να συζητήσουν κατ’ αντιμωλίαν
τόσο επί των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων όσο και επί των διαπιστώσεων αυτών
και εάν το εν λόγω δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει όλα τα πραγματικά
και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι ως άνω αποφάσεις και τα οποία
έχουν αποφασιστική σημασία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
68 Εάν το εν λόγω δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να προβεί
στην εξακρίβωση αυτή και εάν, ως εκ τούτου, το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής
δεν είναι αποτελεσματικό, οι αποδείξεις που συνελέγησαν σε συναφείς διοικητικές
διαδικασίες και οι διαπιστώσεις στο πλαίσιο διοικητικών αποφάσεων που ελήφθησαν
έναντι άλλων υποκειμένων στον φόρο κατόπιν των διαδικασιών αυτών πρέπει να μη
ληφθούν υπόψη, η δε προσβαλλόμενη απόφαση η οποία στηρίζεται σε αυτά τα
αποδεικτικά στοιχεία και διαπιστώσεις πρέπει να ακυρωθεί εάν, για τον λόγο
αυτόν, στερείται ερείσματος (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 89).
69 Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα
ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία ΦΠΑ, η αρχή του σεβασμού των
δικαιωμάτων άμυνας και το άρθρο 47
του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται, καταρχήν,
σε ρύθμιση ή σε πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την επαλήθευση
του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ που ασκείται από υποκείμενο στον φόρο, η
φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις και τους νομικούς
χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια έχει ήδη προβεί στο πλαίσιο συναφών
διοικητικών διαδικασιών διεξαχθεισών κατά των προμηθευτών αυτού του υποκειμένου
στον φόρο, επί των οποίων στηρίζονται αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί
απρόσβλητες και με τις οποίες διαπιστώνεται ότι οι προμηθευτές αυτοί τέλεσαν
απάτη σχετική με τον ΦΠΑ, υπό την επιφύλαξη, πρώτον, ότι η ρύθμιση ή η πρακτική
αυτή δεν απαλλάσσει την εν λόγω φορολογική αρχή από την υποχρέωση να
γνωστοποιήσει στον υποκείμενο στον φόρο τα αποδεικτικά στοιχεία,
συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από τις συναφείς διοικητικές
διαδικασίες βάσει των οποίων προτίθεται να λάβει απόφαση, και ότι ο ως άνω
υποκείμενος στον φόρο δεν στερείται το δικαίωμά του να αμφισβητήσει λυσιτελώς,
κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που τον αφορά, αυτές τις πραγματικές
διαπιστώσεις και νομικούς χαρακτηρισμούς, δεύτερον, ότι ο εν λόγω υποκείμενος
μπορεί να έχει πρόσβαση κατά τη διαδικασία αυτή στο σύνολο των στοιχείων που
συνελέγησαν στο πλαίσιο των ως άνω συναφών διοικητικών διαδικασιών ή οιασδήποτε
άλλης διαδικασίας, επί των οποίων η εν λόγω αρχή προτίθεται να στηρίξει την απόφασή
της και τα οποία μπορεί να είναι χρήσιμα για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας,
εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος δικαιολογούν τον περιορισμό της πρόσβασης
αυτής, και, τρίτον, ότι δικαστήριο επιληφθέν προσφυγής κατά της εν λόγω
απόφασης μπορεί να εξακριβώσει τη νομιμότητα της λήψης και της χρήσης των
στοιχείων αυτών καθώς και των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις εκδοθείσες
έναντι των εν λόγω προμηθευτών διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες είναι
καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της προσφυγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους
διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του
αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών
εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο
Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα)
αποφαίνεται:
Η οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου
2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, η αρχή του
σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και το άρθρο47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται, καταρχήν, σε
ρύθμιση ή σε πρακτική κράτους μέλους βάσει της οποίας, κατά την επαλήθευση του
δικαιώματος προς έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που ασκείται από
υποκείμενο στον φόρο, η φορολογική αρχή δεσμεύεται από τις πραγματικές
διαπιστώσεις και τους νομικούς χαρακτηρισμούς στους οποίους η ίδια έχει ήδη
προβεί στο πλαίσιο συναφών διοικητικών διαδικασιών διεξαχθεισών κατά των
προμηθευτών αυτού του υποκειμένου στον φόρο, επί των οποίων στηρίζονται
αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί απρόσβλητες και με τις οποίες διαπιστώνεται
ότι οι προμηθευτές αυτοί τέλεσαν απάτη σχετική με τον ΦΠΑ, υπό την επιφύλαξη,
πρώτον, ότι η εν λόγω ρύθμιση ή πρακτική δεν απαλλάσσει τη φορολογική αρχή από
την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον υποκείμενο στον φόρο τα αποδεικτικά
στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των προερχόμενων από τις συναφείς διοικητικές
διαδικασίες, βάσει των οποίων προτίθεται να λάβει απόφαση και ότι ο ως άνω
υποκείμενος στον φόρο δεν στερείται το δικαίωμά του να αμφισβητήσει λυσιτελώς,
κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που τον αφορά, αυτές τις πραγματικές
διαπιστώσεις και νομικούς χαρακτηρισμούς, δεύτερον, ότι ο εν λόγω υποκείμενος
μπορεί να έχει πρόσβαση κατά τη διαδικασία αυτή στο σύνολο των στοιχείων που
συνελέγησαν στο πλαίσιο των ως άνω συναφών διοικητικών διαδικασιών ή οιασδήποτε
άλλης διαδικασίας, επί των οποίων η εν λόγω αρχή προτίθεται να στηρίξει την
απόφασή της και τα οποία μπορεί να είναι χρήσιμα για την άσκηση των δικαιωμάτων
άμυνας, εκτός εάν σκοποί γενικού συμφέροντος δικαιολογούν τον περιορισμό της
πρόσβασης αυτής, και, τρίτον, ότι δικαστήριο επιληφθέν προσφυγής κατά της εν
λόγω απόφασης μπορεί να εξακριβώσει τη νομιμότητα της λήψης και της χρήσης των
στοιχείων αυτών καθώς και των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις εκδοθείσες
έναντι των εν λόγω προμηθευτών διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες είναι
καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της προσφυγής.
Κοινοποίηση της αρ. Α.1330/21.08.2019 (ΦΕΚ Β΄ 3383/2019 – Α.Δ.Α.: Ψ45Π46ΜΠ3Ζ-ΤΗΠ) Απόφασης Διοικητή Α.Α.Δ.Ε. με θέμα «Καθορισμός απλουστευμένων διαδικασιών στα καθεστώτα διαμετακόμισης, θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και εξαγωγής του φυσικού αερίου που διακινείται μέσω σταθερών εγκαταστάσεων μεταφοράς (δίκτυο αγωγών)»
ΣΧΕΤ.: 1. Η αρ. Α.1330/21.08.2019 (ΦΕΚ Β΄ 3383/2019- Α.Δ.Α.: Ψ45Π46ΜΠ3Ζ-ΤΗΠ) Απόφαση
Διοικητή Α.Α.Δ.Ε «Καθορισμός απλουστευμένων διαδικασιών στα καθεστώτα
διαμετακόμισης, θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και εξαγωγής του φυσικού αερίου
που διακινείται μέσω σταθερών εγκαταστάσεων μεταφοράς (δίκτυο αγωγών)». 2. Η
αρ. πρωτ. ΔΤΔ Α 1024011 ΕΞ 2018/01.02.2018 (ΦΕΚ Β΄ 538 – ΑΔΑ: ΩΛΠΣΗ-Ζ7Π)
Απόφαση Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. «Τελωνειακές Απλουστεύσεις – Απλουστευμένη
διασάφηση/Εγγραφή στις λογιστικές καταχωρήσεις του διασαφιστή». 3. Η αρ. πρωτ.
ΔΤΔ Α 1063847 ΕΞ 2018/23.04.2018 (ΑΔΑ: Ω38146ΜΠ3Ζ-ΤΤΑ) Διαταγή Α.Α.Δ.Ε.
«Κοινοποίηση της αριθμ. ΔΤΔ Α 1024011 ΕΞ2018/1.2.2018 Απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ με
οδηγίες για την έκδοση αδειών απλουστευμένων διαδικασιών (απλουστευμένη
διασάφηση/εγγραφή στις λογιστικές καταχωρήσεις του διασαφιστή) και τη
διαδικασία χρήσης αυτών».
Σας κοινοποιούμε για ενημέρωση και εφαρμογή την ανωτέρω
εν θέματι Απόφαση Διοικητή ΑΑΔΕ, με την οποία καθορίζεται απλουστευμένη
διαδικασία στα καθεστώτα διαμετακόμισης, θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και
εξαγωγής για το φυσικό αέριο που διακινείται μέσω σταθερών εγκαταστάσεων
μεταφοράς (δίκτυο αγωγών) και παρέχονται αναλυτικές οδηγίες όσον αφορά στην εν
λόγω διαδικασία.
Η ανωτέρω Απόφαση εναρμονίζεται πλήρως με τις ενωσιακές
και εθνικές διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας όσον αφορά στη χρήση
απλουστευμένων διαδικασιών για το φυσικό αέριο που διακινείται μέσω σταθερών
εγκαταστάσεων μεταφοράς (δίκτυο αγωγών), ενώ παράλληλα ρυθμίζονται όλα τα
αναγκαία θέματα για την έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας αγωγών για το
φυσικό αέριο.
Με την εν λόγω Απόφαση καταργούνται:
(α) η αριθμ. Τ. 4039/139/Α0019/5/9/2007 ΑΥΟ (1879/Β΄)
«Απλουστευμένες διαδικασίες κατά τη διακίνηση και εισαγωγή φυσικού αερίου μέσω
δικτύου αγωγών και υγροποιημένου φυσικού αερίου που μεταφέρεται δια θαλάσσης»
και
(β) η αριθμ. Τ.4981/161/Α0019/29/10/2007 ΑΥΟ (2169/Β΄) με
την οποία τροποποιήθηκε η αριθμ. Τ.4039/139/Α0019/5/9/2007 ΑΥΟ ως προς το
αρμόδιο Τελωνείο για την υπαγωγή του φυσικού και υγροποιημένου φυσικού αερίου
σε ελεύθερη κυκλοφορία και ανάλωση, βεβαίωση, είσπραξη ή απαλλαγή των
αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ελέγχου εφαρμογής των υφιστάμενων
διατάξεων και των εκ των υστέρων ελέγχων.
Ειδικότερα, παρέχονται οδηγίες ως προς τα κατωτέρω:
Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΔΕΙΩΝ
1. Διαμετακόμιση
Για το καθεστώς διαμετακόμισης, η μεταφορά εμπορευμάτων
(φυσικού αερίου) μέσω σταθερών εγκαταστάσεων μεταφοράς (δίκτυο αγωγών)
συγκαταλέγεται στις διαδικασίες που υπόκεινται σε απλουστεύσεις, σύμφωνα με το
άρθρο 321 του εκτελεστικού κανονισμού 2447/2015.
Οι οικονομικοί φορείς, που είναι φορείς εκμετάλλευσης
μιας σταθερής εγκατάστασης μεταφοράς και ως εκ τούτου λογίζονται ως δικαιούχοι
του καθεστώτος διαμετακόμισης, δύνανται να υποβάλλουν αίτηση στην Τελωνειακή
Αρχή (Περιφέρεια) στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας τηρούνται οι κύριες
λογιστικές καταχωρήσεις τους για χορήγηση άδειας – έγκρισης χρήσης
απλουστεύσεων για τη μεταφορά φυσικού αερίου μέσω δικτύου αγωγών.
Με την αίτηση ο αιτών υποβάλλει στην αρμόδια Τελωνειακή
Αρχή συνημμένα όλα τα δικαιολογητικά/έγγραφα που απαιτούνται, κατά περίπτωση,
για την αξιολόγηση της αίτησής του και την έκδοση της σχετικής έγκρισης, ως
ακολούθως:
1. Αντίγραφο του τελευταίου εν ισχύ καταστατικού και
Φ.Ε.Κ. δημοσίευσης αυτού καθώς και τα Φ.Ε.Κ. σύστασης και τροποποιήσεων του
καταστατικού ή αντίστοιχες ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ. που να αποδεικνύουν τη σύσταση
του οικονομικού φορέα (για φορείς που έχουν μορφή Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ο.Ε., Ε.Ε. ή
Ι.Κ.Ε.)
2. Αντίγραφο/-α πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου του
οικονομικού φορέα σχετικά με την εκλογή και τη θητεία των μελών του και Φ.Ε.Κ.
δημοσίευσης αυτών (για φορείς που έχουν μορφή Α.Ε.).
3. Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με την
εκπροσώπηση του οικονομικού φορέα ενώπιον των τελωνειακών αρχών, καθώς και
Φ.Ε.Κ. δημοσίευσης αυτών (για φορείς που έχουν μορφή Α.Ε.).
4. Αντίγραφα Δελτίων Αστυνομικής Ταυτότητας ή αντίγραφα
διαβατηρίων σε ισχύ:
α) του αιτούντα,
β) του/των προσώπου/-ων που ασκεί ή ελέγχει τη διοίκηση
του αιτούντα,
γ) του/των υπάλληλου/-ων που είναι υπεύθυνος/-οι για τα
τελωνειακά θέματα του αιτούντα.
5. Αντίγραφο της απόφασης Ρ.Α.Ε. για την αδειοδότηση του
συστήματος φυσικού αερίου.
6. Τεχνική έκθεση/ περιγραφή του συστήματος με αναφορά σε
στοιχεία όπως τα ακόλουθα:
α) προσδιορισμός της δυναμικότητας του συστήματος, του
εκτιμώμενου ανώτατου ορίου του
επιπέδου απωλειών λόγω ιδιοκατανάλωσης, προγραμματισμένων
συντηρήσεων, κ.λπ. β) υφιστάμενα σημεία εισόδου και εξόδου από τη χώρα,
γ) σημεία διασύνδεσης με το Εθνικό Σύστημα Φυσικού
Αερίου, άλλα Συστήματα Φυσικού Αερίου ή Δίκτυα Διανομής,
δ) πληροφορίες σχετικά με σχέδια ενεργειών για την ασφαλή
λειτουργία του συστήματος.
Για την τεκμηρίωση της προαναφερόμενης έκθεσης ο αιτών
δύναται να επισυνάψει αντίγραφα των διαθέσιμων αδειών-αποφάσεων Ρ.Α.Ε.
(ενδεικτικά αναφέρονται η έγκριση κώδικα διαχείρισης, η έγκριση μελέτης
αντιστάθμισης αερίου λειτουργίας, έγκριση κατασκευής και δοκιμαστικής
λειτουργίας, κ.λ. π.).
Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που εκκρεμεί η έκδοση
κάποιας εκ των αποφάσεων από τη Ρ.Α.Ε., η οποία υποβοηθά στην τεκμηρίωση της τεχνικής
έκθεσης, υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση περί αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης,
στην οποία γίνεται μνεία στην/στις υποβληθείσα/ες στην Ρ.Α.Ε. αίτηση/εις. Η εν
λόγω υπεύθυνη δήλωση συνοδεύεται από αντίγραφο της υποβληθείσας αίτησης στην
οποία αποτυπώνεται η ημερομηνία υποβολής και ο αριθμός πρωτοκόλλου που έχει
ληφθεί από τη Ρ.Α.Ε., καθώς και από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που ενδέχεται να
αφορά στη λειτουργία του οικονομικού φορέα ως μεταφορέα φυσικού αερίου. Ο αιτών
υποχρεούται να προσκομίσει τις προαναφερόμενες αποφάσεις της Ρ.Α.Ε. άμεσα (με
την έκδοσή τους) στην αρμόδια για την έκδοση της έγκρισης Τελωνειακή Αρχή,
προκειμένου να θεωρείται πλήρης ο φάκελός του.
7. Υπεύθυνη δήλωση στην οποία ο αιτών:
α) βεβαιώνει ότι όλα τα στοιχεία, που περιλαμβάνονται
στην αίτηση και που αναφέρονται στα επισυναπτόμενα έγγραφα, είναι αληθή,
β) δεσμεύεται ότι, θα ενημερώνει έγκαιρα τις αρμόδιες για
την έκδοση της έγκρισης και για τους ελέγχους τελωνειακές αρχές για κάθε αλλαγή
που τυχόν επέλθει στην κατάστασή του, στο δίκτυο των αγωγών του, καθώς και
οποιοδήποτε στοιχείο ενδεχομένως να επηρεάζει την έκδοση της έγκρισης χρήσης
του καθεστώτος διαμετακόμισης (ενδεικτικά αναφέρονται η τροποποίηση του κώδικα
διαχείρισης του δικτύου αγωγών και η διασύνδεση με άλλα συστήματα).
Υπενθυμίζεται ότι για την έκδοση της έγκρισης δεν
απαιτείται η σύσταση εγγύησης κατά το άρθρο 89, παράγραφος 8 του ενωσιακού
τελωνειακού κώδικα Καν (ΕΕ) 952/2013.
Η αρμόδια για την έκδοση της έγκρισης Τελωνειακή Αρχή
ελέγχει την πληρότητα και την ορθότητα των στοιχείων της αίτησης καθώς και των
υποβαλλόμενων δικαιολογητικών και εγγράφων και στη συνέχεια προβαίνει σε όλες
τις απαιτούμενες ενέργειες για την αξιολόγηση της αίτησης (αυτεπάγγελτη
αναζήτηση ποινικών μητρώων, πιστοποιητικών περί μη πτώχευσης, κ.λπ.), σύμφωνα
με την ισχύουσα ενωσιακή και εθνική νομοθεσία.
Σε περίπτωση όπου διαπιστωθεί ότι η αίτηση είναι ελλιπής,
η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ενημερώνει τον αιτούντα να προσκομίσει τα ελλείποντα
δικαιολογητικά/έγγραφα εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών. Αν ο αιτών δεν
τα υποβάλλει εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, η αίτηση δεν γίνεται
αποδεκτή και ο αιτών ενημερώνεται σχετικά. Ως ημερομηνία αποδοχής της αίτησης
θεωρείται η ημερομηνία υποβολής της ή η ημερομηνία υποβολής τυχόν
συμπληρωματικών δικαιολογητικών/ εγγράφων.
Η αίτηση, μαζί με τα επισυναπτόμενα
δικαιολογητικά/έγγραφα εξετάζεται και γίνεται αποδεκτή (εκδίδεται η έγκριση) ή
απορρίπτεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην με αρ. πρωτ. ΔΤΔ Α 1121586 ΕΞ
2017/09.08.2017 Διαταγή της Α.Α.Δ.Ε. (ΑΔΑ: Ψ0ΣΕΗ-4ΛΘ), που μπορεί να αναζητηθεί εδώ.
Εφόσον πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη
χορήγηση της έγκρισης, η αρμόδια τελωνειακή αρχή εκδίδει τη σχετική έγκριση
μέσω του εθνικού Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (ICISnet). Η εκδιδόμενη έγκριση συνιστά συμφωνία μεταξύ της
τελωνειακής αρχής και του δικαιούχου του καθεστώτος διαμετακόμισης, με το
περιεχόμενο της οποίας ορίζονται ιδιαίτεροι όροι και μέθοδοι (ενδεικτικά
αναφέρονται η μορφή και ο τρόπος τήρησης των βιβλίων, το επιτρεπτό όριο
απωλειών, κ.λ.π.) τελωνειακής επιτήρησης των εμπορευμάτων που μεταφέρονται μέσω
σταθερών εγκαταστάσεων μεταφοράς.
Η έκδοση της έγκρισης κοινοποιείται εγγράφως στον
αιτούντα, στις τυχόν συναρμόδιες Τελωνειακές Αρχές (ενδεικτικά αναφέρονται η
Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων και η χωρικά αρμόδια
Ελ.Υ.Τ.), καθώς και στα εμπλεκόμενα τελωνεία ελέγχου (Τελωνείο Ελευσίνας). Ο
αιτών οφείλει να παραλάβει την έγκριση, η οποία τίθεται σε ισχύ από την
ημερομηνία παραλαβής, εκτός αν ο αιτών έχει ζητήσει να τεθεί σε ισχύ σε
ημερομηνία διαφορετική (και μεταγενέστερη) από την ημερομηνία παραλαβής της.
Κατά την παραλαβή της έγκρισης ο κάτοχός της ενημερώνεται
για τους όρους χρήσης της έγκρισης, τους οποίους αποδέχεται ενυπόγραφα σε 2
αντίτυπα. Το ένα το διατηρεί ο κάτοχος της έγκρισης και το δεύτερο τηρείται στο
αρχείο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής.
Σε περίπτωση που η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή κρίνει ότι ο
αιτών δεν πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις της αιτούμενης έγκρισης,
οφείλει να ενημερώσει τον αιτούντα σχετικά με τους λόγους στους οποίους
προτίθεται να βασίσει την απόφαση απόρριψης, παρέχοντάς του τη δυνατότητα
άσκησης του δικαιώματος ακρόασης σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην με αρ. πρωτ.
ΔΤΔ Α 1121586 ΕΞ 2017/09.08.2017 Διαταγή Α.Α.Δ.Ε. Οι λόγοι απόρριψης θα πρέπει
να τεκμηριώνονται επαρκώς με χρήση των ισχυουσών, κατά το χρόνο εξέτασης των
στοιχείων, διατάξεων.
Σε κάθε περίπτωση ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επανέλθει με
νεότερη αίτησή του που στηρίζεται σε νέα στοιχεία.
2. Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και εξαγωγή
Για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία του φυσικού αερίου που
εισάγεται από τρίτες χώρες ή χώρες κοινής διαμετακόμισης μέσω σταθερών
εγκαταστάσεων μεταφοράς (δίκτυο αγωγών) και ακολουθεί τη λήξη του
απλουστευμένου καθεστώτος της διαμετακόμισης, ή εξάγεται από τη χώρα μας μέσω
δικτύου αγωγών τηρείται
υποχρεωτικά απλουστευμένη διαδικασία και συγκεκριμένα η διαδικασία εγγραφής
στις λογιστικές καταχωρήσεις του διασαφιστή χωρίς γνωστοποίηση προσκόμισης των
εμπορευμάτων στο Τελωνείο. Η ίδια
διαδικασία εγγραφής στις λογιστικές καταχωρήσεις του διασαφιστή χωρίς
γνωστοποίηση προσκόμισης των εμπορευμάτων στο Τελωνείο τηρείται και για το αέριο καύσης που καταναλώνεται στη χώρα μας για τη λειτουργία αγωγού.
Στην ανωτέρω 2) σχετική καθορίζονται οι οικονομικοί
φορείς που δύνανται να υποβάλλουν αίτηση καθώς και τα έγγραφα και πιστοποιητικά
που επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση άδειας χρήσης εγγραφής στις
λογιστικές καταχωρήσεις του διασαφιστή. Συγκεκριμένα, δικαίωμα υποβολής αίτησης
έχει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ασκεί οικονομική δραστηριότητα, εφόσον
πληρούνται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προσδιορίζονται στις ενωσιακές
και εθνικές διατάξεις καθώς και οι τελωνειακοί αντιπρόσωποι (άμεσοι/έμμεσοι).
Διευκρινίζεται επίσης, ότι πρόσωπα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος-μέλος υποβάλουν
αίτηση για χορήγηση άδειας μόνο μέσω τελωνειακού αντιπροσώπου, ενώ ειδικά για
εγκατεστημένα εκτός Ε.Ε. πρόσωπα η αίτηση υποβάλλεται υποχρεωτικά μέσω έμμεσου
τελωνειακού αντιπροσώπου.
Για την έγκριση υπαγωγής στη διαδικασία εγγραφής στις
λογιστικές καταχωρήσεις του διασαφιστή χωρίς τη γνωστοποίηση προσκόμισης των
εμπορευμάτων στο τελωνείο, ο διασαφιστής πρέπει να είναι εγκεκριμένος
οικονομικός φορέας ως προς τις τελωνειακές απλουστεύσεις (AEO-C). Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που
πρέπει να πληρούνται παρατίθενται στην ανωτέρω 3) σχετική Διαταγή «Μέρος Β΄
Κεφάλαιο Β.2. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ».
Δεν απαιτείται άδεια συνολικής εγγύησης για την χρήση της
άδειας για τη διαδικασία εγγραφής στις λογιστικές καταχωρήσεις του διασαφιστή
στην εισαγωγή του φυσικού αερίου καθόσον δεν επιβαρύνεται με εισαγωγικούς
δασμούς και απαλλάσσεται από τις λοιπές επιβαρύνσεις.
Β. ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ – ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Διαμετακόμιση
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν είναι δυνατή η
προσκόμιση των εμπορευμάτων (φυσικού αερίου) στα τελωνεία αναχώρησης και
προορισμού, ωστόσο και προκειμένου αυτά να τίθενται υπό καθεστώς
διαμετακόμισης, αλλά και να τηρούνται οι σχετικές με το καθεστώς προβλέψεις για
τις διατυπώσεις και τον έλεγχο από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, η χρήση των
εγκρίσεων που εκδίδονται πραγματοποιείται ως ακολούθως :
i) Ο δικαιούχος του καθεστώτος τηρεί ειδικά βιβλία, στα
οποία αποτυπώνονται κατάλληλα εγγραφές, που βασίζονται στις μετρήσεις από τους
μετρητικούς σταθμούς και στα τιμολόγια. Υποδείγματα για τα βιβλία αυτά
παρατίθενται ενδεικτικά στο Παράρτημα της κοινοποιούμενης Απόφασης Α.1330/21.08.2019 (Υποδείγματα Ι και ΙΙ). Αυτά τα υποδείγματα είναι δυνατό
να προσαρμοστούν κατόπιν συμφωνίας με το Τελωνείο Ελέγχου, τόσο στις ανάγκες
των οικονομικών φορέων και στις ανάγκες επιτήρησης των εμπορευμάτων από τις
τελωνειακές αρχές.
Στην περίπτωση που έχει προβλεφθεί περίοδος δοκιμαστικής
λειτουργίας του αγωγού, θα γίνονται αποδεκτές μετρήσεις που θα προέρχονται από
τα πλησιέστερα σημεία διασύνδεσης στα ακραία σημεία του αγωγού (σημεία εισόδου/
εξόδου του φυσικού αερίου).
ii) Ο δικαιούχος του καθεστώτος τηρεί τις προβλεπόμενες
τελωνειακές διαδικασίες για τη λήξη και την εκκαθάριση των κινήσεων
διαμετακόμισης που έχουν τελωνεία αναχώρησης στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη μέλη
της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χώρες κοινής διαμετακόμισης.
Το καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης, σύμφωνα με το άρθρο
321 του εκτελεστικού κανονισμού 2447/2015, θεωρείται ότι έχει λήξει όταν
πραγματοποιούνται οι κατάλληλες εγγραφές στις εμπορικές καταχωρίσεις του
παραλήπτη ή του φορέα εκμετάλλευσης της σταθερής εγκατάστασης μεταφοράς, με τις
οποίες πιστοποιείται ότι τα εμπορεύματα που μεταφέρθηκαν μέσω σταθερής
εγκατάστασης μεταφοράς:
i) έφθασαν στην εγκατάσταση του παραλήπτη,
ii) έγιναν δεκτά στο δίκτυο διανομής του παραλήπτη, ή
iii) έχουν εξέλθει από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
Σημειώνεται ότι ο οικονομικός φορέας ως δικαιούχος του
καθεστώτος οφείλει να:
1) γνωστοποιεί στις αρμόδιες για τον έλεγχο τελωνειακές
αρχές τις εγκριτικές αποφάσεις της Ρ.Α.Ε. των μελετών αντιστάθμισης του αερίου
λειτουργίας, του κώδικα διαχείρισης του συστήματος και των τροποποιήσεών του
2) θέτει στη διάθεση των αρμόδιων για τον έλεγχο
τελωνειακών αρχών όλα τα στοιχεία και έγγραφα που ενδέχεται να του ζητηθούν, στα
πλαίσια της διενέργειας ελέγχων.
2. Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία /Εξαγωγή
Η απλουστευμένη διαδικασία εγγραφής στις λογιστικές
καταχωρήσεις του διασαφιστή συνοψίζεται ως εξής:
Σε κάθε εισαγωγή/εξαγωγή φυσικού αερίου, ο διασαφιστής
καταχωρεί στα Λογιστικά του Βιβλία τις ποσότητες φυσικού αερίου που τίθενται σε
ελεύθερη κυκλοφορία/εξαγωγή με βάση τις μετρήσεις των φορέων εκμετάλλευσης των
σταθερών εγκαταστάσεων μεταφοράς φυσικού αερίου, οι οποίοι είναι διαχειριστές
του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς ή Ανεξάρτητων Συστημάτων φυσικού αερίου.
Η εγγραφή αυτή περιλαμβάνει τα υποχρεωτικά στοιχεία της
Γνωστοποίησης Λογιστικής Εγγραφής τύπου R, χωρίς να απαιτείται η γνωστοποίησή της στο αρμόδιο
Τελωνείο και η καταχώριση των εμπορευμάτων στα λογιστικά βιβλία ισοδυναμεί με
άδεια παραλαβής τους.
Στη συνέχεια υποβάλλει ηλεκτρονικά στο αρμόδιο τελωνείο Ελευσίνας την ανακεφαλαιωτική διασάφηση τύπου Ζ σε προθεσμία από
την 1η έως τη 10η ημέρα του επόμενου της εισαγωγής/εξαγωγής μήνα για το σύνολο
της παραληφθείσας/εξαχθείσας ποσότητας που αφορά τον προηγούμενο μήνα.
Με τη διασάφηση τύπου Ζ υποβάλλονται και τα τιμολόγια
αγοράς/πώλησης του φυσικού αερίου καθώς και οι βεβαιώσεις των διαχειριστών του
Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς ή Ανεξάρτητων Συστημάτων φυσικού αερίου για την
πιστοποίηση των ποσοτήτων φυσικού αερίου, τα οποία υποβάλλονται ηλεκτρονικά,
μέσα από τη λειτουργική περιοχή «Ενέργειες/ Αίτηση με συνημμένα Αρχεία από
Οικονομικό Φορέα/ Δημιουργία Συνυποβαλλόμενων Αρχείων».
Θέσεις της διασάφησης τύπου Ζ που χρήζουν προσοχής:
• θέση 30 της διασάφησης εισαγωγής/εξαγωγής συμπληρώνεται
το πεδίο «Εξουσιοδοτημένος τόπος εμπορευμάτων» με τις εγκαταστάσεις των
διαχειριστών του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς ή των Ανεξάρτητων Συστημάτων
μεταφοράς φυσικού αερίου
• θέση 40 της διασάφησης εισαγωγής/εξαγωγής
συμπληρώνονται οι αριθμοί καταχώρησης των λογιστικών εγγραφών
• θέση 44 της διασάφησης εισαγωγής/εξαγωγής συμπληρώνεται
ο αριθμός της άδειας απλουστευμένων διαδικασιών με κωδικό 1961
• στο πεδίο «Κωδικός ατέλειας» της διασάφησης εισαγωγής συμπληρώνεται
ο κωδικός Χ12 «Εισαγωγή φυσικού αερίου: απαλλαγή από Φ.Π.Α. και λοιπούς φόρους»
Ειδικότερα για το αέριο καύσης που καταναλώνεται στη χώρα
μας για τη λειτουργία του αγωγού κατά το στάδιο της δοκιμαστικής λειτουργίας
του, επισημαίνουμε ειδικότερα των ανωτέρω, τα
ακόλουθα για τη συμπλήρωση της ανακεφαλαιωτικής διασάφησης τύπου Ζ:
• θέση 22 της διασάφησης εισαγωγής αναγράφεται το ποσό του τιμολογίου που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη
ποσότητα φυσικού αερίου καύσης.
• θέση 38 της διασάφησης εισαγωγής συμπληρώνεται η
ποσότητα του φυσικού αερίου καύσης σύμφωνα με τη βεβαίωση και τα δεδομένα της
μέτρησης αυτού
Το αρμόδιο Τελωνείο Ελευσίνας παρακαλείται κατά το στάδιο
τακτοποίησης των ανακεφαλαιωτικών διασαφήσεων τύπου Ζ στην εισαγωγή να ελέγχει
την ορθή συμπλήρωση της θέσης 22 της διασάφησης.
Ως προς το Φ.Π.Α.:
1. Με την ανακεφαλαιωτική διασάφηση τύπου Ζ που
υποβάλλεται ηλεκτρονικά από την 1η έως τη 10η ημέρα του επόμενου της εισαγωγής
μήνα για το σύνολο της παραληφθείσας ποσότητας φυσικού αερίου καθώς και του
αερίου καύσης που αφορά τον προηγούμενο μήνα και κατ΄ εφαρμογή των εθνικών,
ενωσιακών και περί Φ.Π.Α. διατάξεων [ άρθρα
2 , 10 , 17 και 60 του Ν.2859/2000 (ΦΕΚ 248/Α)], απαλλάσσονται από το Φ.Π.Α. σύμφωνα με τις
διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1ε) του ιδίου νόμου οι ως άνω δηλωθείσες ποσότητες
φυσικού αερίου ή βεβαιώνεται και εισπράττεται, ο αναλογών σε αυτές Φ.Π.Α.
εφόσον δεν προβλέπεται σχετική απαλλαγή. Σημειώνεται επίσης ότι, ως προς τη
διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του Φ.Π.Α., εφαρμογή έχουν οι
διατάξεις του άρθρου 20 του Ν.2859/2000 .
2. Επιπλέον και σε ό,τι αφορά στην παράδοση του φυσικού αερίου σε τρίτη χώρα (εξαγωγή)
επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις τουάρθρου
24 του Ν.2859/2000, απαλλάσσεται από το Φ.Π.Α.. Ειδικότερα, για τη χορήγηση της ως άνω απαλλαγής από
Φ.Π.Α. απαιτούνται:
• βεβαιώσεις του διαχειριστή του Εθνικού Συστήματος
Φυσικού Αερίου ή των κατά περίπτωση διαχειριστών των Ανεξάρτητων Συστημάτων
Φυσικού Αερίου για τις εξαχθείσες ποσότητες φυσικού αερίου,
• τιμολόγια πώλησης που αφορούν τις βεβαιωμένες από το
διαχειριστή του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ή των κατά περίπτωση
διαχειριστών των Ανεξάρτητων Συστημάτων Φυσικού Αερίου εξαχθείσες ποσότητες
φυσικού αερίου,
• αποδεικτικά εξόδου του φυσικού αερίου από το τελωνειακό
έδαφος της Ε.Ε. όπως προκύπτει από το ηλεκτρονικό μήνυμα ΙΕ 599 «Γνωστοποίηση
ολοκλήρωσης εξαγωγής».
Με την κοινοποιούμενη απόφαση ρυθμίζονται τα θέματα που
αφορούν το φυσικό αέριο που διακινείται μέσω σταθερών εγκαταστάσεων μεταφοράς
(δίκτυο αγωγών) και καθορίζεται απλουστευμένη διαδικασία στα καθεστώτα
διαμετακόμισης, θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και εξαγωγής ως αναλυτικά
αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Όσον αφορά στο υγροποιημένο φυσικό αέριο που διακινείται
στη χώρα μας θαλασσίως ή οδικώς, δεν εμπίπτει στην ανωτέρω απλουστευμένη
διαδικασία και ως εκ τούτου τηρούνται οι συνήθεις διαδικασίες για τον τελωνισμό
του, ανάλογα με τον προορισμό: είσοδος, προσωρινή εναπόθεση, θέση σε ελεύθερη
κυκλοφορία (με την υποβολή διασάφησης τύπου Α από τον εισαγωγέα-παραλήπτη του
υγροποιημένου φυσικού αερίου), εκτός αν είναι σε θέση να αποδείξει τον ενωσιακό
χαρακτήρα του εισερχόμενου φυσικού αερίου, επανεξαγωγή κλπ.
Συνεπώς στην περίπτωση που υγροποιημένο φυσικό αέριο
εισέρχεται στη χώρα μας θαλασσίως, και εναποτίθεται στις αποθηκευτικές
εγκαταστάσεις στη νήσο Ρεβυθούσα, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ως χώροι
προσωρινής εναπόθεσης υπό τη διαχείριση του ΔΕΣΦΑ, η εκφόρτωση του
υγροποιημένου φυσικού αερίου μπορεί να γίνει μόνο στις συγκεκριμένες αποθηκευτικές
εγκαταστάσεις του ΔΕΣΦΑ, και αρμόδιο Τελωνείο για την υποβολή διασάφησης και
τον τελωνισμό του είναι το Τελωνείο Ελευσίνας.
Στην περίπτωση που υγροποιημένο φυσικό αέριο εισέρχεται
στη χώρα μας οδικώς, η προσωρινή εναπόθεση και ο τελωνισμός του υγροποιημένου
φυσικού αερίου δύναται να πραγματοποιηθεί σε οποιοδήποτε Τελωνείο έχει
αρμοδιότητες τελωνισμού και βρίσκεται επί της διαδρομής του μεταφορικού μέσου.
Κάθε παρέκκλιση από τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης
θεωρείται ως τελωνειακή παράβαση, η οποία, υπό την επιφύλαξη των περί
λαθρεμπορίας διατάξεων, αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του
Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα.
Τέλος, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας προς την οποία
κοινοποιείται η παρούσα Απόφαση, παρακαλείται σε κάθε έκδοση νέας άδειας, για
την έγγραφη ενημέρωση των εταιρειών που πραγματοποιούν εισαγωγή, εξαγωγή ή
διαμετακόμιση φυσικού αερίου, περί της υποχρέωσης τήρησης τελωνειακών
διατυπώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινοποιούμενης Απόφασης.
ΔΕΔ 2621/2019 Rebate – Δεν προβλέπεται έκδοση πιστωτικού πριν την έκδοση της απόφασης Α. 1035/2019
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Έχοντας υπ’ όψη:
1. Τις διατάξεις:
α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει.
β. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036990 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή
της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής
Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε).»
γ. Της ΠΟΛ 1064/12.04.2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων
Εσόδων.
2. Την ΠΟΛ 1069/4-3-2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του
Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την υπ’ αριθμ. ΔΕΔ 1126366 ΕΞ
2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759/ τ. Β’/ 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου
της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
4. Την με ημερομηνία κατάθεσης 18/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή
προσφυγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία
« », ΑΦΜ , που εδρεύει στο , οδός , κατά της τεκμαιρόμενης αρνητικής απάντησης
του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών επί της με αρ. πρωτ /2018 επιφυλάξεως
του άρθρου 20 του ν. 4174/2013 που υπεβλήθη από την προσφεύγουσα, συνημμένη στην με
αριθμό καταχώρισης TAXISNET και ημερομηνία
20.12.2018 δήλωση Φ.Π.Α. για τη φορολογική περίοδο μηνός Νοεμβρίου έτους 2018
και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.
5. Τις απόψεις της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών.
6. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α 1 όπως αποτυπώνεται στο
σχέδιο της απόφασης.
Επί της με ημερομηνία κατάθεσης 18/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου
ενδικοφανούς προσφυγής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « », η οποία
κατατέθηκε εμπρόθεσμα και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των
υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της
ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Μετά την πάροδο απράκτου τριμήνου απορρίφθηκε σιωπηρά από τον Προϊστάμενο της
Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ η με αριθμ. πρωτ /2018 επιφύλαξη της ως άνω προσφεύγουσας
εταιρείας που υπεβλήθη συνημμένη με την με αριθμό καταχώρισης TAXISNET και ημερομηνία 20.12.2018 Δήλωση Φόρου Προστιθέμενης
Αξίας μηνός Νοεμβρίου 2018 Συγκεκριμένα η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε στις
20/12/2018 δήλωση Φ.Π.Α. της φορολογικής περιόδου 01/11- 30/11/2018, με την
ένδειξη «Με επιφύλαξη», λαμβάνοντας αριθμό καταχώρησης Taxisnet
Εν συνεχεία την ίδια μέρα υπέβαλε ενώπιον της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ, την σχετική
δήλωση επιφύλαξης σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν.4174/2013 με αριθμ. πρωτ /2018 καθόσον έκρινε ότι το ποσό του φόρου
εκροών που αντιστοιχεί στην υποχρεωτικώς χορηγηθείσα έκπτωση (rebate) προς τα συνεργαζόμενα Νοσοκομεία, με βάση τις διατάξεις
τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού δικαίου σχετικά με τη μείωση της βάσης
επιβολής του Φ.Π.Α. σε περίπτωση χορήγησης εκπτώσεων μετά την πραγματοποίηση
των φορολογητέων πράξεων, δεν θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη φορολογητέα
αξία για σκοπούς επιβολής Φ.Π.Α. και, ως εκ τούτου, το ποσό φόρου εκροών
182.405,12 Ευρώ με το οποίο έχει επιβαρυνθεί λόγω της υποχρεωτικώς χορηγηθείσας
έκπτωσης και το οποίο έχει ήδη αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω των αρχικών
εμπρόθεσμων περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. που υπέβαλε κατά την φορολογική περίοδο
έκδοσης των οικείων τιμολογίων πώλησης και παράδοσης φαρμακευτικών προϊόντων
στα Νοσοκομεία, θα πρέπει να αχθεί σε αντίστοιχη μείωση της φορολογικής οφειλής
της κατά το χρόνο χορήγησης της έκπτωσης, η οποία αποδεικνύεται νομίμως και προσηκόντως
δια της εκδόσεως των σχετικών πιστωτικών τιμολογίων.
Η προσφεύγουσα εταιρεία με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά να γίνει
δεκτή η εν λόγω προσφυγή, να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη του Προϊσταμένου της
Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ και να της επιστραφεί εντόκως το ποσό ΦΠΑ των 182.405,12
ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, προβάλλοντας τους παρακάτω ισχυρισμούς:
Μη νόμιμη η σιωπηρή απόρριψη της επιφύλαξης και, συνακόλουθα, εσφαλμένη και μη
νόμιμη η άρνηση της Φορολογικής Διοίκησης να αναγνωρίσει το δικαίωμα της
εταιρείας για μείωση της βάσης επιβολής του Φ.Π.Α. λόγω χορήγησης υποχρεωτικής
εκ του νόμου έκπτωσης (rebate) στα Νοσοκομεία.
Βάσει των διατάξεων του άρθρου 35 του ν. 3918/2011, όπως ισχύουν
από 1.01.2017 κατόπιν αντικατάστασής τους με την παρ. 1 του άρθρου 87 του ν. 4472/2017, η εταιρεία,
υπό την ιδιότητά της ως κατόχου αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων του
στην Ελλάδα, υποχρεούται ανά τρίμηνο σε επιστροφή ενός ενιαίου ποσού (γνωστού
ως ενοποιημένου rebate), μεταξύ άλλων και προς
τα Νοσοκομεία, με τη μορφή έκπτωσης επί της τιμής παραγωγού. Σύμφωνα με τις ως
άνω διατάξεις και επί τη βάσει σχετικών επιστολών-γνωστοποιήσεων απόδοσης
οφειλόμενων ποσών rebate που η εταιρεία έλαβε
από τα Νοσοκομεία με τα οποία είχε συνεργασθεί εντός του έτους 2017,
υποχρεώθηκε να χορηγήσει σε αυτά επιστροφή επί των συνολικών πωλήσεων
φαρμακευτικών προϊόντων έτους 2017 διά εκδόσεως πιστωτικών τιμολογίων. Προς
τούτο, εξέδωσε τον μήνα Νοέμβριο έτους 2018 ενενήντα εννέα (99) πιστωτικά
τιμολόγια τα οποία αφορούν συνολικό ποσό επιστροφής rebate ύψους 3.227.393,42 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.
Η αξία των εκροών βάσει των ως άνω πιστωτικών τιμολογίων ανέρχεται σε ποσό
3.044.988,30 Ευρώ, ενώ ο φόρος εκροών που αναλογεί σε αυτήν (υπολογιζόμενος με
εσωτερική υφαίρεση με συντελεστές 6% και 4%) ανέρχεται σε 182.405,12 Ευρώ.
Κατά την υποβολή της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου μηνός
Νοεμβρίου 2018 η εταιρεία δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω πιστωτικά τιμολόγια και, ως
εκ τούτου, δε μείωσε το σύνολο των φορολογητέων εκροών (κωδ. 307) της εν λόγω
δήλωσης κατά το ως άνω ποσό 3.044.988,30 Ευρώ ούτε το ποσό του φόρου εκροών
(κωδ. 337) κατά το ποσό 182.405,12 Ευρώ. Από την εν λόγω δήλωση προέκυψε
χρεωστικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. ποσού 1.157.184,58 Ευρώ, το οποίο αποδόθηκε στη
Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών διαδοχικά δια συμψηφισμού με απαιτήσεις της. Ωστόσο, επειδή η
εταιρεία διατηρούσε παράλληλα αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα του εν λόγω
χειρισμού, υπέβαλε ταυτόχρονα την με αρ. πρωτ /2018 ρητή, ειδική και
αιτιολογημένη επιφύλαξη του άρθρου 20 Κ.Φ.Δ., με την οποία επικαλέσθηκε ότι το
ποσό του φόρου εκροών που αντιστοιχεί στην υποχρεωτικώς χορηγηθείσα έκπτωση (rebate) προς τα συνεργαζόμενα Νοσοκομεία, με βάση τις διατάξεις
τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού δικαίου σχετικά με τη μείωση της βάσης
επιβολής του Φ.Π.Α. σε περίπτωση χορήγησης εκπτώσεων μετά την πραγματοποίηση
των φορολογητέων πράξεων, δεν θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη φορολογητέα
αξία για σκοπούς επιβολής Φ.Π.Α. και, ως εκ τούτου, το ποσό φόρου εκροών
182.405,12 Ευρώ με το οποίο έχει επιβαρυνθεί λόγω της υποχρεωτικώς χορηγηθείσας
έκπτωσης και το οποίο έχει ήδη αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω των αρχικών
εμπρόθεσμων περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. που υπέβαλε κατά την φορολογική περίοδο
έκδοσης των οικείων τιμολογίων πώλησης και παράδοσης φαρμακευτικών προϊόντων
στα Νοσοκομεία, θα πρέπει να αχθεί σε αντίστοιχη μείωση της φορολογικής οφειλής
της κατά το χρόνο χορήγησης της έκπτωσης, η οποία αποδεικνύεται νομίμως και
προσηκόντως δια της εκδόσεως των σχετικών πιστωτικών τιμολογίων.
Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών παρέλειψε να απαντήσει στην επιφύλαξη
εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της
φορολογικής δήλωσης με επιφύλαξη (άρθρο 20 παρ. 1 Κ.Φ.Δ.).
Η Φορολογική Διοίκηση, δια της υπ’ αριθμ. 1035/2019 (ΦΕΚ Β’ 235/5.02.2019) Απόφασης του Διοικητή της
Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με την οποία τροποποιήθηκε η προγενέστερη
Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ 1115/2016 που είχε εκδοθεί αρχικά μόνο εν σχέσει με την φορολογική
αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών (clawback) βάσει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 4052/2012 ανακαλώντας κατ’ ουσίαν την παλαιότερη θέση της (ΠΟΛ 1078/2012) κατά την
οποία τα ποσά αυτά επιστροφής συνιστούν «εισφορά» των φαρμακευτικών εταιρειών
υπέρ των ΦΚΑ και άρα βρίσκονται εκτός πεδίου Φ.Π.Α., αναγνώρισε ρητά το
δικαίωμα μείωσης της φορολογητέας αξίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19
παρ. 5 περ. α’ του Κώδικα Φ.Π.Α., στα ποσά των υποχρεωτικών
εκπτώσεων-επιστροφών που χορηγούν οι ΚΑΚ φαρμακευτικών προϊόντων δυνάμει του άρθρου 35παρ. 3 του ν. 3918/2011, όπως οι
επίμαχες. Διευκρίνισε δε ότι προς τούτο προβλέπεται η έκδοση πιστωτικού
τιμολογίου σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 8 των ΕΛΠ, το οποίο εκδίδεται μέχρι
την 15η ημέρα του επόμενου μήνα από το χρόνο που γεννάται η υποχρέωση χορήγησης
της έκπτωσης. Λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την παρεμπίπτουσα κρίση του Συμβουλίου
της Επικρατείας στις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 3447-3450/2015 και 1282/2017, η οποία
μάλιστα προσφάτως υιοθετήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση και εκφράσθηκε στην
υπ’ αριθμ. 1035/2019 (ΦΕΚ Β’ 235/5.02.2019) Απόφαση του Διοικητή της
Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, συνάγεται εύλογα ότι ο περιορισμός των
χρηματικών απαιτήσεων που διατηρούν οι ΚΑΚ φαρμακευτικών προϊόντων έναντι των
Νοσοκομείων, ο οποίος επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει,
και ο οποίος δεν εδράζεται στη βούληση των ΚΑΚ, αλλά επιβάλλεται μονομερώς με
διατάξεις διοικητικού δικαίου, ισοδυναμεί με υποχρεωτική εκ του νόμου
χορηγούμενη έκπτωση από τους ΚΑΚ προς τα Νοσοκομεία, καθώς, όπως είναι προφανές
στην υπό κρίση περίπτωση, η εταιρεία δεν μπορούσε να διαθέσει κατά το δοκούν το
σύνολο του τιμήματος που εισέπραξε κατά την πώληση των προϊόντων της στα Νοσοκομεία.
Η άρνηση της φορολογικής αρχής να κάνει δεκτή την επιφύλαξη και, ως εκ τούτου,
την μείωση της φορολογητέας αξίας στην υπό κρίση περίπτωση προσκρούει ευθέως
στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 5 περ. α’ του Κώδικα Φ.Π.Α. και του
άρθρου 90 παρ. 1 της Οδηγίας Φ.Π.Α., ενώ παραβιάζει και την θεμελιώδη αρχή της
ουδετερότητας του φόρου που διέπει το κοινό σύστημα Φ.Π.Α. Περαιτέρω δε,
έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσφάτως εκφρασθείσα στην υπ’ αριθμ. 1035/2019 Απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων
Εσόδων θετική θέση της Διοίκησης σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του
άρθρου 19 παρ. 5 περ. α’ του Κώδικα Φ.Π.Α., στην περίπτωση των υποχρεωτικών
εκπτώσεων-επιστροφών (rebate) που χορηγούν οι ΚΑΚ
φαρμακευτικών προϊόντων δυνάμει του άρθρου 35παρ. 3 του ν. 3918/2011.
Επειδή στο άρθρο 35 του ν.3918/2011 ορίζεται: «1. α) Για κάθε φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που
συνταγογραφείται από ιατρό και το τίμημα του οποίου καλύπτεται από τους Φορείς
Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Περίθαλψης
Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.) και του Οίκου Ναύτου, θεσπίζεται «τιμή
κοινωνικής ασφάλισης» (εφεξής Τ.Κ.Α.) η οποία συνίσταται στην τιμή παραγωγού ή
εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται από τις αγορανομικές διατάξεις μειωμένη κατά 4%.
Οι Φ.Κ.Α. καλύπτουν τη δαπάνη χορήγησης των συνταγογραφούμενων φαρμάκων μέχρι
του ποσού της λιανικής τιμής μειωμένης κατά το ποσό της συμμετοχής του
ασφαλισμένου και της προκύπτουσας διαφοράς μεταξύ της τιμής παραγωγού ή
εισαγωγέα και της Τ.Κ.Α.. Η δαπάνη που αφορά το παρακρατούμενο 4% βαρύνει
αποκλειστικά τη φαρμακοβιομηχανία ή τους κατόχους της άδειας κυκλοφορίας των
φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και θεωρείται «επιστροφή» (rebate) των φαρμακευτικών εταιριών και των κατόχων άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φ.Κ.Α..
β) Το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε εταιρεία ή
κάτοχος άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προκύπτει από τα στοιχεία
των συνολικών πωλήσεών της, αφού αφαιρεθούν οι απευθείας εξαγωγές, οι πωλήσεις
προς τα νοσοκομεία και οι παράλληλες εξαγωγές σύμφωνα με τα στοιχεία του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ). Για τον υπολογισμό του ποσού λαμβάνεται
υπόψη η σχέση δημόσιας προς ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη, ήτοι 65%-35%.
γ) Το προηγούμενο εδάφιο β’ του παρόντος άρθρου δεν
ισχύει για τις περιπτώσεις όπου ο εκάστοτε Φ.Κ.Α. έχει ενταχθεί στο Σύστημα
Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης (εφεξής Σ.Η.Σ.) μέχρι την πλήρη εφαρμογή του
τελευταίου ή διαθέτει άλλο ηλεκτρονικό σύστημα σάρωσης των συνταγών (scanning). Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσό που υποχρεούται να
αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας κυκλοφορίας υπολογίζεται μέσω του
Σ.Η.Σ. ή του άλλου συστήματος ανά Φ.Κ.Α. ή καταλογίζεται στον Ε. Ο.Π. Υ. Υ..
δ) i) Σε περίπτωση μη απόδοσης του ποσού
επιστροφής, αυτό παρακρατείται με τη διαδικασία του Κ.Ε.Δ.Ε..
ii) Τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για τα οποία δεν
αποδόθηκε το ποσό της επιστροφής αφαιρούνται αυτόματα από τον κατάλογο
συνταγογραφούμενων ιδιοσκευασμάτων της παρ.1 του άρθρου 12 του Ν. 3816/2010 .
iii) Οι εταιρείες δικαιούνται βεβαίωσης καταβολής του ποσού
επιστροφής για φορολογική χρήση.
ε) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας
και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ρυθμίζεται η
διαδικασία, προθεσμίες, τρόπος απόδοσης του ποσού έκπτωσης από τις
φαρμακευτικές εταιρείες και τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών
προϊόντων προς τους Φ.Κ.Α., ή τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μετά την έναρξη λειτουργίας του, ο
καταμερισμός του εισπραχθέντος ποσού στους Φ.Κ.Α., η επιβολή κυρώσεων σε
περίπτωση παράβασης της παρούσας διάταξης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την
εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
2. Καθιερώνεται ποσό επιστροφής (rebate) για τις φαρμακευτικές εταιρείες ή τους κατόχους άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προς τα νοσοκομεία του ΕΣΥ και των
αποκεντρωμένων μονάδων αυτών, στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, στο
Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και στο Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν, καθώς και σε όλα τα
νοσοκομεία του Δημοσίου οποιασδήποτε μορφής, το οποίο υπολογίζεται στο 5% επί
της νοσοκομειακής τιμής, όπως αυτή ορίζεται από τις αγορανομικές διατάξεις. Το
ποσό της επιστροφής υπολογίζεται επί του τιμολογίου αγοράς και συμψηφίζεται με
τις οφειλές του νοσοκομείου προς τις φαρμακευτικές εταιρείες ή τους κατόχους άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων. Εξαιρούνται τα φαρμακευτικά προϊόντα που
θα ενταχθούν στη διαγωνιστική διαδικασία εφόσον η τιμή με την οποία θα
κατακυρωθούν στο διαγωνισμό είναι μικρότερη από αυτήν που προκύπτει από την
προηγούμενη επιστροφή επί της νοσοκομειακής τιμής.
Επειδή εν συνεχεία με το άρθρο 36 παρ.1 του ν.4025/2011 προστέθηκαν στο άρθρο 12 του Ν. 3816/2010 (Α’ 6) οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 ως ακολούθως:
«3.α) Για την ένταξη κάθε φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος στο θετικό κατάλογο
συνταγογραφούμενων φαρμάκων του εδαφίου α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου
θεσπίζεται εφάπαξ εισφορά ως τέλος εισόδου, ίση με το τέσσερα τοις εκατό (4%)
επί της τιμής παραγωγού ή εισαγωγέα (ex-factory) του κάθε φαρμακευτικού
ιδιοσκευάσματος και βαρύνει αποκλειστικά τις φαρμακευτικές εταιρείες ή τους
κατόχους άδειας κυκλοφορίας (ΚΑΚ) φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων.
β) Το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε φαρμακευτική εταιρεία ή κάτοχος
άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων προκύπτει με βάση στοιχεία του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, από το σύνολο των πωλήσεων αυτών σε νοσοκομεία,
φαρμακαποθήκες και φαρμακεία κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 μέχρι
30.6.2011, πολλαπλασιασμένου επί δύο (2). Το σύνολο των πωλήσεων υπολογίζεται
σε τιμή παραγωγού ή εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται από τη με αριθμό
ΔΥΓ3δ/οικ.66084 «Διατάξεις Τιμολόγησης Φαρμάκων» (Β’ 1231) υπουργική απόφαση.
γ) Ο ΕΟΦ μέχρι τις 10.10.2011 υποχρεούται να συντάξει και να αποστείλει στη
Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων επίσημη κατάσταση με τις πωλήσεις κάθε
φαρμακευτικής εταιρείας ανά προϊόν και να υπολογίσει το ποσό, το οποίο θα πρέπει
να αποδώσει η κάθε υπόχρεη φαρμακευτική εταιρεία ή ο κάτοχος άδειας κυκλοφορίας
φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος.
δ) Κάθε φαρμακευτική εταιρία ή κάτοχος αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών
ιδιοσκευασμάτων υποχρεούται να αποδίδει το τέλος εισόδου σε Λογαριασμό
Τραπέζης, που καθορίζεται από τις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών
Ασφαλίσεων μέχρι τις 15.11.2011. Σε περίπτωση υπάρξεως και τοπικού
αντιπροσώπου, η γνωστοποίηση του υπολογισθέντος ποσού και η απόδοση στο
λογαριασμό γίνεται από τον Κάτοχο Άδειας Κυκλοφορίας με μέριμνα του τοπικού
αντιπροσώπου. Οι εταιρείες δικαιούνται βεβαίωσης καταβολής του ποσού για
φορολογική χρήση.
ε) Στις Διευθύνσεις Οικονομικού και Ασφάλισης Ασθένειας και Μητρότητας της
Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανατίθεται ο συντονισμός, η
επεξεργασία και κάθε άλλη αναγκαία ενέργεια για την υλοποίηση της εν λόγω
διάταξης. Σε περίπτωση μη απόδοσης του τέλους εισόδου από τους υπόχρεους μέχρι
τις 15.11.2011, το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα αποκλείεται αυτοδίκαια από το θετικό
κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Η ευθύνη ενημέρωσης όλων των αρμόδιων
φορέων για τον αποκλεισμό φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων από το θετικό κατάλογο
λόγω μη καταβολής του ως άνω τέλους εισόδου ανήκει στην Διεύθυνση Ασφάλισης
Ασθένειας και Μητρότητας της Γ.Γ.Κ.Α..»
4. Για κάθε νέο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, που θα εγκρίνεται στο θετικό
κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων θεσπίζεται πάγια εφάπαξ εισφορά, ως τέλος
εισόδου, ποσού δύο χιλιάδων ευρώ για την πρώτη περιεκτικότητα και χιλίων ευρώ
για καθεμία από τις υπόλοιπες περιεκτικότητές του.
5. α) Για τη συμμετοχή των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων στο θετικό κατάλογο
συνταγογραφούμενων φαρμάκων κάθε φαρμακευτική εταιρεία ή κάτοχος άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων υποχρεούται να έχει εξοφλήσει το
συνολικό ποσό της «επιστροφής» (rebate) του έτους 2011, μέχρι τις 15.11.2011, προκειμένου τα
φαρμακευτικά σκευάσματα να συμμετέχουν στο θετικό κατάλογο μετά την 1.1.2012.
β) Το συνολικό ποσό της «επιστροφής» (rebate) του 2011, θα υπολογιστεί με βάση το ποσό που αναλογεί
για το διάστημα από 1.1.2011 έως 30.4.2011 (α’ τετράμηνο 2011),
πολλαπλασιαζόμενο επί τρία (3). Ο υπολογισμός του ποσού (rebate) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 28.2.2011
γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 35 του Ν.3697/2008 (Α’ 194), ενώ για το χρονικό διάστημα από 1.3.2011 έως
30.4.2011 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (Α’ 31).
γ) Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων υποχρεούται μέχρι τις 10.10.2011 να συντάξει
και να αποστείλει στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατάσταση με τις
συνολικές πωλήσεις κάθε φαρμακευτικής εταιρείας ανά προϊόν και να υπολογίσει το
ποσό, το οποίο θα πρέπει να αποδοθεί από την υπόχρεη φαρμακευτική εταιρεία ή
κάτοχο άδειας κυκλοφορίας.
δ) Κάθε φαρμακευτική εταιρία ή κάτοχος αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών
ιδιοσκευασμάτων υποχρεούται να αποδώσει το σύνολο του ποσού επιστροφής (rebate) του έτους 2011 μέχρι τις 15.11.2011, σε λογαριασμό
τραπέζης, που καθορίζεται από τις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών
Ασφαλίσεων. Σε περίπτωση υπάρξεως και τοπικού αντιπροσώπου, η γνωστοποίηση του
υπολογισθέντος ποσού και η απόδοση στο λογαριασμό γίνεται από τον Κάτοχο Άδειας
Κυκλοφορίας με μέριμνα του τοπικού αντιπροσώπου. Οι εταιρείες δικαιούνται να
λάβουν βεβαίωση καταβολής του ποσού για φορολογική χρήση. Σε περίπτωση μη
απόδοσης του συνόλου του ποσού επιστροφής (rebate) έτους 2011 μέχρι τις 15.11.2011 επιβάλλεται ποινή
αποκλεισμού του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος από το θετικό κατάλογο
συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
ε) Στις Διευθύνσεις Οικονομικού και Ασφάλισης Ασθένειας και Μητρότητας της
Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανατίθεται ο συντονισμός, η
επεξεργασία και κάθε άλλη αναγκαία ενέργεια για την υλοποίηση των ανωτέρω
διατάξεων.
6. Για τα φάρμακα που εντάσσονται στη θετική λίστα και έχουν τιμή υψηλότερη από
την τιμή αναφοράς της θεραπευτικής κατηγορίας στην οποία ανήκουν, το ποσό
επιστροφής (rebate) που θα πρέπει να
καταβάλλουν, με βάση τη διαφορά αυτή, θα υπολογιστεί μετά την εκδίκαση και
έκδοση των σχετικών αποφάσεων από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Λίστας.».
Επειδή με το άρθρο 22 του ν.4052/2012 η παράγραφος 1 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1.α) Για κάθε φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που συνταγογραφείται από ιατρό και το
τίμημα του οποίου καλύπτεται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), τον
Ενιαίο Οργανισμό Παροχών Υγειονομικής Περίθαλψης (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και τον Οίκο
Ναύτου, θεσπίζεται «τιμή κοινωνικής ασφάλισης» (εφεξής Τ.Κ.Α.) η οποία
συνίσταται στην τιμή παραγωγού ή εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται στην κάθε φορά
ισχύουσα υπουργική απόφαση που καθορίζει τον τρόπο τιμολόγησης των
φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων μειωμένη κατά 9%. Οι Φ.Κ.Α. καλύπτουν τη δαπάνη
χορήγησης των συνταγογραφούμενων φαρμάκων μέχρι του ποσού της λιανικής τιμής
μειωμένης κατά το ποσό της συμμετοχής του ασφαλισμένου και της προκύπτουσας
διαφοράς μεταξύ της τιμής παραγωγού ή εισαγωγέα και της Τ.Κ.Α.. Η δαπάνη που
αφορά το παρακρατούμενο 9% βαρύνει αποκλειστικά τους κατόχους της άδειας
κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και θεωρείται
«επιστροφή» (rebate) των Κ.Α.Κ. των
φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φ.Κ.Α. και τον Ε.Ο.Π.ΥΥ..
β) Το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προκύπτει από τα στοιχεία των συνολικών
πωλήσεών της ανά φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, αφού αφαιρεθούν οι πωλήσεις προς τα
νοσοκομεία και οι παράλληλες εξαγωγές σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού
Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.). Για τον υπολογισμό του ποσού λαμβάνεται υπόψη η
σχέση δημόσιας προς ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη, ήτοι 80% – 20%.
γ) Επιπροσθέτως των διατάξεων των προηγούμενων περιπτώσεων α’ και β’ οι ΚΑΚ
κάθε τρίμηνο, αρχής γενομένης από 1-1-2012 υποχρεούνται σε πρόσθετη
κλιμακούμενη επιστροφή «rebate» ανάλογα με τον
συνολικό όγκο πωλήσεων του κάθε φαρμακευτικού προϊόντος του προηγούμενου
τριμήνου, …».
Επειδή με το άρθρο 87 του ν.4472/2017 τροποποιήθηκε ο υπολογισμός του ως άνω rebate και συγκεκριμένα το άρθρο 35 του Ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαταστάθηκε ως εξής: «1. Για κάθε
φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που συνταγογραφείται από ιατρό και το τίμημα του
οποίου καλύπτεται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) και τον Εθνικό
Οργανισμό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θεσπίζεται «τιμή κοινωνικής
ασφάλισης» (εφεξής Τ.Κ.Α.), η οποία συνίσταται επί της τιμής παραγωγού και
εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται στην εκάστοτε ισχύουσα υπουργική απόφαση που
καθορίζει τον τρόπο τιμολόγησης των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, μειωμένη
κατά τα ποσοστά επιπρόσθετης έκπτωσης των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος
άρθρου.
2. Τα φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και των αποκεντρωμένων
μονάδων αυτών, το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου,
καθώς και όλα τα νοσοκομεία του Δημοσίου οποιασδήποτε μορφής προμηθεύονται τα
φαρμακευτικά προϊόντα με ποσοστό έκπτωσης 5% επί της νοσοκομειακής τιμής, όπως
αυτή η τιμή εκάστοτε καθορίζεται στην ισχύουσα υπουργική απόφαση που καθορίζει
τον τρόπο τιμολόγησης των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων. Το ποσό της έκπτωσης
του 5% ως άνω υπολογίζεται επί του τιμολογίου αγοράς των νοσοκομείων. Εξαιρούνται
τα φαρμακευτικά προϊόντα που θα ενταχθούν στη διαγωνιστική διαδικασία εφόσον η
τιμή με την οποία θα κατακυρωθούν στο διαγωνισμό, είναι μικρότερη από αυτήν που
προκύπτει από την προηγούμενη επιστροφή επί της νοσοκομειακής τιμής. Το ποσοστό
αυτής της έκπτωσης συνυπολογίζεται και αφαιρείται κατά τον τελικό υπολογισμό
του συνολικού ποσοστού επιστροφής (rebate) που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.
3. Οι Κάτοχοι Άδειας Κυκλοφορίας φαρμάκων (ΚΑΚ) υποχρεούνται κάθε τρίμηνο σε
ποσό επιστροφής ίσο με το ποσοστό επί των συνολικών πωλήσεων, του προηγούμενου
τριμήνου όλων των συσκευασιών, περιεκτικοτήτων και μορφών του εκάστοτε
φαρμακευτικού προϊόντος, σύμφωνα με τον τύπο …
Το τελικό ποσό που καλείται να επιστρέψει κάθε Κ.Α.Κ. προκύπτει από τον
πολλαπλασιασμό του ανωτέρω ποσοστού ( ) με τις συνολικές πωλήσεις του
προηγούμενου τριμήνου όλων των συσκευασιών, περιεκτικοτήτων και μορφών του
εκάστοτε φαρμακευτικού προϊόντος που υπολογίζονται στη βάση της τιμής
παραγωγού, όπως ορίζεται από τις υπουργικές αποφάσεις τιμολόγησης. Για την
απόδοση του πρόσθετου ποσού επιστροφής λαμβάνονται υπόψη οι πωλήσεις του
προηγούμενου τριμήνου βάσει των στοιχείων που αντλεί ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και οι Φ.Κ.Α.
από το σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, το σύστημα σάρωσης συνταγών του
Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και από το άθροισμα των τιμολογίων που εκδίδουν οι φαρμακευτικές
εταιρείες προς τα φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στο σύνολό τους και σε κάθε
νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. ξεχωριστά. Το ποσό καταβάλλεται αντίστοιχα για το πρώτο
τρίμηνο μέχρι 31 Μαΐου, για το δεύτερο τρίμηνο μέχρι 31 Αυγούστου, για το τρίτο
τρίμηνο μέχρι 30 Νοεμβρίου του ίδιου έτους και για το τέταρτο τρίμηνο μέχρι 28
Φεβρουαρίου του επόμενου έτους. Η είσπραξη των εν λόγω ποσών γίνεται
αποκλειστικά με ευθύνη και μέριμνα των υπηρεσιών των φορέων, στα πλαίσια
περιστολής της φαρμακευτικής δαπάνης. Για τους φορείς που δεν διαθέτουν σύστημα
ηλεκτρονικής συνταγογράφησης ή σάρωσης συνταγών το ποσό που υποχρεούται να
αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων
προκύπτει από τα στοιχεία των συνολικών πωλήσεών της ανά φαρμακευτικό
ιδιοσκεύασμα, αφού αφαιρεθούν οι πωλήσεις προς τα νοσοκομεία και οι παράλληλες
εξαγωγές σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) και
για τον υπολογισμό του ποσού αυτού λαμβάνεται υπόψη η σχέση δημόσιας προς
ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη, ήτοι 80% – 20%.
4. Η καταβολή του ποσού επιστροφής των παραγράφων 2 και 3 από τον Κ.Α.Κ. ή
φαρμακευτική εταιρεία μπορεί να γίνει είτε με απευθείας κατάθεση μετρητών στον
λογαριασμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή του ΦΚΑ και του νοσοκομείου, είτε μέσω συμψηφισμού
του ποσού επιστροφής με αντίστοιχες οφειλές του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή του νοσοκομείου
προς τις φαρμακευτικές εταιρείες για προμήθεια φαρμάκων στα φαρμακεία τους.
5. Ο Ε.Ο.Π.Π.Υ. δύναται να συμψηφίζει με απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου τα
οφειλόμενα από τους Κατόχους Άδειας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
ιδιοσκευασμάτων ποσά, που προκύπτουν από την υποχρέωσή τους επιστροφής (rebate) των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, με ισόποσες
οφειλές του προς τους Κ.Α.Κ., από την προμήθεια φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων
για τα φαρμακεία του, τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., τους συμβεβλημένους παρόχους
και τους εποπτευόμενους από το Υπουργείο Υγείας Φορείς και Οργανισμούς καθώς
και τα υπαγόμενα σε αυτό Ν.Π.Ι.Δ.. και Ν.Π.Δ.Δ. Εφόσον μετά τον συμψηφισμό ως
ανωτέρω, παραμένει ανεξόφλητο ποσό απαιτήσεων ή σε περίπτωση κατά την οποία
φαρμακευτικές εταιρείες ή Κ.Α.Κ. φαρμακευτικών σκευασμάτων δεν έχουν απαιτήσεις
έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά μόνο έναντι νοσοκομείων, τότε οι απαιτήσεις του
Ε.Ο.Π.Π.Υ. έναντι των φαρμακευτικών εταιρειών ή των Κ.ΑΚ από το ποσό επιστροφής
(rebate) που προβλέπεται στις
παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου δύνανται να εκχωρούνται κατόπιν
απόφασης του Διοικητικού του Συμβουλίου, προς τα νοσοκομεία έναντι καταβολής
νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης ασφαλισμένων του, τα δε νοσοκομεία
συμψηφίζουν υποχρεωτικά το ποσό των ανωτέρω εκχωρούμενων προς αυτά απαιτήσεων
με οφειλές τους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες και τους Κ.Α.Κ. φαρμακευτικών
σκευασμάτων. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ των εκχωρηθέντων προς τα
νοσοκομεία, κατά το προηγούμενο εδάφιο, απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών
των νοσοκομείων προς φαρμακευτικές εταιρείες ή Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας
(Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών σκευασμάτων που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους. Με
κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας καθορίζονται τα ποσά που κάθε
φορά εκχωρούνται και συμψηφίζονται κατά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου,
η σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή
των προηγούμενων εδαφίων.
6. α) Σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης του ποσού επιστροφής των παραγράφων 2
και 3 του παρόντος άρθρου, αυτά εισπράττονται με τη διαδικασία του Κ.Ε.Δ.Ε..
β) Τα φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία δεν αποδόθηκε το ποσό της επιστροφής
διαγράφονται από τον κατάλογο αποζημιούμενων φαρμάκων της παρ. 1 του άρθρου 12
του Ν. 3816/2010 . γ) Οι εταιρείες δικαιούνται βεβαίωσης καταβολής του
ποσού επιστροφής για φορολογική χρήση.
7. Για τα εμβόλια του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών και τα φάρμακα που
εισάγονται μέσω ΙΦΕΤ, οι Κάτοχοι Άδειας Κυκλοφορίας απαλλάσσονται της
υποχρέωσης καταβολής των επιστροφών του παρόντος.
8. Για τις ειδικές περιπτώσεις που επιλέγεται φάρμακο το οποίο δεν διαθέτει
γενόσημο ή μια θεραπευτική κατηγορία στο σύνολό της περιέχει μία μοναδική ή
περισσότερες δραστικές ουσίες χωρίς γενόσημα φάρμακα, όπου επιλέγεται φάρμακο
με λιανική τιμή υψηλότερη από την τιμή αποζημίωσης, ο ασθενής καλύπτει εκτός
από την προβλεπόμενη θεσμοθετημένη συμμετοχή το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ της
τιμής αποζημίωσης και της λιανικής τιμής του φαρμάκου.
9. Στην περίπτωση των φαρμάκων της περίπτωσης α’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του
Ν. 3816/2010 , τα οποία χορηγούνται από ιδιωτικά φαρμακεία, ο
Ε.Ο.Π.Υ.Υ. επιβάλει πέραν του rebate της
παραγράφου 1 του παρόντος rebate
τέτοιο ώστε η τελική τιμή αγοράς για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να είναι αντίστοιχη με
εκείνη που επιτυγχάνεται όταν προμηθεύεται το φάρμακο αυτό από τα φαρμακεία
του.».
2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., η
οποία λαμβάνει υπόψη της τη γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 15 της υπουργική
απόφαση οικ. 3457/2014 (Β’ 64), δύνανται να τίθενται ετήσιοι προϋπολογισμοί
φαρμακευτικής δαπάνης σε επίπεδο φαρμάκου, δραστικής ουσίας (ATC5) ή θεραπευτικής κατηγορίας (ATC4). Η ρύθμιση αυτή δύναται να εφαρμόζεται ειδικότερα σε
περιπτώσεις εισαγωγής πολλών νέων φαρμάκων σε συγκεκριμένες θεραπευτικές
κατηγορίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι επιμέρους στόχοι συνυπολογίζονται στον
καθορισμό της υπέρβασης της φαρμακευτικής δαπάνης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και στον
επιμερισμό της υπέρβασης ανά φαρμακευτική εταιρεία ή κάτοχο άδειας κυκλοφορίας.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η υπ’αριθμ. οικ.Γ5/63587/2015 υπουργική απόφαση (Β’
1803). 3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από πρόταση της Επιτροπής του
άρθρου 15 της υπουργικής απόφασης οικ. 3457/2014 (Β’ 64), η οποία υποχρεωτικά
ενσωματώνει τους συνταγογραφικούς περιορισμούς της Επιτροπής της περίπτωσης γ’
της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 3816/2010 (Επιτροπή Θετικής Λίστας), για μεμονωμένα φάρμακα ή
ομάδες φαρμάκων ή για φάρμακα για τα οποία έχει τεθεί ετήσιος προϋπολογισμός
φαρμακευτικής δαπάνης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο του παρόντος
άρθρου, δύνανται να εκδίδονται πρωτόκολλα συνταγογράφησης, η τήρηση των οποίων
καθίσταται υποχρεωτική για την αποζημίωση των φαρμάκων αυτών. Η ως άνω επιτροπή
για την ανάπτυξη των πρωτοκόλλων συνταγογράφησης λαμβάνει υπόψη της
επιστημονικά κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων επιδημιολογικής συχνότητας
(επιπολασμός και επίπτωση) και αναγκών κάλυψης σε νόσους και νοσηλείες, καθώς
επίσης και οικονομικά κριτήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η δημοσιονομική
επίπτωση της αποζημίωσης του φαρμάκου βάσει της τιμής αποζημίωσης, όπως
εκάστοτε καθορίζεται. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, η Επιτροπή
Διαπραγμάτευσης που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 4208/2013 (Α’ 252) στέλνει άμεσα το
τυχόν αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης στην Επιτροπή Θετικής Λίστας για να
ενσωματωθούν στις εισηγήσεις της…
9. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναδρομικά από 1.1.2017,
εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν άρθρο.».
Επειδή από την Φορολογική Διοίκηση με την ΠΟΛ.1078/2012 έχει
γίνει δεκτό ότι το ποσό rebate συνιστά εισφορά των φαρμακευτικών επιχειρήσεων
υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, βαρύνει ως παραγωγική δαπάνη τα
ακαθάριστα έσοδα του έτους εντός του οποίου καταβάλλεται και συνεπώς είναι
εκτός πεδίου εφαρμογής του ΦΠΑ. Περαιτέρω και με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.4172/2013 τα ποσά
rebate που αποδίδονται στον ΕΟΠΥΥ μειώνουν τα ακαθάριστα έσοδα του έτους εντός
του οποίου καταβλήθηκαν.
Επειδή με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4052/2012 αντικαταστάθηκε
το άρθρο 35παρ. 1 του
ν. 3918/2011 και
επεβλήθη στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, κατόχους των αδειών κυκλοφορίας
(Κ.Α.Κ.) των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, προκειμένου για κάθε
συνταγογραφούμενο από ιατρό φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, το τίμημα του οποίου
καλύπτεται από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και
τον Οίκο Ναύτου, η υποχρέωση αφ’ ενός «επιστροφής» στους εν λόγω φορείς ποσού
ανερχομένου σε ποσοστό (9%) επί της τιμής παραγωγού ή εισαγωγέως και αφ’ ετέρου
«πρόσθετης επιστροφής», ήτοι ποσού κλιμακούμενου αναλόγως του όγκου πωλήσεων
εκάστου φαρμάκου σε ορισμένη χρονική περίοδο.
Τα εν λόγω μέτρα (rebate), με τα οποία επιδιώκεται, κατά τα προκύπτοντα από τις
προπαρασκευαστικές εργασίες του ανωτέρω νόμου, η μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής
δαπάνης, συνίστανται σε περιορισμό χρηματικών απαιτήσεων που απορρέουν από
εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων προς χρήση των ασφαλισμένων των φορέων
κοινωνικής ασφαλίσεως (Φ.Κ.Α.) με (ολική ή μερική, κατά περίπτωση) κάλυψη της
δαπάνης από τους Φ.Κ.Α. και όχι σε επιβολή φόρου ή κοινωνικής εισφοράς ως πόρου
των Φ.Κ.Α. (σκέψη 5-ΣτΕ 3447,3448,3449,3450/2015,1282/2017).
Επειδή, επιπλέον με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.4052/2012 και
της Κ.Υ.Α. Φ.42000/8809/1081/4.5.2012,
δεν επεβλήθη ανταποδοτικό τέλος, φόρος ή κοινωνική εισφορά ως πόρος των φορέων
κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) ούτε επεβλήθη περιορισμός, γενικώς, των
απαιτήσεων από τις πωλήσεις των φαρμάκων. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίσθηκε
υποχρέωση «επιστροφής» και «πρόσθετης κλιμακούμενης επιστροφής» ως περιορισμός
των χρηματικών απαιτήσεων των κατόχων αδειών κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
προϊόντων κατά των Φ.Κ.Α. από τις εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων
συνταγογραφούμενων ιδιοσκευασμάτων) προς χρήση των ασφαλισμένων των Φ.Κ.Α., των
οποίων (πωλήσεων) τη δαπάνη καλύπτουν ολικώς ή μερικώς οι Φ.Κ.Α.( σκ.10-ΣτΕ
1282/2017).
Επειδή, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ιδίως δε για την
αντιμετώπιση οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, ο περιορισμός της δημόσιας δαπάνης,
με αντίστοιχο περιορισμό χρηματικών απαιτήσεων που απορρέουν από τις
εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων με κάλυψη της δαπάνης (ολική ή μερική) από
τους Φ.Κ.Α., είναι επιτρεπτός κατά το Σύνταγμα, εάν κατά την κρίση του
νομοθέτη, που υπόκειται στον οριακό έλεγχο συνταγματικότητας του Συμβουλίου της
Επικρατείας, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο, μη απαιτουμένης και προηγούμενης
ειδικής μελέτης για την θέσπισή του.(σκ.10-ΣτΕ 1282/2017). Περαιτέρω, τα εν
λόγω μέτρα «επιστροφής» και «πρόσθετης κλιμακούμενης επιστροφής» συμβάλλουν
στην βελτίωση των οικονομικών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και εντεύθεν στην
διατήρηση του αντίστοιχου -σημαντικού- κύκλου εργασιών των δραστηριοποιουμένων
στον χώρο αυτόν επιχειρήσεων, χωρίς να επιβαρύνουν τις λοιπές επιχειρηματικές
δραστηριότητές τους στην αγορά του φαρμάκου, ενώ, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα
στο ως άνω άρθρο 22 του
ν. 4052/2012, το
ποσό της «επιστροφής» εκπίπτει, ως παραγωγική δαπάνη, από τα ακαθάριστα έσοδα
των υπόχρεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας (άρθρο 31
παρ. 1 περ. ε’ ν. 2238/1994, Α’
151).(σκ.10-ΣτΕ 1282/2017).
Επειδή από την ως άνω νομολογία του ΣτΕ κρίθηκε ότι το rebate είναι περιορισμός
των χρηματικών απαιτήσεων των φαρμακευτικών εταιρειών, Κατόχων Άδειας
Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων και δεν αποτελεί φόρο ή κοινωνική
εισφορά ενώ ως αντίκρυσμα του κόστους που συνεπάγεται για τις φαρμακευτικές
εταιρείες, θεωρείται βάσει των κείμενων διατάξεων παραγωγική δαπάνη που
εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά τους σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου
22 του ν.4172/2013 χωρίς
ωστόσο να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Φ.Π.Α. (σχετ. και η ΠΟΛ.1078/2012).
Επειδή σύμφωνα με την ισχύουσα στην περίπτωση νομοθεσία, για την καταβολή του
rebate από την πλευρά των κατόχων αδειών κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) του άρθρου 35 του
ν.3918/2011, όπως
τροποποιήθηκε και ισχύει, δεν προβλέπεται η έκδοση πιστωτικού τιμολογίου όπως
προβλέπεται για την περίπτωση του μηχανισμού αυτόματης επιστροφής (claw back)
(σχετ. ΠΟΛ 1078/2012, ΠΟΛ 1191/2014 και ΠΟΛ 1115/2016) καθόσον
για τον περιορισμό της χρηματικής απαίτησης η κάθε φαρμακευτική εταιρεία
ενημερώνεται από τον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, με ιδιαίτερη γνωστοποίηση για
την απόδοση του οφειλόμενου ποσού rebate, σε τραπεζικό λογαριασμό και για την
καταβολή του ποσού εκδίδεται από τον Φορέα σχετική βεβαίωση καταβολής του ποσού
για φορολογική χρήση, η οποία μαζί με το τραπεζικό έγγραφο κατάθεσης αποτελούν
το αποδεικτικό στοιχείο της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Επειδή με την Απόφαση της Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ 1115/2016 με
θέμα «Φορολογική αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών από τους Κατόχους
Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων του Ν. 4052/2012, ορίζεται:
«Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του άρθρου 11του Ν. 4052/2012 (41 Α’).
2. Τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 30 του Ν. 4308/2014 (251 Α’)
που αφορά τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.
3. Τις διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. (Ν. 2859/2000 – ΦΕΚ
248 ΑΠ. 11.2000).
4. Την ΠΥΣ 1/20.1.2016 «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής
Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΦΕΚ ΥΟΔΔ/18).
5. Τις ιδιαιτερότητες των συγκεκριμένων συναλλαγών που αφορούν την επιστροφή
χρηματικών ποσών, όχι προς τους άμεσα αντισυμβαλλόμενους, αλλά προς τρίτους
(Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης), όπως αυτές διατυπώθηκαν από τους επαγγελματικούς
φορείς του κλάδου.
6. Την ανάγκη απεικόνισης της πραγματικής φύσης των συναλλαγών αυτών, για
λόγους εξυπηρέτησης της φορολογίας και των ελεγκτικών επαληθεύσεων.
7. Ότι, από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού
Προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
1. Για τις υποχρεωτικές, βάσει νόμου, επιστροφές-εκπτώσεις χρηματικών ποσών από
τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων προς τους
Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), για το φορολογικό έτος 2015 και για κάθε
φορολογικό έτος εφεξής, για πωλήσεις φαρμάκων από τους πρώτους προς φαρμακεία
και φαρμακαποθήκες και από τους τελευταίους προς τους Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), το ύψος των οποίων (ποσών) προκύπτει με τη διαδικασία που
ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 ,
εκδίδεται από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων
πιστωτικό τιμολόγιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.).
2. Στο εν λόγω πιστωτικό τιμολόγιο αναγράφονται, εκτός από τα στοιχεία που
ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 4308/2014 , το
ποσό της επιστροφής-έκπτωσης, όπως προκύπτει κατά τα οριζόμενα ανωτέρω (παρ.
1), με βάση τις αναλυτικές καταστάσεις που αποστέλλουν οι Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) προς τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
προϊόντων, καθώς και ο αναλογών Φ.Π.Α., διακριτά. Επιπλέον αναγράφεται ως
αιτιολογία η φράση: «Επιστροφή (claw-back) του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 για
έμμεσες πωλήσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.)».
3. Το υπόψη πιστωτικό τιμολόγιο, εκδίδεται με βάση τις σχετικές διατάξεις του
Ν. 4308/2014, μέχρι
τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα, από το χρόνο που γεννάται η υποχρέωση χορήγησης
της έκπτωσης, κατά τα προαναφερόμενα και αφορά φαρμακευτικά προϊόντα, που
διατέθηκαν, αποδεδειγμένα, στους ασφαλισμένους την περίοδο που αναφέρεται σε αυτό.
Διατηρείται δε μαζί με τις αναλυτικές καταστάσεις που αποστέλλει ο Φορέας
Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), για όσο χρόνο ορίζεται από τις σχετικές
διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 4308/2014 .
4. Τα ως άνω πιστωτικά τιμολόγια, καταχωρούνται στα λογιστικά αρχεία του
φορολογικού έτους εντός του οποίου εκδίδονται και ειδικότερα στο μήνα που
εκδόθηκαν. Περιλαμβάνονται δε στις καταστάσεις φορολογικών στοιχείων για
διασταύρωση πληροφοριών, που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης
Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ. 1022/2014 όπως ισχύει, (Β’ 179) εντός του έτους έκδοσης αυτών και
ανάλογα με την ημερομηνία έκδοσης τους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να
αφορούν έκπτωση για συναλλαγές προηγούμενου φορολογικού έτους.
5. Με τις χορηγούμενες με το πιστωτικό τιμολόγιο της παραγράφου 1
εκπτώσεις/επιστροφές μειώνεται η φορολογητέα βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις της
παραγράφου 5 του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.».
Επειδή με την προσφάτως εκδοθείσα Απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ Α.1035/25-01- 2019/ΦΕΚΒ’/05.02.2019
ορίζεται: Έχοντας υπόψη:
«1. Τις διατάξεις του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (31 Α’),
«Καθορισμός ποσού έκπτωσης των φαρμακευτικών εταιρειών προς τους Φορείς
Κοινωνικής Ασφάλισης, τον Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου και τα
Νοσοκομεία», όπως ισχύει.
2. Τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 8 , καθώς και της παραγράφου 14
του άρθρου 30 του Ν. 4308/2014 (251
Α’).
3. Τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 5 του Κώδικα Φ.Π.Α. (Ν. 2859/2000 – ΦΕΚ
248 Α’).
4. Την αριθμ. 1 της 20.1.2016 (18 Υ.Ο.Δ.Δ.) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου
«Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων
Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου
εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του Ν. 4389/2016 , και
την αριθμ. 39/3/30.11.2017 (689 Υ.Ο.Δ.Δ.) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της
Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωση θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων»,
όπως ισχύουν.
5. Τις ΣτΕ 3447, 3448, 3449 και 3450/2015, με τις οποίες κρίθηκε ότι θεσπίσθηκε
υποχρέωση «επιστροφής» και «πρόσθετης κλιμακούμενης επιστροφής» ως περιορισμός
των χρηματικών απαιτήσεων των κατόχων αδειών κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) των
φαρμακευτικών προϊόντων κατά των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) από τις
εξωνοσοκομειακές πωλήσεις φαρμάκων (συνταγογραφούμενων ιδιοσκευασμάτων) προς
χρήση των ασφαλισμένων των Φ.Κ.Α, των οποίων (πωλήσεων) τη δαπάνη καλύπτουν
ολικώς ή μερικώς οι Φ.Κ.Α.
6. Την ανάγκη ομοιόμορφης αντιμετώπισης του λογιστικού χειρισμού των ποσών
έκπτωσης- επιστροφής (rebate) που χορηγούνται από τους κατόχους αδείας
κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, με
τα επιστρεφόμενα ποσά (rebate) από τα ιδιωτικά φαρμακεία προς τους Φορείς
Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και από τους παρόχους υπηρεσιών υγείας προς τους
Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των εκπτώσεων- επιστροφών χρηματικών
ποσών από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων
προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων του άρθρου
11 του Ν. 4052/2012 (clawbacks).
7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται
δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων
(Α.Α.Δ.Ε.),
αποφασίζουμε:
Αρθρο μόνο
Τροποποιούμε την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (ΑΓΓΔΕ), ΠΟΛ 1115/2016 ,
«Φορολογική αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών από τους Κατόχους
Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής
Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων του Ν. 4052/2012», (2665 Β’),
ως εξής:
α) Το θέμα της ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ 1115/2016 αντικαθίσταται
ως εξής: «Φορολογική αντιμετώπιση της επιστροφής χρηματικών ποσών και της
χορήγησης εκπτώσεων από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών
προϊόντων προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), βάσει των διατάξεων
του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 (clawback)
και βάσει της παρ. 3 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 (rebate)».
β) Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου μόνου της ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ. 1115/2016 , προστίθεται
εδάφιο ως εξής: «Πιστωτικό τιμολόγιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.)
εκδίδεται από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων
και για τις εκπτώσεις- επιστροφές από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.)
προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), σύμφωνα με τις διατάξεις της
παρ. 3 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011, όπως
ισχύει».
γ) Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου μόνου της ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ. 1115/2016 ,
αντικαθίσταται ως εξής: «Επιπλέον αναγράφεται ως αιτιολογία η φράση:
“Επιστροφή-έκπτωση (clawback) του άρθρου 11 του Ν. 4052/2012 για
έμμεσες πωλήσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.)” ή
“Έκπτωση-επιστροφή (rebate) της παρ. 3 του άρθρου 35 του Ν. 3918/2011 για
έμμεσες πωλήσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.)” κατά
περίπτωση». Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.».
Επειδή εν προκειμένω η προσφεύγουσα εταιρεία αναφέρει ότι βάσει των διατάξεων
του άρθρου 35 του ν. 3918/2011, όπως ισχύουν
από 1.01.2017 κατόπιν αντικατάστασής τους με την παρ. 1 του άρθρου 87 του
ν. 4472/2017, υπό
την ιδιότητά της ως κατόχου αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων του στην
Ελλάδα, υποχρεούται ανά τρίμηνο σε επιστροφή ενός ενιαίου ποσού (γνωστού ως
ενοποιημένου rebate), μεταξύ άλλων και προς τα Νοσοκομεία, με τη μορφή έκπτωσης
επί της τιμής παραγωγού.
Επί τη βάσει σχετικών επιστολών-γνωστοποιήσεων (σχετ. 1 α – 89 α) απόδοσης
οφειλόμενων ποσών rebate που έλαβε από τα Νοσοκομεία με τα οποία είχε
συνεργασθεί εντός του έτους 2017, και με βάση τις οδηγίες που εξέδωσε το
Υπουργείο Υγείας με την με αριθμ. ΓΔΟΥ/οικ59434/31.07.2018 εγκύκλιο, χορήγησε
σε αυτά επιστροφή επί των συνολικών πωλήσεων φαρμακευτικών προϊόντων έτους 2017
διά εκδόσεως πιστωτικών τιμολογίων. Προς τούτο, εξέδωσε τον μήνα Νοέμβριο έτους
2018 ενενήντα εννέα (99) πιστωτικά τιμολόγια (σχετ. 1 β – 99 β και
συγκεντρωτικά σε πίνακα 100 α – 100 β) τα οποία αφορούν συνολικό ποσό
επιστροφής rebate ύψους 3.227.393,42 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.
Η αξία των εκροών βάσει των ως άνω πιστωτικών τιμολογίων ανέρχεται σε ποσό
3.044.988,30 Ευρώ, ενώ ο φόρος εκροών που αναλογεί σε αυτήν (υπολογιζόμενος με εσωτερική
υφαίρεση με συντελεστές 6% και 4%) ανέρχεται σε 182.405,12 Ευρώ.
Επειδή η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι κατά την υποβολή της περιοδικής
δήλωσης Φ.Π.Α. φορολογικής περιόδου μηνός Νοεμβρίου 2018, δεν ελήφθησαν υπόψη
τα ως άνω πιστωτικά τιμολόγια και, ως εκ τούτου, δε μειώθηκε το σύνολο των
φορολογητέων εκροών (κωδ. 307) της εν λόγω δήλωσης κατά το ως άνω ποσό
3.044.988,30 Ευρώ ούτε το ποσό του φόρου εκροών (κωδ. 337) κατά το ποσό
182.405,12 Ευρώ, προέκυψε δε χρεωστικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. ποσού 1.157.184,58 Ευρώ,
το οποίο αποδόθηκε στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών διαδοχικά δια συμψηφισμού με
απαιτήσεις της.
Επειδή διατηρούσε παράλληλα αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα του εν λόγω
χειρισμού, υπέβαλε ταυτόχρονα την με αρ. πρωτ /2018 επιφύλαξη του άρθρου 20
Κ.Φ.Δ., με την οποία επικαλέσθηκε ότι το ποσό του φόρου εκροών που αντιστοιχεί
στην υποχρεωτικώς χορηγηθείσα έκπτωση (rebate) προς τα συνεργαζόμενα
Νοσοκομεία, με βάση τις διατάξεις τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού
δικαίου σχετικά με τη μείωση της βάσης επιβολής του Φ.Π.Α. σε περίπτωση
χορήγησης εκπτώσεων μετά την πραγματοποίηση των φορολογητέων πράξεων, δεν θα
έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη φορολογητέα αξία για σκοπούς επιβολής Φ.Π.Α.
Επειδή η απόδοση ποσών rebate, όπως ορίστηκε και νομοθετήθηκε με τις διατάξεις
του άρθρου 36 παρ.1 του ν.4025/2011 (προσθήκη
στο άρθρο 12 του Ν. 3816/2010 (Α’ 6)
των παρ. 3, 4, 5 και 6) και όπως υπολογίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν.3918/2011, ως αυτές
κάθε φορά ισχύουν (τελευταία τροποποίηση με το άρθρο 87 του ν.4472/2017), νομολογιακά
κρίθηκε ότι αποτελεί περιορισμό χρηματικής απαίτησης η οποία φορολογικά
αντιμετωπίζεται ως παραγωγική δαπάνη η οποία βαρύνει τα ακαθάριστα έσοδα των
φαρμακευτικών εταιρειών.
Επειδή ως προς τις εν λόγω αποδόσεις λόγω περιορισμού των χρηματικών απαιτήσεων
(rebates άρθρου 35 παρ.3 του ν.3918/2011) ως ανωτέρω
αναφέρθηκε, που πραγματοποιήθηκαν σε προγενέστερη της Απόφασης 1035/2019,
περιόδου, δεν προβλέπεται από τις σχετικές φορολογικές διατάξεις η διαδικασία
έκδοσης πιστωτικών τιμολογίων όπως στις περιπτώσεις claw back. Για τις εν λόγω
συναλλαγές εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα βεβαίωση καταβολής του ποσού
επιστροφής για φορολογική χρήση και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την
υφιστάμενη στην περίπτωση νομοθεσία, οι συναλλαγές περιορισμού χρηματικής
απαίτησης θεωρούνται παραγωγική δαπάνη και εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα,
χωρίς ωστόσο να δημιουργείται και δικαίωμα έκπτωσης στην φορολογία του ΦΠΑ, με
την έκδοση των υπό κρίση πιστωτικών τιμολογίων.
Αποφασίζουμε
Την απόρριψη της με ημερομηνία κατάθεσης 18/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου
ενδικοφανούς προσφυγής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « », ΑΦΜ και την
επικύρωση της σιωπηρής απόρριψης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών επί
της με αρ. πρωτ /2018 επιφύλαξης του άρθρου 20 του
ν. 4174/2013 της
ως άνω εταιρείας, επί της με αριθμό καταχώρισης TAXISNET και ημερομηνία
20.12.2018 δήλωση Φ.Π.Α. μηνός Νοεμβρίου έτους 2018.
Εντελλόμεθα όπως αρμόδιο όργανο κοινοποιήσει με τη νόμιμη διαδικασία την
παρούσα απόφαση στον υπόχρεο.
ΔΕΔ 2518/2019 Απώλεια ΦΤΜ βιβλιαρίου συντήρησης. Διαπίστωση μετά τον θάνατο του υπόχρεου
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Έχοντας υπ’ όψη:
1. Τις διατάξεις: α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170), όπως ισχύει. β. Της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4331/2015 (ΦΕΚ Α’ 69). γ. Του άρθρου 11 της Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.03.2017 Απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΦΕΚ 968 Β’/22.03.2017) με θέμα «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)» δ. Της ΠΟΛ 1064/12.04.2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ 1440/τ. Β’/27.04.2017).
2. Την ΠΟΛ 1069/4-3-2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
3. Την αριθμ. Δ.Ε.Δ. 001126366 ΕΞ 2016/30.08.2016 (ΦΕΚ 2759 / τ. Β’ / 01.09.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
4. Την με ημερομηνία κατάθεσης 11/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανή προσφυγή των: α) του , κατοίκου Δήμου με ΑΦΜ, β) του κατοίκου , οδός , με ΑΦΜ , γ) του , κατοίκου Δήμου , οδός , με ΑΦΜ , δ) του , κατοίκου , οδός , με ΑΦΜ και ε) του , κατοίκου , οδός με ΑΦΜ , άπαντες με την ιδιότητα των μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα στις 11/09/2017 του , κατά της υπ’ αριθ /2019 Πράξης Επιβολής Προστίμου, διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου, σε βάρος του αποβιώσαντα του και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.
5. Την υπ’ αριθ /2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου, διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου, της οποίας ζητείται η ακύρωση, καθώς και την με ημερομηνία θεώρησης 14/03/2019 οικεία Έκθεση ελέγχου εφαρμογής διατάξεων ΚΦΔ (ν. 4174/2013) της ως άνω Δ.Ο.Υ..
6. Τις απόψεις της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου.
7. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Α6 όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης.
Επί της με ημερομηνία κατάθεσης 11/04/2019 και με αριθμό πρωτοκόλλου ενδικοφανούς προσφυγής των: α) του , με ΑΦΜ, β) του , με ΑΦΜ , γ) του , με ΑΦΜ , δ) του , με ΑΦΜ και ε) του , με ΑΦΜ , άπαντες με την ιδιότητα των μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα στις 11/09/2017 του , η οποία κατατέθηκε εμπρόθεσμα και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων της ενδικοφανούς προσφυγής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:
Με την υπ’ αριθ /2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου, καταλογίστηκε σε βάρος του αποβιώσαντος την 11/09/2017 του με ΑΦΜ πρόστιμο ύψους 2.500,00 ευρώ, σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 62 του ν. 4174/2013, 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015, 10 του ν. 1809/1988 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ν. 2523/1997.
Συγκεκριμένα, ο του , διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών « » στα Μετά τον θάνατό του την 11/09/2017, σύμφωνα με τα αναφερόμενα επί της ενδικοφανούς προσφυγής, εκδόθηκε η με αριθμό /2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, με την οποία διατάχθηκε η σφράγιση τόσο της οικίας, όσο και του περιπτέρου που διατηρούσε.
Η σφράγιση των χώρων πραγματοποιήθηκε στις 26-09-2017 με τη με αριθμό /2017 έκθεση σφράγισης του συμβολαιογράφου , ο οποίος μετά την σφράγιση παρέδωσε τα κλειδιά στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου.
Στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης της οικίας και του περιπτέρου ζήτησε την αποσφράγιση αυτών προκειμένου να του αποδοθούν οι χώροι.
Εκδόθηκε η με αριθμό /2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η αποσφράγιση των χώρων από τον ίδιο ως άνω συμβολαιογράφο, ενώ διατάχθηκε και η κοινοποίηση της απόφασης, πριν τη διενέργεια της αποσφράγισης και στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Ναυπλίου.
Σε εκτέλεση δε της άνω απόφασης στις 18-01-2018 με τη με αριθμό /2018 έκθεση αποσφράγισης οικίας και αποθήκης-περιπτέρου και πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής άρθρ. 831 ΚΠολΔ, του συμβολαιογράφου έγινε η αποσφράγιση των χώρων, για την οποία είχε κλητευθεί μεταξύ άλλων να παραστεί και ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ Ναυπλίου με τη με αριθμό /2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου
Κατά τη διενέργεια της αποσφράγισης, δεν έγινε απογραφή, καθόσον δεν υπήρχαν αντικείμενα προς καταγραφή, πλην αντικειμένων που ανήκαν στον ιδιοκτήτη και μόνο της οικίας και του , όπως τα παραπάνω βεβαιώθηκαν από τον διενεργήσαντα αυτή συμβολαιογράφο και παραδόθηκαν τα κλειδιά των χώρων στον ιδιοκτήτη.
Την 08/03/2019 προσήλθε στην Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου ο κος ως νόμιμα εξουσιοδοτημένος από τους νόμιμους κληρονόμους του θανόντος και υπέβαλε την με αριθ. πρωτ /2019 δήλωση άρθ ν. 1599/86 με την οποία δήλωσε ότι κατά την αποσφράγιση του περιπτέρου από τις αρμόδιες αρχές δεν βρέθηκε η με αριθμό μητρώου ΦΤΜ καθώς και το Βιβλιάριο Συντήρησής της.
Εν συνεχεία, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. καταλόγισε, με την προσβαλλόμενη με την παρούσα πράξη σε βάρος του ήδη αποβιώσαντος του μια παράβαση στη χρήση 2017 λόγω απώλειας της προαναφερθείσας ταμειακής μηχανής.
Oι προσφεύγοντες με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητούν την επανεξέταση της προσβαλλόμενης πράξης και την απαλλαγή τους από το επιβληθέν πρόστιμο, προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
– Η σφράγιση και αποσφράγιση της οικίας και του περιπτέρου του θανόντα έγιναν χωρίς τη συμμετοχή τους, ενώ δεν ανευρέθηκαν αντικείμενα του και ούτε βέβαια η ταμειακή μηχανή, αφού διαφορετικά αυτή θα είχε καταγραφεί από το συμβολαιογράφο και θα είχε αποδοθεί αρμοδίως.
– Ουδεμία τους βαρύνει ευθύνη για την απώλεια της ταμειακής μηχανής, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσαν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για διακοπή εργασιών του αποβιώσαντα και βέβαια δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν την τύχη αυτής.
– Δεδομένου ότι δεν διατηρούσαν σχέσεις με τον θανόντα, ο μόνος που ασχολήθηκε, όταν ειδοποιήθηκε για το θάνατό του αδελφού του, ήταν ο πρώτος από αυτούς που μετέβη, από την του Δήμου , στο νοσοκομείο και κανόνισε τα της μεταφοράς της σωρού του στον τόπο καταγωγής του στην , όπου έγινε και η ταφή του. Στη συνέχεια ειδοποιήθηκε από τον ιδιοκτήτη της οικίας και του περιπτέρου του αποβιώσαντα, ότι είχε γίνει σφράγιση και στη συνέχεια μετά την αποσφράγιση, ότι δεν βρέθηκε κανένα αντικείμενο του, όπως αναφέρεται και στην έκθεση αποσφράγισης.
– Δεν θα μπορούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, όπως να υποβάλλουν μήνυση για την απώλειά οποιουδήποτε αντικειμένου, μεταξύ των οποίων και της ταμειακής μηχανής, καθόσον δεν γνώριζαν, ούτε την ύπαρξή κάποιων συγκεκριμένων αντικειμένων, ούτε που βρισκόταν και αν και πότε τυχόν αφαιρέθηκαν και πολύ περισσότερο από ποιόν ή ποιους.
– Όπως προκύπτει από τα βιβλία που τηρούσε ο αποθανών, μέχρι το θάνατό του, υπέβαλε κανονικά όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ , ενώ υπήρξε χρονικό κενό μεταξύ του θανάτου του 11-09-2017 μέχρι και τη σφράγιση των χώρων στις 26-09-2017, όπως προκύπτει από την άνω έκθεση, κατά το οποίο πιθανόν να έχει γίνει η αφαίρεση της ταμειακής μηχανής. Η υποβολή από μέρους τους σήμερα μήνυσης κατά αγνώστου. ή αγνώστων δραστών, θα ήταν άνευ αντικειμένου και δεν θα μπορούσε να προσφέρει τίποτα στην ανακάλυψη του δράστη ή των δραστών, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει και πολύ περισσότερο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανεύρεση της ταμειακής μηχανής. Εξάλλου από το θάνατο και μετέπειτα, δεν υπήρξε κανενός είδους δραστηριότητα της επιχείρησης του αποβιώσαντα.
– Η απώλεια της ταμειακής μηχανής, την ύπαρξη της οποίας εκείνοι αγνοούσαν, που οφείλεται στον ξαφνικό θάνατο του κληρονομούμενου και από χώρο στον οποίο εκείνοι δεν είχαν πρόσβαση, αποτελεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, γεγονός ανωτέρας βίας και επομένως η απώλεια της, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη.
Επειδή με την εγκύκλιο 1095807/1736/ΔΕ-Α’/10.10.2007 (Διευθύνσεις Ελέγχου και Κ.Β.Σ.), κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. 551/2006 γνωμοδότηση του Β’ Τμήματος του Ν.Σ.Κ. η οποία έγινε αποδεκτή από τον κ. Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία κρίθηκε ότι: «….β. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 34, 35, 1710 παρ. 1 και 1885 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις ισχύουσες στο πεδίο του δημοσίου δικαίου γενικές αρχές, προκύπτει ότι οι έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου, στο μέτρο που συνδέονται αμέσως με το υπάρχον στη ζωή φυσικό πρόσωπο, το οποίο αποτελεί υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι συνήθως προσωποπαγείς και συνεπώς ακληρονόμητες (λ.χ. η δημοσιοϋπαλληλική σχέση, η στρατιωτική υποχρέωση κ.λ.π.). Όταν, όμως, οι έννομες αυτές σχέσεις έχουν χρηματικό περιεχόμενο, κατά κανόνα κληρονομούνται, εκτός αν είναι αυστηρά προσωποπαγείς (λ.χ. το συνταξιοδοτικό δικαίωμα). Επομένως, στην περίπτωση των φορολογικών ενοχών ή των ενοχών που απορρέουν από χρηματικές ποινές (πρόστιμα), αστικής, διοικητικής ή μικτής φύσεως που επιβλήθηκαν στον κληρονομούμενο από διοικητικές αρχές ή αστικά και διοικητικά δικαστήρια, οι τελευταίες, ως μη αποσβηνόμενες με το θάνατο του, μεταβιβάζονται αιτία θανάτου στους κληρονόμους του (βλ ΑΠ 1714/1981 ΝοΒ 1982, 1065). Οι δε κληρονόμοι ευθύνονται, ανάλογα με τη κληρονομική μερίδα τους, για την εξόφληση των χρεών της κληρονομιάς, εκτός αν πρόκειται για ποινικές κυρώσεις ή, ως εκ του συναγόμενου σκοπού των διατάξεων που τις προβλέπουν, προέχει ο κυρωτικός και όχι ο αποζημιωτικός τους χαρακτήρας. Ειδικότερα, το πρόστιμο επιβάλλεται ως συνέπεια του ότι τελέσθηκε μια άδικη πράξη από το πρόσωπο εκείνο, που έχει την ιδιότητα του φορολογούμενου.
Συνιστά δε απλώς ένα μέσο εξαναγκασμού προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων του έναντι της διοίκησης. Επομένως, οι διοικητικές κυρώσεις στο φορολογικό δίκαιο, ως μέσο διοικητικού εξαναγκασμού, συνιστούν επαχθείς διοικητικές πράξεις, με τις οποίες επιτυγχάνεται η προστασία του δημοσίου συμφέροντος και από τη νομική φύση τους συνδέονται άμεσα με το φυσικό πρόσωπο που τέλεσε τις φορολογικές παραβάσεις. Τ’ ανωτέρω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα των διοικητικών φορολογικών κυρώσεων, κατά κανόνα δεν απαιτείται για την επιβολή τους υπαιτιότητα του φορολογούμενου ή συνδρομή κακής πίστης ή πρόθεση φοροδιαφυγής γ). Κατόπιν των ανωτέρω, εάν, οι σχετικές παραβάσεις διαπιστωθούν από τη φορολογική αρχή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο του υποκρυπτόμενου, τα πρόστιμα αυτά αποσβήνονται με το θάνατο αυτού, ενόψει του ότι: α). Παρά το γεγονός ότι αμέσως συνδέονται με το ζήτημα της έκδοσης, αποδοχής, λήψης και καταχώρησης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι πράξεων που επισύρουν μεν την επιβολή των προστίμων, χωρίς να ερευνάται η ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του παραβάτη, πλην όμως, νοείται απαλλαγή τούτου από λόγους που ανάγονται μόνο στο πρόσωπο του, δηλ. αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη (πρβλ. ΣτΕ 1295/99 για τον αποδέκτη), β). Δεν επιβλήθηκαν εις βάρος του παραβάτη (κληρονομουμένου), αλλά εξετάζεται η το πρώτον επιβολή τους εις βάρος των κληρονόμων του, δηλαδή εις βάρος προσώπων, τα οποία δεν μετείχαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη τέλεση της παραβάσεως, γ). Έχουν αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι, χαρακτηριζόμενα ως διοικητικές κυρώσεις που αποσκοπούν στον εξαναγκασμό του υπόχρεου προς συμμόρφωση προς τις φορολογικές εν γένει υποχρεώσεις του, ήτοι αποτρέποντας τον από την τέλεση (μελλοντικών) φορολογικών παραβάσεων, η επιβολή τους δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ζημίας στο Δημόσιο και συνεπώς, δεν έχουν αποκαταστατικό χαρακτήρα, εφόσον μ αυτά δεν επιδιώκεται η ικανοποίηση – έστω και μερικώς- της υποχρέωσης προς πληρωμή των οικείων οφειλομένων φόρων. Όσον αφορά δε το δικαίωμα των κληρονόμων, κατ’ άρθρο 1847 Α.Κ., για αποποίηση της κληρονομιάς, προκειμένου να αποφύγουν τις ως άνω δυσμενείς συνέπειες, το δικαίωμα αυτό αναφέρεται στα δυνάμενα να κληρονομηθούν στοιχεία (ενεργητικό και παθητικό της κληρονομιάς) και όχι σε αυστηρώς προσωποπαγείς και μη αποζημιωτικού χαρακτήρα φορολογικές ενοχές (όπως τα πρόστιμα που επιβάλλονται εις βάρος του υποκρυπτόμενου σε έκδοση και λήψη πλαστών και εικονικών στοιχείων), οι οποίες, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω, δεν μεταβιβάζονται αιτία θανάτου.»
Επειδή περαιτέρω με την υπ’ αριθ. 32/2009 γνωμοδότηση ΝΣΚ κρίθηκαν τα ακόλουθα: «Ως έχει παγίως κριθεί, οι απειλούμενες από διατάξεις νόμων οικονομικού κ.λπ. περιεχομένου και επιβαλλόμενες, από τις διοικητικές αρχές, χρηματικές αρχές, χρηματικές ποινές ή πρόστιμα, έχουν χαρακτήρα διοικητικών χρηματικών κυρώσεων και κύριο σκοπό να εξαναγκάσουν τους διοικούμενους σε πλήρη και ακριβή εκπλήρωση των νομίμων υποχρεώσεων τους και κληρονομούνται, υπό την προϋπόθεση ότι φέρουν και αποζημιωτικό χαρακτήρα, ήτοι εφόσον επιβλήθηκαν και προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στο Δημόσιο από την παράβαση για την οποία επεβλήθη η κύρωση Έτσι γίνεται δεκτό ότι στις περιπτώσεις επιβολής προστίμων κ.λπ. αποζημιωτικού χαρακτήρος, τα πρόστιμα αυτά αποτελούν αντικείμενο της κληρονομιάς του καθού και η εξ αυτών υποχρέωσή του μεταβιβάζεται κατ’ άρθρο 1710 Α.Κ., στους κληρονόμους του, νομίμως δε για τον αυτόν ως άνω λόγο επιβάλλεται και κατά των κληρονόμων αυτών, αφού και η αξίωση του Δημοσίου προς επιβολή τους αποτελεί και αυτή στοιχείο της κληρονομίας (γνωμ. ΝΣΚ 36/1991, 184/1993 και 551/2006). Αντιθέτως, στις περιπτώσεις επιβολής διοικητικών προστίμων, στις οποίες εμφανίζεται παράβαση, χωρίς αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου (βλ Β. Παπαχρήστου, Λαθρεμπορία και Τελωνειακές παραβάσεις ενθ. Ανωτέρω, σελ 140) ή η τυχόν επελθούσα ζημία αποκαθίσταται με την έκδοση άλλων καταλογιστικών πράξεων, τα εν λόγω πρόστιμα δεν φέρουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλά προσωποπαγή τοιούτον, σκοπούν δε στην συμμόρφωση του παραβάτη προς τους ορισμούς μιας νομοθετημένης διοικητικής διαδικασίας, οπότε δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιβολής αυτών σε βάρος των κληρονόμων του αποβιώσαντος προσώπου (βλ. ΣτΕ 1266/03, 3676/88). Στις περιπτώσεις αυτές, μετά τον θάνατο του παραβάτη, εξέλιπε ο σκοπός επιβολής του διοικητικού προστίμου, θα ήταν δε πέραν της αληθούς βουλήσεως του νομοθέτη να επιβάλλονται τα σχετικά πρόστιμα σε βάρος κληρονόμων, αφού δια της τοιαύτης επιβολής δεν υπηρετείται ο αναφερθείς νομοθετικός σκοπός της θέσπισης αυτών.
Συνεπώς, τα προαναφερόμενα πρόστιμα που επιβλήθηκαν για παραβάσεις των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν κληρονομητέα, δεδομένου ότι υφίσταται η κατά νόμο δυνατότητα, ώστε οι φόροι που τυχόν απώλεσε το Δημόσιο, εξαιτίας των πιο πάνω παραβάσεων, να καταλογισθούν και να εισπραχθούν δυνάμει άλλων καταλογιστικών πράξεων που είναι διάφορες από τις εκδιδόμενες αποφάσεις επιβολής προστίμου (πρβλ. ΝΣΚ 551/2006).»
Επειδή με τη υπ’ αριθ. ΠΟΛ. 1219/24-10-2011 κοινοποιήθηκε η με αριθ. 291/2011 γνωμοδότηση ΝΣΚ περί της επιβολής ή μη προστίμων του Κ.Β.Σ. σε βάρος των κληρονόμων αποβιώσαντα υπόχρεου, σύμφωνα με την οποία: «όταν έχει ήδη αποβιώσει ο παραβάτης διατάξεων του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί να επιβληθεί το πρώτον (δηλαδή δεν μπορεί να εκδοθεί Απόφαση Επιβολής Προστίμου του Κ.Β.Σ. για πρώτη φορά μετά το θάνατο του) εις βάρος των κληρονόμων του, πρόστιμο κατ’ άρθρον 5 του ν.2523/1997 για έκδοση πλαστών ή εικονικών ή λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων από αυτόν. Τα ιδια ισχύουν όταν έχει αποβιώσει ο παραβάτης και δεν έχει επιβληθεί εις βάρος του εν ζωή το οικείο πρόστιμο και σε όλες τις περιπτώσεις παραβάσεων του Κ.Β.Σ..»
Επειδή από την παράθεση όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι κρίσιμο στοιχείο για τη νόμιμη ή μη επιβολή προστίμων σε βάρος αποβιώσαντα, είναι κατ’ αρχάς εάν αυτά είναι κυρωτικού ή αποζημιωτικού χαρακτήρα και επιπροσθέτως εάν τα πρόστιμα αυτά καταλογίζονται πρωτογενώς ή εάν είχαν «το πρώτον» κοινοποιηθεί στον ίδιο τον θανόντα, όσο αυτός ήταν εν ζωή.
Επειδή από τα στοιχεία του φακέλου της υπό κρίση ενδικοφανούς προσφυγής, διαπιστώνεται ότι η παράβαση της απώλειας της με αριθ ΦΤΜ και του Βιβλιαρίου Συντήρησης αυτής, διαπιστώθηκε από τη φορολογική αρχή μετά το θάνατο του υπόχρεου φορολογούμενου και συγκεκριμένα κατά τη διαδικασία διακοπής δραστηριότητας της επιχείρησης του θανόντος από τους νομίμους κληρονόμους αυτού. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθ /2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου σε βάρος του αποβιώσαντα, ήδη από τις 11/09/2017, φορολογούμενου.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη, αφορώσα παράβαση στην οποία είχε υποπέσει ο αποβιώσας επιτηδευματίας, δεν είχε αφενός κοινοποιηθεί «το πρώτον» στον ίδιο όσο ήταν εν ζωή και επομένως, βάσει των προαναφερομένων, ως αποσβηνόμενη με το θάνατο του, δεν μεταβιβάζεται αιτία θανάτου στους κληρονόμους του. Αφετέρου δε, κατά την έννοια της επιβαλλόμενης διοικητικής κύρωσης, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του αποβιώσαντα σε χρόνο κατά τον οποίο ο παραβάτης δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή.
Επειδή εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, το επιβληθέν πρόστιμο εις βάρος του αποβιώσαντα του με ΑΦΜ , ο οποίος απώλεσε την ταμειακή μηχανή και το βιβλιάριο συντήρησης αυτής, έχει αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι, ως διοικητική κύρωση αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του υπόχρεου προς συμμόρφωση προς τις φορολογικές εν γένει υποχρεώσεις του, ήτοι αποτρέποντας τον από την τέλεση (μελλοντικών) φορολογικών παραβάσεων. Επιπλέον, η επιβολή του δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ζημίας στο Δημόσιο και συνεπώς, δεν έχει αποκαταστατικό χαρακτήρα, εφόσον μ’ αυτό δεν επιδιώκεται η ικανοποίηση – έστω και μερικώς – της υποχρέωσης προς πληρωμή των οικείων οφειλομένων φόρων. Ως εκ τούτου, στην κρινόμενη περίπτωση, παύει ο σκοπός για την επιβολή προστίμου επί τυπικής – διαδικαστικής παράβασης, καθόσον, το εν λόγω πρόστιμο, έχοντας αυστηρά προσωπικό και αποκλειστικά κυρωτικό χαρακτήρα αποσβήνεται με τον θάνατο του υπόχρεου.
Επειδή γενομένων δεκτών των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων με την παρούσα ενδικοφανή προσφυγή λόγων.
Αποφασίζουμε
Την αποδοχή της με ημερομηνία κατάθεσης 11/04/2019 και με αριθ. πρωτ ενδικοφανούς προσφυγής των: α) του , με ΑΦΜ, β) του , με ΑΦΜ , γ) του , με ΑΦΜ , δ) του , με ΑΦΜ και ε) του , με ΑΦΜ, άπαντες με την ιδιότητα των μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα στις 11/09/2017 του και την ακύρωση, της υπ’ αριθ /2019 Πράξης Επιβολής Προστίμου, διαχειριστικής περιόδου 01/01/2017-31/12/2017 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου.
Οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου – Καταλογιζόμενο ποσό με βάση την παρούσα απόφαση:
Δ. ΟΡΓ. Δ 1143392 ΕΞ 2019 Περί της υποχρέωσης ή μη των Δ.Ο.Υ. να κάνουν αποδεκτά έγγραφα πολιτών, που φέρουν την ψηφιακή υπογραφή αυτών
ΘΕΜΑ: «Περί της υποχρέωσης ή μη των Δ.Ο.Υ. να κάνουν
αποδεκτά έγγραφα πολιτών, που φέρουν την ψηφιακή υπογραφή αυτών».
1. Σχετικά με το παραπάνω σε περίληψη θέμα, σας γνωρίζουμε ότι:
α) Πολίτες, για τη διεκπεραίωση υποθέσεών τους στις Δ.Ο.Υ.
προσκομίζουν, σεέντυπη μορφή, έγγραφα (εξουσιοδοτήσεις, υπεύθυνες δηλώσεις και
αιτήσεις), τα οποία έχουν υπογραφεί ψηφιακά από τους ενδιαφερομένους.
β) Για το συγκεκριμένο θέμα υποβλήθηκαν, τηλεφωνικά, στο Τμήμα Δ’ – Υποθέσεων
Πολιτών της Διεύθυνσης Οργάνωσης, ερωτήματα από υπαλλήλους Δ.Ο.Υ. και από
ενδιαφερόμενους πολίτες, που αφορούν στην υποχρέωση ή μη των Δ.Ο.Υ. να κάνουν
αποδεκτά τα ως άνω έγγραφα, γι’ αυτό το ως άνω Τμήμα, με το από 11.10.2019
μήνυμά του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έθεσε προς την αρμόδια Διεύθυνση
Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης συγκεκριμένα
ερωτήματα και ζήτησε την παροχή των απαραίτητων οδηγιών προς αντιμετώπιση του
θέματος.
2. Η αρμόδια Ομάδα Υποστήριξης Συστήματος PKI της ως άνω Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με το
από 11.10.2019 ηλεκτρονικό μήνυμά της, το οποίο σας στέλνουμε, συνημμένα, με το
παρόν, μαζί με το μήνυμα του Τμήματος Δ’, διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι:
α) Η ψηφιακή υπογραφή έχει ισχύ
μόνο στο ηλεκτρονικό έγγραφο και όχι στο έντυπο έγγραφο, δεδομένου ότι μόνο σε ηλεκτρονικά έγγραφα μπορεί να
επαληθευτεί η εγκυρότητά της, γιατί αν εκτυπωθεί ένα ψηφιακά υπογεγραμμένο
έγγραφο, τότε:
αα) δεν διακρίνεται αν πρόκειται για ψηφιακή υπογραφή (και επομένως επέχει θέση
ιδιόχειρης υπογραφής) ή για απλή ηλεκτρονική υπογραφή,
ββ) δεν μπορεί να ελεγχθεί αν έχει ακυρωθεί το ψηφιακό πιστοποιητικό του
χρήστη,
γγ) δεν μπορεί να ελεγχθεί ποια είναι η Αρχή Πιστοποίησης που εξέδωσε το
πιστοποιητικό και
δδ) δεν μπορεί να αποδειχθεί η μονοσήμαντη σύνδεση με τον υπογράφοντα, ούτε ο
καθορισμός της ταυτότητάς του διότι μπορεί εύκολα ή όποια “εικόνα ψηφιακής
υπογραφής” να αντιγραφεί σε οποιοδήποτε έγγραφο.
β) Όσον αφορά στα χειρόγραφα έγγραφα, όπως η εξουσιοδότηση, απαιτείται ιδιόχειρη
υπογραφή και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, κατά τα οριζόμενα στις
διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 2690/1999 (Α’ 45), σύμφωνα με τις οποίες «Η βεβαίωση του γνησίου
της υπογραφής του ενδιαφερομένου γίνεται, από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή από
τα Κ.Ε.Π., βάσει του δελτίου ταυτότητας ή των αντίστοιχων εγγράφων που
προβλέπονται στο άρθρο 3. …».
γ) Για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες παραλαμβάνεται, ηλεκτρονικά, από
δημόσιες υπηρεσίες, ψηφιακά υπογεγραμμένο ηλεκτρονικό έγγραφο, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή πληροφοριακού συστήματος, απαιτείται έλεγχος εγκυρότητας της ψηφιακής υπογραφής
που φέρει αυτό, από τον εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της εκάστοτε υπηρεσίας,
σύμφωνα με τις αναλυτικές οδηγίες για τον έλεγχο εγκυρότητας ψηφιακών
υπογραφών, που διατίθενται στην ιστοσελίδα της Αρχής Πιστοποίησης Ελληνικού
Δημοσίου (ΑΠΕΔ): www.aped.gov.gr.
Επισημαίνεται, ότι για τον έλεγχο εγκυρότητας ψηφιακής υπογραφής, που έχει
χορηγηθεί από εγκεκριμένο πάροχο, ο οποίος περιλαμβάνεται στη λίστα με τους
εγκεκριμένους παρόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούνται συγκεκριμένες
ρυθμίσεις και εγκατάσταση λογισμικού στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κατά τα
προαναφερθέντα.
3. Ύστερα από τα παραπάνω και δεδομένου ότι αυξάνεται ο αριθμός των πολιτών που
αποκτούν ψηφιακή υπογραφή και κάνουν χρήση αυτής, θέτουμε υπόψη σας το
συγκεκριμένο θέμα και παρακαλούμε
για τις δικές σας, λόγω αρμοδιότητας, περαιτέρω απαραίτητες σχετικές ενέργειες, για τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των ενδιαφερόμενων πολιτών,
την αποφυγή προστριβών αυτών με τους υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε. και κυρίως των
Περιφερειακών Υπηρεσιών αυτής, καθώς και για τη διασφάλιση των συμφερόντων του
Δημοσίου.
Με εντολή Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων